...............................................................
"...Αν ο Κασσελάκης του 15% δεν ήταν ο «ένοχος», τότε ποιος μένει;
Μένει ο μηχανισμός.
Μένει η προηγούμενη ηγεσία. Μένει ο αρχιτέκτονας του κενού..."
Από τον φίλο στο fb Manos Lambrakis (facebook, 29.5.2026)
Ο Κασσελάκης του 15% δεν υπήρξε απλώς ένα πρόσωπο που πέρασε βίαια από το εσωτερικό της ελληνικής Αριστεράς.
Υπήρξε, πολύ περισσότερο, μια επιτελεστική συσκευή διάλυσης, ένα πολιτικό πείραμα υψηλής επικοινωνιακής χρησιμότητας, πάνω στο οποίο προβλήθηκαν, συμπυκνώθηκαν και τελικά εκφορτώθηκαν όλες οι ανεπεξέργαστες ενοχές ενός χώρου που είχε ήδη χάσει την οργανική του σχέση με την ιστορία, την τάξη, το κοινωνικό υποκείμενο, την ιδεολογία και την ίδια την έννοια της συλλογικής χειραφέτησης.
Δεν εισήλθε σε έναν ζωντανό οργανισμό και τον διέλυσε.
Εισήλθε σε ένα σύστημα ήδη απορρυθμισμένο, σε έναν μηχανισμό μετα-ηγεμονικής εξάντλησης, όπου η πολιτική είχε μεταβληθεί σε communication management, η στρατηγική σε προσωπικό branding, η κομματική λειτουργία σε αλγοριθμική διαχείριση εντυπώσεων και η Αριστερά σε ένα κέλυφος συμβολικού κεφαλαίου χωρίς πραγματική κοινωνική γείωση.
Ο Κασσελάκης, με όλες τις αντιφάσεις και την πολιτική του απειρία, χρησιμοποιήθηκε ως το ιδανικό πρόσωπο για να ενσαρκώσει το αποτέλεσμα μιας κατάρρευσης που δεν είχε προκαλέσει ο ίδιος.
Του αποδόθηκε το τέλος, ώστε να αθωωθεί η αρχή.
Η διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ δεν άρχισε με τον Κασσελάκη.
Άρχισε πολύ νωρίτερα, όταν το κόμμα της ριζοσπαστικής κοινωνικής προσδοκίας μεταβλήθηκε σταδιακά σε αρχηγικό μηχανισμό εξουσίας, όταν η εσωκομματική δημοκρατία υποκαταστάθηκε από την πολυδιαφημισμένη «χαρισματική» διαμεσολάβηση του ηγέτη, όταν η ιδεολογία έγινε υλικό ευέλικτης κυβερνησιμότητας και όταν η ήττα δεν παρήγαγε αυτοκριτική, αλλά μηχανισμούς αναβολής, υπεκφυγής και επικοινωνιακής αυτοσυντήρησης.
Ο Τσίπρας δεν επιστρέφει σήμερα σε έναν χώρο που κάποιοι άλλοι κατέστρεψαν.
Επιστρέφει στο τοπίο που ο ίδιος, με τον τρόπο της μακράς προσωποπαγούς ηγεμονίας του, κατέστησε εφικτό να καταστραφεί.
Η μεγάλη του πολιτική επιδεξιότητα δεν είναι ότι απέφυγε την ήττα.
Είναι ότι προσπαθεί να οργανώσει την αμνησία της ήττας ως νέο ιδρυτικό μύθο.
Ο Κασσελάκης υπήρξε, λοιπόν, ο τέλειος αποδιοπομπαίος τράγος της μετα-ΣΥΡΙΖΑ εποχής.
Όχι επειδή ήταν αθώος από πολιτικά λάθη, αλλά επειδή τα λάθη του λειτούργησαν ως βολικός μεγεθυντικός φακός για να αποκρυβεί η βαθύτερη ευθύνη του συστήματος που τον ανέδειξε, τον κατανάλωσε και τελικά τον εγκατέλειψε.
Το συλλογικό υποκείμενο, ανίκανο να πενθήσει την απώλεια της ίδιας του της ιστορικής ταυτότητας, μεταθέτει την ενοχή σε ένα εξωτερικό αντικείμενο.
Ο Κασσελάκης γίνεται το σώμα της προβολής.
Επάνω του εγγράφεται η αποτυχία, η γελοιοποίηση, η ασυνέχεια, η αποϊδεολογικοποίηση, η επικοινωνιακή επιπολαιότητα. Μόνο που όλα αυτά δεν τα έφερε εκείνος στην Αριστερά.
Τα βρήκε εκεί.
Εκείνος απλώς τα έκανε αδύνατο να κρυφτούν.
Η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο σκοτεινή, καθώς το σώμα αυτό δεν ήταν ουδέτερο.
Ήταν ένα σώμα ορατά διαφορετικό, ένα σώμα ανοιχτά queer, ένα σώμα που η ίδια η προοδευτική ρητορική όφειλε, τουλάχιστον με βάση τις διακηρύξεις της, να το προστατεύσει από τους υπόγειους μηχανισμούς κοινωνικής απονομιμοποίησης. Αντί γι’ αυτό, μεγάλο μέρος του δήθεν προοδευτικού χώρου επέτρεψε να αναπτυχθεί απέναντί του μια εκλεπτυσμένη, σχεδόν αστική μορφή συμβολικής βίας: ειρωνεία για την εικόνα, περιφρόνηση για την επιτελεστικότητα, δυσφορία απέναντι στη δημόσια έκθεση της προσωπικής ζωής, μορφασμοί απέναντι στο σώμα που δεν ταίριαζε στην παλιά, σοβαροφανή, «αρρενωπή» φαντασίωση της ηγεσίας.
Εκεί αποκαλύφθηκε το μεγάλο ψεύδος: η συμπερίληψη είναι εύκολη όταν λειτουργεί ως αφίσα, ως συνέδριο, ως Pride, ως ηθικό κεφάλαιο, ως ψηφοφόροι. Γίνεται αφόρητη όταν διεκδικεί εξουσία.
Και ακριβώς γι’ αυτό ο Κασσελάκης έπρεπε να αποκαθηλωθεί όχι μόνο πολιτικά, αλλά και αισθητικά, πολιτισμικά. Δεν αρκούσε να θεωρηθεί ανεπαρκής.
Έπρεπε να παρουσιαστεί ως σύμπτωμα παρακμής, ως «ξένο σώμα», ως σχεδόν μολυσματικό επεισόδιο μέσα στο σώμα της Αριστεράς.
Η παλιά Αριστερά, που υποτίθεται ότι γνωρίζει από αποκλεισμούς, από κατασκευές εχθρών, από μηχανισμούς κανονικοποίησης, αναπαρήγαγε με αξιοθαύμαστη ψυχρότητα όλη τη βιοπολιτική γραμματική του αποκλεισμού.
Μόνο που αυτή τη φορά δεν την άσκησε εναντίον ενός ταξικού ή ιδεολογικού αντιπάλου.
Την άσκησε εναντίον του ανθρώπου που η ίδια είχε ανεχθεί, χειροκροτήσει ή χρησιμοποιήσει όταν την εξυπηρετούσε.
Έτσι η διαφορετικότητα μετατράπηκε από διακηρυγμένη αξία σε αναλώσιμο υλικό εσωκομματικής κάθαρσης.
Απέναντι σε αυτό το σκηνικό, η επιστροφή Τσίπρα δεν μπορεί να διαβαστεί ως απλή πολιτική πρωτοβουλία.
Πρέπει να διαβαστεί ως επιχείρηση κατάληψης του αφηγήματος της διάλυσης.
Όποιος ελέγχει την ερμηνεία της καταστροφής, ελέγχει και τη δυνατότητα της επόμενης ηγεμονίας.
Αν πεισθεί η κοινωνία ότι η καταστροφή ήταν «Κασσελάκης», τότε ο Τσίπρας μπορεί να εμφανιστεί ως υπέρβαση του Κασσελάκη.
Αν όμως ειπωθεί η αλήθεια, ότι ο Κασσελάκης υπήρξε το προϊόν του κενού που άφησε πίσω του ο τσιπρικός αρχηγισμός, τότε η επιστροφή Τσίπρα αποκαλύπτεται γυμνή: όχι ως επανίδρυση, αλλά ως επιχείρηση ξεπλύματος ιστορικής ευθύνης με υλικά κατεδάφισης.
Ο Τσίπρας δεν επιστρέφει, επομένως, ως αντίδοτο στη διάλυση.
Επιστρέφει ως ο πλέον επιδέξιος διαχειριστής της.
Ο πολιτικός που ηττήθηκε επανειλημμένα, που είδε τον χώρο του να αποσυντίθεται, που άφησε πίσω του έναν οργανισμό χωρίς ιδεολογικό σκελετό, ζητά τώρα να πιστωθεί ως λύση το ίδιο πρόβλημα που η μακρά ηγεμονία του παρήγαγε. Πρόκειται για μια μορφή πολιτικού gaslighting: ζητείται από το συλλογικό σώμα να ξεχάσει τη σειρά των γεγονότων, να αντιστρέψει την αιτιότητα, να θεωρήσει αίτιο τον Κασσελάκη και θεραπευτή τον Τσίπρα.
Η μνήμη πρέπει να κοντύνει, η ευθύνη να μετατοπιστεί, η ιστορία να ξαναγραφτεί ως επικοινωνιακό σποτ επιστροφής.
Γι’ αυτό και η υπόθεση δεν αφορά μόνο πρόσωπα.
Αφορά τη βαθύτερη μετάλλαξη της ελληνικής Αριστεράς σε μεταπολιτικό πεδίο χωρίς ιστορικό βάθος, όπου τα πάντα μπορούν να αναδιαταχθούν γύρω από μια νέα σκηνοθεσία ηγεσίας.
Ο Κασσελάκης υπήρξε το θορυβώδες επεισόδιο αυτής της μετάλλαξης.
Ο Τσίπρας όμως υπήρξε ο μακρύς προθάλαμός της.
Ο πρώτος ενσάρκωσε τη θεαματική απογύμνωση.
Ο δεύτερος είχε ήδη κατασκευάσει τις προϋποθέσεις της.
Και τώρα το σύστημα επιχειρεί το απόλυτο τέχνασμα: να φορτώσει στον πιο πρόσφατο ηθοποιό την ευθύνη για το θέατρο που άλλοι έχτισαν, άλλοι σκηνοθέτησαν και άλλοι τώρα επιχειρούν να ξανανοικειοποιηθούν ως δήθεν σωτήρες του.
Το πιο βίαιο, τέλος, είναι ότι ο Κασσελάκης, με όλα τα όρια και τις αδυναμίες του, έβαλε το σώμα του εκεί όπου άλλοι έβαζαν μόνο μηχανισμούς.
Έβαλε προσωπικό χρήμα, δημόσια έκθεση, πολιτικό ρίσκο, ταυτότητα, ιδιωτική ζωή, μια σχεδόν αφελή πίστη ότι μπορούσε να αναμετρηθεί με έναν χώρο που δεν ήθελε να σωθεί αλλά να βρει τον κατάλληλο ένοχο για να πεθάνει θεαματικά.
Και τώρα, όσο περισσότερο καταρρέει το αφήγημα της ενοχοποίησής του, τόσο περισσότερο φαίνεται η αμηχανία εκείνων που τον χρησιμοποίησαν.
Αν ο Κασσελάκης του 15% δεν ήταν ο «ένοχος», τότε ποιος μένει;
Μένει ο μηχανισμός.
Μένει η προηγούμενη ηγεσία. Μένει ο αρχιτέκτονας του κενού.
Και αυτό είναι που δεν πρέπει να συγκαλυφθεί.
Η νέα τσιπρική περιπέτεια, αν υπάρξει ως τέτοια, δεν θα είναι επιστροφή της Αριστεράς.
Θα είναι η δεύτερη πράξη της ίδιας αποϊδεολογικοποίησης, αυτή τη φορά με πιο ώριμη επικοινωνιακή τεχνογνωσία, με πιο πειθαρχημένο branding, με περισσότερη σκηνοθεσία σοβαρότητας και με την ελπίδα ότι η κοινωνία έχει κουραστεί αρκετά ώστε να μη θυμάται. Μόνο που η Ιστορία, όταν δεν επαναλαμβάνεται ως φάρσα, επαναλαμβάνεται ως τεχνική εξουσίας.
Και ο Τσίπρας σήμερα δεν ζητά απλώς να επιστρέψει.
Ζητά να του αναγνωριστεί το δικαίωμα να εμφανιστεί ως θεραπευτής μιας ασθένειας της οποίας υπήρξε ο πιο «χαρισματικός» φορέας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου