Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

"...Πώς είναι ο κόσμος όταν λείπουμε;" ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ (από τη συλλογή "Ενάντιος Έρωτας", 1982)

..............................................................

"...Πώς είναι ο κόσμος όταν λείπουμε;"

"Τα όντα, όταν τ’ αφήνουμε μόνα τους, πώς είναι; Τί κάνουν όταν παύουμε να τα πασπατεύουμε, να τα γαργαλάμε, να τα δαγκώνουμε; Όταν είναι μόνα τους μες στη σαπουνάδα τους ή στις λάσπες της νύχτας; Τα πράγματα, όταν δεν τα χώνουμε ανάμεσα στα πόδια μας, όταν δεν τ’ ανοίγουμε, δεν τα κλείνουμε, δεν τα φοράμε και περιμένουμε, δεν τα γδυνόμαστε και περιμένουμε, όταν δε σχεδιάζουμε Σαββατοκύριακο, βόλτα, όραμα, επίδειξη∙ όταν το χιόνι δεν έχει πατηθεί απ’ τον αγαπημένο σκύλο, οι γλάστρες με τα παράθυρα της ψυχής μας κλειστά για πάντα, πώς είναι; Πώς είναι ο κόσμος όταν λείπουμε;"(Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ενάντιος Έρωτας, 1982).




"...Αφού ξέρεις..." ποίημα της Κικής Δημουλά

..............................................................

...Αφού ξέρεις...

Σήκω μέρα.
Νίψου έτοιμο το πρωινό σου
σερβιρισμένος ο κόσμος
φρέσκος μόλις τον έκοψαν
από το δέντρο του ύπνου.
Πάρε μαζί σου και τ' όνειρό του
για μεσημεριανό σου.
Κράτα λίγο και για το σούρουπο
θα πεινάσεις
θα 'ναι τα τρόφιμα
κλειστά.
Μόνο συγκράτησε όσο μπορείς
την επιδεικτική φιλάρεσκη εξάπλωσή σου.
Αφού ξέρεις
η πίσω μεριά ενός βουνού
ένα φού να σου κάνει
έσβησες πας.
Κική Δημουλά


Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020

Από το μυθιστόρημα του Χαβιέρ Θέρκας "Ο απατεώνας" (μτφ. Γεωργία Ζακοπούλου, εκδ. Πατάκη, 2016)

..............................................................


Από το μυθιστόρημα του Χαβιέρ Θέρκας  "Ο απατεώνας"

(μτφ. Γεωργία Ζακοπούλου, εκδ. Πατάκη, 2016)







…Ο ΜΑΡΚΟ γεννήθηκε σ’ ένα φρενοκομείο· η μητέρα του ήταν τρελή. Είναι άραγε κι αυτός τρελός; Αυτό είναι το μυστικό του, το αίνιγμα της προσωπικότητάς του; Γι’ αυτό πηγαίνει πάντα με την πλειοψηφία; Να είναι άραγε αυτή η ερμηνεία για όλα, ή για τα βασικά τουλάχιστον; Κι αν ο Μάρκο είναι όντως τρελός, σε τι συνίσταται η τρέλα του;

   Όταν ξέσπασε η υπόθεση Μάρκο, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που απέφυγαν να εκφέρουν άποψη για την προσωπικότητά του· το έκαναν δημοσιογράφοι, ιστορικοί, φιλόσοφοι, πολιτικοί, καθηγητές και, προφανώς, ψυχολόγοι και ψυχίατροι. Η διάγνωση των ψυχιάτρων ήταν ομόφωνη και συμπίπτει κατά κάποιον τρόπο με τη διάγνωση πολλών γνωστών του: Ο Μάρκο είναι μια κλασική περίπτωση ναρκισσιστή.  Ο ναρκισσισμός βέβαια δεν είναι μια μορφή τρέλας, αλλά μια διαταραχή της προσωπικότητας μάλλον, μια απλή ψυχολογική δυσλειτουργία. Χαρακτηρίζεται από την τυφλή και αναίτια πεποίθηση ανωτερότητας του ατόμου για τον εαυτό του, από την ψυχαναγκαστική ανάγκη του να το θαυμάζουν και από την έλλειψη ενσυναίσθησης. Ο ναρκισσιστής έχει υπερβολικά ανεπτυγμένο το αίσθημα της υπεροχής του, κομπάζει ασύστολα, διαρκώς και με οποιαδήποτε αφορμή και ό,τι και να κάνει, περιμένει να τον αναγνωρίσουν ως ένα ανώτερο άτομο, να τον θαυμάζουν αδιαλείπτως και να του φέρονται με λατρεία. Εκτός από την τάση του προς την αλαζονεία και την έπαρση, καλλιεργεί φαντασιώσεις απεριόριστης επιτυχίας και δύναμης· και, δεδομένου ότι αρνείται να μπει στη θέση των άλλων ή είναι ανίκανος να το κάνει, δε διστάζει να τους εκμεταλλευτεί, θεωρώντας ότι οι κανόνες που ισχύουν για εκείνους δεν ισχύουν γι’ αυτόν. Είναι ένας ασυγκράτητος γόης γεννημένος να χειραγωγεί, ένα ηγέτης που επιθυμεί να προσελκύσει οπαδούς, ένας άνθρωπος που διψάει για εξουσία και έλεγχο, θωρακισμένος σχεδόν απέναντι στο αίσθημα της ενοχής. Επομένως είναι άραγε ο ναρκισσιστής ένας άνθρωπος που ουσιαστικά είναι ερωτευμένος με τον εαυτό του; Ο ναρκισσιστής των ψυχολόγων αντιστοιχεί με τον ναρκισσιστή της λαϊκής σοφίας; Ή αντιστοιχεί περισσότερο με τον Νάρκισσο του μύθου; Ποιος είναι ο Νάρκισσος του μύθου;

   Για τον μύθο του Νάρκισσου υπάρχουν πολλές εκδοχές· η πιο γνωστή, και η καλύτερη είναι η εκδοχή την οποία αφηγείται ο Οβίδιος στο Τρίτο Βιβλίο των Μεταμορφώσεων. Πρόκειται για μια τραγική ιστορία που αρχίζει με μια πράξη βίας: Ο Κηφισός, ο ποτάμιος θεός, συλλαμβάνει και βιάζει τη γλαυκή νύμφη Λειριώπη, που από τον βιασμό αυτό γεννάει ένα μωρό εκπάγλου ομορφιάς, το οποίο ονομάζει Νάρκισσο. Η Λειριώπη σπεύδει στον Τειρεσία, τον τυφλό μάντη, και τον ρωτάει αν ο γιος της θα ζήσει πολλά χρόνια. Η απάντηση του Τειρεσία είναι παράξενη και κατηγορηματική: Ναι, “si se non nouerit”· τουτέστιν: Ναι, «αν τον εαυτό του δε γνωρίσει».* Ο Νάρκισσος περνάει τα παιδικά του χρόνια ήρεμα, μακριά από τον αινιγματικό χρησμό του οιωνοσκόπου. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας του τον ερωτεύονται άντρες και γυναίκες, αλλά εκείνος δεν ανταποκρίνεται σε κανέναν. Μια μέρα που κυνηγούσε ελάφια στο δάσος, τον βλέπει η Ηχώ – «η νύμφη η βροντόφωνη, που ούτε να σωπαίνει άλλος σαν μιλεί, ούτε πρώτη η ίδια να μιλεί είχε μάθει» - και τον ερωτεύεται. Πιστός στην ψυχρότητα και στην αλαζονεία του, ο Νάρκισσος την απορρίπτει και, ντροπιασμένη, καταρρακωμένη από τον πόνο, η Ηχώ κρύβεται στο δάσος και καταριέται αυτόν που είχε περιφρονήσει τόσους άντρες και γυναίκες πριν από την ίδια: «έτσι ο ίδιος να αγαπά, έτσι αυτόν που αγαπά δικό του να μην κάνει». Τότε η Νέμεσις, η κόρη της Νύχτας και θεά της εκδίκησης, ικανοποιεί την παράκληση της Ηχούς, και η γενναιοδωρία της αυτή σφραγίζει την καταστροφή του Νάρκισσου. Φτάνοντας σε μια γάργαρη πηγή, πνιγμένη στο χορτάρι, «που ασήμιζαν καθάρια τα νερά της», ο Νάρκισσος ξαπλώνει για να ξεκουραστεί και να πιει νερό, αλλά, όταν σκύβει για να σβήσει τη δίψα του στην πηγή, μια διαφορετική και ακόρεστη δίψα θεριεύει μέσα του, «απ’ της θωριάς του το είδωλο που ‘βλεπε μαγεμένος, ελπίδα δίχως σώμα ερωτεύτηκε, σώμα θαρρεί πως είναι αυτό που ‘ναι νερό. Θαμπώνει ο ίδιος τον εαυτό του και απ’ την όψη του την ίδια μαγεμένος στέκει ασάλευτος λες κι ήταν άγαλμα από Παριανό μάρμαρο καμωμένο». Η κατάρα της Ηχούς εκπληρώνεται: Όταν ο Νάρκισσος ερωτεύεται το είδωλό του που αντανακλάται στο νερό, εμπλέκεται σε έναν ανέφικτο έρωτα. Αλλά και ο χρησμός του Τειρεσία επίσης εκπληρώνεται: Βλέποντας τον εαυτό του, γνωρίζοντας τον εαυτό του, ο Νάρκισσος πεθαίνει, και το άψυχο σώμα του μετατρέπεται «σ’ ένα άνθος κροκωτό μες στη μέση και με πέταλα κατάλευκα ζωσμένο» - στο λουλούδι του νάρκισσου.

   Επομένως ο Νάρκισσος του μύθου δεν είναι ο Νάρκισσος της λαϊκής σοφίας, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Στην ιστορία του Οβίδιου ο Νάρκισσος δεν ερωτεύεται τον εαυτό του, αλλά το είδωλό του που αντανακλάται στο νερό· στην ιστορία του Οβίδιου ο Νάρκισσος μισεί στην πραγματικότητα τον εαυτό του, του προκαλεί απέχθεια ο εαυτός του, περιφρονεί με όλες του τις δυνάμεις τον εαυτό του, και γι’ αυτό πεθαίνει όταν βλέπει τον εαυτό του. Με τους κομπασμούς του, τις ψευδαισθήσεις του μεγαλείου και του ηρωισμού του, ο ναρκισσιστής κατασκευάζει μια ωραιοποιημένη φανταστική ιστορία, ένα ψέμα πίσω από το οποίο κρύβεται και οχυρώνεται συνάμα, μια μυθοπλασία ικανή να κρύψει την πραγματικότητα, την απόλυτη ρυπαρότητα της ζωής του, ή αυτό που εκείνος αντιλαμβάνεται ως απόλυτη ρυπαρότητα της ζωής του, τη μετριότητα και την ποταπότητά του, την τέλεια περιφρόνηση που νιώθει για τον εαυτό του. Ακαταπόνητος, ο ναρκισσιστής χρειάζεται τον θαυμασμό των άλλων για να επιβεβαιωθεί σ’ αυτό το ψέμα, όπως χρειάζεται τον έλεγχο και την εξουσία ώστε να μην μπορέσει κανείς να γκρεμίσει το καλοδουλεμένο προσωπείο που έχει υψώσει μπροστά του. Ο ναρκισσιστής ζει μες στη θλίψη και τον φόβο, σε μια χρόνια ανασφάλεια μεταμφιεσμένη σε ψυχραιμία (ακόμη και σε έπαρση ή υπεροψία), στο χείλος της αβύσσου της τρέλας, τρομοκρατημένος από το ιλιγγιώδες κενό που υπάρχει ή που διαισθάνεται βαθιά μέσα του, ερωτευμένος με το κολακευτικό μύθευμα που έχει κατασκευάσει για να ξεχάσει την απωθητική πραγματικότητά του, και γι’ αυτό θωρακίζεται απέναντι σε κάθε αίσθημα ενοχής, αλλά και απέναντι σε όλα σχεδόν τα συναισθήματα, τα οποία προσπαθεί να κρατήσει σε απόσταση, από φόβο μην τον αποδυναμώσουν  ή και τον καταστρέψουν ακόμη.

   Πολλοί ψυχολόγοι υποστηρίζουν επίσης ότι ο ναρκισσισμός γεννιέται στην παιδική ηλικία και είναι συνέπεια μιας βίαιης πράξης ή μιας βαθιάς πληγής – όπως γεννιέται ο Νάρκισσος από τη βία που άσκησε στην αρχή του μύθου ο Κηφισός στη Λειριώπη - , μιας δύσκολης στιγμής που το παιδί δε στάθηκε ικανό να τη διεργαστεί, μιας ταπείνωσης ή ενός άγριου πλήγματος στην  αυτοεκτίμησή του, μιας πρόωρης οδυνηρής εμπειρίας ανείπωτου τρόμου την οποία βίωσε μέσα στους κόλπους της οικογένειας, και ότι ο μύθος της ανωτερότητάς του δεν είναι παρά το προσωπείο της πραγματικής κατωτερότητάς του ή του πραγματικού του αισθήματος κατωτερότητας, το ανεξίτηλο τραύμα της οδυνηρής εμπειρίας ανείπωτου τρόμου. Ενδεχομένως να είναι αλήθεια όλ’ αυτά. Το σίγουρο πάντως είναι ότι η μυθοπλασία σώζει τον Νάρκισσο και, αν ο Μάρκο είναι με τον τρόπο του ναρκισσιστής, τα ψέματά του τον έσωσαν: Ο Μάρκο ήταν ένα ορφανό που το είχαν αποσπάσει δια της βίας από μια μητέρα φτωχή, τρελή και κακοποιημένη από τον άντρα της, ήταν ένα παιδί νομάς που δε γνώρισε στοργή, ένας έφηβος παθιασμένος σε μια εφήμερη επανάσταση, ηττημένος σε έναν φρικιαστικό πόλεμο, ένας άνθρωπος καταδικασμένος να χάνει από γεννησιμιού του, που κάποια στιγμή στη ζωή του αποφάσισε να επινοήσει το παρελθόν του με σκοπό να κατακτήσει την αγάπη και τον θαυμασμό που δεν είχε δεχτεί ποτέ του, να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό του, να κατασκευάσει έναν ένδοξο μύθο για τη ζωή του ώστε να κρύψει τη μέτρια και ντροπιαστική πραγματικότητα, να λέει ότι δεν ήταν αυτό που ήταν, ότι δεν είχε υπάρξει αυτός που είχε υπάρξει – ένας άντρας απολύτως φυσιολογικός, ένα ακόμη μέλος της τεράστιας, σιωπηλής, δειλής, γκρίζας και καταθλιπτικής πλειοψηφίας, που πάντα λέει Ναι -, αλλά ότι ήταν ένας εξαίρετος άνθρωπος, ένας από εκείνους τους μοναδικούς ανθρώπους που λένε πάντα Όχι, ή που λένε Όχι όταν όλοι οι άλλοι λένε Ναι ή όταν απλώς είναι πιο σημαντικό να πεις Όχι, ένας άνθρωπος που στις αρχές του ισπανικού εμφυλίου, σχεδόν παιδί ακόμα, είχε πολεμήσει με λύσσα ενάντια στον φασισμό από τις πιο επικίνδυνες και εξαντλητικές θέσεις, ένας άνθρωπος που κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου ήταν ένας ατρόμητος αναρχικός αντάρτης που δρούσε πίσω από τις εχθρικές γραμμές και ο οποίος, μετά τον εμφύλιο, ήταν ο πρώτος ή ένας από τους πρώτους ατρόμητους αντιστασιακούς ενάντια στον επικρατήσαντα φρανκισμό, ένας πολιτικός εξόριστος, θύμα και αγωνιστής κατά του ναζισμού, ένας ήρωας της ελευθερίας. Αυτά ήταν τα ψέματα του Μάρκο. Αυτός ήταν ο μύθος που ίσως να τον έσωσε, αφού, όπως τον Νάρκισσο, για πολλά χρόνια δεν τον άφηνε να γνωρίσει τον εαυτό του ή να αναγνωρίσει ποιος ήταν. Φυσικά, αν τα ψέματα έσωσαν τον Μάρκο, η αλήθεια την οποία αφηγούμαι σ’ αυτό το βιβλίο θα τον σκοτώσει. Επειδή η μυθοπλασία σώζει, αλλά η πραγματικότητα σκοτώνει…


  *Σημείωση της μεταφράστριας: Η μετάφραση εδώ και στα αποσπάσματα που ακολουθούν από το Τρίτο Βιβλίο των Μεταμορφώσεων του Οβιδίου είναι του Τάσου Νικολόπουλου, Στιγμή, Αθήνα 2014.   

   






Ο Ενρίκ Μάρκο είναι ένας ενενηντάχρονος Βαρκελονέζος που παρίστανε τον επιζώντα των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και ο οποίος, μέχρι τον Μάιο του 2005, που αποκαλύφθηκε η απάτη του, είχε διατελέσει τρία χρόνια πρόεδρος της ισπανικής ένωσης επιζώντων, είχε παραχωρήσει δεκάδες συνεντεύξεις στον τύπο και στην τηλεόραση, είχε δώσει εκατοντάδες διαλέξεις σε σχολεία, είχε τιμηθεί με πολλές σημαντικές διακρίσεις και είχε συγκινήσει με την ομιλία του τους Ισπανούς βουλευτές (ορισμένους μέχρι δακρύων) που είχαν συγκεντρωθεί στο κοινοβούλιο για να αποτίσουν φόρο τιμής για πρώτη φορά στους Δημοκρατικούς εκτοπισθέντες από το Γ' Ράιχ.
Η είδηση της απάτης του έκανε τον γύρο όλου του κόσμου, μετατρέποντας τον Μάρκο από ήρωα στον μέγα απατεώνα, στον τρισκατάρατο σφετεριστή του ηρωισμού και της ιστορίας των άλλων. Ποιος ήταν όμως στ' αλήθεια ο Ενρίκ Μάρκο; Ο συγγραφέας εφορμά με πάθος καμικάζι στην αλήθεια της απάτης του Μάρκο για να καταδυθεί με συνταρακτική τιμιότητα στα βάθη της ίδιας μας της ύπαρξης - στην ανεξάντλητη ικανότητά μας να τρέφουμε αυταπάτες, στον καθημερινό κομφορμισμό και στα ηρωικά ψέματά μας, στην ακόρεστη δίψα μας για στοργή και κοινωνική αναγνώριση, στις αντιτιθέμενες ανάγκες μας για μυθοπλασία και πραγματικότητα, στις πιο οδυνηρές περιοχές του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος μας.
Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο που δε μιλάει για τον Ενρίκ Μάρκο αλλά για τον καθένα από μας. Είναι το πιο ανατρεπτικό και ριζοσπαστικό έργο του Χαβιέρ Θέρκας, ένα εκπληκτικό βιβλίο που διευρύνει με πολύ μεγάλο θάρρος τα όρια του μυθοπλαστικού είδους και εξερευνά τα τελευταία σύνορα της σχέσης της ανθρωπότητας με την εικόνα της. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)


Prix du Livre Europeen 2016

Vasily Vereshchagin (1842-1904)

..............................................................




 Vasily Vereshchagin, Russian painter 
                (October 26,1842 - April 13,1904)


Vasily Vereshchagin (Russian, 1842-1904).
The Road of the War Prisoners, 1878-1879.
Oil on canvas, 71 1/4 x 117 11/16 x 2 1/4 in. (181 x 298.9 x 5.7 cm). Brooklyn Museum, Gift of Lilla Brown in memory of her husband, John W. Brown , 06.46 



“The Apotheosis of War” , 1871.
by the Russian artist Vasily Vasilyevich Vereshchagin



Defeated. Requiem, 1878 - 1879
Vasily Vereshchagin.


Sale of a child-slave (1872)




Eaters of opium, 1868


Περισσότερα για τον ζωγράφο Vasily Vereshchagin, εδώ: https://en.wikipedia.org/wiki/Vasily_Vereshchagin

"Αξιώθηκα..." ποίημα της ποιήτριας και φίλης Λιάνας Ανδρεοπούλη (Liana Andreopooli, facebook, 14.2.2020)

............................................................

Αξιώθηκα...

Νήστεψα λέξεις
αρτύθηκα σιωπή
ενδύθηκα συγχώρεση
κατοικήθηκα ερήμωση
από σαράντα θάνατους
Μα αξιώθηκα
το κίτρινο του κοτσυφιού
κελάηδημα
τον ασημί της λεύκας
ψίθυρο
το πορφυρό της μιας αντάμωσης
φιλί
το αθώο ψέμα του έρωτα
πως είμαι
Αρτιψυχής
Λ.Α.


Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

"ΚΡΑΤΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΣΟΚΛΕΙΣΤΑ" από τον συγγραφέα, ποιητή και φίλο στο fb Πάνο Σταθόγιαννη (facebook, 13.2.2020)

..............................................................

ΚΡΑΤΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΣΟΚΛΕΙΣΤΑ
Α, τι καλά που οι έρωτες κρατούν τα μάτια τους μισόκλειστα.
Έτσι, βλέπουν θαμπά τον άλλον που κοιτάζει από απέναντι. Κι ο άλλος από απέναντι θαμπά πολύ τους βλέπει. Γι’ αυτό κι όλο τον γυρνοφέρνουνε φιλύποπτοι προτού διαβούν την πύλη. Συχνά, κάστρο τους φαίνεται, γι' αυτό τον πολεμούν. Καλπάζουν γύρω του με ιαχές. Σέρνουν δεμένο στο άρμα τους πιο καλό του παλικάρι σκοτωμένο..
Είναι φορές που μπαίνουν στο όχυρό του και σαν ζήτουλες. Κρατούν ραβδί ή ένα κορίτσι να τους οδηγεί, τάχα τυφλούς, από το χέρι. Όμως αυτοί, μέσα απ’ τα μάτια τα μισόκλειστα, μετρούν τα πάντα. Ψάχνουν τα αδύνατα σημεία του εχθρού. Τα καταγράφουν. Φεύγουν ξανά το σούρουπο. Διασταυρώνονται στη γέφυρα, καθώς επιστρέφουν, οι σπιούνοι, ο ένας απ’ το κάστρο του άλλου. Προς τα δώθε ο ένας, προς τα κείθε ο άλλος. Δεν κοιτάζονται καν. Δεν μιλάνε.
Ως να ’ρθει η νύχτα και να κουραστούν. Να μιμηθούν ότι ελπίζουν στην ειρήνη. Να συνθηκολογήσουν σε κρεβάτια ανομολόγητα. Απεγνωσμένοι, όλο σάρκα, μες στα αίματα. Φιλιά και κλάματα. Όρκοι και τρυφερές δαγκωματιές στην πλάτη. Και η παλάμη ν’ αγκαλιάζει ένα βυζί.
Μα ξημερώνει, ευτυχώς, στο συρματόπλεγμα. Ο κόσμος φανερώνει όλη την ύλη του. Μπαίνουν τσιμέντα με το λυσσασμένο φως, ζητάνε λύτρα. Τεφτέρια βγαίνουν κι απαιτούνε κατακτήσεις. Μια ζυγαριά γέρνει λοξά, τους επιτρέπει τα ανεπίτρεπτα. Κι αυτό το κάστρο απέναντι – τι πρόκληση! Τι απειλή, τι ξενιτιά, τι κάτι άλλο! Πιάνουν και πάλι το σπαθί. Πιάνουν και πάλι το ραβδί του διακονιάρη.
Αλλιώς, θα έμεναν στη νύχτα εσαεί. Στον απύθμενο ίσκιο ο ένας του άλλου. Με τα μάτια ορθάνοιχτα. Νεοφώτιστοι μέσα στο σκότος. Στην ψευδαίσθηση ότι η μέρα δεν θα ’ρθει ποτέ. Να εκτελούν τα βδελυρά πειράματα, που μετατρέπουνε – τι τρομερό! τι ανάθεμα!– τον έρωτα σε αγάπη.
Κι έξω, η μέρα ας δείχνει του κόσμου την ύλη ολόκληρη.

***
Α, τι καλά που οι έρωτες κρατούν τα μάτια τους μισόκλειστα.
Όμως, βαθιά, η ψυχή τους λαχταράει τον παράδεισο. Εκεί που όλα τα μάτια είναι ορθάνοιχτα κι αστραφτερά. Γι’ αυτό και με το πρώτο σφύριγμα έρχεται τρέχοντας η έρμη η ψυχούλα. Κουνάει την ουρά της. Απόγευμα, συνήθως βροχερό. Κι αυτή – λιανός σκυλάκος με αυτιά πολύ αστεία. Ξαφνικά κοντοστέκεται. «Κι αν δεν», αναρωτιέται. «Κι αν δεν είναι αυτός ο ωραίος βαρκάρης; Ποιος θα κάτσει τιμόνι και ποιος στα κουπιά; Θα πνιγούμε μαζί – δύο άξεστοι. Σιαμαίοι και όχι ανδρόγυνο».
Κι απομένει εκεί η ψυχή. Στον υγρό ασφαλτόδρομο. Αν και η αλήθεια της φύσης της είναι να ’ρθεί πιο κοντά. Να τριφτεί και να γλείψει. Μα στο τέλος νικάνε τα τόσα «κι αν δεν». Κι αποσύρεται αχάιδευτος ο αυτούρης σκυλάκος.
Είναι που οι έρωτες ορκίζονται πως - όχι, όχι, δεν είναι απελπισία η φυγή, λύτρωση είναι. Δεν ξέρουν ότι ετούτα τα «κι αν δεν» ανήκουν όχι στην ψυχή, αλλά στα τραύματά της. Κι ότι τα τραύματά της πάει να γλείψει φεύγοντας. Την ψώρα της να τρίψει σε μια πέτρα. Χωρίς ούτε ένα χάδι ανάμεσα στ’ αυτιά. Χωρίς ψωμί στο στόμα.
Αν νίκαγε της φύσης της η αλήθεια, θα ’τρεχε καταπάνω μας με αφέλεια. Κι εμείς το ίδιο. Έτσι όπως είναι αφελή τα ωραία θηρία. Θα λεηλατούσαμε ο ένας τον άλλον, μέχρι να δούμε και οι δύο θεού πρόσωπο. Βωμοί μαζί και σφάγια. Γιατί αυτό θα πει παράδεισος – να σε κατασπαράζει η ψυχή που και εσύ κατασπαράζεις.
Μυστήρια πράγματα. Οίνος που γίνεται αίμα. Πουλί που βγαίνει από τις τέφρες και πετάει. Αγάπη, δηλαδή – τι τρομερό, τι ανάθεμα!
Μακριά, μακριά από μας.

*
Α, τι καλά που οι έρωτες κρατούν τα μάτια τους μισόκλειστα.
Μη δώσει ο θεός και τα ανοίξουν διάπλατα ποτέ. Θα δουν πρώτη φορά ολόκληρο τον άλλον να κοιτάζει από απέναντι. Θα δουν και θα σκιαχτούν από τον πόνο του. Κι ο πόνος του θα μοιάζει με φτερό από κόνδορα. Σαΐτα σίγουρα τον πέτυχε. Σίγουρα άγριο βλέμμα. Θα στροβιλίζεται σε σκότος παγερό. Γεμάτο τρύπες.
Θα τον πονέσουν τότε για τον πόνο του. Σιγά σιγά τα χέρια τους θα γίνουν ασημένια. Θ’ αγγίζονται και θα σταλάζουν στα πατώματα. Μπροστά σε τζάκια και πυρές χορευτικές. Κι έξω, τα δέντρα στον λευκό ανήφορο. Ζωγραφισμένα με κινέζικο μελάνι. Έξω, ομίχλες, τσίπουρα, περίπατοι. Έξω, φλουριά πρωτοχρονιάτικα.
Και –α, τι τρομερό, τι ανάθεμα!– θ’ αγαπηθούν.
Θα θελήσουν εκεί να ριζώσουν. Με τα μάτια ανοιγμένα διάπλατα. Να κοιτάζονται αισχρά. Να θαυμάζουν. «Κοίτα που υπάρχει και αλλιώς το εγώ μου!» να λένε με κατάνυξη. «Τι θαυμαστή απρέπεια! Τι άσμα ασμάτων!»
Και –α, τι τρομερό! τι ανάθεμα!– θα γίνουν τότε από έρωτες αγάπη.

***
Τελειώνουν όλοι τους με πένθος.
Τελειώνουν όλοι τους με πένθιμη οργή.

-----------------
/"ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΟΝ ΚΟΙΤΑΞΑ". εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.


Σονάτες για βιολί και κιθάρα του Francesco Molino (γνωστού και με το όνομα François Molino) (4 June 1768 – 1847)

..............................................................

Σονάτες για βιολί και κιθάρα του Francesco Molino (γνωστού  και με το όνομα François Molino) 

(4 June 1768 – 1847)


Sonata for Guitar and Violin, Op. 2, No. 1 I. Allegro II. Romanza: Andantino III. Rondo: Allegro Sonata for Guitar and Violin, Op. 2, No. 2 I. Allegro vivace II. Romanza: Adagio III. Rondo: Allegretto Sonata for Guitar and Violin, Op. 2, No. 3 I. Allegro II. Rondo: Allegretto Grande Sonata, Op. 7, No. 1 I. Allegro II. Rondo: Allegro Grande Sonata, Op. 7, No. 2 I. Allegro II. Romanza: Andantino III. Rondo: Allegro Grande Sonata, Op. 7, No. 3 I. Allegro II. Romanza: Andantino III. Rondo: Allegretto Tortorelli Luciano Tortorelli Mauro






Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2020

"Τα "Παράσιτα" των Αθηνών" έγραψε η Μαριάννα Τζιαντζή ("Εφημερίδα των Συντακτών", 11.2.2020)

..............................................................

Τα "Παράσιτα" των Αθηνών





έγραψε η Μαριάννα Τζιαντζή ("Εφημερίδα των Συντακτών", 11.2.2020)




Αυτό που βλέπετε δεν είναι σκηνικό. Εννοώ το ημιυπόγειο όπου κατοικεί η τετραμελής οικογένεια στην ταινία «Παράσιτα» που θριάμβευσε στα φετινά Όσκαρ. Με έναν τρόπο το σπίτι αυτό κλέβει ή μάλλον σφραγίζει την παράσταση. Όλα από εκεί ξεκινούν, από ένα άθλιο επίπεδο διαβίωσης και την προσπάθεια της οικογένειας να ξεφύγει από αυτό χρησιμοποιώντας όχι και τόσο θεμιτά μέσα.
Λίγες ώρες πριν από την απονομή των Όσκαρ, δημοσιεύτηκε στο σάιτ του BBC ένα ρεπορτάζ για τα «μπαντζίχα» (banjiha), τα χιλιάδες ημιυπόγεια διαμερίσματα της Σεούλ που διόλου δεν διαφέρουν από την κινηματογραφική κατοικία της οικογένειας των «Παρασίτων». Οι υπόγειοι αυτοί χώροι δεν είναι μια ιδιομορφία της νοτιοκορεατικής αρχιτεκτονικής, αλλά, στη δεκαετία του ’70, η κατασκευή τους έγινε διά νόμου υποχρεωτική για τα νεοανεγειρόμενα κτίρια ώστε να λειτουργήσουν σαν καταφύγια σε περίπτωση πολεμικής επίθεσης από τη Βόρεια Κορέα. Αρχικά η ενοικίασή τους απαγορευόταν, αλλά στη δεκαετία του ’80 επιτράπηκε ώστε κάπως να αντιμετωπιστεί το οξύ πρόβλημα στέγασης στη Σεούλ.
Σήμερα εκείνα τα υπόγεια λειτουργούν ξανά σαν καταφύγια, αλλά του κοινωνικού πολέμου αυτή τη φορά – και επί πληρωμή. Τα χαρακτηριστικά τους είναι όπως στην ταινία: υγρασία, απουσία ήλιου και αερισμού, λιλιπούτειο υπερυψωμένο μπάνιο, ενώ η μόνιμη μυρωδιά της μούχλας ή/και της αποχέτευσης ποτίζει τα ρούχα και τους ενοίκους.

Ενώ τα παραδοσιακά σλαμ των μεγαλουπόλεων είναι γεωγραφικά εντοπίσιμα, τα «μπαντζίχα» είναι διάσπαρτα. Στη Σεούλ, όπως και στην Αθήνα, τα ενοίκια είναι πανάκριβα: για τους κάτω των 35 ετών, η αναλογία ενοικίου και μέσου μισθού είναι 50%, όπως διαβάζουμε. Και αν αναλογιστούμε ότι αυτό συμβαίνει στην 11η πλουσιότερη οικονομία παγκοσμίως, αντιλαμβανόμαστε τι μας επιφυλάσσει, εδώ στην Ελλάδα, ο θαυμαστός μεταμνημονιακός κόσμος με τα ενοίκια να αυξάνονται δραματικά λόγω της επέλασης του κινεζικού καρχαρία, του airbnb, των «εμβληματικών» επενδύσεων (καζίνα, ουρανοξύστες-Καρυάτιδες) και το αναμενόμενο κύμα των πλειστηριασμών.
«Συγχαρητήρια στον σκηνογράφο σας», έλεγαν εντυπωσιασμένοι οι Σοβιετικοί στους συντελεστές της «Συνοικίας το όνειρο» όταν αυτή προβλήθηκε επίσημα στις αρχές του ’60 στη Μόσχα. Μόνο που εκείνο το σκηνικό ήταν τα παραπήγματα του Ασύρματου όπου είχε γυριστεί η κλασική αυτή ταινία. Τουλάχιστον εκεί υπήρχε κάποια κοινωνική ζωή, όμως τα «Παράσιτα» των Αθηνών, όπως κι εκείνα της Σεούλ, είναι κλεισμένα στους υπόγειους τοίχους τους γυρεύοντας κάποια ατομική ή, έστω, οικογενειακή λύση για τα προβλήματά τους.



Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

«Ελεγείον» διήγημα της Μαρίας Ε. Σκιαδαρέση (περιοδικό «Η Λέξη», αφιέρωμα για τον έρωτα, τ.149-150, γενάρης-απρίλης, ’99)

..............................................................







Μαρία Ε. Σκιαδαρέση
(γ. 1956)







·       «Ελεγείον»


διήγημα της Μαρίας Ε. Σκιαδαρέση (περιοδικό «Η Λέξη», 

αφιέρωμα για τον έρωτα,  τ.149-150, γενάρης-απρίλης, ’99)


Να ‘με λοιπόν, καθισμένη σε μια πολυθρόνα, τα φώτα σβηστά, να μη βλέπω τριγύρω, κλεισμένη στο σκοτεινό και δυστυχές σαρκίο μου, το στερημένο, τα παρατημένο σαν παλιό ρούχο στο πλάι, να θρηνώ. Κι αυτός ο θρήνος να είναι αλλιώτικος από κείνον που συχνά ερχόταν στα όνειρά μου, όποτε προσπαθούσα να μαντέψω το μέλλον, το κοινό μας μέλλον. Μονάχα χήρα μπορούσα να με φανταστώ να σε θρηνώ, πάνω απ’ τον τάφο σου, ντυμένη στα κρέπια, πνιγμένη στον πόνο μα στητή και ψύχραιμη, έχοντας καταπιεί μερικά Λεξοτανίλ για να το καταφέρω. Πώς θα γινόταν, άλλωστε, να κρατώ την ψυχραιμία μου, ξέροντας πως δεν θα ξαναδώ ποτέ τον αγαπημένο μου, αυτόν που μοιράστηκα σπίτι, τραπέζι και κρεβάτι τριάντα χρόνια, σχεδόν όσο ο μεγάλος μας γιος, άντρας πάει να πει, ολόκληρη ζωή τα τριάντα χρόνια, η ζωή ενός ανθρώπου, του παιδιού μας, των δυο μας παιδιών – ένα χρόνο μικρότερο ο άλλος -, το μεγάλωμά τους, από τη γέννηση ως την ωρίμανση, τα πρώτα βήματα, τα πρώτα λόγια τους, οι πυρετοί, εκείνοι οι υψηλοί παιδικοί πυρετοί που μας ξαγρυπνούσαν μερόνυχτα, τα χλιαρά μπάνια – εσύ πάντα τα ετοίμαζες -, μαζί κρατούσαμε το παιδί μέσα στην μπανιέρα, δακρύζοντας στα δάκρυά του.

   Μέσα σε δυο χρόνια, δυο παιδιά, δυο καισαρικές, - «μην προσπαθήσετε τρίτη φορά, δεν εγγυώμαι τίποτα» μου είπε αυστηρά ο γιατρός. Μα δεν προσπαθήσαμε, έκανα να του πω, όλα έγιναν φυσικά, του πρώτου μάλιστα η σύλληψη, μέσα σ’ ένα όνειρο· λεπτό δεν περνούσε να μην αγκαλιαστούμε, ώρα να μη φιληθούμε, μέρα να μη νοσταλγήσουμε ο ένας τον άλλο, νύχτα να μην ερωτευτούμε! Τι ήταν κι αυτό, αλήθεια! Δεν περνούσε βράδυ χωρίς ύπνο βαθύ ύστερα από πάλη ερωτική. Τηλέφωνα κουδούνιζαν από φίλους για ταβέρνα, κι η σκέψη η δική μας κοινή· αν αργήσουμε, θα γυρίσουμε κουρασμένοι, μπορεί να μας πάρει ο ύπνος και να μην προλάβουμε να κάνουμε έρωτα. Στο σινεμά πάντως νωρίς, να γυρίσουμε ακμαίοι και ανύσταχτοι, ώστε να πέσουμε στο κρεβάτι ορεξάτοι. Ζούσαμε για κείνες τις ερωτικές νύχτες, μια και τη μέρα δεν βλεπόμασταν. Δούλευες ασταμάτητα τότε κι είχα κι εγώ ιδιαίτερα μαθήματα πολλά, πασχίζαμε για το φράγκο, να στήσουμε ένα σπιτικό αξιοπρεπές, να πάρουμε καλή τραπεζαρία – ως πότε θα τραπεζώναμε τους φίλους στην κουζίνα; -, να αγοράσουμε κι ένα φτηνό σαλόνι, όπως όπως βρε αδερφέ, όχι υπερβολές, μα ό,τι και να κάναμε στριμόκωλο· η ζωή δύσκολη κι εσύ ξεκίνησες από χαμηλά, άλλο αν σου χαμογέλασε, τι λέω; ξελιγώθηκε στα γέλια η τύχη σου στην πορεία.

   Στο πρώτο έτος του Μαθηματικού σε γνώρισα – εσύ στο Οικονομικό της Νομικής -, στο τρίτο παντρευτήκαμε. Δεν αντέχαμε ο ένας μακριά απ’ τον άλλο, κάθε ματιά και ξελίγωμα! Η γιαγιά μου, γυναίκα μοντέρνα και προχωρημένη, όχι από κείνες τις μούχλες που μουρμουράνε στο κάθε τι, απορούσε· «Όλοι αγαπήσαμε, βρε κοριτσάκι μου, μα τέτοιον έρωτα δεν τον έχω ξαναδεί!». Γύρω μας ο κόσμος χανόταν, η χούντα στο κρεσέντο της, συλλήψεις, οι Σχολές ανάστατες, κρυφές συγκεντρώσεις των φοιτητών, στησίματα οργανώσεων – ΑντιΕΦΕΕ, Ρήγας, αριστεριστές, αναρχικοί – κι εμείς το χαβά μας. Βόλτες στα απόμερα για καμιά πιο τολμηρή αγκαλιά – Πεδίο Άρεως, Στρέφη, Λυκαβηττό, στέναζαν τα παγκάκια με το που μας αντίκρυζαν -, μικροεκδρομές για επαφές στενότερες, σαν εκείνη στη Χαλκίδα όπου το πρωτοκάναμε κανονικά, κι από τότε μέσα στην καρδιά μου την έχω αυτή την πόλη.

   Χειμώνας άτσαλος και αρρωστιάρης, πότε κρύο, πότε βροχή, πότε ένας ήλιος σαν ταψί, χειμώνας απ’ αυτούς που δεν ξέρεις τι να φορέσεις – παλτό, μπουφάν, πουλόβερ σκέτο. Μια γρίπη με έκανε πάνω από μια βδομάδα να σέρνομαι, όταν ήρθες και μου είπες για Χαλκίδα· «Σαββατοκύριακο μόνο, πες στους δικούς σου πως πηγαίνεις εκδρομή με τη Σχολή». Από σπίτια μικροαστικά κι οι δυο μας, με γονείς μίζερους, που δύσκολα τους έπειθες μα εύκολα τους κορόιδευες, πάντα σκηνοθετούσαμε δικαιολογίες για το παραμικρό. Ώσπου κάποτε μας ανακάλυψαν και ξέσπασαν σε υστερίες, που όμως δεν κράτησαν πολύ, αφού η αδυναμία τους να επηρεάσουν τα πράγματα ροκάνιζε, μέρα τη μέρα τις αντιστάσεις τους.
   Με το που άκουσα για εκδρομή – οι δυο μας, δυο ολόκληρες μέρες! – η γρίπη μου γιατρεύτηκε στο πιτς φυτίλι. Λούστηκα με σαμπουάν μελιού, ξύρισα πόδια, έβαλα στην τσάντα τα δαντελένια εσώρουχα αγορασμένα για μια ώρα ανάγκης, που είχε φτάσει επιτέλους, - όταν επιστρέψαμε, θυμάμαι τα έπλυνα κρυφά και τα στέγνωσα στο καλοριφέρ πίσω απ’ το κρεβάτι μου, να μην τα πάρει είδηση η μάνα μου – κι έφτασα στο σταθμό ασθμαίνοντας. Σαν πιο όμορφος μού φάνηκες, σαν πιο άντρας – είχες πάντα το παιδικό πρόσωπο που στα είκοσί σου σε έδειχνε έφηβο ακόμα.

   Ήσουν ο πρώτος μου – καμάρωνες γι’ αυτό -, εγώ δεν μπορώ να πω το ίδιο για σένα, ποτέ δεν μου το διευκρίνισες.  Άλλωστε, ό,τι είναι εύσημο για τη γυναίκα δεν είναι πάντα και για τον άντρα, συχνά συμβαίνει το αντίθετο, ειδικά σε κείνες τις εποχές που η ζωή κυλούσε ανυποψίαστα ακόμα, για τους πολλούς τουλάχιστον.

   Δεν βγήκαμε από το ξενοδοχείο – ένα φτηνό μα καθαρό στην παραλία, γεμάτο φαντάρους σε διήμερη άδεια με τις κοπέλες τους. Θυμάμαι τη νοτιά που έσπρωχνε τη θάλασσα στη μπαλκονόπορτα του δωματίου μας, κι έτσι που έγλειφα το αρμυρό από τον ιδρώτα πρόσωπό σου, μου έμοιαζες μουσκεμένος στο θαλασσινό νερό. Έμαθα να σε θέλω από την πρώτη στιγμή. Η ορμή σου, τα λόγια σου τα ερωτικά, η επιθυμία σου για μένα, τόσο έντονη, τόσο απόλυτη, έφερναν πόνο στο κορμί μου, πόνο από ηδονή, τη δικιά σου ηδονή αρχικά, πριν αρχίσω να υποψιάζομαι ακόμα τη δικιά μου. Δάκρυα ανέβαιναν στα μάτια μου βλέποντάς σε έτσι πεσμένο πάνω στο στήθος μου, τα πυκνά σου μαλλιά κολλημένα στις σαλιωμένες ρώγες – ακόμα στα πενήντα σου, τα μαλλιά σου παραμένουν πλούσια όσο και καστανά, κι ας άσπρισαν λιγάκι εκεί στην ούγια των αυτιών.

   Ανάβω το φως δίπλα μου και πιάνω να μετρώ τα χρωματιστά τετράγωνα στην πλάτη της μπερζέρας. Πρώτα τα κόκκινα, μετά τα μπλε, τελευταία τα κίτρινα. Μόλις τα τελευταία χρόνια κατόρθωσα κι έφτιαξα ένα σαλόνι όπως πάντα το ονειρευόμουν·  αναπαυτικό κι εντυπωσιακό συνάμα. Όσο είχα τα παιδιά ακόμα στο σπίτι, κρατούσα τους δυο παλιούς καναπέδες και κάθε τρία χρόνια τους άλλαζα τη γαριασμένη στόφα, μια και τα κανακάρια μου ξάπλωναν πάνω τους με τα αθλητικά παπούτσια.

   Δεκαοκτώ τα κόκκινα, εικοσιδύο τα μπλέ, τριάντα τα κίτρινα. Μετράω για να μη φάω τα νύχια μου, μην ξεριζώσω τα μαλλιά μου τούφα τούφα, δεν έχω ξανακάνει τέτοια πράγματα, δεν ξέρω πώς τα κάνουν, ποτέ ως τώρα δε βρέθηκα σε τέτοια θέση. Κρυώνω και αγκαλιάζομαι σφιχτά. Νιώθω λιγοστεμένο το κορμί μου μέσα στην ίδια μου την αγκαλιά, φαίνεται πως αδυνάτισα τους τελευταίους μήνες. Μα μήπως και τρώω και τίποτα; Κανένα μήλο, κανένα γιαούρτι, λίγο γάλα. Λες και το διάφραγμα του στομαχιού έκλεισε απότομα όπως η πόρτα σε ξαφνικό άνεμο και δεν αφήνει τίποτα να περάσει κάτω. Τυλιγμένη στα ίδια μου τα μπράτσα, μυρίζω στο πετσί μου τη μυρωδιά του κορμιού σου. Ακόμα την κρατώ στο σώμα μου, κολλημένη πάνω μου, τυλιγμένη γύρω μου σαν τον κισσό στο δέντρο, κι ας πλένομαι καθημερινά, ας παλιώνει λίγο λίγο, μια και δεν ανανεώνεται πια, όπως τότε στους μεγάλους μας έρωτες, τους απελπισμένους, με τις ζήλιες, τα καμώματα, τον αχόρταγο πόθο.

   Θυμάμαι, τον καιρό μετά την πρώτη γέννα, που ντρεπόμουν για το σώμα μου κι αρνιόμουν να γδυθώ μπροστά σου. Έλεγα πως δεν θα ξανακάνω έρωτα πια, με κείνη τη φριχτή ουλή να μου κόβει την κοιλιά στα δυο. Ήταν ακόμα φρέσκια. Κοκκίνιζε στις άκριες κι όποτε τεντωνόμουν έτσουζε ελαφρά, τόσο φρέσκια ήταν. Οι ραφές μετριόντουσαν καθαρά – δεκάξι – κι εσύ επέμενες να με δεις γυμνή. Προσπάθησες μια μέρα μάλιστα, κι εγώ αντιστάθηκα. Το πέρασες για νάζι και τράβηξες το νυχτικό απότομα. Ξήλωσε λίγο στις ραφές, δεν ξέρω πώς το κρακ μού φάνηκε πως ήταν από την πληγή και μ’ έπιασαν τα κλάματα μέσα στη σύγχυσή μου και την ταραχή. Τρόμαξες, μου ζήτησες χίλιες φορές συγνώμη, με ησύχασες, με κανάκεψες σαν μικροπαίδι, κι όταν γαλήνεψα επιτέλους κι άπλωσα τα χέρια κι εγώ να σ’ αγκαλιάσω, τότε μόνο έφυγε το νυχτικό από πάνω μου, κι ήταν σαν να έβγαινε το φάντασμα του φόβου μου. Έγειρες πάνω στο γυμνό μου σώμα, το μέτρησες με τα ζεστά σου δάχτυλα, από τους ώμους στις γάμπες κι από το πρόσωπο στους αστραγάλους, ώσπου στάθηκες στην κοιλιά κόβοντάς μου την ανάσα. Θαρρώ πως την ώρα εκείνη φίλιωσα για πάντα με το σώμα μου, εσύ το κατάφερες αυτό και σ’ ευγνωμονώ. Χάιδεψες την καισαρική, την απαίσια ουλή που δεν άντεχα να βλέπω στον καθρέφτη, κι έσκυψες και τη φίλησες, ραφή ραφή, την έγλειψες κατόπιν, κι όλο μουρμούριζες το πόσο μ’ αγαπάς, το πόσο με θέλεις ακόμα, «πάντα» ψιθύριζες, «πάντα», και ξέρω πως το πίστευες, καμιά στιγμή δεν ήταν πιο αληθινή από τη στιγμή εκείνη. Φαίνεται πως όταν δίνεται η υπόσχεση είναι από την ψυχή βγαλμένη, μα κάτι γίνεται μετά κι η μνήμη την προδίδει. Όλα τα φταίει το μυαλό, το ξέρω, εκεί οι αποφάσεις για κείνο και για τ’ άλλο, σήμερα αυτές, αύριο οι άλλες, χωρίς συνέπεια.

   Πότε, αλήθεια, αρχίσαμε να κοιμόμαστε μονάχα με φιλί; Νομίζω ήταν τότε που πάσχιζες να ανέβεις στην εταιρεία, τότε που υπολόγιζες και το δευτερόλεπτο του ύπνου – «αύριο ξυπνάω πρωί, έχω ένα σπουδαίο ραντεβού». Το καταλάβαινα, άλλωστε ήμουν κι εγώ πνιγμένη στις υποχρεώσεις· δουλειά στο σχολείο, δυο μικρά παιδιά, να τα ταΐσω, να τα διαβάσω, να βάλω πλυντήρια, να σιδερώσω, πτώμα έπεφτα στο κρεβάτι. Δε λέω πως δεν ανατρίχιαζα στο άγγιγμά σου, μα όσο πιο σπάνιο γινόταν τόσο συνήθιζα στη σπανιότητά του. Έκανα πού και πού καμιά προσπάθεια – Σάββατα, σιέστες μεσημεριανές της Κυριακής – και σε παρέσυρα, είναι αλήθεια, κι ήταν όμορφα, με μια ομορφιά νοσταλγική, όπως η θύμηση των παιδικών μας χρόνων.

   Έφτασες γρήγορα στα ανώτατα κλιμάκια, το επίπεδο ζωής μας ανέβηκε πολύ· τα παιδιά και τα δυο σε ιδιωτικό, διπλά αμάξια, εξοχικό στο Πόρτο Ράφτη χτισμένο με το χρόνο μου και τα λεφτά σου. Ως χθες ακόμα οι φίλοι μας μακάριζαν γιατί κατορθώσαμε το ακατόρθωτο, σήμερα,  στην πιο ρευστή κι αβέβαιη εποχή, εμείς να μένουμε υπόδειγμα ζεύγους και φάρος σταθερότητας. Να φανταστείς πως μόλις πρόπερσι, στο γάμο του μεγάλου μας γιου, μας πείραζαν που πρόκειται να γίνουμε παππούδες τόσο νέοι, και πέρσι, στην υποστήριξη της διατριβής του μικρού, κάποιος σε πέρασε αδερφό του. Αυτά μας φάγανε, αυτά!

   Εγώ κι εσύ, που κάποτε – αιώνες πριν – βγάζαμε το τηλέφωνο απ’ την πρίζα μήπως κάποιος ιερόσυλος ταράξει το ερωτικό μας νιρβάνα, μένοντας μόνοι πια στο σπίτι δεν ξέραμε τι να κάνουμε τους εαυτούς μας, πώς και πού να τους διαθέσουμε.

   Πρώτος βρήκες εσύ το δρόμο σου, εσύ πρώτος άνοιξες πέρασμα στο αδιέξοδο, ένα παράθυρο για να φυσήξει λίγο, να καθαρίσει η ατμόσφαιρα με όποιο τρόπο, με όποιο τίμημα. Εκείνη η άπνοια, σαν από νύχτα τροπική βγαλμένη, μας έπνιγε, μας βύθιζε σ’ ένα πηγάδι δίχως πάτο, που όσο βουλιάζαμε τόσο πιο βαθύ φαινόταν. Παρ’ όλα αυτά δεν μίλαγα, δεν αντιδρούσα, έπαιρνα τα πράγματα όπως έρχονταν, μου αρκούσε που σε είχα, που κοιμόμουν μαζί σου, που ξυπνούσα δίπλα σου. Άλλωστε όλοι το λένε πως ο έρωτας είναι εύθραυστος σαν βοημικό κρύσταλλο, όσο κι αν τον περιφρουρείς κάποτε πέφτει και ραγίζει, κι αυτό το ράγισμα λίγο λίγο ανοίγει, γίνεται ποτάμι, κι εμείς καθισμένοι στις δυο του όχθες, μένουμε ν’ αναρωτιόμαστε πότε άραγε σκίστηκε η ζωή μας στα δυο κι από πού βγήκαν τούτα τα κομμάτια, το ένα εδώ, το άλλο απέναντι.

   Ένα ολόκληρο βράδυ μου μιλούσες, κλαίγοντας και φιλώντας μου τα χέρια. Τι να τα κάνω τα χειροφιλήματα, όταν ακούω για μια γυναίκα στα μισά μου χρόνια, στα μισά σου χρόνια, που την φαντάζομαι σφιχτή σαν γροθιά μέσα στην αγκαλιά σου; Κι εσύ, βυθισμένος μέσα της, να παραδίνεσαι όπως σε μένα κάποτε, εσύ, ένας γλυκός μεσόκοπος έρωτας, επιθυμητός ακόμα μέσα στη γοητεία σου, μέσα στο τόσο γνώριμο για μένα σώμα σου, καινούργιο για την άλλη και γι’ αυτό αφόρητα διεκδικήσιμο. Ένα ολόκληρο  βράδυ μέσα στο κλάμα, τις μνήμες, τον πόθο που η απελπισία έκανε να ξεπηδήσει φρέσκος σαν κλωνί βασιλικού, μα πού, με το πρώτο φως της μέρας, μαράθηκε, μια και τη μέρα μπαίνει το μυαλό σε κίνηση και παίρνονται οι αποφάσεις, πόσο μάλλον αυτές οι από τα πριν παρμένες.

   Είπες πολλά που δε θυμάμαι πια. Σαν το νερό κυλούσαν τα λόγια από τ’ αυτιά μου κι έπεφταν στο πάτωμα. Έλεγες εσύ, έλεγες, πάσχιζες να με πείσεις πως είναι κάτι πέρα από τις δυνάμεις σου, «δεν το ελέγχω, όσο κι αν προσπαθώ, δεν το ελέγχω» κι ήθελα να σου πληγώσω το πρόσωπο με τα νύχια μου, να σου βγάλω τα μάτια με τα δάχτυλά μου, να σου φωνάξω τον πόνο της ψυχής μου, «μα τον έλεγχο πάντα με μένα τον έχανες» να σου φωνάξω, «τώρα τι έγινε, πώς έγινε και για μια τυχάρπαστη έχασες το μυαλό σου;».

   Θράσος το είπα στην αρχή και σ’ έβρισα, σου είπα λόγια άσχημα, σε χτύπησα στο πρόσωπο, στο στήθος, στην πλάτη. Έμεινες ακίνητος, ανείπωτα θλιμμένος κι απέφευγες το βλέμμα μου που πρέπει να άστραφτε από θυμό, να θόλωνε από πίκρα, να έσβηνε από αγάπη την ώρα εκείνη, την αγάπη μου για σένα, που ήταν απέραντη, πελώρια, γιγάντια, με πίεζε και με συνέθλιβε, με εξαφάνιζε, την ώρα ακριβώς εκείνη που δήλωνες πως φεύγεις.

   «Θα φύγεις, δηλαδή, στ’ αλήθεια από το σπίτι;» ρώτησα. «Δε θα κοιμάσαι δίπλα μου πια, δε θα πλένεσαι στη μπανιέρα, δε θα σκορπάς τα ψίχουλα του πρωινού σου στο τραπέζι;». Δεν απαντούσες, μόνο έπλεκες και ξέπλεκες τα χέρια αμήχανος, μη βρίσκοντας λόγια να μου πεις.

   «Την αγαπάς;» σου πέταξα απότομα κι ένα ρίγος τάραζε το κορμί μου, σαν αυτό του πυρετού. «Μην το κάνεις πιο δύσκολο» ψέλλισες.

   Σαν να με ξύπνησε αυτή η κουβέντα, σαν να άνοιξα τα μάτια από ύπνο βαθύ και σε είδα σκυμμένο πάνω μου· ερωτευμένο με μια άλλη γυναίκα, αποφασισμένο να φύγεις από μένα, μα γενναίο, ειλικρινή και καθαρό σαν το τρεχούμενο νερό, έτοιμο να επωμιστείς όλες τις ευθύνες όπως πάντα, όπως τότε που ήρθες στον πατέρα μου – παιδάκι εικοσάχρονο – και δήλωσες πως μ’ αγαπάς μέχρι θανάτου.

   Άπλωσα τα χέρια στο σκυμμένο σου κεφάλι, έχωσα τα δάχτυλα στα πυκνά σου μαλλιά, χάιδεψα το ιδρωμένο σου μέτωπο. Ούτε κι εκείνη τη στιγμή, την τρυφερή στιγμή της συμφιλίωσης, σήκωσες τα μάτια να με δεις. Έπιασα το πηγούνι σου, κράτησα στα χέρια μου  το πρόσωπό σου, βύθισα το βλέμμα στο δικό σου ώρα πολλή, μέχρι που σ’ ένιωσα γαληνεμένο, ήσυχο πια πως η κλωστή που πάντα μας κρατούσε δεμένους σφιχτά δεν κόπηκε, ποτέ δε θα κοβόταν, τέτοιες κλωστές είναι από ατσάλι καμωμένες.

   «Δε θέλω να είμαι εγωίστρια» σου ψιθύρισα στ’ αυτί και ρούφηξα ένα δάκρυ που ξεπήδησε απ’ το μάτι σου. Πάλι δε μίλησες μα με αγκάλιασες απαλά, για να μη σπάσω.

   Έφυγες εκείνη την ίδια μέρα κι έχουν περάσει μέρες πολλές από τότε, μήνες, χρόνος κοντά, χωρίς εσένα. Συνήθισα να μη βλέπω την οδοντόβουρτσά σου στο κύπελλο του μπάνιου, τον αφρό ξυρίσματος στο ράφι του καθρέφτη κι ο χώρος στην παπουτσοθήκη μού φτάνει πια και περισσεύει. Τα βράδια μόνο, καθισμένη στην αναπαυτική μου μπερζέρα, σέρνω πού και πού το δάχτυλο πάνω στο καρώ πανί  όπως τότε, όταν, γαργαλώντας σου την πλάτη μετρούσα τα χρωματιστά τετράγωνα πάνω στο πουκάμισό σου· δεκαοκτώ τα κόκκινα, εικοσιδύο τα μπλε, τριάντα τα κίτρινα. Κι εσύ γελούσες σαν παιδί, ασταμάτητα.      
  

Alva Noto & Ryuichi Sakamoto "Vrioon" (youtube)

..............................................................

Alva Noto & Ryuichi Sakamoto

Vrioon

1. Uoon I  0:00 2. Uoon II  13:51 3. Duoon  23:31 4. Noon  29:18 5. Trioon I  39:30 6. Trioon II  44:40

"Πάρε το δρόμο τον παλιό" (Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου / Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας / Ερμηνεία: Βίκυ Μοσχολιού)

.............................................................


Πάρε το δρόμο τον παλιό
Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας
Ερμηνεία: Βίκυ Μοσχολιού

Πάρε το δρόμο τον παλιό
της νύχτας το στενάκι
ν’ αγκαλιαστούμε τρυφερά
να φύγει το φαρμάκι.
πάρε το δρόμο τον παλιό
της νύχτας το στενάκι.

Πάρε το δρόμο τον παλιό
που `χαμε βρει οι δυο μας
ήταν το γέλιο σπίτι μας
κι ο ουρανός δικός μας
πάρε το δρόμο τον παλιό
που `χαμε βρει οι δυο μας.