Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

"Η σιωπή, ένα καναρίνι στο μικρόφωνο" της Νατάσας Μπαστέα ("ΤΑ ΝΕΑ", 30/7/2011)


Η σιωπή, ένα καναρίνι στο μικρόφωνο

Της Νατάσας Μπαστέα

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα "ΝΕΑ", Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

 
«Εάν το Α είναι η επιτυχία στη ζωή, τότε το Α ισούται με χ συν ψ συν z. Το χ είναι η εργασία, το ψ είναι το παιχνίδι και το z είναι να κρατάς το στόμα σου κλειστό». Ο άνθρωπος που τα είπε αυτά ανακάλυψε τη θεωρία της Σχετικότητας, οπότε κάτι ξέρει από εξισώσεις. Εντάξει η εργασία, ακόμα πιο εντάξει το παιχνίδι. Αλλά και η σιωπή, Αλμπερτ; Και η σιωπή.
Τόσα χρόνια εν ενεργεία Ελληνες δεν είχαμε ζήσει ποτέ με τόση φασαρία. Οι τελευταίοι μήνες είναι ένα διαρκές βουητό, ένα βαχ, πολύς αχός, κύματα και βροντές, αγωνία για το τι θα πει ο ένας κι ο άλλος, δηλώσεις, απειλές, κόντρα δηλώσεις, φασαρίες. Ακούμε τις λέξεις και χάνουμε τη σιωπή, δεν υπάρχει πουθενά. Θυμάστε στο Σύνταγμα; Καλά ήταν τα συνθήματα, αλλά τίποτα δεν έφθανε σε ένταση τη σιωπή τόσων χιλιάδων συγκεντρωμένων.
Υπήρχε μια εποχή - όχι πολύ παλιά - όπου οι άνθρωποι που περπατούσαν μονολογώντας ήταν τρελοί. Τι συνέβη τα τελευταία χρόνια για να προκύψουν ξαφνικά τόσο πολλά να ειπωθούν; Τόσο πολλά και τόσο πιεστικά ώστε να μην μπορούν να περιμένουν; Οπου και να περπατήσεις, όλο και κάποιος θα σε πλησιάσει μιλώντας στο τηλέφωνο. Ο Φίλιπ Ροθ αναρωτιέται τι είναι εκείνο που στήριζε παλαιότερα τους ανθρώπους και τώρα κατέρρευσε απαγορεύοντας σχεδόν τους μοναχικούς περιπάτους, την αφομοίωση της πόλης μόνο μέσα από τις αισθήσεις; Η σιωπή έχει από καιρό εξοβελισθεί από δρόμους, εστιατόρια και πάρκα, αλλά η τεράστια μοναξιά των ανθρώπων παρήγαγε φαίνεται αυτή την απεριόριστη λαχτάρα όλων να ακουστούν.
Θα σας έχει τύχει να συναντήσετε κάποιον που μιλάει μια βαθιά και εύγλωττη σιωπή. Εναν τέτοιο παππού είχα βρει σε ένα λοχ της Σκωτίας, μέσα σε έναν πύργο στον οποίο νοίκιαζε δωμάτια σε πολυλογάδες υπερκινητικούς τουρίστες που ήλπιζαν να εντοπίσουν το διάσημο τέρας ή, το πολύ πολύ, μια καλή μπουκάλα ουίσκι. «Φαντάσου ο πρώτος άνθρωπος στον πλανήτη», είχε πει, «να συναντήσει τον τελευταίο κάτοικο της Γης. Θα σιωπούσαν με τον ίδιο τρόπο μέσα στα φιλιά ή τα δάκρυα, θα σιωπούσαν με τον ίδιο τρόπο μέσα σε ό,τι πρέπει να εννοηθεί. Τα λόγια τους θα ήταν εντελώς διαφορετικά, αλλά θα σιωπούσαν με τον ίδιο τρόπο».
Ενας άνδρας καθισμένος στην πολυθρόνα, ακούγοντας τους αιώνιους νόμους που βασίλευαν γύρω από το κάστρο του, ερμηνεύοντας ό,τι υπήρχε στη σιωπή των θυρών και των παραθύρων, γέρνοντας λιγάκι το κεφάλι του, φαινόταν να πιστεύει ότι όλες οι δυνάμεις του κόσμου τούτου παρεμβαίνουν και αγρυπνούν μέσα στην ψηλοτάβανη κάμαρά του ως προσεκτικές θεραπαινίδες, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει ούτε ένα άστρο του ουρανού που να είναι αδιάφορο για την κίνηση μιας σκέψης που ανυψώνεται. Και ήταν σαν να ζούσε μια ζωή πολύ πιο βαθιά, πιο ανθρώπινη και συμπαντική από ό,τι όλοι οι νεώτεροι που έτρεχαν για να ρωτήσουν και να απαντήσουν, να ασκηθούν στον έρωτα, στη δόξα ή στην περιέργεια, που στη σιωπή δεν βρίσκουν τροφή.
Οι διακοπές μπορεί να είναι μια ευκαιρία για πολλά πράγματα, ας γίνουν και μια ευκαιρία για λίγη σιωπή. Στη θάλασσα των μυστηρίων που λέμε ζωή, ας αδράξουμε - μέσα από τη σιγή - την ευκαιρία να βρούμε πώς και πότε θα γίνουμε αυτό που είμαστε.
Η σιωπή, ένα καναρίνι στο μικρόφωνο. Η σιωπή, ένας νόμος παλιός. Δεν γίνεται αλλιώς.


Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011


Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Οι σημερινοί «Βρυκόλακες» του Ερρ. Ιψεν

 
Το 1881, ο Ερρίκος Ιψεν (1828-1906), κορυφαίος Νορβηγός δραματουργός, από τους μεγαλύτερους παγκοσμίως, γράφει τους «Βρυκόλακες». Από το 1877 είναι ήδη σε καμπή μεταστροφής που του επιδαψιλεύει τη διεθνή αναγνώριση. 

 

Οπου, επηρεασμένος από τον Κίρκεγκορ, τον Νίτσε, αλλά και την εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου με τα στίγματα της κληρονομικότητας, προσεγγίζει, με «άλλο μάτι», τις σχέσεις ατόμου και κοινωνίας και εστιάζει (ιδίως στους «Βρυκόλακες») στο ψέμα, την υποκρισία, το έγκλημα ως αποτελέσματα κοινωνίας που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ψέμα, συκοφαντίες μεταξύ φίλων, θυσίες αθώων. Κοινωνίας που περιέχει την καταστροφή της μέσα από προλήψεις και από νεκρές -εδώ και πολλά χρόνια «βρικολακιασμένες»- ιδέες/ιδεοληψίες που προκαλούν νόσους και σήψη.
Θέμα (αφορμή) του έργου η «κληρονομική σύφιλη» μιας οικογένειας και η βίαιη αντανάκλασή της στην ευρύτερη «κοινωνική σύφιλη». Σε εποχή που, από φόβο... μετάδοσης, καν δεν προφερόταν (ούτε ο Ιψεν νομίζω την αναφέρει) η λέξη σύφιλη. Εργο που το νορβηγικό κοινό δεν το καλοδέχτηκε. Αφού ανέβηκε -με μικρή προσέλευση και για λίγες παραστάσεις- στο Εθνικό Θέατρο της Χριστιανίας (τότε ονομασία του Οσλο) οκτώ χρόνια μετά τη συγγραφή του! Δεν θέλω να πω πως αν ζούσε σήμερα ο Ιψεν -με αφορμή το συγκλονιστικό διπλό φονικό της περασμένης Παρασκευής στο κέντρο του Οσλο και στην κατασκήνωση της νεολαίας του Εργατικού Κόμματος Νορβηγίας στο νησί Ούτογια- θα έγραφε για βρικόλακες και για «σύφιλη» του ρατσισμού και της εθνικής (και ευρωπαϊκής) καθαρότητας. 


Ομως, ίσως όχι με τόση βιαιότητα (αλίμονο και αποφασιστικότητα!), πολλές φορές στο παρελθόν ο φόβος και ο τρόμος προς το διαφορετικό και το αλλόφυλο έχουν οπλίσει ιδεολογίες και χέρια που έχουν σκορπίσει φόβο και τρόμο στο σύνολο. Δεν αρκεί, επομένως, η (αυτονόητη και ανώδυνη!) καταδίκη της αποτρόπαιης ενέργειας από ακροδεξιά ευρωπαϊκά κόμματα. Τα πολιτικά εγκλήματα δεν έχουν ποσοτικά αλλά ποιοτικά χαρακτηριστικά.