Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

"Σώματα και πνεύματα του Νοέμβρη του ’73" γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 17.11.2025)

 ..............................................................



Σώματα και πνεύματα του Νοέμβρη του ’73


«Τώρα, όμως, που μπορεί κανείς να αναρωτηθεί μελαγχολικά, παραφράζοντας τον Χριστιανόπουλο, γιατί το τζακίσατε το κορμάκι σας, παιδιά, το ’73, για να χορεύει η Κίμπερλι τον Κωσταντίνο Αργυρό»

γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 17.11.2025)



 
Ο Γιώργος Μερτίκας.




Στην Ιωάννα Καρυστιάνη

ΠΑΡΑΤΗΡΩ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ από τις μέρες της κατάληψης στο Πολυτεχνείο. Πάνω από την κεντρική πύλη, σκαρφαλωμένος, ένας ωραίος, μελαχρινός νέος. Αόριστα μου είχε φέρει στο μυαλό κάποιον και μόλις πριν από δύο χρόνια, όταν πέθανε, έμαθα πως ο νεαρός ήταν ο Γιώργος Μερτίκας. Γεννημένος το 1957, μαθητής λοιπόν και όχι φοιτητής εκείνο τον Νοέμβρη. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 βρισκόμασταν συχνά με τον Γιώργο στο κέντρο. Είχε φιλοξενήσει κάποια δύστροπα φιλοσοφικά μου πονήματα στο εκλεκτό περιοδικό ιδεών «Λεβιάθαν». Πολλοί εσπρέσο –που τους λάτρευε‒ στη Δελφών, περιπλανήσεις ανά τη Σόλωνος και στα γύρω, περνώντας πρώτα από τα βιβλιοπωλεία για τη διανομή του περιοδικού. Ποτέ δεν είχε μιλήσει για εκείνες τις μέρες, για τη συμμετοχή του, για το πέρασμά του μέσα από τον κίνδυνο. Ποτέ.

*Στο βιβλίο του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη «Το Πολυτεχνείο έξω από το Πολυτεχνείο - Οι αφανείς πρωταγωνιστές της εξέγερσης του 1973» (Θεμέλιο, 2023), στο τέλος παρατίθεται ο πλήρης κατάλογος των ονομάτων των 716 συλληφθέντων στο Πολυτεχνείο τη νύχτα της 16ης προς 17η Νοεμβρίου. Εκατοντάδες ονόματα, άνδρες και γυναίκες, όπου πλάι σε έναν «Αθανάσιον Μικρούτσικον» ή κάποιον «Διονύσιον Τσακνή» και άλλους/-ες, λίγο-πολύ ακουστούς στις δεκαετίες της Μεταπολίτευσης (με κάποιες εκπλήξεις ανάμεσά τους), συναντώ και πρόσωπα με τα οποία είχα κάποια προσωπική σχέση και, επίσης, δεν είχαν πει κουβέντα.

Είναι φανερό πως έχουν πολλαπλασιαστεί στη χώρα όσοι δεν θέλουν να ξέρουν τίποτα γι’ αυτό το βουητό, για το αίμα του σπουδαστή Ωδείου που του έτυχε η σφαίρα dumdum, για τη λαχτάρα του δεκαεξάχρονου Γιώργου Μερτίκα που ανακάλυπτε κι αυτός το νόημα της πολιτικής και προσωπικής ελευθερίας ως αδιαίρετο, για τη γενναιότητα μιας Καρυστιάνη.

Στέκομαι, ας πούμε, στο όνομα Δημήτρης Ποταμιάνος και αναρωτιέμαι: είναι ο γλυκός καθηγητής που μας καλούσε για φαγητό στην οδό Αδριανού, ο ψηλός, μελαγχολικός επικούρειος της Παντείου που έχει πεθάνει από χρόνια ή μήπως πρόκειται περί συνωνυμίας; Έχω λόγους να μην πιστεύω στην απλή συνωνυμία. Άλλους/-ες που έγιναν στη συνέχεια ιστορικοί, ποιήτριες, εκδότες, μηχανικοί, μαζί με παλαιότερους από τη γενιά των Ιουλιανών και ακόμα μεγαλύτερους. Ο κατάλογος περιέχει προφανώς ονόματα φοιτητών και φοιτητριών από οργανώσεις, όπως και κόσμο που έφερε μόνο την απλή ιδιότητα του φοιτητή, του ιδιωτικού υπαλλήλου κ.λπ. Υποθέτω πως πολλοί και πολλές που ρίσκαραν εκείνες τις μέρες –δεν ήταν εξάλλου λίγα όσα υπέστησαν οι συλληφθέντες– θα έπεσαν αργότερα πάνω σε εκείνην την άλλη μερίδα του έθνους των Ελλήνων που μιλούσε με ξινή περιφρόνηση για το Πολυτεχνείο, για τον «μύθο» και τις ιδιοτελείς καριέρες. Σε αυτά, δηλαδή, που λέγονται μέχρι σήμερα για τους «ακτιβιστές», αν και, ευτυχώς, ο όρος δεν προβλήθηκε αναδρομικά στους νέους του ’73.

Λεωνίδας Καλλιβρετάκης έχει συλλέξει μαρτυρίες τραυματισμένων από σφαίρες αστυνομικών και από πυρά άλλων καθεστωτικών. Σε κοντινούς δρόμους του Μετσόβιου ή πιο μακριά, εκεί όπου βρήκαν τον θάνατο οι περισσότεροι από όσους/-ες έχουν καταχωριστεί στα θύματα των ημερών.

Διαλέγω εδώ, ενδεικτικά, μια περίπτωση έτσι όπως παίρνει τον λόγο στο βιβλίο, με τον ιστορικό να συμπληρώνει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση:

«Ο 18χρονος σπουδαστής του Ωδείου, Δημήτρης Παπαδόπουλος, φεύγοντας εκείνο το βράδυ από το μάθημα μουσικής που είχε στην οδό Σπυρίδωνος Τρικούπη, πήγε στο Πολυτεχνείο, “επειδή ήμουν αντίθετος στο καθεστώς και ήθελα να συμπαρασταθώ στους αγωνιζόμενους φοιτητές. Το έργο που μου ανατέθηκε ήταν να ανάβω φωτιές για την αντιμετώπιση των δακρυγόνων, που στις 10 το βράδυ είχαν πλημμυρίσει την περιοχή. Παράλληλα, βοηθούσα στη μεταφορά των τραυματιών στο αναρρωτήριο του Πολυτεχνείου. [Μεταξύ των άλλων] μετέφερα έναν τραυματία που ήταν κτυπημένος στο στήθος και νομίζω ότι ήταν νεκρός, διότι παρέμενε ακίνητος. Γύρω στις 12 τα μεσάνυχτα βρέθηκα στη διασταύρωση Αβέρωφ - Πατησίων, απέναντι από το ξενοδοχείο Ακροπόλ. Είδα τότε ένα άτομο πεσμένο στο έδαφος, που φαινόταν να είναι σοβαρά τραυματισμένο. Πήρα μια διαφημιστική επιγραφή που βρισκόταν εκεί, για να προφυλαχτώ, και κατευθύνθηκα προς το μέρος του τραυματία για να προσφέρω ό,τι βοήθεια μπορούσα. Προτού προλάβω όμως να κάνω δυο βήματα, άκουσα μια ριπή και πλημμύρισα στο αίμα. Η σφαίρα με χτύπησε στο δεξιό τμήμα της λεκάνης. Αμέσως δίπλωσα στα δύο και έπεσα στο πεζοδρόμιο”. Αφού ανασηκώθηκε και περπάτησε λίγα μέτρα, έπεσε πάλι: “Σε μικρή απόσταση ήταν κάτι παιδιά, μάλλον φοιτητές, που έσπευσαν να με βοηθήσουν και με μεταφέρανε στο Πολυτεχνείο”. Εκεί μέσα, σε έναν θάλαμο, “υπήρχαν άλλοι 10 με 15 τραυματίες, όλοι βαριά τραυματισμένοι, πλημμυρισμένοι στο αίμα και ήταν φανερό πως είχαν χτυπηθεί από σφαίρες. Ορισμένοι φώναζαν βοήθεια και άλλοι ήταν σε τέτοια κατάσταση, που δεν μπορούσαν ούτε να κινηθούν”. Δέκα λεπτά αργότερα τον μετέφεραν σε ένα ασθενοφόρο που αρχικά κατευθύνθηκε στον Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ερυθρού Σταυρού, στη Γ’ Σεπτεμβρίου. Εκεί είδε “μεγάλο συνωστισμό και αστυνομικούς που κυνηγούσαν πολίτες και τους χτυπούσαν με κλομπ”, με αποτέλεσμα οι τραυματιοφορείς να ανακρούσουν πρύμνα και να τον μεταφέρουν στο Ρυθμιστικό. Καθοδόν έχασε τις αισθήσεις του. Υποβλήθηκε σε αλλεπάλληλες εγχειρήσεις και νοσηλεύτηκε κατά καιρούς σε διάφορα νοσοκομεία, χωρίς ποτέ η υγεία του να αποκατασταθεί πλήρως. Παράλληλα, προσβλήθηκε από ηπατίτιδα από τις συνεχείς μεταγγίσεις αίματος, ενώ παρέμειναν στο σώμα του θραύσματα του βλήματος, γεγονός που οδήγησε στην υπόθεση ότι επρόκειτο για εκρηκτική σφαίρα dumdum (βλ. κατάθεση Δ. Παπαδόπουλου στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, Πρακτικά, σ. 539-540)».

*Ανατρέχω τώρα στα λόγια μίας από τις πιο γνωστές, σημαντικές και φωτεινές μορφές εκείνου του αστερισμού προσώπων. Αφηγείται έτσι η Ιωάννα Καρυστιάνη: «Αυτό που θέλω να σου πω είναι ότι στο Πολυτεχνείο νιώσαμε πλήρεις υπάρξεις. Δηλαδή, ακόμα κι εκείνοι που από τη φύση τους ή από τις συνθήκες της ζωής ένιωθαν ως πολύ μεγάλη απειλή τη μοναξιά, εκείνες τις μέρες δεν τη νιώσαμε ούτε δευτερόλεπτο. Και επειδή ήταν πολύ πυκνός ο χρόνος, υπήρχε αυτό το αντιφατικό στοιχείο: ταυτόχρονα μια ανείπωτη δυστυχία τού να συνειδητοποιείς ότι οι στρατόκαυλοι μπορούν να δολοφονήσουν άοπλους μαθητές και σπουδαστές, κι από την άλλη, η απόκοσμη ευτυχία τού να νιώθεις “ψυχή τε και σώματι” ελεύθερος μέσα σε συνθήκες δικτατορίας. Ένα περίεργο πράγμα [...]. Ερχότανε σαν βουητό. Βουητό που ξεπέρασε και τους μεμονωμένους φοιτητές που μπαίνανε μπροστά και τις παράνομες οργανώσεις». (Από το βιβλίο «Όλη νύχτα εδώ - Μια προφορική ιστορία της εξέγερσης του Πολυτεχνείου», επιμέλεια: Ιάσονας Χανδρινός, Καστανιώτης, σ. 259)

* Ο σπουδαστής Ωδείου, Δημήτρης Παπαδόπουλος, που λοξοδρόμησε από τη ρουτίνα του μαθήματος και το πλήρωσε με αίμα· ο μαθητής Γιώργος Μερτίκας και οι άλλοι, οι νεαροί σχολείων, φροντιστηρίων, γιαπιών, το πλήθος που κάποια από τα ονοματεπώνυμά του έχουν καταγραφεί και άλλα σκορπίστηκαν στην ανωνυμία της ιστορικής ροής· οι άλλοι, τέλος, τα πιο προβεβλημένα, όπως λέγεται, πρόσωπα της εξέγερσης, όπως αυτό της Ιωάννας Καρυστιάνη. Χρόνια τώρα ακούω πως αυτές οι επιμέρους κατηγορίες είναι σχεδόν αντίπαλες, πως μπορούμε να εγκωμιάζουμε μόνο τις σιωπηλές και αφανείς πλευρές και να καταδικάζουμε την πιο ορατή, δημόσια και πολιτική παρουσία των άλλων. Από δεκαετίες έχει λεχθεί αυτό και, φυσικά, στηρίζεται στις κακοφωνίες και στις ηχηρές αποστασίες κάποιων που συμμετείχαν και έπειτα κατευθύνθηκαν αλλού. Έχει όμως απαντηθεί αυτό το επιχείρημα και δεν υπάρχει λόγος να το αναπαράγουμε.













Τώρα, όμως, που μπορεί κανείς να αναρωτηθεί μελαγχολικά, παραφράζοντας τον Χριστιανόπουλο, γιατί το τζακίσατε το κορμάκι σας, παιδιά, το ’73, για να χορεύει η Κίμπερλι τον Κωσταντίνο Αργυρό, τώρα δηλαδή που στα σχόλια συμπολιτών μας βλέπει κανείς πως έχει αναστηθεί, ωμή όσο ποτέ, η ευχή για το σβήσιμο του Πολυτεχνείου από τον χάρτη της ενθύμησης και της τιμής, δεν έχει νόημα να μένουμε στις υποδιαιρέσεις των βιωμάτων και των τίτλων. Στο δίπολο, για παράδειγμα, που από τη μια τοποθετεί συλλογικά σχήματα και από την άλλη τα άτομα ως περίπου αυτόνομες και αυθόρμητες οντότητες. Όταν η τωρινή πληθυντική άκρα δεξιά θέλει επιτακτικά να καταργήσει ακόμα και το συμβολικό τελετουργικό της ημέρας, είναι καλύτερα να επιστρέφουμε στις πραγματικές πηγές, κρατώντας τις ζωντανές αποχρώσεις τους. Να επανερχόμαστε στα γεγονότα υπό το φως των προσωπικών μαρτυριών, χωρίς να ξεχνάμε την πολιτική τους σημασία. Γιατί το βουητό για το οποίο μιλά η Ιωάννα Καρυστιάνη ήταν από τα σώματα των συντρόφων της αλλά και από κάτι πάνω από τα συγκεκριμένα άτομα με τις αδυναμίες, τα λάθη, τα όρια της σκέψης και της δράσης τους. Θα το έλεγα εγώ (ο κατοπινός) ένα υπαρξιακό και μαζί πολιτικο-ιστορικό βουητό που είχε προφανώς σχέση με συγκεκριμένες ιδέες,
προσδοκίες και στόχους.
Να επανερχόμαστε στα γεγονότα υπό το φως των προσωπικών μαρτυριών, χωρίς να ξεχνάμε την πολιτική τους σημασία.

Είναι φανερό πως έχουν πολλαπλασιαστεί στη χώρα όσοι δεν θέλουν να ξέρουν τίποτα γι’ αυτό το βουητό, για το αίμα του σπουδαστή Ωδείου που του έτυχε η σφαίρα dumdum, για τη λαχτάρα του δεκαεξάχρονου Γιώργου Μερτίκα που ανακάλυπτε κι αυτός το νόημα της πολιτικής και προσωπικής ελευθερίας ως αδιαίρετο, για τη γενναιότητα μιας Καρυστιάνη. Αυτό, νομίζω, είναι το πιο επικίνδυνο: μια επιθετική στάση που συνδέεται, σαφέστατα, με μια συνολική ιδεολογική και πολιτισμική αντεπίθεση, με ένα είδος ριζικής στροφής υπέρ των ιδεών της φυσικής ανισότητας, της κυριαρχίας, του χρήματος.

Στο μόνο (νομίζω) προσωπικό του κείμενο όπου κάνει λόγο για τη συμμετοχή του στη μεγάλη στιγμή, ο Γιώργος Μερτίκας μιλάει για το προσωπικό του έρμα. Είναι κείμενο του 1999, περιόδου όπου είχε σηκωθεί ήδη πολύ ψηλά το κύμα μιας αναθεώρησης που άγγιζε το ανάθεμα και την απαξίωση της σημασίας του Πολυτεχνείου. Διαβάζουμε (δημοσιεύτηκε στις Σημειώσεις, τχ. 52, Δεκέμβριος, 1999):

«Τριάντα χρόνια περίπου μετά, αναλογίζομαι “ώριμα” κείνα τα χρόνια. Σκέφτομαι χαρές και λύπες, ματαιώσεις, αυταπάτες, αμφιταλαντεύσεις κι άλλα πολλά που ακολούθησαν. Ό,τι δεν πρόλαβε να χαρεί ο συμμαθητής μου, ό,τι δεν πρόλαβε να κάμει. Κι αναρωτιέμαι: Άξιζε τον κόπο; Με τι μέτρο ωστόσο μπορεί ν’ απαντήσει κανείς σ’ ένα τέτοιο ερώτημα; Με το μέτρο της ιστορίας μήπως; Μα τότε, για μια ακόμη φορά, μπροστά σ’ αυτόν τον τελικό κριτή θ’ αποδειχτεί πως κάναμε λάθος. Θ’ αποδειχτεί πως ο στρωτός κυνικός λόγος των ώριμων είχε το δίκιο με το μέρος του, μια και η επιτυχία είναι ο τελικός κριτής».

Ο Μερτίκας αναφέρεται εδώ στον Διομήδη Κομνηνό, συμμαθητή του και φίλο, τον πρώτο νεκρό της εξέγερσης. Να παίζεις μπιλιάρδο με τον φίλο κι έπειτα αυτός να χάνεται για πάντα ‒ τι οδύνη, τι οφειλή! Και αμέσως μετά αρθρώνει την αλήθεια που έχει, νομίζω, γίνει ανυπόφορη για όλες εκείνες τις φωνές που θα ήθελαν σίγαση και delete του Πολυτεχνείου, φωνές που έχουν συντονιστεί τώρα σε άλλο βουητό, στο βουητό της αντι-εξέγερσης και της αντι-δημοκρατίας. Απευθυνόμενος σε αυτούς γράφει:

«Κι έτσι δεν μπορώ παρά να πω: Καλύτερα με τον Διομήδη και να κάνω λάθος παρά με τους ώριμους και να ’χω δίκιο».

Οι πλήρεις υπάρξεις της Καρυστιάνη, το έρμα του Μερτίκα, οι σφαίρες στο κορμί του Δημήτρη Παπαδόπουλου-σπουδαστή Ωδείου: θα μπορούσε να τα δει κανείς όλα αυτά ως θραύσματα που δεν αφορούν τα δικά μας λειτουργικά οικονομικο-πολιτικά συστήματα και τις ιεραρχήσεις τους. Ως θορύβους μιας επικής ή λυρικής προϊστορίας αισθημάτων και ιδεών που διατηρούν μικρή, πια, αναμνηστική αξία. Υπάρχει, άλλωστε, και η άποψη πως το «Πολυτεχνείο» είναι η απώτερη πηγή των προβλημάτων στο ασφαλιστικό, των τραμπουκισμών από ομάδες, της διαφθοράς στο κράτος και για ένα πλήθος σημείων και τεράτων. Από χρόνια διαβάζουμε εκκλήσεις για αφαίρεση της επετείου από τη συλλογική μνήμη και τις εκπαιδευτικές κοινότητες.

Θα μπορούσε, ωστόσο, κανείς να περισυλλέξει αλλιώς τα ίχνη αυτής της ιστορικής, ηθικής και πολιτικής μαρτυρίας. Γιατί, εν τέλει, αυτό που έχει σημασία είναι πώς απαντάμε στα σώματα και στα πνεύματα του Νοέμβρη του 1973: διαγράφοντας και προσπερνώντας ή φροντίζοντας για μια ζωντανή σχέση με τις παραδόσεις της δημοκρατικής ουτοπίας όπου συνεχίζει, φυσικά, να έχει καίριο νόημα η σύγκρουση με όλες τις μορφές καθυπόταξης;

Παραφράζοντας ένα σύνθημα του Δεκεμβρίου του 2008, και ο Νοέμβρης του 1973 ήταν ερώτημα, όχι απάντηση. Οι απαντήσεις πέφτουν στους ώμους των επόμενων και των κατοπινών.

"Οι νικημένοι" ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925 - 2005) από τη συλλογή "Εποχές" & "ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ" (εκδ. "Πλειάς", 1975)

 ...............................................................




    Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 - 2005)



Οι νικημένοι


Ανάβαλες την τελευταία πάντα μέρα τη φυγή σου
Είχαμε μέσα κι οι δυο μας βαθιά τον πανικό του 
      χωρισμού.

Νοσταλγούσαμε τόσο να χαρίσουμε τις αβέβαιες 
          πλάνες μας στ’ όνειρο
Όμως ποιός δε λογάριασε τα λευκά καλοκαίρια 
          που πληγώσαν τα χρόνια μας
Ποιός δεν επίστεψε πως δεν είχαμε ακόμα πληρώσει 
          το χρέος μας ολάκερο
Και βρίσκουμε την κρίσιμη τούτη στιγμή αιχμάλωτους 
          όρκους στη νιότη μας, αισθήματα πιο πλούσια από τ’                    άναμμα της σάρκας
Ξέρεις πως πια ξεχάσαμε τ’ αμέριμνα παιδιά που 
           σπαταλούσαν το γέλιο τους
Ξέρεις πως θά ’ρθει μια μέρα που θα φορέσουμε αλογάριαστα 
           ολόγυμνοι τον εαυτό μας
Συντροφεύοντας τις ακριβές μας αμφιβολίες, ξαγρυπνήσαμε 
           ατέλειωτες νύχτες χωρίς δίπλα μας να ’ναι κανείς ν’                       ακούσει 
           την αγωνία της φωνής μας
Αγαπήσαμε μια τρικυμία καινούρια, κι όμως γιατί ν’ αναβάλλουμε 
           πάντα την ώριμη χρονολογία;

Και μένουμε δυο νικημένοι μ’ ολιγόπιστα μάταια 
           φερσίματα.

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

Jack DeJohnette recording "Ode To Satie" (HD) (youtube, 17.2.2017)

 ............................................................


Jack DeJohnette recording "Ode To Satie" (HD)

(youtube, 17.2.2017)

"Το πρωί και το βράδυ" ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη (1919 - 2005) Από τη συλλογή "Ο Περίπατος" (1960) & "ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1945-1971), εκδ. "Κέδρος", γ' έκδοση 1981)

 ...............................................................




          Μίλτος Σαχτούρης (1919 - 2005)



Το πρωί και το βράδυ


Το πρωί
βλέπεις το θάνατο
να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
τον κήπο
το σκληρό πουλί
και την ήσυχη γάτα
πάνω στο κλαδί

έξω στο δρόμο
περνάει
τ’ αυτοκίνητο-φάντασμα
ο υποθετικός σοφέρ
ο άνθρωπος με τη σκούπα
τα χρυσά δόντια
γελάει
και το βράδυ
στον κινηματογράφο
βλέπεις
ό,τι δεν είδες το πρωί
το χαρούμενο κηπουρό
το αληθινό αυτοκίνητο
τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι

ότι δεν αγαπάει το θάνατο
ο κινηματογράφος

Μίλτος Σαχτούρης (1919 - 2005)

Από τη συλλογή "Ο Περίπατος" (1960) & "ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1945-1971), εκδ. "Κέδρος", γ' έκδοση 1981)

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2025

Από το μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) «Ο αιώνιος σύζυγος» (μτφ. Μάγδα Καϊναδά, εκδ. «Ερμείας» & «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 2006)

 ...............................................................



       Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) 


·       Από το μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) «Ο αιώνιος σύζυγος» (μτφ. Μάγδα Καϊναδά, εκδ. «Ερμείας» & «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 2006)

 

       Από το κεφ. IV. «Η ΣΥΖΥΓΟΣ, Ο ΣΥΖΥΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΡΑΣΤΗΣ»

        (σελ. 36-39) 

 

«…Καθισμένος στο κρεβάτι του, τσακισμένος από τις συγκεχυμένες σκέψεις που κλωθογύριζαν στο μυαλό του, δεν ένιωθε και δεν καταλάβαινε παρά ένα μόνο. Παρ’ όλη τη «συγκλονιστική» εντύπωση που του είχε κάνει η είδηση, το γεγονός ότι η Νατάλια Βασίλιεβνα είχε πεθάνει , τον άφηνε απόλυτα ήρεμο. Η αλήθεια ήταν πως τώρα δεν αισθανόταν κανένα μίσος γι’ αυτήν, μπορούσε να την κρίνει αμερόληπτα. Κατά τη γνώμη του, γνώμη σχηματισμένη κιόλας μέσα στα εννιά χρόνια του χωρισμού, η Νατάλια Βασίλιεβνα ήταν από τις συνηθισμένες κυρίες της επαρχίας, κυρίως της «καλής» επαρχιακής κοινωνίας. «Ποιος ξέρει; Μπορεί να ήμουν ο μόνος που την έβλεπα διαφορετική με τη φαντασία μου». Ωστόσο, πάντοτε είχε την ιδέα πως τούτη η γνώμη του ήταν σφαλερή ως ένα σημείο – το ίδιο συναίσθημα είχε και τώρα. Εξάλλου, το έδειχναν και τα γεγονότα. Κι αυτός ο Μπαγαούτοβ είχε μαζί της ένα δεσμό που κράτησε κάμποσα χρόνια – κι αυτός είχε σκλαβωθεί «από τη γοητεία» της.

   Τούτος ο Μπαγαούτοβ ανήκε στην καλύτερη κοινωνία της Πετρούπολης – και καθώς ήταν ένας άνθρωπος εντελώς ασήμαντος, (έλεγε γι’ αυτόν ο Βελτσάνινοβ) δεν μπορούσε να σταδιοδρομήσει παρά μονάχα στην πρωτεύουσα. Ε, λοιπόν, ο Μπαγαούτοβ είχε περιφρονήσει την Πετρούπολη  που του πρόσφερε τόσες δυνατότητες και είχε χάσει πέντε χρόνια της ζωής του στο Τ… για χάρη της Νατάλια Βασίλιεβνα. Εξάλλου δεν ήταν απίθανο να είχε γυρίσει κι αυτός στην Πετρούπολη, επειδή του είχαν δώσει «τα παπούτσια στο χέρι». Άρα, εκείνη η γυναίκα πρέπει να είχε κάτι το ξεχωριστό, το χάρισμα να ελκύει, να επηρεάζει, να κυριαρχεί.

   Και όμως θα έλεγε κανείς εντελώς το αντίθετο: πως δεν είχε επάνω της τίποτε που να τραβάει και να σκλαβώνει. Δεν ήταν δε και τόσο όμορφη· ίσως να μην ήταν καθόλου όμορφη. Ήταν κιόλας εικοσιοχτώ χρόνων τότε που την γνώρισε ο Βελτσάνινοβ. Το πρόσωπό της, όχι ωραίο, είχε κάποιο θέλγητρο όταν κάτι που ξυπνούσε το ενδιαφέρον της το ζωντάνευε. Τα μάτια της όμως ήταν δυσάρεστα· είχε μια σκληρότητα στο βλέμμα. Ήταν πολύ αδύνατη. Η πνευματική της ανάπτυξη ήταν μέτρια· το αναμφισβήτητο πνεύμα της, διορατικό, αλλά σχεδόν πάντα μονόπλευρο· οι τρόποι της, τρόποι κοσμικής επαρχιώτισσας, αλλά είχε πολύ τακτ, αυτό ήταν αλήθεια, ένα γούστο λεπτότατο, που φαινόταν στο ντύσιμό της. Ένας χαρακτήρας αποφασιστικός και αυταρχικός· δεν μπορούσες ποτέ να έρθεις σε συμβιβασμούς μαζί της. «Ή όλα ή τίποτε». Η σταθερότητα και η επιμονή της  στις δύσκολες περιστάσεις ήταν καταπληκτικές. Ήταν μεγαλόψυχη, αλλά και ταυτόχρονα, πολλές φορές τρομερά άδικη. Ήταν αδύνατο να συζητήσεις μ’ αυτή την κυρία, γιατί το «δυο και δυο κάνουν τέσσερα» δεν είχε κανένα νόημα γι’ αυτή. Ποτέ δεν παραδεχόταν ένα λάθος της ή μια αδικία. Οι αλλεπάλληλες άπειρες απιστίες που έκανε στον άντρα της, δε βαραίνανε διόλου τη συνείδησή της. Ήταν πιστή στους εραστές ως την ημέρα που τους βαριόταν. Της άρεσε να τους βασανίζει , αλλά ήξερε και να τους ανταμείβει. Ήταν μια γυναίκα παράφορη, σκληρή, φιλήδονη. Μισούσε τη διαφθορά, την κατέκρινε με πείσμα, η ίδια όμως ήταν διεφθαρμένη. Και τίποτε δεν μπορούσε να την κάνει να παραδεχθεί τη διαφθορά της. «Ασφαλώς το αγνοεί με απόλυτη ειλικρίνεια», σκεφτόταν ο Βελτσάνινοβ τότε, στο Τ… (και αξίζει να σημειωθεί, ενώ έπαιρνε κι ο ίδιος μέρος σ’ αυτές τις διαστροφές). «Είναι από τις γυναίκες» - συλλογιζόταν – «που γεννήθηκαν, θαρρείς για να κάνουν απιστίες στον άντρα τους. Οι γυναίκες αυτές δεν υποκύπτουν  ποτέ όσο είναι ακόμη ανύπαντρες. Σύμφωνα με τους νόμους του χαρακτήρα τους, αυτό δεν πρέπει να γίνει παρά μονάχα όταν είναι παντρεμένες. Ο σύζυγος είναι ο πρώτος εραστής τους, μετά το γάμο όμως, ποτέ πριν. Καμιά άλλη γυναίκα δεν παντρεύεται με τόση καπατσοσύνη και τόση ευκολία. Ο σύζυγος είναι πάντοτε υπεύθυνος για τον πρώτο εραστή. Κι όλα γίνονται με απόλυτη ειλικρίνεια· οι γυναίκες αυτές πιστεύουν πάντα πως το δίκιο είναι με το μέρος τους και, φυσικά, πως είναι εντελώς αθώες».

   Ο Βελτσάνινοβ είχε την πεποίθηση πως τούτος ο τύπος της γυναίκας υπήρχε πραγματικά, αλλά ήταν επίσης βέβαιος πως υπήρχε κ’ ένας τύπος συζύγου φτιαγμένου γι’ αυτού του είδους τις γυναίκες, που μοναδικός λόγος της υπάρξεώς του ήταν να συμμορφώνεται ανάλογα. Κατά τη γνώμη του Βελτσάνινοβ, το κύριο χαρακτηριστικό  αυτών των ανδρών συνίσταται στο να είναι «αιώνιοι σύζυγοι» ή καλύτερα, να μην παρά «αποκλειστικά και μόνο» σύζυγοι. «Ένας τέτοιος άνθρωπος γεννιέται και μεγαλώνει για να παντρευτεί και να γίνει αμέσως παράρτημα της γυναίκας του, ακόμη κι όταν έχει αναμφισβήτητα δική του προσωπικότητα. Το διακριτικό σημάδι ενός τέτοιου συζύγου είναι κάποιο γνωστό στολίδι, όπως είναι αδύνατο στον ήλιο να μη φωτίζει· κι όχι μονάχα το αγνοεί πάντα, αλλά είναι γραφτό του να το αγνοεί, σύμφωνα με τους νόμους της φύσης». Ο Βελτσάνινοβ πίστευε βαθιά στην ύπαρξη των δύο αυτών τύπων και πως ο Παύλος Παύλοβιτς Τρουσότσκη αντιπροσώπευε στο Τ… τον ένα από τους δυο. Ο χθεσινός όμως Παύλος Παύλοβιτς  ήταν πολύν διαφορετικός απόν κείνον που ο Βελτσάνινοβ είχε γνωρίσει στο Τ… Ο Βελτσάνινοβ τον έβρισκε τρομερά αλλαγμένο, ήξερε όμως ταυτόχρονα πως δεν ήταν πολύ φυσικό: ο κύριος Τρουσόσκη δεν μπορούσε να είναι αυτός που ήταν όσο ζούσε η γυναίκα του, γιατί τώρα αντιπροσώπευε, θα έλεγες, μονάχα ένα τμήμα από κάποιο σύνολο, ένα τμήμα που είχε αποσπασθεί ξαφνικά από τούτο το σύνολο και είχε αφεθεί ελεύθερο, δηλαδή κάτι το παράξενο και σπάνιο…

 

   Από το κεφ. ΧΙΙ «ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΖΑΧΛΙΕΜΠΙΝΙΝ»

   (σελ. 108-112)

«…Ήταν φανερό πως η μεγαλύτερη από τις δεσποινίδες Ζαχλιεμπίνιν, η Κατερίνα Θεοδόσιεβνα, εκείνη που ήταν εικοσιτεσσάρων χρόνων και που ο Παύλος Παύλοβιτς την είχε χαρακτηρίσει χαριτωμένη, είχε πάρει ύφος ανάλογο με την περίσταση. Ξεχώριζε από τις αδελφές της με το επιμελημένο ντύσιμό της και το πρωτότυπο χτένισμα των μαλλιών της. Οι αδελφές της και οι άλλες κοπέλες φαίνονταν να είναι απόλυτα βέβαιες πως ο Βελτσάνινοβ είχε έρθει «για να δει την Κάτια». Οι ματιές τους και ορισμένα λόγια που τους ξέφυγαν στο διάστημα της ημέρας, επικύρωσαν αυτή του την υπόνοια.

   Η Κατερίνα Θεοδόσιεβνα ήταν ξανθή, ψηλή και εύσωμη, σχεδόν πληθωρική, με πρόσωπο νόστιμο και χαρακτήρα ολοφάνερα ήσυχο, κάπως νωθρό. «Περίεργο να μην έχει ακόμη παντρευτεί», συλλογίστηκε άθελά του ο Βελτσάνινοβ, κοιτάζοντάς την με κάποια ευχαρίστηση. «Δεν έχει προίκα, είναι αλήθεια, και γρήγορα θα γίνει υπερβολικά χοντρή, για την ώρα όμως θα πρέπει να υπάρχουν πολλοί που να την βρίσκουν του γούστου τους…» Οι άλλες αδελφές ήταν επίσης νοστιμούλες κι ανάμεσα στις γειτονοπούλες, ο Βελτσάνινοβ πρόσεξε μερικά χαριτωμένα σχεδόν όμορφα μουτράκια. Η επίσκεψη άρχισε να την διασκεδάζει, εξάλλου, είχε κι αυτός μια ιδέα μπαίνοντας σε τούτο το σπίτι.

   Η Ναντιέζντα Θεοδόσιεβνα, η έκτη αδελφή, η μαθήτρια, εκείνη που ο Παύλος Παύλοβιτς θεωρούσε γι’ αρραβωνιαστικιά του, δεν παρουσιάστηκε αμέσως, σίγουρα για να συγκεντρώσει τη γενική προσοχή. Ο Βελτσάνινοβ την περίμενε με μια ανυπομονησία που τον έβαζε σε απορία και τον ίδιο· κορόιδευε μάλιστα, από μέσα του, τον εαυτό του γι’ αυτό του το ενδιαφέρον. Τέλος η μικρή έκανε την εμφάνισή της, όχι χωρίς να προκαλέσει αίσθηση, συνοδευόμενη από μια φίλη, την Μαρία Νικήτισνα, μια μελαχρινούλα με προσωπάκι έξυπνο και τσαχπίνικο και που, όπως αποδείχτηκε αργότερα, ο Παύλος Παύλοβιτς την φοβόταν πολύ. Αυτή η Μαρία Νικήτισνα, μια κοπέλα εικοσιτριών χρόνων, γελαστή και έξυπνη, ήταν γκουβερνάντα σε μια γειτονική και φιλική οικογένεια με τρία παιδιά. Οι Ζαχλιέλιμπιν την είχαν σαν δικό τους άνθρωπο και τα κορίτσια την λάτρευαν. Ήταν φανερό πως η Νάντια κυρίως δεν μπορούσε να κάνει χωρίς αυτήν, εκείνη τη στιγμή. Με την πρώτη ματιά, ο Βελτσάνινοβ κατάλαβε πως οι κοπέλες , ακόμη και οι γειτονοπούλες, είχαν συμμαχήσει όλες εναντίον του Παύλου Παύλοβιτς, και ένα λεπτό μετά την εμφάνιση της Νάντιας, πρόσεξε πως κι αυτή τον μ ι – σ ο ύ σ ε . Παρατήρησε επίσης ο Παύλος Παύλοβιτς δεν είχε ιδέα για το συναίσθημα που προκαλούσε, ή, ίσως, δεν ήθελε να τον παραδεχθεί. Η Νάντια ήταν αναμφισβήτητα ομορφότερη από όλες. Ήταν μια λεπτοκαμωμένη μελαχρινή, με ύφος ανήμερο, ανυπότακτο, ένα διαβολάκι με μάτια αστραφτερά, χαμόγελο γοητευτικό, χείλη και δόντια υπέροχα, πεταχτή, λυγερή. Το παιδιάστικο ακόμα πρόσωπό της είχε κιόλας κάτι το στοχαστικό. Τα δεκαπέντε της χρόνια φανερώνονταν σε κάθε της κίνηση, σε κάθε της λέξη. Αποδείχτηκε αργότερα πως κρατούσε πραγματικά μια μουσαμαδένια σάκκα μαθητριούλας, όταν ο Παύλος Παύλοβιτς την είχε δει για πρώτη φορά, όχι όμως τώρα πια.

   Το βραχιόλι δεν είχε καμιά επιτυχία, δημιούργησε μάλιστα δυσάρεστη εντύπωση. Μόλις είδε την μνηστή του, ο Παύλος Παύλοβιτς πήγε κοντά της χαμογελώντας. Πρόσφερε το δώρο του και, για να το δικαιολογήσει, είπε πως ήθελε να εκφράσει «την εξαιρετική απόλαυση που είχε αισθανθεί ακούγοντας την Νατιέζντα Θεοδόσιεβνα, την προηγούμενη φορά, να τραγουδάει εκείνο το ρομαντικό τραγούδι στο πιάνο…» Μπέρδεψε τα λόγια του, δεν κατάφερε ν’ αποτελειώσει τη φράση του και έμεινε σαστισμένος, προσπαθώντας να γλιστρήσει τη θήκη στα χέρια της Νάντιας που δεν ήθελε να την πάρει και που, κατακόκκινη από ντροπή και θυμό, έκρυβε πίσω της τα χέρια της. Τελικά, στράφηκε με αυθάδεια προς τη μητέρα της που φαινόταν πολύ συγχυσμένη και είπε δυνατά:

   «Δεν θέλω να το πάρω, μαμά!»

   «Να το πάρεις και να πεις ευχαριστώ», δήλωσε ο πατέρας της αυστηρά, αλλά ήταν κι αυτός δυσαρεστημένος. «Ήταν περιττό, περιττό», ψιθύρισε στον Παύλο Παύλοβιτς με ύφος επιτιμητικό.

   Μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά, η Νάντια πήρε τη θήκη και, με χαμηλωμένα τα μάτια, έκανε μια παιδιάστικη υπόκλιση, σκύβοντας απότομα και ορθώνοντας πάλι το κορμί της, σαν να την τίναξε ελατήριο. Μια από τις αδελφές πλησίασε να δει το βραχιόλι και η Νάντια της έδωσε τη θήκη κλειστή, δείχνοντας έτσι πως αυτή δεν ήθελε να δει το κόσμημα. Το βγάλανε από τη θήκη· πέρασε από χέρι σε χέρι, όλοι όμως το εξέτασαν σιωπηλοί, μερικοί μάλιστα μ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο. Μονάχα η μητέρα είπε με άτονη φωνή πως το βραχιόλι ήταν πολύ ωραίο. Ο Παύλος Παύλοβιτς θα ήθελε να άνοιγε η γη να τον καταπιεί.

        Ο Βελτσάνινοβ έσπευσε να τον βοηθήσει. Άρχισε να μιλάει δυνατά, αρπάζοντας την πρώτη ιδέα που του ήρθε στο μυαλό· δεν πέρασαν πέντε λεπτά και είχε κιόλας προσελκύσει την προσοχή όλης της συντροφιάς. Ήξερε στην εντέλεια την τέχνη της κοσμικής φλυαρίας, την τέχνη αυτή που το μυστικό της είναι να φαίνεσαι απολύτως απλός και ειλικρινής, δείχνοντας ταυτοχρόνως με το ύφος σου πως θεωρείς αυτούς που σ’ ακούνε το ίδιο ειλικρινείς και απλούς. Όταν το καλούσε η περίσταση, ήξερε να παίζει πολύ καλά το ρόλο του ανοιχτόκαρδου και ευτυχισμένου ανθρώπου. Ήξερε επίσης να πετάει στην κατάλληλη στιγμή ένα ευφυολόγημα, έναν υπαινιγμό διασκεδαστικό, ένα πετυχημένο αστείο δήθεν εντελώς τυχαία και δίνοντας την εντύπωση πως ούτε το πρόσεχε, παρ’ όλο που ήταν πολύ πιθανό να είχε προετοιμάσει από καιρό αυτό το ευφυολόγημα, το αστείο, ακόμη και το λογύδριο να το είχε μάθει από έξω και ανακατωτά και να είχε κάνει τη φιγούρα του μ’ αυτό πολλές φορές. Εκείνη την ημέρα όμως η ψυχική του διάθεση υποβοηθούσε την τέχνη του· είχε κέφι, κάτι τον έσπρωχνε· είχε την απόλυτη, μεθυστική βεβαιότητα πως, σε πέντε λεπτά, όλα τα μάτια θα καρφώνονταν επάνω του, και όλοι δεν θα άκουγαν πια παρά μονάχα αυτόν, δε θα μιλούσαν παρά μαζί του, δε θα γελούσαν παρά με ό,τι θα έλεγε εκείνος. Πραγματικά, γέλια ξέσπασαν εδώ και εκεί· λίγο-λίγο η κουβέντα γενικεύτηκε· ο Βελτσάνινοβ είχε σε μεγάλο βαθμό το ταλέντο να προσελκύει τους άλλους στη συζήτηση· άκουγες κιόλας τρεις-τέσσερις φωνές να μιλούν όλες μαζί. Ικανοποίηση, σχεδόν χαρά, φώτισαν το σκυθρωπό και κουρασμένο πρόσωπο της κυρίας Ζαχλιέμπινιν· το ίδιο έγινε και με την Κατερίνα Θεοδόσιεβνα, που άκουγε και κοίταζε καταγοητευμένη. Η Νάντια παρατηρούσε τον Βελτσάνινοβ με τρόπο, αλλά πολύ προσεκτικά το έβλεπες πως ήταν προκατειλημμένη εναντίον του. Αυτό κέντρισε ακόμη περισσότερο τον Βελτσάνινοβ. Η Μαρία Νικήτισνα, η «κακιά», κατάφερε ωστόσο να του πετάξει, μέσα στην κουβέντα ένα τσουχτερό πείραγμα: είπε πως μιλώντας γι’ αυτόν, την προηγούμενη μέρα, ο Παύλος Παύλοβιτς, τον είχε περιγράψει σαν ένα παιδικό φίλο του· πρόσθετε έτσι, τονίζοντας το άλλωστε, εφτά χρόνια στην ηλικία του. Ο Βελτσάνινοβ όμως κατόρθωσε τελικά να κερδίσει τη συμπάθεια και της δύσκολης Μαρίας Νικήτισνα. Ο Παύλος Παύλοβιτς ήταν κατάπληκτος. Ήξερε βέβαια τα προσόντα του φίλου του και η επιτυχία του τον ευχαρίστησε στην αρχή· είχε γελάσει τυπικά με τους άλλους και είχε πάρει μέρος στην κουβέντα· σιγά-σιγά όμως έπεσε σε συλλογή, σε μελαγχολία, και το πρόσωπό του πρόδωσε τα αισθήματα που τον αναστάτωναν.

   «Βλέπω πως είσαστε ένας επισκέπτης με τον οποίο δεν είναι κανείς υποχρεωμένος να ψάχνει να βρίσκει θέματα ομιλίας», δήλωσε εύθυμα ο κύριος Ζαχλιέμπινιν, καθώς σηκωνόταν να πάει στο δωμάτιό του, στο δεύτερο πάτωμα, για να υπογράψει – παρ’ όλο που ήταν γιορτή – διάφορα έγγραφα. «Και να φαντασθείτε πως σας είχα για τον πιο υποχονδριακό νέο που έτυχε να συναντήσω. Πώς γελιέται κανείς!»

   Υπήρχε ένα πιάνο στο σαλόνι. Ο Βελτσάνινοβ ρώτησε ποιος ενδιαφερόταν για τη μουσική και στράφηκε ξαφνικά στη Νάντια:

   «Τραγουδάτε, νομίζω».

   «Ποιος σας το είπε;» έκανε εκείνη ξερά.

   «Ο Παύλος Παύλοβιτς το είπε πριν από λίγο».

   «Δεν είναι αλήθεια. Τραγουδώ έτσι, για γούστο. Δεν έχω καν φωνή.»

   «Και εγώ δεν έχω φωνή και όμως τραγουδώ.»

   «Θα τραγουδήσετε, λοιπόν;» Τότε θα τραγουδήσω και εγώ», είπε η Νάντια και τα μάτια της λάμψανε. «Αργότερα όμως, μετά το δείπνο», πρόσθεσε. «Το βαρέθηκα το πιάνο. Στο σπίτι μας όλοι τραγουδούν και παίζουν πιάνο από το πρωί ως το βράδυ. Η Κάτια δεν κάνει και τίποτ’ άλλο.»

   Ο Βελτσάνινοβ το σημείωσε αυτό. Έμαθε πως σε λίγο η Κατερίνα Θεοδόσιεβνα ήταν η μόνη από όλες τις αδελφές που μελετούσε σοβαρά μουσική. Την παρακάλεσε αμέσως να παίξει κάτι. Το γεγονός ότι έκανε την παράκλησή του στην Κάτια τους ευχαρίστησε φανερά όλους, η μαμά κοκκίνισε μάλιστα από τη χαρά της. Η Κατερίνα Θεοδόσιεβνα σηκώθηκε χαμογελαστή και προχώρησε προς το πιάνο· ξαφνικά έγινε κατακόκκινη και ντράπηκε που κοκκίνιζε έτσι σαν κοριτσάκι, αυτή, η τόσο μεγάλη, η τόσο ψηλή, εικοσιτεσσάρων χρόνων κοπέλα πια. Και όλα τα συναισθήματα ζωγραφίστηκαν στο πρόσωπό της όταν άρχισε να παίζει. Έπαιξε ένα κομμάτι του Χάυντν, πολύ καθαρά, χωρίς έκφραση όμως. Είχε τρακ. Όταν τέλειωσε, ο Βετσάνινοβ επαίνεσε με ενθουσιασμό όχι το παίξιμο της Κάτιας, αλλά τον Χάυντν και ιδιαίτερα το κομμάτι που είχε παίξει· αυτό φάνηκε να την ευχαρίστησε τόσο πολύ, άκουγε με τόση ευγνωμοσύνη και χαρά τους επαίνους που απευθύνονταν όχι σ’ αυτήν αλλά στον Χάυντν, που ο Βελτσάνινοβ άθελά του, της έριξε ένα βλέμμα πιο προσεκτικό, πιο θωπευτικό: «Είσαι αλήθεια σπουδαία κοπέλα», έμοιαζε να λέει, κι όλα τα κορίτσια κατάλαβαν μονομιάς τούτο το βλέμμα, κυρίως η ίδια η Κάτια Θεοδόσιεβνα.

   «Ωραίος που είναι ο κήπος σας», είπε έξαφνα, χωρίς να απευθύνεται σε καμιά ιδιαιτέρως και γυρίζοντας προς την τζαμένια μπαλκονόπορτα: «Πάμε στον κήπο;»

   «Ναι, ναι, πάμε!» φώναξαν όλες μαζί χαρούμενα λες και είχε μαζέψει ο Βελτσάνινοβ τη μεγαλύτερή τους επιθυμία…»   

 

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Sylvius Leopold Weiss - Ciacona in G minor Klaudyna Żołnierek - baroque lute (youtube, 22.9.2025)

 ...............................................................




Sylvius Leopold Weiss - Ciacona in G minor

The original piece by Weiss can be found in the London Manuscript.

This version was created by rearranging some of the variations in order to make it sound more complete and convincing as a solo piece.


Klaudyna Żołnierek - baroque lute

(youtube, 22.9.2025)

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Henri Herz (1803 -1888) - Nocturne, Op.45/1 (youtube, 2.5.2021)

 ............................................................


Henri Herz (1803 -1888) - Nocturne, Op.45/1

(youtube, 2.5.2021)


This is from 3 Nocturnes caractéristiques, Op.45, first published in the year 1828. My first thought while playing this was, I was ashamed, that I didn't play more Herz so far, and I only know him because of his Hexameron contribution. What a gorgeous piece this is! I'm speechless... The best way to know if a composer is "something", is to just play the works and see ! 

Herz(1803-1888) was a virtuoso pianist, composer and piano manufacturer, Austrian by birth and French by nationality and domicile. He was a professor in the Paris Conservatoire for more than thirty years. Among his major works are eight piano concertos, a piano sonata, rondos, nocturnes, waltzes, marches, fantasias, and numerous sets of variations. 

In 1816 Herz entered the Conservatoire de Paris, where he studied piano with Louis-Barthélémy Pradher, harmony with Victor Dourlen and composition with Anton Reicha. He won first prize in piano in 1818. Herz's style of playing was, by his own admission, strongly influenced by Ignaz Moscheles. 

In 1825, Herz joined the piano workshop of Henri Klepfer et cie as a partner, but that connection proved unsuccessful, and in 1839 he founded his own piano factory, which became one of the three most important factories in France, the others being Erard and Pleyel. All three were awarded the "Médaille d`honneur" for "Pianos d'une sonorité très-remarquable" at the Paris World's Fair in 1855. Among important developments of Herz's early time as a piano maker in the 1820s and 1830s was the change from a single-layered hammer to one that was multi-layered, on the inside two layers of leather, several layers of fabric, and rabbit fur; on the outside wool felt in up to nine layers of decreasing hardness. The characteristic sound of Frédéric Chopin's grand pianos, to which the labor-intensive, hand-made hammers after Herz's patents make a distinctive contribution, disappeared with mid-century developments in the USA (Steinway). The Herz hammer sets have the drawback that pianos cannot be played quite as loud, because the hammers are less densely pressed, but the dynamics and colorfulness – in combination with traditional materials of wrought iron strings (before the invention of Bessemer steel) – are very finely graduated and fiery. In the second half of the 19th century, simplification and impoverishment of the piano's sound variety occurred with two-layer, industrially produced Dolge hammers. To Herz's work as a piano maker can also be attributed the implementation of a simplified version of Sebastian Erard's double repetition. Through the "Herz spring" (Repetierfeder) the mechanics of the instrument found their modern form. 

Herz composed many pieces, the opus numbers of his published works reaching

 224.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2025

"Ballads" - John Coltrane Quartet (youtube, 15.9.2017)

 ..............................................................


Ballads / John Coltrane Quartet


1. Say It (Over And Over Again) (11166-1)
2. You Don't Know What Love Is (11165-5)
3. Too Young To Go Steady (11161)
4. All Or Nothing At All (11162-3)


John Coltrane Quartet

John Coltrane (tenor sax)

McCoy Tyner (piano)
Jimmy Garrison (bass)
Elvin Jones (drums)
Rudy Van Gelder Studio, Englewood Cliffs, NJ, November 13, 1962


"Ο ΠΟΛΕΜΟΣ" ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925-2005) Από τη συλλογή "Εποχές" και "ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1941-1971" (εκδ. "Πλειάς", 1975)

 ..............................................................




Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 - 2005)




Ο ΠΟΛΕΜΟΣ


Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια ώρα.
Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέχουν γρήγορα οι μέρες και τα χρόνια.
Έχει όμως κανείς και τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να πεις· απόψε λ.χ. σε τρία θέατρα πρεμιέρα.
Εγώ, συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου πατώματος, με το σκοτωμένο γιο, που δεν τον είδα ούτε και σήμερα. Έχει μήνας να φανεί.
Στο λιμάνι τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα των καινούριων αντιτορπιλικών κι οι μάρκες πέφτουνε γραμμή.

Η θερμάστρα κουρασμένη τόσα χρόνια έμεινε πάλι φέτος σε μια τιμητική διαθεσιμότητα.
«Το πολυαγαπημένο μας αγγελούδι (εδώ θα μπει το όνομα, που για τώρα δεν έχει σημασία), ετών 8 κτλ. κτλ.»
Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια κοκαλιασμένα περιμένανε απ’ ώρα τον Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα.
Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω οπωσδήποτε, πως αυτό το πράγμα στη γωνιά ήτανε κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι.
Οσονούπω όμως, ας τ’ ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται και νά που στο διπλανό κέντρο άρχισαν κιόλας οι δοκιμές.
Αύριο είναι Κυριακή.

Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες κραυγές
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες

Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!

Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!


Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 - 2005)

Από τη συλλογή "Εποχές" και "ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1941-1971" (εκδ. "Πλειάς", 1975)