Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

Το "Κιβώτιο" είναι μυθιστόρημα προσώπων, όχι συμβολισμών..." από τον φίλο στο fb Giannis Smoilis (facebook, 5.12.2020)

...............................................................


Το "Κιβώτιο" είναι μυθιστόρημα προσώπων, όχι συμβολισμών..."

από τον φίλο στο fb Giannis Smoilis (facebook, 5.12.2020) 




Άρης Αλεξάνδρου
(24.11.1922 - 2.7.1978)




Το μείζον και το πολύτιμο με τα έργα τέχνης που αγαπάμε είναι ότι κάθε φορά που εισερχόμαστε ξανά στον κόσμο τους, δεν τα βρίσκουμε ίδια με τον εαυτό τους (δηλαδή με τον εαυτό που θυμόμαστε εμείς και έχουμε κατασκευάσει για λογαριασμό τους). Το να πεις ότι «εξελίσσονται» ή «αλλάζουν» είναι μια τρομερή λογική κατάχρηση. Το έργο είναι τέλειο -όχι με την αξιολογική έννοια αλλά από την άποψη ότι αποτελεί ένα κλειστό όλον, άπαξ και έχει δημιουργηθεί, δεν υφίσταται τροποποιήσεις ή μεταλλαγές. Είναι αυτό που είναι, ένα συμπαγές αντικείμενο που εμπεριέχει σε πλήρη και οργανική ανάπτυξη όλες του τις δυνατότητες. Η σκέψη του έργου τέχνης (όπως και η αισθητική του αξία) συνίσταται στην επικοινωνία των μορφολογικών του στοιχείων, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Αντόρνο. Τα μορφολογικά στοιχεία είναι εκεί, δεδομένα άπαξ, πραγματοποιούν στον αιώνα τις ίδιες κινήσεις και δράσεις -μια ακινητοποιημένη άχρονη κίνηση είναι το έργο τέχνης, σ’ αυτή την αντίφαση έγκειται η θεϊκή του διάσταση (ο Θεός -ή το Είναι- βρίσκεται εκτός γίγνεσθαι, αν αποτελούσε μέρος του θα έπρεπε να υποταχθεί στον Νόμο της αλλαγής, της φθοράς και της αναπόφευκτης καταστροφής στον οποίο υποτάσσονται όλα τα όντα). Αυτό που τα δικά μας μάτια παρεξηγούν ως «εξέλιξη» δεν είναι τίποτα περισσότερο από την εξέλιξη, την αλλαγή, την κίνηση της συνείδησης. Το Cogito, δηλαδή η σκέψη μας, το Εγώ είναι αυτό που αλλάζει: το έργο τέχνης, με τη φαινομενική του αλλαγή (τον εμπλουτισμό του σε νοήματα, τη διαφορετική του «μηχανική», τον πολλαπλασιασμό των λειτουργιών του, την πύκνωση ή το άπλωμα των κινήσεων εντός του πυρήνα του), απλώς αντανακλά τη δική μας «διαφορά» σε σχέση με τον εαυτό μας. Όλες οι νέες εντυπώσεις που μας γεννά η εκ νέου συνάντηση με το έργο, υπήρχαν ήδη στο εσωτερικό του ως ενδεχόμενα. Η διαφορετική ερμηνεία που επιχειρούμε, βάσει των νέων εντυπώσεων (των καινούργιων συναισθηματικών ή πνευματικών κλονισμών), ήταν ήδη μια πιθανότητα, ένας δρόμος που χάραζε το έργο από το γεγονός της ύπαρξής του και μόνο. Αυτό που θα έπρεπε να μας ξαφνιάζει (και, πράγματι, σε συνθήκες απόλυτης διαύγειας αυτό είναι που συνειδητοποιούμε και σχεδόν τρομάζουμε) είναι το πόσο αλλάξαμε εμείς. Έχει κανείς την αίσθηση ότι ανάμεσα στο Cogito που συνάντησε το έργο πριν μερικά χρόνια και το Cogito που το συναντά τώρα, μεσολαβεί μια άβυσσος. Εν προκειμένω, στην περίπτωση ενός σπουδαίου βιβλίου, είναι σαν ο άνθρωπος που το διάβασε την πρώτη φορά να μην είναι ο ίδιος που το διαβάζει τώρα. Αυτή η υψηλή «φαινομενικότητα» που είναι το έργο (κατά την πλατωνική διάκριση ανάμεσα στο «φαινόμενο» και την «ουσία»), αποκαλύπτει τον ίδιο μας τον εαυτό ως φαινομενικότητα. Το υποκείμενο μοιάζει να χάνει τη συνέχειά του με αυτή τη διαπίστωση, διασπάται, κατακερματίζεται σε ένα σύνολο εντυπώσεων και συνειδησιακών καταστάσεων από τις οποίες λείπει η ενότητα. Μιλάμε από συνήθεια και εξαιτίας της γλωσσικής αδράνειας για τον «εαυτό» μας σαν να επρόκειτο για μια ενιαία ουσία, κάτι που αντιστέκεται στον νόμο του γίγνεσθαι που είναι η αλλαγή, η καταστροφή και η συνεχής δημιουργία νέων μορφών. Αλλά σε κάποιες προνομιακές στιγμές που μας ξυπνάνε απότομα από τον λήθαργο της συνήθειας, καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει εαυτός ούτε σταθερό και ακλόνητο «Εγώ» αλλά μια διαδοχή από διαφορετικά «Εγώ» που δεν μοιάζουν κατ’ ανάγκη μεταξύ τους. Πίσω από αυτό το πρόσωπο που συναντάμε κάθε πρωί στον καθρέφτη, φαινομενικά ίδιο κι απαράλλαχτο στον διάβα των ετών, κατοικούν αναρίθμητοι εαυτοί. 
Πριν μερικά χρόνια (έξι αν δεν κάνω λάθος) διάβασα το «Κιβώτιο» και συγκλονίστηκα από κάτι που στη συνέχεια ονόμασα «μετα-καφκικό συμβολισμό». Δηλαδή διάβασα το μέγιστο μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου σαν ένα «αλληγορικό» έργο, ένα έργο που άλλο λέει κι άλλο εννοεί, ένα έργο μεταφορών που παίζει με τα σημεία, τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα, ένα έργο εγκεφαλικό κατά βάση που πρέπει να αποκωδικοποιείς καθώς το διαβάζεις για να ξέρεις προς τα πού να κατευθυνθείς, περίπου όπως τα μηνύματα από το «Γενικό Αρχηγείο» τα οποία καλούνται να αποκωδικοποιούν συνέχεια τα μέλη της αποστολής «κιβώτιο» προκειμένου να μαθαίνουν τις οδηγίες για την πορεία που πρέπει να ακολουθήσουν. Τώρα μου κάνει τρομερά μεγάλη εντύπωση η προσέγγιση που είχα υιοθετήσει τότε. Το «Κιβώτιο» ΔΕΝ είναι ούτε «μετα-καφκικό», ούτε μπεκετικό μυθιστόρημα όπως είχα υποθέσει με στόμφο πριν έξι χρόνια. Ο Αλεξάνδρου παραπειστικά εισάγει μέσα στο υφάδι του έργου ορισμένα καφκικά στοιχεία (ο ανώνυμος «ανακριτής» που δεν απαντάει ποτέ, δεν εμφανίζεται, δεν σχολιάζει, το παράλογο μιας λεπτολόγου αναφοράς/ εξομολόγησης/ απολογίας που ο ήρωας νιώθει υποχρεωμένος να κάνει αν και δεν του έχει ζητηθεί ρητά από κανέναν, το ακόμα πιο παράλογο του εγκλεισμού στο κελί, ποινή για ένα έγκλημα που δεν παραδέχεται και δεν καταλαβαίνει -εν αρχή τουλάχιστον-, η ψυχραιμία μέσα στον εφιάλτη που άλλοτε κάνει την αφήγηση μακάβρια χιουμοριστική κι άλλοτε σπαρακτική) αλλά σε αντίθεση με τον συγγραφέα της «Δίκης» και του «Πύργου», βρίσκεται έξω από τον χώρο του Φανταστικού. Αναφέρει ονόματα, ημερομηνίες, περιστατικά βγαλμένα από την πραγματικότητα, το πεδίο του είναι η Ιστορία και το γεγονός, όχι ο μύθος. Επίσης, τα πρόσωπά του τα έχει πλάσει από τον πηλό του πραγματικού, ο ήρωάς του όχι μόνο έχει παρελθόν (σε αντίθεση με τους ήρωες του Κάφκα ή του Μπέκετ που κατοικούν σ’ ένα άχρονο τώρα σαν να ξεβράστηκαν σ’ αυτό, ναυαγοί στο ερημονήσι ενός αιώνιου, βασανιστικού παρόντος), αλλά μέσω των αναμνήσεων το κατοικεί, διαβιεί μέσα στις πιεστικές εικόνες της ιστορίας (ατομικής και συλλογικής) που εντός του κελιού ζωντανεύει και κατακυριεύει τις στιγμές του χωρίς να τον ρωτήσει. Το «Κιβώτιο» αποσπάται ματωμένο απ’ τα αχνισμένα σπλάχνα της ιστορικής πραγματικότητας όχι απ’ τον δροσερό αιθέρα της αλληγορικής φαντασίας. Το βασικό εδώ (και πολλοί θα συμφωνήσουν ότι αυτό είναι ούτως ή άλλως το μείζον στο μυθιστόρημα ως λογοτεχνικό είδος), είναι τα πρόσωπα. Σε αυτό τον τομέα ο Αλεξάνδρου δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τον Κάφκα και τη μυθιστορηματική του σχολή, τους επιγόνους του. Ο Κάφκα δεν γράφει πρόσωπα, γράφει σύμβολα. Ακόμα κι όταν μας προκαλούν συναισθήματα τα πρόσωπα του Κάφκα, ως σύμβολα μας τα προκαλούν, κάπως γενικά, κάπως αόριστα, σαν τα συναισθήματα που βρίσκουμε στα όνειρα, συναισθήματα παιδικά, όχι εντελώς πραγματικά, όχι εντελώς δικά μας. Πώς μπορείς να συναισθανθείς το δράμα ενός ανθρώπου που έχει μετατραπεί σε έντομο εντελώς ξαφνικά και χωρίς καμιά προφανή αιτία; Όταν το μαρτύριό του δεν σου προκαλεί αβίαστα γέλιο (όπως πολλές φορές συμβαίνει με τα παθήματα του Σάμσα), τον λυπάσαι στον χώρο της φαντασίας, αφηρημένα, φιλοσοφικά. Τα συναισθήματα στον Κάφκα είναι κι αυτά εγκεφαλικά. Τίποτα τέτοιο στο «Κιβώτιο». Τι το «μεταφορικό» ή στοχαστικά αποστασιοποιημένο υπάρχει στο φτωχικό διαμέρισμα του Αλέκου, στις κονσέρβες που απέκτησε πουλώντας το χαλάκι με τη ζωγραφιά και που δύο εξ αυτών θέλει να δώσει η μητέρα του στον κεντρικό ήρωα ως ένδειξη ευγνωμοσύνης; Τι πιο συγκλονιστικό συναισθηματικά, τι πιο σπαρακτικό από την περιγραφή αυτής της σκηνής με τη γυναίκα που δεν ξέρει πώς να δώσει τις κονσέρβες στον φίλο του γιου της (σαν να κρατούσε μια λέξη και να μην ήξερε πώς να μου τη δώσει, θα πει ο αφηγητής); Υπάρχουν πολλές τέτοιες συγκλονιστικές στιγμές στο «Κιβώτιο» που καταδεικνύουν με τον σαφέστερο τρόπο ότι βρισκόμαστε πολύ μακριά από τον ψυχρό ευρωπαϊκό αέρα των μεταφορών, των συμβόλων, της μεταφυσικής φάρσας και των σημειολογικών μαιάνδρων ενός Κάφκα ή ενός Μπέκετ. Αναφέρω ενδεικτικά:
Ο Νικήτας που δεν ζητάει να καπνίσει ένα τσιγάρο, ως τελευταία επιθυμία λίγο πριν τον εκτελέσουν οι δικοί του, αλλά να του φέρουν το παράσημό του να το καρφιτσώσει στο πουκάμισο.
Ο επιλοχίας Αρίσταρχος που βγάζει το πουκάμισό του λίγο πριν την εκτέλεση και το πετάει λέγοντας: «Μπορεί να σας χρειαστεί, είναι σχεδόν καινούργιο».
Ο αφηγητής που στοχεύει το λουκέτο της δίφυλλης πόρτας μπροστά στην οποία στέκονται οι καταδικασμένοι σε θάνατο για να μην πυροβολήσει τον Νικήτα, παρά το γεγονός ότι ξέρει πως θα τον σκοτώσουν οι σφαίρες των άλλων.
Ο τρόπος που πέφτει ο Νικήτας, μετά τους πυροβολισμούς, σαν να λύθηκαν όλα τα νεύρα που τον κρατούσαν όρθιο.
Η απόφαση για την εκτέλεση του Ταγματάρχη, αφού έχει σηκώσει το καμτσίκι για να μαστιγώσει τους φαντάρους που αργούν να στρώσουν τον δρόμο με σανίδες για να περάσει το κάρο. Η κουβέντα, «Τι περιμένετε; Σκάφτε τον τάφο μου», όταν έχει βγει η ομόφωνη καταδικαστική απόφαση.
Ο Χριστόφορος, αφού τον έχουν διαγράψει από την Οργάνωση ως «γκεσταπίτη», απομονωμένος και με το στίγμα του προδότη, ντυμένος με στολή Γερμανού αξιωματικού, βοηθάει τον αφηγητή να δραπετεύσει και στη συνέχεια γαζώνει με το πολυβόλο τη Γερμανική περίπολο και πέφτει νεκρός από τις σφαίρες τους.
Ο αφηγητής, μαζί με τον Αλέκο και τον Χριστόφορο στη βάρκα, καθώς τραγουδάνε τη διεθνή, άλλος στα ιταλικά, άλλος στα γαλλικά κι άλλος στα γερμανικά. 
Ο φαντάρος που μπαίνει να σώσει το γατάκι από το -ετοιμόρροπο μετά τον βομβαρδισμό μπακάλικο- και καθώς το βγάζει έξω και το αφήνει σώο από τα χέρια του, πέφτει το μεγάλο μάρμαρο του μπαλκονιού και τον αφήνει στον τόπο.
Ο Σοφοκλής που γδέρνει το πόδι του βγαίνοντας από τη λίμνη, τουμπανιάζει το πόδι του αλλά προσποιείται ότι μπορεί να κινηθεί κανονικά, πιο γρήγορα και από τους άλλους, για να μην πάρει το κυάνιο. Ύστερα από λίγο, που ο αφηγητής τον βλέπει εκεί που προπορευόταν, να κινείται προς τα πίσω, να πλησιάζει προς το μέρος του ανάποδα και αφού τον έχει περάσει ακούει τον πυροβολισμό και νομίζει ότι έχει ρίξει στον ταγματάρχη, μόνο για να διαπιστώσει ότι ο Σοφοκλής αυτοπυροβολήθηκε στα πνευμόνια (ο τρόπος που χτίζει, σιγά σιγά, αυτή τη σκηνή ο Αλεξάνδρου είναι συγκλονιστικός -ξέρεις ότι ο Σοφοκλής δεν θα αντέξει να συνεχίσει αλλά ελπίζεις, εύχεσαι, παρακαλάς να τα καταφέρει μέχρι τη στιγμή που αρχίζει να βραδυπορεί, να κινείται προς τα πίσω, σαν να διασχίζει ανάποδα τον χρόνο προς το σημείο που έπρεπε κανονικά να πεθάνει). 
Ο φύλακας του μουσείου που σκαρφαλώνει στην κορυφή του δωρικού στύλου για να κάνει τον παρατηρητή και ξεψυχά μόλις έχει φτάσει στην κορυφή.
Το «Κιβώτιο» είναι πριν και πάνω απ’ όλα ένα πελώριο μυθιστόρημα προσώπων και πράξεων, μεγάλων σκηνών, χειρονομιών και γεγονότων. Αυτά που έχει να πει, τα λέει μέσα από αυτά τα φοβερά και τρομερά πρόσωπα (μεγάλα ως τον ηρωισμό και την αγιότητα, ως το έγκλημα και την ιεροσυλία, ως την αυτοθυσία και ως τον φόνο), μέσα από τις καταστάσεις όπου βρίσκονται εγκλωβισμένα όχι ως θύματα κάποιας αδιάφορης μοίρας αλλά ως ελεύθερα υποκείμενα -πάντα ελεύθεροι ακόμα κι όταν είμαστε απόλυτα καθορισμένοι, αλλιώς δεν έχει κανένα νόημα η ηθική, όποια ηθική κι αν διαλέγουμε, σ’ αυτό θα συμφωνώ αιώνια με τον Σαρτρ- μέσα από τις πράξεις που εκπηγάζουν από αυτά τα πρόσωπα, τα υπεράνθρωπα κι όμως τόσο ανθρώπινα, τα ανοίκεια και παράλληλα τόσο οικεία κι αναγνωρίσιμα. Κι ο Κάφκα, βέβαια, μέσα από τις πράξεις και τα πρόσωπα θέτει σε λειτουργία τον δαιδαλώδη κινητήρα των λογοτεχνικών του μηχανών αλλά ποτέ με καύσιμο το συναίσθημα. Γι’ αυτό η μόνη συγκίνηση που αντλούμε απ’ τα αριστουργήματα του μεγάλου Τσέχου είναι η εγκεφαλική. Ο Αλεξάνδρου χρησιμοποιεί καφκικούς τροπισμούς μόνο σε επίπεδο φόρμας, στην ουσία του «Κιβωτίου» υπάρχει πολύ περισσότερος Ντοστογιέφσκι (ο κατ’ εξοχήν συγγραφέας μεγάλων προσώπων και ιλιγγιωδών πράξεων). Κι αν το μυθιστόρημα χτίζεται πάνω σε μεγάλα σύμβολα που όχι απλώς επιτρέπουν αλλά επιτάσσουν φιλοσοφικές/ψυχαναλυτικές ερμηνείες (στο προ εξαετίας γραμμένο κείμενό μου για το βιβλίο, εγκλωβισμένος στη θεωρία περί μετα-καφκικού μυθιστορήματος έγραφα τα εξής: Αν ο «Πύργος» διακωμωδεί σκληρά την σιγουριά μας στην υιοθέτηση μιας ιδιότητας, η «Δίκη» τον τρόπο που διεκδικούμε το αναφαίρετο δικαίωμα μας στην ελευθερία και την αθωώτητα, τότε το «Κιβώτιο» -κι ο Αλεξάνδρου σαν άξιος επίγονος του Κάφκα- χλευάζει τόσο τα προηγούμενα, όσο και την ματαιοδοξία του συγγραφέα (την τόσο ιδεαλιστική τελικά) που «μάχεται» κλεισμένος στο κελί του, με τις αναμνήσεις, τους στοχασμούς, τις πεποιθήσεις του, πασχίζοντας να διασώσει απ' το χάος μια κάποια ευκρινή εικόνα του «τι συνέβη». Δίνει λόγο απέναντι στον προσωπικό του ανακριτή: στη συνείδηση του, στους Άλλους, στον Κόσμο, την Ιστορία ή απλά την μεγάλη ιδέα που έχει για τον εαυτό του. Στη θέση του ανώνυμου αφηγητή του «Κιβωτίου» οφείλουμε να τοποθετήσουμε τον Άνθρωπο (όλοι κουβαλάμε το «κιβώτιό» μας από ένα σημείο Χ -τη γέννηση- μέχρι ένα σημείο Ψ -τον θάνατο-) και τον Συγγραφέα. Τις δύο όψεις της συλλογικής Μνήμης, μέσα στην έρημο του Χρόνου. Μια φρικτή ματαιοπονία, τελικά, το να διασώσουμε την εμπειρία μας απ' τα σαγόνια της λήθης, που σταθερά κερδίζει έδαφος.), αν ο υπερρεαλισμός ορισμένων αισθητικών του αρμών και το σημειολογικό εύρος των μεταφορών του το κατατάσσουν αναπόφευκτα στο μεγάλο ρεύμα του λογοτεχνικού μοντερνισμού, ο ρεαλισμός κι η συναισθηματική του δύναμη είναι που το απογειώνουν στις περιοχές της αθανασίας και το κάνουν κλασσικό.




Δεν υπάρχουν σχόλια: