Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017

"Το παράπονο του μαρμάρου / Η θλίψις του μαρμάρου" του Μιχαήλ Μητσάκη (1863-1916)

..............................................................







 Μιχαήλ Μητσάκης (1863 - 1916)






 

Το γλωσσικόν ζήτημα εν Ελλάδι.
Μία φιλολογική σελίς εις δύο γλώσσας

Το παράπονο του μαρμάρου
    Η θλίψις του μαρμάρου
          
του Μιχαήλ Μητσάκη (1863-1916)





Με τα πόδια σπασμέν΄ από το γόνατο, με τα χέρια κομμέν΄ από τον άγκωνα, κοίτεται μέσα στο μουσείον το παλληκάρι το αρχαίο.
Με τεθραυσμένας κνήμας εκ του γόνατος, ηκρωτηριασμένους από της ωλένης τους βραχίονας, κατάκειται εν τω μουσείω ο αρχαίος έφηβος.
Μισοπεσμένο στο δεξί του πλευρό, γέρνοντας ζερβά λίγο το κεφάλι, είνε ξαπλωμένο, ολόβολο, απάνω στο ξύλινο στήριγμά του, και φαίνεται ωσάν να κυττάζη το ίδιο του το κορμί.
Ημικλινής επί του δεξιού πλευρού, στρέφων μικρόν προς τα αριστερά την κεφαλήν, απλούται κατά μήκος επί του ξυλίνου βάθρου του, και φαίνεται ως να προσβλέπη εις το ίδιον σώμά του.
Ακέρηο απ΄ άκρη σ΄ άκρη, το σώμά του τεντώνεται, σαν κατάλευκ΄ ονειροφάντασμα ωραιότητος και γεροσύνης.
Άρτιος κατά πάντα, ο κορμός αυτού, εκτείνεται, πάλλευκον όνειρον κάλλους και ευρωστίας.
Της γλυκειάς ωσάν κοριτσιού, της παλληκαρίσιας σαν ήρωα μορφής του το αλαφρό σήκωμα, βαστούνε του εξαίσιου λαιμού του οι χαριτωμένες γραμμές.
Της γλυκείας ως κόρης και αρρενωπής ως ήρωος μορφής την ελαφράν έπαρσιν ανέχει του εξαισίου τραχήλου η εύγραμμος χάρις.
Από το σβέρκο του που σκύβει λιγάκι, φεύγουνε πίσωθε, ανοιχτές, οι δυνατές πλάτες του· μα από μπροστά, τα στήθια του ορθώνονται εύρωστα, σφιχτά, με φουσκωμένα, ξαναμμένα τα βυζά, σα ναν τ΄ ανασηκώνη ο πλούσιος χυμός, που αναβράζει από μέσα τους.
Ευρείαι φεύγουν οπίσω, από του ηρέμα καμπτομένου αυχένος, αι ισχυραί ωμοπλάται, ενώ προς τα εμπρός ογκούνται τα στέρνα, ρωμαλέα, έντονα, με προεξέχοντας και σφριγώντας τους μαστούς, ωσεί υπεγειρόμενα εκ του πλουσίου χυμού, του κυκλοφορούντος μέσα των.
Η ράχη του μακρυά, ίσια, κατεβαίνει, χωρισμένη με αυλάκι βαθύ, και τυλίγει, λες και το βλέπεις, αποκάτου από το δέρμα, το κανονικώτατο φκειάσιμο των κοκκάλων και το αξεχώριστο δέσιμό τους.
Υπό βαθείας αύλακος τεμνομένη καταβαίνει η ράχις, μακρά, ευθυτενής, περιβάλλουσα την μαντευομένην υπό το δέρμα κανονικωτάτην των οστών διάπλασιν και την αδιάσπαστον σύνδεσιν.
Απαλή, με τα πλευρά πλεγμέν΄ αρμονικά, τώνα με τ΄ άλλο, λυγίζεται η μέση του η η λεπτή, που σε πάει μαλακά-μαλακά, από το ανδρικό τέντωμα των στηθών του, εις της τρεμάμενης, της ανθισμένης σάρκας των πισινών του την αφροδίσια εμμορφιά, στα ρυθμικά μάγια των λαγαρών του.
Λεπτή, με τας πλευράς συμπλεκομένας προς αλλήλας εν αρμονική διαδοχή, γλαφυρά, κολπούται η οσφύς, μαλακώς μετάγουσα, από των στέρνων την ανδρώδη έντασιν, προς της αναθαλλούσης και παλλομένης σαρκός των νώτων την επαφρόδιτον ευμορφίαν και των ισχίων ή των λαγόνων τα εύρυθμα θέλγητρα.
Λαμποκοπάει, γυαλιστερή σαν καθρέφτης, όλη, με ανεπαίσθητες ζάρες εδώ κ΄ εκεί, η κοιλιά του, η πλατειά και η σύμμετρη αντάμα, και καταμεσής της χαμογελάει γλυκύτατα ο αφαλός του, που μόλις φαίνεται, και αποκάτου της, ξέσκεπο, ελεύθερο, περίλαμπρο, ολόφωτο, το θείο βασίλειο της νειότης του υψώνεται.
Αναλάμπει, στίλβουσα όλη, ανεπαισθήτως πτυχουμένη πού και πού, η αδρά συγχρόνως και σύμμετρος γαστήρ, εν μέσω της οποίας, ηδύτατα, μόλις διαφαινόμενος, προσμειδιά ο ομφαλός, και υφ ην, ακάλυπτον, ελεύθερον, παμφαές, έκπαγλον, εγείρεται της ήβης το θείον κράτος.
Ακμαία, γενναία, τορνευμένα, στρογγυλώνονται τα μεριά, και τραβούν κατά κάτου, ομαλά, ευθύγραμμα, για να βρουν τα κορδωμένα ντικλίνια.
Τολμηροί, εύτορνοι, ακμαίοι, στρογγυλούνται οι μηροί, ίσοι και λείοι βαίνοντες προς τας τεταμένας ιγνύς.
Δώθε και κείθε δίπλα εις το κορμί, ξεφυτρώνουν από τους ώμους τα νευροδύναμα μπράτσα του, κι απάνω τους, χωρισμένοι, καθαρά-καθαρά, καθ΄ ένας από τον άλλον, μα κ΄ ενωμένοι αξεκόλλητα εντούτοις, ήσυχοι, αξέννοιαστοι, ωσάν ν΄ αναπαύωνται με απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, προβάλλουνε οι μυώνες, καμαρωτοί και περήφανοι.
Από των ώμων, εκατέρωθεν, εκ παραλλήλου τω κορμώ, εκφύεται των βραχιόνων η νευρώδης δύναμις, εφ΄ ων κυρτούνται αγερώχως οι μυώνες, κεχωρισμένοι αφ΄ εκάστων ευκρινώς, και συνεχόμενοι αρρήκτως εντοσούτω, ήσυχοι, γαλήνιοι, ωσεί αναπαυόμενοι εν πεποιθήσει υπερτάτ΄ εις εαυτούς.
Αλλά κει πουο με τον αγκώνα η πήχη θα εκαρφωνότανε στερεά στο μπράτσο, κει που η πανώρηα κάμαρα της άντζας θα εκολλούσε σφιχτά με την ισάδα την τολμηρή του μεριού, σα μια πληγή ανώμαλη και βαθειά, με απότομα τα ξεπεταχτά της τα χείλια, μονάχη δείχνει, πού θα ήντουσαν τα στιβαρά χέρια, τα επιδέξια να ρίχνουνε το λιθάρι ή να κατεβάζουν τη γροθιά, πού θα ήντουσαν τα πόδια τα φτερωμένα, τα πόδια τα άφθαστα εις το τρέξιμο και τα ασύγκριτα εις το πήδημα.
Αλλ΄ όπου δια του αγκώνος ο πήχυς θα συνεπορπούτο προς τον βραχίονα στερρώς, όπου της κνήμης η θεσπεσία καμπύλη θα συνηρμόζετο προς την θρασείαν ευθύτητα του μηρού, ωσεί πληγή ανώμαλος και βαθεία, με απότομα τα προέχοντα χείλη, μόνη δεικνύει πού θα υπήρχαν αι στιβαραί χείρες, αι δεξιώταται να ρίπτουν τον δίσκον ή να κατάγουν την πυγμήν, οι ευπετείς πόδες, οι προσφορώτατοι δια τον δρόμον ή ανυπέρβλητοι εις το πήδημα.
Σαν ναν την έχη δομένη παλάμη άγνωστη, οπού να προμελέτησε το χτύπημα, που να επροσχεδίασε το άδικο, τ΄ άρπαξε, χέρια και πόδια, καθώς κατέβηκε, η βαθειά πληγή, και λείπουνε παρμένα.
Ως δι΄ αγνώστου παλάμης, ήτις να ανεμέτρησε το κτύπημα, ήτις να προδιέγραψε το αδίκημα, τας αφήρπασε κατενεχθείσα, κ΄ ελλείπουν αποτετμημέναι.
Όλο το άλλο του το σώμα, απείραχτο κι ανέγγιχτο και έμψυχο, παρουσιάζετ΄ εμπρός σου, μονομιάς, σα ναν του χάρισαν, λες δεν επέρασε ακόμη στιγμή, το δώρο της ύπαρξης, σα να εφύσηξαν μέσα του, λες και δεν είνε στιγμή ακόμη, την πνοή της ζωής.
Όλον το λοιπόν σώμά του, άθικτον, ανέπαφον, έμψυχον, εμφανίζεται, ωσάν προ μιας στιγμής έτι να έλαβε της υπάρξεως το δώρον, να ενεφυσήθη την πνοήν της ζωής.
Από τα σκέλια έως εις τα μαλλιά, από την κορφή έως τα ντικλίνια, τίποτα δε θολώνει το φάνταγμα του θαυμαστού του κορμιού, τίποτα δεν ατιμάζει τη μαγική του την όψι, τίποτα δεν ντροπιάζει την όψι του τη λαμπρή.
Από των σκελών μέχρι της κόμης, από της κορυφής μέχρι των ιγνύων, τίποτε δεν αμαυρώνει του θαυμασίου κορμού την αίγλην, τίποτε δεν μιαίνει το γόητρον της λαμπράς όψεως.
Ούτε το μικρότερο τρίψιμο, ούτε το απλούστερο ράγισμα, ούτε το ελάχιστο χάλασμα, δε ζημιώνει καθόλου του παλληκαριού τη θωριά που σε θαμπώνει.
Ουδ΄ η παραμικρά προστριβή, ουδέ το απλούστερον ρήγμα, ουδ΄ η ελαχίστη απώλεια, ζημιοί του νεανίου την θαμβούσαν παράστασιν.
Αλλά των μπράτσων του η πληγή, μα η πληγή των μεριών του, προβάλλει και χάσκει, άσπλαχνη, φρικτή, και κόβει με κακία στη μέση το κατάλευκ΄ ονειροφάντασμα, και ξυπνάει το μάτι άξαφνα απ΄ το μεθύσι του το γλυκό.
Αλλά, μοχθηρώς διακόπτουσα το πάλλευκον όνειρον, εξεγείρουσα βιαίως το όμμα από της αβράς μέθης του, των βραχιόνων η πληγή προβάλλει, και των μηρών χαίνει το τραύμα, ανηλεές και απαίσιον.
Θάλεγες πως μοίρα κρυφή, θάλεγες πως εκδίκησι μυστική, που ή εφθόνησε η ίδια το τέλειο, το μοναδικό το κορμί, ή θέλησε να δουλέψη το άγριο μίσος εχθρού ζηλιάρη, επίτηδες άπλωσ΄ απάνω του το βαρύ χέρι της, το χέρι της το αλύπητο, κ΄ επίτηδες τ΄ άφηκε ανέγγιχτο τ΄ άλλο, κ΄ επίτηδες τούκοψε μονάχα τα άκρα του, για ναν του πάρη τη δύναμι να κινιέται, για να το κάμη ν΄ απομείνη να σέρνεται, το φτωχό, πεντάμορφο μα κολοβωμένο, για ναν το κάμη να βλέπη, ωσάν κατάδικος, τον εαυτό του παράλυτο, για να το κάμη να παρασταίνη αντάμα και τη μεγαλείτερη εμορφιά και τη μεγαλείτερη ασχήμια.
Θα έλεγέ τις, ότι κρυφή μοίρα, μυστική νέμεσις, ή αυτή φθονήσασα του απαραμίλλου σώματος την τελειότητα, ή αντιζήλου υπηρετούσα το άγριον μίσος, επίτηδες επέθηκεν αυτώ την βαρείαν και αδυσώπητον χείρά της, και εκείνο μεν αφήκεν αλώβητον από σκοπού, κατέκοψε δε μόνα τα άκρα του, ως δια ν΄ αφαιρέση απ΄ αυτού την ισχύν της κινήσεως, να το καταδικάση εις την οικτράν τύχην να σύρεται εις το εξής, πάγκαλον αλλά κολοβόν, να βλέπη εαυτό εν αδρανεία, να εικονίζη άμα την υψίστην ωραιότητα και την υψίστην ασχημίαν.
Και ο νέος κοίτεται τώρα, έτσι, εκεί πέρα, δίχως να μπορή να σηκωθή, σαν σακάτης σε κρεββάτι αρρώστιας.
Κείται ούτος εκεί, ο νέος, αδυνατών να ανεγερθή, ανίκανος να στηριχθή εις τας χείράς του, ανίκανος να σταθή επί των ποδών του, ως ανάπηρος επί κλίνης νοσοκομείου.
Την ασπράδα την άγγιχτη του κορμιού του, θλιβερά αγκαλιάζει η μαυρίλα του ξύλου, που είν΄ απλωμένος, κι αποκάτου του ένα ψηφίο φανερώνει τη σειρά που τον έχουν βαλμένον.
Προς του σώματός του την άσπιλον λευκότητα, πενθίμως αντιτίθεται η μελανότης του υποστηρίγματος, και αριθμός δηλοί υπ΄ αυτό την θέσιν, ην κατέχει εν τω ιδρύματι.
Απ΄ των παραθυριών τα αψηλά τζάμια πέφτει χάμου, θαμπό, το φως, και σκορπίζει πένθιμη λάμψι.
Δια των υέλων των υψηλών παραθύρων καταπίπτει αμυδρόν το φως, σκορπίζον σκυθρωπήν λάμψιν.
Γύρω τριγύρω του, συντρόφια του εις τη συφορά του, σα ναν τα σώριασε η ίδια μοίρα, κι αυτά κει-πέρα, παρόμοιας κατάρας θύματα, άθλια χαλάσματα της ζωής, οπού γυρεύουν ησυχίαν από τα πάθη, λείψανα τέτοιας τύχης οπού βρήκαν λιμάνι για να φύγουν τις μπόρες, να γλυτώσουν τα βάσανα ταραγμένης υπάρξεως με τον ίδιον τρόπο, απαράλλαχτ΄ απάνω στα ξύλινα, απάνω στα μαύρα στηρίγματά τους, σα σε κρεββάτια ξαπλώνονται, γεμίζουν όλον τον τόπο, κοψοπόδαρα, ή κουλά, ή ραγισμένα, ή μισοσπασμένα, ή κατατσακισμένα, σα σε νοσοκομείου ζωγραφιά, λες κι ακαρτερούν το χειρούργο για να ιδή τις πληγές τους, ένα σωρό κι άλλα κορμιά σαν αυτόν, ωσάν αυτόν κι άλλα κουφάρια ένα σωρό.
Γύρω του, σύντροφοι εν τη συμφορά, ωσάν να εσώρευσε και αυτούς εκεί, παρομοίας κατάρας θύματα, οικτρά της ζωής ερείπια, ησυχίαν από των παθών ζητούντα, λείψανα αναλόγου βίου, η αυτή μοίρα, ευρόντα άσυλον από των θυελλών πολυταράχου υπάρξεως, κατά τον αυτόν τρόπον, επί των μελανών ξυλίνων βάθρων των, ως επί κλινών, απαραλλάκτως εξαπλούνται, πληρούντα πάντα τον χώρον, κυλλά, ή χωλά, ή κατεαγότα, ή συντεθλα­σμένα παντοίως, χειρουργείου εικόνα παριστώντα, ως ν΄ αναμένουν θα υπέθετες τον μέλλοντα να θεωρήση τας πληγάς των, πλείστ΄ άλλα σώματα και πλείστοι άλλοι κορμοί ως αυτός.
Μέσα στην κρύα τη σάλα, τη στρωμένη με πλάκες, η σιωπή είνε απόλυτη, ανέκφραστο παράπονο βασιλεύει
Εν τη διαψύχρω αιθούση με το πλακόστρωτον έδαφος, η σιγή είνε απόλυτος, και άρρητος μελαγχολία βασιλεύει.
και μισοπεσμένο στο δεξί του πλευρό, γέροντας ζερβά λίγο το κεφάλι, το παλληκάρι το ωραίο, φαίνεται σαν να βλέπη το ίδιο του το κορμί, και σαν σύννεφο λύπης, που μόλις διακρίνεται, να σκεπάζη την καλή του μορφή, την παλληκαρίσια και τη γλυκειά.
Και ημικλινής επί του δεξιού πλευρού, στρέφων μικρόν προς τα αριστερά την κεφαλήν, ο ωραίος έφηβος, φαίνεται ωσάν να προσβλέπη εις το ίδιον σώμά του, και ως αδιόρατον νέφος θλίψεως να σκιάζη την καλήν του μορφήν, την αρρενωπήν και γλυκείαν.
Αχ, δεν εφανταζότανε ποτέ βέβαια αυτήν την τύχη, όταν, λεβέντης καμαρωμένος, εσυργιανούσε εις τις στοές και στα γυμναστήρια της παλαιάς πόλεως την ανεκδιήγητη δόξα των αψεγάδιαστων μελών του.
Α! δεν εφαντάζετο βεβαίως ποτέ την τύχην αυτήν, όταν, θριαμβευτής μείραξ, περιήγεν ανά τας στοάς και τα γυμναστήρια της αρχαίας πόλεως την άφατον δόξαν των αμέμπτων μελών του.
Αχ, δεν εφανταζότανε βέβαια αυτήν την τύχη, όταν, στεφανωμένος αγωνιστής έρριχνε το λιθάρι στο Στάδιο, ή ενικούσε στο πάλαιμα, ή εκουβέντιαζε με τους φιλοσόφους, ή ανέβαινε στην Ακρόπολι, μπροστά-μπροστά στα ιερά πανηγύρια.
Δεν εφαντάζετο βεβαίως ποτέ την τύχην αυτήν, όταν στεφανηφόρος αθλητής, έβαλλεν εν τω Σταδίω τον λίθον, ή ενίκα την πάλην, ή συνωμίλει τοις φιλοσόφοις, ή ανήρχετο εις την Ακρόπολιν, άγων τας ιεράς πομπάς.
Δεν εφανταζότανε ποτέ βέβαια αυτήν την τύχη, όταν έβγαινε από τα χέρια του γλύπτη του, όταν άστραφτε μέσα στο αργαστήρί του, αποκάτου απ΄ τον ολάνοιχτο ουρανό της Αθήνας, αποκάτω απ΄ του ήλιου την ασκίαστη λάμψι, ανατριχιάζοντας όλος από δύναμι κι από αντρειά.
Δεν εφαντάζετο βεβαίως ποτέ την τύχην αυτήν, όταν εξήρχετο από των χειρών του γλύπτου του, κ΄ εξήστραπτεν εν τω εργαστηρίω του, υπό τον αναπεπταμένον αττικόν ουρανόν, υπό την πλήρη λάμψιν του ηλίου, φρίσσων όλος εκ ρώμης και αλκής.
Και δεν εφανταζότανε – αχ, ποτέ βέβαια! – αυτήν την τύχη, όταν, θνητός αυτός, έβλεπε ναν τον στηλώνουνε στο ναό, για να παραστήση του Απόλλωνα ή του Ερμή το αθάνατο είδωλο.
Και δεν εφαντάζετο – α, βεβαίως ποτέ! – την τύχην αυτήν, όταν θνητός αυτός, απετίθετο εν τω ναώ, μέλλων να υποτυπώση του Απόλλωνος ή του Ερμού το αθάνατον είδωλον.
Και σαν νικημένος πολεμιστής, με σπασμένα τα πόδι΄ από το γόνατο, με κομμένα τα χέρι΄ από τον άγκωνα, είνε ξαπλωμένο, ολόβολο, απάνω στο ξύλινο στήριγμά του.
Και ως ηττημένος μαχητής, με τεθραυσμένας κνήμας εκ του γόνατος, ηκρωτηριασμένους από της ωλένης τους βραχίονας, απλούται κατά μήκος επί του ξυλίνου βάθρου του.
Ακίνητο, με τα μάτια του σταθερά, θάλεγες όμως πως τριγυρνάει το βλέμμα του από τους ώμους του τους νευρώδεις εις τα τορνευμένα του τα μεριά, από τη λυγερή του τη μέση εις το φούσκωμα των στηθών του, απ΄ την τρεμάμενη, την ανθισμένη σάρκα των πισινών του στο θείο βασίλειο της γυμνής νειότης του.
Ακίνητος, με σταθεράς τας κόρας των ομμάτων του, περιάγει εντούτοις θα έλεγες το βλέμμα του, από των νευρωδών ώμων εις τους ευτόρνους μηρούς, από της κολπουμένης οσφύος εις των στέρνων την προβολήν, από των νώτων την παλλομένην και αναθάλλουσαν σάρκα εις της γυμνής ήβης το θείον κράτος.
Καθώς σκύβει ελαφρά το λαιμό του, λες κ΄ εξετάζει μονάχος του το σώμά του, και μελετάει τους μυώνές του και σπουδάζει το φτειάσιμό του.
Καθώς κάμπτει ελαφρώς τον αυχένα, ετάζει θα υπέθετες τον κορμόν, και μελετά τους μυώνας, και επισκοπεί την όλην του κατασκευήν.
Και κάπου-κάπου, στον κρυφό του περίπατο, το βλέμμα του φαίνεται σαν να καρφώνεται, βαρύ, βαρύ, και εις των γονάτων του τις απότομες λαβωματιές, και εις τις σκληρές των αγκώνων του τις πληγές.
Και από καιρού εις καιρόν, εν τη λανθανούση περιπλανήσει του, το βλέμμα αυτού φαίνεται ως να προσκολλάται βαρύ, και εις των γονάτων τας αποτόμους πληγάς, και εις των αγκώνων τα τραχέα τραύματα.
Κι αν τον κυττάξης ώρα πολλή, πολλή, πεσμένον έτσι, με της λύπης το σύννεφο το άφαντο, οπού σκεπάζει το μέτωπό του, θαρρείς πως – τάχα μονάχα σε γελάει το μάτι σου; – σιωπηλό δάκρυο λαμποκοπάει κάπου-κάπου, μέσ΄ απ΄ τα πέτρινα ματόφυλλά του...
Και παρατηρών αυτόν επί μακρόν, με το αδιόρατον νέφος της θλίψεως όπερ καλύπτει το μέτωπόν του, νομίζεις σχεδόν – είνε άράγε οπτική μόνον απάτη; – ότι σιγηλόν δάκρυ μαρμαίρει ενίοτε μεταξύ των λιθίνων βλεφάρων του...


Μιχαήλ Μητσάκης : Αφηγήματα, Εκδόσεις Συλλογή 1995, σ. 287-291.
Μιχαήλ Μητσάκης : Αφηγήματα, Εκδόσεις Συλλογή 1995, σ. 292-296.




"Η αφοπλιστική ειλικρίνεια του σύγχρονου καπιταλισμού" γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης * ("Εφημερίδα των Συντακτών", 05.10.2017)

...............................................................
 

Η αφοπλιστική ειλικρίνεια του σύγχρονου καπιταλισμού

 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη ΔΕΘ  
«Δεν τρέφω αυταπάτες για μια 
κοινωνία χωρίς ανισότητες, κάτι 
τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη 
φύση, όσοι το επιχείρησαν 
καταστρατήγησαν τελικά την ίδια 
τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα», 
δήλωσε στη ΔΕΘ ο Κυριάκος Μητσοτάκης 
| MOTION TEAM /ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ
«Οπως δεν κρίνουμε ένα άτομο απ' ό,τι το ίδιο σκέφτεται για τον εαυτό του, δεν μπορούμε να κρίνουμε και μια [ιστορική] περίοδο [...] από τη συνείδησή της», έγραφε ο Μαρξ το 1859, στον περίφημο Πρόλογο του έργου του «Για την κριτική της πολιτικής οικονομίας». Η φράση αυτή, μαζί με άλλες λίγες αράδες πιο πάνω και πιο κάτω, αποτελεί τη μαρξική βάση για την κριτική της ιδεολογίας - για τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο αντιμετώπιζε ο μαρξισμός τους λόγους και τις θεωρίες που χρησιμοποιούσε ο καπιταλισμός για να νομιμοποιεί τον εαυτό του, συγκαλύπτοντας τις κραυγαλέες ανισότητες που συνόδευαν την κυριαρχία του.
«Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες, κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση, όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα», δήλωσε στη ΔΕΘ πρόσφατα ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκος Μητσοτάκης.
Η συγκεκριμένη διατύπωση, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε -δικαιολογημένα, βέβαια, με μία έννοια- πολλά καυστικά σχόλια, κυρίως από την πλευρά της Αριστεράς. Μήπως θα έπρεπε ωστόσο να εκτιμήσουμε την -κυνική, έστω- ειλικρίνεια του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τουλάχιστον ως προς το πρώτο σκέλος της διατύπωσής του; Πόσο συνηθισμένο είναι για ένα στέλεχος αστικού κόμματος, για μια πολιτική προσωπικότητα δηλαδή που τάσσεται υπέρ του καπιταλιστικού συστήματος, να παραδέχεται πως το εν λόγω σύστημα ούτε πραγματώνει αλλά ούτε και επαγγέλλεται μια κοινωνία χωρίς ανισότητες;
Είναι αλήθεια ότι, κατά τους πρώτους δύο αιώνες περίπου της κυριαρχίας του, οι πολιτικοί εκπρόσωποι του καπιταλισμού ήταν υποχρεωμένοι να προσφεύγουν στα προτάγματα του Διαφωτισμού προκειμένου να δικαιολογούν τις επιλογές τους. Σε πείσμα της αριστερής -μαρξιστικής κυρίως- ιδεολογικής κριτικής που αενάως αποκάλυπτε την αληθινή τους λειτουργία, οι κοινωνικο-πολιτικές και επικοινωνιακές δυνάμεις που συντάσσονταν με τον καπιταλισμό διαρκώς προσπαθούσαν να πείσουν πως ο τελευταίος όντως αποτελεί την καλύτερη δυνατή πραγμάτωση των ιδανικών της ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης, έστω δίνοντας αναπόφευκτα περισσότερη έμφαση στο πρώτο και λιγότερη στα άλλα δύο.
Ηταν η εποχή που ακόμη η αστική τάξη είχε αγαστές σχέσεις με τον πολιτικό φιλελευθερισμό, τον οποίο και προέβαλλε ως «επίσημη», ούτως ειπείν, ιδεολογία της - κάτι που είχε αρχίσει από την εποχή των αστικών επαναστάσεων εναντίον της απολυταρχίας. Και μάλιστα, περίπου από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τα τέλη του 20ού, η σύμπραξη του αστικού καθεστώτος με την ιδεολογία του πολιτικού φιλελευθερισμού και των αξιών της ισότητας και της αλληλεγγύης δεν περιοριζόταν στα λόγια, αλλά στήριζε την πειστικότητα των επιχειρημάτων της, και κατά συνέπεια την επίτευξη ηγεμονίας, στις πρακτικές που συνόδευσαν την άνθηση και ενίσχυση του κοινωνικού κράτους κατά την ίδια ιστορική περίοδο.
Το καπιταλιστικό καθεστώς, όμως, εδώ και κάποιες δεκαετίες, τελεί εν διαστάσει με τα πολιτικά προτάγματα του Διαφωτισμού. Χωρίς να το έχει δηλώσει ρητά, οι νεοφιλελεύθερες θεωρίες που τώρα αποτελούν το ιδεολογικό του οπλοστάσιο έχουν συγκροτήσει ένα αναπαραστασιακό και αξιακό σύμπαν το οποίο ελάχιστη συνάφεια διατηρεί με εκείνο των αστικών επαναστάσεων. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με την περιβόητη αποστροφή του λόγου του, δεν περιήλθε σε μια στιγμιαία κρίση ειλικρίνειας, η οποία, οσοδήποτε κυνική, θα αποτελούσε όντως μια παράτολμη ενέργεια και αξιέπαινη ως τέτοια. Ο αρχηγός της ελληνικής αξιωματικής αντιπολίτευσης, με αυτή τη δήλωσή του, απλώς ευθυγραμμίστηκε με την ήδη εδώ και δεκαετίες διεθνώς επικρατούσα καθεστωτική άποψη σχετικά με τις κοινωνικές ανισότητες.
Το ζήτημα, με άλλα λόγια, σε όλη αυτή την υπόθεση δεν συνίσταται στο θράσος του ηγέτη της ελληνικής Δεξιάς να παραδέχεται ότι «δεν τρέφει αυταπάτες» για τις ανισότητες. Αλλά στο ότι τούτη η «παραδοχή» δεν είναι παρά εγγενές στοιχείο του κυρίαρχου παγκοσμίως πολιτικού λόγου του σύγχρονου καπιταλισμού. Αλλωστε, τα άλλα δύο σκέλη της δήλωσης εμπεριέχουν και τη σχετική θεωρία: οι ανισότητες αναπόφευκτα θα υπάρχουν (κι όποιος το παραγνωρίζει οδηγείται σε καταστρατήγηση της δημοκρατίας και των ατομικών δικαιωμάτων), διότι είναι αναπόσπαστο γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης.
Σε άλλες, λιγότερο χυδαίες εκδοχές του νεοφιλελευθερισμού, που φέρνουν δηλαδή λιγότερο προς τον κοινωνικό δαρβινισμό, οι ανισότητες δεν προκύπτουν άμεσα από τη (βιολογική) φύση του ανθρώπου, αλλά ως συνέπεια ενός ευκταίου θεμιτού ανταγωνισμού κατά τον οποίο εξέχουν και επικρατούν οι αξιότεροι και ικανότεροι.
Ιδού το πρόβλημα λοιπόν για την Αριστερά: Οχι τόσο η «αποκοτιά» του «Κούλη», όσο το ότι αυτές οι θεωρίες έχουν πλέον γίνει αποδεκτές σε παγκόσμιο επίπεδο και από πάρα πολύ κόσμο.

* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017

"Ζήτω η αυτόνομη Kypseli!" γράφει η Άννα Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 04.10.2017)

...............................................................

Ζήτω η αυτόνομη Kypseli!


 
ΕUROKINISSI/ΚΑΛΛΙΑΡΑΣ ΘΑΝΑΣΗΣ
Λέω να δημιουργήσω ένα κίνημα για την αυτονομία της Κυψέλης. Δεν αντέχεται πια η πρωτεύουσα, μας αγνοεί συστηματικά. Ο θεός να την κάνει πρωτεύουσα, δηλαδή. Είμαστε ένα χαρούμενο, πολύχρωμο, πολυπολιτισμικό κράτος εμείς εδώ, που σφύζει από τον δυναμισμό των νέων κατοίκων του, το μόνο μέρος της Ελλάδας που τα παιδιά είναι όσα κι οι γέροι, και μιλάμε για πολλούς γέρους, διότι οι νυν σαραντάρηδες τους άφησαν εδώ όταν μετακόμισαν στα προάστια.
Το κράτος των Αθηνών αγνοεί επιδεικτικά όχι μόνο αυτή τη νεολαία, την οποία βασανίζει με νομικά τερτίπια για την καταγωγή της, αλλά κυρίως τη συνύπαρξη που έχουμε πετύχει εμείς εδώ με όλα τα ποικίλα έθνη Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής. Λίγο πιο κάτω, στον Αγιο Παντελεήμονα, έχει κράτος κι εξουσία η χρυσοαποτέτοια, η ατμόσφαιρα είναι πολύ συγκρουσιακή.
Λίγο πιο πάνω, μετά το πάρκο, αρχίζει το άλλο κράτος, των Εξαρχείων, οι μετανάστες εκεί είναι υλικό συγκρούσεων από την άλλη μπάντα. Εμείς εδώ όμως έχουμε πετύχει ειρήνη και αποδοχή, συνύπαρξη και σεβασμό, πράγματα που ακόμα κι ολόκληρη η Ευρώπη παλεύει να τα αποκτήσει.
Είμαστε η Ελβετία της Αθήνας, μπροστά από τους νόμους και πέρα από τα ρηχά έως ηλίθια ρεπορτάζ που μας τρίβουν στα μούτρα κάθε μέρα οι πάσης φύσεως φυλλάδες. Μια ιδέα είναι να ξεκινήσουμε το κίνημα με μηνύσεις για συκοφαντική δυσφήμηση ως Κυψελιώτες.
Αν αποσχιστούμε θα μπορέσουμε επιτέλους να επιδείξουμε την ταυτότητά μας καθαρή, να διεκδικήσουμε την αναγνώριση που μας αξίζει και να βιώσουμε την ανάπτυξη που ήδη βράζει και ασφυκτιά στα μίζερα, αλλήθωρα, φοβισμένα πλαίσια της παρηκμασμένης Αθήνας.
Νομίζω ότι η πρότασή μου είναι πολύ γλυκούλα και θα συσπειρώσει γύρω μου φιλόδοξους και χαρούμενους νέους. Θα διαβάζουμε αποφθέγματα του Βακαλόπουλου περί Κυψέλης και θα τραγουδάμε Κηλαηδόνη. Θα οργανώσουμε ένα δημοψήφισμα με χρονοδιάγραμμα και θα γνωριστούμε μεταξύ μας. Θα μπορούμε να δανειζόμαστε ένα κρεμμύδι, βρε αδερφέ, μια Κυριακή βράδυ, αν και ποτέ δεν κοιμάται η γειτονιά μας, έχει μαγαζιά πάντα ανοιχτά.
Θα εκδώσουμε διαβατήρια, θα δίνουμε συνεντεύξεις, θα φτιάξουμε μια ομάδα μελέτης της γλώσσας μας, που κι αν δεν υπάρχει αυτοτελώς ακόμα, σίγουρα βρίσκεται σε εξέλιξη, και γενικά θα περάσουμε συναρπαστικά. Μας περιμένουν αξιώματα, εξουσία, στιγμές μεθυστικές. Τρέμε κόσμε, τρέμε Αθήνα!

"Η ντουλάπα με τους καθρέπτες. Οδός Κινκαμπουά. Παρίσι, 1932." από τον φίλο στο fb Steryios Mal (facebook, 3/10/2017)


...............................................................
 




Η ντουλάπα με τους καθρέπτες.
 
Οδός Κινκαμπουά. Παρίσι, 1932.

Σε πρώτο πλάνο,ένας ντυμένος άνδρας στέκεται μπροστά στον καθρέπτη της ντουλάπας.Η πλάτη του στον θεατή,τα χέρια του κρυμμένα μπροστά του.Ίσως λύνει την γραβάτα του,ίσως ξεκουμπώνει το πουκάμισό του.Στο δεύτερο πλάνο,ο καθρέπτης δείχνει μια ολόγυμνη γυναίκα με στραμμένη τη πλάτη της.
Ο συνδυασμός των δύο πλάνων εξηγεί τον παρόντα χρόνο της σκηνής :ο θεατής είναι μάρτυρας μιας στιγμής σ'έναν οίκο ανοχής.
Όμως ο Μπρασάι με την θέση των δυο σωμάτων, μεγαλώνει την εικόνα.Δεν στρέφουν τις πλάτες τους μόνο στον θεατή,το ίδιο κάνουν και μεταξύ τους.Στην εικόνα απουσιάζει εμφανώς οποιαδήποτε σχέση των δύο,κάποιο ίχνος θέρμης,μια έλξη έστω.Ψυχρότητα μόνο,χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο.
Οι σπουδαίοι φωτογράφοι τις περισσότερες φορές βγάζουν φωτογραφίες επειδή δυσκολεύονται να γράψουν μικρά διηγήματα.

L'ARMOIRE A GLACE, RUE QUINCAMPOIX, PARIS by BRASSAI,1932.






Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017

"Ῥομαντικὸς ἐπίλογος" ποίημα του Νίκου Καρούζου

..............................................................



 Νίκος Καρούζος
(1926 - 1990)














Ῥομαντικὸς ἐπίλογος


Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα...
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.



 Το ποίημα του Νίκου Καρούζου "Ρομαντικός επίλογος" είναι δανεισμένο από εδώ:  http://tvxs.gr/news/portreta/nikos-karoyzos-tha-gyrisoyme-stin-omorfia-mia-mera 
Εξαιρετικό αφιέρωμα...

"Αποκύημα θεωριακής αφέλειας" γράφει ο Νάσος Βαγενάς http://www.tovima.gr,01/10/2017

.............................................................

Αποκύημα θεωριακής αφέλειας


Ελεγα στην προηγούμενη επιφυλλίδα μου («Το έμαθαν από τους ξένους», 20.8.2017) ότι η βεβαιότητα των περισσότερων σήμερα ιστορικών μας η απορρέουσα από τη μεταμοντέρνα (ως επί το πλείστον) θεωρία ότι οι Ελληνες πριν από τον 19ο  αιώνα δεν είχαν εθνική συνείδηση παρά μόνο πολιτισμική είναι μύθος· όπως μύθος είναι και το ότι έλαβαν το όνομά τους και την εθνική τους ταυτότητα από τους Ευρωπαίους του Διαφωτισμού και του περιηγητισμού, μέσω μιας ελληνόφωνης ελίτ που, έχοντας ταξιδέψει ή/και σπουδάσει στην Ευρώπη, «απέκτησε πρόσβαση στο αρχαιοελληνικό "παρελθόν"», το οποίο τους ήταν άγνωστο προηγουμένως.

Οι θιασώτες αυτής της βεβαιότητας δεν τεκμηριώνουν τις διαπιστώσεις τους ή, όταν αισθάνονται την ανάγκη να προσκομίσουν κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αυτό είναι ασήμαντο ή ιδεοληπτικό. Επαναπαυόμενοι στην αυθεντία της προκρούστειας κατασκευής τους κοιτάζουν αφ' υψηλού όσους την αμφισβητούν χαρακτηρίζοντάς τους συλλήβδην «θετικιστές παρωπιδοφόρους της κοινής λογικής».

Αλλά ας δούμε τι λέει η καταφρονούμενη σήμερα στο ελληνικό πανεπιστήμιο (και όχι μόνο σε αυτό) κοινή λογική. Οι μορφωμένοι ελληνόφωνοι, λέει, δεν χρειάζονταν τους ξένους για να μάθουν ότι είναι Ελληνες, γιατί ήξεραν αρχαία ελληνικά και είχαν άμεση πρόσβαση στο αρχαιοελληνικό παρελθόν, ενώ είναι απίθανο οι ξένοι περιηγητές στην Ελλάδα, που δεν γνώριζαν τη νέα ελληνική, να γνωστοποιούσαν στον αγράμματο λαό την ταυτότητά του. Είναι λογικότερο οι αγράμματοι να το μάθαιναν αυτό από τους μορφωμένους Ελληνες. Για να το πούμε ιστοριογραφικότερα:

Αν λάβουμε υπόψη ότι «η αντίθεση ανάμεσα σε κάποια λόγια, επίσημη παράδοση, και σε κάποια λαϊκή παράδοση, με ενιαία και ακίνητα στοιχεία, είναι ιστορικά ανυπόστατη, γιατί η ώσμωση και η αλληλοδιείσδυση ανάμεσα στον λαϊκό και τον λόγιο πολιτισμό επιτελείται πάντα» (Σβορώνος)· ότι «η κυρίαρχη εντύπωση ότι η εγγραμματοσύνη στην ελληνική κοινωνία των αιώνων της Οθωμανικής και της Βενετικής κυριαρχίας ήταν περιορισμένη είναι ψευδής» (Ασδραχάς)· και ότι ο νέος ελληνισμός είχε πριν από τον 19ο αιώνα περισσότερα από τριακόσια χρόνια έντυπης παράδοσης, τότε αντιλαμβανόμαστε την ερευνητική ολιγωρία των εν λόγω ιστορικών μας. «Δεν υπάρχει Ελληνας», έγραφε στις αρχές του 18ου αιώνα ο περιηγητής De Saint Maure, «που να μην ισχυρίζεται ότι η καταγωγή του κρατάει από τον Πρίαμο, τον Θησέα ή κάποιον άλλον ήρωα».

Η κοινή λογική λέει, επίσης, ότι είναι πιθανότερο να είναι οι Ελληνες εκείνοι που πληροφόρησαν τους ξένους για την ταυτότητά τους. Πρώτον γιατί η συνείδηση ότι συνδέονται με σχέση συγγένειας με τους αρχαίους Ελληνες, που είχε εμφανιστεί με τη μορφωμένη ελίτ ήδη από τον 12ο αιώνα, είχε απλωθεί σε έκταση εθνικής κοινότητας ήδη από τον 16ο αιώνα· και δεύτερον γιατί ο φωτισμός των Ευρωπαίων σε ό,τι αφορά την ελληνική αρχαιότητα από τους ελληνομαθέστερους από αυτούς έλληνες λογίους που κατέφυγαν στη Δύση μετά την Αλωση δεν πρέπει να υποτιμάται. Η πιθανότητα γίνεται βεβαιότητα αν διαβάσει κανείς με - έστω στοιχειώδη - προσοχή τις γραπτές μαρτυρίες. Αφήνοντας κατά μέρος τις εκκλήσεις όχι λίγων μεταβυζαντινών προς ξένους ηγεμόνες να απαλλάξουν τους Ελληνες από τον οθωμανικό ζυγό, οι οποίες συνοδεύονταν συχνά από υπομνήματα για την κατάσταση των Ελλήνων, διαφωτιστική είναι η μελέτη της αλληλογραφίας πολλών ελλήνων λογίων (16ος-18ος αι.) με ξένους ομολόγους τους που τους ζητούν πληροφορίες για την Ελλάδα και τους Ελληνες. Οι Μ. Μουσούρος, Αρ. Αποστόλης, Φρ. Πόρτος, Αντ. Επαρχος, Ι. Διασωρηνός, Π. Ρουσσάνος, Θ. Ζυγομαλάς, Γ. Σεβήρος, Μ. Πηγάς, Ι. Καστρίτσιος, Κ. Λούκαρης, Μ. Κριτόπουλος, Φρ. Σκούφος, Αλ. Μαυροκορδάτος και άλλοι γίνονται για τους ξένους πηγές νεοελληνογνωσίας. Ενα εύγλωττο παράδειγμα: η δίψα του Μαρτίνου Κρούσιου (1526-1607), που ζητούσε από τους Ελληνες που έφταναν στην Τιβίκη να του στείλουν περιγραφές της ελληνικής πραγματικότητας της εποχής.

Συστηματικότερη πληροφόρηση των Ευρωπαίων για την ελληνική πραγματικότητα παρέχουν βιβλία που εκδίδονται σε ευρωπαϊκές χώρες από Ελληνες, με τίτλους χαρακτηριστικούς. Το 1619 ο Χριστόφορος Αγγελος τυπώνει στο Κέιμπριτζ το Εγχειρίδιον περί της καταστάσεως των σήμερον ευρισκομένων Ελλήνων, το οποίο, μεταφρασμένo, εκδίδεται στα λατινικά (1619), στα αγγλικά (1625), σε δίγλωσση έκδοση ελληνική και λατινική (1655· ανατυπώθηκε τέσσερις φορές: 1668, 1676, 1678, 1720) και στα γερμανικά (1659· ανατυπώθηκε το 1664). Το 1678 ο Ιωσήφ Γεωργιρήνης δημοσιεύει στο Λονδίνο το A Description of the Present State of Samos, Nicaria, Patmos and Mount Athos, επειδή «ουκ ολίγοι των Βρετανών φιλομαθών εξελιπάρησαν περιγράψαι ον τρόπον τον βίον πολιτεύεται το νυν έχον γένος των Ελλήνων υπό των ασεβών και βαρβάρων Αγαρηνών». Περί το 1710 ο Αναστάσιος Μιχαήλ τυπώνει στο Αμστερνταμ τον Λόγον περί ελληνισμού αντικρούοντας την άποψη διαφόρων ευρωπαίων ελληνιστών ότι οι Ελληνες είχαν πλέον πάψει να υπάρχουν. Το 1714 ο Αλέξανδρος Ελλάδιος δημοσιεύει στη Γερμανία το Status praesens Ecclesiae graecae, που παρέχει και πληροφορίες για το μορφωτικό επίπεδο των Νεοελλήνων και για τη λογοτεχνική τους ιστορία. Το 1793 ο Ι. Δονάς Πασχάλης δημοσιεύει τη Lettera in apologia (ελλην. μτφρ. Επιστολή απολογητική, 1802), που υπερασπίζεται την υπεροχή των Ελλήνων (αρχαίων και νέων) έναντι των Εβραίων και συστήνει στους Ευρωπαίους τα έργα της νεοελληνικής γραμματείας.

Ολα αυτά, και πολλά άλλα, δείχνουν το μέγεθος της θεωριακής αφέλειας των πρωτοπορούντων σήμερα ιστορικών μας.


Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.



"5 λεπτά" ποίημα του φίλου και ποιητή Κώστα Μοναστήρα (http://fractalart.gr, 20/9/2017)

..............................................................








Κώστας Μοναστήρας
(γεννήθηκε στα Πατήσια)












5 ΛΕΠΤΑ


Δώσε μου 5 λεπτά
για έρωτα
Τόσα λίγα,
Ούτε ένα καρβέλι ψωμί,
μηδέ ένα ποτήρι κρασί,
μήτε ένα κατέβασμα
στον «κουλοχέρη»,
για να γυρίσει η τύχη μου.
Ίσως φτάνουν για ένα φίλημα
5 λεπτά στο χέρι μου,
τόσα λίγα
τόσα πολλά
για ν’ ακουμπήσω τα χέρια μου
στα χείλη σου μόνο
για το ανέβασμα.

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

"Darkness, darkness" Robert Plant (studio) (youtube, 27/12/2012)

...............................................................


Darkness, darkness

Darkness, darkness be my pillow 
Take my hand and let me sleep 
In the coolness of your shadow 
In the silence of your deep 

 Darkness, darkness hide my yearning 
For the things I cannot see 
Keep my mind from constant turning 
To the things I cannot be 

Darkness, darkness be my blanket 
Cover me with this endless night 
Take away, oh, this pain of knowing 
Fill this emptiness with light 
Emptiness with light now 

Darkness, darkness long and lonesome 
As the day that brings me here 
I have found the edge of sadness 
I have the known the depths of fear 

Darkness, darkness be my blanket 
Cover me with the endless night 
Take away, oh, this pain of knowing 
Fill this emptiness with light now 

Emptiness with light now, now 
Darkness, darkness be my blanket
 Cover me with the endless night 
Take away oh, this pain of knowing 
Fill this emptiness with light now 
 Oh, with light now 

Darkness, darkness be my pillow 
Take my hand and let me sleep 
In the coolness of your shadow 
In the silence of your deep 
In the silence of your deep 

In the, oh, oh, hey, yeah, oh, yeah 
In the summer baby 
Oh yeah, oh, in the summer baby In the summer baby 
Ooh yeah Come, on come on, come on, come on baby 
Come on, come on, come on baby 
Come on, come on, come on baby 
In the summer time baby 
In the summer time