Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

"...Το έργο αυτό είναι παλιό·..." ή η μεγάλη συγκίνηση της οικειότητας, της επανάληψης - από τον φίλο στο fb Κώστα Κουτσουρέλη (facebook, 24/8/2018)

...............................................................

 ["...Το έργο αυτό είναι παλιό·..." ή η μεγάλη συγκίνηση της οικειότητας, της επανάληψης]  








από τον φίλο στο fb Κώστα Κουτσουρέλη (facebook, 24/8/2018)





 
Σ' ένα αξιολάτρευτο ποιηματάκι του ο Χάινε σατιρίζει μια ευσυγκίνητη νεαρά που την παίρνουν τα δάκρυα στη θέα ενός ηλιοβασιλέματος.

Μια κόρη παρά θίν' αλός,
όλο και στέναζε βαθιά.
Την συγκινούσε ασφαλώς
το γέρμα του ήλιου στα νερά.

« Ω δεσποινίς ! προς τί οι λυγμοί !
Το έργο αυτό είναι παλιό·
νά : πάντα ο ήλιος δύει εκεί —
και ξαναβγαίνει από 'δω. »


Όμως η δεσποινίς είναι που έχει εδώ το δίκιο κι όχι το φοβερό εκείνο πειραχτήρι που υπήρξε στα ευρωπαϊκά γράμματα ο Ερρίκος. Η μοναδικότητα ή η σπανιότητα ενός θεάματος δεν είναι προϋπόθεση ουσιαστική για να μας συγκινήσει. Ειδάλλως το αδιαχώρητο στα μνημεία και τις εξοχές θα γινόταν στις σπάνιες εκλείψεις κι όχι στις ρομαντικές, και τακτά επαναλαμβανόμενες, πανσελήνους.
Όπως και στην τέχνη, η "πρωτοτυπία" στα φυσικά φαινόμενα είναι αλήθεια ότι εντυπωσιάζει, ότι ηλεκτρίζει. Όμως η μεγάλη συγκίνηση (που είναι έννοια ευρύτερη της απλής διανοητικής έξαψης που γεννάει το πρωτόφαντο) προϋποθέτει κάτι άλλο, εντελώς διαφορετικό: την οικειότητα, πάει να πει την επανάληψη.
Το ηλιοβασίλεμα μας συγκινεί βαθύτατα, ακριβώς επειδή το έχουμε ζήσει αναρίθμητες φορές, επειδή είναι κομμάτι της ζωής και της μνήμης μας. Δεν περιμένουμε να δούμε κάτι καινούργιο, ούτε το επιθυμούμε, θέλουμε να δούμε μια παραλλαγή του ήδη γνωστού και αγαπημένου. Για το ίδιο λόγο πηγαίνουμε όλοι μας για νιοστή φορά σε μια παράσταση του Σοφοκλή ή του Σαίξπηρ. Την υπόθεση την ξέρουμε απέξω κι ανακατωτά, δεν είναι αυτή που μας θέλγει. Πάμε να την ξαναζήσουμε, και να τη θυμηθούμε.
Μια ξαφνική καλοκαιρινή μπόρα, το κελάρυσμα ενός ρυακιού, η ορμή ενός καταρράκτη, το θρόισμα του δάσους το καταμεσήμερο, η άψογη συμμετρία ενός ρόδου, το λαμπύρισμα ενός βότσαλου στην ακτή, η χρωματική πανδαισία μιας πεταλούδας, μια όμορφη γυναίκα, ένα χαριτωμένο παιδί, όλα αυτά παρότι χιλιοϊδωμένα μάς τέρπουν και μας συνεπαίρνουν κάθε φορά από την αρχή. Πολύ περισσότερο: μας εθίζουν, με τον τρόπο που ένα αγαπημένο μας τραγούδι μάς εθίζει τόσο ώστε να θέλουμε να το ακούμε διαρκώς.
Το μεγάλο αισθητικό αυτό δίδαγμα, οι μεγάλοι καλλιτέχνες το ήξεραν ανέκαθεν. Γι' αυτό και το έργο τους περισσότερο απ' ό,τι στις καινές επίνοιες το βασίζουν στην αξιοποίηση της κοινής σ' όλους μας κληροδοσίας των αιώνων: στους μύθους, στις σταθερές επαναλαμβανόμενες μορφές, στα κοινόχρηστα μοτίβα και θέματα. Η μορφή του τραγουδιού λ.χ., αυτό το ολιγόλεπτο, απλούστατο στη δομή του και ακαριαία εύληπτο μουσικολεκτικό ακρόαμα, είναι η κοινότερη και γι' αυτό οικουμενικότερη και δημοφιλέστερη αισθητική φόρμα που διαθέτουμε. Δεν υπάρχει πολιτισμός και εποχή που το αγνοεί. Ακόμη και τα μεγάλα έργα του μοντερνισμού, η Γκερνίκα του Πικάσσο λ.χ., πραγματικά δημοφιλή μάς έγιναν όταν πια τα συνηθίσαμε, όταν οι άγριες μορφές τους, χωρίς να χάσουν τίποτα από την εκφραστική τους δύναμη, μας έγιναν οικείες.
Προεκτείνοντας αυτή τη σκέψη, θα έλεγα ότι η ίδια η αισθητική δεκτικότητα του ανθρώπου κατά πάσα πιθανότητα είναι εξ αρχής πεπερασμένη. Η πρωτοτυπία ως αίτημα καλλιτεχνικό συνιστά αδιέξοδο, όχι επειδή είναι δύσκολο να επιτευχθεί (δεν είναι, ο τελευταίος αιώνας το απέδειξε). Αλλά επειδή δεν τη χρειαζόμαστε.
Οι λιγοστές οικείες μορφές που έφτιαξε για μας το παρελθόν, μας φτάνουν και μας παραφτάνουν.

"Ο αντικατοπτρισμός της Ιθάκης" γράφει ο Τάσος Τσακίρογλου & "Βγαίνουμε από τα μνημόνια;" έγραψε ο Χρήστος Λάσκος* ("Εφημερίδα των Συντακτών" 24-23/8/2018)

..............................................................


Ο αντικατοπτρισμός της Ιθάκης


Ο Αλέξης Τσίπρας στην Ιθάκη  
EUROKINISSI / ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ
Στις 21 Αυγούστου στην Ιθάκη δεν συναντήθηκαν ο Οδυσσέας με την Πηνελόπη, αλλά τα αφηγήματα ενός αλλόκοτου διδύμου: των δανειστών και της κυβέρνησης.
Οι διεθνείς πιστωτές έχουν άμεση ανάγκη ενός success story σε μια περίοδο που μαύρα σύννεφα συσσωρεύονται στον ευρωπαϊκό ορίζοντα, δέκα χρόνια από την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008: η ακροδεξιά-λαϊκιστική κυβέρνηση της Ιταλίας ετοιμάζεται για ένα δικό της αντάρτικο, η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση της Ισπανίας δεν κατάφερε να αποσπάσει την υποστήριξη του Κοινοβουλίου για το νέο δημοσιονομικό πρόγραμμα, ο εμπορικός πόλεμος με τις ΗΠΑ μαίνεται ανεξέλεγκτος, το μεταναστευτικό διχάζει και κοστίζει και το Brexit περιπλέκει περαιτέρω την κατάσταση.
Από την άλλη, η κυβέρνηση, με όλο το παλιό πολιτικό και μιντιακό κατεστημένο απέναντί της, καίγεται να δείξει ότι τα βάσανα τελειώνουν και αρχίζει μια περίοδος ανάκαμψης και ανάτασης.
Αυτό ήταν το αφήγημα της Ιθάκης, το οποίο θα συμπληρωθεί από ψήγματα αναδιανομής της φτώχειας στη ΔΕΘ, με ορίζοντα τις εκλογές τους επόμενους μήνες.
Φυσικά όλοι ξέρουμε ότι ο Οδυσσέας, η Πηνελόπη και η Ιθάκη αφορούν τα πρόσωπα και την τοπογραφία της ελληνικής μυθολογίας, οι συμβολισμοί της οποίας ασκούν τη δική τους γοητεία στο μυαλό και στις ψυχές των Ελλήνων, όταν μάλιστα τους έχει αριστοτεχνικά αξιοποιήσει και ο Κ. Καβάφης. Ομως γνωρίζουμε επίσης ότι η πραγματικότητα, δυστυχώς, έχει ελάχιστα κοινά με τις ραψωδίες της Οδύσσειας.
Κάθε πλευρά, ανάλογα με το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται, ανέπτυξε και τη δική της μυθολογία.
Για παράδειγμα, οι δανειστές ύφαναν τον μύθο τού «extend and pretend», δηλαδή της τακτικής να επιμηκύνεις σε χρόνο τα δάνεια και τα μέτρα και να υποκρίνεσαι ότι κάποτε θα εισπράξεις το σύνολό τους.
Φυσικά οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ γνωρίζουν ότι τίποτα τέτοιο δεν θα συμβεί. Τι κερδίζουν; Οι κυβερνήσεις πίστωση χρόνου στην εξουσία και οι οικονομικές ελίτ (με επικεφαλής τους μετόχους των τραπεζών) τεράστια κέρδη από τους τόκους και πολιτικό έλεγχο στις δανειολήπτριες χώρες.
Η κυβέρνηση από τη δική της μεριά υιοθέτησε τον μύθο της «εξόδου από τα μνημόνια» και της επιστροφής στις αγορές.
Ομως όλοι (;) γνωρίζουν ότι η «αυστηρή επιτήρηση» θα υφίσταται μέχρι την αποπληρωμή του 75% των δανείων προς τους Ευρωπαίους, ότι θα υπάρχει αυτόματη επιβολή επιπλέον «διαρθρωτικών» μέτρων σε περίπτωση απόκλισης από τα πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά και τέσσερις αξιολογήσεις ετησίως.
Επιπλέον η ΕΛΣΤΑΤ, η ΑΑΔΕ και το Υπερταμείο (+ΤΑΙΠΕΔ) είναι πλέον «Ανεξάρτητες Αρχές» που δίνουν λόγο απευθείας στους δανειστές και μαζί με την Τράπεζα της Ελλάδας συνιστούν το «τετράγωνο της αμαρτίας».
Ετσι η «κυρίαρχη» ελληνική κυβέρνηση στερείται των βασικών εργαλείων άσκησης οικονομικής πολιτικής. Ακολουθεί η δέσμευση για ιδιωτικοποίηση όσων δημόσιων αγαθών έχουν απομείνει (ύδρευση, ενέργεια, μεταφορές κ.λπ.), αλλά και για περαιτέρω περικοπές στο εναπομείναν «κοινωνικό κράτος».
Και φυσικά η χώρα είναι δεσμευμένη πολιτικά τουλάχιστον μέχρι το 2060, ενώ το δημόσιο χρέος, που το 2009 ήταν στο 129% του ΑΕΠ, μετά από οχτώ βάρβαρα χρόνια λιτότητας σήμερα βρίσκεται στο 180%. Παράλληλα η «αυστηρή επιτήρηση» εμπεριέχει «ρήτρα μη αντιστρεψιμότητας» των μνημονιακών νόμων, αλλά και συνέχιση των καταστροφικών «διαρθρωτικών» μεταρρυθμίσεων.
Η γερμανική Frankfurter Allgemeine Zeitung στο βασικό της ρεπορτάζ προχθές έγραφε ότι «για τους Ελληνες δεν αλλάζει κάτι», ενώ με μεγάλη ειλικρίνεια η Franfurter Rundschau έλεγε ότι «οι δανειστές έσωσαν ένα σύστημα που μετατρέπει τα κράτη σε ομήρους των χρηματοπιστωτικών αγορών».

..........................................................

Βγαίνουμε από τα μνημόνια;


Ο Αλέξης Τσίπρας στις Βρυξέλλες  
AP Photo/Olivier Matthys
Δίνω προκαταβολικά την απάντηση: όχι, δεν βγαίνουμε από τα μνημόνια.
Προκειμένου να αποδειχτεί αυτή η θέση δεν χρειάζεται να επικαλεστώ πολλά στοιχεία, που, ξεκινώντας από την 20ή Σεπτεμβρίου, όταν το κουαρτέτο θα είναι και πάλι στην Αθήνα για να εποπτεύσει τον νέο προϋπολογισμό, φτάνουν αισίως στο 2060 και, καλώς (!) εχόντων των πραγμάτων, και στον 22ο αιώνα.
Το κύριο επιχείρημά μου είναι ότι, όπως πολύ καλά είχαμε δείξει από καιρό -μαζί και κάποιοι από τη σημερινή κυβέρνηση- τα μνημόνια δεν είναι «προγράμματα και συμφωνίες», αλλά καθεστώς.
Προφανώς κανείς δεν ισχυρίζεται πως ήρθη το καθεστώς. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να το ισχυριστεί, όταν οι υποσχόμενες «θετικές παρεμβάσεις» είναι τόσο οριακές, τόσο μάρτζιναλ, που λένε και οι αγγλοσάξονες οικονομολόγοι.
Βέβαια, ιδίως ο πρωθυπουργός λατρεύει τους ευφημισμούς.
Πάρτε, για παράδειγμα, την κύρια νέα υπόσχεση, τη δίκαιη ανάπτυξη. Δεν είναι ότι δεν τη θέλει η κυβέρνηση, τη θέλει. Είναι που η δίκαιη ανάπτυξη, με δεδομένο το συγκεκριμένο καθεστώς, είναι απολύτως αδύνατη.
Ακόμη κι αν υποθέσουμε πως κάποια από τα «θετικά» θα γίνουν, θέλει τρομερή έλλειψη ενσυναίσθησης για να πιστέψεις πως μπορεί η μεγάλη πλειονότητα των νέων ανθρώπων να ξεφύγει από την κατάθλιψη, τις εκμηδενισμένες προσδοκίες, την απουσία μέλλοντος, επειδή θα ανεβεί ο υποκατώτατος μισθός κατά 20 ευρώ, ώστε μετά από είκοσι έτη να έχουν επιτύχει τον στόχο της εξέλιξής τους σε γενιά των 700 ευρώ.
Ή ότι ο πολύ μεγάλος αριθμός εργαζόμενων και συνταξιούχων που δεν βγάζουν κανένα δεκαπενθήμερο μέχρι τέλους θα δει πραγματικά «καλύτερες μέρες». Δεν θα δει. Για τον πολύ απλό λόγο πως είναι τέτοια η κατάπτωση και η φτωχοποίηση, η μετεξέλιξή μας σε λευκούς Κινέζους εργαζόμενους, που σιγά σιγά τίποτε δεν μπορεί να βελτιωθεί.
Ή θα υπάρξουν, αν υπάρξουν, ριζικές και μεγάλες αλλαγές, έντονα συγκρουσιακές και επικίνδυνες, ή για εκατομμύρια ανθρώπους, νέους και μεγαλύτερους, το μέλλον είναι η χαμοζωή.
Το γεγονός πως αυτές οι αλλαγές είναι δύσκολες δεν μειώνει την αλήθεια της προηγούμενης πρότασης.
Οπως, άλλωστε, λέει ο σοφός Ερίκ Καντονά στην τελευταία ταινία του Κεν Λόουτς, «χρειάζεται κίνδυνος για να ξεπεραστεί ο κίνδυνος».
Δεν το ξέρουν στην κυβέρνηση; Γιατί, λοιπόν, ισχυρίζονται όσα ισχυρίζονται;
Ο Μαρξ θα έλεγε πως πρόκειται για περιπτώσεις φενακισμένης συνείδησης. Ο Αλτουσέρ θα αναφερόταν σε κατεξοχήν ιδεολογικά όντα, σε φαντασιακή σχέση με τις πραγματικές συνθήκες της ύπαρξης.
Στις μέρες μας, ο Ζίζεκ, αν έσκυβε πάνω στο φαινόμενο, θα διέβλεπε μια συνθήκη την οποία συχνά έχει περιγράψει στα βιβλία του: οι άνθρωποι ξέρουν, αλλά δεν δίνουν σημασία σε αυτό που ξέρουν. Προτιμούν να πιστεύουν. Και αφού αυτό που πιστεύουν, κηρύττουν και πράττουν είναι αντίθετο σε αυτό που ξέρουν, επιλέγουν να πιστεύουν, «να πιστεύουν στην πίστη τους». Πράγμα που ο ίδιος ονομάζει, απλώς, κυνισμό.
Πρόσφατα, από αυτήν την στήλη, ο Τάσος Παππάς αναφέρθηκε σε αυτό που θεωρεί το σεξπιρικό δίλημμα της Αριστεράς: «Πρέπει η Αριστερά να αναλαμβάνει την ευθύνη της διακυβέρνησης σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες με δυσμενείς συσχετισμούς στο εσωτερικό και στο διεθνές πεδίο ή πρέπει να αρνείται κάθε εμπλοκή στη διαχείριση και να προετοιμάζεται για τη μεγάλη ώρα της ανατροπής;».
Τρία χρόνια πριν, όμως, δεν ήταν τόσο γενικό το δίλημμα που τέθηκε.
Ηταν πολύ ειδικότερο. Δέχεσαι να εφαρμόσεις έμπρακτα την πιο ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική διαιωνίζοντας το μνημονιακό καθεστώς εις το διηνεκές, διαλύοντας, πολύ πιθανόν σχεδόν οριστικά, μέσα από την πιο πικρή αποκαρδίωση, το κίνημα ή επιλέγεις να σεβαστείς το πάνδημο «όχι», παίρνοντας το ρίσκο που αντιστοιχεί σε μια τέτοια επιλογή;
Στην πρώτη περίπτωση, δεν υπάρχει επιστροφή. Καμία σταδιακότητα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απαραίτητη ριζική παρέμβαση υπέρ των κατώτερων τάξεων – άσε που δεν είναι εφικτή. Στη δεύτερη περίπτωση, αν δεν έλεγες ψέματα όταν δήλωνες πως «το μόνο που έχουμε να φοβηθούμε είναι ο φόβος», σημαίνει πως είχες την ευκαιρία σου – και τον Καντονά μαζί σου.
Η επιλογή του πρώτου δρόμου δεν ήταν «ρεφορμισμός», ήταν πραγματική καταδίκη. Γιατί αν επιδιωχθεί στο μέλλον αλλαγή του καθεστώτος, πάλι θα σημαίνει σύγκρουση, αλλά με πολύ χειρότερους όρους. Ακόμη και βράζοντας στο ζουμί μας όμως, είμαστε τρομερά ευάλωτοι απέναντι στο παραμικρότερο φύσημα του ανέμου στη διεθνή οικονομία.
Οποιος θέλει μπορεί, φυσικά, να εθελοτυφλεί. Οπως πολλοί κυβερνητικοί που απασχολούνται αγωνιωδώς με το πώς θα αποφύγουν τον… κυβερνητισμό, όταν το μόνο που διαθέτουν είναι μια κυβέρνηση και τίποτε άλλο.
Για να γυρίσω όμως στο σεξπιρικό δίλημμα, δεν συμφωνώ και επί του γενικού. Δεν είναι η ανάληψη ή όχι της διακυβέρνησης το θεμελιώδες «to be or not to be» για την Αριστερά.
Δυο αιώνες τώρα, όταν σέβεται τον εαυτό της, άλλα είναι τα επίδικα που θέτει, πολύ ριζικότερα – η διακυβέρνηση αποτελεί ένα πολύ μικρό κομματάκι τους.

*εκπαιδευτικός

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

"Η "έξοδος" από τα μνημόνια και η πραγματικότητα" γράφει η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ (www.lifo.gr 21.8.2018)


...............................................................

 


Η "έξοδος" από τα μνημόνια και η πραγματικότητα

Ο Αλέξης Τσίπρας ολοκλήρωσε τη δουλειά που δεν μπορούσαν οι προηγούμενοι, φορτώνοντας στη χώρα και τους πολίτες της άλλο ένα μνημόνιο με επιπλέον μέτρα. Αυτή είναι η πραγματικότητα. 





Γράφει η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ (www.lifo.gr 21.8.2018)


Ο Αλέξης Τσίπρας και το κόμμα του ολοκλήρωσαν -με μία αμήχανη φιέστα στην Ιθάκη- την πορεία της συνθηκολόγησης, όπως την ξεκίνησαν την επομένη του δημοψηφίσματος: οργουελικά, δίνοντας τη δική τους ερμηνεία στα γεγονότα, με την οποία επιθυμούν να αντικαταστήσουν την πραγματικότητα.

Έτσι μιλούν για “έξοδο από τα μνημόνια”, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για την ολοκλήρωσή τους. Αν είχαν στα αλήθεια τελειώσει τα μνημόνια, θα έπρεπε να είχαν καταργήσει τα εκατοντάδες μέτρα των μνημονίων με τους νόμους που τα συνοδεύουν, αλλά δεν κατάργησαν (και δεν σκοπεύουν) ούτε ένα.

Ο Αλέξης Τσίπρας ολοκλήρωσε τη δουλειά που δεν μπορούσαν οι προηγούμενοι, φορτώνοντας στη χώρα και τους πολίτες της άλλο ένα μνημόνιο με επιπλέον μέτρα. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

[Ο Αλέξης Τσίπρας ωστόσο, παρά την κατάσταση της χώρας, αισθάνεται δικαιωμένος, καθώς διέψευσε τη βασική προσδοκία της αντιπολίτευσης: να αποτελέσει μία σύντομη παρένθεση στην εξουσία. Η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου αποδείχθηκε η πιο μακρόχρονη μνημονιακή κυβέρνηση. Και κυρίως αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ούτε παρένθεση, αλλά ούτε αριστερή.]

Όλα αυτά τα χρόνια είναι γεγονός ότι η οικονομία σταθεροποιήθηκε, αλλά αυτό συνέβη μαζί με την πρωτοφανή για συνθήκες ειρήνης φτωχοποίηση της χώρας, με την επιβολή εργασιακής ζούγκλας, με δραματικές περικοπές στην υγεία και την παιδεία, υποθηκεύοντας τη δημόσια περιουσία, καθώς και με την αβάσταχτη για τα μεσαία και χαμηλά κοινωνικά στρώματα φορολογία.

Για ποιον λόγο πανηγυρίζει λοιπόν η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου; Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε. Ο ήδη προβληματικός παραγωγικός ιστός της χώρας καταστράφηκε περαιτέρω χωρίς να βάλουν καμία βάση για την περίφημη “παραγωγική ανασυγκρότηση” και την “ανάπτυξη” της οικονομίας, που χρησιμοποιούνται μόνο για να γεμίζουν τις ομιλίες των πολιτικών, χωρίς να έχουν κανένα περιεχόμενο. Η ανεργία παραμένει τεράστια και εκατοντάδες χιλιάδες εκπαιδευμένοι Έλληνες σε παραγωγική ηλικία έχουν μεταναστεύσει (με τη μετανάστευση του πιο παραγωγικού πληθυσμού της χώρας να συνεχίζεται). Οι μισθοί πλέον -ειδικά για τους νέους- δεν αρκούν για μία αξιοπρεπή επιβίωση. Η γεμάτη προβλήματα δομή της ελληνικής οικονομίας δεν άλλαξε. Το δημόσιο δεν μεταρρυθμίστηκε. Η παραγωγικότητα μειώθηκε, η ανταγωνιστικότητα σταμάτησε να βελτιώνεται και οι τράπεζες παραμένουν ζόμπι.

Ο Αλέξης Τσίπρας ωστόσο, παρά την κατάσταση της χώρας, αισθάνεται δικαιωμένος, καθώς διέψευσε τη βασική προσδοκία της αντιπολίτευσης: να αποτελέσει μία σύντομη παρένθεση στην εξουσία. Η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου αποδείχθηκε η πιο μακρόχρονη μνημονιακή κυβέρνηση. Και κυρίως αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ούτε παρένθεση, αλλά ούτε αριστερή.

Ο Αλέξης Τσίπρας, αφού ξεπέρασε γρήγορα τους φόβους του για τις συνέπειες που μπορεί να είχε στην πολιτική του καριέρα η αντιστροφή του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, πείστηκε ότι ο μόνος τρόπος πολιτικής επιβίωσης ήταν να συνταχθεί με τους δανειστές, ώστε να τον στηρίξουν. Από το 2016, στην πληροφόρηση που έδιναν σε επενδυτές, έλεγαν ότι θα έκαναν ό,τι τους ζητούσαν οι δανειστές και στο εσωτερικό -εξπερτ στην επικοινωνία όπως θεωρούσαν και θεωρούν ότι είναι - θα παρουσίαζαν την κατάσταση, όπως την ήθελε ο ελληνικός λαός να είναι. Αυτές είναι και οι διαβεβαιώσεις που έδιναν στο Βερολίνο.

Η Ν.Δ, που αδυνατούσε πάντα να διαβάσει σωστά τον ΣΥΡΙΖΑ, ήταν βέβαιη ότι θα τα σπάσει με τους δανειστές και απλώς περίμενε να συμβεί αυτό που τελικά ποτέ δεν συνέβη. Αντιθέτως, η Ανγκελα Μέρκελ ήταν πολύ πιο ικανοποιημένη από τον Αλέξη Τσίπρα από ότι με τους προηγούμενους πρωθυπουργούς, κάτι για το οποίο και ο ίδιος επαίρονταν. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε πάλι, μπορεί να μην τους συμπάθησε ποτέ, αλλά καθώς πρόκειται για έναν κυνικό (ή ρεαλιστή) πολιτικό που τον ενδιαφέρει το αποτέλεσμα, ήταν κι αυτός εξίσου ικανοποιημένος γιατί “έκαναν τη δουλειά”. Απόδειξη, το πόσο γρήγορα έκλειναν από ένα σημείο και μετά οι αξιολογήσεις, χωρίς οι υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ να πτοούνται ακόμα και στα πιο δύσκολα (π.χ το υπερταμείο-που δεν πέρασε ούτε ο Σαμαράς).

Η κυβέρνηση Τσίπρα δεν παρήγαγε πολιτική σε κανένα κεντρικό θέμα. Ακολουθούσε τις οδηγίες των δανειστών και ασχολούνταν μόνο με την επικοινωνία στο εσωτερικό. Η επικοινωνιακή πολιτική ήταν και είναι το καθημερινό αντικείμενο απασχόλησης στο Μέγαρο Μαξίμου. Ο στρατηγικός τους στόχος εδώ και τρία χρόνια ήταν η ολοκλήρωση του μνημονίου, για να σπινάρουν το :”Αυτοί σας έβαλαν στα μνημόνια, εμείς σας βγάλαμε”.

Η πρόσφατη καταστροφική φωτιά και η αντιμετώπιση της από τον κρατικό μηχανισμό χάλασε τα σχέδια για τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς και αποκάλυψε την ανεπάρκεια της κυβέρνησης (και) στη διαχείριση του κρατικού μηχανισμού.

Τελικά ο Αλέξης Τσίπρας περιορίστηκε να αντιγράψει την επικοινωνιακή συνταγή του Γιώργου Παπανδρέου, που πριν από δέκα χρόνια επέλεξε ένα νησί με συμβολισμό, το ακριτικό Καστελόριζο, για να κάνει το διάγγελμα που μας έβαζε στα μνημόνια- πάλι σε πανηγυρικούς τόνους, αφού ήταν υποτίθεται πρόγραμμα διάσωσης.

Το διάγγελμα ήταν μαγνητοσκοπημένο. Ο έλεγχος των ανδρών της πρωθυπουργικής ασφάλειας, παραπάνω από αυστηρός για όσους ήθελαν να πλησιάσουν κοντά στο σημείο που ήταν ο πρωθυπουργός. Μερικές δεκάδες να τον επευφημούν και μερικές δεκάδες (που δεν τους άφησαν να προσεγγίσουν) να τον γιουχάρουν.

Αυτή ήταν τελικά η γιορτή της “εξόδου”. Ενα μαγνητοσκοπημένο διάγγελμα από τον πρωθυπουργό -φρουρούμενο σαν αστακό - το οποίο θα ξεχαστεί σαν να μην συνέβη ποτέ, αφού δεν είχε κανένα πολιτικό περιεχόμενο.

Πηγή: www.lifo.gr




Τρίτη 21 Αυγούστου 2018

"Το κρανίο" και "Το καύκαλο" - δύο πεζά των Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και Κώστα Γ. Καρυωτάκη. Πεζογραφικός νεκρικός διάλογος των "ιδανικών αυτόχειρων" ποιητών μας.

..............................................................




            Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888 - 1944)
            Κώστας Γ. Καρυωτάκης (1896 - 1928)



·       «Το κρανίο» 

(από τη συλλογή διηγημάτων «Ο μυστηριώδης φίλος και άλλες ιστορίες» εκδ. Ερατώ, 2013)

                                                   
   Ο Φάνης απ’ την ημέρα που είχε βάλει το διαβολεμένο εκείνο κρανίο στην κάμαρά του, δε μπορούσε  να ησυχάσει. Θέλεις οι αόριστοι εκείνοι τρόμοι, οι υποσυνείδητοι, που μένουν πάντα, απ’ την παιδική μας ηλικία, μεσ’ το κατακάθι της ψυχής μας, θέλεις, ακόμα, η ένστικτη  αποστροφή μας προς καθετί που μας θυμίζει θάνατο – το βέβαιο είναι ότι η παρουσία του κρανίου, μεσ’ τη μικρή φοιτητική του καμαρούλα, του ήταν εντελώς ανεπιθύμητη.
   Αν και συνηθισμένος, τρία χρόνια τώρα, ν’ αντικρίζει πτώματα, λόγω των σπουδών του, στο ανατομείο, δεν είχε αποκτήσει ακόμα, εντούτοις, την απαιτούμενη εκείνη ψυχραιμία, που χρειάζεται σ’ όλες αυτές τις εργασίες. Η ψυχή του ήταν πάντα φοβερά ευαίσθητη στην επαφή του μυστηρίου.
   Ο Φάνης αυτό, δεν τολμούσε να τ’ ομολογήσει ούτε στον ίδιο τον εαυτό του. Και όμως έτσι ήταν.
   Το κρανίο εκείνο, καθώς τον κοίταζε με τ’ αδειανά του μάτια, την ώρα της μελέτης, τον ενοχλούσε τώρα, σα μια παρουσία ζωντανή. Ίσως να είχε συντελέσει σ’ αυτό, κι ο τρόπος που το είχε αποκτήσει. Δεν το είχε αγορασμένο, καθώς άλλοι, από κανέναν ειδικό προμηθευτή – και υπάρχουν πλήθος τέτοιοι στο πανεπιστήμιο – αλλά το είχε βρει, ο ίδιος στο νεκροταφείο, μια βραδιά που είχαν πηδήσει, μισομεθυσμένοι, μαζί με πέντ’ έξι άλλους φίλους, από ‘ναν τοίχο χαμηλό. Το είχε βρει, στο πίσω μέρος, εκεί που βρίσκονταν θαμμένοι οι ταπεινοί κι ανώνυμοι νεκροί, όσοι δεν αξιώνουν μαρμάρινους σταυρούς και μαυσωλεία. Ξεχωμένο, απ’ τις βροχές, ή λησμονημένο – ποιος το ξέρει; - το είχε βρει μεσ’ στα χορτάρια, δίπλα σ’ έναν ξύλινο σταυρό, ανάμεσα σε δυο μεγάλα κυπαρίσσια. Κι επειδή λογάριαζε να βρει ένα κρανίο, για να στολίσει τη βιβλιοθήκη του – το πήρε.
   Το είχε τοποθετημένο τώρα, απάνω στη βιβλιοθήκη, αντίκρυ στο κρεβάτι του, δίπλα σ’ ένα βάζο με λουλούδια. Τις πρώτες μέρες που το κοίταζε – που κοίταζε τα δυο μεγάλα μάτια, και την πικρή μασέλα που γελούσε – ένιωθε μια λεπτή κρυάδα στην πλάτη. Έλεγε, όμως, πως θα συνηθίσει.
   Ήταν τώρα μια βδομάδα που το κοίταζε, κι ακόμα δεν το είχε συνηθίσει. Πάντα ένιωθε το κρύο μεσ’ στη πλάτη. Κι όμως αυτός ο ελαφρός ο τρόμος τον γοήτευε. Κι έπειτα, αισθανόταν την ανάγκη να φανεί ανώτερος αυτός της παιδικής αδυναμίας.
   Κι έτσι το κρανίο έμεινε στη θέση του, απάνω στη βιβλιοθήκη. Το ξεσκόνιζε κάθε πρωί με το φτερό – και φρόντιζε ώστε το βάζο που υπήρχε δίπλα, να έχει πάντοτε λουλούδια. Αυτό το θεωρούσε, τώρα, σα μιαν υποχρέωση, σαν ένα μυστικό καθήκον – χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί…
                                                               ***
   Ένα βράδυ, καθώς γύριζε απ’ το θέατρο, του φάνηκε πως το κρανίο είχε μετακινηθεί. Το είχε τοποθετημένο στη μέση της βιβλιοθήκης ακριβώς, απάνω σ’ ένα χοντρό δεμένο λεξικό. Το βάζο ήταν δεξιά του. Τώρα του φαινόταν κάπως μετατοπισμένο αριστερότερα… Ο Φάνης έμεινε λιγάκι σαστισμένος. Να υποθέσει ότι κανένας άλλος είχε μπει στην κάμαρά του, την ώρα που έλειπε, δεν ήταν δυνατόν. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Μια άλλη πόρτα, που συγκοινωνούσε με τα μέσα του σπιτιού, ήταν κι αυτή επίσης, καρφωμένη. Κι εξ άλλου, όλα τ’ άλλα πράγματα βρισκόντουσαν στη θέση τους – ακόμα κι ένα μικρό μαντιλάκι, μεταξωτό της τσέπης, που το ‘χε ξεχασμένο δίπλα στο κρεβάτι.
   Ένα ελαφρό ρίγος πέρασε στην πλάτη του.
   Και τη νύχτα εκείνη, δε μπόρεσε να κλείσει μάτι.
   Και μόνον η ιδέα ότι το κρανίο είχε αλλάξει θέση, χωρίς τη μεσολάβηση ξένου χεριού, ήταν ικανή να του καταστρέψει εντελώς την ησυχία.
   Μέσ’ τη ταραχή του – αν και προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι είχε πέσει θύμα παραισθήσεως – σκέφθηκε ότι έπρεπε ν’ απαλλαγεί από εκείνη τη νεκροκεφαλή, με κάθε τρόπο.
   Και σκέφθηκε ακόμα ότι, το καλύτερό που είχε να κάνει, ήταν να την πάει εκεί που την είχε βρει.
   Αλλ’ αυτό δεν ήταν δυνατόν. Ούτε θυμόταν που την είχε βρει.
   Μόλις τα χαράματα, κατόρθωσε να κοιμηθεί.
   Και τότε είδε ένα πολύ παράξενο όνειρο.
   Του φάνηκε πως ήταν μέσα σ’ έναν κήπο. Στην αρχή περπατούσε με δυσκολία. Σιγά σιγά, όμως, ένιωσε περισσότερη ελευθερία στα πόδια. Και μέσ’ στο πυκνό σκοτάδι που βασίλευε, άρχιζε τώρα να γλυκοχαράζει.
   Έφτασε τότε σε μια στοά, με ψηλές κολόνες γύρω γύρω. Δεξιά κι αριστερά, οι κολόνες αυτές τελείωναν σ’ ένα είδος μεγαλοπρεπούς κτιρίου, με κάτι το βαρύ κι αρχαϊκό. Στη μέση ακριβώς, ήταν μια μεγάλη πόρτα. Ένα φως κοκκινωπό φαινόταν μέσ’ απ’ τις χαραμάδες, σαν κάποιος ν’ αγρυπνούσε εκεί μέσα. Απ’ όξω ήταν πάντα ένα φως χλωμό, συννεφιασμένο – ένα φως θλιμμένου δειλινού.
   Η μεγάλη πόρτα άνοιξε τότε, δίχως κρότο, και μεσ’ το φωτεινό της το τετράγωνο, είδε μια σκηνή που τον σταμάτησε: ένας νέος ήταν καθισμένος, μπροστά σ’ ένα τραπέζι, και διάβαζε. Ένα κερί ήταν αναμμένο δίπλα του, με μεγάλη φλόγα κόκκινη, που πετούσε δυνατές αναλαμπές.
   Ο νέος σήκωσε τα μάτια του και τον κοίταξε. Τα μάτια του είχαν μιαν έκφραση πολύ επίσημη και μελαγχολική. Έδειχνε κάπως σα να τον περίμενε. Τα χείλη του ήταν λεπτά, χλωμά και κουρασμένα. Δυο μελανές σκιές στεφάνωναν τα μάτια του, και τα μάγουλά του ήτανε σκαμμένα, σα να ήτανε σημαδεμένα από κάποια μυστική κι ανίατη αρρώστια.
   Σηκώθηκε από το κάθισμά του, και βάδισε ίσια, καταπάνω του.
   Έν’ άρρωστο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του, και μια λάμψη συμπαθητική έφεξε στα σκοτεινά του μάτια.
   Ξαφνικά, η σκηνογραφία άλλαξε. –
   Τώρα ο Φάνης βρισκόταν σε μια κάμαρη δίχως φως. Το μόνο φως που έπεφτ’ εκεί μέσα, ήταν μια αλλόκοτη ανταύγεια, σαν του φεγγαριού – αλλά ενός φεγγαριού κοκκινωπού, που κόντευε να δύσει. Μεσ’ στο σκοτάδι, άκουσε λυγμούς.
   Γύρισε το κεφάλι, και είδε το νέο γονατισμένο μπροστά σε μιαν εικόνα. Φορούσε ρούχα φτωχικά, κουρελιασμένα. Είχε το κεφάλι ακουμπισμένο στις παλάμες, και το κορμί του σπάραζε, σαν από μεγάλην αγωνία…
   Έπειτα όλα χάθηκαν, κι ο Φάνης βρέθηκε ξανά μέσ’ στο σκοτάδι.
   Ένιωθε τώρα μια τρελή επιθυμία, να ξαναβρεί την πόρτα του κτιρίου. Ήθελε να τρέξει και δεν μπορούσε.
   Και βρέθηκε πάλι σ’ ένα δρόμο έρημο. Ένα κίτρινο φως, ήσυχο κι απελπισμένο, κυμάτιζε τριγύρω. Ο δρόμος έστριβε αριστερά, κι έμοιαζε σα να χάνεται σε μια κατηφοριά.
   Άξαφνα, μέσ’ στην ησυχία, είδε ένα πλήθος ανθρώπων που ανέβαιναν. Στην αρχή νόμισε πως ήταν πολλοί. Έπειτα όμως, όσο η συνοδεία πλησίαζε, τόσο έβλεπε λιγότερους ανθρώπους. Στα τελευταία, όταν έφτασαν κοντά, είδε πως ήταν μόνο πέντε άνθρωποι. Οι τέσσερες, που πήγαιναν μπροστά, κάτι κουβαλούσαν. Από πίσω, ερχόταν μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα. Η πομπή εκείνη έμοιαζε κηδεία.
   Ο Φάνης ήθελε ν’ αλλάξει δρόμο, αλλά δεν μπορούσε. Σταμάτησε στην άκρη, και περίμενε.
   Η κηδεία πέρασε δίπλα του αργά. Μπροστά βάδιζαν οι τέσσερες άνθρωποι, που κρατούσαν το φέρετρο. Ο ένας ήταν ψηλός, με γένια, και ξεσκούφωτος. Έμοιαζε σα ναυτικός. Περπατούσε με βήματα βαριά και κουρασμένα. Το μέτωπό του ήταν γιομάτο ρυτίδες.
   Ο διπλανός του ήταν πιο κοντός, και κάπως πιο παχύς. Φορούσε ένα κασκέτο, χωμένος ως τα μάτια, και περπατούσε κι αυτός με δυσκολία. Κούτσαινε λίγο, σα να είχε πόδι ξύλινο.
   Οι δυο κατοπινοί ήταν παιδιά. Αυτά ήταν ξυπόλητα, και κάτι έλεγαν σκυμμένα, μεταξύ τους.
   Η γυναίκα σερνόταν από πίσω. Έμοιαζε πολύ γριά. Κουνούσε, πού και πού, τα χέρια στον αέρα. Όταν πέρασε κοντά, την είδε που γελούσε. Γύρισε, τον κοίταξε, και κάτι του ψιθύρισε. Ο Φάνης, όμως, δεν κατάλαβε τι έλεγε. Έπειτα σωριάστηκε στο δρόμο, και δεν ξανασηκώθηκε.
   Οι τέσσερες προχώρησαν δίχως να γυρίσουν το κεφάλι.
   Τότε ο Φάνης έγειρε τα μάτια προς το φέρετρο. Είδε μια μορφή νεανική, με τα χείλη ελαφρά μισανοιγμένα. Έβλεπε τα δόντια, στη σειρά, να λάμπουν σα μαργαριτάρια. Είχε τα χέρια σταυρωμένα – δυο χέρια κατακίτρινα, σαν κέρινα.
   Η πομπή πέρασε δίπλα του αργά, κι απομακρύνθηκε. Έμοιαζε τόσο τραγικά σιωπηλή, που το Φάνη τον πήρε το παράπονο.
   Τα δάκρυά του έτρεχαν, κι αυτά σιωπηλά, κι έβρεχαν θερμά τα μάγουλά του.
   Και ξύπνησε…

                                                                  ***
   Ξύπνησε μ’ ένα αίσθημα πικρό μέσ’ στην καρδιά, σαν από πραγματική κηδεία.
   Έμεινε πολύ ώρα έτσι, ωσότου να συνέλθει.
   Όταν συνήλθε, το πρώτο πράμα που αντίκρισαν τα μάτια του, ήταν το κρανίο. Του φάνηκε πως έβλεπε και πάλι το νεκρό, καθώς είχε περάσει στ’ όνειρό του.
   Έβλεπε τα χείλη τ’ ανοιγμένα, τ’ άσπρα δόντια, που λαμποκοπούσαν, αν και κιτρινισμένα απ’ το χώμα.
   Έβλεπε, ακόμα, όλη τη νοσταλγία της ζωής, όλη τη λαχτάρα της ζωής, μέσ’ στ’ αδειανό εκείνο καύκαλο, που τον παρατηρούσε μέσ’ στα μάτια.
   Πέρασε τα χέρια πίσω στο κεφάλι του, κι άρχισε να συλλογίζεται.
   Είδε τη ματαιότητα των πόθων, την ειρωνεία των ονείρων της ζωής, την τερατώδη ματαιοπονία. Διάβασε όλη τη χρεοκοπία των ανθρωπίνων «αιωνίων» αισθημάτων, όλη τη φοβερή μελαγχολία της αιωνίας ανθρωπίνης προσπαθείας, την ιστορία της ζωής και του θανάτου, καθώς συμβαίνει στην πραγματικότητα, στυγνή, σπαραχτική και τιποτένια.
   Απ’ όξω, άκουγε τον κόσμο που περνούσε, τις φωνές των μικροπωλητών, που διαλαλούσαν το εμπόρευμά τους – και του ήλθε να γελάσει ξαφνικά…
   Δεν είχε πια τον τρόμο του κρανίου – αλλά μια λύπη τεραστία στην καρδιά, μια λύπη ζοφερή και δίχως λόγο, για τους άλλους και για τον εαυτό του – μια λύπη που δε θα ‘βρισκε ποτέ παρηγοριά, και που θα τον απέλπιζε για πάντα…
   Ένιωθε πως, μ’ αυτή τη λύπη στην καρδιά, δε θα μπορούσε πια να μελετήσει, ούτε να ενδιαφερθεί για τίποτε…
   Τότε κάποιος χτύπησε στην πόρτα.
   Ήταν ο γραμματοκομιστής. Του είχε φέρει κάποιο γράμμα. Το είχε ρίξει απ’ τη χαραμάδα.
   Το πήρε, και τ’ άνοιξε μηχανικά. Ήταν ένα γράμμα του πατέρα του. Ανησυχούσε για τη σιωπή του, και του ‘γραφε πως του ‘στελνε τα χρήματα που γύρευε.
   Η είδηση αυτή, που δεν περίμενε, τον ξαναγύρισε και πάλι στη ζωή.
   Ντύθηκε γρήγορα, χτενίστηκε κομψά, έδεσε τη γραβάτα του με κέφι, κι ετοιμάστηκε να κατεβεί τη σκάλα, για να προλάβει το πανεπιστήμιο.
   Και τη στιγμή που γύριζε το πόμολο της πόρτας, τα μάτια του ξανάπεσαν απάνω στο κρανίο.
   Έκανε τότε βιαστικά μεταβολή, ανέβηκε σε μια καρέκλα, και για καλό και για κακό – ποιος ξέρει; - χωρίς κι ο ίδιος να μπορεί να πει γιατί, του βούλωσε τις αδειανές του κόγχες, με δυο μεγάλα άσπρα τριαντάφυλλα.    
   
 Ναπολέων Λαπαθιώτης
    

 .......................................
 

ΤΟ ΚΑΥΚΑΛΟ

Οἱ ἄνθρωποι νομίζουνε πὼς τὰ ξέρουν ὅλα. Ἔτσι κανένας δὲ θά ῾θελε νὰ ὑποθέσει πὼς ἕνα καύκαλο μέσα στὴν ὀστεοθήκη του εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι πιστεύεται κοινά. Γι᾿ αὐτὸ δὲν ἔτρεμε καθόλου τὸ χέρι τοῦ παράξενου ποιητῆ ὅταν ἦρθε μία μέρα νὰ ταράξει τὸν ὕπνο τῶν αἰώνων ποὺ κοιμόμουν μέσα στὸ μαῦρο μου κασονάκι, ὄξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ νεκροταφείου.
Τὶς δυὸ μικρὲς σπηλιὲς στὴ βάση τοῦ μετώπου μου - στὴ ζωὴ τ᾿ ὄνομά τους ἦταν γλυκὸ σὰν τὸ φῶς - τὶς γιόμιζε ἡ νύχτα τοῦ ἀσυνείδητου. Κάποια ἀράχνη ἐσάλευε ἀπάνω στὸ μηλίγγι μου κ᾿ εἶχε γίνει τὸ ὄνειρό μου. Ξυπνώντας ἔξαφνα, ἔνοιωσα νὰ μὲ σηκώνουν. Σίγουρα θὰ ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ χωνευτηρίου, ἐσκέφτηκα. Μὲ τὸ δίκιο τους θὰ κουράστηκαν οἱ δικοί μου νὰ πληρώνουν τόσα χρόνια τώρα τὸ μισὸ νοῖκι ποὺ ἐξασφάλιζε τὴ θέση μου στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλὰ δὲν ἦταν αὐτό. Μ᾿ ἐτύλιξαν σὲ μίαν ἐφημερίδα, κ᾿ ὕστερα ἀπὸ λίγην ὥρα ἐβρέθηκα στὸ τραπέζι τῆς μελέτης τοῦ ποιητῆ μου, ἀπάνω σ᾿ ἕνα βιβλίο ποὺ ἔτυχε νά ῾ναι κάτι εὔθυμα τραγούδια ἀγάπης.
Στὴν ἀρχὴ μ᾿ ἄφησαν ἥσυχο νὰ κοιτάζω ὅ,τι μποροῦσε νὰ χωρέσει στὸ στενό του κύκλο τὸ βλέμμα μου, ποὺ δὲν ἦταν βέβαια βολετὸ νὰ τὸ διευθύνω ὅπου ἤθελα. Ἀντίκρυ μου ἄσπριζε τὸ κρεβάτι. Οἱ θύμησές μου ὁλοένα ἐζωήρευαν μὲ τὸ νὰ τὸ βλέπω. Τώρα θυμόμουν καθαρὰ ἕνα κρεβάτι. Δὲν ἦταν τὸ κρεβάτι τῆς τελευταίας μου ἀρρώστειας. Γιατί τὸ ξεκουραστικὸ κρεβάτι τοῦ θανάτου δὲν τὸ θυμᾶται ἕνα καύκαλο σὰν ἐμένα παρὰ μόνο γιὰ νὰ νοσταλγήσει τὴ ζωή. Θυμόμουν, ὅμως, καθαρὰ ἕνα κρεβάτι. Ὕστερα ἐπέρασε θαμπὸ ἀπὸ τὴ μνήμη μου κάτι ἄλλο... Δὲν μπόρεσα νὰ ξεχωρίσω τί. Πάει τόσος καιρὸς ἀπὸ τότε...
Ἐκοίταζα τὸ ἡμερολόγιο στὸν τοῖχο γιὰ νὰ ἰδῶ πόσα χρόνια ἐβάστηξε ὁ ὕπνος μου, ὅταν ἔνιωσα ἀπὸ τὸ θόρυβο πὼς κάποιος ἐμπῆκε στὴν κάμαρα. Ἦταν ἕνας φίλος τοῦ ἀπαγωγέα μου. Ἦρθε καὶ στάθηκε μπροστά μου. Ὁ ποιητὴς μ᾿ ἔδειξε λέγοντας: «Νὰ σοῦ συστήσω τὸν κύριο...», κ᾿ εἶπε τ᾿ ὄνομά μου, ποὺ τό᾿ χε διαβάσει στὴν ὀστεοθήκη. Ὁ ἄλλος ὑποκλίθηκε χωρικά, ἔβγαλε τὸ καπέλο του καὶ μοῦ τὸ φόρεσε. Ἄναψε κ᾿ ἕνα τσιγάρο καὶ τὸ σφήνωσε στὰ δόντια μου. Ὕστερα ἀρχίσανε νὰ γελᾶνε. Ἐγὼ τοὺς ἐκοίταζα σοβαρά, ὅπως ταιριάζει, σ᾿ ὅσους ἔζησαν τὴ ζωή, νὰ κοιτοῦνε αὐτοὺς ποὺ θὰ τὴ ζήσουν. Δὲ μὲ πείραζε καθόλου ἕνα τέτοιο φέρσιμο, μόνε συλλογιζόμουνα τί ἁπλοϊκοὶ πού ῾ναι οἱ ἄνθρωποι νὰ νομίζουνε πὼς τὰ ξέρουν ὅλα καὶ νὰ μὴ θέλουνε ποτὲ νὰ παραδεχτοῦνε πὼς ἕνα καύκαλο μπορεῖ νά ῾ναι κάτι παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι πιστεύεται κοινά.
Δυὸ ὁλόκληρες ὧρες ἀναγκάστηκα νὰ τοὺς ἀκούω. Τὰ λόγια τους θὰ μοῦ ῾φέρναν πικρὸ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη. Μιλούσανε γιὰ τὶς γυναῖκες τους, γιὰ τὰ βιβλία τους, γιὰ κάθε τί, σὰ νὰ μὴν ἦταν τὸ κρανίο ἑνὸς ἀνθρώπου ὅμοιου μ᾿ αὐτοὺς ἡ μπάλα ἐκείνη τῆς φρίκης ποὺ τὴ ἤξεραν τόσο κοντά τους.
Ἐφύγανε.
Ἀργά, μετὰ τὰ μεσάνυχτα, ἐγύρισε μονάχος ὁ ποιητής. Δὲν ξέρω γιατί ἔνιωσα κάτι σὰν ἕνα αἴσθημα ὑπεροχῆς νὰ μὲ κυριεύει. Καθὼς ἄναβε ἡ λάμπα, τὸ χέρι του δὲν ἦταν ὅμοια σταθερὸ ὅπως ὅταν ἄνοιγε τὸ μαῦρο μου κουτί, στὸ νεκροταφεῖο. Τὸ φῶς, πέφτοντας λοξὰ ἀπάνω μου, μοῦ ῾δωσε μίαν ὄψη παράξενα ζωντανή. Τὸ κατάλαβα ἀπὸ τὴν ἔκφραση τοῦ φίλου μου αὐτό. Μὲ πῆρε στὰ χέρι του. Ἄνοιξε τὸ παράθυρο. Θὰ μὲ πετοῦσε στὸ δρόμο, ἂν δὲν ἐκάρφωνα πιὸ μαῦρο καὶ πιὸ βαθὺ τὸ βλέμμα μου στὸ μεταξὺ τῶν ματιῶν του. Μ᾿ ἄφησε στὸ πεζοῦλι τοῦ παραθύρου κ᾿ ἔκλεισε. Ὅλη τὴ νύχτα τὸν ἄκουγα νὰ στριφογυρίζει στὸ κρεβάτι. Ἂν ἐκοιμήθηκε, θά ῾κάνε πολὺ ταραγμένο ὕπνο.
Τὸ πρωὶ βρέθηκα μέσα στὴν ὀστεοθήκη μου. Χωρὶς ἄλλο θὰ μ᾿ ἔφερε στὴ θέση μου ὁ ἴδιος ἐκεῖνος τύπος μὲ τὰ παράξενα γοῦστα. Τώρα ἀκουμπῶ τὸ σαγόνι μου στοχαστικὰ στὸ κόκκαλο τοῦ χεριοῦ καὶ σκέφτομαι τὴν περιπέτειά μου. Μοῦ φαίνεται πὼς βλέπω ἀκόμα τὸ βιβλίο μὲ τὰ εὔθυμα ἐρωτικὰ τραγούδια καὶ τὸ ἡμερολόγιο μὲ τὴν τραγικὰ προχωρημένη ἡμερομηνία. Περσότερο ὅμως συλλογιέμαι τὸ κρεβάτι. Τὸ κρεβάτι μ᾿ ἔκαμε νὰ μισοθυμηθῶ μιὰ μικρὴ ἱστορία ποὺ ἐνόμιζα πὼς εἶχα κατορθώσει νὰ ξεχάσω ὁλότελα.

 Κώστας Γ. Καρυωτάκης