Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2024

Valse élégiaque | Idée fixe Valse, Op.31/3,4 - Nikolai Kochetov (1864 - 1925) (youtube, 15.2.2024)

 ............................................................


Valse élégiaque | Idée fixe Valse, Op.31/3,4 - Nikolai Kochetov (1864 - 1925)

(youtube, 15.2.2024)


"Είδαμε το "Animal", της Σοφίας Εξάρχου" (κριτική) γράφει ο Θόδωρος Σούμας* (https://bookpress.gr, 16 Φεβρουαρίου 2024)

 ..............................................................



Είδαμε το "Animal", της Σοφίας Εξάρχου (κριτική)






Η Σοφία Εξάρχου, με το Animal, είναι η πρώτη δημιουργός από την Ελλάδα που απέσπασε Χρυσό Αλέξανδρο στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

γράφει ο Θόδωρος Σούμας* (https://bookpress.gr, 16 Φεβρουαρίου 2024) 



Είχα ξεχωρίσει τη νέα σκηνοθέτιδα Σοφία Εξάρχου το 2016, με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της “Park” για την έντονη και σημαίνουσα, ταυτόχρονα νατουραλιστική και ρεαλιστική απεικόνιση του πάσχοντος και ευχαριστούμενου, ατομικού σώματος, που συν τω χρόνω γίνεται και κοινωνικό, θέλω να πω προσδιορισμένο όχι μόνο λιβιδινικά μα και κοινωνικά. Τα στοιχεία αυτά βρίσκουμε και στην τελευταία ταινία της, “Animal”, του 2023. Το “Park” αποδομούσε το όνειρο των Ολυμπιακών αγώνων του 2004, δείχνοντας τα φθαρμένα, ερειπωμένα κι εγκαταλειμμένα ολυμπιακά ακίνητα, όπου έπαιζαν βίαια οι μικροί ρωσοπόντιοι και άλλα αγόρια (μαζί με την Βλαγκοπούλου) και τελικά κορυφωνόταν με το φλερτ, τη βιαιότητα και το σεξ του νεαρού ήρωα Δημήτρη με έναν γκέι, ξένο τουρίστα, μάλλον για υλικά οφέλη.

Και οι δύο μέγαλου μήκους ταινίες της Σοφίας Εξάρχου είναι ιδιαίτερα καλές και κρύβουν μέσα τους έντονη δυναμική, παρά τις – ηθελημένες – επαναλήψεις τους. (Η σκηνοθέτις, πέρα από καταρτισμένη, ταλαντούχος, γνώστης της κινηματογραφικής τεχνικής, αισθητικής και σεναριογραφίας, οφείλει να είναι και χαλκέντερη στην Ελλάδα.)

Στο "Animal" η μετεξέλιξη της ιστορίας και το κορύφωμά της είναι συνειδησιακού χαρακτήρα, αναφέρεται στην αυτεπίγνωση, στη συνειδητοποίηση της κεντρικής ηρωίδας Κάλιας, μέσα από τις δοκιμασίες και τα κακοπαθήματα του σώματός της, πως «δεν πάει άλλο», πως έφτασε στα ψυχολογικά, ηθικά και οργανικά όριά της, στο μέχρι εδώ και μη παρέκει…

Η Σοφία Εξάρχου


Η Κάλια (η εκφραστικότατη, βιωματική, εκστατική κι αυθόρμητη, βραβευμένη στο Λοκάρνο, Δήμητρα Βλαγκοπούλου) είναι η επικεφαλής μιας τρελούτσικης, κιτς ομάδας νέων ανιματέρ, διασκεδαστών σε ένα ξενοδοχείο όπου κάνουν διακοπές, κυρίως, Ρώσοι και βαλκάνιοι τουρίστες, σε κάποιο ελληνικό νησί, λίγο λούμπεν, αμφισεξουαλικών, άταχτων, παθιασμένων κι αυθόρμητων, τρελούτσικων εργαζόμενων νέων, διαφορετικής καταγωγής. Η ψυχαγωγία των εύπορων και μεσηλίκων τουριστών, πελατών του ξενοδοχείου, είναι δύσκολη κι επίπονη, πολύ απαιτητική γιατί χρειάζεται πρόβες, χορό, κωμικότητα, τραγούδι, σεξαπίλ, χούφτωμα, νάιλον κοστούμια, κωλοτούμπες, γκλίτερ, αστεία, περιπτωσιακό σεξ, μπρίο, χάρτινα ντεκόρ, ανέκδοτα, καραόκε, χαμόγελα, πολύ αλκοόλ, ευρηματικότητα, ρουτίνα και αυτοσκηνοθεσία μέσα σε ένα μελαγχολικό περιβάλλον… Τα παιδιά, άλλοι Έλληνες, άλλοι Ρώσοι και άλλη ίσως Πολωνή, τα δίνουν όλα, μα για να βρουν τόση ενέργεια, καλή διάθεση και το κέφι που χρειάζονται, καταναλώνουν μπόλικο αλκοόλ, ντοπάρονται, αλληλοπηδιούνται μερικές φορές, τρέχουν με τα μηχανάκια τους και πάνε νυχτερινές εκδρομές. Πρότυπο, βέβαια, των κοριτσιών είναι η Μαντόνα, κάνουν τα νούμερά τους με mainstream ποπ και κάτι σαν μελωδική, εμπορική σόυλ, συν μπόλικα ρώσικα τραγούδια.

Ανάμεσά τους υπάρχει και το κοριτσάκι του κομπέρ, «υπαρχηγού» της ομάδας, η οποία κάνει τα πρώτα βηματάκια της στον κόσμο του φτηνού μα επίπονου θεάματος. Και ακολουθεί, αβέβαιη, η μάλλον (ψευτο)Πολωνή, Εύα που τραγουδάει με την ηγέτιδα Κάλια, ρώσικα τραγούδια, ακολουθώντας δειλά τα βήματα της αρχηγίνας για να μπορέσει αργότερα –όταν η Κάλια «σπάσει»– να την αντικαταστήσει, χωρίς να καταλάβει το πώς, μα the show must goes οn! Και live your myth in Greece, για τους τουρίστες…


Μπορεί κάποιος καλοπροαίρετος να παρατηρήσει πως οι θλιμμένες μυθοπλασίες της Σ.Εξάρχου αρκούνται στο minimum, είναι δηλαδή μινιμαλιστικές, κάτι που μπορεί να ακουστεί ως μειονέκτημα. Αντικειμενική παρατήρηση, μα δεν λέει όλη την αλήθεια, γιατί η εξέλιξη της υπόθεσης, η ανέλιξη της μυθοπλασίας είναι της τάξης της συνείδησης, ήτοι της βαθμιαίας συνειδητοποίησης. Δηλαδή η ηρωίδα της, σταδιακά αντιλαμβάνεται τον αδιεξοδικό χαρακτήρα και τη μεγάλη, αυτοκαταστροφική φθορά της μουσικοχορευτικής επαγγελματικής διαδρομής της σε αυτό το αστραφτερό, με τα πολλά λαμέ ρούχα, υποβαθμισμένο κοινωνικό πλαίσιο, υπηρεσιών προς άνοστους, χαζοχαρούμενους τουρίστες και απλοϊκούς παρτάκηδες νεαρούς· (προσθέτω, πως η Κάλια το καταλαβαίνει με τρόπο συγκινητικό και απλό, άμεσο και βιωματικό, με επώδυνη αυτογνωσία και δάκρυ στο μάτι).

Η ματιά της σκηνοθέτιδος είναι απομυθοποιητική, τα όνειρα επιτυχίας των απόκληρων των ψυχαγωγικών βιοτεχνιών της χαράς, αν και σκληρά εργαζόμενων, διαψεύδουν για τους μετανάστες και τους φτωχούς το «ελληνικό όνειρο» της ευμάρειας, του εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης από την οποία υποτίθεται πως θα επωφεληθούν όλοι.

Η πορεία του καιόμενου, βασανισμένου σώματος και της στριμωγμένης και δοκιμαζόμενης ψυχής της τριανταπεντάρας Κάλιας είναι πολύ ενδιαφέρουσα και αξιοσημείωτη· την κάνει να κατανοήσει πως οδεύει προς τον χαμό της, την κάνει να μην φροντίζει τις πληγές της, ούτε καν τις σωματικές· οι καταχρήσεις και η ακραία εξάντληση την φέρνουν, πίσω από τα λαμπερά ενδύματα και το παραπλανητικό μακιγιάζ, λίγο πριν τον θάνατο και την αυτοκαταστροφή, την αυτοκτονία που ευτυχώς δεν αποτολμάει.


Άρα, όπως παρατηρούμε το φιλμ έχει μια λιτή, κρυφή, υποδόρια μυθοπλαστική εξέλιξη, που του προσδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα και περισσότερη αισθητική αξία, πίσω από το φτηνό, λαϊκό και παρακμιακό στυλ του.

Μα τελικά θα αφήσει την θέση της στην προστατευόμενή της, Πολωνή Εύα, ώστε να διαφύγει από τη διολίσθηση προς τη σίγουρη καταστροφή, αφού δώσει μια τελευταία πικρή παράσταη… Ακόμη και το μικρό κοριτσάκι του κονφερανσιέ έχει πια ήδη πλασαριστεί στην εκκίνηση για την «καλλιτεχνική» καριέρα του ανιματέρ των επιπόλαιων, ξένοιαστων και ματσωμένων τουριστών… Άρα, όπως παρατηρούμε το φιλμ έχει μια λιτή, κρυφή, υποδόρια μυθοπλαστική εξέλιξη, που του προσδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα και περισσότερη αισθητική αξία, πίσω από το φτηνό, λαϊκό και παρακμιακό στυλ του. Το μουντό καλοκαίρι προχωράει, οι φιέστες και οι νύχτες γίνονται πιο τολμηρές και άγριες και η πίεση στους ψυχαγωγούς, που κρύβουν μέσα στην ψυχή τους πόνο κι ελπίδα, εντείνεται μέχρι κάποιος ή κάποιοι να πέσουν νοκάουτ.

Η αισθητική της Εξάρχου είναι ένα μίγμα ρεαλισμού και χυμώδους, αισθησιακού και σωματικού νατουραλισμού. Έχει κάτι κοινό με το ύφος του Μορίς Πιαλά και τις ταινίες του με την Σαντρίν Μπονέρ (η Βλαγκοπούλου αντ’ αυτής). Ακόμη και οι μουντοί φωτισμοί της είναι φυσικοί φωτισμοί, αν και στην αρχή η έλλειψη πρόσθετου έντονου φωτός ή φωτιστικών αντιθέσεων στα εσωτερικά όπου η παρέα των εμψυχωτών σαχλαμαρίζει και διασκεδάζει, δίνει ένα προβληματικό, μουντόκι υποφωτισμένο φωτογραφικό αποτέλεσμα (τα εσωτερικά του κλαμπ και του ξενοδοχείου είναι σωστότερα γιατί η Πολωνή φωτογράφος Moniκa Lenczewska εκμεταλλεύεται τον εντονότερο φωτισμό των χώρων).Η βάση του φιλμ της Εξάρχου (και του πρώτου της φιλμ “Park”) είναι το βίωμα, η λίμπιντο, τα ιδρωμένα, κουρασμένα, νεανικά κορμιά, το φυσικό περιβάλλον (ακρογιαλιές, θάλασσα) και το δομημένο, κοινωνικό περιβάλλον σαν ένα σύμπαν όπου, στο τελευταίο, δρουν, περιφέρονται και «υποκρίνονται» οι νέοι διασκεδαστές, μικροκοινωνία που επηρεάζει και καθορίζει την εργασία και τη δραστηριότητά τους (φτηνό εργατικο-καλλιτεχνικό προσωπικό).

*Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΣΟΥΜΑΣ είναι συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Τελευταίο του βιβλίο, η αναθεωρημένη έκδοση του «Εθνικές κινηματογραφίες, στιλ και σκηνοθέτες» (εκδ. Αιγόκερως).

"Leaving" - Chet Baker (1929-1988) (youtube, 5.10.2016)

 ...............................................................


"Leaving" - Chet Baker

Album: Leaving / 1980

Arranged By – Chet Baker, Dennis Luxion

Bass – Ricardo Del Fra

Flute [Alto] – Nicola Stilo

Piano – Dennis Luxion

Trumpet, Vocals – Chet Baker


«Ο ήσυχος κόσμος» ποίημα του αμερικανού ποιητή Jeffrey McDaniel (γ.1967, Πενσυλβάνια) (μτφρ.: Αννίτα Χατζίκου) από τη φίλη στο facebook Catherine Zografou (facebook, 17.2.2024)

............................................................. 





Jeffrey McDaniel (γ.1967, Πενσυλβάνια)


«Ο ήσυχος κόσμος»  




Σε μια προσπάθεια να κάνουν τους ανθρώπους
να βλέπονται στα μάτια πιο πολύ,
αλλά και για να εξευμενίσουν τους βουβαμένους,
η κυβέρνηση αποφάσισε να διαθέτει
εκατόν εξήντα επτά λέξεις ακριβώς
σε κάθε άτομο τη μέρα.
Όποτε χτυπάει το τηλέφωνο, το ακουμπώ στο αυτί
δίχως να λέω ορίστε. Στο εστιατόριο,
δείχνω με το δάχτυλο την κοτόσουπα με νουντλς.
Προσαρμόζομαι καλά στον νέο τρόπο.
Αργά το βράδυ, τηλεφωνώ στoν έρωτά μου μακριά,
υπερήφανα της λέω "σήμερα
χρησιμοποίησα μόνο πενήντα εννέα.
Φύλαξα τις υπόλοιπες για σένα".
Όταν εκείνη δεν μου αποκρίνεται,
ξέρω πως εξάντλησε τις δικές της λέξεις,
κι έτσι αργά της ψιθυρίζω "σε αγαπώ"
σαράντα εννιά φορές κι ακόμα μία.
Ύστερα απ’ αυτό, απλώς μένουμε κι οι δύο στη γραμμή
και ακούμε ο ένας τον άλλο ν’ ανασαίνει.


(μτφρ.: Αννίτα Χατζίκου)

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2024

«Ο ξαφνικός περίπατος» και «Νυχτερινό» δύο μικρά διηγήματα του Φραντς Κάφκα (1883-1924) από τη συλλογή μικρο-διηγημάτων «Ο ξαφνικός περίπατος-εκλεκτές ιστορίες» (μτφ. Σταμάτης Τσερτσής, εκδ. Πατάκης-«Τα μικρά κλασικά», 1997)

 ..............................................................






Φραντς Κάφκα (1883-1924)


·        «Ο ξαφνικός περίπατος» και «Νυχτερινό» δύο μικρά διηγήματα του Φραντς Κάφκα (1883-1924) από τη συλλογή μικρο-διηγημάτων «Ο ξαφνικός περίπατος-εκλεκτές ιστορίες» (μτφ. Σταμάτης Τσερτσής, εκδ. Πατάκης-«Τα μικρά κλασικά», 1997)


          «Ο ξαφνικός περίπατος»

   Αν κανείς το βράδυ φαίνεται να έχει αποφασίσει οριστικά να μείνει σπίτι του, έχει φορέσει το νυχτικό του, μετά από το δείπνο έχει καθίσει στο φωτισμένο τραπέζι κι έχει καταπιαστεί μ’ αυτή τη δουλειά ή μ’ εκείνο το παιχνίδι μετά τη λήξη του οποίου συνήθως πηγαίνει κανείς για ύπνο, αν έξω ο καιρός είναι άσχημος και καθιστά την παραμονή στο σπίτι αυτονόητη, αν όλη αυτή την ώρα έχει μείνει κανείς στο τραπέζι σιωπηλός, ώστε η φυγή του θα έπρεπε να προκαλέσει γενική κατάπληξη, αν και το κλιμακοστάσιο ήταν τώρα σκοτεινό και η εξώπορτα κλειστή, αν μολαταύτα σηκωθεί κανείς τώρα με μια ξαφνική δυσαρέσκεια, αλλάξει το νυχτικό του, εμφανιστεί ευθύς φορώντας κανονικά ρούχα, εξηγήσει ότι πρέπει να φύγει, και το κάνει μετά από ένα σύντομο αποχαιρετισμό – ανάλογα με τη γρηγοράδα που κλείνει με πάταγο την πόρτα πιστεύει να προκάλεσε λίγο ή πολύ πίσω του οργή – και ξαναβρεθεί στο δρόμο, με άκρα, τα οποία σ’ αυτή την απρόσμενη ελευθερία που τους έχει κανείς προσφέρει, απαντούν με ιδιαίτερη κινητικότητα, αν κανείς μ’ αυτή τη μία απόφαση νιώσει μέσα του μαζεμένη όλη την ικανότητά του για λήψη αποφάσεων, αν αναγνωρίσει με μεγαλύτερη απ’ τη συνηθισμένη βαρύτητα ότι έχει περισσότερο δύναμη παρά ανάγκη να πραγματοποιήσει εύκολα την πιο γοργή  μετατροπή και την υπομείνει – τότε έχει αποχωρήσει εξ ολοκλήρου γι’ αυτό το βράδυ από την οικογένειά του, που στρέφεται προς το ασήμαντο, ενώ ο ίδιος, ολότελα ακλόνητος, μελανός στο περίγραμμα, χτυπώντας πίσω τα σκέλη του, εξυψώνεται στην  αληθινή του μορφή.

   Όλα ενισχύονται ακόμη, αν κανείς αυτή την περασμένη βραδινή ώρα πάει να βρει ένα φίλο, για να δει τι κάνει.

 

          «Νυχτερινό»

   Σκυμμένος μέσα στη νύχτα. Έτσι όπως σκύβει κανείς μερικές φορές το κεφάλι του για να συλλογιστεί, έτσι ολότελα σκυμμένος είσαι μέσα στη νύχτα. Τριγύρω κοιμούνται οι άνθρωποι. Μια μικρή προσποίηση, μια απλοϊκή αυταπάτη· κοιμούνται μέσα σε σπίτια, σε σταθερά κρεβάτια, κάτω από σταθερή στέγη, τεντωμένοι ή κουλουριασμένοι πάνω σε στρώματα, μέσα σε σεντόνια, κάτω από σκεπάσματα, στην πραγματικότητα έχουν βρεθεί όπως τότε μια φορά και όπως αργότερα σε ερημική τοποθεσία, ένα στρατόπεδο στο ύπαιθρο, ένας απέραντος αριθμός ανθρώπων, ένα σμάρι, ένας λαός, κάτω από κρύο ουρανό, πάνω σε κρύα γη, ριγμένος εκεί όπου έστεκε κανείς πρώτα, το μέτωπο πάνω στο βραχίονα, το πρόσωπο στραμμένο προς το έδαφος, αναπνέοντας ήσυχα. Κι εσύ αγρυπνάς, είσαι ένας από τους φρουρούς, βρίσκεις τον άλλο με το κούνημα του φλεγόμενου ξύλου από το σωρό των φρυγάνων πλάι σου. Γιατί αγρυπνάς εσύ; Ένας πρέπει ν’ αγρυπνά, λένε. Ένας πρέπει να ‘ναι εδώ.

 

 


"Βραχυχρόνια κατοίκηση – Η μετατροπή κατοικίας σε επενδυτικό αγαθό" έγραψε ο Στρατής Βογιατζής* (tvxs.gr, 15.2.2024)

 ...............................................................


Βραχυχρόνια κατοίκηση – Η μετατροπή κατοικίας σε επενδυτικό αγαθό




έγραψε ο Στρατής Βογιατζής* (tvxs.gr, 15.2.2024)



«Καλύτερα το παλιό κάτι παρά το καινούριο τίποτα», έγραφε ένα σύνθημα σε τοίχο στα Eξάρχεια, συνοψίζοντας την αίσθηση του ατόμου της ύστερης νεωτερικότητας που περιφέρεται στα χαμένα, σε ένα χώρο που όλα έχουν μετακινηθεί από τη θέση τους αναζητώντας μάταια την παρηγοριά μιας οικείας αναφοράς.

«Παγιδευμένοι σε ένα παρελθόν που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε βαδίζουμε προς ένα νεκρό μέλλον» γράφει ο Mark Fisher που βλέπει το στοίχειωμα ως μια εγγενής ιδιότητα του σύγχρονου ατόμου που πορεύεται υπνωτισμένα χωρίς έρμα προς ένα δυστοπικό αύριο.

Το άτομο σήμερα γράφει ο Chul Han, «είναι παγιδευμένο σαν χάμστερ μέσα σε ένα τροχό, γυρνάει διαρκώς γύρω από τον εκατό του, μέχρι εξουθενωμένο και εξαντλημένο να φτάσει στο άδειασμα, στην εκκένωση του εαυτού». Οι τόποι από την άλλη έχουν και αυτή την ίδια μοίρα με το υποκείμενο που τους κατοικεί. Έχουν απο-αφηγματοποιηθεί και έχουν γίνει μη- τόποι γράφει ο Μark Auze ή αλλιώς «παροδικοί τόποι», ανοιχτά πεδία ατέρμονης κινητικότητας, ένα playground διαθέσιμο 24/7 στις δίχως όρια επιθυμίες των σύγχρονων νομάδων. Η επιθυμία άλλωστε μετασχηματίζει το χώρο: τον αυλακώνει, τον λειαίνει, τον εξαναγκάζει να υποταχθεί. Ο τόπος σταδιακά γίνεται λιγότερο απτός, και ερμηνεύσιμος και περισσότερο θολός και ασύνορος. Η ψηφιοποίηση αποϋλοποιεί, εξαϋλώνει και τελικά απογυμνώνει την ουσιαστικότητα του κόσμου μας. Όλος ο κόσμος και ότι τον συναποτελεί μετατρέπεται σε ολόγραμμα, το οποίο διαπερνάμε χωρίς δυσκολία όντας οι ίδιοι φασματικές και αυλές παρουσίες. Μια σταδιακή αποσύνθεση παρατηρείται και όπως συμβαίνει στο μυθιστόρημα της Υoko Ogawa “The Memory Police” «στο τέλος παραμένουν ασώματες φωνές που αιωρούνται στον αέρα». Σε αυτούς τους άυλους τόπους άμεσης διαθεσιμότητας, δεν συναντούμε τον άλλον παρά μόνο τον εαυτό μας, τελώντας καθημερινά μια λιτανεία πεισματικής αυτοαναφορικότητας.


Η ζωή χωρίς διάρκεια και συνοχή κατακερματίζεται πλέον σε αποσπάσματα μιας χρήσης, τα οποία καταναλώνουμε βουλιμικά και ανακυκλώνουμε ώστε να τα επαναχρησιμοποιήσουμε στη συνέχεια με διαφορετικό περιτύλιγμα. Η επαναληπτικότητα της χρήσης μετατρέπεται σε θρησκευτική τέλεση: μια εμμονική προσευχή για την επίκληση ενός αυτοαναφορικού θεού. Έχοντας απολέσει την αίσθηση ότι ανήκουμε σε κάποιο ιστορικό χρόνο παραπατάμε όπως οι ανοϊκοί σε ένα αχαρτογράφητο χώρο χωρίς σημάνσεις και σταθερές.


Σε μια ρευστή κινούμενη άμμο, καλούμαστε να χτίσουμε τις ζωές μας, να αρμολογήσουμε τις σχεδίες μας για ένα αβέβαιο μέλλον. Οι τουρίστες, οι ψηφιακοί νομάδες και τα υβριδικά, υπερεθνικά φαντασιακά που αυτές οι παροδικές κοινότητες ενσαρκώνουν συνθέτουν ένα διαφορετικό εθνοτοπίο (ethnoscape) σύμφωνα με τον Appadurai που απορυθμίζει τον υφιστάμενο «στατικό τόπο», τον ρευστοποιεί συμβάλλοντας σε μια συγκεχυμένη αίσθηση του κόσμου που μας περιβάλει.

Τα νέα εθνοτοπία γράφει μας επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε ότι οι έννοιες του χώρου, του τόπου και της κοινότητας έχουν γίνει εξαιρετικά πολύπλοκες, και ότι μια «ενιαία κοινότητα» μπορεί πλέον να είναι διασκορπισμένη σε μια ποικιλία τόπων.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ακραίας αστάθειας σείονται όπως είναι φυσικό τα θεμέλια της παραδοσιακής κατοικίας. Τα σπίτια δεν είναι πια εστίες θαλπωρής και ασφάλειας αλλά πρόσκαιρες κατοικίες που απευθύνονται σε παροδικούς ανθρώπους που δεν αφήνουν ίχνη. Οι ενοικιαστές αυτών των «κατοικιών» δεν προτιμούν μακροπρόθεσμα μισθωτήρια καθώς κατοικούν σε στιγμιαία παρόντα και οι ίδιοι ενδιαιτώνται σε ένα βραχυπρόθεσμο εαυτό. Οι κατοικίες σταδιακά μεταμορφώνονται σε σκηνικά που φιλοξενούν τις παραστάσεις περιπλανώμενων ηθοποιών που ανεβάζουν διαρκώς το ίδιο έργο. Ποιος άλλωστε μπορεί να αρνηθεί ένα ρόλο σε μια ραμπελιανή γκροτέσκα παράσταση ναρκισσιστικού παραληρήματος που ενσαρκώνει το πνεύμα της εποχής;

Η Αθήνα την ίδια στιγμή μεταμορφώνεται σε μια υπέροχη πόλη χωρίς… μόνιμους κατοίκους. Οι θιασώτες της βραχυχρόνιας κατοίκησης φτιασιδώνουν την πόλη, τοιχοκολλώντας από άκρη σε άκρη μια κιτς ταπετσαρία του ΕΟΤ προς τέρψιν των επισκεπτών της: μια ξαπλώστρα που κοιτάει στο υπαρξιακό κενό του απέραντου γαλάζιου και λούζεται από το ελληνικό φως – άσχετο αλλά έχετε ακούσει πότε κάποιον Ισπανό να χρησιμοποιεί την έκφραση «ισπανικό φως»; Τα κουρεία γίνονται μπιστρό με γκουρμέ συνταγές, τα καφενεία χισπστεράδικα θεματικά καφέ, οι βιοτεχνίες του κέντρου μπουτίκ χοτέλ και μια αισθητική αποστειρωμένης θετικότητας επιβάλλεται βίαια στη πόλη. Εξευγενισμός άλλωστε δεν είναι παρά μια πρακτική ομογενοποίησης των αντιθέσεων, μια μάσκαρα που εξαφανίζει τις κακοτοπιές ενός κουρασμένου προσώπου: τι και αν το πρόσωπο είναι ψεύτικο αυτό που εκπέμπει είναι θελκτικό.

Εν τω μεταξύ οι ντόπιοι εκτοπίζονται, μετατρέπονται σε αποσυνάγωγους, γκαρσόνια ή γραφικούς κομπάρσους μιας τουριστικής παραφερνάλιας.

Εμφορούμενοι από μια νοσταλγία του παρελθόντος αναζητούμε απεγνωσμένα τη αίσθηση της γειτονίας, το ρίζωμα, την αλληλεγγύη, τα δίκτυα, την ανάμνηση ενός «οικείου χώρου». Οι κάτοικοι στο Μεταξουργείο, στα Εξάρχεια και σε άλλες γειτονιές που ξεσπιτώνονται καθώς τα ενοίκια έχουν πάει στο Θεό, διεκδικούν το αυτονόητο: πρόσβαση στο βασικό και αναφαίρετο δικαίωμα της στέγασης. Ενεργοί πολίτες συνασπίζονται, οργανώνονται, συντάσσουν μελέτες, καλούν σε συνελεύσεις και πορείες- ακόμα και κηδείες- μελετούν παραδείγματα άλλων πόλεων που αντιστάθηκαν και αντιτίθενται στη μετατροπή κατοικίας σε επενδυτικό αγαθό. Την ίδια στιγμή ενσαρκώνοντας το παραλογισμό της νεωτερικότητας νοικιάζουμε τα σπίτια μας σε τουρίστες, βαδίζουμε πλάι πλάι σε πορείες μαζί τους, διεκδικούμε από κοινού φρένο στην τουριστικοποίηση.

Δεν υπάρχει κάτι καθαρό και ορθόδοξο άλλωστε: είμαστε όλοι μπάσταρδα μιας εποχής χωρίς μνήμη. Στον κβαντικό αχταρμά της εποχής άλλωστε που όλοι τον πλάθουμε με τα χεράκια μας είμαστε ταυτόχρονα επαναστάτες και κομφορμιστές, άθεοι και θρησκόληπτοι, παραβάτες και νομοταγείς. Είναι πιθανόν οι διεκδικήσεις αυτές να έχουν αποτέλεσμα, καθώς αφορούν το σύνολο του πληθυσμού ανεξάρτητου ιδεολογικών πεποιθήσεων, όπως συνέβη στη Πορτογαλία όπου οι πιέσεις της κοινωνίας των πολιτών ανάγκασε την κυβέρνηση να βάλει φρένο στις golden visa και να θέσει περιορισμούς στον υπερθυρεοειδισμό του Αirbnb. Κατά πόσον όμως μπορεί να αλλάξουν την προεγγεγραμμένη πορεία του ατόμου σήμερα προς το gentrification της ύπαρξης του μένει να φανεί. Άλλωστε μας λέει ο Fisher είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού.


*Σημείωση: Σκηνοθέτης – Ανθρωπολόγος

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2024

Valse-mélancolique, Op.31/1 - Nikolai Kochetov (1864-1925)

 ...............................................................


Valse-mélancolique, Op.31/1 - Nikolai Kochetov (1864-1925)

Nikolai Razumnikovich Kochetov [Kotchetoff]. Born 1864, Oranienbaume: died ? Rather 1925. Composer, conductor and musical reviewer. Originally studied law at Moscow University, following a musical education independently. Studied counterpoint with Laroche and instrumentation with Erdmann. Graduated in 1889 and worked in law until 1893, when he then began to dedicate himself to music. From 1886 worked as a music critic for several publications, and from 1895 as a conductor, including promoting summer symphonic concerts in Moscow (1900 & 1901). He taught in a number of music schools, and from 1906-20 taught in the synodal school. In 1921 was one of the creaters and organisers of the Institute of Music Science (HYMN). He composed an opera “Terrible Vengence” based on a story by Gogol; Arabian Suite for orchestra Op 3 (1893), Symphony in E minor Op. 8 (1894-5), Symphony No. 2 (1911), music to the tragedy ‘Polotsk Razorenie’ Op 7 (1895) [later published as Suite No. 2], Piano Concerto (1922), Waltz-Serenade for string orchestra; for piano - Op 5, Op 9 ‘On the bosom of Prirodi’, Op 11 Esquisses Orientale, Op 12, Op 13 Trois Morceaux, Op 14 Impromptus, Op 31 & Op 43; and twenty-four romances [Op. 1 (5), 2, 4, 6, 15, 16 (5), 18 (6)]. A number of his works were never published.

(youtube, 13.2.2024)

«Η περιπέτεια» πεζό ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη (1922-1988)

............................................................... 






Τάσος Λειβαδίτης (1922 - 1988) «Η περιπέτεια»


«Και θα μπορούσε κάποτε να γραφτεί η συγκλονιστική περιπέτεια μιας γυναίκας που της έπεσε η βελόνα στο πάτωμα, εκείνη γονατίζει κι αρχίζει να ψάχνει, εκεί συναντάει την παλιά της ζωή: χαμένα όνειρα, σφάλματα, νεκροί, μα η βελόνα πρέπει να βρεθεί, το φόρεμα να παραδοθεί, ο Χριστός να σταυρωθεί κι η γυναίκα ψάχνει, ψάχνει ώσπου ξαναβρίσκει τη βελόνα – σηκώνεται τότε, κάθεται στην καρέκλα εξαντλημένη και συνεχίζει να ράβει, ενώ κλαίει σιγανά γιατί κατάλαβε άξαφνα
πως γυρισμός δεν υπάρχει…»

--------------------------------------------------------------------------------------------


Joseph Kleitsch "Γυναίκα που ράβει", 1885 - 1931

"...Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης..." στίχοι της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ (1939 - 2020) "Λυπιού"

 ............................................................




Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ (1939 - 2020)


Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια.


Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.




Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, “Λυπιού”

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2024

"Greensleeves to a Ground" · Jordi Savall · Hespèrion XXI · Anonymous (youtube, 8.11.2014)

 ...............................................................


Greensleeves to a Ground


Greensleeves to a Ground · Jordi Savall · Hespèrion XXI · Anonymous

(youtube, 8.11.2014)



"ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ή ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ" του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ (https://neoplanodion.gr, 14.2.2024)

 ...............................................................


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ή ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑ





*
του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ


Ἡ ἑλληνικὴ Ἀρχαιότητα, ὡς μιὰ ἀνεξάντλητη δεξαμενὴ ἀπὸ τόσο διαφορετικὲς ἀπόψεις, ἰδέες καὶ τρόπους ζωῆς, ἐπανέρχεται περιοδικὰ στὴ ζωὴ κάθε τόσο ποὺ κάποιος τὴν ἐπικαλεῖται γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι δὲν ἐμφανίστηκε ἡ δική του κοσμοεικόνα καὶ τρόπος ζωῆς σήμερα ἀπὸ τὸ πουθενά, ἀλλὰ ὑπάρχει ἐδῶ καὶ χιλιετίες ἀκριβῶς μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὑπάρχει σήμερα. Ἕνας ἰδιότυπος σεβασμὸς στὴν παλαιότητα καὶ τὴν παράδοση κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀνεχτοῦν κάποιο τρόπο ζωῆς, ἂν αὐτὸς ἀποδειχτεῖ πανάρχαιος. Ἔτσι, κι ἡ Ἀρχαιότητα χρησιμοποιεῖται στὸ λόγο ὅλων μὲ τὸ ἕνα τους μάτι στραμμένο στὸ τί λέει ὁ τωρινὸς ἀντίπαλος, κοινωνικός, οἰκονομικός, θρησκευτικός, κρατικός, κ.ο.κ. Μποροῦμε νὰ τὸ συνοψίσουμε στὴν ἔκφραση «ἡ Πολιτικὴ κατὰ τῆς Ἱστορίας / ἱστορικῆς γνώσης».

Ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ τὴν περίφημη ὁμοφυλοφιλία τῶν Ἀρχαίων. Τὸ ἀνομολόγητο πρόβλημα, στὴν σκέψη τῶν ἀντιπάλων πάνω στὸ ζήτημα αὐτό, δὲν εἶναι ἂν ἡ σημερινὴ ὁμοφυλοφιλία ταιριάζει ἢ ὄχι μὲ τὴν σεξουαλικότητα λ.χ. τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ ἡ Ἀρχαιότητα νὰ γίνει λάβαρο καὶ μπαϊράκι τῆς δικῆς τους πολιτικῆς κ.ἄ. ἀτζέντας. Ἡ Ἀρχαιότητα ἀπὸ μόνη της εἶναι ἕνας πραγματικὰ ἀχταρμὰς ἀπὸ ἀλληλοσυγκρουόμενες ἀπόψεις –κι αὐτὸ εἶναι ὁ πλοῦτος της, ποὺ μᾶς κερδίζει καὶ θὰ μᾶς κερδίζει–. Ἡ πολεμική της χρήση εἶναι βέβαια ἀναμενόμενη (καὶ δὲν εἶναι σκοπὸς τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ φαντασιώνεται ὅτι προσφέρει τρόπους ἀποφυγῆς τῆς χρήσης αὐτῆς), ἀλλὰ εἶναι καὶ ἐπιστημονικὰ ἐσφαλμένη ἀφοῦ ἀποσιωπᾶ τὶς ἄλλες μισὲς τοτινὲς ἀντιλήψεις.

Ἡ γνωστότερη πολεμική, σὲ βαθμὸ μισαλλοδοξίας, ἑνοποίηση ἢ τσουβάλιασμα τῆς Ἀρχαιότητας ἔγινε ἀπὸ τοὺς Νέους Χρόνους στὴν προσπάθειά τους νὰ τὴν ἀντιπαραθέσουν ὡς περιεκτικὴ ἰδεολογία καὶ κοσμοεικόνα στὸ μεσαιωνικὸ Χριστιανισμό. Ἀλλὰ ὅσο οἱ (ἢ κάποιοι) ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι ἦταν «πρὸ Χριστοῦ Χριστιανοί», ἄλλο τόσο ὁ Ἀλέξανδρος (καὶ οἱ Ἀρχαῖοι) ἦταν «ὁμοφυλόφιλος» ἢ «ἀμφιφυλόφιλος». Στὴν «μία καὶ μοναδικὴ Ἀρχαιότητα» ὡστόσο, χωρᾶνε τόσο ὁ Θέογνις τὸν 6ο αἰ. π.Χ. ποὺ λέει ὅτι, τί πιὸ ὡραῖο ἀπὸ τὸ νὰ ἐπιστρέφεις ἀπὸ τὴ δουλειὰ καὶ νὰ ξαπλώνεις τὸ ἀπόγευμα μὲ ἕνα ὡραῖο ἀγόρι ἢ ὅτι ἡ γυναίκα εἶναι συναισθηματικὰ καὶ ὄχι μόνον μιὰ ἐγγενῶς προδότρα ποὺ ἐρωτεύεται ὅποιον ἀντικρίσει μπροστά της ἐνῶ τὸ ἀγόρι σοῦ μένει πιστό, καθὼς καὶ ὁ Στράτωνας τὸν 2ο μ.Χ. αἰ., ποὺ βρίσκεται σὲ βασανιστικὸ δίλημμα ποιὰ εἶναι τὰ πιὸ λαχταριστὰ ἀγόρια, τὰ δωδεκάχρονα ἢ τὰ δεκαεξάχρονα· ὅσο καὶ ἄνθρωποι τόσο ἀνόμοιοι μεταξύ τους ὅπως ὁ Διογένης Κυνικὸς ποὺ ἀποστρεφόταν τὴν θηλυπρέπεια τῶν ἀνδρῶν ὡς ἐνάντια στὴ φύση, ποὺ τοὺς ἔφτιαξε ἄνδρες ἐνῶ αὐτοὶ θέλουν νὰ γίνονται γυναῖκες, καὶ ὁ Πλάτωνας ποὺ νομοθετοῦσε κατὰ τῶν ὁμοερωτικῶν σχέσεων, ἢ ὁ ἀντιχριστιανὸς Πορφύριος τὸν 3ο μ.Χ. αἰ., ποὺ θεωροῦσε ὅτι ἡ συνουσία μεταξὺ ἀνδρῶν μολύνει γιατὶ εἶναι παρὰ φύσιν. Τὸ πράγμα καταντᾶ κωμικὸ ὅσον ἀφορᾶ ἐκείνους ποὺ ψάχνουν στὴν Ἀρχαιότητα μία καὶ μοναδικὴ στάση ζωῆς, καθὼς ἡ διάσπαση αὐτὴ τῆς Ἀρχαιότητας φτάνει στὸ σημεῖο ὁ ἴδιος ἀρχαῖος συγγραφέας νὰ ἀντιφάσκει. Ἔτσι κάνει π.χ. ὁ Πλούταρχος, ποὺ στὸ ἴδιο σύγγραμμα (Ἀλέξανδρος, Βίοι Παράλληλοι, 22 καὶ 67) ἄλλοτε ἐμφανίζει τὸν Ἀλέξανδρο ὀργισμένο ποὺ κάποιος εἶχε σκεφτεῖ νὰ τοῦ χαρίσει δυὸ ὄμορφα ἀγόρια, μὲ τὸν Ἀλέξανδρο νὰ τοῦ ἀπαντᾶ ρωτώντας τί αἰσχρὸ εἶχε μάθει αὐτὸς γιὰ τὸν ἴδιο ὥστε νὰ τοῦ προσφέρει τὰ ἀγόρια, κι ἄλλοτε, παρακάτω, τὸν ἐμφανίζει νὰ φιλάει τὸν «ἐρωμένο» Βαγώα κατ’ ἀπαίτηση τῶν Μακεδόνων, ἄποψη μὲ τὴν ὁποία συμφωνεῖ ὁ σύγχρονος τοῦ Πλούταρχου Ἀθηναῖος (13.603) παραπέμποντας στὸν Δικαίαρχο. Νὰ μὴν γνωρίζει ἡ δεξιὰ τί γράφει ἡ ἀριστερά σου, κάπως. Ἔτσι, μένει κενὴ περιεχομένου ἡ ἀντιπαράθεση μεταξὺ ἀπελευθερωμένων φίλων τῆς ὁμοφυλοφιλικῆς ἐπιλογῆς καὶ παραδοσιοκρατῶν. Θὰ πρέπει νὰ διαλέξουν ποιὰ Ἀρχαιότητα προτιμοῦν καὶ ποιὰ Ἀρχαιότητα ἐχθρεύονται, ἀντὶ νὰ ἁρπάζονται καὶ νὰ ἀρχίζουν τὶς κοκορομαχίες μὲ ἀφορμή, ὅπως τώρα, τὸ κάθε Νέτφλιξ.


Ἡ σημερινὴ ἐποχὴ διακατέχεται ἀπὸ τὴν μανία τῶν ταυτοτήτων. Ἡ πράξη ὑποχωρεῖ καὶ προέχει ἡ ταυτότητα, ἡ ταμπέλα, ὡς μιὰ σειρὰ ἀπὸ ὁρισμένες ἀντιλήψεις καὶ πρακτικές. Ἄτομα ποὺ ἐπιθυμοῦσαν μόνο τὴν ὁμοερωτικὴ συνουσία (ἢ καὶ αὐτήν) ὑπῆρχαν πάντοτε, ἂς θυμηθοῦμε τοὺς βυζαντινοὺς εὐνούχους, καὶ πρώιμα μοναστικὰ κείμενα ποὺ προειδοποιοῦν γιὰ τοὺς κινδύνους τοῦ νὰ ἔχει κάποιος μοναχὸς στὸ κελλί του πολὺ νεαρὰ παιδιὰ ὡς δόκιμους. Ἡ διεκδίκηση τῆς ταυτότητας ὡστόσο (κι ὄχι μόνο τῆς ὁμοφυλοφιλικῆς, ἀλλὰ καὶ ἄλλων, ὅπως τῆς ἐθνικῆς ἢ τῆς θρησκευτικῆς), εἶναι σημερινὸ φροῦτο, καὶ μᾶλλον τὴν παρακμὴ τῆς πράξης δείχνει, μιὰ ἐπιθανάτια κούραση ἑνὸς πολιτισμοῦ ποὺ ἐκδηλώνεται μὲ πολιτικὸ ἀκτιβισμό, γιὰ νὰ ποῦμε τί εἴμαστε μὲ ὅσα προνόμια αὐτὸ συνεπάγεται. Ἄλλο ἂν αὐτὸς ὁ ἀκτιβισμὸς σερβίρεται σὲ μᾶς τοὺς ὑπόλοιπους ὡς «ἐπιστροφὴ στὴν καλὴ παράδοση» ἢ ὡς «ὁλοκλήρωση τοῦ προγράμματος τοῦ Διαφωτισμοῦ γιἀ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ Ἀνθρώπου». Καλῶς ἢ κακῶς, ἡ Ἀρχαιότητα (ὅπως κι ὁ Χριστιανισμός) κανονικὰ –δηλαδὴ ἀπὸ ἄποψη μὴ πολιτική– δὲν χωρᾶ στὸ σὲτ τῶν ταυτοτήτων ποὺ τόσο ἁπλόχερα προσφέρει ἡ σημερινὴ ἐποχή, ὥστε νὰ ἐπιλέξει κάποιος, σὰν καλὸς καταναλωτής ταυτοτήτων.

"Τα Τέμπη, ο Καραμανλής και η πολιτική του ευθύνη" γράφει η Βασιλική Σιούτη (www.lifo.gr, 14.2.2024)

 ..............................................................



Τα Τέμπη, ο Καραμανλής και η πολιτική του ευθύνη


Ο πρώην υπουργός Μεταφορών επέμενε χθες στην Εξεταστική Επιτροπή πως δεν έφταιξε η μη ολοκλήρωση του έργου της τηλεδιοίκησης, αλλά ότι παραβιάστηκε ο κανονισμός λειτουργίας. Σαν να μην είχε καμία ευθύνη εκείνος για τη διασφάλιση της τήρησής του.





γράφει η Βασιλική Σιούτη (www.lifo.gr, 14.2.2024)



ΘΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΚΑΝΕΙΣ ΠΩΣ ο Κώστας Αχ. Καραμανλής θα παρουσιαζόταν στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για τα Τέμπη με την ταπεινότητα που αρμόζει στο θέμα που εξετάζεται, αλλά εκείνος σχεδόν κουνούσε το δάχτυλο όταν απαντούσε και έμοιαζε να δυσφορεί με τη διαδικασία. Επέμεινε στο αφήγημα του «ανθρώπινου λάθους» αποκλειστικά και υποστήριξε ότι ούτε η τεχνολογία, αν υπήρχε, είναι βέβαιο ότι θα απέτρεπε το τραγικό δυστύχημα.

Η «τεχνολογία», που είπε ο κ. Καραμανλής, είναι το έργο της σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης που έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί από το 2016, αλλά λόγω πολιτικής ανικανότητας, διαφθοράς και διαπλοκής, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, ενώ αν υπήρχε, η ασφάλεια των δρομολογίων δεν θα στηριζόταν στον έναν σταθμάρχη, ο οποίος ήταν και ακατάλληλος.

Ο πρώην υπουργός Μεταφορών αρνήθηκε να παραδεχθεί ότι η «τεχνολογία» ήταν απαραίτητη διότι ελαχιστοποιεί την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους και ότι αυτή δεν υπήρχε λόγω πολιτικών ολιγωριών, ενώ αποσιώπησε το ποιος είχε την ευθύνη για την επιλογή των ανθρώπων που έκαναν τα λάθη, τα οποία τώρα επικαλείται ως μοναδική αιτία. Είχαν επιλεγεί οι κατάλληλοι άνθρωποι με τα απαραίτητα προσόντα και επαρκή εκπαίδευση; Όπως φάνηκε εκ των υστέρων, όχι.

Ο Κώστας Αχ. Καραμανλής στην προσπάθειά του να απαλλάξει τον εαυτό του από κάθε ευθύνη επέμενε ότι «αν έστω και μία πλευρά είχε τηρήσει τις διαδικασίες του γενικού κανονισμού κυκλοφορίας, το δυστύχημα θα είχε αποτραπεί…», λες και δεν ήταν ευθύνη του αρμόδιου υπουργού η διασφάλιση της τήρησης των διαδικασιών.

Ο πρώην υπουργός Μεταφορών αρνήθηκε να παραδεχθεί ότι η «τεχνολογία» ήταν απαραίτητη διότι ελαχιστοποιεί την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους και ότι αυτή δεν υπήρχε λόγω πολιτικών ολιγωριών, ενώ αποσιώπησε το ποιος είχε την ευθύνη για την επιλογή των ανθρώπων που έκαναν τα λάθη, τα οποία τώρα επικαλείται ως μοναδική αιτία.

Για την καθυστέρηση υλοποίησης της σύμβασης 717 για την τηλεδιοίκηση περιορίστηκε σε γενικόλογες δικαιολογίες, ότι αυτός την ξέμπλεξε και την προχώρησε κ.λπ. Κάποια στιγμή, απαντώντας σε μία ερώτηση, είπε πως «σε ό,τι αφορά λοιπόν αυτά τα συστήματα, σαφώς και θα συνέβαλλαν στην αύξηση της ασφάλειας, αλλά δεν υπήρχε η βεβαιότητα ότι θα απέτρεπαν το δυστύχημα, γιατί και τα συστήματα αυτά άνθρωποι τα χειρίζονται». Ομολόγησε δηλαδή ότι «τα συστήματα» θα συνέβαλλαν στην αύξηση της ασφάλειας, αλλά δεν φρόντισε να υπάρχουν και τα τρένα κυκλοφορούσαν χωρίς αυτά.

Παρέθεσε επίσης το εξωφρενικό επιχείρημα ότι και στον χειρισμό της τηλεδιοίκησης θα μπορούσαν να γίνουν λάθη, αφού άνθρωποι θα τη χειρίζονταν. Με την λογική του Κώστα Αχ. Καραμανλή, ίσως δεν θα χρειαζόταν να εκσυγχρονιστεί κανένα σύστημα ασφάλειας. Όσο για την ευθύνη της επιλογής των κατάλληλων και εκπαιδευμένων ανθρώπων, συνέχισε να μιλά σαν αυτή να μην υπήρχε και σαν να είναι θέμα τύχης ποιος θα βρεθεί π.χ. στη θέση του σταθμάρχη ή του υπεύθυνου για το  σύστημα τηλεδιοίκησης.

«Γιατί για να είναι ασφαλή τα τρένα, ακόμα πιο σημαντικό κι από τις πάσης φύσεως τεχνολογίες είναι ένα: Να τηρείται ευλαβικά ο κανονισμός κυκλοφορίας τους», επέμεινε, αναφέροντας ότι «αυτός ο Γενικός Κανονισμός Λειτουργίας παραβιάστηκε δυστυχώς κατά συρροήν εκείνο το μοιραίο βράδυ…». Αυτό που δεν είπε ο Κώστας Αχ. Καραμανλής είναι πώς είχε εξασφαλίσει εκείνος, ως αρμόδιος υπουργός Μεταφορών, την ευλαβική τήρηση του κανονισμού λειτουργίας και με ποιες δικλείδες ασφαλείας.

Η Μιλένα Αποστολάκη τον ρώτησε πώς εννοεί την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης, όταν μερικούς μήνες μετά, στις εκλογές, ήταν και πάλι υποψήφιος βουλευτής και εκείνος της απάντησε ότι τέθηκε στην κρίση των συμπολιτών του στις Σέρρες. Η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ κατά την εξέταση του πρώην υπουργού τον κατήγγειλε και για μεγάλη ζημιά του Ελληνικού Δημοσίου από τη σύμβαση που είχε υπογράψει με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ.

Μέλη της Εξεταστικής Επιτροπής από τα κόμματα της αντιπολίτευσης κατηγορούν τους βουλευτές της πλειοψηφίας για «συντονισμένη μεθόδευση προκειμένου να συγκαλυφθούν οι ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου, με βασικό όχημα την άρνηση να έρθουν μάρτυρες τους οποίους σύσσωμη η αντιπολίτευση ζητάει».


Η εισαγγελέας Πόπη Παπανδρέου που ερευνά το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) είχε ενημερώσει από τον περασμένο Ιούνιο την ελληνική Βουλή ότι έχουν προκύψει ενδείξεις για πιθανά ποινικά αδικήματα που διέπραξαν πρώην μέλη κυβερνήσεων. Τα φερόμενα ποινικά αδικήματα, όπως εξηγούσε σε επιστολή της, με την οποία ζητούσε από τη Βουλή να πράξει τα δέοντα, αφορούν παράβαση καθήκοντος για τον πρώην υπουργό Μεταφορών Χρήστο Σπίρτζη και υπεξαίρεση για τον επίσης πρώην υπουργό Κώστα Αχ. Καραμανλή.

Η σχετική δικογραφία της EPPO για τους Σπίρτζη και Καραμανλή παραπέμφθηκε στο ελληνικό κοινοβούλιο για να αποφανθεί αυτό, καθώς η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να ερευνήσει ευθύνες υπουργών εξαιτίας των εμποδίων που βάζει το άρθρο 86 του Συντάγματος «περί ευθύνης υπουργών» και αυτό, όπως αναμενόταν, αρνήθηκε την ποινική έρευνα και αποφάσισε να τους αφήσει στο απυρόβλητο.

Ο δικηγόρος Διονύσης Γκούσκος, μιλώντας στην LiFO, είχε αναφέρει ότι η ασφάλεια των δικτύων περιλαμβάνεται στα θεμελιώδη καθήκοντα του υπουργού Μεταφορών και η ευθύνη αυτή απορρέει από τον νόμο. «Η γνώση του για την επικινδυνότητά τους προκύπτει από τα έγγραφα που έχουν υποβληθεί υπηρεσιακά ή επιδοθεί από τους εργαζόμενους, από τις ανεκτέλεστες συμβάσεις, από τα σχετικά προειδοποιητικά έγγραφα της Ε.Ε., από τις επερωτήσεις στη Βουλή».

Όσα ήρθαν στο φως μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών αποκάλυψαν την έκταση της παρακμής του ελληνικού σιδηροδρόμου, ο οποίος είχε αφεθεί σε κατάρρευση. Πριν από την οικονομική κρίση υπήρξε για χρόνια ένας από τους πιο διεφθαρμένους οργανισμούς με ευθύνη όλων των κυβερνήσεων, οι οποίες διαπλέκονταν με τους εργολάβους και τον χρησιμοποιούσαν για ρουσφέτια.

Αν ο πρώην υπουργός που εξετάστηκε χθες στη Βουλή είχε πράξει όσα όφειλε εκ της θέσεως του και, παρά τις ολιγωρίες για τη σύμβαση 717, δούλευαν όλα τα άλλα ρολόι, αν είχε φροντίσει να τηρούνται οι κανονισμοί και οι διαδικασίες και να υπάρχουν οι κατάλληλοι άνθρωποι στις θέσεις ευθύνης, τότε θα μπορούσε μιλάει και για «ανθρώπινο λάθος». Αλλά εδώ υπήρξε πρόδηλη η απραξία, η οποία θα μείνει για άλλη μια φορά ατιμώρητη χάρη στο ακαταδίωκτο των υπουργών που έχουν νομοθετήσει για τον εαυτό τους, ώστε να μην αντιμετωπίζονται από τη Δικαιοσύνη όπως όλοι οι άλλοι πολίτες.

Η παράσταση "Γελούσε άραγε ο κυρ Αλέξανδρος" στο "RESTART" | ATTICA TV

 ..............................................................


Η παράσταση "Γελούσε άραγε ο κυρ Αλέξανδρος" στο RESTART | ATTICA TV

Ο Μανώλης Γιούργος και η Γεωργία Δεληγιαννοπούλου μιλάνε στο "Attica TV" για την παράσταση "Γελούσε άραγε ο κυρ-Αλέξανδρος;" στον Χώρο Τέχνης "Ιδιόμελο" στο Μαρούσι.

Δεύτερος κύκλος παραστάσεων από 10.2.2024 μέχρι και 10.3.2024. Τρία δραματοποιημένα σατιρικά διηγήματα ("Οι Κουκλοπαντρειές", "Το κουκούλωμα" και "Ο Πανδρολόγος") του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911) με τους ηθοποιούς Μανώλη Γιούργο, Γεωργία Δεληγιαννοπούλου, Δήμητρα Κωνσταντινοπούλου και Πάνο Πανάγου. Σκηνοθεσία & δραματουργική επεξεργασία: Μανώλης Γιούργος.

Χώρος Τέχνης "Ιδιόμελο", Ελευθ. Βενιζέλου 17 & Βασ. Κωνσταντίνου, τα Σάββατα 9.15 μ.μ. & τις Κυριακές στις 7.30 μ.μ. Τηλ.κρατήσεων 210 6817042


"Βραχνή φωνή" ποίημα του ποιητή Σπύρου Αραβανή (γ. 1979, Πειραιάς) - Από την ποιητική συλλογή "Η ανοσία της άγνοιας", Αθήνα: Οδός Πανός, 2008.

 .............................................................





Σπύρος Αραβανής (γ. 1979, Πειραιάς)



Βραχνή φωνή


Τα πρόσωπα των νεκρών
μεγαλώνουν μέσα μας σαν νύχια.


Γι’ αυτό και τις μέρες
που θα νιώθεις στο λαιμό σου ένα γδάρσιμο
θα ξέρεις πια


γιατί αυτή η βραχνή φωνή
και γιατί αυτές οι αιμάτινες λέξεις.


Σπύρος Αραβανής, "Η ανοσία της άγνοιας", Αθήνα: Οδός Πανός, 2008.

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

"Απέναντι στην κυριαρχία Μητσοτάκη ποιος;" γράφει ο Χρήστος Λάσκος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13.2.2024)

 ...............................................................


Απέναντι στην κυριαρχία Μητσοτάκη ποιος;

γράφει ο Χρήστος Λάσκος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13.2.2024)

Είναι γνωστό πως ο τίτλος αφορά το ερώτημα που τέθηκε για την πολυσυζητημένη σημερινή εκδήλωση της «Εφ.Συν.».


Νομίζω, για να το πω αμέσως, πως δεν χρειαζόταν ολόκληρη εκδήλωση και τόση φασαρία για να απαντηθεί το συγκεκριμένο ερώτημα. Η απάντηση είναι προφανής. Κανείς από αυτούς που συμμετέχουν πρωταγωνιστικά δεν θα μπορούσε να είναι αυτός ο «ποιος». Οι συγκεκριμένοι πολιτικοί χώροι δοκιμάστηκαν ως προς αυτό και γίναν κονιορτός.

Το πράγμα μάλιστα αποκτά γκροτέσκα χαρακτηριστικά, αν σκεφτούμε πόσο υποτιμήθηκε ο Μητσοτάκης -ο ελάχιστος κατά τον Τσίπρα- από όλες τις παραλλαγές της «κυβερνώσας» εδώ και σχεδόν μια δεκαετία. Το γεγονός πως ο ελάχιστος είναι που τους συνέτριψε θα έπρεπε λίγο έστω να μετατοπίσει τον προβληματισμό από τα συνήθη.

Με πρώτο απ’ όλα την πρόσληψη της κατάστασης. Μια κατακτημένη για την Αριστερά ιδέα είναι πως δεν είναι τα πρόσωπα -πόσο μάλλον όταν είναι και «ελάχιστα»- που διαμορφώνουν τις μεγάλες επιλογές, τις μεγάλες καμπές, τις μεγάλες πολιτικές νίκες και ήττες. Αυτό που έχει σημασία -και μετά αρχίζει ο ρόλος των προσώπων- είναι οι τάξεις, τα κοινωνικά-συλλογικά υποκείμενα, τα κινήματα και η αντίδραση σ’ αυτά. Αυτό αφορά όλες τις κλίμακες της πολιτικής τελικά. Από τις μικρές, όπως μια εκλογική αναμέτρηση, μέχρι τις μεγάλες, όπως οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί.

Η επιμονή στα πρόσωπα είναι νομίζω ακραίος πολιτικισμός. Λίγο να σκεφτεί κάποιος το κατανοεί. Αν ήταν ο Μητσοτάκης το θέμα δεν θα επρόκειτο για big deal, που θα ‘λεγε και ο Γκρίνμπεργκ. Σιγά τα αυγά, σιγά τον πολυέλαιο, σπουδαία τα λάχανα, όπως εξηγεί την έκφραση το αγγλοελληνικό λεξικό. Θα βρίσκαμε και εμείς τον «ποιον» -αρσενικό, απ’ ό,τι φαίνεται από τον τίτλο της εκδήλωσης- και το πρόβλημα ως προς τα βασικά θα είχε λυθεί.

Ελα όμως που έχουμε να κάνουμε με ισχυρότατες, διαχρονικά δοκιμασμένες, κοινωνικές συμμαχίες, που κάνουν την καπιταλιστική κυριαρχία να δείχνει ακλόνητη! Σύμπας ο λαός της ιδιοκτησίας, με μεγάλη αυτοπεποίθηση, είναι που νικάει. Ο Μητσοτάκης είναι κάτι σαν την αποτελεσματικότερη μασκότ που διαθέτει το σύστημα για να κάνει τη δουλειά του -υπεραπλουστεύω για να γίνει φανερή, μέσα στις λίγες λέξεις που διαθέτω, η «ουσία» του πράγματος.

Ο τρόπος επομένως που γίνεται αντιληπτό το πράγμα δεν είναι νομίζω ο κατάλληλος. Το ερώτημα που τίθεται είναι αδύνατον να απαντηθεί.

Επιπλέον αυτοί που συζητούν το ερώτημα προφανώς βλέπουν τον εαυτό τους στη θέση του ποιανού. Ενδιαφέρονται συνεπώς σε μεγάλο βαθμό να ενδυναμώσουν τη θέση τους στην κούρσα.

Κάνω μια πρόγνωση: όσο το θέμα τίθεται τοιουτοτρόπως δεν υπάρχει περίπτωση επιλογής του σωστού χαλίφη. Κανείς από όσους διερευνούν το ερώτημα δεν θα αποδειχτεί η απάντηση. Για τον Τεμπονέρα, δε, τίθεται και το ζήτημα πως ο πρόεδρός του είναι σίγουρος ότι αυτός θα νικήσει τον Μητσοτάκη.

Ας ξαναγυρίσω όμως στο ουσιώδες. Το ίδιο το ερώτημα είναι λάθος αν ανήκεις στην Αριστερά. Από την άλλη, είναι το μόνο δυνατό ερώτημα αν το μέλημά σου είναι το «Κέντρο». Το οποίο, όπως σωστά το έθεσε ο γνωστός λαϊκός δεξιός Νικήτας Κακλαμάνης, δεν είναι ιδεολογία, αλλά επάγγελμα.

Το γεγονός πως η πρωτοβουλία εμπλέκει κυρίως επαγγελματίες πολιτικούς εξηγεί σε σημαντικό βαθμό την κατεύθυνση της αναζήτησης.

Θυμάμαι πόσες φορές ο Τσακαλώτος, στα «παλιά καλά χρόνια» επέμενε πως δεν έπρεπε να αναφερόμαστε σε Κεντροαριστερά όταν μιλάμε έστω και για τη δεξιά σοσιαλδημοκρατία. Η τελευταία ήταν μια παράταξη με απεύθυνση στην εργατική τάξη, η Κεντροαριστερά δεν είναι παρά θατσερισμός με παντελόνια (sic), για να θυμηθούμε και τον γίγαντα Μπλερ. Αλλαξε μάλλον άποψη κι αυτός και αναζητάει «προοδευτικές» λύσεις.

Συχνά λέγεται πως αυτό που απαιτείται είναι ένα νέο Επινέ. Κούνια που μας κούναγε! Το Επινέ, η ενωτική δημιουργία του νέου Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Γαλλία στα ‘70s, αφορούσε πολιτικές πρωτοβουλίες που για τους σημερινούς διοργανωτές θα θεωρούνταν ακροαριστερή παράκρουση.

Από αυτήν την άποψη η «Αριστερά της Αριστεράς» στην Ελλάδα βρίσκεται κοντύτερα σε ένα τέτοιο πρόταγμα. Αρκεί να το καταλάβει γρήγορα. Και έχει αργήσει πολύ. Μια ενωτική παρουσία στις ευρωεκλογές θα μπορούσε να είναι το πρώτο βήμα. Αν η συζήτηση πάει στην ουσία, είμαι βέβαιος πως η κοινή πορεία είναι απολύτως εφικτή.

Το ΚΚΕ είναι σε τέτοιο βαθμό σταθεροποιητική του συστήματος δύναμη που δεν μπορεί, δυστυχώς για τον κόσμο που το ακολουθεί, να είναι μέρος μιας τέτοιας πρώτης ανασύνθεσης. Οι μη επαγγελματίες στις παρυφές της Νέας Αριστεράς θα μπορούσε να είναι.

Κυρίως όμως αφορά τον πολύ, πάρα πολύ αριστερό κόσμο, που από το ’15 και έπειτα αποσύρθηκε στην αποχή -και όχι μόνο την εκλογική. Θα επανέλθω.

"Ανοικτίρμων η αλήθεια: τίποτα δεν θα είναι όπως πριν..." έγραψε ο Σπύρος Τάγκας ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.2.2024)

 ...............................................................


Ανοικτίρμων η αλήθεια: τίποτα δεν θα είναι όπως πριν...



έγραψε ο Σπύρος Τάγκας ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.2.2024)

Πράγματι: αν η συζήτηση που έχει ανοίξει (με αφορμή τις κινητοποιήσεις της αγροτιάς) γίνεται για τις αντοχές και το μέλλον της πρωτογενούς παραγωγής τότε, επί της ουσίας, η κουβέντα είναι τελειωμένη! Και τούτο, διότι είναι σαφές ότι πρωτογενής παραγωγή στην Ελλάδα απλά δεν υπάρχει! Με την ψήφιση και την ολέθρια διαχείριση δε της νέας ΚΑΠ, τη μεγάλη καταστροφή στη Θεσσαλία και τη δυσμενή διεθνή γεωπολιτική, γεωοικονομική συγκυρία που μοχλεύει επώδυνες καταστάσεις, όπως η ασύμμετρη ακρίβεια και η ανισόμετρη αντιμετώπιση, εκείνο που, φευ, σημαίνει δεν είναι τίποτε άλλο παρά το επίσημο τέλος της.

Το αλλοτινό καμάρι της εγχώριας εθνικής παραγωγής, που για χρόνια και δεκαετίες ολόκληρες κάλυπτε ικανά μέρος από το ισοζύγιο των τρεχουσών εσωτερικών και εξωτερικών συναλλαγών της χώρας, κείτεται, λες, χωρίς πνοή! Ωστόσο, αυτό-τούτο δεν είναι κάτι καινούργιο, τόσο για τους φορείς όσο και για τους σχετικούς θεσμούς που μέσα από τις μηχανές ή και τα γραφεία τους δείχνουν οιονεί καθολικά συγχυσμένοι. Από αρκετά νωρίς είχε αναλυθεί και εκτιμηθεί πως ο δρόμος που είχε πάρει η αγροτική παραγωγή στη χώρα ήταν εν πολλοίς ολισθηρός που σε συνδυασμό με την έλλειψη ανταγωνιστικότητας του «προϊόντος» μας θα επέφερε σίγουρα επώδυνες κλιμακώσεις και αναβαθμούς κατάρρευσης.

Ουδείς κατανοούσε επαρκώς αυτό-τούτο που ερχόταν, αλλά, και τώρα, ουδείς δείχνει να κατανοεί το βάθος και το βάρος του προβλήματος. Μέσα στα πολλά, όλοι -εχθροί και φίλοι, φίλοι και εχθροί μαζί-, κοιτούν με έναν κάποιο τρόπο (!) να κρύψουν τα πολλά-πολλά σκουπίδια κάτω από το γνωστό χαλί, ώστε, η κατάσταση να δείχνει σε λίγο όπως και πριν.

Μ’ όλα ταύτα, τούτη τη φορά δεν θα υπάρξει κατάσταση που να θυμίζει εκείνο το «πριν». Ο ζωτικός άξονα έχει αλλάξει/θα αλλάξει τάχιστα. Μαζί και η αλήθεια - θα γίνει εντελώς ανοικτίρμων στα μάτια μας: εκείνοι που θεωρούνταν ότι κράταγαν μέχρι τώρα την όποια παραγωγή θα υποχωρήσουν και, εν δυνάμει, θα χαθούν και στη θέση τους θα βρεθούν οργανωμένα μεγάλα συμφέροντα και κεφάλαια που θα μεταλλάξουν και θα μετασχηματίσουν την ελληνική γεωργία στη μορφή, κοντολογίς, που αυτά θα επιλέξουν. Μετά τούτων των σπουδαίων, ας πιάσουμε τώρα κάποια άλλη -πιο χαλαρή και ευχάριστη κουβέντα- για την ενέργεια και τα φωτοβολταϊκά, ας πούμε, σε γόνιμα και παραγωγικά εδάφη που, σαν διαδικασία ορίστηκε και επίσημα (!) σαν διαδικασία Πράσινη Ανάπτυξη. Φάγετε, λοιπόν, ολόκληρη αυτήν την Πράσινη Ανάπτυξη!..

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2024

"Πώς η κριτική έμεινε στην Ελλάδα ταπί και ψύχραιμη" έγραψε ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος (www.lifo.gr, 12.1.2015)

 ...............................................................



Πώς η κριτική έμεινε στην Ελλάδα ταπί και ψύχραιμη


Η παρακμή του κριτικού λόγου δεν ήρθε από τη μια μέρα στην άλλη― είναι προϊόν μιάς άνευ προηγουμένου διαπλοκής που έδεσε κόμπο ένα ολόκληρο έθνος.






έγραψ
ε ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος (www.lifo.gr, 12.1.2015)

Πολλές φορές, σε συζητήσεις, τυχαίνει να βρεθώ μπροστά σε κάποιον που σχεδόν παραληρεί από αγανάκτηση για την κακότητα ενός έργου τέχνης. «Γιατί δεν το γράφεις;», του λέω. «Είμαι διατεθειμένος να το δημοσιεύσω».

―Α, δεν μπορω. Τον ξέρω (τον δημιουργό) χρόνια… Ποιός αντέχει τη μίρλα του… κ.λπ.

Δεν περνάνε λίγες μέρες και ο αγανακτισμένος δημοσιεύει στη στήλη του έναν δειλό διθύραμβο για το έργο τέχνης που τον αγανάκτησε.

Πιστεύω ότι η κριτική έχει χρεοκοπήσει στην Ελλάδα, σχεδόν σε όλους τους τομείς ― πολιτική, Τέχνες, εστίαση― για μια σειρά λόγων. Και δεν μιλώ για την ανεπαρκή κριτική που δεν ξέρει να αναγνωρίζει το πρώτο από το δεύτερο― τέτοια πάντα υπήρξε, είναι δείγμα αμορφωσιάς, όχι ανηθικότητας. Ούτε μιλώ για όσους μέσα στα χρόνια απέκτησαν εμμονικά γούστα και πάθη, που όσο νάναι τους στερούν την διαύγεια της ματιάς. Μιλάμε για όσους βλέπουν το κακό και το αποσιωπούν.

Αυτή η χρεοκοπία δεν ήρθε από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι προϊόν μιας άνευ προηγουμένου διαπλοκής που έδεσε κόμπο ένα ολόκληρο έθνος ―σαν κάτι χωριά που όλοι βιάζουν τα παιδιά τους και δεν μιλάει κανείς. Και βεβαίως δεν εξαιρούμε τον εαυτό μας.

Ιδού οι λόγοι που αναγνωρίζω ότι οδήγησαν ως εδώ:

1. Οι δημοσιογράφοι δεν αμείβονται καλά. Έτσι έχουν ανάγκη τα κεράσματα, τις προσκλήσεις, τα δωρεάν ταξίδια κ.λπ. Ορισμένοι αποκτούν με τον καιρό την ψυχολογία του τζαμπατζή: όσο πιο πολυτελές το «κέρασμα», τόσο πιο παθιασμένο το γράψιμο. Ακραία εκδοχή κεράσματος: να σε προσλαμβάνει η κυβέρνηση ως σύμβουλο, ενώ ταυτόχρονα εργάζεσαι στα μέσα.

2. Η πόλη είναι μικρή και γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους. Θέλουν να μη τους βγαίνει ξινή μια έξοδος, όταν πέφτουν πάνω σε εκείνον που έκριναν αυστηρά.

3. Επειδή οι δημοσιογράφοι δεν κάνουν ρεπορτάζ, απλώς δημοσιοποιούν αυτό που οι «πηγές» τούς εγχειρίζουν (διαμοιράζοντάς το κυκλικά, για να είναι όλοι ευχαριστημένοι). Φροντίζουν λοιπόν να τα έχουν καλά με τις πηγές (κάτι μέγαιρες συνήθως που πουλάνε φύκια, ή «υπεύθυνοι δημοσίων σχέσεων» γενικώς). Έτσι η ομερτά συναντά τη νωθρότητα σε έναν εναγκαλισμό, που θα τον έλεγες και διαπλοκή.

4. Η οικονομική δυσπραγία των μέσων έχει επιτρέψει στη διαφήμιση να επιβάλλει επιλεκτικές αποσιωπήσεις «για να μη θιγεί ο πελάτης». Είτε αυτός είναι ένα ταβερνάκι που ψήνει σάπιες μπριζόλες, είτε είναι μια Τράπεζα γεμάτη αποσιωπημένα σκάνδαλα, είτε μια διεφθαρμένη κυβέρνηση. Δεν είναι ίδιας έντασης η απαξία (η πολιτική είναι η μεγαλύτερη διότι θίγει την βασική αποστολή της δημοσιογραφίας που είναι ο έλεγχος της εξουσίας)― είναι όμως απαξία και στις τρεις περιπτώσεις.

5. Οι περισσότεροι σημερινοί εκδότες αντιμετωπίζουν τα media ως πάρεργο- επιχειρούν κυρίως αλλού. Έχουν σκελετούς στην ντουλάπα τους και χρησιμοποιούν τη δημοσιογραφία ως μοχλό πίεσης. Αφ΄ενός προωθούν τα (μεγάλα) συμφέροντά τους, αφ' ετέρου ντιλάρουν με την κυβέρνηση: Με αφήνεις ήσυχο, σε αγιογραφώ νυχθημερόν. Και η κυβέρνηση, ευγνωμονούσα, τους επιδαψιλεύει με νέες εύνοιες.

6.Yπάρχει κι ένας λόγος, κάπως συμπαθητικός. Σε μια χώρα χαμηλών επιδόσεων, που π.χ. η καλλιτεχνική παραγωγή δεν είναι και για χόρταση, όταν βλέπεις κάποιον να προσπαθεί φιλότιμα, χωρίς να τα καταφέρνει πάντα, θες να κάνεις ότι δεν είδες το στραβοπάτημα, δεδομένου ότι υπάρχουν πολύ χειρότερα ένα γύρω.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ (και άλλους ίσως που μου διαφεύγουν), φτάσαμε σε ένα στάδιο που η επίσημη κριτική είναι νεκρή, σε όλα τα επίπεδα. Φυτοζωεί, ένθεν κακείθεν, σε λίγες φωνές που παρότι θα μπορούσαν να εξαγοραστούν, δεν εξαγοράστηκαν. Διότι έχεις να παλέψεις και με τούτο: Οι πλείστοι από τους «μη συστημικούς» κριτικούς, το βουλώνουν όταν η δική τους παρέα (ή χειρότερα: το δικό τους κόμμα) γίνει κυβέρνηση και Σύστημα. Αποδεδειγμένο.

Στην αντίπερα όχθη, στην ανεπίσημη χάβρα των social media, οι τολμηρές, ελεύθερες φωνές πνίγονται μέσα στις κραυγές, τις απειλές και τις κατάρες του πλήθους ή των μισθοφόρων.

Κι έτσι, μεταξύ επίσημης σιωπής και ανεπίσημης τσιρίδας, το κακό ταβερνάκι, το κακό βιβλίο, η κακή παράσταση, η κακή Τράπεζα, η κακή κυβέρνηση μένουν οι μοιραίοι κυρίαρχοι του παιχνιδιού σε ένα μοιραίο κράτος.