Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

"Ο μάγος και η γλώσσα του" έγραψε ο Μιχάλης Τσιντσίνης ("Καθημερινή", 20.9.2026)

 .............................................................


               Ο μάγος και η γλώσσα του



έγραψε ο Μιχάλης Τσιντσίνης ("Καθημερινή", 20.9.2026)


Δεν είναι αυτή η πατρίδα του. Την πατρίδα την άφησε το 1933 και την ξαναβρίσκει το 1949 καθημαγμένη. Κατεστραμμένη από τον πόλεμο που η ίδια προκάλεσε και ηθικά καταρρακωμένη από την παράδοσή της στη ναζιστική παραφορά. Ο Τόμας Μαν, όπως τον δείχνει ο Πάβελ Παβλικόφσκι στο «Vaterland», επιστρέφει σε έναν τόπο ξένο. Το βλέμμα του, καθώς κοιτάει τα συντρίμμια των γερμανικών πόλεων μέσα από μια μαύρη Μπιούικ, δεν δείχνει ούτε έκπληξη ούτε περιέργεια. Μόνο μια βουβή, νηφάλια απογοήτευση για αυτό που είχε απομείνει ως Γερμανία.

Η ομιλία που έδωσε τότε ο Μαν, πρώτα στη Δύση και μετά στην Ανατολή, για τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Γκαίτε, δεν ακούγεται παρά ελάχιστα στην ταινία. Βλέπουμε τον συγγραφέα να παλεύει με το κείμενο. Να ψάχνει τις φράσεις που θα απευθύνει στο αμφίθυμο ακροατήριο των συμπατριωτών του, που τον κοιτάνε με θαυμασμό, αλλά και ίση καχυποψία. Πού ήσουν, τον ρωτούν. Μήπως η φυγή σου μαρτυράει «ελλιπή αλληλεγγύη» προς τον λαό που καταστράφηκε, όσο εσύ ασφαλιζόσουν στο πνευματικό καταφύγιο της Αμερικής; Με ποιον είσαι τώρα; Με τη μία ή με την άλλη Γερμανία; Με τον Μίκυ Μάους ή με τον Στάλιν;


Ο Μαν του Παβλικόφσκι αναμετριέται με αυτά τα ερωτήματα συζητώντας με την κόρη του. Πού είναι τώρα το σπίτι μας, αναρωτιέται. Είχε όμως αποπειραθεί να απαντήσει και δημοσίως, από το βήμα των τελετών που είχαν οργανωθεί προς τιμήν του.

«Ερείπια με περιβάλλουν», έλεγε ο πραγματικός Μαν στην ομιλία του στη Φρανκφούρτη. «Ερείπια που άφησε πίσω χειροπιαστά η εθνική καταστροφή. Και βρίσκω τη χώρα σκισμένη στα δύο, χωρισμένη σε ζώνες των νικητριών δυνάμεων».

Η χώρα δεν είχε τεμαχιστεί μόνον εδαφικά. Είχε σκορπίσει και η ψυχή της. Ο κόσμος, που αναπαριστά το φιλμ, είναι σπασμένος σε θραύσματα. Το νόημα που τον συνείχε –ο πολιτισμός του– έχει εξαρθρωθεί και τη θέση του διεκδικούν νέες «άθραυστες» βεβαιότητες, όπως εμφανίζονται στα γύψινα πρόσωπα των γραφειοκρατών του Υπαρκτού.

Η σκισμένη χώρα ζητάει από τον εθνικό συγγραφέα της να διαλέξει. Με ποια «ζώνη» συντάσσεται; Πού ανήκει; Στην ταινία ο Μαν αντιδρά με μια «υπεράνω» αθυμία. Σαν να μην πατάει στη ραγισμένη γη. Σαν να είναι η Μπιούικ που τον μεταφέρει μια αλεξίσφαιρη κάψουλα, μέσα στην οποία ο ίδιος μπορεί να διατηρεί την πνευματική του ανωτερότητα. Του το πετάει στα μούτρα και η κόρη του, Ερικα. Εχεις χτίσει, του λέει, ένα φρούριο από λέξεις και έχεις κλειστεί μέσα.

Οι λέξεις του δεν έσωσαν τη μήτρα τους. Τα γερμανικά του Μαν δεν έσωσαν τη Γερμανία. Ο πραγματικός Μαν είχε αναμετρηθεί κατακούτελα και με αυτή την αποτυχία. Είχε το θράσος να πει στην ομιλία του: «Ποιος θα εγγυηθεί και θα παραστήσει την ενότητα της Γερμανίας, αν όχι ένας ανεξάρτητος συγγραφέας που η αληθινή του πατρίδα είναι η γερμανική γλώσσα, η ελεύθερη και η απάτητη από κατακτητές;». Τη γλώσσα αυτή την είχε πάρει μαζί του και στην εξορία. Την έφερε, είπε, σαν την «αληθινή και αναφαίρετη πατρίδα του», από την οποία κανένας δεν μπορούσε να τον διώξει. Εκεί, στον ξένο τόπο, δούλευε τη γλώσσα «πατώντας όλα τα πλήκτρα του θεσπέσιου οργάνου της», σε μια προσπάθεια να «ξανακατακτήσει όλες τις δυνατότητές της».

Η Ερικα μοιάζει, τελικά, να έχει δίκιο. Ο άνθρωπος που λατρεύει έτσι τον λόγο απομακρύνεται από τον κόσμο. Δεν τον βιώνει. Τον αντιμετωπίζει ως αντικείμενο αισθητικής παρατήρησης και καλλιτεχνικής ανάπλασης. Δεν συνδέεται ούτε με το συλλογικό ούτε με το οικογενειακό του δράμα. Ο γιος του αυτοκτονεί. Κι εκείνος βρίσκει να πει ότι ο αυτόχειρ ήταν πάντα ένα κακομαθημένο παιδί.

Ο γηραιός τιτάνας των γραμμάτων, που αποκοιμιέται μέσα στην Μπιούικ, είναι ένας άνθρωπος περιττός. Καθόλου χρήσιμος πολιτικά. Καθόλου πρόθυμος να σώσει τους νέους κρατούμενους του Μπούχενβαλντ, που το νέο καθεστώς μαντρώνει εκεί όχι πλέον για το «αίμα», αλλά για το φρόνημά τους. Ο μεγάλος Μαν ζει, αλλά είναι απολιθωμένος στο βάθρο του, σαν τα κουτσουλισμένα αγάλματα ανάμεσα στα οποία η Ερικα περιφέρεται για να βρει την ησυχία της από τον θόρυβο της κομμουνιστικής προπαγάνδας.


Ο μάγος του λόγου (η ίδια του η οικογένεια τον φώναζε περιπαικτικά «Zauberer») είναι άσφαιρος. Η περιπλάνησή του τελειώνει στη σιωπή. Μέσα στο ανοιχτό κέλυφος ενός βομβαρδισμένου σπιτιού, παίζει ένα όργανο – ένα κανονικό, εκκλησιαστικό όργανο, όχι το «όργανο» της γλώσσας του μάγου. Παίζει Μπαχ. Και φαίνεται σαν αυτή η μουσική να έχει επωαστεί μέσα στο ερείπιο. Σαν να γεννήθηκε για πρώτη φορά εκεί, στο πέρας του λόγου, για να τελειώσει και να μην ξανακουστεί.

"Here's That Rainy Day" - Wes Montgomery Live London 1965 (youtube,28.11.2013)

...............................................................


"Here's That Rainy Day" - Wes Montgomery - Live London 1965

Stan Tracey (piano) Wes Montgomery (guitar) Rick Laird (bass) Jackie Dougan (drums) Television broadcast, "Tempo", ABC TV, London, England, May 7, 19652

(youtube,28.11.2013) 


"ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ" ποίημα από τη συλλογή του ποιητή Θωμά Γκόρπα "Στάσεις στο μέλλον" (εκδ."Εγνατία", 1979) και τον "Χαρτοκόπτη" του ποιητή και φίλου στο fb Γιώργου Χ. Θεοχάρη (facebook, 20.9.2026)

 ..............................................................



          Θωμάς Γκόρπας (1935 - 2003)


"ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ"


Στις εννιά το βράδι
ο νεαρός
με το μπλε κουστούμι
και την κόκκινη γραβάτα του σαββατοκύριακου
έβαλε χέρι
στα πισινά του δουλικού που θαύμαζε τη βιτρίνα
με το γιαούρτι του σπιτιού στα δυο του χέρια.
Τα μάτια του δουλικού δυο
ματωμέν' αστέρια.
Η καρδιά του
κύλησε
στο πεζοδρόμιο.

Δε φώναξε
-Βοήθειααα...
Δεν παρακάλεσε για τίποτε.
Ήξερε
Για τούτο έφυγε με το γιαούρτι του σπιτιού στα δυο του χέρια.
Και μεις βαλθήκαμε να ψάχνουμε για την τιμή μας
που κύλησε
κατά λάθος
στο ρείθρο...

Από τη συλλογή του ποιητή Θωμά Γκόρπα "Στάσεις στο μέλλον" (εκδ."Εγνατία", 1979) και τον "Χαρτοκόπτη" του ποιητή και φίλου στο fb Γιώργου Χ. Θεοχάρη (facebook, 20.9.2026)

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

"Οι κρυφές αλήθειες των χαρτών" έγραψε ο Μανώλης Πιμπλής ("Εφημερίδα των Συντακτών", 14.9.2026)

 .............................................................



Οι κρυφές αλήθειες των χαρτών


Η «ιδεολογία» των χαρτών άρχισε να αποτελεί τα τελευταία χρόνια αντικείμενο συζήτησης




έγραψε ο Μανώλης Πιμπλής ("Εφημερίδα των Συντακτών", 14.9.2026)

Πριν από πολλά χρόνια σε μια συνέντευξη που έπαιρνα από τον ελληνικής καταγωγής συγγραφέα, παραγωγό και σεναριογράφο Τζορτζ Πελεκάνο, του οποίου οι αστυνομικές ιστορίες διαδραματίζονται στην Ουάσινγκτον με πρωταγωνιστή τον Ελληνοαμερικανό ντετέκτιβ Νικ Στέφανος, είχα υποβάλει μια ερώτηση για το τι πιστεύει για την κατάσταση στη στοιχειώδη και τη μέση εκπαίδευση στις ΗΠΑ. Μου απάντησε αφοπλιστικά ότι στις ΗΠΑ μορφωμένος πρέπει να θεωρείται όποιος μπορεί να βρει την πόλη όπου γεννήθηκε στον χάρτη!

Αν ο Τραμπ είναι προϊόν μιας τέτοιας κουλτούρας, δεν θα πρέπει να προκαλούν εντύπωση οι ειρωνείες ευρωπαϊκών μέσων με αφορμή το ψήφισμα στον ΟΗΕ «Correct the Map» που ψήφισαν 164 χώρες και μόνο οι ΗΠΑ καταψήφισαν. Σχολιάστηκε σκωπτικά ότι τώρα που η Γριλανδία δεν θα φαίνεται πια στους χάρτες τόσο μεγάλη όσο η Αφρική, μπορεί να πάψει να τον ενδιαφέρει!

Γιατί πράγματι στους τωρινούς χάρτες με το σύστημα προβολής Mercator, που επινοήθηκε το 16ο αι. για να διευκολύνει τη ναυσιπλοΐα αλλά διατηρήθηκε μέχρι σήμερα, το βόρειο ημισφαίριο φαίνεται πολύ μεγαλύτερο από το νότιο, ιδίως από τις χώρες που βρίσκονται στη ζώνη του Ισημερινού. Η Γριλανδία αποτυπώνεται σε μέγεθος Αφρικής, ενώ στην πραγματικότητα είναι 14 φορές μικρότερη!

Η Αφρική, δεύτερη ήπειρος σε έκταση στη Γη, ένα είδος κοιμώμενου γίγαντα και αυτή, όπως λέγαμε άλλοτε για την Κίνα και γενικότερα την ανατολική Ασία, αφυπνίζεται σταδιακά. Με πρωτοβουλία δικών της χωρών -με επικεφαλής το Τόγκο- προωθήθηκε το ψήφισμα με το οποίο αναγνωρίζεται και ενθαρρύνεται η προβολή «Equal Earth», χωρίς να αποσύρεται από την κυκλοφορία η προβολή Mercator, αφήνοντας στη διακριτική ευχέρεια κάθε χώρας το ποια από τις δύο θα επιλέγει. Πλην της Αφρικής, που είναι ο κύριος θιγόμενος της προβολής Mercator, από την αλλαγή επωφελείται και η Νότια Αμερική που, ενώ είναι μόλις κατά ένα τέταρτο μικρότερη σε έκταση από τη βόρεια, δείχνει στους χάρτες αισθητά μικρότερη από αυτή την αναλογία.

Η Ευρώπη βέβαια μικραίνει, όπως όλο το βόρειο ημισφαίριο, αυτό όμως δεν εμποδίζει πολλές χώρες της να δηλώνουν -προς τιμήν τους- ότι θα υιοθετήσουν άμεσα τη νέα προβολή. Οι καιροί έχουν αλλάξει.

Η «ιδεολογία» των χαρτών άρχισε να αποτελεί τα τελευταία χρόνια αντικείμενο συζήτησης. Οι χάρτες είναι και αυτοί μια γλώσσα. Και όπως στην καθημερινή γλώσσα το να υπάρχουν λέξεις μειωτικές και υβριστικές για γυναίκες που έχουν μια όχι μονογαμική ερωτική ζωή, ενώ δεν υπάρχουν αντίστοιχες για τους άντρες, καθορίζει σχέσεις κυριαρχίας, το ποιος έχει δηλαδή ποια δικαιώματα, έτσι συμβαίνει και με τους χάρτες. Το ποιος είναι στο πάνω μέρος του χάρτη (θα μπορούσε ως γνωστόν ο χάρτης να είναι και ανάποδος, αφού η Γη είναι μια σφαίρα σε ένα Σύμπαν χωρίς πάνω και κάτω) και το ποιος δείχνει στον χάρτη μεγαλύτερος αποτελούν στοιχεία αναπαραγωγής σχέσεων κυριαρχίας χωρών και φυλών. Το πρόβλημα είναι αν οι πρώην κυρίαρχοι, όποιοι κι αν είναι, μπορούν να αντιμετωπίσουν ψύχραιμα την αλήθεια…

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

«Η χαζή γυναίκα» διήγημα από τη συλλογή διηγημάτων του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) «Η χαζή γυναίκα και άλλες ιστορίες» (μτφ. Νάντια Βαλαβάνη, εκδ. Καστανιώτης, 1997)

 ...............................................................






         Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956)


·       «Η χαζή γυναίκα» διήγημα από τη συλλογή διηγημάτων του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956)  «Η χαζή γυναίκα και άλλες ιστορίες» (μτφ. Νάντια Βαλαβάνη, εκδ. Καστανιώτης, 1997)

 

   Κάποιος είχε μια γυναίκα που ήταν σαν τη θάλασσα. Η θάλασσα αλλάζει με κάθε φύσημα του ανέμου, αλλά ούτε μεγαλώνει ούτε μικραίνει ούτε αλλάζει χρώμα ή γεύση. Και δε μαλακώνει ούτε σκληραίνει. Όταν σταματήσει να φυσάει ο άνεμος, ξαναημερεύει και δεν έχει γίνει διαφορετική. Κι ο άντρας έπρεπε να πάει ταξίδι.

   Όταν ήταν να ξεκινήσει, έδωσε στη γυναίκα ό,τι είχε και δεν είχε, το σπίτι του, το εργαστήρι του και τον κήπο γύρω απ’ το σπίτι του και όσα χρήματα είχε κερδίσει. «Όλ’ αυτά είναι δικά μου κι ανήκουν και σ’ εσένα. Να τα προσέξεις καλά». Τότε αυτή κρεμάστηκε απ’ το λαιμό του κι έκλαψε και του είπε: «Πώς θα τα βγάλω πέρα; Αφού είμαι χαζή». Αλλ’ αυτός την κοίταξε καλά και είπε : «Αν μ’ αγαπάς, θα τα καταφέρεις». Και στη συνέχεια την αποχαιρέτησε.

   Τώρα που η γυναίκα έμεινε πίσω μοναχή, άρχισε να φοβάται πολύ για όλα όσα βρέθηκαν μες στ’ αδύνατα χέρια της: κατατρομοκρατήθηκε. Γι’ αυτό και στράφηκε στον αδερφό της, έναν παλιάνθρωπο – κι αυτός τη γέλασε. Έτσι, η περιουσία της όλο και λιγόστευε. Όταν το πήρε είδηση, την έπιασε μαύρη απελπισία και αποφάσισε να σταματήσει να τρώει, για να μη λιγοστέψει κι άλλο. Και τις νύχτες έμεινε άγρυπνη. Έτσι αρρώστησε.

   Και κειτόταν τώρα στο δωμάτιό της και δεν μπορούσε πια να φροντίζει το σπίτι. Κι αυτό άρχισε να ρημάζει, κι ο αδερφός της βρήκε ευκαιρία και πούλησε τον κήπο και το εργαστήρι χωρίς να το πει στη γυναίκα. Η γυναίκα έμενε ξαπλωμένη πάνω στα μαξιλάρια της χωρίς να λέει κουβέντα και σκεφτόταν: Αν δε λέω κουβέντα, δεν υπάρχει περίπτωση να πω καμιά χαζομάρα, κι αν δεν τρώω, η περιουσία θα σταματήσει να λιγοστεύει.

   Κι έτσι ήρθαν τα πράγματα, που μια μέρα το σπίτι έπρεπε να βγει σε πλειστηριασμό. Ήρθαν γι’ αυτό πολλοί άνθρωποι απ’ όλα τα γύρω μέρη, γιατί ήταν όμορφο σπίτι. Και η γυναίκα κειτόταν στο δωμάτιό της κι άκουγε τους ανθρώπους και το σφυρί έπεφτε. Και οι άνθρωποι γελούσαν κι έλεγαν: «Η βροχή περνάει μέσ’ απ’ τη στέγη κι οι τοίχοι είν’ έτοιμοι να πέσουν». Και τότε αισθάνθηκε μεγάλη αδυναμία κι αποκοιμήθηκε.

  Όταν ξύπνησε πάλι, κειτόταν σ’ ένα ξύλινο δωμάτιο πάνω σ’ ένα σκληρό κρεβάτι. Δεν υπήρχε παρά ένα όλο κι όλο παραθυράκι κι αυτό σε μεγάλο ύψος, κι ο κρύος αέρας διαπερνούσε τα πάντα. Και μπήκε μέσα μια γριά και της ρίχτηκε κακιασμένα και της είπε ότι το σπίτι της πουλήθηκε, αλλά τα χρέη της δεν καλύφθηκαν ακόμα όλα κι ότι θα της έδινε ένα κομμάτι ψωμί από λύπηση, αν και ο άντρας της ήταν αυτός που άξιζε λύπηση. Γιατί τώρα πια δεν του ‘χε απομείνει τίποτα. Μόλις τ’ άκουσε αυτά η γυναίκα, τα ‘χασε και το μυαλό της πειράχτηκε λιγάκι και σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι. Κι απ’ αυτή τη μέρα άρχισε να δουλεύει στο σπίτι και στα χωράφια. Και τριγυρνούσε με παλιόρουχα και δεν έτρωγε σχεδόν τίποτα και βέβαια ούτε κέρδιζε τίποτα, γιατί δεν απαιτούσε. Και κάποτε άκουσε ότι ο άντρας της γύρισε.

   Την έπιασε μεγάλος φόβος. Μπήκε τρέχοντας στο σπίτι και χτένισε τα μαλλιά της κι έψαξε να βρει μια καθαρή πουκαμίσα, αλλά δεν υπήρχε καμία. Κι έβαλε τα χέρια πάνω στα στήθη της για να τα κρύψει κι ήταν εντελώς μαραμένα. Και ξεχύθηκε έξω από ένα πίσω πορτάκι τρέχοντας στα τυφλά.  

   Αφού, λοιπόν, έτρεχε κάμποση ώρα, έκανε τη σκέψη ότι ήταν ο άντρας της. Είχαν ενώσει τη ζωή τους και τώρα αυτή τον εγκατέλειψε. Κι αμέσως έκανε στροφή κι έτρεξε πίσω, χωρίς να σκέφτεται πια το σπίτι και το εργαστήρι και την πουκαμίσα. Και τον είδε από μακριά κι έτρεξε καταπάνω του και κρεμάστηκε στο λαιμό του.

   Ο άντρας όμως στεκόταν καταμεσής στο δρόμο κι οι άνθρωποι τον κορόιδευαν απ’ τα κατώφλια των σπιτιών τους. Κι ήταν πολύ θυμωμένος. Είχε όμως τη γυναίκα κρεμασμένη πάνω του, κι αυτή δεν απομάκρυνε πόντο το κεφάλι απ’ το λαιμό του ούτε τα χέρια της από το σβέρκο του. Και την ένιωθε να τρέμει και νόμιζε πως είναι από το φόβο της, επειδή τα ‘χασε όλα. Αλλά τελικά σήκωσε το πρόσωπό της και τον κοίταξε και είδε ότι δεν ήταν απ’ το φόβο της αλλά απ’ τη χαρά της. Χαιρόταν τόσο πολύ, που έτρεμε. Τότε ξαναβρήκε κάπως τον εαυτό του και τρέκλισε κι αυτός και την αγκάλιασε κι αισθάνθηκε έντονα το πόσο είχε αδυνατίσει στους ώμους και τη φίλησε στο στόμα.


(ΑΤΙΤΛΟ) ποίημα της Χρύσας Προκοπάκη [από τη συλλογή «Ο χλωρός παράδεισος», Κέδρος, 1982]

 ...............................................................




    Χρύσα Προκοπάκη (γ. Κομοτηνή)


(ΑΤΙΤΛΟ)


Συχνά και ακόμα, μεσημέρι πλάι στη θάλασσα,
ανοίγεις ξαφνικά τα μάτια, κι ένα κόκκινο βαθύ
σα ρίγες που πυκνώνουν, γίνονται τσαμπί
σε κρόταφο και τόνε βλέπεις – κολυμπάει και βάφει, κι έρχεται
λευκός κι αλλάζει, κι είναι ο Μαγιακόβσκη, λέει, στην Πρέβεζα.

Χρύσα Προκοπάκη [από τη συλλογή «Ο χλωρός παράδεισος», Κέδρος, 1982]

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

"Angel Face" · Hank Jones (youtube, 30.5.2018)

 ...............................................................


"Angel Face" · Hank Jones

(youtube, 30.5.2018)


"Ηλίας Κασιδιάρης: Η (νέα) εποχή των τεράτων" γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 17.9.2026)

...............................................................


 


Ηλίας Κασιδιάρης: Η (νέα) εποχή των τεράτων


Δεν υπάρχουν ευκολίες με αυτόν τον νέο φασισμό, ακριβώς επειδή δεν είναι μόνο μια λούμπεν και περιθωριακή περίμετρος αλλά έχει κάποια ερείσματα και υπαρκτά, πρόθυμα ακροατήρια.



γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 17.9.2026)





ΚΑΝΟΝΙΚΑ, ΣΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΘΟΡΥΒΟΥ, και μόνο το να μιλάς και να ασχολείσαι με τον Κασιδιάρη είναι σαν τον εγκαθιστάς στο κέντρο της προσοχής. Ο «τίτλος» απονέμεται από την αχόρταγη δημοσιότητα και την πορνογραφία της εικόνας. Αυτό όμως, ενώ είναι σωστό σε φιλοσοφικό επίπεδο, δεν μπορεί να το ακολουθήσουμε στην πράξη. Κανείς δεν μπορεί να αποσιωπά δημοσιογραφικά είτε ως κριτικός αναλυτής πρόσωπα που παίζουν, υπογείως ή ευθέως, στο πολιτικό παιχνίδι. Αφήνοντας όμως έξω τη νομική συζήτηση για τις δυνατότητες πολιτικής καθόδου του αποφυλακισμένου τέως χρυσαυγίτη, στέκομαι, αναπόφευκτα, στο τι ψάχνει να εκφράσει αυτό το πρόσωπο και η κίνηση γύρω από αυτό.

Ο Κασιδιάρης, λοιπόν, υπάρχει ως ανθρωπότυπος μέσα στην κοινωνία, ανεξάρτητα από τον συγκεκριμένο άνθρωπο και τις προθέσεις του. Υφίσταται σε επίπεδο ζήτησης, αφού ένας κόσμος έχει ταυτιστεί με ένα ακροδεξιό φάσμα ιδεών και συναισθημάτων. Μπορεί αυτές οι ιδέες να είναι εξαιρετικά περιορισμένες και φτωχές, εκείνο όμως που μετράει είναι ότι έχει διαμορφωθεί ένα συναίσθημα που επιλέγει ως «ήρωα» τον Κασιδιάρη. Το ότι χρησιμοποιείται από καιρό το μικρό όνομα και μάλιστα με ένα υποκοριστικό (Ηλίας - «Λιάκος») είναι δείγμα μιας οικειότητας που τρέφει προσδοκίες ή κατασκευάζει κάτι θερμό.


Αν θέλουμε να αποτρέψουμε την ενδυνάμωση του «κασιδιαρισμού», χρειαζόμαστε περισσότερα από την ηθική μας αγανάκτηση για ένα πρόσωπο ή νομικά αντίμετρα και προσδοκίες από αποφάσεις του Άρειου Πάγου.

Είναι αυτό το ίδιο συναίσθημα με το οποίο έχουμε ήδη συναντηθεί εκ του σύνεγγυς και στον ψηφιακό κόσμο. Όλες αυτές οι φωνές που παρουσιάζουν το έθνος υπό κατοχή από κάποιους εισβολείς της «Αφρικής» ή της «Ασίας», όλες οι σαρωτικές καταδίκες για τη Μεταπολίτευση ως υποθετικά αριστερού καθεστώτος σήψης και διαφθοράς, όλες οι χειρονομίες χυδαίας άρνησης της διαφορετικότητας και των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και οι εκδοχές μανικής αναζήτησης της υπεροπλίας και της αστυνομικής επιβολής, όλα αυτά έχουν τα δικά τους κοινά. Πολλές από αυτές τις ιδέες έχουν φυτρώσει εδώ και χρόνια, αναπτύχθηκαν στις ρίζες του παλαιού χρυσαυγιτισμού και ανακυκλώνονται, πάλι, με καινούργιες προσθήκες.

Υπάρχει αναμφίβολα κάτι επίμονα αυταρχικό που παρασιτεί σε αιτήματα λαϊκής δικαιοσύνης, συγχέοντας κατά σύστημα τη δικαιοσύνη με τη θεαματική τιμωρία και την ψυχο-εκτονωτική εκδίκηση. Κάτι που έχει μετατρέψει τις προσδοκίες «εξυγίανσης των θεσμών» σε κυνήγι διαφόρων εχθρών, δίχως κανένα πολιτικό βάθος και σχέδιο, πέρα από την ηλεκτρική διέγερση που προκαλεί σε έναν κόσμο το να προξενεί «φόβο».

Βλέπει κανείς μια διέγερση, τα μούσκουλα ως απόδειξη ανθεκτικότητας και, φυσικά, τη δηλητηριώδη αισθητικοποίηση της εθνικής υπεροχής (ως κακοφορμισμένης ιδέας περί ανδρείας).

Δεν είναι καινούργια πράγματα όλα αυτά. Υπήρξαν και γέννησαν μάλιστα πολιτικά την ισχυροποιημένη Χρυσή Αυγή της δεκαετίας του 2010, στον τότε κύκλο των κοινωνικών θυμών και της κατάρρευσης του παλαιού δικομματισμού. Σήμερα, φαινομενικά, αυτός ο χώρος βρίσκεται πολυδιασπασμένος πολιτικά και κάποιες δυνάμεις του εμφανίζονται επιμελημένα πιο «μετριοπαθείς» αν όχι πρόθυμες για συμβιβασμούς με τον συμβατικό συντηρητικό χώρο.

Το καινούργιο είναι όμως οι ευκαιρίες που προσφέρουν οι πλατφόρμες, η επίσης σε έκσταση εικονιστική σφαίρα που έχει εξελιχθεί σε ένα σύμπαν με fakes και τρολ. Η επικοινωνία ως αισθητική της βίας είχε πάντα τη σημασία της στην ακροδεξιά, τώρα όμως οι τεχνολογίες, τα νεανικά κοινά και οι «λογαριασμοί» λειτουργούν σαν προσθετικά μέλη για νέες ποικιλίες προπαγάνδας.

Και πώς να μην υπολογίσουμε το βάρος της συγκυρίας; Πέρα από εμάς, μια τραμπική συναισθηματική σφαίρα έχει εγκαταστήσει μια παγκόσμια αντιδραστική φούσκα με αιχμή τη λατρεία της ισχύος, την επιστροφή στην κουλτούρα του πολέμου και την απατηλή (αλλά φωνακλάδικη) «δικαίωση» μιας κατακτητικής και γεμάτης περιφρόνησης «αρρενωπότητας». Ορισμένες πεποιθήσεις που πριν από δέκα χρόνια κολυμπούσαν μόνο στην άκρα δεξιά, όπως η θεωρία περί φυλετικής-πολιτισμικής αντικατάστασης των λευκών χριστιανών Ευρωπαίων από λαούς του Νότου, έχουν περάσει στην κοινωνική βάση και κομμάτων της συμβατικής δημοκρατικής σκηνής. Ανάλογες φαντασιώσεις ευνουχισμού και θυματοποίησης (των κανονικών ανδρών και γυναικών, της οικογένειας κ.λπ.) έχουν αποικίσει τα λόγια και τις σκέψεις πολύ περισσότερων ανθρώπων – πέρα από το αν αισθάνονται ή και ψηφίζουν άκρα δεξιά.

Πάνω απ’ όλα: Η φαντασμαγορία μιας δύναμης που θα διαλύσει όλα τα προβλήματα διώχνοντας, με μια σκούπα ή με κλοτσιές, τα μίζερα θεάματα, τους εξαθλιωμένους, τους πεινασμένους, σαν ένα είδος τεχνητού καθαρισμού που θα ξαναγεννήσει με μαγικό τρόπο μια άφθαρτη χώρα και καινούργιες, λευκασμένες πόλεις. Δεν χρειάζεται αυτό επιχειρήματα ούτε θεωρητικά μανιφέστα, γιατί «πρόγραμμα» γίνεται η ίδια η μπρουτάλ αμεσότητα που περιφρονεί τη γνώση ως αδυναμία ή ματαιόσπουδη, ελιτίστικη υπόθεση.

Γι’ αυτόν τον ύστερο φασισμό των συναισθημάτων, γνώση είναι τελικά μόνο η εξουσία της ισχύος σαν σιδερογροθιά ή λάμα μαχαιριού. Αν θέλουμε, επομένως, να αποτρέψουμε την ενδυνάμωση του «κασιδιαρισμού», χρειαζόμαστε περισσότερα από την ηθική μας αγανάκτηση για ένα πρόσωπο ή νομικά αντίμετρα και προσδοκίες από αποφάσεις του Άρειου Πάγου. Το αντίδοτο είναι μια τριπλή, παράλληλη μάχη ενάντια στην κοινωνική υποβάθμιση της ζωής, στα είδωλα της υπεροχής και της επιβολής (σε κάθε πεδίο) και στον ολιγαρχικό επαγγελματισμό που κάνει τη δημοκρατία να μαραζώνει, μετατρέποντάς τη σε μια νυσταλέα υπόθεση βολεμένων. Δεν υπάρχουν ευκολίες με αυτόν τον νέο φασισμό, ακριβώς επειδή δεν είναι μόνο μια λούμπεν και περιθωριακή περίμετρος αλλά έχει κάποια ερείσματα και υπαρκτά, πρόθυμα ακροατήρια. Το στοίχημα είναι πάντα η διαμόρφωση μιας άλλης συναισθηματικής και λαϊκής νοημοσύνης. Τα δικαστήρια, οι εκλογικές νομοθεσίες ή ο καθηγητικός «ορθολογισμός» (μας) δεν μπορούν να κάνουν πολλά σε αυτή την εποχή των τεράτων.

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

M.Hadjidakis - "THE ACCURSED SERPENT" ("ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΦΙΔΙ") M.Argerich-D.Bakopoulos [Lugano 2005]

 ...............................................................


M.Hadjidakis - "THE ACCURSED SERPENT"  ("ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΦΙΔΙ") M.Argerich - D.Bakopoulos

[Lugano 2005]


Τι γράφει το επίσημο σάιτ του Μάνου Χατζιδάκι για το έργο αυτό: 

Έργο 6 (1949-50). Μπαλέτο σε δύο μέρη που παρουσιάστηκε από το «Ελληνικό Χορόδραμα» το 1951, με θέμα βασισμένο στο θέατρο Σκιών του Καραγκιόζη. Χορογραφία: Ραλλού Μάνου. Κοστούμια: Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Σημαντική συμβολή στην παράσταση είχε και ο Ευγένιος Σπαθάρης. Το έργο παίχτηκε πολλές φορές στην Ελλάδα (στην πιανιστική του μορφή), στο Κάιρο, και στην Ρώμη στο "Teatro dell΄ Opera" (1953-54, ανέκδοτο) με ενορχήστρωση Αργύρη Κουνάδη, μουσική διεύθυνση Ανδρέα Παρίδη και σολίστ στο πιάνο τον Γιάννη Παπαδόπουλο. 

Η αρχική γραφή του έργου ήταν για δύο ανδρικές φωνές και δύο πιάνα, παρέμεινε όμως τελικά η εκδοχή του ενός πιάνου με φωνή. "ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΦΙΔΙ" γράφτηκε από τον Οκτώβριο του ΄49 ως τον Γενάρη του ΄50. Περιείχε τις τότε έντονες μουσικές μου εμπειρίες, τις τότε φανατικές απόψεις μου για την Μουσική και την διάθεση μου να εναντιωθώ στο κλίμα ευπρέπειας και σοβαροφάνειας. που πάντοτε καταδυνάστευε τη χώρα μας. Ακόμη, προσπάθησα με το έργο αυτό να σατιρίσω την εθνική μας περιπέτεια μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, που σαν άλλοι καραγκιόζηδες, φανταστήκαμε την συμμετοχή μας στον συμμαχικό αγώνα σημαντικότερο απ΄ την αλήθεια του κι ετοιμαστήκαμε να εισπράξουμε τα αγαθά που μας υπόσχονταν οι σύμμαχοι. Και η πραγματικότητα μας ξύπνησε με καρπαζιές, όπως στον Καραγκιόζη....'' 

Μάνος Χατζιδάκις


Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

"ΠΡΟΑΣΠΙΣΗ ΜΙΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΑΓΝΗΣ" & "ΑΝΑΧΩΜΑΤΑ" Δύο ποιήματα του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου (1931-1996) (εκδ. "Εγνατία", 1978)

 ..............................................................






Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου (1931 - 1996)


ΠΡΟΑΣΠΙΣΗ ΜΙΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΑΓΝΗΣ


Το βρόχινο νερό, η διαδοχή των εποχών, η ίδια πόλη


Το βρόχινο νερό γλιστρά αναλλοίωτο πάνω στη χλόη

δε μεταβάλλει τα παλιά συστατικά, τη γεύση

η διαδοχή των εποχών στους κήπους προδικάζει ζέστη

ημέρες χαύνωσης και αδράνειας, μακρυά η πόλη

χρόνια και χρόνια άπραχτη αναδεύει σκόνη


ΑΝΑΧΩΜΑΤΑ


Ένα ζεστό συννεφιασμένο πρωινό

μια αρρυθμία στο μυαλό και στην καρδιά 

και μια αίσθηση σε γνώριμα κλειστά τοπία


Γυρίζοντας στις αγροικίες, στα αναχώματα

και στα ερημωμένα καφενεία

κάθησα να σκεφτώ γιατί αυτή η καθήλωση


στον κήπο αυτόν όπου κρεμάστηκε ο κυρ-Κοσμάς

ο συνταξιούχος έμπορας με το σκυλί του


Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου (1931 - 1996)


Από την ποιητική συλλογή "Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης" και τον τόμο "Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" (εκδ. "Εγνατία", (1978) 

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

«Ο φωτογράφος» διήγημα του Μάριου Χάκκα (1931 – 1972) Από τη συλλογή διηγημάτων «Ο ΜΠΙΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ» (εκδ. «ΚΕΔΡΟΣ», 1987)

 ...............................................................



• «Ο φωτογράφος» διήγημα του Μάριου Χάκκα (1931 – 1972) Από τη συλλογή διηγημάτων «Ο ΜΠΙΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ» (εκδ. «ΚΕΔΡΟΣ», 1987)





ΕΙΜΑΙ ο φωτογράφος. Για την ακρίβεια μεγεθύνω φωτογραφίες νεκρών. Από μια φθαρμένη φωτογραφία, ποντικοφαγωμένη ακόμα και πάνω στο πρόσωπο, πολλές φορές η μισή, μπορώ, ανακαλύπτοντας τα στοιχεία που λείπουν, να συνταιριάσω το σύνολο, παρουσιάζοντας κάτι το ωραίο.
Φυσικά ανδρών, γι’ αυτό και μόνο πελάτισσες, χήρες αποκλειστικά, κι έχω διακοσμήσει ανάλογα το μαγαζί: Στα παράθυρα μαύρες κουρτίνες, κρέπια κρέμονται εδώ κι εκεί, κι ένα μαύρο χαλί οδηγεί στο σκοτεινό θάλαμο όπου συνήθως εργάζομαι.
Απαραίτητα θα τους βάλω γραβάτα, την ίδια γραβάτα σε όλους, θα σβήσω τα γένια, θα βάλω μαλλιά όπου λείπουν και θα κάνω χωρίστρα. Όλες μένουν ευχαριστημένες και βρίσκουν πως μοιάζει στον άνθρωπό τους πολύ, φτυστός, ολοζώντανος, με τα φρύδια του τόξο, κοκκινάδι στα χείλη, στα μαλλιά μπριγιαντίνη, και μάτια μεγάλα. Μόλις τον βλέπουμε ένα «αχ» βαθύ βγαίνει απ’ τα στήθη, τον αρπάζουνε υστερικά, τον σφίγγουνε στην αγκαλιά τους, ακολουθούν σπασμοί διαρκείας, κι έπειτα τέζα. Γι αυτό υπάρχει κρεβάτι με καθαρά σεντόνια, παραβάν όπου γδύνονται και στο βάθος μπιντές.
Μέχρι σήμερα δεν είχα καμιά αποτυχία. Όλες βρίσκανε αυτό που ζητούσαν, ντυνόνταν, ευχαριστούσαν και φεύγανε. Όμως αυτή με την παλ νυχτικιά, πρόσωπο παλ, πάλλεται στο στρώμα επάνω φωνάζοντας : «Δεν είναι αυτός, δεν είναι αυτός», και κλαίει δαγκώνοντας τα μαξιλάρια με λύσσα. Ούτε κι εγώ μπορώ να ισχυριστώ πως «είναι αυτός», γιατί μη έχοντας βγάλει φωτογραφία ποτέ του, πρέπει να τον αναπαραστήσω από την αρχή. Κοπιάρω λοιπόν τον προηγούμενο και τώρα αυτή, ανυπόμονη στο κρεβάτι ανάσκελα, δεν τον γνωρίζει κι είμαι υποχρεωμένος να σιάξω άλλον κι άλλον στα γρήγορα ώσπου να την ικανοποιήσω.
Δουλεύω εντατικά ενώ αυτή σφαδάζει δίπλα μου, κι αν αρωτιέμαι μήπως δεν υπήρξε ποτέ το ζητούμενο πρόσωπο, μήπως αυτή τη στιγμή ψάχνει για το σχήμα ενός προσώπου που θα τ’ αγαπήσει. Απ’ την άλλη μεριά είναι το παλ πρόσωπό της όλα ωχρά σα να έχει αδειάσει το αίμα της, κι αυτό πρέπει κάπου να το ‘δωσε, κάπου πρέπει να το ‘χει ξοδέψει.
Χιλιοστό κάδρο και πάντα η φωνή της: «Δεν είναι αυτός, δεν είναι αυτός». Νομίζω πως θα σπαταλήσω τη ζωή μου σ’ αυτή τη μεγέθυνση και θ’ αποτυγχάνω συνέχεια παρ’ ότι γνωρίζω τα χαρακτηριστικά του πια ένα προς ένα, καλύτερα απ’ οποιοδήποτε άλλο μοντέλο μου.
Είμαι γέρος, κι ακόμη παιδεύομαι στο σκοτεινό θάλαμο με δίπλα μου αυτή να σπαράζει. Δεν αντέχω πια το μουγκρητό της. Δε θυμάμαι πόσα πορτραίτα έφτιαξα για χάρη της. Η μνήμη μου λίγη, η όρασή μου κοντή, πολύ το σκοτάδι εδώ μέσα, καθώς επιχειρώ την τελευταία μεγέθυνση βάζοντας τις δυνάμεις όλες, ότι μου μένει από την παλιά μου ορμή, το μεράκι μου, τη ζωή μου: Ακουμπάω στο τελάρο ολόκληρος κι αποτυπώνω τα δικά μου χαρακτηριστικά.
«Επί τέλους τι άλλο θέλεις;» της φωνάζω καθώς της δίνω την τελευταία πνοή μου, πετώντας πάνω στο κρεβάτι το ομοίωμά μου μεγεθυμένο υπερφυσικά. «Εσύ είσαι, εσύ είσαι», και κλαίει μ’ αναφιλητά…
Είμαι ένα κάδρο. Φοράω γραβάτα, έχω μαλλιά εκεί που μου λείπουν, κόκκινα χείλη και κέρινα μάτια.




Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

"Κώστας Γαβρόγλου στο tvxs : "Μοντέλα της Τεχνητής Νοημοσύνης θα οδηγήσουν μάζες πληθυσμού σε ακραία αποκοινωνικοποίηση" τη συνέντευξη πήρε η Φωτεινή Λαμπρίδη (tvxs. gr, 25.8.2026)

 ...............................................................


Κώστας Γαβρόγλου στο tvxs :  Μοντέλα της Τεχνητής Νοημοσύνης θα οδηγήσουν μάζες πληθυσμού σε ακραία αποκοινωνικοποίηση

τη συνέντευξη πήρε η Φωτεινή Λαμπρίδη (tvxs. gr, 25.8.2026)

Με αφορμή το βιβλίο του «Ψηφιακότητα και Πανεπιστήμια, όψεις ενός νέου καθεστώτος» (Εκδόσεις Ασίνη, 2026), ο πανεπιστημιακός και πρώην υπουργός Παιδείας κ. Κώστας Γιαβρόγλου εξηγεί στο tvxs γιατί η ψηφιακή συνθήκη είναι το νέο καθεστώς, ποια είναι τα σημάδια της δυστοπίας που ήδη βιώνουμε κοινωνικά και ποια εμπόδια θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε στο άμεσο μέλλον.


Μελετώντας τις αλλαγές στην πανεπιστημιακή κοινότητα, ο Κ. Γιαβρόγλου μέσα από το βιβλίο μας προϊδεάζει για την επίδραση του νέου καθεστώτος σε κάθε πτυχή της ζωής. Αναφέρεται στον μετασχηματισμό του έντυπου λόγου, στις νέες υλικότητες στην ανάγνωση και στη γραφή, στη βαθμιαία υποβάθμιση της διδασκαλίας, στη ραγδαία εξέλιξη των προγραμμάτων LLM (Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα) υπογραμμίζοντας πως:


«Η καθολικότητα της Ψηφιακής Συνθήκης ως καθεστώτος υπερβαίνει την ΤΝ, όπως και η καθολικότητα της Βιομηχανικής Επανάστασης υπερέβαινε τις εφαρμογές του ατμού και του ηλεκτρισμού. Και όπως έγινε στη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης, έτσι και σήμερα μετασχηματίζονται ο χαρακτήρας της εργασίας, οι δομές της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, η ζωή στις πόλεις, οι επικοινωνίες των πολιτών και δημιουργούνται νέες κοινωνικές τάξεις».





Στον πρόλογο του βιβλίου σας κάνετε σαφές το ότι η καθολικότητα της ψηφιακής συνθήκης – η οποία είναι το νέο καθεστώς- υπερβαίνει την ΤΝ όπως η καθολικότητα της Βιομηχανικής Επανάστασης υπερέβαινε τις εφαρμογές ατμού και ηλεκτρισμού. Γιατί χρησιμοποιείτε τη λέξη καθεστώς, τι διαφοροποιεί αυτό το καθεστώς από το προηγούμενο, ποια είναι δηλαδή τα χαρακτηριστικά του;


Η Ψηφιακή Συνθήκη συνιστά καθεστώς στη νέα φάση του καπιταλιστικού συστήματος, επειδή ουσιαστικά διαμορφώνει τους κανόνες, τις σχέσεις και την ιδεολογία που συγκροτούν την οργάνωση και τη λειτουργία της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας στις μέρες μας. Η Ψηφιακή Συνθήκη δεν είναι ούτε η ΤΝ ούτε οι υπολογιστές ούτε τα smartphones ούτε οι τεχνολογίες επιτήρησης. Δεν είναι ούτε οι αλγόριθμοι. Είναι όλα μαζί.

Ας δούμε κάτι ιστορικά. Ο 19ος αιώνας είναι μια περίοδος που περικλείει πολλά περισσότερα από την αξιοποίηση των δυνατοτήτων του ατμού και του ηλεκτρισμού. Είναι η Βιομηχανική Εποχή, ένας όρος που σηματοδοτεί την κυριαρχία ενός νέου καθεστώτος, το οποίο αναδιατάσσει και αναμορφώνει σχεδόν τα πάντα στην κοινωνία: τα μέσα παραγωγής και το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, τον χαρακτήρα της εργασίας, τη ζωή στις πόλεις, τους τρόπους επικοινωνίας των ανθρώπων, τη βασική εκπαίδευση, τα πανεπιστήμια, την έρευνα. Δημιουργείται μια νέα κοινωνική τάξη, το προλεταριάτο. Και μαζί με αυτά, αναδιαρθρώνονται αξίες, πρακτικές και συνήθειες που είχαν εδραιωθεί στη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών.

Έτσι και σήμερα, η Ψηφιακή Συνθήκη αποτελεί το νέο καθεστώς και συνιστά μία περίοδο που περικλείει πολλά περισσότερα από την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της ΤΝ. Και αυτό το καθεστώς χαρακτηρίζεται από τους ριζικούς μετασχηματισμούς στα ίδια πεδία με αυτά της Βιομηχανικής Εποχής: στα μέσα της παραγωγής και στο ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, στον χαρακτήρα της εργασίας, στη ζωή στις πόλεις, στους τρόπους επικοινωνίας των ανθρώπων, στη βασική εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια, στην έρευνα, στη δημιουργία μιας νέας κοινωνικής κατηγορίας, των πρεκαριούχων, όσων δηλαδή ζουν σε μια απόλυτη εργασιακή ανασφάλεια, και βέβαια στο νέο καθεστώς διαμορφώνονται νέες αξίες, νέες πρακτικές και νέες συνήθειες, που αργά αλλά σταθερά εκτοπίζουν όσες νομίζαμε ότι θα ίσχυαν για πάντα. 


Δώστε μας κάποια παραδείγματα της ηγεμονίας της Ψηφιακής Συνθήκης σήμερα.

Για να συνειδητοποιήσουμε την ηγεμονία της Ψηφιακής Συνθήκης σήμερα, αρκεί να αναλογιστούμε τι ίσχυε, ας πούμε, γύρω στο 2010, στην αρχή της οικονομικής κρίσης. Στη χώρα μας τότε υπήρχαν 20.000 σημεία πωλήσεων εφημερίδων, σήμερα αυτά είναι 3.500, με κατακόρυφη μείωση όσων αγοράζουν και διαβάζουν εφημερίδες.

Το Instagram ήταν μία απλή τεχνική δυνατότητα, δεν είχε ακόμη μαζικοποιηθεί όπως έγινε μετά το 2018, το Tik Tok ήταν παντελώς άγνωστο και το Zoom ήταν ανύπαρκτο στην καθημερινότητά μας. Ούτε το WhatsApp υπήρχε ούτε και το X (πρώην Twitter). To Palandir, το PayPal και τα smartphones ήταν ακόμη στα σπάργανα, η Cambridge Analytica και οι διαδικασίες διαμόρφωσης εκλογικών συμπεριφορών δεν υπήρχαν ούτε καν στα χαρτιά. Η ανοικτή πρόσβαση στα βιβλία και στα άρθρα ήταν μεν στην ημερήσια διάταξη, αλλά η πρόσβαση περιορισμένη, ενώ ο άγιος προστάτης των ελληνικών μεταπτυχιακών σπουδών, ο λεγόμενος ρωσικός ιστότοπος libgen είχε λίγα βιβλία, συγκρινόμενος με τον πρόσφατα αναρτημένο ιστότοπο Anna’s Archive, με τα 61 εκατομμύρια βιβλία και τα 95 εκατομμύρια άρθρα, δεν είχε ακόμη αρχίσει να λειτουργεί. Δεν υπήρχαν ούτε τα λεγόμενα predator περιοδικά. Και ο όρος fake news, που χρησιμοποιούσε ένας μικρός αριθμός ακαδημαϊκών, δεν είχε μπει ακόμα στο Oxford English Dictionary.

Και βέβαια κανείς δεν μπορούσε ούτε καν να φανταστεί το ChatGPT, το οποίο είναι ένα από τα πολλά Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLM) που ήδη χρησιμοποιούνται από σχεδόν 1 δισεκατομμύριο χρήστες και στα οποία υποβάλλονται περίπου 2,5 δισεκατομμύρια ερωτήσεις ημερησίως.

Στα, δε, χρόνια που μεσολάβησαν, η αξία των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών (Microsoft, Nvidia, Apple, Amazon, Alphabet, Meta, Tesla) υπερδιπλασιαζόταν κάθε χρόνο: το 2010 έφτανε τα 711 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ σήμερα είναι μεγαλύτερη από 19 τρισεκατομμύρια δολάρια, και μαζί με τις συνεργαζόμενες μικρότερες εταιρείες αγγίζουν τα 22-23 τρις· να σημειωθεί ότι το σύνολο του ΑΕΠ των χωρών της ΕΕ είναι λίγο πιο κάτω από 20 τρις. Και οι αριθμοί αυτοί συνεχώς αυξάνονται.

Αυτά όλα είναι λίγα από τα κομμάτια του παζλ του νέου καθεστώτος.

Αμφισβητείτε την έννοια περί οικονομίας της γνώσης που έχει τόσο πολύ προβληθεί τα τελευταία χρόνια ως κάτι που χαρακτηρίζει την εποχή μας.

Ένα από τα πιο θεμελιώδη χαρακτηριστικά που συνοδεύουν τον δημόσιο λόγο περί ψηφιακότητας είναι η έννοια της «οικονομίας της γνώσης»· ότι, δηλαδή, κινητήριος μοχλός της προόδου μιας κοινωνίας στις μέρες μας (και έχει σημασία ότι αυτό το στοιχείο υπερτονίζεται) και της ευημερίας της είναι να αξιοποιήσει τις δυνατότητες που δίνει η γνώση. Υποστηρίζεται πως οι σύγχρονοι θεσμοί και οι υποδομές, η αύξηση της παραγωγικότητας και η υγιής επιχειρηματικότητα εξαρτώνται από την υιοθέτηση διεργασιών «έντασης γνώσης».

Οι θιασώτες, όμως, της άνευ όρων τεχνολογικής προόδου αρνούνται να δεχτούν το ότι η «κοινωνία της γνώσης» δεν είναι γνώρισμα μονάχα της εποχής μας και δεν αποτελεί κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της. Ιστορικά όλες οι κοινωνίες ήταν «κοινωνίες της γνώσης». Επί εκατοντάδες χρόνια, οι πιο προχωρημένες για την εποχή γνώσεις αξιοποιήθηκαν, ώστε να προφυλαχτούν οι κοινωνίες από τα φυσικά φαινόμενα, να κατασκευάσουν τους ναούς και τα καταλύματα τους, να κατασκευάσουν πλοία και άλλα μεταφορικά μέσα για να ενισχυθεί το εμπόριο, για τις αμυντικές ανάγκες και τις πολεμικές προετοιμασίες και εκστρατείες, και, βεβαίως, για την κυβερνησιμότητα των κοινωνιών.


Οι πιο εξειδικευμένες γνώσεις χρησιμοποιήθηκαν για τη σύνταξη των λεπτομερών καταλόγων από τους Βαβυλώνιους, οι οποίοι ήταν σε θέση να προβλέψουν ακόμη και τον καιρό, από τους Αιγύπτιους, για την κατασκευή των πηγαδιών στις όχθες του Νείλου, όπου μετρώντας το ύψος του νερού στη διάρκεια των πλημμυρών μπορούσαν να υπολογίσουν πόσο φόρο έπρεπε να πληρώσουν όσοι είχαν ευεργετηθεί από τις πλημμύρες, από τους αλχημιστές του ύστερου Μεσαίωνα, για την παρασκευή και εμπορία φαρμάκων, από τον Γαλιλαίο, για τα μαθήματα που παρέδιδε στους αξιωματικούς του στρατού, και από τους μηχανικούς του 19ου αιώνα, για την κατασκευή των τρένων και των ηλεκτροκίνητων βιομηχανικών μονάδων.

Όσοι άκριτα υποστηρίζουν ότι ειδικά η σημερινή συγκυρία χαρακτηρίζει μια «κοινωνία της γνώσης», δεν εννοούν ότι σήμερα χρειαζόμαστε περισσότερες γνώσεις, αλλά ότι κάτι ποιοτικά διαφορετικό χαρακτηρίζει την εποχή μας. Αυτό είναι καταφανώς λάθος. Έχει δε ενδιαφέρον, γιατί ένα τέτοιο ιδεολόγημα, που αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της νεοφιλελεύθερης σκέψης, υιοθετήθηκε τόσο άκριτα και από πολλούς στην Αριστερά.

Κάνετε λόγο για τη συμβιωτική σχέση μεταξύ ανθρώπου και τεχνολογίας στη νέα συνθήκη. Μπορείτε να εικάσετε με βάση την επιστήμη σας πως θα μεταξελιχθούμε μέσα από την αλληλεπίδραση αυτή; Έχει δυστοπία το μέλλον ή είστε αισιόδοξος;

Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω τι σημαίνει δυστοπία με όρους ενός έστω και κοντινού μέλλοντος. Γιατί πολλά που σήμερα ζούμε και αποδεχόμαστε, θα μπορούσαν να θεωρηθούν δυστοπικά από τους πολίτες που είχαν γεννηθεί ακόμη και στα μέσα του 20 αιώνα.

Υπάρχει, όμως, κάτι που είναι εξαιρετικά ανησυχητικό και αυτό είναι η σχέση που αναπτύσσουν πολλοί, και όχι μόνον άτομα που ανήκουν στις νεότερες γενιές, με τα LLM. Νομίζω ότι τα LLM μαζί τα προγράμματα ενισχυμένης πραγματικότητας όπως αποκαλούνται, θα δημιουργήσουν εξαρτήσεις και αλλαγές συμπεριφοράς, οδηγώντας τεράστιες μάζες πληθυσμού σε μία ακραία αποκοινωνικοποίηση.

Ένα από τα συγκλονιστικά στοιχεία του ChatGPT είναι πως σε υποδέχεται με τη φράση «Ask anything»! Οτιδήποτε; Κανείς και τίποτα στο παρελθόν δεν είχε αυτήν την αυθάδεια, αυτήν τη στάση, η οποία αμέσως καθορίζει μια σχέση εξουσίας ανάμεσα στο ChatGPT και τον χρήστη.

Μου έχει κάνει εντύπωση πόσο ευγενικά απευθύνονται στο ChatGPT διάφοροι που το χρησιμοποιούν: «Σε παρακαλώ, μπορείς να…;». Μετά το τέλος της συνομιλίας, σχεδόν όλοι γράφουν «ευχαριστώ». Είναι όντως επειδή θέλουν να «το» ευχαριστήσουν; Ή μήπως για να το «καλοπιάσουν», να ευνοηθούν από ένα πλέγμα που νιώθουμε ότι μας εξουσιάζει, χωρίς να μπορούμε να καταλάβουμε πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό; Το ChatGPT σιγά-σιγά γίνεται η μόνιμη και πολύπλευρη παρουσία ενός υπολογιστικού προγράμματος που μετατρέπεται σε «παρουσία ενός Άλλου». 


Το 34% των πολιτών αισθάνεται πιο άνετα να μοιραστεί την οικονομική του κατάσταση με κάποιο μοντέλο ΤΝ παρά με άνθρωπο, ενώ το 38% δηλώνει ότι θα αισθανόταν ότι υπάρχει λιγότερο επικριτική διάθεση, αν συζητούσε για τις καθυστερημένες οφειλές του με ένα ρομπότ ΤΝ απ’ ό,τι αν το συζητούσε με έναν άνθρωπο, ποσοστό κατά 10 μονάδες αυξημένο σε σχέση με το 2024. Σύμφωνα δε με μια πρόσφατη έρευνα, το 40% των νέων από 15 μέχρι 18 ετών συμβουλεύονται κάποιο LLM για το τι θα φορέσουν και μοιράζονται μαζί του τα προβλήματά τους. Το 25% θεωρεί πως το ChatGPT τους φέρεται καλύτερα και πιο φιλικά από τους κολλητούς τους.

Και πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει τη βαθιά συναισθηματική εμπλοκή και εξάρτηση –όχι μόνο των νέων– από τα LLM. Το έγκυρο περιοδικό MIT Technology Review κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις προβλεπόμενες αλλαγές στις ανθρώπινες σχέσεις λόγω της εκθετικής αύξησης των πορνογραφικών σάιτ με βίντεο και φωτογραφίες που έχουν κατασκευαστεί από ΤΝ. Σε ένα άλλο επίπεδο, ιδιαίτερα σοβαρό ως προς τις γενικότερες συνέπειές του, είναι το δημοφιλές «Text with Jesus», μέσα από το οποίο παρέχεται η δυνατότητα «επικοινωνίας» με τον Ιησού, τους Αποστόλους και άλλα πρόσωπα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση των LLM, η οποία θα παίξει καθοριστικό ρόλο στις κοινωνικές σχέσεις. Εδραιώνεται προοδευτικά η αίσθηση πως τα LLM ανταποκρίνονται ακριβώς και πλήρως στις ανάγκες μας. Αυτό το «ακριβώς και πλήρως» δεν είναι κάτι που συναντάμε στις ανθρώπινες σχέσεις. Κανείς μας δεν μπορεί να συνεχίζει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του «Άλλου» άμεσα και με τρόπους που ο «Άλλος» θέλει· ενώ τα LLM προσφέρουν σχεδόν όλα και είναι πάντα διαθέσιμα. Όλα γρήγορα, τέλεια και τη στιγμή που εμείς τα θέλουμε! Η εξοικείωσή μας με τα LLM του «τώρα και για ό,τι θέλεις να ρωτήσεις» θα βάλει σε δοκιμασία τις σχέσεις και λειτουργίες στο εκπαιδευτικό οικοσύστημα. Με άλλα λόγια, οι διάφορες εκδοχές των LLM ουσιαστικά δηλώνουν πως τα «ξέρω όλα, μπορώ να απαντήσω τα πάντα και είμαι εδώ για σένα χωρίς όρους», κάτι που σίγουρα δεν υπάρχει σε καμία ανθρώπινη κατάσταση. Είναι διαθέσιμα, όταν το θέλουμε και το εγκαταλείπουμε όποτε εμείς θέλουμε –χωρίς καμία απολύτως συνέπεια στη σχέση μας με αυτό.

Και ας μην ξεχνάμε πως η χρήση του ChatGPT έχει και μια άλλη, ιδιαίτερα σκοτεινή πλευρά: κάθε μέρα η ενέργεια που απαιτείται για να λειτουργεί και να απαντάει στις ερωτήσεις, ισοδυναμεί με την καθημερινή ανάγκη σε ενέργεια μιας ευρωπαϊκής πόλης των 50.000 κατοίκων. Η χρήση και των LLM οδηγεί στη δημιουργία τεράστιων όγκων διοξειδίου του άνθρακα, και έτσι, μαζί με τις συνολικότερες επιβαρύνσεις της ψηφιακότητας στο περιβάλλον, η εξάρτησή μας από το ChatGPT συμβάλλει στην παραπέρα επιδείνωση μιας τόσο προβληματικής κατάστασης με την κλιματική κρίση.

Ποιο είναι το νέο οικοσύστημα που έφερε στα πανεπιστήμια η ψηφιακή συνθήκη; Στον δημόσιο διάλογο αυτό που προβάλλεται περισσότερο είναι η ανάθεση εργασιών στο chat GPT. Είναι όντως τόσο καταλυτικές οι συνέπειες για τη διδασκαλία;

Στα πανεπιστήμια σήμερα συντελούνται οι πιο βαθιές αλλαγές εδώ και τουλάχιστον 150 χρόνια. Ας πάρουμε την θεμελιώδη λειτουργία των πανεπιστημίων που είναι η διδασκαλία: ανεξάρτητα από το τι επιδιώκουμε και τι πιστεύουμε, όσοι διδάσκουμε –θέλουμε, δεν θέλουμε– έχουμε έναν ιδιόμορφο και απρόσκλητο βοηθό, ή μάλλον μας ακολουθεί μια ιδιότυπη οντότητα. Η οντότητα αυτή, την ίδια στιγμή που με προθυμία υποτάσσεται στις ανάγκες μας, μας απειλεί και μας εκτοπίζει. Αναφέρομαι στο ChatGPT και όλα τα υπόλοιπα LLM.

Πρώτη φορά στην ιστορία της εκπαίδευσης οι διδάσκοντες έχουμε έναν βοηθό που κατέχει απείρως περισσότερες πληροφορίες από εμάς, αναπτύσσει ικανότητες σε πολύ πιο σύντομο χρονικό διάστημα από ό,τι εμείς χρειαστήκαμε για να τις εμπεδώσουμε, όπως είναι η λύση μαθηματικών ή άλλων προβλημάτων, το γράψιμο ενός κώδικα κ.λπ. Ταυτοχρόνως, τον ίδιο ακριβώς βοηθό έχουν και τα ακροατήρια των αμφιθεάτρων ή και των σεμιναρίων, τα οποία κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας έχουν τη δυνατότητα της άμεσης πρόσβασης σε διαφορετικές εκδοχές του ChatGPT. Και εδώ ας μην επικεντρωθούμε στις εξαιρέσεις, αλλά στις τάσεις που καθημερινά κερδίζουν έδαφος.

Αυτή η οντότητα, λοιπόν, έχει έτοιμες απαντήσεις σε ό,τι ρωτηθεί, παρέχει καλογραμμένες περιλήψεις ερευνητικών εργασιών και μονογραφιών, μπορεί να ετοιμάσει εργασίες γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα, αναλύει διδακτορικές διατριβές, μπορεί να ετοιμάσει ερωτήσεις με πολλαπλές απαντήσεις για διάφορα τεστ, κάνει μεταφράσεις, είναι έτοιμη να παραδεχτεί τις παραλείψεις της και, επιπλέον, αντιδρά με ευγενικούς τρόπους. Όλοι και όλες, λοιπόν, μοιραζόμαστε τον ίδιο βοηθό. Απρόσκλητο, πρόθυμο και σχεδόν παντογνώστη. Προφανώς και κάνει λάθη. Είναι, όμως, θέμα χρόνου να μην τα κάνει και δεν πρέπει αυτό να είναι μια δικαιολογία για να μην αναμετρηθούμε με αυτήν τη νέα πραγματικότητα που μεταμορφώνει το εκπαιδευτικό –και όχι μόνον– γίγνεσθαι. Μην ξεχνάμε πως είναι ακόμη σε νηπιακή ηλικία, μιας και πρωτοεμφανίστηκε τον Νοέμβριο του 2022.


Σε λίγα χρόνια, η διδασκαλία όπως τη γνωρίζαμε ώς τώρα θα έχει παραχωρήσει τη θέση της σε μια άλλη, εντελώς διαφορετική, διαδικασία. Δεν μπορώ καν να φανταστώ πώς θα είναι. Το ίδιο θα ήταν αν το 2019, τη χρονιά πριν τον COVID, είχαμε ρωτηθεί πώς θα ήταν η καθημερινότητα στα πανεπιστήμια, παρά το ότι ήδη από τότε οι τεχνικές δυνατότητες των αντίστοιχων zoom ήδη υπήρχαν. Ποιοι, αλήθεια θα προέβλεπαν τη ριζική αναδιαμόρφωση των συνεδριάσεων των συλλογικών οργάνων, των εκλογών καθηγητών, της διδασκαλίας τόσων πολλών μεταπτυχιακών προγραμμάτων, της επίβλεψης των διδακτορικών διατριβών και άλλων πολλών ακαδημαϊκών διεργασιών, στις οποίες έχουν σχεδόν καταργηθεί οι διά ζώσης συναντήσεις; Δείτε πόσα πολλά μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών διαφημίζονται ότι είναι αποκλειστικά διαδικτυακά.

Πολλοί έχουν την αυταπάτη πως δεν άλλαξε κάτι ουσιαστικό, μιας και οι τεχνικές δυνατότητες που μας παρέχονται, μας διευκολύνουν και επιπλέον δεν χάνουμε και χρόνο στις μετακινήσεις. Π.χ. με αυτήν τη βολική διαπίστωση παραβλέπεται το γεγονός ότι στη νέα καθημερινότητά μας με τις τόσες πολλές «συναντήσεις», την παρακολούθηση ομιλιών στο YouTube, τη συμμετοχή σε συνέδρια και άλλα πολλά, έχει συρρικνωθεί με δραματικό τρόπο ο χρόνος που μας είναι τόσο απαραίτητος για την προετοιμασία της διδασκαλίας και την υλοποίηση των ερευνητικών μας εργασιών. Απομακρυνόμαστε δε και από τις προσωπικές επαφές που ήταν η απολύτως αναγκαία συνθήκη για τη δημιουργική συγκρότηση των επιστημονικών κοινοτήτων. Τα αποκαλούμενα εργαλεία που υποτίθεται θα διευκόλυναν την διδασκαλία και έρευνα, μέσα σε ελάχιστα χρόνια άλλαξαν τις συμπεριφορές μας και ήδη διαμορφώνουν ένα ριζικά διαφορετικό προφίλ εκπαιδευτικού σε σχέση με λίγα χρόνια πριν.

Οι αλλαγές συντελούνται μονάχα στην διδασκαλία; Εσείς ανοίγετε τη βεντάλια και σε άλλα πεδία που μετασχηματίζονται βίαια. Σύμφωνα με την πανεπιστημιακή κοινότητα η ΤΝ μπορεί να παράξει επιστημονική γνώση μεθοδολογία κλπ;

Οι αλλαγές που συντελούνται είναι σε όλα σχεδόν τα επίπεδα της πανεπιστημιακής ζωής: ο μετασχηματισμός του έντυπου λόγου, οι νέες υλικότητες στην ανάγνωση και στη γραφή, η βαθμιαία υποβάθμιση της διδασκαλίας, η ραγδαία εξέλιξη των προγραμμάτων LLM και ο κυρίαρχος ρόλος τους στην καθημερινότητα των πολιτών και, βέβαια, των πανεπιστημιακών και των φοιτητών, η χρηματοδοτούμενη αποκλειστικά από εξωτερικούς φορείς έρευνα, οι διαδικασίες αξιολόγησης των αιτήσεων, η παραγωγή νέας γνώσης, η ελευθερία της έκφρασης, ο νέος κόσμος των επιστημονικών περιοδικών και οι διαδικασίες κοινοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων, η ποσοτικοποίηση των ποιοτικών στοιχείων της καθημερινότητάς μας στα πανεπιστήμια, η αλγοριθμοποίηση της καθημερινότητάς μας, η γενικευμένη επιτήρηση των πολιτών όλα αυτά εκφράζουν τα χαρακτηριστικά ενός νέου καθεστώτος και ορίζουν νέους τόπους κοινωνικών συγκρούσεων και ακαδημαϊκών διαπραγματεύσεων.

Η νέα πραγματικότητα που αφορά στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα, δεν προκύπτει αποκλειστικά από την Ψηφιακή Συνθήκη. Ούτε και είναι σωστό να αποδίδουμε τα νέα αυτά χαρακτηριστικά στην «φυσιολογική» εξέλιξη όσων ίσχυαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Ορισμένες παράμετροι του νέου οικοσυστήματος υπήρχαν και πριν, η διαμόρφωση ορισμένων άλλων έχει επιταχυνθεί λόγω της Ψηφιακής Συνθήκης και πολλές παράμετροι συνδιαμορφώθηκαν από την Ψηφιακή Συνθήκη. Αυτό που έχει σημασία είναι η συνύπαρξη όλων ως ενιαίο σύνολο και η βαθμιαία μορφοποίηση ενός πλαισίου, στο οποίο μετασχηματίζονται τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα και σχεδόν το σύνολο των γνωστικών πεδίων που θεραπεύονται σε αυτά.

Η Ψηφιακή Συνθήκη, ως νέο καθεστώς, περιέχει τις εξελίξεις των ήδη καθιερωμένων πρακτικών και μαζί την ανάδειξη και εδραίωση εντελώς νέων. Και οι αλληλεπιδράσεις των δύο παγιώνουν ακόμη περισσότερο το νέο καθεστώς, διαμορφώνοντας νέα νομιμοποιητικά πλαίσια και την εμπέδωση των νέων κανονικοτήτων. Οι κανονικότητες που αναδύονταν από την εξόρυξη των big data δεν ήταν αποδεκτές ως ένα είδος νέας γνώσης, ενώ τώρα ερευνητικά προγράμματα εκατομμυρίων ευρώ προσπαθούν να εντοπίσουν τα «νέα φαινόμενα» που είναι εντυπωμένα στον ωκεανό των big data. Ελάχιστοι ήθελαν να δημοσιεύουν μονάχα σε open access, ενώ σύντομα η αποδοχή του open science, του open review αλλά και του Academia αυξήθηκε εκθετικά.

Οι αλλαγές και οι ανατροπές δεν έγιναν επειδή υπήρξε μια αυστηρή και δικτατορική επιβολή τους, αλλά επειδή οι αλληλεπιδράσεις τεχνουργημάτων και πολιτών κατασκεύασαν νέες κανονικότητες, χαρακτηριστικές του νέου καθεστώτος. Δεν σας τα λέω όλα αυτά ως τεχνολάτρης. Όμως, αν δεν δούμε κατάματα τις συνήθειες, κανονικότητες, αξίες και πρακτικές που χάνονται και ταυτόχρονα αυτές που τις εκτοπίζουν, θα είναι δύσκολο να ορίσουμε μια ατζέντα επιβίωσης στο νέο καθεστώς που μας περιβάλλει. Γιατί το διακύβευμα δεν είναι να επαναφέρουμε τον παλιό κόσμο, αλλά να αρχίσουμε να ανιχνεύουμε και να καθιερώνουμε τις πολλαπλές εκφάνσεις μια δημοκρατικής και άρα αξιοπρεπούς καθημερινότητας στις νέες αυτές συνθήκες.

Η συρρίκνωση αν όχι ο εκτοπισμός των κοινωνικών επιστημών από τα πανεπιστήμια σε συνδυασμό με το ψηφιακό καθεστώς δεν δημιουργούν μια δυστοπία στην πανεπιστημιακή κοινότητα; Ή αλλάζει αυτό με κάποιον τρόπο;

Η επίθεση εναντίων των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών εντάθηκε τα τελευταία χρόνια και δεν είναι μονάχα αποτέλεσμα της προεδρίας Τράμπ στις ΗΠΑ. Συνήθως οι διοικήσεις των πανεπιστημίων επικαλούνται οικονομικούς λόγους ή το μειωμένο ενδιαφέρον από φοιτητές και φοιτήτριες για περικοπή κονδυλίων για τις επιστήμες αυτές. Τις προάλλες η Διοίκηση του Πανεπιστημίου Exeter στην Αγγλία, αποφάσισε να κλείσει τη Σχολή Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών, παρά το ότι είναι από τα πανεπιστήμια που δεν αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα και η Σχολή ήταν μία από τις πιο γνωστές στη Αγγλία.

Στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς που χρηματοδοτούν με τεράστια ποσά την έρευνα, ο προσανατολισμός είναι η εξυπηρέτηση της νέας αμυντικής πολιτικής της ΕΕ, και η συγκρότηση ενός νέου πλέγματος πολεμικής βιομηχανίας. Πολλοί, ακόμη και στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες θα αναγκαστούν να «προσαρμόσουν» τις ερευνητικές προτάσεις τους ώστε να έχουν κάποια ελπίδα να χρηματοδοτηθούν. Αυτό σιγά σιγά θα αλλάξει και την ατζέντα αυτών των επιστημών, θα εργαλειοποιηθούν ακόμη περισσότερο κοκ.

«Τιμωρούνται» οι ανθρωπιστικές επιστήμες, αφού η καλλιέργεια τους είναι εγγενώς συνδεδεμένη με τις δυνατότητες που δίνει η δημοκρατία στα πανεπιστήμια για τη δημιουργία ζωτικών χώρων. Γι’ αυτό και οι τιμωρητικές πολιτικές στοχεύουν στην εξαφάνιση των ζωτικών χώρων που η ίδια η δημοκρατία έχει επιτρέψει να οικοδομηθούν στα πανεπιστήμια. Έτσι σιγά σιγά αναμορφώνεται ο χαρακτήρας των ανθρωπιστικών επιστημών· εργαλειοποιούνται· καθίστανται «χρήσιμες». Τα πανεπιστήμια, παρά τον ελιτίστικο χαρακτήρα τους, εξελίχθηκαν σε έναν από τους πιο ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς. Το διακύβευμα, λοιπόν, σήμερα είναι με ποιους όρους θα επαναδιατυπωθούν οι καταστατικές αρχές των πανεπιστημίων.

Η συνεχώς μειούμενη χρηματοδότηση των ερευνών στις Ανθρωπιστικές και Κοινωνικές Επιστήμες ήδη οδηγεί στην αλλαγή και στο στένεμα της ερευνητικής θεματογραφίας τους, προσαρμοζόμενοι πολλοί στις επιταγές των φορέων χρηματοδότησης. Γι’ αυτό και έχει σημασία να διαμορφωθούν τα στοιχεία μιας νέας ατζέντας και μιας νέας θεματογραφίας. Αυτό δεν θα είναι ούτε εύκολο και ούτε θα υπάρχει πλατιά συναίνεση από τα διαφορετικά μέλη των κοινοτήτων. Μια τέτοια ατζέντα, όμως, είναι ακόμη πιο επιτακτική για τις ανθρωπιστικές επιστήμες σήμερα, που τίθεται υπό συζήτηση το περιεχόμενο τους και το εύρος της κριτικής τους διάστασης μέσα από νέες προσεγγίσεις.

Δεν υποστηρίζω πως τα παραπάνω θα διαμορφώσουν μονοσήμαντα μια συγκεκριμένη δομή των πανεπιστημίων. Οι ενδεχομενικότητες είναι εγγενές στοιχείο τέτοιων κοσμογονικών αλλαγών. Στο πλαίσιο πάντα της Ψηφιακής Συνθήκης, πολλά θα καθοριστούν από τοπικές ιδιαιτερότητες, συσχετισμούς δυνάμεων, κυβερνητικές αλλαγές και προσωπικότητες που θα εμπλακούν σε αυτούς τους μετασχηματισμούς. Και είναι πολύ νωρίς για να είμαστε σε θέση να περιγράψουμε τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους, τις λειτουργίες τους και τι θα απαιτήσουν από εμάς. Ωστόσο, το σίγουρο είναι πως, ανεξάρτητα από τις συγκεκριμένες θεσμικές μορφές που θα πάρουν οι μετασχηματισμοί αυτοί, πολλές από τις «σταθερές» μας –όπως είναι οι πρακτικές ανάγνωσης, διδασκαλίας και έρευνας– θα αναχθούν σε κανονικότητες, μεταλλαγμένες όμως τόσο πολύ ώστε θα είναι αγνώριστες.

Ποιο είναι το πρόταγμα για τα πανεπιστήμια και την κοινωνία στο νέο αυτό καθεστώς;

Το πρόταγμα για όλη την κοινωνία είναι η υπεράσπιση της δημοκρατίας, στα πανεπιστήμια, δε, αυτό αποκτά υπαρξιακές διαστάσεις. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Ο δημόσιος λόγος για τα πανεπιστήμια είναι γεμάτος από όρους όπως αποτελεσματικότητα, παραγωγικότητα, οικονομική αποδοτικότητα, σχέση με την αγορά, εξωστρέφεια και παραγωγή χρήσιμης γνώσης –όροι που φαίνονται ουδέτεροι αλλά εκφράζουν συγκεκριμένα ιδεολογικά προτάγματα.

Ταυτόχρονα, οργανώνεται μια πολύπλευρη επιχείρηση, για να πειστεί η κοινωνία ότι τα πανεπιστήμια δεν είναι ούτε αποτελεσματικά ούτε παραγωγικά. Όμως οι ίδιοι που θέλουν να εδραιώσουν αυτές τις αντιλήψεις αποφεύγουν να απαντήσουν σε ερωτήματα όπως: τι ακριβώς σημαίνει αποτελεσματικότητα των πανεπιστημίων; Τι ακριβώς σημαίνει αποτελεσματική παραγωγή γνώσης; Σε τι ακριβώς καλούνται να είναι πιο αποδοτικοί οι πανεπιστημιακοί; Γιατί ο προσανατολισμός της διδασκαλίας και της έρευνας «προς την αγορά» είναι ευεργετικός για την κοινωνία; Πώς και ποιος αποφασίζει τι είναι χρήσιμο;

Αν μελετήσουμε και αξιολογήσουμε την τόσο πλούσια εμπειρία των πανεπιστημίων, διαπιστώνουμε πως η δημοκρατία και οι δημοκρατικές διαδικασίες όντως δεν είναι αποτελεσματικές, αν ως παράδειγμα αποτελεσματικότητας συγκρίνει κανείς το πανεπιστήμιο με ένα πλυντήριο πιάτων ή μία μηχανή παραγωγής παγωτού ή ακόμη και με μία μεγάλη εταιρεία παραγωγής και εμπορίας καταναλωτικών προϊόντων. Η αποτελεσματικότητα, η παραγωγικότητα και η οικονομική αποδοτικότητα, έτσι όπως την εννοούν όσοι θέλουν να την επιβάλουν, είναι κάτι που δεν έχει νόημα για τα πανεπιστήμια.

Μάλιστα, υπό αυτήν την έννοια, τα πανεπιστήμια δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικά –ενδεχομένως και να μην πρέπει να είναι αποτελεσματικά. Είναι –ή, τουλάχιστον, ήταν μέχρι πρόσφατα–, όμως, αποτελεσματικά μέσα σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, επειδή καθημερινά επιλύονται πολλά και σοβαρά προβλήματα –εκπαιδευτικά, ερευνητικά, διοικητικά, άλλα που σχετίζονται με συμπεριφορές φοιτητών και καθηγητών, άλλα με την κατανομή πόρων–, για τα οποία υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις, και τα προβλήματα αυτά επιλύονται γιατί η πανεπιστημιακή κοινότητα δέχεται να τα συζητάει εξαντλητικά και δεν θεωρεί τις χρονοβόρες διαδικασίες ως κάτι αναποτελεσματικό.

Αυτό δεν είναι η δημοκρατία; Ότι, δηλαδή, τίποτα δεν είναι δεδομένο για το αποτέλεσμα, παρά μόνο η αποδοχή πως υπάρχουν προβλήματα που πρέπει να λύνονται συναινετικά μέσα από συζητήσεις; Βεβαίως και υπάρχουν πολύωρες συνεδριάσεις που δεν οδηγούν πουθενά, εκφυλιστικά φαινόμενα στη διάρκεια των συνεδριάσεων, πανεπιστημιακοί που αρέσκονται να ακούν τη φωνή τους και θεωρούν πως οι απόψεις τους είναι οι απολύτως ορθές, και λύσεις που αποδεικνύονται να είναι αδιέξοδες. Όπως υπάρχουν και τα απαράδεκτα φαινόμενα πρυτάνεων και καθηγητών οι οποίοι έχουν συνειδητά καταχραστεί την (όποια) εξουσία έχουν, αυθαιρετούν και στη συνέχεια εμπλέκονται σε δικαστικές διαμάχες. Συναντάμε όμως αυτά τα φαινόμενα αποκλειστικά στα πανεπιστήμια; Δεν νομίζω.

Δεν αναφερόμαστε, λοιπόν, σε μια κρίση των πανεπιστημίων γενικά και αόριστα, αλλά σε μια νέα ιστορική συγκυρία, όπου αλλάζει ο χαρακτήρας των πανεπιστημίων. Όπως έγινε σε κάθε κρίσιμη συγκυρία του παρελθόντος, ένα πλέγμα ανθρώπων μέσα και έξω από το πανεπιστήμιο κατάφεραν να επαναπροσδιορίσει το πανεπιστήμιο τη σχέση του με τις νέες κοινωνικές πραγματικότητες, να διευρύνει την πολυμορφία του προσωπικού του, να είναι ανεκτικό στους πειραματισμούς και να διαμορφώσει τρόπους συνύπαρξης των μελών του –όχι χωρίς ήττες, όχι χωρίς πικρίες. Έτσι και στη σημερινή συγκυρία με την Ψηφιακή Συνθήκη, υπάρχουν πολλές ενδεχομενικότητες. Και είναι σίγουρο πως με πρωταγωνιστές όσες και όσους ασκούν τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, μέσα από αυτές τις ενδεχομενικότητες, μέσα από δυσκολίες και ακυρώσεις, θα αρχίσουν να προβάλλονται οι νέοι ζωτικοί χώροι, εντός και εκτός των πανεπιστημίων.

Ποια θέση έχει η Αριστερά σε όλο αυτό; Δημιουργεί δυναμικές; Ανοίγει συζητήσεις για το φλέγον ζήτημα; Και που πρέπει να σταθεί κατά τη γνώμη σας;

Γίνονται, ευτυχώς πολλές συζητήσεις. Αρκετές είναι με επίκεντρο την εργαλειοποίηση της ΤΝ, να βρεθούν, δηλαδή, τρόποι ευεργετικής για τους πολλούς χρήση της. Άλλες επικεντρώνονται στις διαδικασίες ρύθμισης των πολλαπλών χρήσεων της. Νομίζω ότι, αν μείνουμε σε αυτές, και οι δύο προσπάθειες αντιμετώπισης της ΤΝ είναι αδιέξοδες. Η αριστερά έχει κακό παρελθόν με το να πιστεύει και η ίδια στην ουδετερότητα της τεχνολογίας, και να θεωρεί πως τα πάντα καθορίζονται από την πολιτική εξουσία που κατευθύνει τη χρήση των τεχνολογιών. Όπως και τα θέματα ρύθμισης, καλό είναι προφανώς να υπάρχουν, αλλά εξαρτάται ποιοι ελέγχουν τους ρυθμιστικούς μηχανισμούς. Σκεφτείτε πόσο φτωχά είναι τα πρακτικά αποτελέσματα από τις ρυθμίσεις γύρω από την βιοηθική τα τελευταία 50 χρόνια.

Όμως, υπάρχουν, πολλές και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες που αποτελούν αντιστάσεις στην κυρίαρχη κουλτούρα. Τέτοιες είναι ο αγώνας για λογοδοσία και δημοκρατικό έλεγχο των δεδομένων, το ανοιχτό και δωρεάν λογισμικό, η συγκρότηση των κοινών, η ανοιχτή επιστήμη κτλ. Διαμορφώνεται, δε, ένα πλαίσιο σκέψης που επιμένει πως αν όλες οι προσπάθειες μας είναι να επαναφέρουμε τις «παλιές καλές μέρες», τα αδιέξοδα θα πολλαπλασιαστούν.

Σήμερα η αριστερά είναι σε άμυνα. Και η άμυνα αποτελεί ένα είδος πολιτικής ώστε να προετοιμαστούν οι νέες συνθήκες, και να μορφοποιηθούν τα νέα εγχειρήματα. Έτσι δεν έγινε και στο παρελθόν; Οι ακραίες καταστάσεις τιθασεύθηκαν μετά από συχνά και βίαιους αγώνες, και δημιουργήθηκε μία νέα ισορροπία.

Αναφέρετε κάποια στιγμή πως σύμφωνα με τον Γάλλο Charles Richet το «αόρατο» δεν είναι πλέον πεδίο δεισιδαιμονίας αλλά μια νόμιμη επιστημονική θεματογραφία. Θέλετε να μας το εξηγήσετε;

Υπήρξαν περίοδοι στην ιστορία των επιστημών στη διάρκεια των οποίων πολλοί επιστήμονες άρχισαν να αναρωτιούνται αν έχει φτάσει το «τέλος της επιστήμης» που μελετούσαν. Μία τέτοια περίοδος ήταν το τέλος του 19ου αιώνα και αρκετοί φυσικοί θεωρούσαν πως όλα τα φαινόμενα μπορούσαν πια να ερμηνευτούν με μαθηματικοποιημένες θεωρίες.

Άρχισε, τότε, μία συζήτηση μήπως τώρα που «τελείωσε» η φυσική, οι ίδιοι που είχαν διατυπώσει τις επιτυχημένες θεωρίες, έπρεπε να στρέψουν την προσοχή τους και σε φαινόμενα που μέχρι τότε δεν είχαν συμπεριληφθεί στα ερμηνευτικά σχήματα που αποδείχθηκαν τόσο επιτυχημένα για σχεδόν όλους τους τομείς της φυσικής.

Αυτή η «αίσθηση» συνέπεσε και με την ανακάλυψη φαινομένων που δεν ήταν ορατά στο γυμνό μάτι: τη ραδιενέργεια, το ηλεκτρόνιο, οι ακτίνες Χ. Άρα το αόρατο είχε μπει στα καλά στη φυσική. Πολλοί γνωστοί φυσικοί της εποχής άρχισαν να συμμετέχουν σε σεάνς για να μελετήσουν τα παραψυχολογικά φαινόμενα, αλλά σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα αποχώρησαν, θεωρώντας ότι ήταν αδύνατο να τα μελετήσουν με τους τρόπους που γνώριζαν από τη φυσική. Ο Richet που αναφέρατε, ήταν από τους πρωτοπόρους μελετητές αυτών των «άλλων» δυνάμεων. Ήταν Γάλλος φυσιολόγος, γνωστός κυρίως για την ανακάλυψη της αναφυλαξίας και είχε λάβει το Νόμπελ Φυσιολογίας το 1913. Ταυτόχρονα τον ενδιέφερε πολύ η παραψυχολογία και είχε επινοήσει τον όρο «εκτόπλασμα».