Τρίτη 23 Απριλίου 2019

«Η θαυμαστή (θαυμάσια)* ζωή των αναστάντων (αναστημένων)» διήγημα του Λεονίντ Αντρέγιεφ (1871-1919) (από την «Ανθολογία Ρωσικών Πασχαλινών Διηγημάτων», μτφ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, εκδ. Επίκεντρο, 2017)

...............................................................









  





Λεονίντ Αντρέγιεφ (1871 - 1919)











·       «Η θαυμαστή (θαυμάσια)* ζωή των αναστάντων (αναστημένων)»


διήγημα του Λεονίντ Αντρέγιεφ (1871-1919) (από την «Ανθολογία Ρωσικών Πασχαλινών Διηγημάτων», μτφ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, εκδ. Επίκεντρο, 2017)


   Σας έχει τύχει να κάνετε βόλτα σε νεκροταφείο;

  Αυτές οι περιφραγμένες, ήρεμες και πυκνοφυτεμένες με χυμώδη φυτά γωνιές, οι τόσο μικρές και τόσο ξεχασμένες, έχουν τη δική τους ιδιόμορφη και ανατριχιαστική ποίηση.

   Από μέρα σε μέρα φέρνουν σ’ αυτές νέους νεκρούς και ήδη πλέον μια ολόκληρη ζωντανή, τεράστια και θορυβώδης πόλη έχει μεταφερθεί εκεί και ήδη μια καινούργια περιμένει τη σειρά της, - και στέκονται αυτές, μικρές, ήρεμες και ανατριχιαστικές. Η ατμόσφαιρά τους είναι ιδιόμορφη, ιδιόμορφη και η ησυχία τους, διαφορετικό είναι εκεί το θρόισμα των φυλλωμάτων των δέντρων, είναι ελεγειακό, σκεπτικό, τρυφερό. Κοντολογίς, δεν μπορούν να ξεχάσουν αυτές οι λευκές σημύδες όλα εκείνα τα δακρυσμένα μάτια, τα οποία αναζητούν τον ουρανό ανάμεσα στα καταπράσινα κλαδιά τους και, θαρρείς δεν είναι ο αγέρας, μα οι βαθιοί αναστεναγμοί που συνεχίζουν να κουνούν το φρέσκο χορτάρι και να δονούν την ατμόσφαιρα.

   Ήρεμα, σκεπτικά περιφέρεστε κι εσείς το νεκροταφείο. Το αυτί σας αντιλαμβάνεται τους ήρεμους αντίλαλους των βαθιών αναστεναγμών και των δακρύων, ενώ το βλέμμα σταματάει στα πλούσια μνημεία, τους σεμνούς ξύλινους σταυρούς και τα βουβά μνήματα των αγνώστων, που κρύβουν μέσα τους ανθρώπους, οι οποίοι βωβοί υπήρξαν σε όλη τους τη ζωή, άγνωστοι και άσημοι. Και διαβάζετε τις επιγραφές στα ταφικά μνημεία και πετάγονται μέσα από τη φαντασία σας όλοι αυτοί οι εξαφανισμένοι από τον κόσμο άνθρωποι. Τους βλέπετε νέους, να γελούν, ερωτευμένοι· τους βλέπετε γερούς, ομιλητικούς, αλαζονικά να θεωρούν ότι η ζωή είναι άπειρη (παντοτινή).

   Μα έχουν πεθάνει αυτοί οι άνθρωποι.

   Πρέπει, όμως, να βγαίνουμε από το σπίτι, για να επισκεπτόμαστε το νεκροταφείο; Μήπως δεν αρκεί γι’ αυτό το σκοτάδι της νύχτας που μας κυριεύει και καταβροχθίζει όλους τους ήχους της ημέρας;

   Τόσα ταφικά μνημεία, πλούσια και μεγαλοπρεπή! Τόσα βωβά, άγνωστα μνημεία!

   Μα μήπως μας χρειάζεται η νύχτα για να επισκεφτούμε το νεκροταφείο; Μήπως δεν αρκεί η ημέρα, μια ανήσυχη, θορυβώδης, ημέρα, η οποία κυριαρχείται από την κακία της;

   Ρίξτε μια ματιά στην ψυχή σας και είτε είναι μέρα είτε νύχτα θα βρείτε εκεί μέσα το νεκροταφείο. Μικρό, ανατριχιαστικό, μα που έχει τόσα πολλά καταβροχθίσει. Θα ακούσετε και εκείνον τον ήρεμο μελαγχολικό ψίθυρο, που είναι ο απόηχος των παλιών, βαθιών αναστεναγμών, όταν ο αγαπημένος ήταν πλέον νεκρός και τον κατέβαζαν μέσα στον τάφο, ενώ εσείς δεν είχατε προλάβει να πάψετε να τον αγαπάτε (ούτε) και να ξεχάσετε· θα δείτε και τα ταφικά μνημεία και τις επιγραφές, οι οποίες είναι μισοσβησμένες από τα δάκρυα, τα ήρεμα, εγκαταλελειμμένα μνήματα που είναι μικροί,  βλοσυροί λοφίσκοι, κάτω από τους οποίους είναι κρυμμένο εκείνο που ήταν ζωντανό, παρόλο που δεν το γνωρίζατε εν ζωή και δεν είχατε προσέξει το θάνατό του. Ίσως, αυτό να είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει στην ψυχή σας…

   Μα γιατί μιλάω ;… ρίξτε μια ματιά. Έτσι δεν κοιτούσατε στο νεκροταφείο σας κάθε ημέρα, όλες τις ημέρες του μακρού, δύσκολου έτους; Μήπως μόλις χθες εσείς δεν θυμόσασταν όλους τους προσφιλείς μακαρίτες και κλαίγατε γι’ αυτούς ;… μήπως μόλις χθες θάψατε κάποιον, ο οποίος επί μακρόν ήταν βαριά άρρωστος και είχε λησμονηθεί ενώ ήταν ακόμη ζωντανός ;…  

   Να, κάτω από το βαρύ μάρμαρο, που περιβάλλεται από μαντεμένιο κάγκελο, αναπαύεται η αγάπη προς τους ανθρώπους και η αδελφή της, η πίστη σ’ αυτούς. Πόσο όμορφες και αξιοθαύμαστα καλές ήταν αυτές οι αδελφές! Πόσο έντονο ήταν το φως που έλαμπε στα μάτια τους, πόσο αξιοθαύμαστη δύναμη (θέληση) είχαν τα τρυφερά, λευκά τους χέρια!

   Με πόση τρυφερότητα έφεραν τα λευκά αυτά χέρια το δροσερό νερό στα φλογισμένα από τη δίψα χείλη και τάισαν τους πεινασμένους· με πόση γλυκιά προσοχή άγγιξαν τις πληγές του ασθενούς (αρρώστου) και τις ίαναν (γιάτρεψαν)!

   Μα πέθαναν αυτές, οι αδελφές, από το κρύο πέθαναν αυτές, όπως αναφέρεται (είναι γραμμένο) στο μνημείο. Δεν άντεξαν  τον παγωμένο αέρα, που περιέβαλλε τη ζωή τους.

   Να, λίγο πιο πέρα ένας σκεβρωμένος σταυρός στο μέρος, όπου έχει θαφτεί στη γη ένα ταλέντο. Πόσο γερός, θορυβώδης και χαρούμενος ήταν· πιάνονταν απ’ όλα, ήθελε να τα κάνει όλα, πίστευε πως θα κατακτήσει τον κόσμο.

   Και πέθανε, πέθανε ήρεμα, χωρίς να το πάρει είδηση κανείς. Πήγε μια φορά ένα ταξίδι, είχε χαθεί για καιρό, μα γύρισε τσακισμένος και μελαγχολικός. Για καιρό πολύ έκλαιγε, προσπαθούσε να πει κάτι, μα χωρίς να το πει τελικά, πέθανε.

   Να μια μακριά σειρά λοφίσκων. Ποιος είναι εκεί;

   Αχ, ναι! Είναι τα παιδιά. Μικρά, ζωηρά: παιχνιδιάρικες ελπίδες. Ήταν τόσο πολλά και ένιωθες την ψυχή σου τόσο χαρούμενη και γεμάτη – μα η μία ελπίδα μετά την άλλη πέθαιναν.

   Πόσα πολλά ήταν, πόσο χαρούμενα ένιωθες μαζί τους! Ήρεμα στο νεκροταφείο και μελαγχολικά θροΐζουν τα φυλλώματα της σημύδας.

   Ας αναστηθούν οι νεκροί! Ανοίξτε, σκυθρωπά μνήματα, καταστραφείτε μνήματα βαριά και πέσετε ω σιδερένια κάγκελα!

   Για μια μέρα έστω, για μια στιγμή ελευθερώστε εκείνους που τώρα πνίγετε με το βάρος και το σκοτάδι σας!

   Νομίζετε πως πέθαναν; Ω, όχι, ζωντανοί είναι. Σιωπούσαν, μα είναι ζωντανοί.

   Ζωντανοί!

   Αφήστε τους να δουν τη λάμψη του γαλανού ανέφελου ουρανού, να αναπνεύσουν τον καθαρό αγέρα της άνοιξης να χορτάσουν ζεστασιά και αγάπη.

   Έλα σ’ εμένα, ταλέντο που αποκοιμήθηκες. Γιατί σκουπίζεις τόσο αστεία τα μάτια σου – σε τύφλωσε ο ήλιος; Αλήθεια, δεν λάμπει πολύ; Γελάς; Αχ, γελάς, γελάς, πόσο λίγο γελούν οι άνθρωποι. Θα γελάσω μαζί σου. Να μια πεταλούδα πετάει, ας πετάξουμε μαζί της! Έχεις βαρύνει μέσα στον τάφο; Ποιος είναι τούτος ο τρόμος που βλέπω στα μάτια σου, μήπως είναι η αντανάκλαση του σκοταδιού του τάφου; Όχι, όχι, δεν κάνει. Μην κλαις. Μην κλαις σου λέω!

   Είναι τόσο όμορφη η ζωή των αναστάντων (αναστημένων)!

   Κι εσείς, μικρές μου ελπίδες! Τι γλυκά και αστεία που είναι τα προσωπάκια σας. Ποιος είσαι εσύ αστείο, χοντρό παιδάκι; Δεν σε αναγνωρίζω. Γιατί γελάς; Μήπως ο τάφος, σε τρόμαξε ο τάφος; Κάντε ησυχία παιδιά μου, ησυχάστε. Γιατί την πειράζεις, δε βλέπεις πως είναι μικρούλα, χλωμή κι αδύναμη; Να είστε φρόνιμα και μη με ζαλίζετε. Μήπως δε ξέρετε ότι κι εγώ στον τάφο ήμουν και τώρα ζαλίζομαι από τον ήλιο, τον αγέρα, τη χαρά ;

   Ήρθατε κι εσείς, μεγαλοπρεπείς, πανέμορφες αδελφές. Ελάτε να φιλήσω τα λευκά, τρυφερά σας χέρια. Τι βλέπω; Φέρνετε ψωμί; Εσάς, τις τρυφερές, θηλυκές και αδύναμες δεν τρόμαξε το σκοτάδι του τάφου σας και εκεί, κάτω από αυτό τον τεράστιο όγκο, σκεφτήκατε να φέρετε ψωμί για τους πεινασμένους; Αφήστε με να φιλήσω τα πόδια σας. Ξέρω πού θα σας πάνε τώρα, τα ανάλαφρα, γοργά σας ποδαράκια, και ξέρω ότι εκεί που θα πάτε, λουλούδια ανθίζουν όμορφα και ευωδιαστά λουλούδια. Θα με πάρετε μαζί σας; Πάμε.

   Εδώ, αναστημένο μου ταλέντο, τι χαζεύεις εκεί ψηλά στα σύννεφα που τρέχουν; Εδώ μικρές, παιχνιδιάρικες ελπίδες μου.

   Σταθείτε!...

  Ακούω μουσική. Μη φωνάζεις τόσο πολύ παιδάκι! Από πού ακούγονται αυτοί οι πανέμορφοι ήχοι; Ήρεμοι, ρυθμικοί, απίστευτα χαρούμενοι και μελαγχολικοί. Ω, μιλούν για την αιώνια ζωή…

   …Όχι, μη φοβάστε. Θα περάσει αμέσως. Από χαρά κλαίω ξέρετε!

   Αχ, πόσο όμορφη είναι η ζωή των αναστάντων (αναστημένων)!




*Σημείωση: Όπου οι παρενθέσεις είναι «διορθωτικές παρεμβάσεις» δικές μου. Να με συγχωρήσει ο μεταφραστής κ.Δ.Β.Τριανταφυλλίδης, αλλά έγιναν για την προφορικότητα της, κατά τα άλλα, εξαιρετικής εργασίαςτου…

Δεν υπάρχουν σχόλια: