Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

"Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα..." 5 ποιήματα του Νίκου Καρούζου (1926 - 1990)

............................................................








Nίκος Καρούζος (1926 - 1990)





 

1
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα -—
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ᾿ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι
τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.

2
Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.
Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιὰ —
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανὼν τοῦ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
Θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
Ἀπ᾿ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Καὶ προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…

3
Ἅπλωσε ἡ γαλήνη τὰ φτερά της
ὡσὰν ἀλησμόνητος κύκνος ὀνείρου
σ᾿ αὐτὰ τὰ ἔρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τὰ πουλιά.

4
Ἡ ἀγωνία μου ὑψώνεται,
ὡς τὰ ἐδελβάις ἄνθη.

5
Τὰ ὄνειρα βλαστοὶ στὸ στῆθος
κλήματα μέσ᾿ στὴν καρδιὰ
διαγώνια ἐκδικοῦνται τὸ χῶμα
σκοτώνοντας ἐμᾶς.


Νικος Καρουζος

Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

Με αφορμή το άρθρο της Μαριάννας Τζιαντζή "Σε ποιον ανήκει το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας»; ("Εφημερίδα των Συντακτών", 27.09.2017)

.............................................................


Σε ποιον ανήκει το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας»;

 




έγραψε η Μαριάννα Τζιαντζή
("Εφημερίδα των Συντακτών", 27.09.2017)


Το τραγούδι, όπως και το φυτό στη γλάστρα ή στο χώμα, θέλει τον τόπο του, θέλει την ώρα του. Δεν πιάνει οπουδήποτε, δεν ανθίζει κάθε στιγμή. Αν φυτευτεί σε λάθος χώρο, σε λάθος χρόνο, μαραζώνει, γίνεται σκιά του εαυτού του.
Κάποια πράγματα είναι ασύμβατα, αν και τυπικά μπορεί να συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο. Το θρυλικό «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» μπορεί να ακούγεται σε διασκεδαστήρια πολυτελείας ή στο Μέγαρο Μουσικής αλλά δεν είναι ο τόπος του εκεί. Δεν του ταιριάζουν οι σελέμπριτις, οι πολυέλαιοι, τα κότερα, τα malls. Δεν του ταιριάζει να το χορεύουν υπουργοί, πλοιοκτήτες, ναυπηγοεπισκευαστές και οι ακόλουθοί τους. Του ταιριάζει το φτωχό καφενείο, το βραχνό τζουκ-μποξ, η λαϊκή ταβέρνα, η στρωμένη με τσιμέντο αυλή.
Κάτι δεν μου πήγαινε καλά στο περιβόητο βίντεο με το ζεϊμπέκικο του υπουργού Ναυτιλίας. Κάτι είχε σταθεί σαν ψαροκόκαλο στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Πέρασε μια μέρα μέχρι να καταλάβω τι ήταν. Γνωρίζω ότι ο χορός αυτός αποτέλεσε την πρώτη ύλη για  fake news, ότι έγινε προϊόν εκμετάλλευσης  από αντιδραστικούς κύκλους, ότι ο κ. υπουργός αδικήθηκε. 
Όμως περισσότερο αδικήθηκε το συγκεκριμένο μουσικό κομμάτι για το οποίο λέγεται ότι ένας πασίγνωστος στιχουργός, όταν ρωτήθηκε τι στίχους θα έγραφε γι’ αυτό, απάντησε ότι είναι τόσο τέλειο, τόσο όμορφο που δεν χρειάζεται λόγια. Το κομμάτι δεν αδικήθηκε επειδή το χόρεψε ένας τυφλός –ίσα ίσα, το γεγονός αυτό δείχνει την απελευθερωτική δύναμη της μουσικής. Αδικήθηκε εξαιτίας του χώρου και των θαμώνων, οι οποίοι προφανώς δεν ανήκουν στην κατηγορία των «ταπεινών και καταφρονεμένων». 
Στην περίπτωση της Ευδοκίας, τα «λόγια», δηλαδή τις σκέψεις και τα συναισθήματα, τα βάζουμε εμείς. Πρόκειται για μια προσθήκη απόλυτα υποκειμενική και συχνά ετεροχρονισμένη. Καθώς το βίντεο ήρθε στο φως λίγες μέρες μετά την απίστευτη δήλωση του Παναγιώτη Κουρουμπλή, δηλαδή ότι μπορούμε να κολυμπάμε άφοβα στον Σαρωνικό παρά την πετρελαιοκηλίδα, στο νου μου ήρθαν οι στίχοι του Βαμβακάρη: «Στο Φάληρο που πλένεσαι, περιστεράκι γένεσαι». Αυτό το ζεϊμπέκικο έμοιαζαν να χορεύουν τα λόγια του υπουργού. Και όποιος/-α πλένεται, δεν γίνεται περιστεράκι, αλλά μαύρο κοράκι, έστω και χωρίς νύχια γαμψά.
Δεν βαριέστε, όλα ξεχνιούνται. Και το υπουργικό «γιατί να μην κάνει ο κόσμος μπάνιο» θα ξεχαστεί, όπως έχει ξεχαστεί ο Βρετανός υπουργός Περιβάλλοντος που το 1990, στην έξαρση μιας διατροφικής κρίσης πρώτου μεγέθους, όταν οι τρελές αγελάδες είχαν δικαιολογημένα γίνει ο φόβος και ο τρόμος της Ευρώπης, δήλωνε ότι «μπορούμε με σιγουριά να πούμε πως το βοδινό μπορεί να καταναλώνεται με ασφάλεια από όλους, παιδιά και ενηλίκους». Μάλιστα, έφτασε στο σημείο να ταϊζει την τετράχρονη κόρη του χάμπουργκερ μπροστά στις δημοσιογραφικές κάμερες.
Η ζωή προχωράει. Και μπάνιο κάνουμε, και βοδινό τώρα πια τρώμε άφοβα, και το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» χορεύουμε άμα λάχει και όπου λάχει και με όποιους λάχει. Η μουσική και η θάλασσα ανήκουν σε όλους, όμως σε μερικούς ανήκουν περισσότερο από ό,τι στους άλλους.


Σχόλιο δικό μου: Δικό μου ζήτημα δεν είναι αν χόρεψε ή όχι ο υπουργός το "Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας". Ή για να το πω καλύτερα, το ζήτημά μου είναι ότι το ζεϊμπέκικο του Λοΐζου χορεύτηκε "άμα λάχει και όπου λάχει και με όποιους λάχει". Χορεύτηκε και χορεύεται σε βαφτίσια και σε γάμους, σε πανηγύρια και σε φεστιβάλ νεολαιών, σε ταβέρνες και σε πολυτελείς σάλες, σε γήπεδα και σε Μέγαρα Μουσικής, σε πάρτυ, σε κλαμπς και σε μπαρ ανάμεσα σε σκυλοτράγουδα στην "ελληνική ώρα" μετά από ροκ και ροκ προγκρέσιβ, χέβι μέταλ, τέχνο, ντίσκο πολύωρο ξόδεμα, στο "Στην υγειά μας, βρε παιδιά" από λάτεξ "γλάστρες" και σταρλετίτσες, πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες τηλεοπτικού χυλού,  ε, τώρα χορεύτηκε και από υπουργό. Κι είναι σαν να δοξάζουν σήμερα  οι ποιητές τους σκυλάδες που ενώ χορεύουν τα σκυλέ τους, τους ροκάδες που χορεύουν το ροκ τους, τους δημοτικούς με τα δημοτικά τους, κ.ο.κ. σταματάνε άξαφνα για να χορέψουν το "Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας", σαν να τους δοξάζουν λοιπόν οι ποιητές υμνώντας "την αγωνιώδη προσπάθεια να συνομιλήσει το σώμα με το σύμπαν και να βιώσει την κάθαρση"* - τη διάχυτη λαϊκή πόζα όμως δοξάζουν, τη δηθενιά και το κάμωμα.

 *Σημείωση : Βλ. το άρθρο του ποιητή Γιάννη Υφαντή εδώ: http://tvxs.gr/news/blogarontas/i-aparigoriti-parigoria-toy-manoy-loizoy

"Η ανάγνωση διαφορετικών στοχαστών προστατεύει από τις εύκολες βεβαιότητες" Συνέντευξη του Θανάση Γιαλκέτση στην Πόλυ Κρημνιώτη ("ΑΥΓΗ", 25/9/2017)

...............................................................
 

 Η ανάγνωση διαφορετικών στοχαστών προστατεύει από τις εύκολες βεβαιότητες




τη συνέντευξη πήρε η Πόλυ Κρημνιώτη
("ΑΥΓΗ", 25/9/2017) 
 








Η σοβαρή ανάγνωση προϋποθέτει εσωστρέφεια, απομόνωση, πειθαρχία, αυτοσυγκέντρωση, αφοσίωση στο νόημα, υπομονή, μεθοδικό συλλογισμό, σιωπή. Οι προϋποθέσεις αυτές αρχίζουν να σπανίζουν στις σύγχρονες συνθήκες κυριαρχίας των οπτικοακουστικών μέσων, που απειλούν με συρρίκνωση την παλιά επικράτεια του έντυπου λόγου
«Αν υπάρχει ένα κοινό νήμα που διαπερνά αυτά τα κείμενα, είναι η αναζήτηση πνευματικών αντιδότων στην αποθάρρυνση και τη μοιρολατρική παραίτηση μπροστά στο σύνδρομο αδυναμίας της πολιτικής, που γεννάει η βαθιά κρίση που ζούμε» λέει ο Θανάσης Γιαλκέτσης για το καινούργιο του βιβλίο «Η σοφία των άλλων» που αναμένεται να κυκλοφορήσει τις επόμενες ημέρες (εκδ. Πόλις).
Συγγραφέας και δημοσιογράφος, άνθρωπος χαμηλών τόνων και έμφυτης ευγένειας, ο Θανάσης Γιαλκέτσης στον συγκεκριμένο τόμο συγκεντρώνει κριτικά κείμενα που γράφτηκαν με αφορμή την έκδοση αξιόλογων έργων διανοητών, όπως οι Νίκος Πουλαντζάς, Μαρσέλ Γκοσέ, Αλμπέρ Καμύ, Τέρι Ίγκλετον, Χέρμπερτ Μαρκούζε κ.ά., τα οποία, όπως υποστηρίζει, προσφέρονται ως «ερέθισμα για θεωρητικό και πολιτικό αναστοχασμό».

* Γιατί να προσφύγουμε στη "σοφία των άλλων";
Γιατί η βαθιά κρίση που ζούμε φανέρωσε μεταξύ άλλων και ότι η γνώση μας για την πραγματική κατάσταση της κοινωνίας και της οικονομίας ήταν εντελώς ανεπαρκής, ότι το μικρό απόθεμα των ιδεών μας παρουσίαζε μεγάλα και ανησυχητικά κενά. Την κρίση δεν την προβλέψαμε, δεν την αντιληφθήκαμε όταν ήδη πλησίαζε ή και όταν εγκαταστάθηκε στο παρόν, δεν κάναμε τίποτα για να την αποτρέψουμε και ακόμα προσπαθούμε να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα της, το εύρος και το βάθος της.
Δεν μπορούμε επομένως να συντηρούμε την αυτάρεσκη και αλαζονική ψευδαίσθηση ότι ήδη γνωρίζουμε και κατανοούμε τον κοινωνικό κόσμο και την πραγματικότητα που μας περιβάλλει και μας καθορίζει. Με αυτή την έννοια η κρίση αντιπροσωπεύει μιαν ισχυρή πρόκληση, που κλονίζει το πνεύμα της αυτάρκειας και της υπεροψίας που μας διέκρινε και μας υποχρεώνει να βαδίσουμε στον δρόμο της διανοητικής μετριοπάθειας και της ατομικής και συλλογικής αυτογνωσίας.
Τα σημαντικά βιβλία του θεωρητικού και πολιτικού στοχασμού είναι ο απαραίτητος και πολυτιμότερος οδηγός σε αυτή την κοπιώδη διαδρομή της αναζήτησης και της έρευνας.
* Η εποχή μας, κατά πολλούς διανοητές, χρειάζεται ριζοσπαστισμό. Εσείς ωστόσο μιλάτε για διανοητική μετριοπάθεια.
Μιλώ για διανοητική και όχι πολιτική μετριοπάθεια, η οποία δεν αποκλείει τον πολιτικό ριζοσπαστισμό. Διευκρινίζω με ένα παράδειγμα αντλώντας από τον Αλμπερ Καμύ ένα μάθημα σωκρατικού ήθους. Ο Καμύ έλεγε ότι τα πνεύματα που κυριαρχούνται από υπεροψία «μπορούν να φτάσουν σε όλα εκτός από την απελευθέρωση του ανθρώπου και από μια πραγματική δημοκρατία». Όριζε δε τη δημοκρατία ως εξής: «Η δημοκρατία είναι η κοινωνική και πολιτική άσκηση της μετριοφροσύνης».
Τόνιζε ότι ένα δημοκρατικό καθεστώς μπορεί να δημιουργηθεί και να υποστηριχθεί μόνον «από ανθρώπους που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, που αρνούνται να παραδεχτούν την προλεταριακή συνθήκη και που δεν προσαρμόζονται ποτέ στη δυστυχία των άλλων, αλλά ακριβώς αρνούνται να επιδεινώσουν αυτή τη δυστυχία στο όνομα μιας θεωρίας ή ενός τυφλού μεσσιανισμού».
Ο δημοκράτης, συνεχίζει ο Καμύ, «είναι μετριόφρων. Ομολογεί ένα ορισμένο ποσοστό άγνοιας και ότι δεν τα κατέχει όλα. Και με αφετηρία αυτή την παραδοχή αναγνωρίζει ότι χρειάζεται να συμβουλεύεται τους άλλους, να συμπληρώνει εκείνο που δεν γνωρίζει με εκείνο που αυτοί γνωρίζουν».
* Μιλάτε πάντα με παραπομπές;
Μιλάω με παραπομπές όταν έχουν προηγηθεί σοφότεροι από μένα που τα έχουν ήδη πει καλύτερα. Εξάλλου το βιβλίο μου είναι ένα σύνολο κειμένων, δημοσιευμένων στην «Εφ.Συν.», που αναφέρονται και παραπέμπουν σε βιβλία, δηλαδή σε άλλα μεγαλύτερα κείμενα. Αλλά και τα βιβλία με τη σειρά τους αναφέρονται και παραπέμπουν σε άλλα προηγούμενα έργα και βιβλία. Κάθε γραπτό εξάλλου αναφέρεται σε προηγούμενα γραπτά. Αυτή η συνεχής επανάληψη παράγει έναν δημιουργικό δυναμισμό που τροφοδοτεί τη συλλογική ανάπτυξη της κουλτούρας. Αυτή η ανάπτυξη παίρνει τη μορφή της διαρκούς κριτικής του λόγου και των ιδεών των άλλων.
* Από τον Καμύ στον Μαρκούζε, από τον Πουλαντζά στον Ταγκιέφ και από τον Τέρι Ίγκλετον στον Πιερ Ροζανβαλόν που συναντούμε μεταξύ άλλων στο βιβλίο σας, ποιο είναι το λεπτό νήμα που συνδέει συγγραφείς - διανοητές με τόσο διαφορετικές ιδεολογικές, πολιτικές, φιλοσοφικές καταβολές;
Οι επιλογές υπαγορεύτηκαν από το βάρος και την αξία των έργων. Η περιπλάνηση στα βιβλία πολλών και διαφορετικών στοχαστών προστατεύει τον αναγνώστη - μελετητή από τις εύκολες βεβαιότητες, από τη μονοφωνία του δόγματος και φωτίζει την πολυεδρικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας. Η κριτική θεωρία σήμερα μπορεί εξάλλου να τρέφεται και να εμπνέεται από πολύ διαφορετικές πηγές, μπορεί να αντλεί ερεθίσματα ακόμα και από την αντίπαλη σκέψη, όπως μας δίδαξε ο Γκράμσι.
Η ανάγνωση είναι και μια άσκηση στην οποία δοκιμάζεται η ικανότητά μας να παίρνουμε στα σοβαρά και να αξιολογούμε τις ιδέες και τις γνώμες όσων σκέφτονται διαφορετικά από μας. Το ζητούμενο είναι να διατηρήσουμε την κριτική ικανότητα, που είναι κυρίως ικανότητα διάκρισης και διαχωρισμού του ορθού από το εσφαλμένο, του αληθούς από το ψευδές, του ουσιώδους από το ασήμαντο. Αυτή η κριτική ικανότητα απειλείται στις μέρες μας από πολλές πλευρές.
Ο Ουμπέρτο Έκο για παράδειγμα προειδοποιούσε για τους κινδύνους που προέρχονται από όσα συμβαίνουν στο Διαδίκτυο, όπου καθιερώνεται μια ειδωλολατρία της απόλυτης έκφρασης του λόγου, χωρίς κανένα έλεγχο εκ μέρους των άλλων. Καθένας εκφράζει ό,τι του έρχεται στον νου. Απειλείται έτσι η θεμελιώδης προϋπόθεση της δημοκρατίας, δηλαδή η παραδοχή ότι όσα λέγονται δεν είναι όλα ορθά.
* Στην εποχή του Διαδικτύου και της άμεσης πληροφόρησης μπορεί να διασωθεί η κουλτούρα της δημοκρατίας, της ανάγνωσης και της κριτικής σκέψης;
Λυπάμαι, αλλά θα ξεκινήσω πάλι με μία παραπομπή. Ο Μπόρχες έλεγε ότι οι καλοί αναγνώστες είναι μαύροι κύκνοι, πιο σπάνιοι ακόμα και από τους καλούς συγγραφείς. Και συμπλήρωνε: «Άλλοι μπορεί να να δοξάζονται για τα βιβλία που έχουν γράψει. Η δική μου δόξα είναι τα βιβλία που έχω διαβάσει». Στις μέρες μας οι οικονομικές συνθήκες και ο πιεστικός ρυθμός του καθημερινού βίου, σε συνδυασμό με τα πολλαπλά ανταγωνιστικά ερεθίσματα που προσφέρουν τα νέα μέσα πληροφόρησης και επικοινωνίας και με την επικράτηση των τάσεων για γρήγορη, εξωστρεφή και απόλυτη έκφραση, αντιμάχονται την κουλτούρα της σοβαρής ανάγνωσης, επομένως την κριτική σκέψη και τη συνειδητή πολιτική συμμετοχή, που αποτελούν θεμέλιο της δημοκρατικής ζωής.
Η ανάγνωση, για παράδειγμα, που είναι ταυτόχρονα και πράξη ερμηνείας και κατανόησης του κειμένου, δύσκολα βρίσκει τη θέση της σε ένα επικοινωνιακό σύμπαν στο οποίο κυριαρχούν η εικόνα και η ταχύτητα. Η σοβαρή ανάγνωση προϋποθέτει εσωστρέφεια, απομόνωση, πειθαρχία, αυτοσυγκέντρωση, αφοσίωση στο νόημα, υπομονή, μεθοδικό συλλογισμό, σιωπή.
Οι προϋποθέσεις αυτές αρχίζουν να σπανίζουν στις σύγχρονες συνθήκες κυριαρχίας των οπτικοακουστικών μέσων, που απειλούν με συρρίκνωση την παλιά επικράτεια του έντυπου λόγου. Σήμερα δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε τη χαρά και τη συγκίνηση που ένιωσε ο Έρασμος τότε που έσκυψε σε έναν λασπωμένο δρόμο για να σηκώσει ένα σκισμένο τυπωμένο χαρτί.
* Σε μια εποχή επικοινωνιακού κορεσμού, όπου ο πολίτης βομβαρδίζεται καθημερινά από ποικίλης προέλευσης μηνύματα, ποια μπορεί να είναι η θέση και ο ρόλος της κριτικογραφίας την οποία εσείς ασκείτε εδώ και χρόνια;
Η κριτικογραφία είναι μια λειτουργία μεσολάβησης ανάμεσα στο έργο και στο ευρύτερο κοινό στο οποίο απευθύνεται. Ο μεγαλύτερος ζων κριτικός, ο Τζορτζ Στάινερ, διακρίνει τρεις λειτουργίες της κριτικής.
Η πρώτη είναι να υποδείξει τι πρέπει να διαβάσουμε και με ποιον τρόπο. Από την πελώρια κληρονομιά του παρελθόντος η κριτική καλείται να επισημάνει τα έργα που μπορούν να αναπτύξουν έναν γόνιμο διάλογο με το παρόν. Η δεύτερη είναι να καλλιεργεί την επικοινωνία, να αποτρέπει την απομόνωση και τη δημιουργία στεγανών στον χώρο του πνεύματος. Η τρίτη και πιο σημαντική είναι να κρίνει αν ένα έργο αντιπροσωπεύει ένα βήμα προς τα μπρος, δηλαδή σε ποιον βαθμό προσθέτει ή αφαιρεί στα ήδη φτωχά αποθέματα της ηθικής μας σοφίας.
Από την άλλη ο Όσκαρ Ουάιλντ έχει πει ότι το να πει κανείς στον κόσμο τι να διαβάσει είναι είτε άχρηστο είτε ζημιογόνο, καθώς η γνήσια εκτίμηση ενός έργου είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας και όχι διδαχής. Εγώ, όμως, ως αριστερός, πιστεύω πάντα στον παιδαγωγικό και επιμορφωτικό ρόλο της κριτικής. Σε κάθε περίπτωση η ανάγνωση είναι πράξη ελευθερίας που δεν πειθαρχεί σε συμβουλές και υπαγορεύσεις.
* Οι συνθήκες της βαθιάς κρίσης που βιώνουμε σήμερα βοηθούν σε έναν κριτικό αναστοχασμό;
Είναι αλήθεια ότι οι δραματικές επιπτώσεις της κρίσης και οι ανατροπές που επιφέρει στη ζωή των πολλών δεν ευνοούν τον αναγκαίο κριτικό και αυτοκριτικό αναστοχασμό. Τροφοδοτούν αντίθετα την πόλωση των πνευμάτων, την τεχνητή και οξεία αντιπαράθεση, τη διανοητική και πολιτική σύγχυση. Οι καταστάσεις κρίσης μπορεί να υποκινήσουν την κριτική σκέψη, την επινοητικότητα, την αναζήτηση νέων λύσεων, μπορεί να θέσουν σε κίνηση δυνάμεις ανανέωσης και μετασχηματισμού.
Η κρίση όμως μπορεί και να παραλύσει τη σκέψη, να αποθαρρύνει τη δημιουργική φαντασία, ρίχνοντας τους ανθρώπους στην παθητικότητα και τη μοιρολατρία. Σε συνθήκες κρίσης βρίσκουν επίσης γόνιμο έδαφος η αναζήτηση «μαγικών» και εύκολων λύσεων, η προσφυγή σε βίαιες και αυταρχικές πρακτικές, το κυνήγι φανταστικών ενόχων και αποδιοπομπαίων τράγων, με αποτέλεσμα μια γενικότερη κοινωνική και πολιτική οπισθοδρόμηση.
Στο καταστροφικό δυναμικό της κρίσης χρειάζεται να αντιτάξουμε τη μαχητική αισιοδοξία της βούλησης, που αποτυπώνεται στα λόγια με τα οποία τέλειωνε την αυτοβιογραφία του ο Ερικ Χομπσμπάουμ: «Ας μην καταθέσουμε τα όπλα, κι ας ζούμε σε χαλεπούς καιρούς. Ο κόσμος δεν θα γίνει καλύτερος από μόνος του».

"Καθρέφτες" ποίημα του φίλου στο fb και ποιητή Χάρη Μελιτά (facebook, 29/9/2017)

...............................................................






Χάρης Μελιτάς










 

ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

Ένα καράβι έλυσε τους κάβους.
Φεύγω.
Ένα καράβι δένει στην προβλήτα.
Έρχεσαι.
Αντικριστά στην κουπαστή
ένας στου άλλου τον καθρέφτη
κοιταζόμαστε.
Βραχνάς ο βρυχηθμός των αλυσίδων
ανάστροφα γυρίζουν τα γρανάζια
κι οι λόγχες που βουτάνε στα βαθιά
δεν είναι γλάροι
μα φιλιά θνησιγενή
που πνίγονται στα δάκρυα της μνήμης.

Φοβάμαι που λυπάσαι για το χθες.
Λυπάσαι που το αύριο φοβάμαι...



Χάρης Μελιτάς

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

"Τα ποιήματα στο δρόμο" του Νίκου Χουλιαρά

...........................................................





Νίκος Χουλιαράς
(1940 - 2015)






 
Τα ποιήματα στο δρόμο


Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.


Χουλιαράς Νίκος


"Η γειτονιά" έγραψε ο Αθανάσιος Πάνου (https://strovilos.gr, 28/09/2017)

..............................................................
 

Η γειτονιά



Μιλάμε τώρα για την οδό «ΠΑΡΕΛΘΟΝ» που πήγε ο ταχυδρόμος να αφήσει ένα δέμα. Μια μέρα σαν την σημερινή ήτανε και εγώ ήμουν απέναντι. Ελάχιστοι το γνωρίζουν, γιατί όσο όμορφο και γερό ήταν το σπίτι μου δεν υπάρχει πια σε αυτή την γειτονιά. Γνέφω στον ταχυδρόμο, του φωνάζω όλο και πιο δυνατά «με ξέχασες με ξέχασες!» όμως αυτός όπως κάθε μέρα κάνει πως δεν ακούει. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι δεν έχει κανένα δέμα για εμένα, άλλωστε με μια τρύπα για σπίτι πώς κάτι να έχει; Δεύτερον, από της καταβολής των ταχυδρόμων μέχρι σήμερα αυτό που είχε σημασία είναι το τώρα. Αυτή η στιγμή που σώνει και καλά πρέπει να περιμένεις τον ταχυδρόμο και εσύ δεν πρέπει να απουσιάζεις. Αλήθεια, βρέθηκε ποτέ άνθρωπος που στα αλήθεια να περιμένει συνέχεια στην πόρτα; Σίγουρα ναι. Όπως και εσύ, που συχνά παριστάνεις τον καλό γείτονα αλλά βιαστικός πάντα κάνεις πως δεν με βλέπεις. Γι αυτό σκέφτομαι πως ο ταχυδρόμος θα έπρεπε να δίνει και μια εναλλακτική λύση. Να μπορεί να αφήσει σε εμένα το δέμα όταν απουσιάζεις-σε εμένα τον ανύπαρκτο-και έτσι ίσως αναγνωρίσεις την αληθινή γειτονιά όταν με δεις για πρώτη φορά να σου χτυπώ με θάρρος την πόρτα, να σου παραδώσω μια καλημέρα.

"Με κριτική ματιά στην εκάστοτε εξουσία"

...............................................................
 

Με κριτική ματιά στην εκάστοτε εξουσία


 
Η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη 
και Μανώλη Δούνια 
|EUROKINISSI/ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
 
 
 έγραψε ο Γρηγόρης Ιωαννίδης
Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να ολοκληρώσει η στήλη τις καλοκαιρινές αναφορές της -μετά κι από αυτό το τονωτικό διάλειμμα στην τακτικότητά της-, παρά με τον ετεροχρονισμένο έπαινο σε μια παραγωγή που, κι αν τριγύρισε στα διάφορα θερινά θέατρα, δυστυχώς βρέθηκε φέτος εκτός ελληνικού φεστιβάλ.
Η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη και Μανώλη Δούνια οφείλει να μείνει στη μνήμη των θεατών της -και στην αντίληψη των υπολοίπων- τουλάχιστον για έναν λόγο: γιατί επιχείρησε -και κατόρθωσε- να βρει τη χρυσή εκείνη τομή του αρχαίου δράματος και του Ευριπίδη· συγκεκριμένα, ανάμεσα στο παλιό τυπικό και τη νεωτεριστική ανάγκη· να επιδώσει μια λύση σε ένα εξαιρετικά δίσημο -και παρερμηνευμένο- κείμενο όπως αυτό της «Ιφιγένειας».
Η ανάγνωση του έργου στηρίχτηκε -όπως ενημερώνει το δελτίο Τύπου- σε μια κριτική ματιά στον κόσμο της εξουσίας, σε ένα έργο το οποίο, ας μην το λησμονούμε, ξεκινά με μια εξαπάτηση -μ’ ένα κάλπικο γράμμα- για να καταλήξει σε μια συλλογική παραίσθηση -σε ένα ανακουφιστικό όραμα απενεχοποίησης. Στο ενδιάμεσο υπάρχει η πολύ αληθινή θυσία μιας αθώας νέας και της αθωότητας της νιότης της… Αν πάρουμε στα σοβαρά τα λεγόμενα της «Ιφιγένειας», οφείλουμε να αμφιβάλλουμε πια, όχι μόνο για τον ηρωισμό των ηρώων μας, αλλά και για την ιστορικότητα της ιστορίας μας.
Για την απόφαση της Ιφιγένειας, που καταφθάνει στην Αυλίδα σαν μελλόνυμφη και μελλοθάνατη μαζί, και για τη μεταστροφή της από φοβισμένο κοριτσόπουλο σε σύμβολο αυτοθυσίας έχουν βέβαια γραφτεί πολλά… Της μετάλλαξης αυτής έχουν προηγηθεί η αντίστοιχη μεταστροφή του Αγαμέμνονα -από αρνητή σε υποστηρικτή της φρικτής απόφασης-, του Μενέλαου, ακόμα και της Κλυταιμνήστρας και του Αχιλλέα.
Ο κόσμος στην Αυλίδα χάνει ολοένα το μέγεθός του: Το να πούμε πως η νέα στο τέλος της τραγωδίας πεθαίνει γεμάτη ειρωνεία για τη μικρότητα των ηρώων της θα ακουγόταν μάλλον κοινότοπο. Το νέο που προσφέρει η ανάγνωση των δύο σκηνοθετών είναι πως η δική τους Ιφιγένεια δεν είναι γι’ αυτό και λιγότερο γενναία. Στη διδασκαλία τους η Ιφιγένεια πείθει ότι πεθάνει όχι από αηδία, αλλά από πείσμα για κάτι ανώτερο από εκείνο που τη σκοτώνει.
Είναι ίσως αυτό ακριβώς το σημείο όπου η «Ιφιγένεια» (και το σύνολο του αρχαίου δράματος) χάνει συχνά την επαφή του με το δικό μας, το περισσότερο κυνικό, θέατρο. Το βάθος του -ακόμα και για έναν ρεαλιστή όπως είναι ο όψιμος Ευριπίδης- ανήκει σε ένα θέατρο μορφών και όχι προσώπων, στο οποίο οι ρόλοι μιλούν σαν φορείς μιας μυθικής όσο και διδακτικής διάστασης. Σε αυτή την περίεργη συναλλαγή βρίσκεται η αφετηρία της παράστασης: εννιά κορίτσια της Χαλκίδας πλησιάζουν με ζωηράδα για να δουν τα εκθέματα μιας λησμονημένης «μουσειακής» παράδοσης. Τα περιεργάζονται, τα «πειράζουν», κουρδίζουν την ακινησία τους. Δεν ξέρουν ακόμη πως κάποτε τα αγάλματα μιλούν, καθώς το όνειρο πέφτει…
Εχοντας χτίσει τη μετάβαση από τη μια «σκηνή» στην άλλη, κι από τον κόσμο των ζωντανών στον κόσμο του μύθου, για τους σκηνοθέτες της «Ιφιγένειας» δεν απομένει παρά να διατηρήσουν τη θέρμη της εκατέρωθεν συνομιλίας. Με μια θεατρικότητα που αφηγείται τον εαυτό της, ένα θέατρο που δεν φοβάται να φανερωθεί, και στο βάθος -σαν θέατρο εν θεάτρω- με ένα άλλο έργο, που θα ξεδιπλωθεί σαν διαλεκτικό επιχείρημα περί αληθινού πατριωτισμού, γενναιότητας και ιστορίας.
Στηρίζουν το επιχείρημά τους, η αλήθεια είναι, σε μερικούς σπουδαίους συντελεστές. Η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα, πρώτα-πρώτα, με τις βαθιές ανάσες και τα καλοδουλεμένα νοήματά της, ένας στοχασμός στη γλώσσα και ένα σύγχρονο βάθρο για το έργο του αρχαίου στοχαστή. Στη μετάφραση του Μπλάνα, όμως, συμβαίνει και κάτι άλλο: ανεβαίνει από την ορχήστρα κάτι βαθύτερο κι από την πολιτική θέση του έργου, μια σχέση με τον βαθύ εαυτό μας, όπως στον παλιό σολωμικό «Λάμπρο», όπως εκείνη τη φράση του Αγαμέμνονα που θα αποσώσει με τα δικά του αποσιωπητικά: «Κι όσο για αυτή την περιβόητη ζωή,…»
Ή, πιο πίσω ακόμη: Το «οργανάκι» του Σταμάτη Κραουνάκη μεταφέρει τη μουσική μπάντα της παράστασης. Τα τραγούδια του Χορού είναι από μόνα τους μελωδικά, αλλά ό,τι διακρίνεται στη συνείδησή μας είναι η μετάφραση της σιωπής σε μουσική. Κι ακόμη πιο πέρα, τα σκηνικά του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, που δεν επιδιώκουν παρά να δείξουν αυτό που στ’ αλήθεια είναι: κάτι το παροδικό, όραμα που περνά και χάνεται. Τα κοστούμια του ίδιου συνορεύουν με το μακιγιάζ των αγαλμάτων στο αρχαίο τυπικό, και την αύρα των κοριτσιών που τρέχουν ανυποψίαστα για το βάρος της ιστορίας που αναλογεί στα νιάτα τους.
Μένει στο μυαλό η κίνηση της Αγγελικής Τρομπούκη: τα γκέστους της που ακινητούν σε μια δήλωση και οι σηματωροί ενός κόσμου που ανοίγεται μισός φτιαγμένος από τύρβη και μισός από όνειρο.
Και βέβαια, πάνω από όλα, τελικά οι ίδιοι οι υποκριτές. Εκτελούν σύμφωνα με το αρχαίο τυπικό από δύο ρόλους ο καθένας, συχνά αντιφατικούς ή διαλεκτικούς μεταξύ τους. Ο Αιμίλιος Χειλάκης παίζει τον Αγαμέμνονα και τον Αχιλλέα -στην ουσία παίζει όχι δύο ρόλους, αλλά τέσσερις: ψηλώνει και χαμηλώνει, εκτείνεται και πυκνώνει. Είναι μια μεγάλη στιγμή στην καριέρα του, απόδειξη της υποκριτικής αξίας του, με φωνή, εκφραστικότητα, μέγεθος και ευελιξία. Η Αθηνά Μαξίμου δίνει από τη μεριά της έναν περίφημο Μενέλαο, δίσημο και δαιμόνιο. Και όταν φτάνει κάποτε η δική της ώρα, της Κλυταιμνήστρας, η ίδια ηθοποιός θα γίνει από μάνα κόρη, ένα άγνωρο κορίτσι ριγμένο στην αγκαλιά του παιδιού του.
Μένει η Ιφιγένεια της Λένας Παπαληγούρα, ρόλος που έχει ακολουθήσει τη γεροντική μορφή του Πρεσβύτη από την ίδια ηθοποιό. Ζητούμε σε αυτήν μια νέα που συνεχώς να διογκώνεται και να πλαταίνει, τόσο όσο οι άλλοι γύρω της συρρικνώνονται. Κι έτσι είναι. Στο τέλος η ηρωίδα της θα μείνει μόνη από τους ανθρώπους και λερωμένη από αυτούς.
Το επίτευγμα της ηθοποιού είναι πως ούτε τότε η Ιφιγένειά της χάνει την εσωτερική της καθαρότητα, έναν ηρωισμό νέο και ακλόνητο που πηγάζει από κάτι ακλόνητο και μεγάλο. Με αυτόν τον τρόπο, η νεκρή που αποχαιρετούν οι κοπέλες του όμορφου Χορού (Δήμητρα Βήττα, Ελεάνα Γεωργούλη, Σμαράγδα Κάκκινου, Αννα Κλάδη, Αννα Λάκη, Βάσια Λακουμέντα, Φραγκίσκη Μουστάκη, Δώρα Στυλιανέση και Μαρία Τζάνη), μοιάζει άλλη από τη ζωντανή που θα δραπετεύσει στον αιώνιο μύθο.

"Κωμωδία (ίσως και τραγωδία) παρεξηγήσεων" γράφει ο Πέτρος Μανταίος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 28.09.2017)

.............................................................
 

Κωμωδία (ίσως και τραγωδία) παρεξηγήσεων


Φανάρι  
EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ
 
 γράφει ο Πέτρος Μανταίος 
Στην επιστροφή μου από τον Υμηττό, οχτώμισι το πρωί στο φανάρι της Πανεπιστημιούπολης. Ιδρωμένος, με το πετσετάκι μου (κόκκινο) κρεμασμένο στο χέρι, να στεγνώσει, όσο γίνεται. Περιμένω το κόκκινο για τ’ αυτοκίνητα, να περάσω απέναντι. Ευθεία η Υμηττού, αριστερά η Καισαριανή και η Πανεπιστημιούπολη. Ενα αυτοκίνητο -είδα τον οδηγό, νεαρός- σταματάει ακριβώς μπροστά μου, για να στρίψει αριστερά, προς Καισαριανή και Πανεπιστημιούπολη.
Παρακάμπτω το αυτοκίνητό του, από μπροστά, για να περάσω απέναντι. Και, όπως με είδε, άθλιο, ιδρωμένο, με κάτι παλιόρουχα περιπάτου κι ένα κόκκινο πατσαβούρι στο χέρι που το κουνούσα στον ήλιο να στεγνώσει από τον ιδρώτα, δεν είχε ανάγκη άλλων μαρτύρων ο άνθρωπος. «Οχι, φίλε, δεν θέλω!» είπε, στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, καθώς κατέβαινα το πεζοδρόμιο και έβγαινα μπροστά στο αυτοκίνητό του. Δεν ήθελε να του καθαρίσω τα τζάμια!
Ποιος ξέρει τι σκέφτηκε όταν με είδε να περνάω απέναντι. Ισως, ότι αλλάζω πόστο, γιατί αυτό που είχα ήταν… αντιπαραγωγικό! Εγώ πάντως σκέφτηκα (αλλά, όπως όλα τα ωραία, τα σκέφτεται κανείς όταν η ευκαιρία έχει χαθεί…) ότι θα είχε πλάκα να δούλευαν ακαριαία τα ανακλαστικά μου και με το «Οχι, φίλε, δεν θέλω» του, να σήκωνα το πετσετάκι μου, να καθάριζα το παρμπρίζ και μετά να του έδινα τα ψιλά που είχα στην τσέπη για να πάρω ψωμί και εφημερίδα. Να του έλεγα μάλιστα και «ευκαριστώ μίστερ» σε σπασμένα ελληνικά! Τι να σου κάνω, έχασα την ευκαιρία…
Είχα όμως την ευκαιρία να δω (βοήθησαν και οι γερμανικές εκλογές με την άνοδο των φοβικών) πόσο εύκολα μπορεί να μεταπηδήσει κανείς σήμερα από την κωμωδία παρεξηγήσεων στην τραγωδία άνευ εξηγήσεων…

"Ο Κοσμάς και ο ελληνικός κόσμος του" έγραψε ο Πέτρος Μανταίος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 20.09.2017)

...............................................................
 

Ο Κοσμάς και ο ελληνικός κόσμος του


Υμηττός 
  EUROKINISSI/ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ
Τον γνώρισα, πριν από μερικά χρόνια, στις προς Υμηττό αναβάσεις μου. Συνήθως επιστρέφει όταν ανηφορίζω. Λεπτός, ευκίνητος, πεντακάθαρος, περασμένα τα εβδομήντα. Δεν περπατάει, πετάει. Τελευταία φορά έτρεξε σε μαραθώνιο, κανονικότατα, νομίζω στα 63 του. Ομιλητικότατος. Λαϊκός άνθρωπος με στόφα (και ουσία) κοσμοπολίτη.
Αλλάζουμε καλημέρα, αλλά όταν περνάμε από ζόρια, λέμε και καμιά πολιτικούρα. Ζητάει τη γνώμη μου: «Τι λες γι’ αυτό…».
Προσφυγόπουλο της Καισαριανής. Ροκάς το ’60, με την κιθάρα του. Επαιξε, μετά τον στρατό, σε κάποιο συγκροτηματάκι, πέρασε κι ένα φεγγάρι από τους «Ολύμπιανς». Ανήσυχος. Δεν τον χωρούσε ο τόπος.
Μπαρκάρισε τραγουδιστής σε κρουαζιερόπλοιο στην Καραϊβική. Διεθνές ρεπερτόριο· πρώτα παπαγαλία, μετά, έπιασε στεριά, Νέα Υόρκη, καλά αγγλικά· περιζήτητος στην ομογένεια· έτσι λέει. Ούτε κι εκεί χωρούσε.
Μπήκε σε μαγαζιά αμερικάνικα, με πελάτες λεφτάδες. Μάθαινε από σερβιτόρους τι τραγούδι αρέσει στον ένα και στον άλλο (λεφτά) και την επόμενη μέρα το τραγουδούσε.
Φτιάχτηκε. Είχε και φίλους που τον βοήθησαν σε κάποιες γόνιμες επενδύσεις. Παντρεύτηκε Αμερικάνα, με υψηλή ειδίκευση στα παραϊατρικά· τη γνώρισα, παλαιότερα· γλυκύτατη. Παίρνουν καλές συντάξεις.
Ζουν μισό χρόνο, καλοκαίρι, στην Ελλάδα· στο διαμέρισμα, εξ αντιπαροχής προσφυγικού, της Καισαριανής (μικρό, κουκλόσπιτο, με δύο κιθάρες, το έχω επισκεφτεί) και το υπόλοιπο… καλοκαίρι στην Καλιφόρνια· ο Κοσμάς έχει και κάτι «κουμάντα» στο Μεξικό. «Δίπλα είναι!».
Την περασμένη βδομάδα έμπλεξε με κάτι χαρτιά (ελληνικά) της γυναίκας του. Με ρώτησε. Του συνέστησα τα ΚΕΠ. Τον είδα το Σάββατο. Πήγε παντού και, τελικά, κατέφυγε σε μέθοδο… αμερικανική: «Money talks, bullshit walks!» είπε («Τα λεφτά μιλάνε, τα σκ… περπατάνε»). «Εδωσα σε δικηγόρο εκατόν πενήντα ευρώ κι έκανα τη δουλειά μου!».

Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

"Η σημαία με τις κόκκινες και τις κίτρινες ρίγες" γράφει ο Νίκος Σαραντάκος (tvxs.gr, 27/9/2017)

............................................................







Η σημαία με τις κόκκινες και τις κίτρινες ρίγες



γράφει ο Νίκος Σαραντάκος
(tvxs.gr,  27/9/2017)





Από τη Σκωτία το περιμέναμε, αλλά μας ήρθε λιγάκι ανατολικότερα και πολύ νοτιότερα, στην βορειοανατολική άκρη της Ισπανίας, στην Καταλονία.
Εννοώ το κίνημα ανεξαρτησίας στην Καταλονία, το δημοψήφισμα που κηρύχτηκε για την 1η Οκτωβρίου και τις εξελίξεις που απότομα κλιμακώθηκαν ύστερα από τα κατασταλτικά μέτρα που πήρε η δεξιά κυβέρνηση της Ισπανίας, με επέμβαση της Γκουάρντια Θιβίλ (Guardia Civil) και συλλήψεις Καταλανών αιρετών αρχόντων.
Η Καταλονία δεν είναι μεγάλη σε έκταση -πιάνει μόλις 32000 τ.χλμ. δηλαδή ελάχιστα περισσότερο από το Βέλγιο. Έχει πληθυσμό 7,5 εκατομμύρια, λιγότερα από το ιδιαιτέρως πυκνοκατοικημένο Βέλγιο αλλά περισσότερα π.χ. από τη Φινλανδία, και είναι η πιο εύπορη περιφέρεια της Ισπανίας -είναι μάλιστα η πόρτα της Ισπανίας προς την υπόλοιπη Ευρώπη, αφού το περισσότερο εξαγωγικό εμπόριο περνάει από τους δρόμους της. Διαιρείται σε τέσσερις επαρχίες, αλλά οι άλλες πόλεις της ωχριούν, σε μέγεθος και σε αίγλη, μπροστά στην πρωτεύουσα, τη Βαρκελώνη, μια από τις ομορφότερες πόλεις στην Ευρώπη και στον κόσμο.
Στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο του 1936-39 η Καταλονία και η Βαρκελώνη ήταν το προπύργιο των Δημοκρατικών και οι τελευταίες απελπισμένες μάχες δόθηκαν εκεί. Στα χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο, η καταπίεση ήταν διπλή για την Καταλονία. Η καταλανική γλώσσα διαφέρει αρκετά από τα ισπανικά (τα καστιλιάνικα) και έχει να παρουσιάσει αξιόλογη λογοτεχνία από παλιά.
Μπορεί να βρίσκονται στην άλλη άκρη της Μεσογείου, αλλά πριν από 700 χρόνια είχαμε Καταλανούς και στα μέρη μας. Ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος, αυτοκράτορας του Βυζαντίου, κάλεσε το 1302 τους μισθοφόρους της Καταλανικής Εταιρίας, με αρχηγό τους τον Ρογήρο ντε Φλορ για να τον βοηθήσουν στον πόλεμο με τους Τούρκους.
Ὡς ηὗραν ὅτι ἤλθασιν ἐτότε οἱ Κατελᾶνοι,
ὅπου τοὺς ὠνομάζασι Μεγάλη Συντροφίαν,
λέει το χρονικό του Μορέως, ενω αλλού θα δείτε να αναφέρονται ως Μεγάλη Κομπανία (Στα καταλανικά, Companyia Catalana d’Orient δηλ. Καταλανική Εταιρία της Ανατολής).
Οι Καταλανοί ήταν καλοί πολεμιστές αλλά ακριβοί: πέτυχαν νίκες εναντίον των Τούρκων αλλά δεν τα βρήκαν με τον Ανδρόνικο στα οικονομικά. Τελικά ο Ανδρόνικος έβαλε άλλους μισθοφόρους και σκότωσαν τον Ρογήρο. Σε εκδίκηση, οι άλλοι Καταλανοί λεηλάτησαν τη Θράκη, τη Μακεδονία και το Αγιονόρος -οι καλόγεροι τους το κράτησαν μανιάτικο, κι όταν στις αρχές του αιώνα μας ένας Καταλανός καλλιτέχνης θέλησε να επισκεφτεί το Αγιονόρος δεν έγινε δεκτός διότι ήταν Καταλανός. Μερικά χρόνια αργότερα, η καταλανική κυβέρνηση ζήτησε συγγνώμη και συμβολικά χρηματοδότησε ένα έργο στη μονή Βατοπεδίου.
Ύστερα κατηφόρισαν πιο κάτω, όπου τους προσέλαβε στην υπηρεσία του ο δούκας των Αθηνών Γκοτιέ ντε Μπριέν. Και πάλι, φάνηκαν αποτελεσματικοί και απώθησαν τους εχθρούς του δουκάτου αλλά τσακώθηκαν με τον δούκα στην πληρωμή. Η διατύπωσή μου είναι μάλλον επιεικής: δεν τσακώθηκαν απλώς αλλά σκότωσαν τον δούκα και πήραν στα χέρια τους το δουκάτο των Αθηνών και ίδρυσαν και το δουκάτο των Νέων Πατρών (πρόκειται για την Υπάτη, που γνώρισε μεγάλες πιένες εκείνη την περίοδο, γι’ αυτό και την Πάτρα την είπανε Παλιά Πάτρα) που τα κυβέρνησαν από το 1311 ως το 1388, ως υποτελείς του στέμματος της Αραγώνας (γι’ αυτό και ο Φελίπε της Ισπανίας είναι μεταξύ άλλων Δούκας των Αθηνών και των Νέων Πατρών, Duque de Atenas y Neopatria).
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, οι Κατελάνοι, όπως τους είπε ο λαός, έβγαλαν κακό όνομα -άλλωστε πολεμιστές ήταν, μισθοφόροι, άνθρωποι του σπαθιού. Σε ένα δημοτικό, η κοπέλα εξορκίζει τον αγαπημενο της να μην την απαρνηθεί, και τον καταριέται
σε τούρκικα σπαθιά σε δω, σε Κατελάνου χέρια
τα κριάτα σου να κόφτουσι με δίστομα μαχαίρια.
Τη φήμη αυτή την ξαναζωντάνεψε το 1979 ο Πάνος Θεοδωρίδης με το τραγούδι «Οι Κατελάνοι», από τον (επιδεικτικά ευρωφοβικό αλλά πολύ καλό) δίσκο «Σεργιάνι στον κόσμο» του Μαρκόπουλου, με τον Νταλάρα:
 
Μας έμεινε επίσης και το επίθετο Κατελάνος -και ίσως για να τιμήσουν τη μνήμη των μεσαιωνικών μαχαιροβγαλτών, διαβόητοι είχαν γίνει τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες οι νταήδες αδελφοί Κατελάνοι στη νυχτερινή πιάτσα της Αθήνας.
Αυτά, τότε.
Τώρα, το κοινοβούλιο της Καταλονίας προκήρυξε δημοψήφισμα για την 1η Οκτωβρίου. Το δημοψήφισμα είναι πολύ προβληματικό νομικά: καταρχάς είναι αντισυνταγματικό με βάση το Σύνταγμα της Ισπανίας (που έχει εγκριθεί και στην Καταλονία με δημοψήφισμα και με πλειοψηφία 95%), η απόφαση να προκηρυχθεί πάρθηκε μονομερώς και με μποϊκοτάζ από την αντιπολίτευση, δεν συμμετέχουν ορισμένες σημαντικές πόλεις όπου οι δήμαρχοι ανήκουν στο Σοσιαλιστικο Κόμμα, και, το χειρότερο, ο σχετικός νόμος προβλέπει ότι για την ανεξαρτησία αρκεί να ψηφιστεί το Ναι, χωρίς να υπάρχει κάποιο κατώφλι συμμετοχής.
Να θυμίσω ότι και το 2014 είχε γίνει δημοψήφισμα στην Καταλονία, που όμως είχε μη δεσμευτικό, συμβουλευτικό χαρακτήρα, και έβγαλε μεν 80% υπέρ της ανεξαρτησίας, αλλά με συμμετοχή γύρω στο 40% (δεν δόθηκαν επίσημα στοιχεία). Αυτές οι κινήσεις μοιάζουν περισσότερο με προσπάθειες να αποσπαστούν περισσότερα διαπραγματευτικά οφέλη.
Δυστυχώς, στην κυβέρνηση της Ισπανίας βρίσκονται οι επίγονοι του Φράνκο, που αντέδρασαν όπως θα αντιδρούσε ο Χενεραλίσιμο, στελνοντας την εθνοφυλακή να κατάσχει ψηφοδέλτια και να συλλάβει αιρετούς άρχοντες. Με τον τρόπο αυτό, ο Ραχόι φυσικά εξωθεί τους Καταλανούς να συμμετάσχουν στο δημοψήφισμα και να ψηφίσουν μαζικά Ναι (προηγουμένως οι δημοσκοπήσεις έδιναν μικρό μόνο προβάδισμα στο Ναι).
Κάποιοι φίλοι αριστεροί είναι πολύ ενθουσιώδεις υπέρ της καταλανικής ανεξαρτησίας επειδή θα κλονίσει την ΕΕ. Παραβλέπουν ότι η καταλανική αστική τάξη είναι εξίσου υπέρ της ΕΕ όσο και η ισπανική, επιθυμεί διακαώς να παραμείνει το νέο κράτος στην Ένωση ή τουλάχιστον να επανενταχθεί ει δυνατόν την επόμενη μέρα.
Προσωπικά καταδικάζω τη βίαιη, σπασμωδική και ανόητη αντίδραση της ισπανικής δεξιάς, αλλά δεν είμαι υπέρ του ουσιαστικά νόθου ανεξαρτησιακού δημοψηφίσματος που προωθεί η καταλανική δεξιά (με τη στήριξη, πρέπει να πω, σημαντικών τμημάτων της αριστεράς που επέλεξαν να πολεμήσουν κάτω από ξένες σημαίες). Δεν βλέπω τι έχει να κερδίσει ο Καταλανός μισθωτός -καταπιέζεται τάχα περισσότερο, οικονομικά και κοινωνικά, απ’ό,τι ένας Ισπανός μισθωτός;
Η αστική τάξη της Καταλονίας είναι δυνατή και σφόδρα φιλοευρωπαϊκή, και η περίπτωση έχει ομοιότητες με τις αποσχιστικές τάσεις στη Βόρεια Ιταλία (την… Παδανία που τη λένε οι ακροδεξιοί) αλλά και στη Φλαμανδία. Και στις τρεις περιοχές, στο αποσχιστικό κίνημα πρωτοστατούν συντηρητικές δυνάμεις, με βασικό έστω και υπόρρητο επιχείρημα «να μην πηγαίνουν οι φόροι μας στους τεμπέληδες (και μελαψούς) του νότου». Aυτό που διαφοροποιεί σημαντικά αλλά όχι καθοριστικά την Καταλονία από τις άλλες δύο περιπτώσεις είναι η καταπίεση στα χρόνια του Φράνκο και η συστράτευση ενός σημαντικού τμήματος της καταλανικής αριστεράς στο ανεξαρτησιακό στρατόπεδο.
Δεν είμαι αισιόδοξος και δεν βλέπω ποια θα μπορούσε να είναι η θετική λύση -με ευθύνη κυρίως της κυβέρνησης Ραχόι. Πάντως, η απόσχιση εδαφών έξω από πλαίσια νομιμότητας ανοίγει ασκούς του Αιόλου (ναι, ασκούς, τι να προφτάσει ένα τσουβαλάκι) για άλλες περιοχές, πιο κοντινές μας -κοιλάδα του Πρέσεβου, Θράκη, γιατί όχι και Κρήτη, ώσπου να φτάσουμε στην «αυτόνομη δημοκρατία του Ιβάν και της Όλγας», όπως έλεγε και εκείνη η γελοιογραφία του 1990.