Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2020

"Θεωρητική απόπειρα «ανοίγματος» του «Κιβωτίου»: μέρος πρώτο." Aπό τον φίλο στο fb Giannis Smoilis (facebook, 10.12.2020)

..............................................................


Θεωρητική απόπειρα «ανοίγματος» του «Κιβωτίου»: μέρος πρώτο.




από τον φίλο στο fb Giannis Smoilis (facebook, 10.12.2020)


Ένα από τα πρώτα πράγματα που καταλαβαίνει κανείς διαβάζοντας το αριστούργημα του Άρη Αλεξάνδρου είναι ότι το κιβώτιο, συμβολίζει την Ιστορία σύμφωνα με τη μαρξιστική κοσμοθέαση. Αυτός είναι ο συμβολικός πυρήνας του μυθιστορήματος, γύρω από τον οποίο αναπτύσσονται, σαν ομόκεντροι κύκλοι, οι υπόλοιπες θεματικές του. Το προλεταριάτο (εδώ με τη μορφή των στρατιωτών του ΕΛΑΣ) έχει μια αποστολή: να οδηγήσει την Ιστορία στο τέρμα της, την αταξική κοινωνία και την οριστική συμφιλίωση των λαών. Τα μηνύματα που έρχονται από το Γενικό Αρχηγείο (τα οποία οι στρατιώτες αποκωδικοποιούν με ένα ιδιαίτερο σύστημα που κάνει χρήση του Ευαγγελίου -μια λεπτή υπόμνηση του Αλεξάνδρου για τη θρησκευτική/μεσσιανική διάσταση του Επαναστατικού εγχειρήματος εν γένει), συμβολίζουν τις οδηγίες που δίνουν οι εκάστοτε ηγέτες αλλά και οι διανοούμενοι, οι θεωρητικοί του Κομμουνισμού. Η Ιστορία μπορεί να έχει ένα σαφές και προδιαγεγραμμένο τέρμα (την πόλη Κ., δηλαδή το τέλος της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, την ειρήνη μέσα στην κομμουνιστική κοινωνία), η διαδρομή που οδηγεί εκεί, όμως, δεν είναι ξεκάθαρη εκ των προτέρων. Αλλάζει εν προόδω. Γι’ αυτό η πορεία δεν είναι γραμμική: η αποστολή ακολουθεί πιστά τις οδηγίες του Γενικού Αρχηγείου κάνοντας συχνά κύκλους γύρω από το ίδιο σημείο (μια αναφορά στην επαναληπτική διάσταση της Ιστορίας). Ωστόσο οι στρατιώτες δεν αμφισβητούν στιγμή το αρχηγείο, διότι εμπιστεύονται την κρίση του. Δεν τίθεται, συνεπώς, το πρόβλημα της ελεύθερης επιλογής παρά μόνο στο τέλος, όταν ο αφηγητής θυμάται τους προβληματισμούς του Φαντάρου σχετικά με τον Οιδίποδα και την «έμμεση εντολή» του Απόλλωνα μέσω του χρησμού. Έχει ιδιαίτερη σημασία, όμως, ότι τα θυμάται όλα αυτά όταν κι ο ίδιος έχει χάσει την εμπιστοσύνη του στο Γενικό Αρχηγείο, όταν τον βασανίζει η φρικτή υποψία ότι όλα αυτά συνέβησαν εντελώς μάταια. 
Αν δεχτούμε ότι το κιβώτιο είναι η Ιστορία, τότε τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε στο τέλος από το γεγονός ότι αποδεικνύεται άδειο; Αν κάποιος το έκλεψε στη διαδρομή και έφερε στη θέση του ένα άλλο, άδειο, χωρίς να τον πάρουν χαμπάρι τα εναπομείναντα μέλη της αποστολής (μία από τις εικασίες του αφηγητή), τότε ο Αλεξάνδρου θέλει να πει ότι κάπου στου δρόμου τα μισά, η Ιστορία «άδειασε» από το περιεχόμενό της, δηλαδή το νόημά της. Πώς μπορεί να συνέβη αυτό; Ως εξής: ο Χέγκελ υποστήριζε ότι το Παγκόσμιο Πνεύμα, μέσω της διαλεκτικής διαδικασίας, θα οδηγηθεί στο τέρμα του που είναι ο θρίαμβος του Λόγου. Ότι όλες οι δυστυχίες, οι οδύνες και οι καταστροφές του σήμερα, θα οδηγήσουν στην αρμονία και την ευτυχία του αύριο. Αν, όμως, το Πνεύμα (δηλαδή ο Άνθρωπος, το Υποκείμενο), έχασε ξαφνικά την πίστη του στον Σκοπό, το νόημα όλων αυτών των θυσιών; Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι ο πόνος του σήμερα δεν εξαγοράζεται από την ευτυχία του αύριο. Αντί για τον θρίαμβο του Λόγου, θα είχαμε την επικράτηση του παραλογισμού (πολλοί από τους θανάτους των στρατιωτών είναι εντελώς παράλογοι, σχεδόν κωμικοτραγικοί). Εξάρθρωση του νοήματος. Οι μάταιες θυσίες καθιστούν μάταιη την ίδια την πορεία της Ιστορίας, την αδειάζουν από το περιεχόμενό της: τίποτα δεν μπορεί να τη δικαιολογήσει, να τη «γεμίσει». 
Αν -σύμφωνα με μια άλλη εικασία του αφηγητή- το κιβώτιο ήταν άδειο εξαρχής, αν παραδόθηκε άδειο στους στρατιώτες, τότε ο ίδιος ο αγώνας -η Πράξη με τη σαρτρική σημασία- όφειλε να προσδώσει στην Ιστορία ένα περιεχόμενο (πράγμα που τελικά δεν συμβαίνει), έχουμε να κάνουμε με την αντίστροφη διαδικασία. Δηλαδή, λέει ο Αλεξάνδρου, μέσω των πραγματικών συνεπειών της Ιδέας (μέσω της θυσίας, μέσω της καταστροφής και του θανάτου), η Ιδέα γυρεύει να αποκτήσει μια υπόσταση που δεν έχει εξαρχής. Όταν κάποιος πεθαίνει για κάτι, αυτομάτως το καθαγιάζει και το εξυψώνει. Αυτοί οι άνθρωποι δίνουν τη ζωή τους υπακούοντας σε ένα υπέρμετρο ηθικό κάλεσμα. Πράττουν με τρόπο τέτοιο ωσάν η πράξη τους να μπορούσε να αποκτήσει ισχύ γενικού νόμου, εφαρμόζουν δηλαδή την κατηγορική προσταγή του Καντ. Για να «γεμίσει» το κιβώτιο, για να αποκτήσει νόημα και περιεχόμενο η Ιστορία, πρέπει να βάλουν μέσα του «εθελοντικά» -κι αυτή η λέξη έχει πολύ μεγάλη σημασία στο βιβλίο- τη ζωή και τον θάνατό τους. Εδώ γίνεται η μετάβαση από μια ηθική του μέτρου (λογική και συνετή), μια αριστοτελική δηλαδή ηθική, στην καντιανή ηθική ενός άνευ όρων ηθικού αιτήματος που, όπως λέει ο Ζίζεκ, «εκτροχιάζει την αρχή της ευχαρίστησης και γεννά την υπερβολή μιας υπερ-απόλαυσης». Ο επαναστάτης επιθυμεί αρχικά με τρόπο λογικό και μετρημένο, αριστοτελικά. Θέλει μια ίση κατανομή της ευτυχίας σε όλους τους ανθρώπους, έτσι ώστε να εξαφανιστεί ο πόνος και η δυστυχία των πολλών για χάρη της πλεονασματικής ευτυχίας των λίγων. Αυτή του, όμως, η αρχική προσκόλληση στη λογική και το μέτρο, μέσω της οποίας αντλεί ένα είδος -υπερεγωτικής- απόλαυσης, σύντομα εκτρέπεται προς την άμετρη και άνευ όρων επιθυμία για μια ηθική δράση που σπάει τα μέτρα και τα όρια (η καντιανή στιγμή όπου το ήθος φτάνει στο ύψος μιας μεταφυσικής απαίτησης). Διακινδυνεύοντας τη ζωή του και προσφέροντάς την στον «σκοπό», υπερβαίνει την αρχή της ευχαρίστησης, εισέρχεται στην περιοχή της «υπερ-απόλαυσης» όπου πλέον το ένστικτο θανάτου είναι αδιαχώριστο από την επιθυμία. Επιθυμεί με τρόπο λαίμαργο, απόλυτο, ολοκληρωτικό, μέχρι την ίδια την αυτοκαταστροφή της επιθυμίας και τον προσωπικό του εκμηδενισμό. Αυτή η ερμηνεία θα μπορούσε να εφαρμοστεί αυτούσια και στο επαναστατικό εγχείρημα εν γένει.
Άρα ο επαναστάτης από μια άπληστη και αχόρταγη επιθυμία για ζωή (διότι ζωή χωρίς δικαιοσύνη, νόημα, ελευθερία, αγάπη και χαρά, δεν είναι ζωή), καταλήγει να επιθυμεί ασυνείδητα τον θάνατο (η ευκολία με την οποία παίρνουν το κυάνιο οι στρατιώτες, χωρίς διαμαρτυρίες, χωρίς φόβο, χωρίς κλάματα ή παρακάλια, εκτός από το να τους προσδίδει ηρωικά χαρακτηριστικά, τους απ-ανθρωπίζει και λίγο: μοιάζουν λίγο με φαντάσματα αυτοί οι στρατιώτες, στον τρόπο με τον οποίο περιφρονούν τον θάνατο, σαν να ήταν ήδη νεκροί). Η λιμπιντική επιθυμία για τη ζωή όπως θα έπρεπε να είναι, καθώς προσκρούει στο εμπόδιο ενός εχθρικού προς την αληθινή ζωή κόσμου, στρέφεται πίσω στο υποκείμενο με την αλλοτριωμένη μορφή μιας διεστραμμένης επιθυμίας θανάτου. Ο επαναστάτης σκοτώνει και σκοτώνεται από Αγάπη. Αυτό είναι το νόημα της σπαρακτικής ανάμνησης, λίγο πριν το τέλος, με το γατάκι. Οι συμμαθητές του αφηγητή στο δημοτικό, σπάνε πλάκα με ένα τραυματισμένο γατί που δεν μπορεί να κινηθεί, το ταλαιπωρούν, μεγεθύνουν το μαρτύριό του για το κέφι τους. Ο αφηγητής, μην αντέχοντας να βλέπει το γατί να υποφέρει, του σπάει το κεφάλι με μια πέτρα για να το απαλλάξει από τα βάσανα και τους εξευτελισμούς. Αν μπορούσε να το κάνει καλά και να το σώσει αυτό θα έκανε, αλλά αφού δεν μπορεί, από το να το αφήσει να υποφέρει προτιμά να το σκοτώσει. Σκοτώνει όχι παρά το γεγονός αλλά ΕΠΕΙΔΗ είναι ηθικός, αυτή είναι η δική του αρετή και καλοσύνη (και δεν υπάρχει τίποτα το ειρωνικό σ’ αυτό). 


To be continued…

Δεν υπάρχουν σχόλια: