..............................................................
Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899 - 1986)
Πίνακας Henri de Toulouse-Lautrec
..............................................................
Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899 - 1986)
...............................................................
Το σπίτι ως "εστία"
..............................................................
.............................................................
Βισουάβα Σιμπόρσκα (1923 - 2012)
·
«Η
ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ»
ποίημα της Βισουάβα Σιμπόρσκα (1923-2012) (βραβείο Νόμπελ 1996) (μτφ. Μπεάτα
Ζούλκιεβιτς, από την ανθολογία «Η Ζωή
Εδώ και Τώρα», εκδ. Καστανιώτης, 2021)
Προς τα πού τρέχει
αυτό το γραμμένο ζαρκάδι στο γραμμένο
δάσος;
Μήπως για να πιει απ’
το γραμμένο νερό
όπου η μουσούδα του
θα αποτυπωθεί σαν σε καρμπόν;
Γιατί σηκώνει το
κεφάλι του, μήπως ακούει κάτι;
Στηριγμένο στα
δανεισμένα από την αλήθεια τέσσερα
ποδαράκια του,
στήνει τ’ αυτί του
κάτω από τα δάχτυλά μου.
Σιωπή – αυτή η λέξη επίσης
θροΐζει πάνω στο χαρτί
κι αναμερίζει
τα κλαδιά που
βλάστησαν από τη λέξη «δάσος».
Πάνω στο λευκό χαρτί
παραμονεύουν, έτοιμα να ορμήσουν,
γράμματα που μπορούν
να πάρουν λάθος σειρά,
προτάσεις που θα το πολιορκήσουν
και δεν θα υπάρχει
σωτηρία.
Μια σταγόνα μελάνι
περιέχει αρκετό απόθεμα
κυνηγών με το μάτι
στο στόχαστρο,
έτοιμων να τρέξουν προς
τα κάτω στην απότομη πένα,
να περικυκλώσουν το ζαρκάδι,
να το σημαδέψουν.
Ξεχνούν ότι αυτό εδώ
δεν είναι η ζωή.
Χαρτί και καλαμάρι –
άλλοι νόμοι επικρατούν εδώ.
Το αναπετάρισμα των
βλεφάρων θα διαρκέσει τόσο όσο θέλω
εγώ,
στο χέρι μου είναι να
το διαιρέσω σε μικρές αιωνιότητες
γεμάτες με
σταματημένες στην πορεία τους σφαίρες.
Για πάντα, αν το
προστάξω, δεν θα συμβεί τίποτα εδώ.
Χωρίς τη βούλησή μου
ούτε φύλλο δέντρου θα πέσει,
ούτε φύλλο χλόης θα
λυγίσει κάτω από την τελεία της μικρής
οπλής.
Υπάρχει λοιπόν
τέτοιος κόσμος
του οποίου τη μοίρα
αποφασίζω αυτόνομα εγώ;
Τέτοιος χρόνος τον
οποίο δένω με αλυσίδες συμβόλων;
Τέτοια ύπαρξη υπό τη
διαταγή μου ατελείωτη;
Η χαρά της γραφής.
Η δυνατότητα της διαιώνισης.
Η εκδίκηση του θνητού
χεριού.
...............................................................
Ο "Λόρενς της Αραβίας" και ο Λένιν συγκρούστηκαν στο Αφγανιστάν
έγραψε ο Άρης Χατζηστεφάνου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 21.8. 2021)
.............................................................
Αχιλλέας Παράσχος (1838-1895)
...............................................................
Μίνως Βολανάκης (1925-1999)
Ο Μίνως Βολανάκης επιλέγει και αποδίδει αποσπάσματα από την Παλατινή Ανθολογία (εκδ. Οξύ, 2011)
σελ. 55-59 [ΠΑΛΛΑΔΑΣ]
VII/607 Η Ψυλλώ, η γραία, τους κληρονόμους της εφθόνησε
και κληρονόμησε εαυτήν εγκαίρως.
Με πήδο στο δώμα του Άδη προσγειώθηκε
σύμμετρα ισοσκελίζοντας δαπάνες και ζωή
Τα πάντα καταβρόχθισε και τέλος την ζωή της.
Το έσχατο κέρμα κράτησε στο στόμα
για τον Χάρο.
Χ/45 Θυμήσου, άνθρωπε, πώς σ' έσπειρε ο πατέρας σου,
και μη μεγαλοπιάνεσαι.
Μεγαλαυχεί ο Πλάτων,
όταν στην ονείρωξή του σε ανακηρύσσει
"Αθάνατο" και "Ουράνιο Φυτό".
Όχι.
Από πηλό γεννήθηκες, πηλόν αξίζεις. -
αν πρέπει να μιλήσω κόσμια.
Αν πάλι την κυριολεξία αντέχεις:
από λαγνεία ακόλαστη και μιαρή σταγόνα.
Χ/63 Ποτέ δε ζει ο φτωχός. Ούτε το θάνατό του ζει.
Νεκροζωή - όσο υποδυόταν τη ζωή, και τώρα
ζώνεκρος ο ταλαίπωρος - μικρό το βήμα.
Όχι, σου εύχομαι τύχη απίθανη,
σου εύχομαι χρήματα άπειρα
για να γευτείς το γνήσιο γκρέμισμα
στο βάραθρο που χάσκει κάτω απ' τη ζωή σου.
Χ/65 Ζωή λένε μια σφαλερή πλοήγηση, χειμώνα.
Συχνά εξοκέλλουμε πιο οικτρά κι από ναυάγια.
Η τύχη στο πηδάλιο, και πελαγοδρομούμε
αμφίβολοι, ανερμάτιστοι, όπου μας πάει το ρεύμα.
Αφού όλους
μας οδηγεί
κάτω απ' τη γη,
η ίδια ορμή
στον ίδιο όρμο.
Χ/79 Η νύχτα απέρχεται. Ξανά θα μας γεννήσει η μέρα.
Από τον πρότερό μας βίο δεν κρατάμε τίποτα.
Ξένοι στο αύριο, απόξενοι απ' το χτες,
την άγνωστην υπόλοιπη ζωή αρχίστε σήμερα.
Άδικα επαίρεσαι για τα πολλά σου χρόνια,γέροντα.
Περάσανε. Και ό,τι παρήλθε, άνθρωπε, δεν υπάρχει.
Χ/80 Παίγνια της Τύχης όσοι βλέπουμε το φως.
Οικτρός, αλήτης βίος
να λαχανιάζεις ανάμεσα στα πλούτη και στην πείνα.
Η Τύχη όσους κατήγαγε, τώρα,
σαν μπαλάκια εκσφενδονίζει στα ουράνια.
Η Τύχη όσους ανύψωσε, ξανά μας προσγειώνει
εδώ στον Άδη.
Χ/82 Μήπως νεκροί,
οπτασιαζόμεθα επίμονα ότι ζούμε;
Μήπως, έλληνες άνδρες
στη συμφορά μας βολεμένοι,
θεωρούμε βίο μας ένα όνειρο;
Ή μήπως επιζούμε πράγματι εμείς,
σε μια νεκροζωή;
Χ/84 Έκλαψα όταν γεννήθηκα, πεθαίνω - κλαίω.
Μάτια από χώμα κι από δάκρυ.
κι αναλύονται.
Ω γένος Ανθρώπων, οικτρό, ασθενές,
πολύδακρυ,
αχνοφαίνεσαι επί γης
ενώ ήδη διαλύεσαι.
Χ/89 Αν είναι Θεά η Φήμη * θα είναι χολωμένη
κι εκείνη με τους Έλληνες * και μας εξαπατά
όποτε τη συμφέρει * με λόγια σφαλερά.
Θεός αποδεικνύεται * μόνο στη Συμφορά.
που και τη Φήμη ξεπερνάει σε ταχύτητα.
Χ/90 Να η μεγίστη πονηρία του φθόνου:
Τον τυχερό μισούμε - αυτόν που αγαπά ο Θεός.
Τόσον ο φθόνος τους ανόητους μας πλανά,
τόσο προθύμως υπηρετούμε την μωρία.
Έλληνες, άνδρες αποκαΐδια, άνδρες -
στάχτη, κι οι ελπίδες μας στο παρελθόν,
σπίθες θαμένες με την τέφρα των προγόνων,
όλα για μας, και ο χρόνος, αντιστρέφονται.
..........................................................
...............................................................
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου (γ.1957)
Κρυφτό
Αν κρύβεσαι μέσα της
το έξω δεν υπάρχει.
Η ομορφιά είναι ένα άσυλο για όλους τους πρόσφυγες
της πραγματικότητας
Ποτέ δε σε διώχνει
Ή φυλλοβόλα ή αειθαλής, ή του Φλεβάρη
απαστράπτουσα μιμόζα, υπάρχει...
Και κουρνιάζουν τα φευγαλέα.
Κρύψου μέσα της, κοτσύφι!
Κρύψου, αραχνούλα!
Κρύψου κι εσύ, της καρδιάς το ματωμένο.
Χάσου τώρα.
Όταν θα ανατείλει ο κόσμος θα του τραγουδήσουμε
μαζί
"τι σε μέλλει εσένανε από πού είμαι εγώ"...
Από τους "Αφορισμούς"
Ι.
Ο Παράδεισος πάντα κατοικείται.
Ακατοίκητη είναι μονάχα η Κόλαση.
Όλα τ' άλλα είναι μύθοι.
ΙΙΙ.
Δεν έχει τόπο
έχει τρόπο
ο τόπος είναι κινούμενη άμμος
ο τρόπος είναι να μιληθεί
ο αχνός που αφήνουν οι κόκκοι πίσω
κι αυτό το σείστρο του ρίγους
πριν η φωνή χαθεί
Δεν έχει οδό
έχει ρόδο
η οδός είναι μπαζωμένο ρέμα
το ρόδο είναι χέρι που θα ματωθεί
απ' τ' αγκάθια του είδους
πριν ανθισμένο αρθεί.
Μια χειρονομία έχει
δεν έχει άλλα
κι οικονομία
μία
να γράφεις μονοκοντυλιά
και ορθογραφημένο
είμαι
στις φλέβες του μαρμάρου
"Ενθυμούμαι"
Καλύτερα να σε χάσω από ζωή παρά από θάνατο
αν έχω επιλογή
ας είναι αυτή
που αφήνει τα προς ώρας να επιτηδεύονται
καθώς λίκνισμα σιτηρών στο αεράκι
Καλύτερη η καθαριότητα της στάχτης παρά του χώματος
αν έχω επιλογή
ας είναι αυτή
γιατί η φλόγα η ωραία
χορεύει με τα προϊόντα του θανάτου
δεν φτυαρίζει κοπετό στο σώμα.
Καλύτερα να σε σώσω από μνήμη παρά από πνιγμό
κι ας είναι η ανάμνηση επιρρεπής στη λήθη
στο δικό μου "ενθυμούμαι" φάνηκε ένα σχέδιο
ανεξίτηλο, που λέει ο λόγος,
και στο πέρασμα του χρόνου ανανεώνεται
μαζί με το συναπάντημα της κάθε ρυτίδας
στη ρυμοτομίας της ψυχής
στην κεντρική πλατεία της οποίας θα αναπνεύσουν
κάποια στιγμή μαζί
όσες ανάσες μας διέφυγαν από λάθος
ή από ανεμελιά
ή από τη φυσική φορά του ποταμού
Καλύτερο το πένθος από τα παράσημα
των προγραμματισμών
άλλωστε και τα προγράμματα σπάνε, χαλνάνε,
(κι αυτό είναι ευτύχημα)
γίνονται σκόρπιοι κύβοι
ξανά πεσσοί για σπαζοκεφαλιές άλλων παιδιών
επιγραμματικά:
Τι θ' απομείνει θαρρείς από τόσο βάσανο
αφού χωριστούμε;
Μόνο ουρανός.
Νικήθηκα
Με τα μέλη σε θέση
συντριβής
το τόσο δα
το ελάχιστο
το κύτταρο
διαρκώς ορίζω
ό,τι κατάφερε κι έγινε γάλα εν μέσω ατέκνων
Αλλά
Νικήθηκα
πριν ή μετά τη γέννα
δεν ξέρω πότε ακριβώς
κι από τότε αγωνίζομαι
να επουλώνω πληγές αιώνων
- τις έμαθα στη φλέβα μέσα
διατρέχοντας το βουητό αρχαίων πόνων
από τις σχισμές των φιλιών
να περνούν στα χείλη στη γεύση στο σώμα
να σπέρνουν στη χολή και στη γλώσσα φαρμάκι -
(Φταίει ο καιρός ποιος ξέρει
που μιλάνε όλοι μια παράταιρη λαλιά)
Κατά τα άλλα
δεν ανάστησα τίποτα
ούτε μια λαμπρή εικόνα από το σήμα της ομορφιάς
Από την ποιητική συλλογή της Γεωργίας Δεληγιαννοπούλου "Το ψάρι που τραγουδάει" (εκδ. "Οιακιστής", 2021)
...............................................................
Από τα "Χάι - Κου των εποχών" της Λούλης Τσαμαντάνη (εκδ. Γαβριηλίδη, 2015)
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
Άστραψε
πάλι Μαύρη
δαντέλα
το ψέμα –
κακό άστρο
φύλλωμα, σε φόντο μπλε.
σαν μάτι
φιδιού.
Ω! σκοτεινιάζει.
Στριφνό
μπουρίνι
Αποκαλύπτει
βροντάς,
σκούζεις, τα μωρά τις
κλεμμένες αγάπες
γιατί
τρομάζεις;
η Πανσέληνος.
...............................................................
· «Η ιστορία της Χώρας της Φαταουλίας»
του Τζάνι Ροντάρι (1920-1980) (από τα
Παραμύθια από το τηλέφωνο», μτφ. Άννα
Παπασταύρου, εκδ. Μεταίχμιο, 2003)
Στη μακρινή πανάρχαια Χώρα της Φαταουλίας, ανατολικά του δουκάτου των Βαρελοφρόνων,
βασίλεψε πρώτος ο Φαταούλας ο Καλοστόμαχος, που τον έλεγαν έτσι, γιατί, αφού
έτρωγε όλα τα μακαρόνια, ροκάνιζε ακόμα και το πιάτο και το χώνευε μια χαρά.
Τον διαδέχτηκε στο
θρόνο ο Φαταούλας ο Δεύτερος, ο λεγόμενος Τρικούταλος, γιατί έτρωγε τη σούπα
χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα τρία ασημένια κουτάλια: τα δύο τα κρατούσε αυτός με
τα χέρια του και το τρίτο το κρατούσε η βασίλισσα κι αλίμονό της αν δεν ήταν
γεμάτο.
Ύστερα από αυτόν, κατά σειρά, ανέβηκαν στο
θρόνο της Φαταουλίας, που ήταν τοποθετημένος στην κεφαλή ενός τραπεζιού
στρωμένου γιορτινά μέρα και νύχτα:
ο Φαταούλας ο Τρίτος, ο λεγόμενος Μεζές
ο Φαταούλας ο Τέταρτος, ο λεγόμενος Κοτολέτα
Πανέ
ο Φαταούλας ο Πέμπτος, ο λεγόμενος Πεινάλας
ο Φαταούλας ο Έκτος, ο λεγόμενος Ξεψαχνιστής
ο Φαταούλας ο Έβδομος, γνωστός και ως «Έχει
άλλο;», που καταβρόχθισε μέχρι και το στέμμα – κι ήταν κι από σφυρήλατο σίδερο·
ο Φαταούλας ο Όγδοος, ο λεγόμενος
Ξεκοκαλιστής, που στο τραπέζι δε βρήκε πια τίποτα να φάει κι έφαγε το
τραπεζομάντηλο·
ο Φαταούλας ο Ένατος, ο λεγόμενος Σαγόνας,
που έφαγε το θρόνο μαζί με όλα τα μαξιλάρια.
Έτσι έσβησε η δυναστεία.