Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

Σαν σήμερα πριν από 17 χρόνια έφυγε ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (3/8/1994)


.................................................................................




Μικρο Βιογραφικό

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας (Αθήνα 1906 - 1994) γεννήθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου του 1906. Από μικρός έδειξε ιδιαίτερη κλίση στο σχέδιο και έτσι, μαθητής ακόμα, πήρε μαθήματα ζωγραφικής από τον Κωνσταντίνο Παρθένη. Το 1922 πήγε στο Παρίσι, όπου παράλληλα με τις σπουδές του στη γαλλική φιλολογία και την αισθητική στη Σορβόνη, παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής και χαρακτικής στην Academie Ranson, με δασκάλους τον Bissiere και τον Δ. Γαλάνη. Το 1934, καταξιωμένος ήδη καλλιτέχνης, εγκατέλειψε το Παρίσι και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στα 1935 - 1937 συνεργάστηκε με τον αρχιτέκτονα Πικιώνη, τον ποιητή Παπατζώνη και το σκηνοθέτη Καραντινό στην έκδοση του περιοδικού Το Τρίτο Μάτι. Το 1941 εξελέγη καθηγητής στην έδρα του Σχεδίου της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, όπου και δίδαξε έως το 1958. Το 1973 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, το 1979 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1986 εξελέγη μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας του Λονδίνου. Ο Χατζηκυριάκος - Γκίκας εκτός από τη ζωγραφική ασχολήθηκε ακόμη με τη γλυπτική, τη χαρακτική, την εικονογράφηση βιβλίων, με τη σκηνογραφία, ενώ έδωσε πολλές διαλέξεις και δημοσίευσε μελέτες και άρθρα για την αρχιτεκτονική και την αισθητική, καθώς και δοκίμια για την ελληνική τέχνη.  Click to close
 
..................................................................................

κι ένα εξαιρετικό αφιέρωμα της Jiagogina από το "Ιδιόμελο" (28/6/2011), όπου μπορείτε να δείτε και άλλα πολύ ωραία λευκώματα ζωγραφικής και φωτογραφίας, και με εξ ίσου ωραία κείμενα να τα συνοδεύουν. Ευχαριστούμε από καρδιάς για το "δάνειο".

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ: 

ΜΙΚΡΟΝ ΑΝΑΛΟΓΟΝ

ΓΙΑ ΤΟΝ Ν. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟ-ΓΚΙΚΑ

  
Τόσο μόνον
Ὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ λειάνει ἕνα χαλίκι ὁ ρόχθος
Ἢ ν' ἀποτυπωθεῖ χαράματα τὸ ψύχος τ' οὐρανοῦ
Στὸ δέρμα ἑνὸς μενεξεδένιου σύκου

 


Κι ἐκεῖ
Μακριὰ στὴν πούντα τοῦ Καιροῦ
Ὅπου μαίνεται ἀπὸ τὴ νοτιὰ τὸ μαῦρο ἐρημονήσι

Τόσο μόνον κι ἐκεῖ: εὐδοκιμεῖ τὸ Ἀόρατο!

 


Ἀλλ' ἐμεῖς τὸ χτίζουμε ἀλλ' ἐμεῖς τὸ κηπεύουμε
Ἀλλ' ἐμεῖς νύχτα μέρα τὸ ἱστοροῦμε

 


Καὶ συχνὰ τὴν ὥρα ποὺ ἀπ' τὴ λέπρα τῆς ἠπείρου
Ξεχωρίζει ἀνεβαίνοντας
Θεομητορικὴ

Γῆ μὲ τὸ φρύδι δριμὺ καὶ τὴν ἄκανθα τοῦ ἥλιου


Σὰν σὲ ὄνειρο μέσα πάλι ἐμεῖς τοῦ προσφέρουμε

Ποιὸς τὸ λίθο ποιὸς τὴ δρόσο ποιὸς τὸ οὐράνιο κονίαμα

 


Ὦ γαιώδη ἄνθρωπε

Ἰδὲς ποὺ ὁ τοκετὸς τῆς νύχτας ἔφερε

Κύανο καὶ κιννάβαρι πορφύρα καὶ ὤχρα

Στεῖλε τὸ βλέμμα σου ψηλὰ καθὼς μιὰ σκέψη ὀξεία

Νὰ διασχίσει τὸ ἐμπόλεμο στερέωμα
Καὶ πὲς ἐμεῖς οἱ ἀσύμμετροι πὼς εἴμαστε

 


Τ' ἀχνάρια ποὺ ἄφησαν - καὶ τοὺς ἀκολούθησες -
Ἡ ἄγρια μέλισσα κι ὁ ἀμνὸς ὁ πενθοφόρος

1958
ἀπὸ τὰ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ
 

Σαν σήμερα πριν από 39 χρόνια "έφυγε" ο Γιάννης Παπαϊωάννου (3/8/1972)

..................................................................................

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΑΝ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

Ραντεβού σαν περιμένω
και μ' αργήσεις βαριεστώ
μα όταν δώ τα δυό σου μάτια
όλα φως μου τα ξεχνώ

Πείσματα να μη μου κάνεις
άπονη καρδιά μικρή
γιατί μ΄ αυτά σου τα ναζάκια
με κατάντησες μπεκρή

Μέρα νύχτα στις ταβέρνες
ξενυχτάω και μεθώ
για τα δυό σου τα ματάκια
μόρτισα θα τρελλαθώ



Γιάννης Παπαϊωάννου
1913 – 1972






Ο Γιάννης Παπαϊωάννου υπήρξε ένας από τους θεμελιωτές και κύριους εκφραστές του λαϊκού μας τραγουδιού. Γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1913 στην Κίο της Προποντίδας. Σε ηλικία δυο ετών ορφάνεψε από πατέρα κι επτά χρόνια αργότερα έζησε τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Αρχικώς εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τη γιαγιά του στη Σαμοθράκη και λίγο αργότερα μετακόμισαν στον Πειραιά, στις Τζιτζιφιές, όπου ζούσαν οι θείοι του και η υπόλοιπη οικογένεια. Στη δουλεία μπήκε από μικρός. Εργάστηκε ως ψαράς, ως μαραγκός, σε συνεργείο αυτοκινήτων και σε οικοδομές. Η σκληρή βιοπάλη του απαγόρευσε να συνεχίσει το σχολείο.
Το 1928 ξεκίνησε να παίζει μουσική με μια φυσαρμόνικα, αλλά η σχέση του με τη μουσική θα παρέμενε σε εκείνο το επίπεδο αν δεν ήταν το ποδόσφαιρο. Έπειτα από έναν σοβαρό τραυματισμό του, η μητέρα του τού έκανε δώρο ένα μαντολίνο για να σταματήσει να παίζει. Η ζωή του άλλαξε, όταν μια μέρα άκουσε σε μια ταβέρνα «Το μινόρε του τεκέ» του Γιάννη Χαλκιά. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγε μπουζούκι. Το ερωτεύτηκε και το υπηρέτησε πιστά μέχρι το τέλος της ζωής του.
Στο πάλκο πρωτανέβηκε το 1933. Στη σαραντάχρονη πορεία του έγραψε πάνω από 800 τραγούδια, περιόδευσε σε Ελλάδα και Αμερική, και ανέδειξε μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών, μουσικών και τραγουδιστών. «Η Φαλιριώτισσα» «Η Ψαροπούλα», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Καπετάν Αντρέα Ζέππο», «Πριν το χάραμα», «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε», είναι μερικά μόνο από τα διαχρονικά τραγούδια του που άφησε ως κληρονομιά.
Ο Γιάννης Παπαιωάννου σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα τα χαράματα της 3ης Αυγούστου 1972, καθώς μετά τη δουλειά πήγαινε για ψάρεμα στα Βασιλικά της Σαλαμίνας. Στη μνήμη του, ο Βασίλης Τσιτσάνης -κουμπάρος, φίλος και συνεργάτης του για πολλά χρόνια- έγραψε «Το τραγούδι του Γιάννη» που τραγουδά η Πόλη Πάνου.


Κι εδώ "Το Τραγούδι του Γιάννη"  σε ζωντανή εκτέλεση




"Ομολογία αποτυχίας" του Γιώργου Μαντέλα ("Καθημερινή", 3/8/2011) "Αποτυχία"; Ναι, αποτυχία, για την οποία ευθύνονται προφανώς οι αγανακτισμένοι και όσοι τους στήριξαν και τους στηρίζουν...!


Ομολογία αποτυχίας

Του Γιωργου Mαντελα / gmantelas@kathimerini.gr

Μπορούμε να το ονομάσουμε και «αμέριστη κοινοτική συμπαράσταση», αν έτσι μας αρέσει. Επίσης μπορούμε να το περιγράψουμε ως «εκδήλωση ευρωπαϊκής αλληλεγγύης», όπως αναφέρθηκε από «αρμόδιο κυβερνητικό παράγοντα», με ορολογία της δεκαετίας του ’80. Καλύτερα, θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε ως «εκπλήρωση βασικής κοινοτικής υποχρέωσης», που έχουν οι άλλοι πάντα, απέναντί μας. Κι έτσι να εξαγνιστούμε. Μπορούμε, τέλος πάντων, να ωραιοποιήσουμε την κατάσταση, να στρογγυλέψουμε τις γωνίες, να σηκώσουμε το χαλί, με χίλιους δύο τρόπους. Ο,τι κι αν κάνουμε, όμως, στην πραγματικότητα αυτό που θα καταφέρουμε, θα είναι να κρυφτούμε πίσω από το δάχτυλό μας. Ή τουλάχιστον, να νομίζουμε ότι κρυβόμαστε. Οπως κάνουμε δηλαδή ανελλιπώς τα τελευταία σχεδόν 30 χρόνια.
Γιατί όλα τα παραπάνω δεν θα συνιστούν τίποτα άλλο παρά μια «εκκωφαντική» παραδοχή της αποτυχίας μας: Να απορροφήσουμε κοινοτικά κονδύλια, να συνδράμουμε, στο μέτρο που μας αναλογεί, στο ιδιότυπο παιχνίδι του δούναι και λαβείν που παίζεται με τους υπόλοιπους εταίρους μας στην Ε.Ε. και να παριστάνουμε στο τέλος - τέλος ότι είμαστε και εμείς «ζωντανός οργανισμός».
Το γεγονός ότι Ιρλανδοί και Πορτογάλοι έχουν το ίδιο πρόβλημα, δεν μας σώζει. Εκτός κι αν φτάσαμε στο σημείο να παίρνουμε κουράγιο από τη δυστυχία των άλλων. Το γεγονός, όμως, παραμένει ένα: εδώ και 14 μήνες, ως οικονομία έχουμε πάψει να αναπνέουμε και επισήμως.
Ανεπισήμως, είχαμε πάψει προ πολλού. Το καλό είναι ότι στις Βρυξέλλες ελπίζουν ότι μπορούν «να αναστήσουν τον Λάζαρο». Και προς το παρόν, αυτή είναι η σωτηρία μας. Αυτό το «κάτι» στο οποίο έχουμε να ελπίζουμε. Και να προσδοκούμε, σε κάθε είδους «επιταγές» που θα φτάνουν απ’ εδώ και στο εξής από το πάλαι ποτέ και «κονκλάβιο των Βρυξελλών» αποκαλούμενο.
Οπως ακριβώς συνέβη και προχθές, όταν αποφασίστηκε ότι η κοινοτική συμμετοχή στο ΕΣΠΑ θα φτάσει στο... 95%. Εννοείται ότι η εθνική, έτσι, περιορίζεται στο 5%. Και πολύ μας είναι, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς. Γιατί, στην κατάσταση που βρισκόμαστε, είναι άγνωστο αν κι αυτό το 5% θα το καταφέρουμε να το συγκεντρώσουμε. Κι ας βαφτίζουμε την «ανάγκη», «φιλοτιμία». Παλιό το κόλπο και δεν πιάνει.
Οι Ευρωπαίοι μας δίνουν μια τελευταία ευκαιρία στην ανάπτυξη. Που είναι ο μοναδικός τρόπος για να βγούμε από την ύφεση.
Αν δεν «πέσουν» λεφτά στην αγορά, «φως στην άκρη του τούνελ» (σ.σ. για να χρησιμοποιήσουμε μια πολύ παλιά, επίσης, φράση που «φορέθηκε» πολύ όταν τα κοινοτικά πακέτα των δισ. δραχμών τότε, εξαφανίζονταν κατά τρόπο ταχυδακτυλουργικό), δεν βλέπουμε.
Κι επειδή αυτή η φορά θα είναι η τελευταία, από τις Βρυξέλλες στέλνουν δικούς τους ανθρώπους για να μοιράσουν τα λεφτά. Γιατί αλλιώς, ξέρουν και ξέρουμε ότι κινδυνεύουν κι αυτά να χαθούν, όπως τόσα και τόσα άλλα, πριν καν περάσουν τον Προμαχώνα.

Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

"ΑΠΕταξάμην τη δημοσιογραφία" του Βασίλη Ξυδιά (από την TVXS, 2/8/2011). Όπως πολλοί άλλοι "θα αποτάσσονταν" στην Ελλάδα την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, την κοινωνική πρόνοια, την υγεία κλπ. Αυτοί που σέβονται τουλάχιστον τον εαυτό τους και την κοινωνική τους ευθύνη...


ΑΠΕταξάμην τη δημοσιογραφία, 

του Βασίλη Ξυδιά


Ξεφυλλίζοντας την τρέχουσα δημοσιογραφική επικαιρότητα δεν μπόρεσα ν’ αποφύγω μερικούς θλιβερούς συνειρμούς που έκρινα σκόπιμο να μοιραστώ δημόσια: σκέψεις που συνδέουν την υπό εξέλιξη κατάρρευση των ελληνικών μέσων ενημέρωσης με δικές μου άτυχες επαγγελματικές εμπειρίες. Έτσι, μόνο και μόνο για να επιβεβαιωθεί πόσο βαθύ και πολυπλόκαμο είναι το κοινό ρίζωμα, σε προσωπικό και εθνικό επίπεδο, της κρίσης που ζούμε.
Θλίβομαι π.χ. διαπιστώνοντας ότι για τη γειτονική Τουρκία ... από Εγγλέζο κι Ισπανό θα μάθεις την αλήθεια. Διότι δίνοντας την είδηση της παραίτησης των Τούρκων στρατηγών, το Ρώυτερς και η Ελ Παΐς εξηγούσαν ήδη από προχθές πως δεν είναι ένα ακόμα περιστασιακό στιγμιότυπο στην αντιπαράθεση που συγκλονίζει τα τελευταία χρόνια την Τουρκία, αλλά πως κατ’ ουσίαν σημαίνουν οριστική νίκη του Ερντογάν επί της στρατιωτικής ηγεσίας. Πως φτάνουμε σε τέλος εποχής για τον τουρκικό στρατό ως θεματοφύλακα της κεμαλικής κληρονομιάς. Την ίδια ώρα τα ελληνικά μέσα πληροφορούσαν τους αναγνώστες τους με τη συνήθη κενολογία, πως «οι παραιτήσεις της στρατιωτικής ηγεσίας, προκάλεσαν πολλά ερωτηματικά και μέχρι στιγμής δεν έχουν διευκρινιστεί οι λόγοι που τους οδήγησαν σε αυτή την κίνηση» (Ελευθεροτυπία). Ή πως «το χάσμα μεταξύ κυβέρνησης-στρατού στην Τουρκία παραμένει αγεφύρωτο» (Τα Νέα). Ουδέν πρόβλημα, θα μου πείτε, διότι τα ελληνικά μέσα ενημέρωσαν το κοινό τους για τις αγγλοϊσπανικές εκτιμήσεις ένα μόλις εικοσιτετράωρο μετά. Σιγά την καθυστέρηση!
Αλλά αναρωτιέμαι: Δεν θα έπρεπε οι Έλληνες δημοσιογράφοι και τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης να είναι σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα απ’ οποιονδήποτε άλλον τί ακριβώς συμβαίνει – για να μην πω και τί πρόκειται να συμβεί – στη γειτονική χώρα (που και δίπλα μας είναι, και ανοιχτούς λογαριασμούς έχουμε μ’ αυτήν, και την κουλτούρα για να την κατανοήσουμε καλύτερα απ’ οποιονδήποτε άλλο); Αφελής ερώτηση!
Άλλο θέμα, άσχετο! Διαβάζω τις δηλώσεις του Λαρς Φον Τρίερ για τον Μπρέιβικ. Για το πώς ο Νορβηγός σφαγέας θαύμαζε το Ντόγκβιλ και πώς κατά τον Τρίερ βασική ευθύνη στο έγκλημα έχει το ακροδεξιό Λαϊκό Κόμμα της Δανίας (DVP) ως διασπορέας της ισλαμοφοβίας στις σκανδιναβικές χώρες. Προσπαθώ να διασταυρώσω τι ακριβώς είπε ο Τρίερ. Και τί βλέπω; Πως όλες οι ελληνικές εφημερίδες μεταφέρουν την είδηση με τα ίδια ακριβώς λόγια. Την έχουν αναπαραγάγει από ένα δημοσίευμα του ΑΠΕ-ΜΠΕ (Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων) με μικρές μόνο παραλλαγές – σαν αυτές που κάνουν οι μαθητές όταν αντιγράφουν ο ένας από τον άλλο. Κι άλλοι είχαν τη στοιχειώδη εντιμότητα να δηλώσουν την πηγή τους, άλλοι απλώς την αποσιώπησαν. 
Δεν πρόκειται για την εξαίρεση. Είναι ο κανόνας. Οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι διεθνείς ειδήσεις περνούν στον ελληνικό τύπο με τρόπο πανομοιότυπο. Ως αντίγραφα των απλουστευτικών συντμήσεων-μεταφράσεων που κάνει το ΑΠΕ-ΜΠΕ συνθέτοντας κατά την κρίση των δικών του προφανώς στελεχών την ειδησεογραφία των διεθνών πρακτορείων. Είναι ένας τρόπος ώστε τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης να έχουν φτηνή ή και τζάμπα διεθνή ειδησεογραφία (πληρωμένη από τους φορολογούμενους πολίτες που επιχορηγούν το ΑΠΕ-ΜΠΕ). Έτσι, οι εκδότες γλυτώνουν από ένα άχρηστο, όπως προφανώς το αντιλαμβάνονται, παραπανήσιο έξοδο: να διατηρούν ένα επιτελείο από έμπειρους δημοσιογράφους, που να παρακολουθούν τα γεγονότα και να είναι ικανοί να αξιολογούν τα τηλεγραφήματα των διεθνών πρακτορείων, συνθέτοντας αυτοί, με το δικό τους προσωπικό ύφος την είδηση. Σωστά! Τί θα χρειαζόταν κάτι τέτοιο; Αφού ο πραγματικός σκοπός των ελληνικών μέσων δεν είναι να ενημερώνουν για ό,τι συμβαίνει γενικώς και αορίστως στην υφήλιο (που δεν μας πέφτει λόγος), αλλά να υποβάλλουν στο κοινό τους την εκάστοτε πρέπουσα εντύπωση-γνώμη για τα εγχώρια εδώ κρίσιμα ζητήματα. Αυτά στα οποία διακυβεύονται τα συμφέροντα και οι επιδιώξεις των ιδιοκτητών των ΜΜΕ.
Κι εν μέσω καλοκαιρινής ζέστης ο συλλογισμός μου ξέφυγε στο δικό μου μακρινό παρελθόν, κάπου μεταξύ 1985-86, όταν ως στέλεχος της νεοσύστατης τότε Διεύθυνσης Νέων Τεχνολογιών του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων είχα εμπλακεί στο φιλόδοξο σχέδιο να εισαγάγουμε το ΑΠΕ στον κόσμο της ψηφιακής δημοσιογραφίας. Βεβαίως, το ΑΠΕ ήδη από εκείνα τα χρόνια αντανακλούσε όλες τις παθογένειες του ελληνικού τύπου και της προβληματικής διαπλοκής του με την κρατική εξουσία. Προβλήματα που ανάγονταν στη χούντα, και που η δημοκρατία, αντί να τα εξαλείψει, τα επέτεινε. Το ΑΠΕ τροφοδοτούσε – καληώρα όπως με τον Τρίερ – τον αθηναϊκό και επαρχιακό τύπο τύπο με έτοιμο υλικό. Παρείχε έτοιμες τις διεθνείς ειδήσεις, μεταφράζοντας και συνθέτοντας τα τηλεγραφήματα των διεθνών πρακτορείων, ενώ ειδικά στον επαρχιακό τύπο έδινε έτοιμα δημοσιεύματα εσωτερικού ενδιαφέροντος. Όλα αυτά έναντι μικρής οικονομικής συνδρομής, που πολλοί εκδότες δεν έμπαιναν καν στον κόπο να την καταβάλουν. Ξεκάθαρη σχέση θεσμοποιημένης διαπλοκής, όπου η μεν κυβέρνηση εξασφάλιζε την προπαγάνδα της, όταν χρειαζόταν, ενώ τα μέσα ενημέρωσης εξασφάλιζαν δωρεάν ή σχεδόν δωρεάν δημοσιογραφικό υλικό για θέματα που κατ’ ουσίαν τούς ήταν αδιάφορα. (Υπάρχει βέβαια κι ένας ακόμα ρόλος του ΑΠΕ, που δεν έχει άμεση σχέση με το θέμα μας, αλλά τον αναφέρω, έτσι για την πληρότητα του πράγματος: Να πληρώνει αργομισθίες σε προβεβλημένους δημοσιογράφους, προτιμώντας ιδιαίτερα τους προσκείμενους στο αντίπαλο απ’ την εκάστοτε κυβέρνηση κόμμα).
Ήταν φανερό από τότε πως η εγγενής αυτή διαπλοκή κράτους και ΜΜΕ, που καθόριζε τόσο την πελατεία όσο και τις υπηρεσίες του ΑΠΕ, το οδηγούσε σε οικονομικό αδιέξοδο· σε διαρκή διόγκωση των εξόδων και συρρίκνωση των εσόδων. Κι ήταν, για μένα τουλάχιστον, εξ ίσου φανερό πως ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός όχι μόνο δεν θα διόρθωνε τίποτε, αλλ’ αντίθετα, θα επέτεινε το πρόβλημα, καθώς θα ενέπλεκε το ΑΠΕ σ’ ένα φαύλο κύκλο τεχνολογικών επενδύσεων και παραγωγής νέων ψηφιακών υπηρεσιών που θα απευθύνονταν στην ίδια προβληματική «πελατεία» με τους ίδιους προβληματικούς όρους. Βλέπετε, νέος τότε και άπειρος ακόμα, δεν είχα καταλάβει αυτό που τώρα πλέον γνωρίζω καλά: πως όταν στην Ελλάδα μιλάμε για εκσυγχρονισμό, και ιδιαίτερα για τεχνολογικό, το κάνουμε για να καλύψουμε και να συντηρήσουμε τα προβλήματα και όχι για να τα λύσουμε. Πως είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση αυτού που οι ψυχολόγοι λένε «φυγή προς τα μπρος» (μια φράση που οι Έλληνες πολιτικοί χρησιμοποιούν πολύ συχνά νομίζοντας ότι αναφέρονται σε κάτι καλό, χωρίς να έχουν συνείδηση πως πρόκειται για ένα ιδιαίτερο είδος στρουθοκαμηλισμού, για μια μορφή φαντασιακής εξάλειψης των δυσκολιών και όχι για την πραγματική υπέρβασή τους).
Αντέδρασα λοιπόν στη μονομερώς «τεχνική» αντίληψη του εκσυγχρονισμού, αντιπαραθέτοντας σ’ αυτή μια άλλη επιχειρησιακή προσέγγιση (βασισμένη στο δόγμα πως ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός ενός οργανισμού σαν το ΑΠΕ έχει νόημα μόνο στο βαθμό που αποτελεί μέρος ενός γενικότερου επιχειρησιακού σχεδίου).
Μόλις και μετά βίας έκλεισα ένα χρόνο στο ΑΠΕ. Άφησα πίσω μου μια μελέτη – έτσι για την τιμή των όπλων – που έδειχνε ποια θα μπορούσε να είναι υπό άλλες συνθήκες η μοίρα του εθνικού ειδησεογραφικού οργανισμού της Ελλάδας αν υιοθετούσε μια εξωστρεφή και όχι εσωστρεφή επιχειρησιακή στρατηγική: (α) να απευθυνθεί στη διεθνή αγορά παρέχοντας στον κόσμο μια εναλλακτική δημοσιογραφική ματιά για την Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, ανεξάρτητη από τα μεγάλα πρακτορεία, και (β) να λειτουργήσει ως μεσολαβητής μεταξύ του ελληνικού επαρχιακού και του ομογενειακού τύπου, ενισχύοντας τη ροή υλικού, κυρίως από τον πρώτο προς τον δεύτερο (εικόνες και ειδήσεις από την πατρίδα). Δεν είναι για μας αυτά τα πράγματα, προσπάθησε να μου εξηγήσει ο τότε διευθυντής του ΑΠΕ, ενώ μού ανακοίνωνε θλιμμένος (έχω την εντύπωση) την απόλυσή μου.
Κάτι ήξερε ο άνθρωπος περισσότερο από μένα. Εικοσιπέντε χρόνια μετά οι ελληνικές εφημερίδες συνεχίζουν να κοιτάνε «δυτικά» για να καταλάβουν τί συμβαίνει στα ανατολικά τους και οι διεθνείς τους ειδήσεις εξακολουθούν να είναι κόπυ-πέηστ από το ΑΠΕ-ΜΠΕ που παραμένει στο ρόλο του κοινόχρηστου ειδησεογραφικού μεταφραστή. Σύντροφοι όλοι στην εθνική φτώχεια ... Φτωχοί ήδη από τότε που έρρεε το χρήμα στο δημόσιο ταμείο.
ΥΓ. Δεν ξέρω πώς τα θυμήθηκα όλα αυτά. Μάλλον σαν προσπάθεια επιστροφής στις προσωπικές ρίζες της εθνικής κρίσης. Εκεί που τα σημερινά συμπτώματα ανασύρουν στην επιφάνεια τα ίχνη που ο καθένας άφησε, είτε πετυχαίνοντας είτε αποτυχαίνοντας σ’ αυτό που ήταν, σ’ αυτό που προσπάθησε. Κι αν υπάρχει τελικά ένα κριτήριο ηθικής αποτίμησης της προσωπικής συμβολής στην κοινή αποτυχία, αυτό ίσως δεν είναι άλλο από την ελαφρότητα της διήγησης.

Δημοσιεύτηκε στο Αντίφωνο, 31 Ιουλίου 2011

"Η χώρα που έχασε το Υπερεγώ της" του Απόστολου Δοξιάδη ("Καθημερινή", 31/7/2011)


Η χώρα που έχασε το Υπερεγώ της

Tου Αποστολου Δοξιαδη*

Για να καταλάβουν την κοινωνία, οι αρχαίοι συχνά τη συνέκριναν με τον ανθρώπινο οργανισμό. Μου έρχεται στον νου η σκηνή στον βίο του Κοριολανού, του Πλουτάρχου, όπου ο Μενένιος Αγρίππας λέει στους πολίτες που διαμαρτύρονταν για τα προνόμια της συγκλήτου ετούτη την παραβολή: «Κάποτε τα όργανα του σώματος επαναστάτησαν κατά του στομαχιού, κατηγορώντας το ότι τεμπελιάζει, ενώ τα υπόλοιπα εργάζονται να το θρέφουν. Μα το στομάχι γέλασε με την αφέλειά τους, και εξήγησε ότι την τροφή την παίρνει μονάχα για να τη μοιράσει δίκαια στα υπόλοιπα όργανα». Κατά συνέπεια, καταλήγει ο Αγρίππας, οι συγκλητικοί αδίκως κατηγορούνται ότι δεν παράγουν τίποτε. Εργο τους, όπως του στομαχιού, είναι να φροντίζουν να λειτουργεί εύρυθμα η υπόλοιπη κοινωνία.
Θα ήθελα να τολμήσω κι εγώ μια παρόμοια αναλογία, όχι όμως για να υποστηρίξω τους δικούς μας συγκλητικούς, τους βουλευτές, μα για να καταλάβω την κατάστασή μας γενικότερα. Αντί, όμως, για όργανα σωματικά διαλέγω τα ψυχικά, βάσει του γνωστού διαχωρισμού του Φρόιντ, της ψυχικής λειτουργίας σε τρία μέρη. Βάσει αυτού, απλουστεύοντας κάπως, το πρώτο, που αποδίδεται ελληνικά ως «Αυτό» (το λατινικό id) είναι περίπου ισοδύναμο με τις ενορμήσεις, τα βιολογικά κυρίως ένστικτα· το δεύτερο, το Εγώ, είναι η λειτουργία που αντιμετωπίζει τις απαιτήσεις της πραγματικότητας, ασκώντας προς τούτο και τον απαραίτητο έλεγχο στο «Αυτό». Τούτο όμως γίνεται σύμφωνα και με την τρίτη λειτουργία, το Υπερεγώ, που είναι, ας πούμε, ο «εσωτερικευμένος γονέας», δηλαδή οι κανόνες που αφομοιώνει μεγαλώνοντας ο άνθρωπος -κάποτε το λέγαν «φωνή της συνείδησης»- που διαμορφώνονται με τη σειρά τους από την κοινωνία. Σε τούτο το μοντέλο ψυχικής λειτουργίας, το Εγώ συνταιριάζει τις συχνά αντιθετικές απαιτήσεις που θέτουν Aυτό και Υπερεγώ, το πρώτο των ενστίκτων, που σαν μικρά παιδιά όλο φωνάζουν «θέλω», το άλλο των εντολών που πιέζουν με τα «πρέπει» τους. Οπότε, για να ζει ο άνθρωπος ζωή ισορροπημένη, χωρίς να τον κυβερνούν τόσο τα ένστικτα που να καταλήγει στη φυλακή ή σε άλλης λογής αυτοκαταστροφή, αλλά ούτε και τόσο να τα καταπνίγει ώστε ο βίος να καταντά ανούσιος, μηχανικός, σκέτη υποταγή στις κοινωνικές επιταγές, πρέπει το Εγώ να κάνει καλά τη δουλειά του.
Αντιστοιχώντας την ψυχή με την κοινωνία, το Αυτό είναι οι επιθυμίες των πολιτών, ατόμων ή ομάδων, ενώ κυβέρνηση και κράτος είναι το Εγώ, που πρέπει να ικανοποιεί τις δίκαιες επιθυμίες αλλά να ελέγχει όσες είναι εις βάρος του συνόλου. Ετσι, οφείλει να παρέχει δημόσια εκπαίδευση και υγεία, που ζητούν τα καλά «θέλω», αλλά και αστυνομία και δικαστήρια, ώστε τα αρνητικά να μη δυναστεύουν τους υπόλοιπους. Με αυτή την αντιστοίχιση, το Υπερεγώ είναι το Σύνταγμα κι οι νόμοι, αλλά κυριότερα ακόμη οι κοινωνικές αρχές που τα στηρίζουν, θρησκευτικές, ηθικές ή εθιμικές. Γιατί το Υπερεγώ δεν είναι μόνο μπαμπούλας, να απαγορεύει, αλλά και φορέας αξιών. Δεν είναι ανιστορικό ή παράλογο, μα συσσωρεύει όλα όσα συγκροτούν τον πολιτισμό.
Εφαρμοσμένη στα δικά μας, αυτή η αναλογία ψυχής-κοινωνίας μοιάζει αρχικά να οδηγεί στο συμπέρασμα πως στη σημερινή ελληνική κοινωνία πάσχει το Εγώ, δηλαδή κυβέρνηση και κράτος που δε θέλουν ή δεν μπορούν (μάλλον και τα δύο) να κάνουν τη δουλειά τους. Αυτό όμως, ενώ ισχύει μερικά, δεν αποδίδει το βαθύτερο πρόβλημα, αφού δυστυχώς πάσχουμε πλέον από παθολογία πολύ σοβαρότερη, του Υπερεγώ. Φυσικά, το ότι μας κυβέρνησαν χρόνια κυβερνήσεις λαϊκίστικες, χωρίς αρχές, είναι βασική αιτία της νόσου. Οντας το Υπερεγώ «εσωτερικευμένος γονέας», η παρατεταμένη έλλειψη σωστής εξουσίας όχι απλώς δεν χτίζει εσωτερικό γονεϊκό πρότυπο, μα διαλύει σταδιακά και κάθε ίχνος παλαιού. Ετσι, με κύριους αυτουργούς κόμματα και κυβερνήσεις, τις τελευταίες δεκαετίες έσβησε στην Ελλάδα κάθε κοινωνική αρχή παραπλήσια με όσες διδάσκουν οι καλοί γονείς στα παιδιά τους, αρχές που μας γλυκαίνουν την ψυχή με νοσταλγία όταν τις βλέπουμε να ξεδιπλώνονται στις παλιές ελληνικές ταινίες: η ηθική, η ευθύνη, ο αυτοέλεγχος, το μέτρο, η ευπρέπεια, ο σεβασμός στους άλλους. Πάνε αυτά, μπήκαν στο «χρονοντούλαπο της Ιστορίας».
Τώρα η Ελλάδα είναι άλλο πράμα, η χώρα που την κυβερνά του καθενός το «θέλω», χωρίς αντίσταση από κανένα κοινό «πρέπει», η κοινωνία που τη δυναστεύουν ανεξέλεγκτα κι ατιμώρητα του καθενός τα γούστα: των άτιμων υπουργών και των ανήθικων επιχειρηματιών που ληστεύουν το Δημόσιο, των πρυτάνεων που δηλώνουν ότι δε θα σεβαστούν τους νόμους, των μπαχαλάκηδων που καίνε κτίρια και ανθρώπους, των ταξιτζήδων που κλείνουν αεροδρόμια, των ΠΑΜΕτζήδων που κλείνουν λιμάνια, των φοιτητοπατέρων που κλείνουν πανεπιστήμια, των περιθωριακών που κλείνουν την πλατεία Συντάγματος. Και κανένα κράτος/Εγώ δεν μπορεί -και να ήθελε, που δε θέλει- να αντισταθεί στον ανεξέλεγκτο χείμαρρο των καταστροφικών βουλήσεων, γιατί απλούστατα δεν έχει πουθενά να πατήσει, καμιά πίστη για να στηρίξει τον λόγο και την πράξη του, καμία αρχή ζωής που να τη σεβόμαστε όλοι, κανένα ίχνος συνείδησης που να αντιπροσωπεύει κοινά «πρέπει», όχι μονάχα σαν κανόνες καταπιεστικούς, μα σαν στοιχεία πολιτισμού, παράδοσης, Ιστορίας - εν τέλει σαν στοιχεία ανθρωπιάς και αρχοντιάς.
Ετσι μου φαντάζει εμένα σήμερα η Ελλάδα του 2011, μια παγκόσμια πρωτοτυπία: είμαστε η χώρα που έχασε το Υπερεγώ της.

* Ο κ. Απόστολος Δοξιάδης είναι συγγραφέας.

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

"Μεγαλειώδης ο "Ριχάρδος Γ'" στην Επίδαυρο" του Γρηγόρη Ιωαννίδη ("Ελευθεροτυπία", 1/8/2011)

Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Μεγαλειώδης ο «Ριχάρδος Γ'» στην Επίδαυρο

«Ριχάρδος Γ'» The Bridge Project - Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Είναι απολύτως φανερό ότι, αυτή τη φορά στην Επίδαυρο, ο κοσμικός αντίλαλος του «Ριχάρδου» -αντανάκλαση της λάμψης των Οσκαρ- κάλυψε σημαντικό μέρος της καλλιτεχνικής πράξης.
 
Η λαίδη Αννα (Αναμπελ Σόλεϊ), που λίγο πριν θρηνούσε σύζυγο 
και πεθερό, υποκύπτει στη γοητεία του δολοφόνου τους 
  
Μια ολόκληρη πολιτεία κινήθηκε στη διάρκεια του τριημέρου προς το θέατρο της Αργολίδας για να παρακολουθήσει τον σεξπιρικό ήρωα να βρυχάται επί σκηνής, με τη συνδρομή του οσκαρικού διδύμου Κέβιν Σπέισι και Σαμ Μέντες. Τι προηγείται, άραγε, σε αυτές τις περιπτώσεις, το θέατρο ή το θέαμα; Δύσκολο να απαντήσει κανείς. Και όποιος έσπευσε στην Επίδαυρο για να δει τον Σπέισι να ερμηνεύει τον Ριχάρδο δεν είναι βέβαια καλλιτεχνικώς περισσότερο «ύποπτος» από εκείνον που πήγε να δει τον Ριχάρδο παιγμένο από τον Σπέισι.
Τα υπόλοιπα ανήκουν στον χώρο της κριτικής. Με πρώτο βέβαια το τυπικό σχόλιο σχετικά με τη μεταφορά της παράστασης στον απαιτητικό χώρο της Επιδαύρου. Ξεπερνώ κάπως διστακτικά τα όποια τεχνικά ζητήματα -πράγματι ένα μέρος του κοινού δεν έβλεπε καλά- και δεν διστάζω να πω ότι αυτή τη φορά μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Η επιτυχία της Επιδαύρου δείχνει ότι η παράσταση κανονικά ασφυκτιά σε κλειστό χώρο. Κι αυτό, όχι μόνο λόγω της άριστης τεχνικής κατάρτισης των ηθοποιών του θιάσου, αλλά και γιατί στη σκηνοθεσία του Μέντες και στον τρόπο ερμηνείας του θιάσου, ο Σέξπιρ επιστρέφει στο αυθεντικό λαϊκό κλίμα: αντί για την «αναπαράσταση», έχουμε την παρουσίαση του ραδιούργου βασιλιά Ριχάρδου του Γ', την αφήγηση της ιστορίας του.
Ο Μέντες και βέβαια ο Σπέισι στηρίζουν την ερμηνεία του Ριχάρδου σε αυτή την ιδέα. Ο πρώτος στήνει την παράσταση στο «εδώ». Με περιγραφική αναλυτικότητα, με κινηματογραφικά εργαλεία και με την υπόκρουση κατάλληλης μουσικής, παρουσιάζει την ιστορία της ανάρρησης του γελοίου στη θέση του τρόμου. Σε κάποια σημεία -όπως στην εισαγωγή ταμπλό πριν από την κάθε σκηνή- η σκηνοθεσία του θυμίζει έντονα παράσταση πολιτικού θεάτρου. Και σε άλλα -όπως στην ειρωνική φόρτιση των σκηνών με νατουραλιστικά ένθετα στοιχεία- φτάνει μέχρι τα όρια του ψευδο-ντοκιμαντέρ.
Από 'κεί και πέρα βέβαια το μερίδιο του θριάμβου ανήκει στον πρωταγωνιστή. Οι περισσότεροι κριτικοί αναγνώρισαν στον Ριχάρδο τού Σπέισι την παλιά δοκιμασμένη απόδοση του σεξπιρικού κακού που φορεί την εσθήτα του παλιανθρώπου τσαρλατάνου - έστω και με γενναιότερη αυτή τη φορά δόση από χιούμορ. Δεν ξέρω τι είδαν οι Βρετανοί κριτικοί στον κλειστό χώρο, αλλά εδώ, στην Επίδαυρο, κάθε αναφορά στο ψυχολογικό υπόβαθρο είναι όχι μόνο άκαιρη αλλά και άχρηστη. Ο Ριχάρδος του Σπέισι εμφανίζεται στον ανοιχτό χώρο χωρίς τα κλισέ της «μοναξιάς» και της «συμπλεγματικής προσωπικότητας». Πρόκειται για έναν Ριχάρδο εξωτερικά νατουραλιστικό, διαχυτικότατο, εκδηλωτικότατο και, κατά την άποψή μου, καθόλου μα καθόλου ανασφαλή. Είναι μακράν ο πιο χαρισματικός της γενιάς του, ο πλέον ευφυής και ο πιο δραστήριος. Και βέβαια παραμένει ο πλέον κυνικός. Οπως είναι φυσικό, μπροστά σε μια τέτοια άγρια βιταλιτέ οι υπόλοιποι ήρωες (και ακολουθώντας τους οι ηθοποιοί του θιάσου) ωχριούν. Ο Ριχάρδος πράγματι γεμίζει με την προσωπικότητά του το θέατρο της ιστορίας, όπως ο Σπέισι γεμίζει με το ταλέντο του τη σκηνή του θεάτρου.
Ωστόσο το ζήτημα της ερμηνείας του Σπέισι δεν ολοκληρώνεται εδώ. Με σώμα ευλύγιστο και υπερκινητικό παρά την παραμόρφωση, ο Ριχάρδος του δεν φέρνει μια νέα απάντηση, όσο μια νέα ερώτηση. Η παράσταση και η ερμηνεία του Σπέισι δεν ενδιαφέρεται από πού τέλος πάντων πηγάζει τόση κακία, αλλά πώς αυτή μπορεί να επιβάλλεται τόσο εύκολα στον κόσμο. Φαίνεται ότι η επικέντρωση στον «έναν κακό» μάς εμποδίζει να δούμε το ότι αυτός δεν είναι μόνος του. Πρώτα πρώτα έχει φανερούς συμμάχους στο καταχθόνιο σχέδιό του. Κάποιοι μάλιστα, όπως ο Δούκας του Μπάκιγχαμ (Chukchi Iwuji), τον ξεπερνούν προς στιγμήν σε φαντασία και τόλμη. Επειτα, βρίσκει στον δρόμο για την εξουσία έτοιμα ερείσματα απ' όλους εκείνους τους μικρούς «Ριχάρδους» που κρύβουν οι διεκδικητές τού στέμματος. Και βέβαια χειρίζεται έξοχα το ίδιο το σύστημα του πολιτικού μάρκετινκ. Σε αυτό το βασίλειο, λοιπόν, κανείς δεν είναι αθώος. Ο δικτάτορας δεν ανοίγει δρόμο προς την εξουσία. Εκμεταλλεύεται τα κενά ηθικής που αφήνουν οι άλλοι στο πέρασμά τους.
Ο Μέντες μάς θυμίζει όμως κάτι ακόμα. Πως το καλό στο τέλος θριαμβεύει. Καθώς τα εγκλήματα του τυράννου αυξάνουν, αυξάνει και η συσπείρωση του καλού εναντίον του, και μάλιστα με την εμπλοκή του μεταφυσικού στον φυσικό κόσμο. Η παράσταση του Μέντες δίνει μεγάλη βαρύτητα στον ρόλο της Μαργαρίτας (Gemma Jones). Και είναι μάλλον επίτευγμα ότι κατορθώνει να επιβάλει στον κυνικό κόσμο του Ριχάρδου την αίσθηση μιας τραγικής, υπερβατικής λύσης.
Σαν υστερόγραφο, λοιπόν, η αναφορά μας σε δύο σκηνές. Πρώτα στην αντιπαράθεση των δύο στρατοπέδων, Ριχάρδου και Ρίτσμοντ, σε μια κινηματογραφική σχεδόν αντιπαραβολή Καλού και Κακού. Κι έπειτα, στην τελευταία σκηνή, με το πτώμα του Ριχάρδου να επιδεικνύεται στο πλήθος σαν σφαχτάρι κρεμασμένο ανάποδα. Σκηνή χλευασμού για τον απαίσιο τύραννο, αποθέωσης όμως για τον ηθοποιό που τον ερμηνεύει. Μεγάλη και υπέροχη πονηριά, πλασμένη με αληθινή τέχνη. Αυθεντικός Σέξπιρ.
Δεν μοιράζονται ίσως όλοι τον ίδιο ενθουσιασμό. Είναι ωστόσο γεγονός πως ζήσαμε όλοι μια σημαντική στιγμή στη ζωή της Επιδαύρου. Καθώς το κοινό σηκώθηκε στο τέλος για να αποθεώσει τον πρωταγωνιστή και τους συντελεστές, αισθανθήκαμε ότι συμμετέχουμε στην ώση της πλατιάς αναγνώρισης που μόνο το θέατρο μπορεί να προσφέρει. Δεν ξέρω πώς αισθάνθηκε ο Σπέισι. Αλλά μια Επίδαυρος με αυτές τις προσωπικότητες και τη λάμψη, με αυτή την κοσμική αλλά και καλλιτεχνική αναγνώριση, με αυτόν τον κόσμο και την υποδοχή, μια Επίδαυρος στο κέντρο των γεγονότων και των συζητήσεων σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα, είναι νομίζω η φιλοδοξία κάθε καλόπιστου οραματιστή της. * 

Και ταξιτζήδες με φυλλάδια

Τα 130-150 ταξί, που από νωρίς χθες το απόγευμα είχαν καταλάβει κεντρικές θέσεις του πάρκινγκ της Επιδαύρου, δεν είχαν μεταφέρει από γειτονικά μέρη της Πελοποννήσου θεατές στο θέατρο. Απεργοί αυτοκινητιστές από Αρκαδία, Αργολίδα και Κορινθία πήγαν για να μοιράσουν σε Ελληνες και τουρίστες τρίγλωσσα φυλλάδια, στα οποία εξηγούν τον αγώνα τους εναντίον της απελευθέρωσης του επαγγέλματός τους. Εντελώς ειρηνική ήταν η παρουσία τους, χωρίς διάθεση να προκαλέσουν πρόβλημα στην παράσταση. Γιατί, προς στιγμήν, οι άνθρωποι του Φεστιβάλ είχαν θορυβηθεί περιμένοντας τα χειρότερα (από καθυστέρηση μέχρι ακύρωση του «Ριχάρδου Γ'») αν οι απεργοί εμπόδιζαν την προσέλευση των 9 χιλιάδων θεατών.

"Ερήμην του Αριστοφάνη" της Ρούλας Γεωργακοπούλου ("ΤΑ ΝΕΑ", 1/8/2011)


Ερήμην του Αριστοφάνη

ΤΗΣ ΡΟΥΛΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα "ΝΕΑ", Δευτέρα 01 Αυγούστου 2011
Τα χρόνια που η έννοια «δημόσιο χρέος» απασχολούσε μόνον κάτι γρουσούζηδες και εκκεντρικούς, ο Αριστοφάνης ήταν ο νάμπερ ουάν ταραξίας του ελληνικού καλοκαιριού. Θεατρομανείς αλλά και απλοί χρήστες των Επιδαυρίων γέμιζαν τις κερκίδες και οι έριδες είχαν αυτό που λέγαμε τότε, «επίπεδο». Ποιο από τα δύο είχε τη δύναμη να διαδεχτεί το άγγιγμα του Καρόλου Κουν; Το αγροτικό ιδεώδες του Κώστα Μπάκα που πατούσε στην παράδοση του Θεάτρου Τέχνης ή μήπως η αστική μετατόπιση του Σπύρου Ευαγγελάτου που ήρθε για να μεγεθύνει την άποψη του Αλέξη Σολομού;
Η ειρηνική διείσδυση λαϊκών κωμικών όπως ο Βουτσάς, ο Βέγγος και η Βουγιουκλάκη σ' άλλους φαινόταν ευλογία κι άλλοι σήκωναν προειδοποιητικά το φρύδι. Η διαφορά του λαϊκίστικου από το λαϊκό και του επικαιρικού από το «ζωντανό» ξέφυγε από τον στενό κύκλο των εκκεντρικών και των γρουσούζηδων που λέγαμε παραπάνω κι άρχισε να απασχολεί πολύ περισσότερους. Με εξαίρεση την ιδιοφυή περίπτωση του Διονύση Σαββόπουλου, η αττική κωμωδία λόγο στον λόγο ξενέρωσε κι αντί για γέλια, ελαφράδα και πρόκληση άρχισε να παράγει καντάρια άγχους σαν το αγχωμένο σόλο του Κραουνάκη, αν θυμάστε. Μια ελπίδα που είχαμε για φέτος με την «Ειρήνη» του Πέτρου Φιλιππίδη, πάει πνίγηκε κι αυτή στο φλιτζανάκι του καφέ.
Στην τούρλα της καθημερινότητας διακρίνω κι άλλους να έρχονται με τη φούρια του κληρονόμου. Από τον εκπεπτωκότα Λαζόπουλο ώς τα μούσκλια και το beach bar χιούμορ του Κανάκη, ωιμέ.
Και τώρα; «Βοηθήστε μας καλέ μου Αριστοφάνη, κι έχουμε τόση ανάγκη να γελάσουμε», όπως θα έλεγε κι ένας Ντίνος Ηλιόπουλος, ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.
Ολα αυτά ερήμην του κωμικού ποιητή που προπαγάνδιζε τις παλιές αξίες και τον Αισχύλο ενώ ταυτόχρονα είχε το θράσος να παίρνει δανεικά κι αγύριστα από την τεχνική του Ευριπίδη κι ας τον έκανε ρόμπα επί σκηνής.
Μυστήρια τρένα αυτοί οι ποιητές, και δη οι κωμικοί. Αν υπάρχει κάτι πολύ θαυμάσιο στην περίπτωσή τους, δεν είναι άλλο από τη δημιουργική τους ασυνέπεια. Σκατά πιάνουν, χρυσάφι γίνεται. Και μη μου πείτε ότι έμεινε κανείς που να γελάει με τις λέξεις, τις χειρονομίες και τα σουσούμια που άλλοτε ξεσήκωναν το κοινό. Εφόσον οι μούντζες, το σηκωμένο μεσαίο δάχτυλο, τα γιούχα, οι εξωνημένοι πολιτικοί άρχοντες, οι ύποπτες αμυντικές δαπάνες και τα σκατά στο Πρυτανείο ξέφυγαν από το εργαστήρι του ποιητή κι έγιναν πραγματική ζωή, ο Αριστοφάνης δηλώνει αδυναμία και ξαναγυρίζει φουρκισμένος στα θυμαράκια. Του ζητώ ν' αφήσει τις ηττοπάθειες και να ξαναστρωθεί επειγόντως στη δουλειά.

και μια-δυο στιγμές από τους "Αχαρνής - Ο Αριστοφάνης γύρισε από τα θυμαράκια" του Διονύση Σαββόπουλου, την καλύτερη δουλειά πάνω στον Αριστοφάνη...