Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

"Οι Αρμονίες Βερκμάιστερ" ("Werckmeister Harmonies") Για την ταινία του σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ (21.7.1955 - 6.1.1926) έγραψε ο Μανώλης Κρανάκης (https://flix.gr/cinema, 8.7.2026)

 ...............................................................



"Οι Αρμονίες Βερκμάιστερ"
("Werckmeister Harmonies")

Για την ταινία του σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ (21.7.1955 - 6.1.1926)

έγραψε ο Μανώλης Κρανάκης (https://flix.gr/cinema, 8.7.2026)





Το αριστούργημα του Μπελά Ταρ κυκλοφορεί σε αποκατεστημένη κόπια με την υπογραφή του ίδιου του δημιουργού του. σε μια επανέκδοση - υπενθύμιση για το μεγάλο σινεμά που μετατρέπει την ποίηση σε έξοδο κινδύνου από το τέλος του κόσμου.

«Πρέπει να αποσαφηνίσω ότι ούτε για μια στιγμή δεν υπήρξε καμία αμφιβολία ότι δεν πρόκειται περί ενός τεχνικού αλλά περί ενός φιλοσοφικού ζητήματος.»

Ο κύριος Εστέρ, επιφανής κάτοικος ενός χωριού κάπου στα Καρπάθια, απομονωμένος μέσα στο σπίτι του ζει μόνο με το πιάνο του. Μοναδική του επαφή με τον έξω κόσμο ο Βάλουσκα, ο αλαφροϊσκιωτος ταχυδρόμος του χωριού που τον περιποιείται και μια γυναίκα που έρχεται και καθαρίζει μερικές φορές την εβδομάδα. Οι μέρες περνούν καθώς προσπαθεί να αποδείξει πως ο κανόνας πάνω στον οποίο στηρίχθηκε εδώ και χρόνια η αρμονία της μουσικής προέκυψε από την αλαζονία των ανθρώπων να πετύχουν τις ουράνιες αρμονίες που ανήκουν μόνο στους Θεούς. Το μανιφέστο του είναι απλό, αλλά και τεκτονικά ρηξικέλευθο: να στρέψουμε στα νώτα στο σύστημα χορδίσματος που τελειοποίησε ο θεωρητικός και μουσικός Αντρέα Βερκμάιστερ και να ανακαλύψουμε την αληθινή, καθαρή τονικότητα της μουσικής (ή και της μη μουσικής, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά) από την αρχή.

Εξω από το σπίτι του επικρατεί το χάος. Η θερμοκρασία προβλέπεται να πέσει κάτω από τους μείον 17 βαθμούς Κελσίου, η τιμή του κάρβουνου ανεβαίνει διαρκώς, τα καφενεία μυρίζουν αλκοόλ, τα σπίτια παρακμή και η πόλη λυμαίνεται από λεηλασίες καταστημάτων, βίαιες επιθέσεις, εκτελέσεις εν ψυχρώ και μια ατμόσφαιρα χάους που επιτείνεται από την επίσκεψη ενός τσίρκου με εξέχον θέαμα το κουφάρι μιας φάλαινας «και άλλα θαύματα της φύσεως», συν την έκτακτη συμμετοχή του «Πρίγκιπα», ενός αυτοαποκαλούμενου ηγέτη που κανείς δεν έχει αντικρίσει ακόμη από κοντά. Ευκαιρία για τη σύζυγο του κου Εστέρ και του εραστή της, αρχηγού της αστυνομίας, να οργανώσουν μια αυτόκλητη ομάδα «κάθαρσης» και «επαναφοράς στη τάξη», εκμεταλλευόμενοι τον τρόμο των πολιτών απέναντι στην αναρχία.

Βασισμένο σε μέρος της «Μελαγχολίας της Αντίστασης» του Λάζλο Κρασναχορκάι που εκδόθηκε το 1989 και σε σενάριο του ίδιου του (νομπελίστα πλέον) συγγραφέα, οι «Αρμονίες Βερκμάιστερ» συνοψίζονται θεματικά και κινηματογραφικά στην παραπάνω ρήση του κου Εστερ.


Στο κέντρο τους βρίσκεται το «λάθος» που νομοτελειακά αποκαλύπτεται μετά από χρόνια «παραφωνίας» μιας αλαζονικής κοινωνίας και η ανάγκη για μια αλλαγή, που δεν μπορεί να είναι μόνο τεχνική, αλλά πρωτίστως μια αλλαγή φιλοσοφίας. Μόνο που ο χρόνος μετράει αντίστροφα, η συνήθεια είναι πιο δυνατή από την αλλαγή και όταν ο κος Εστέρ εκβιαστεί να βοηθήσει στην επιχείρηση «κάθαρσης» - το λέει καθαρά σε μια από τις πιο σπαρακτικές στιγμές ολόκληρης της ταινίας - «Δεν θα κάνουμε ξανά το ίδιο λάθος».

Σε ένα άχρονο σύμπαν, έναν τόπο Αποκάλυψης (αμέσως μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου;) και σε μια Ευρώπη τραυματισμένη βαθιά από τους φασισμούς του πρόσφατου και απώτερου παρελθόντος - και σε ένα προφητικό τόξο και... του μέλλοντος -, ο Μπέλα Ταρ υποδέχεται το millenium με την ταινία που μετατόπισε ελαφρά το έργο του στη σφαίρα της υπαρξιακής αναζήτησης (με άμεση συνέχεια το «Αλογο του Τορίνο» του 2011 και όχι τον λιγότερο ζωτικό «Ανθρωπο από το Λονδίνο» που παρεμβλήθηκε), τελειοποιώντας ταυτόχρονα και την τεχνοτροπία που θα γινόταν το σήμα κατατεθέν του.

Σε αυστηρό ασπρόμαυρο (φωτογραφημένο από επτά διαφορετικούς διευθυντές φωτογραφίες) και χωρισμένο σε 39 μονοπλάνα μεγάλης διάρκειας ώστε να καλύψουν το συνολικό χρόνο των υπνωτιστικών 145 λεπτών, ο Ούγγρος σκηνοθέτης διασχίζει το τέλος του κόσμου προσπαθώντας να βρει μια έξοδο κινδύνου.


Οδηγός του το διαπεραστικό, παιδικό (σχεδόν σαν του Χριστού) βλέμμα του Βάλουσκα που διασχίζει το χωριό που γνωρίζει καλύτερα από τον οποιονδήποτε για να βρεθεί ενώπιον μιας κοσμικής προειδοποίησης για αυτό που θα επίκειται. Σαν αγγελιοφόρος όλων όσων συμβαίνουν… εκεί έξω, ο Βάλουσκα μεταφέρει το νέο μιας «έκλειψης» που έχει σκοτεινιάσει τα πάντα, αλλά είναι και ο μόνος που γνωρίζει ότι αργά ή γρήγορα ο ήλιος θα λάμψει ξανά και μέχρι τα μάτια να συνηθίσουν στο φως, ο κόσμος μπορεί και να προλάβει να σωθεί. Δορυφόρος μιας παράνοιας που απλώνεται ερήμην του (και όλων των αθώων αυτού του κόσμου), θα προσπαθήσει να μετριάσει το φόβο της κυρίας Χάρερ, να πείσει τον κο Εστερ να μην αντισταθεί στον εκβιασμό που θα μπορέσει να του εξασφαλίσει την ηρεμία του, να υπακούσει στα θελήματα ακόμη και των νεοφασίστων που πιστεύουν (φεύ) πως γνωρίζουν το δρόμο προς την ευημερία.

Η δική τους (και του Βάλουσκα και του Ταρ και του Κρασναχορκάι) «αρμονία» βρίσκεται στο κουφάρι της φάλαινας που βρίσκεται στο κέντρο της πλατείας, έκθεμα (αληθοφανές κι όμως ολότελα ψεύτικο) που συμβολίζει λιγότερο τη βιβλική καταστροφή ενός «Λεβιάθαν» ή το «δισκοπότηρο» ενός Μόμπι Ντικ και αντηχεί περισσότερο την μάλλον ανακουφιστική επιβεβαίωση της ασημαντότητας του ανθρώπου - εδώ και οι αναλογίες με τη «Ζώνη» του «Στάλκερ» στο αριστούργημα του Αντρέι Ταρκόφσκι. Ο Βάλουσκα θα αναρωτηθεί πολλές φορές για τα παράξενα πλάσματα που φτιάχνει ο Θεός κοιτώντας μέσα στο βλέμμα του κήτους, μιλώντας ουσιαστικά για τους ανθρώπους που γύρω από ένα νεκρό «έκθεμα» εκθέτουν τα πιο ταπεινά τους ένστικτα ως όπλα μιας επανάστασης φτιαγμένης από τα ίδια της τα υλικά για να αποτύχει. Επαναλαμβάνοντας μαθηματικά τα λάθη του παρελθόντος σε έναν κύκλο ιστορίας και πτώσης που δεν θα τελειώσει ποτέ.

Η βιβλική αναγωγή που αναπόφευκτα κυριαρχεί σε όλο το ασπρόμαυρο σώμα μιας ταινίας που ολοκληρώνεται σαν μια έκκληση αναμέτρησης ανάμεσα σε διαστάσεις, δίνει το στίγμα των αντιθέσεων που ολοκληρώνουν την Αποκάλυψη. Το μέγεθος της ανθρώπινης αντίστασης απέναντι στη μικρότητα που ακυρώνει την κατανόηση και την αλληλεγγύη. Την μεγάλη απόγνωση απέναντι στη ασήμαντη νομοτέλεια της καταστροφής ενός κόσμου που δεν μπόρεσε ποτέ να πιστέψει στον καλό του εαυτό. Την απέραντη μελαγχολία για έναν κύκλο ζωής που δεν μαθαίνει τίποτα από το παρελθόν του, έχοντας παραδώσει από καιρό τη σωτηρία του στη μικρή, μα εξίσου απέραντη δύναμη της αθωότητας - όσο αυτή μπορεί να αντέξει.


Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπελά Ταρ κρατάει τις σκηνές του σαν να θέλει να μην χάσει τη «διάρκειά» τους μέσα στο αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Οι πορείες των ηρώων του είναι πιο σημαντικές από τις στάσεις τους και οι σιωπές τους (εδώ και η αναζήτηση της νέας τονικότητας) πιο σημαντικές από τις κραυγές τους. Ειδικά στις «Αρμονίες Βερκμάιστερ» ο Μπέλα Ταρ σκηνοθετεί σαν να διαβάζει τις φράσεις του Λάζλο Κρασναχορκάι - συχνά και χωρίς τελεία αυτές απλώνονται μέχρι και σε δύο ή και παραπάνω σελίδες - σαν μια αναπαράσταση της ίδιας της (αέναης) δημιουργίας - και καταστροφής του κόσμου. Το σινεμά του έρχεται ως μια βαθιά ανάσα ανθρωπισμού με σκοπό να ξανακουρδίσουμε τα πάντα από την αρχή: ένα μήνυμα για που νικάει κατά κράτος το χρόνο όπως τον γνωρίζαμε, την αφήγηση όπως συμβατικά τη μάθαμε, ακόμη και την ίδια την έννοια της Αποκάλυψης σε μια ανατριχιαστική εκδοχή μακριά από αυτή που το σινεμά προσπάθησε χρόνια να εγκλωβίσει μέσα σε ένα μαζικό genre.

Ακριβώς στο σημείο όπου η τεχνική γίνεται φιλοσοφία. Και το σινεμά μια πράξη αντίστασης και μοναδική έξοδος κινδύνου από το τέλος του κόσμου.



"Werckmeister Harmonies" (Opening Scene - GR-EN sub) Σκηνοθεσία: Μπέλα Ταρ Σενάριο: Μπέλα Ταρ, Λάζλο Κρασναχορκάι (youtube, 25.1.2012)

 ..............................................................


"Werckmeister Harmonies" (Opening Scene - GR-EN sub)

(youtube, 25.1.2012)


Ουγγαρία, 2000, Ασπρόμαυρο

Παραγωγή: Φραντς Γκες, Πολ Σαντούν, Μίκλος Σίτα, Γιόαχιμ φον Φίτινγκχοφ
Σκηνοθεσία: Μπέλα Ταρ
Σενάριο: Μπέλα Ταρ, Λάζλο Κρασναχορκάι
Φωτογραφία: Μίκλος Γκούρμπαν, Ερβιν Λάντσενσμπεργκερ, Γκάμπορ Μέντβιγκι, Εμιλ Νόβακ, Ρομπ Τρεγκένζα
Μοντάζ: Ανιές Χρανίτζκι
Μουσική: Μιχάλι Βιγκ
Πρωταγωνιστούν: Λαρς Ρούντολφ, Πίτερ Φιτζ, Χάνα Σιγκούλα, Αλφρεντ Γιάραϊ, Γκιούλα Πάουερ, Γιάνος Ντερζί
Διάρκεια: 145 λεπτά
Γλώσσα: Ουγγρικά
Υπότιτλοι: Ελληνικά
Διανομή: Amarcord

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Εις μνήμην του Γιώργου Σταυριανού... / "Ο καημός της φυσαρμόνικας" (1982)

 .............................................................


Εις μνήμην του Γιώργου Σταυριανού...


"Ο καημός της φυσαρμόνικας" (1982)


στίχοι - μουσική: Γιώργος Σταυριανός

τραγούδι : Μαρία Δημητριάδη


Glass: The Poet Acts (From "The Hours") · Camille Thomas · Brussels Philharmonic · Oscar Jockel (youtube, 16.7.2026)

 ...............................................................


Glass: The Poet Acts (From "The Hours")


 · Camille Thomas · Brussels Philharmonic · Oscar Jockel

(youtube, 16.7.2026)


Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

«Η ΕΛΑΣ βρίσκεται πια στο απέναντι στρατόπεδο» γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 21.7.2026)

 ...............................................................


«Η ΕΛΑΣ βρίσκεται πια στο απέναντι στρατόπεδο»



γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 21.7.2026)



Ο τίτλος του σημερινού άρθρου είναι απόσπασμα από πρόσφατη ανακοίνωση της Νέας Αριστεράς, που αναφερόταν κυρίως στη στάση της ΕΛΑΣ στο θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων αλλά που έθιγε και γενικότερα ζητήματα. Τι σημαίνει να δηλώνει ένα κόμμα, που στις τρέχουσες δημοσκοπήσεις δεν καταγράφεται καν η εκλογική του δύναμη, πως το κόμμα που οι ίδιες δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν σταθερά στη δεύτερη θέση «βρίσκεται στο απέναντι στρατόπεδο»;


Παρότι προς το παρόν δημοσκοπικά απέχει παρασάγγας από το να εκπροσωπείται στην επόμενη Βουλή, η Νέα Αριστερά δεν είναι κόμμα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Δεν πρόκειται δηλαδή για κόμμα που οι κοινοβουλευτικοί αγώνες δεν είναι ανάμεσα στις προτεραιότητές του. Που σημαίνει ότι ακόμα και αν βρεθεί εκτός Βουλής το τι γίνεται εντός της το αφορά άμεσα και κατά τρόπο συγκεκριμένο – δεν απορρίπτει συλλήβδην τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και τη νομοθετική εξουσία ως «αστική δημοκρατία». Συνεπώς, τα περί «απέναντι στρατόπεδου» δεν αναφέρονται σε έναν νέο δικομματισμό που ούτως ή άλλως δεν την αφορά λόγω ιδεολογικών της θέσεων. Αλλωστε, αυτό φαίνεται κατά τρόπο συγκεκριμένο στην εν λόγω ανακοίνωση, που καταλήγει στη διαπίστωση περί ΕΛΑΣ αντιπαραθέτοντας τις θέσεις της Νέας Αριστεράς για τη νομοθεσία τη σχετική με την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Ας δούμε λίγο την «επιτελεστική» διάσταση της διατύπωσης – το τι προσπαθεί να κάνει δηλαδή ως δήλωση, πέρα από το σημασιολογικό της περιεχόμενο. Είναι σαφές πως η φράση «στο απέναντι στρατόπεδο» είναι «βαριά κουβέντα». Δεν είναι κάτι που περνάει απαρατήρητο ή που μπορεί να ξεχαστεί. Η Νέα Αριστερά με αυτή τη φράση κόβει κάθε γέφυρα με το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα. «Στο απέναντι στρατόπεδο» προφανώς σημαίνει πως αποκλείεται και η οποιαδήποτε προεκλογική ή μετεκλογική συνεργασία. Οπότε, ρεαλιστικά σκεπτόμενοι, μπορούμε να φανταστούμε τον Τσίπρα και τους συν αυτώ να λένε μεταξύ τους με χαιρεκακία: «Κι είχαμε μια σκασίλα που αυτό το δημοσκοπικά ανύπαρκτο κόμμα δεν θέλει συνεργασία μαζί μας…»

Να το θέσω ωμά. Το οριστικό άρθρο της διατύπωσης –«στο (απέναντι στρατόπεδο)» και όχι σκέτα «σε…»– υπονοεί εμμέσως πλην σαφώς ότι η ΕΛΑΣ βρίσκεται πια στο ίδιο στρατόπεδο με τη Νέα Δημοκρατία. Ότι δηλαδή δεν έχει απλώς μετακινηθεί προς την Κεντροαριστερά, αλλά ότι ανήκει πλέον στις καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις. Πράγμα που με τη σειρά του ισοδυναμεί με την παραδοχή πως το κοινωνικο-πολιτικό καθεστώς –δηλαδή κυρίως το μεγάλο κεφάλαιο μαζί με τις δυνάμεις που το στηρίζουν– είναι πλέον πανίσχυρο. Όπως δηλαδή ήταν και πριν από το 2012 που ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε σε κόμμα εξουσίας. Μόνο που τώρα τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Η βουλιμία του μεγάλου κεφαλαίου είναι πλέον ακόρεστη, και ο εκφασισμός της κοινωνίας που τη συνοδεύει καθίσταται εφιαλτικός.


Περάσαμε λοιπόν στο ίδιο το σημασιολογικό περιεχόμενο της διατύπωσης για την ΕΛΑΣ και το απέναντι στρατόπεδο. Από όσα σχετικά έχω γράψει, είναι σαφές ότι συμφωνώ με αυτό. Όπως επίσης συμφωνώ και με την επιτελεστική συνιστώσα: μετά και τις αποχωρήσεις όσων (όπως φαίνεται τουλάχιστον εκ των υστέρων) εξαρχής λοξοκοίταζαν προς το κόμμα Τσίπρα, καιρός είναι η Νέα Αριστερά να διακόψει και ρητά πλέον τις σχέσεις της με αυτό. Κάτι εξόχως θετικό κατά την άποψή μου είναι πως αυτή η «διακοπή των διπλωματικών σχέσεων» εκ των πραγμάτων αντιπαρέρχεται την πιεστική προτροπή που μας ταλανίζει πολλαχόθεν εδώ και πολλούς μήνες: «Να στηρίξουμε Τσίπρα για να φύγει ο Μητσοτάκης».

Όταν Τσίπρας και Μητσοτάκης βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο, το εκβιαστικό δίλημμα χάνει κάθε νόημα. Δεν θα κουραστώ να υποστηρίζω πως η κύρια αιτία για τη δημοσκοπική αφάνιση της Νέας Αριστεράς είναι πως προξενούσε την εντύπωση μεταβατικού σχήματος. Αυτό άλλωστε φαίνεται περίτρανα και στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ με τα όσα συμβαίνουν τώρα σε εκείνο το κόμμα. Η μόνη ρεαλιστική ελπίδα επιβίωσης της Νέας Αριστεράς είναι να αποσαφηνίσει όσο γίνεται το δικό της ιδεολογικο-πολιτικό στίγμα. Η συγκεκριμένη ανακοίνωση είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.

*Ομότιμος καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

"Encayapa" - Merengue Venezolano (Arrangement by Puentes Venezuela) (youtube, 25.11.2016)

 ...............................................................



"Encayapa" - Merengue Venezolano (Arrangement by Puentes Venezuela)

Violin, producer: Stefano Melillo

Electric puitar: Rodrigo Gamboa & Alejandro Sanchez

Cuatro: Leonardo Melillo

Piano: Josu Ortiz

Electric Bass: Ali Tovar

Percussion: Alexis Soto

Drums: Marco Echeverria

(youtube, 25.11.2016)



"Το πρόσωπο του «τέρατος»" γράφει ο Δημήτρης Πολιτάκης (www.lifo.gr, 20.7.2026)

...........................................................


 


Το πρόσωπο του «τέρατος»


Θα μας στοιχειώνει για πάντα η μορφή του Θοδωρή Ζαβραδινού–Καραμπαμπά, του τραγικού «20χρονου στο Άργος».





γράφει ο Δημήτρης Πολιτάκης (www.lifo.gr, 20.7.2026)


ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ τόσες μέρες για να αποκτήσει ονοματεπώνυμο και μορφή ο «20χρονος στο Άργος» που έγινε στόχος σκοποβολής μελών των ΟΠΚΕ, των λεγόμενων «κομάντο» της Ελληνικής Αστυνομίας, που τον έκαναν κόσκινο χωρίς εκείνος να είναι ένοπλος και χωρίς η πανικόβλητη απόπειρα διαφυγής του να απειλεί τη σωματική τους ακεραιότητα. Μετά από πρωτοβουλία της Κίνησης Χειραφέτησης Αναπήρων «Μηδενική Ανοχή» κοινοποιήθηκε παντού (και στον τόπο της δολοφονίας του) η φωτογραφία του αυτιστικού Θοδωρή Ζαβραδινού – Καραμπαμπά, αποκαλύπτοντας το πρόσωπο του «τέρατος» – το πρόσωπο της απειλής η οποία έπρεπε να εξολοθρευτεί με κάθε μέσο, νόμιμο και μη, από τις επίλεκτες δυνάμεις της αστυνομίας.


Ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, όπως αυτή αποτυπώνεται στα ηλεκτρονικά μέσα, θεωρεί ότι οι αστυνομικοί «έδρασαν στο πλαίσιο των καθηκόντων τους», βγάζοντας από τη μέση έναν «γύφτο», έναν «προβληματικό», έναν «Τουρκαλά».

Η φωτογραφία δείχνει ένα αθώο παιδί, ένα αγαθό πλάσμα που βρέθηκε στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή και φορούσε το μαγιό του όταν δέχτηκε τα πυρά των «επίλεκτων» αστυνομικών που τον καταδίωξαν μέχρι θανάτου. Το ελληνικό καλοκαίρι ως πεδίο βίας, τρόμου και εγκληματικής αυθαιρεσίας.

Ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, όπως αυτή αποτυπώνεται στα ηλεκτρονικά μέσα, θεωρεί ότι οι αστυνομικοί «έδρασαν στο πλαίσιο των καθηκόντων τους», βγάζοντας από τη μέση έναν «γύφτο», έναν «προβληματικό», έναν «Τουρκαλά», όπως τον χαρακτήρισαν οι ίδιοι οι εκτελεστές του την ώρα που έπεφτε από τα χτυπήματά τους.

Για άλλη μια φορά ξεπρόβαλλε, σαν φριχτό όραμα, το ίδιο, αγωνιώδες ερώτημα: πώς θα συμβιώσουμε (δημοκρατικά) εκεί έξω μ’ αυτούς τους συμπολίτες, μ’ αυτούς τους συμπατριώτες μας; Και συγχρόνως, να αναδύεται από τον ζόφο, η δυσάρεστη αίσθηση ότι τα αντανακλαστικά θα ήταν διαφορετικά και οι αντιδράσεις πιο έντονες αν το θύμα ήταν ένα επαναστατημένο «αστόπαιδο», ας πούμε, και όχι ένας αναλώσιμος παρίας.

Κατά θλιβερή σύμπτωση, λίγες μέρες πριν από τη ρατσιστική δολοφονία του 20χρονου Θοδωρή, είχαν γίνει επώνυμες καταγγελίες για την εξαφάνιση ενός αυτοσχέδιου μνημείου, ενός ταπεινού εικονοστασιού που είχε στηθεί στην πύλη Ε3 του λιμανιού του Πειραιά, την οποία περνάνε καθημερινά χιλιάδες τουρίστες με προορισμό τα νησιά. Το μικρό μνημείο που απομακρύνθηκε σε ανύποπτο χρόνο, αφού είχε επανειλημμένως βανδαλιστεί, είχε στηθεί στη μνήμη ενός άλλου νέου με αναπηρία, ο οποίος βρήκε άδικο και τραγικό τέλος επειδή ήταν «αναλώσιμος»: του 36χρονου Αντώνη Καρυώτη που έχασε τη ζωή στις 5 Σεπτεμβρίου 2023 όταν μέλη του πληρώματος του επιβατηγού Blue Horizon τον απώθησαν βίαια, ενώ προσπαθούσε να επιβιβαστεί στο πλοίο.

Εύκολοι στόχοι, κατατρεγμένα θηράματα. Για κάποιους ανθρώπους, μόνιμα θύματα της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού – γάγγραινες που μοιάζουν πλέον εκτός ελέγχου – η «κυνηγετική περίοδος» δεν σταματά ποτέ. Τουλάχιστον μένουν τα πρόσωπά τους να μας στοιχειώνουν για πάντα και να μας υπενθυμίζουν ότι τα πραγματικά τέρατα μπορεί να βρίσκονται δίπλα μας, αλλά και εντός μας.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

«Ο ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΙ Η ΜΑΡΙΓΩ» [Πολυφωνικό] - Κτίσματα Πωγωνίου (youtube, 15.11.2020)

 ...............................................................


«Ο ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΙ Η ΜΑΡΙΓΩ» [Πολυφωνικό] - Κτίσματα Πωγωνίου

✅ Πολύ παλιό, πολυφωνικό τραγούδι από την περιοχή του Πωγωνίου. Πρόκειται για μία Παραλογή, ένα πολύστιχο, αφηγηματικό τραγούδι, το οποίο αφηγείται έναν παράνομο, αστόχαστο, νεανικό έρωτα, ο οποίος έχει τραγική κατάληξη. Σε διάφορες παραλλαγές εντοπίζεται σε μεγάλο μέρος του ελλαδικού χώρου, όπως στη Μακεδονία, στη Θράκη, στη Λέσβο, στη Μεσσηνία, στην Καρδίτσα και αλλού. Στην ίδια την γεωγραφική περιοχή της Ηπείρου, το βρίσκουμε σε τουλάχιστον τρεις διαφορετικές εκδοχές.
✅ Για το θέμα του παράνομου έρωτα των δύο εξαδέλφων η Μιράντα Τερζοπούλου (2008) αναφέρει: «Πολλές παραλογές αναφέρονται σε άτυχους έρωτες νέων, θέμα που με τη σειρά του συχνά συνδέεται με την ενδοοικογενειακή αυθαιρεσία και εγκληματική βία. Όντας το είδος των τραγουδιών που προκαλούν το στοχασμό πάνω στις κοινωνικές συνθήκες και την ανθρώπινη φύση, οι μακροσκελείς παραλογές οδηγούν σε μια πολυεπίπεδη ανάδειξη αλλά και κριτική των ηθών, σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη στάση απέναντι στο καλό και το κακό. Οι σκληρές ιστορίες τους, που ως ιερά τροπάρια επαναλαμβάνουν τους αυστηρούς άγραφους κανόνες, πρέπει να ακουστούν και να λειτουργήσουν παραδειγματικά, ενώ παράλληλα κάθε πράξη βίας ακόμη και η τιμωρία κρίνεται εντέλει αναίτια και παράλογη και ο τραγουδιστής ταυτίζεται με το θύμα.

Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν τόσο αυτό όσο και τα τραγούδια Όσο ’ναι μάκρος του γιαλού, Ο Γιάννος και η Βαγγελιώ. Τον άδικο θάνατο του ενός ακολουθεί η αυτοκτονία του δεύτερου από τους αγαπημένους. Και στις δύο περιπτώσεις υπαίτια του θανάτου είναι η μάνα, φορέας της αυστηρής ηθικής αλλά, όπως σήμερα ξέρουμε, και πολλών ψυχολογικών συνδρόμων. Οι νέοι θάβονται μαζί και πάνω στους γειτονικούς τάφους τους φυτρώνουν δέντρα, που με το φύσημα του αγέρα συνεχίζουν τα τρυφερά αγκαλιάσματα των άτυχων ερωτευμένων».

◾ ΤΡΑΓΟΥΔΙ: «Το Πολυφωνικό της Ηπείρου» (Ανθούλα Κώτσου, Βαγγέλης Κώτσου, Δημήτρης Μάτσιας, Λάζαρος Τσιάβος, Σοφία Μάτσια, Σωκράτης Τσιάβος).


◾ ΔΙΣΚΟΣ: «Το Πολυφωνικό Της Ηπείρου ‎– Από Τα Κτίσματα Πωγωνίου», 1993


Οι στίχοι:

Ο Γιάννος και η Μαριγώ σ’ ένα σχολειό πηγαίναν 
Γιάννος μαθαίνει γράμματα κι η Μαριγώ τραγούδια. 
Τα δυο τους αγαπήθ'κανε κανένας δεν το ξέρει. 
Ο Γιάννος τ’ αποφάσισε της μάνας του το λέει. 
"Μάνα μ’ τη Μάρω αγαπώ και θέλω να την πάρω."
"Τι λες μωρέ παλιόπαιδο και φιδοδαγκωμένο η Μάρω είν’ αξαδέλφη σου πρώτη αξαδέρφισσα σου. Κάλλιο ν' ακούσω σάβανο για να σε σαβανώσω παρά ν' ακούσω στέφανα για να σε στεφανώσω."
Η Μάρω αρραβωνίζεται κι ο Γιάννος ξεψυχάει. 
Συμπεθεριό και λείψανο στο δρόμο γίναν ένα. 
Κανένας δεν ερώτησε από τους συμπεθέρους, η Μάρω ξαντροπιάστηκε, στέκει και τους ρωτάει. 
"Τίνος είναι το λείψανο με τη χρυσή την κάσα;"
"Του Γιάννου είναι το λείψανο με τη χρυσή την κάσα." 
Λιγοθυμάει η λυγερή και του θανάτου πέφτει. 
Τα πήραν και τα θάψανε σε ένα σταυροδρόμι. 
Γιάννος φυτρώνει κάλαμος κι η κόρη κυπαρίσσι, 
στριφογυρίζ' ο κάλαμος φιλάει το κυπαρίσσι. 
Για ιδέστε τούτ' τ' αντρόγενο, το πολυαγαπημένο, 
που δεν φιλήθ'κε ζωντανό, φιλιέτ' απεθαμένο.

(youtube, 15.11.2020)


Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Dave Brubeck Quartet - "Koto Song" (Live In Germany, 1966) (youtube, 17.7.2026)

 ...............................................................


Dave Brubeck Quartet - "Koto Song" (Live In Germany, 1966)

(youtube, 17.7.2026)


"Ο ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ" Διήγημα του συγγραφέα και φίλου στο fb Σίμου Ιωσηφίδη (https://www.vakxikon.gr, 8.7.2026)

 ..............................................................



            Ο ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ





Διήγημα του Σίμου Ιωσηφίδη (https://www.vakxikon.gr, 8.7.2026)



Κάποτε, πάνε χρόνια τώρα, η Βασιλική, μια παιδική φίλη, μου είχε εκμυστηρευτεί πως κάποια από τα προσεχή χρόνια, όχι πολύ μακριά, την ημέρα της γέννησής της, ένα μαγιάτικο απόγευμα που ο μήνας θα μετρούσε την 23η ημέρα του, θα ήθελε να βάλει τέλος στην ζωή της. Θυμάμαι πως είχα παγώσει. Όχι με εκείνο καθαυτό που είχα ακούσει αλλά περισσότερο με την ανατριχιαστική αλήθεια της εκφοράς του. Πρόλαβε να διευκρινίσει πως, αυτή η πράξη, φυσικά, δεν θα ήταν με τον υστερικό τρόπο που πεθαίνουμε κάθε μέρα, τον τόσο φτωχό σε φαντασία, αλλά με εκείνον τον μύχιο τρόπο κάποιου που παραιτείται από μια διεστραμμένη φαινομενολογία και έναν ανούσιο κτητικό ίλιγγο.

«Θα είναι ένα ανοιξιάτικο απόγευμα», έλεγε, «που η ύπαιθρος θα είναι θαυμαστή και όλα θα φαίνονται αληθινά, σαν εκείνο το τόσο αγνό μειδίαμα στο βλέμμα μιας ερωτευμένης κοπέλας που μετά βίας κατορθώνεις να δεις και που, έκτοτε, στοιχειώνει για πάντα τις νύχτες σου».

«Η αλήθεια», συνέχισε, «είναι αυτή που διακρίνεται δια γυμνού οφθαλμού αν ποτέ προλάβεις να δεις τα μάτια ενός παιδιού σε εκείνες τις ιερές στιγμές της βουβής απορίας». Ή, άλλοτε, «αν στα ρηχά μιας παραλίας αντικρίσεις τα απύθμενα βάθη ενός ωκεανού. Τότε όλες οι λείες επιφάνειες θα έχουν κατακόρυφες αποστάσεις. Το βλέμμα δεν θα εστίαζε στο κεντρικό αντικείμενο αλλά στο φόντο της σκιάς του, ακριβώς εκεί που το εσώτερο θα γινόταν εσώτατο». Κι έπειτα, σταματούσε σκύβοντας το κεφάλι της μένοντας αμίλητη.

Ποτέ δεν μιλούσε πολύ. Το μόνιμο χαμόγελό της ήταν σαν να κάλυπτε επαρκώς τα λόγια της. Χαμογελούσε με μιαν ανέκφραστη γλυκύτητα. Ένα χαμόγελο αναίτιο και γι’ αυτό, τόσο απορητικό. Το βλέμμα της μακρινό, αφηρημένο και απόμακρο. Πάντα διστακτική και ήρεμη η φωνή της. Σαν να μην ήταν σίγουρη για αυτά που έλεγε.

Έμενε σε κάποιο νησί που κάθε χρόνο παραθέριζα με την οικογένειά μου. Ποτέ δεν έπαψα να την βλέπω. Οι ντόπιοι, χαριτολογώντας, έλεγαν πως θα με κάνουν επίτιμο δημότη του τόπου τους.

Η οικογένειά μου, ένεκα των συχνών επισκέψεων στο νησί, γνώριζε αρκετά καλά τους γονείς της. Γειτόνευαν με το σπίτι της. Ήταν πολύτεκνη οικογένεια και τα αδέλφια της ήταν τέσσερα μικρότερα αγόρια. Με είχε φιλοξενήσει κάποιες φορές. Τις ώρες που δεν ήταν στο μαγαζί είχε αναλάβει την κηδεμονία τους. Φυσικά θα ήταν άδικο να μην αναφέρω πως, όσο η παρουσία της κοσμούσε εκείνο το μέρος, τόσο οι επισκέψεις μου γίνονταν και συχνότερες. Πάντα στο ίδιο χωριό σε εκείνη την πεδιάδα.

Σε μία από αυτές, μιαν άνοιξη, την συνάντησα και πάλι. Με καλωσόρισε χαμογελώντας. Με ρώτησε, όπως κάθε φορά, για την ζωή στην πόλη. «Θα μ’ άρεσε να κάνω μια βόλτα στην πόλη», μου έλεγε, «να σεργιανίσω στα μεγάλα μαγαζιά». Απαντούσα πως η άνοιξη εκεί δεν είναι τόσο ορατή. Και συμφωνούσε συγκατανεύοντας. Έλεγε πως «ο κόσμος μεγάλωσε πολύ» δείχνοντάς μου την ύπαιθρο.

Τις σεζόν που το νησί έσφυζε από κόσμο δούλευε σερβιτόρα στην ταβέρνα του πατέρα της. Ψησταριά ‘Η Θράκα’ λεγόταν. Το μαγαζί ήταν στον κάμπο, σε ένα μάλλον αντιτουριστικό χωριό κι έτσι ήταν ανοιχτό μόνο τα βράδια. Είχε έναν ελαφρύ αέρα η ατμόσφαιρα εκεί στην γούβα που μύριζε χώμα και υγρές ρίζες. Η μάνα της, μια δύστυχη Φινλανδή, αρκετά σπασμένη στο πρόσωπο, πάντα ήταν μέσα στο μαγειρείο. Σπανίως εμφανιζόταν. Δυσκολευόταν αρκετά να μιλήσει την γλώσσα μας. Προφανώς σε αυτήν οφείλονταν τα κατάξανθα μαλλιά της Βασιλικής, τα λεπτά της χαρακτηριστικά και το τόσο ξέθωρο χρώμα του προσώπου της. Το τελευταίο ήταν πάντα ανέκφραστο και, εξαιτίας αυτού, οι αψεγάδιαστες αναλογίες του, ελάχιστα διακριτές.

Πάντα η Βασιλική όταν με σέρβιρε μου άφηνε την εντύπωση πως το χαμόγελό της ήταν κάτι που με αφορούσε προσωπικά. Βάδιζε αργά, αιθέρια και φορούσε συνήθως ένα θαλασσί σακάκι. Όταν σέρβιρε, που και που, γύριζε το κεφάλι της και με κοιτούσε. Πάντα με εκείνο το ίδιο χαμόγελο. Σκεφτόμουν τα λόγια της, «και όλα θα φαίνονται αληθινά, σαν εκείνο το τόσο αγνό μειδίαμα στο βλέμμα μιας ερωτευμένης κοπέλας που μετά βίας κατορθώνεις να δεις». Λες να ζούσα μια τέτοια αλήθεια; Αναριγούσα. Ζαλιζόμουν και μόνο με την σκέψη.

Την ώρα που δεν είχε δουλειά καθόταν μαζί μου. Μου έλεγε ασθμαίνοντας πως η κοιλάδα είναι ονειρική. Γοητεύει την Άνοιξη έτσι όπως απλώνεται ανθισμένη. «Είναι όμως θνητή» και χαμηλώνοντας τα μάτια συνέχιζε: «κάθε τι εφήμερο είναι γοητευτικό. Ίσως αυτή η γνώση να μας θλίβει. Θλίψη και γοητεία, μοναξιά και πνευματική κλίση, ύλη και ποίηση, συνιστούν από κοινού το όριο που τίθεται στην εκστατική ενατένιση του φυσικού μας κόσμου. Για να αποκτήσεις πρέπει να χάσεις, για να πάρεις πρέπει να προσφέρεις και για να ζήσεις πρέπει να πεθάνεις». Κι έτσι σκυφτή όπως ήταν σηκωνόταν για την επόμενη παραγγελία.

Είχε κάτι άτονο η ομιλία της. Μιλούσε κουρασμένα. «Θέλουμε μόνο να εισπράττουμε, και να εισπράττουμε, και να εισπράττουμε», θυμόμουν τα μακρόσυρτα λόγια της. Άλλες φορές ανέφερε με την γνώριμη ξεψυχισμένη βραχνάδα στην φωνή πως, «μέσα στο αίμα μας υπάρχει ένα ρεύμα, μια παιδική θαλάσσια παλίρροια που με έναν θαυμαστό τρόπο ανασύρει μνήμες από πολύ παλιά, μνήμες όμορφες που κατοικούν μακριά όπως τα ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα από νησιά που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμη». «Ο καθένας από εμάς», συνέχιζε, «σαν πεζός και πρακτικός άνθρωπος, διαλέγει να ακολουθήσει τον δρόμο κάποιας ατέρμονης μονοτονίας, μιας αγχώδους και ασυνάρτητης εγωπάθειας και, εντέλει, εκείνης της επιλεκτικής κουφαμάρας που θα τον ακολουθεί σε όλη του την ζωή».

Και μετά πάλι σέρβιρε καθοδηγούμενη από τον πατέρα της.

Περίμενα την επερχόμενη άνοιξη να την συναντήσω και πάλι μετά από τις διακοπές του καλοκαιριού. Το καλοκαίρι ο χρόνος της ήταν πάντα γεμάτος. Όταν δεν ήταν στο μαγαζί είχε την επιμέλεια των παιδιών. Στο σπίτι, σχεδόν όλα τα πρωινά. Παρατηρούσα τις κινήσεις της. Γλιστρούσε αθόρυβα σαν ίσκιος στον χώρο δίνοντας την αίσθηση πως είναι ξένη. Μου είχε δείξει και κάποια κεντήματά της. Έπλεκε και μερικές φορές σκιτσάριζε κάτι περίεργες μορφές. Κλωστές και μπογιές αχνές, χωρίς χρωματικές εντάσεις, καθρέφτισμα της ηρεμίας της.

Τα τελευταία χρόνια επισκεπτόμουν μόνος το νησί. Οι γονείς μου, φιλάσθενοι αμφότεροι, βολεύονταν σε κοντινότερες αποστάσεις τα καλοκαίρια που ήταν προσβάσιμες οδικώς. Διατηρούσαν ωστόσο επαφές με αρκετούς ντόπιους. Σε μία από αυτές, ήταν Απρίλιος, η μητέρα μου μιλούσε στο τηλέφωνο με την κυρία Τασία, μια πολύ καλή γυναίκα που ήταν η ιδιοκτήτρια του σπιτιού που νοικιάζαμε κάθε χρόνο: «...ο Μπάμπης μας πάει καλά με την πιτσαρία. Η Μαρία παντρεύεται το Πάσχα! Να έρθετε όλοι. Παίρνει ένα πολύ καλό παλικάρι. Μάγειρας στο ‘Αλεξάνδρεια’. Στέκεται καλά. Τον περασμένο μήνα πέθανε η ανιψιά μου η Βασούλα του Αγαλιώτη που κάθεται δύο σπίτια πιο πέρα. Ο γιος σου την ήξερε. Καλό κορίτσι. Κι όμορφο πολύ. Όλος ο κάμπος την έκλαψε. Οι γιατροί είπαν πως είχε κάτι στον πνεύμονα. Ανεπάρκεια, δύσπνοια κάτι τέτοιο. Κρίμα μωρέ το κορίτσι από τα 29 του».

Ήταν 23 Απριλίου. Ένα χρόνο πριν τα τριακοστά γενέθλιά της. Μεγάλη Εβδομάδα.

"Μειωμένες προσδοκίες και πολιτικός μαρασμός" γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 17.7.2026)

 .............................................................



Μειωμένες προσδοκίες και πολιτικός μαρασμός




γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 17.7.2026)


Ζούμε πια σε μια κοινωνία που δεν πράττει, ενώ, σε μεγάλο βαθμό, γνωρίζει περισσότερα από ποτέ για τον εαυτό της αλλά και για τον κόσμο γύρω της.



ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΙΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ και εκφράσεις που αποπνέουν συγχρόνως σοβαροφάνεια και χλιαρότητα. Αποτυπώνουν μεν μια αλήθεια, μια πραγματική τάση, με λέξεις όμως αμήχανες και ψυχρές. Στέκομαι, έτσι, στον χαρακτηρισμό «μια κοινωνία μειωμένων προσδοκιών». Τα τελευταία χρόνια η φράση έχει περάσει σε πλήθος αναλύσεων, στα συμπεράσματα κοινωνικών ερευνών, σε κομματικά κείμενα. Έγινε γενικός τίτλος για το ύφος των καιρών που διανύουμε, περιγράφοντας τη συμφιλίωση της πλειοψηφίας με χαμηλωμένους συντελεστές ύπαρξης. Φωτογραφίζοντας, επίσης, τεχνικές ατομικής επιβίωσης σε συνθήκες που δεν ευνοούν τα συλλογικά πράγματα. Στεγάζοντας, τέλος, το μούδιασμα ή μια κατήφεια που αλληθωρίζει άλλοτε προς τον εκτονωτικό θυμό και άλλοτε προς την απάθεια. Αν ψάξουμε τις συνηθισμένες της εκδοχές, κοινωνία μειωμένων προσδοκιών είναι εκείνη στην οποία κάποιες παλιές δόξες ξεφτίζουν δίχως να ενθρονίζεται κάτι άλλο και ισχυρό στη θέση τους. Παλιές δόξες, όπως η αισιόδοξα ανερχόμενη μεσαία τάξη, το αίσθημα της οικονομικής ασφάλειας, μαζί με δυνατές διεκδικητικές φιλοδοξίες και ιδεολογικές βεβαιότητες. Ιδέες και συναισθήματα με προέλευση τον προηγούμενο αιώνα, που εδώ και χρόνια κάνουμε την απογραφή των απωλεσθέντων τους.

Όλα αυτά περιέχονται στον κρύο όρο «μειωμένες προσδοκίες». Υπάρχει όμως κάτι πιο βαρύ εδώ. Ίσως να είναι και πιο σημαντικό, γιατί αφορά μια στάση παθητικής θέασης αυτών των απωλειών. Θέαση και ταυτόχρονη κατανάλωση της ίδιας μας της αδυναμίας να πράξουμε. Φαίνεται στη συντριπτική υπεροχή του σχολιασμού έναντι της δράσης, στο πώς η μεμψιμοιρία έχει πάρει ύψος σε σχέση με τις πραγματικές αντιστάσεις. Η καταπόνηση των αντιστάσεων, η κάμψη της βούλησης και έπειτα η προσαρμοστικότητα σε στενότερους χώρους θα έλεγε κανείς πως διατρέχει τη συγκυρία.


Οι μειωμένες προσδοκίες δεν σηματοδοτούν μια κατάσταση νωθρότητας, όσο έναν τρόπο να ζούμε με κάποια δυσθυμία, περιμένοντας να συμβεί το θαύμα ή μην περιμένοντας πια κάτι.

Είναι ενδιαφέρων ο τρόπος με τον οποίο καταγγέλλονται και ταυτοποιούνται χίλια δυο δεινά. Η ανάλυση των αδιεξόδων και των προβλημάτων στα έντυπα και στις οθόνες έχει προχωρήσει αξιοθαύμαστα, οι εξηγήσεις για τις κρίσεις και την αιτία τους είναι πειστικές και κάποιες συναρπαστικές. Η χαρτογράφηση των προβλημάτων ποτέ δεν υπήρξε τόσο πολυδιάστατη και χορταστική. Νεότεροι ερευνητές με όλα τα εργαλεία στη διάθεσή τους, τα λοξά βλέμματα σε μια καλή δημοσιογραφία που επιμένει, ένας προβληματισμένος κόσμος παράγουν έννοιες, ώριμες περιγραφές και ευρηματικές διαγνώσεις.

Για τον σημερινό καπιταλισμό, τη δημοκρατία, τις νέες μορφές φασισμού, τα ιδιαίτερα προβλήματα των κοινωνιών μας και την παθολογία των κρίσεων. Εξαιρετικές συζητήσεις τώρα διεθνώς για τα data centers, εμπεριστατωμένα κείμενα για το πρόβλημα των απορριμμάτων και του δημόσιου χώρου, για τη μία ή άλλη κοινωνική και περιβαλλοντική βλάβη στον δικό μας τόπο και αλλού. Το ίδιο συμβαίνει με κάθε στοιχείο δημόσιας ζωής, ας πούμε την τραγική κατάσταση με το πολιτικό προσωπικό και τα κόμματα, τα καινούρια λόμπι στο σύστημα εξουσίας των Βρυξελλών, τις υποδομές, τα γεωπολιτικά. Σε Βορρά και σε Νότο, έχει αναδυθεί μια σφαίρα δημόσιας ανάλυσης και τεκμηρίωσης εντυπωσιακή στην ευρυμάθεια και στα βάθη που φτάνει. Η γνώση περισσεύει, και ακόμα και η κριτική, ανατρεπτική, out of the box αποδεικτική εργασία για το γιατί και το πώς.

Τι συμβαίνει όμως στην κοινωνία των μειωμένων προσδοκιών; Όλα αυτά τα ικανά αποθέματα γνώσης και κριτικής διαύγειας –εκλαϊκευμένα και διασκευασμένα καταλλήλως και για το ευρύτερο κοινό– δεν (συν)κινούν. Σαν να έχεις ένα σωρό καλούς δασκάλους που δεν καταφέρνουν να μεταδώσουν τίποτα εκτός από bites πληροφορίας. Όγκος ενημέρωσης και άπειρες ποσότητες πληροφορίας σκάνε απλώς και διαλύονται δίχως να αφήνουν αξιόλογα ρήγματα στο πώς λειτουργεί η πολιτική εξουσία, οι αποφάσεις και τα συστήματα που καθορίζουν τη ζωή μας. Στο τέλος έρχεται ένα «εμείς τα λέμε, εμείς τα ακούμε» μέσα στις παράλληλες κοινότητες των συζητήσεων και των εργαστηρίων τους.

Την κοινωνία των μειωμένων προσδοκιών δεν πρέπει να τη φανταζόμαστε σαν μια απληροφόρητη κοινωνία όπου οι πολίτες βρίσκονται, σώνει και καλά, στο σκοτάδι για όσα τους συμβαίνουν και τους αφορούν. Ποτέ δεν ήταν περισσότερες οι εκστρατείες ενημέρωσης, όπως και οι αφορμές ευαισθητοποίησης. Ποτέ δεν γνωρίζαμε περισσότερα για την υγεία, την ατμόσφαιρα, τη σύσταση των προϊόντων, τις τεχνολογίες. Το ζήτημα είναι πως η κοινωνία δεν πράττει ενώ, σε μεγάλο βαθμό, γνωρίζει περισσότερα από ποτέ για τον εαυτό της αλλά και για τον κόσμο γύρω της. Έχοντας όμως γλιστρήσει και αφεθεί στις μικρές τεχνολογίες μιας καθημερινής πλοήγησης, η κοινωνία των μειωμένων προσδοκιών δεν έχει πια ανοιχτό χώρο για την ανθεκτική συλλογική δράση. Τη βλέπει εχθρικά, τη σνομπάρει ως αναχρονισμό ή το πολύ-πολύ ως διάλειμμα και περιστασιακό πασπάλισμα μιας απολιτικής ρουτίνας.

Είναι ίσως λάθος να μιλάμε για παθητικότητα. Διότι οι άνθρωποι νιώθουν και διαβεβαιώνουν ότι δρουν στ’ αλήθεια όταν, ας πούμε, χειρίζονται ένα πρόγραμμα που τους βρίσκει τις καλύτερες ημερομηνίες για το αεροπορικό ταξίδι ή την κράτηση για τη συναυλία του Ρόμπερτ Πλαντ π.χ. Είμαστε πλέον «ενεργοί πολίτες», απαντώντας σε ερωτηματολόγια και μέιλ, σερφάροντας σε εργαλεία διευκόλυνσης, μπαίνοντας, οι νεότεροι, σε dating apps και όλα όσα προσφέρει η διαθέσιμη σφαίρα της κυκλοφορίας εμπορευμάτων και επιθυμιών. Σε αυτήν όμως την ενεργητικότητα, η οποία αγγίζει συχνά την εξάντληση, μια από όλες τις προσδοκίες φαίνεται πως εξέπεσε αισθητά: η επιθυμία να ασκούμε έλεγχο στους όρους της ζωής μας. Είναι η προσδοκία που θέλει τα σώματα να τεθούν σε κίνηση για να συναντήσουν άλλα σώματα και να σταθούν από κοινού κάπου, σε μια διεκδίκηση, σε μια δημόσια μαρτυρία: να επινοήσουν κάτι άλλο από το ισχύον και το ήδη γνωστό.

Οι μειωμένες προσδοκίες δεν σηματοδοτούν πάντως μια κατάσταση νωθρότητας, όσο έναν τρόπο να ζούμε με κάποια δυσθυμία, περιμένοντας να συμβεί το θαύμα ή μην περιμένοντας πια κάτι. Κοινωνία μειωμένων προσδοκιών είναι τελικά κάθε οντότητα που μετατρέπει τα παθήματά της σε ουρανοκατέβατα ατυχήματα ή σε ασύλληπτα περίπλοκες συνωμοσίες για τις οποίες δεν μπορείς να κάνεις και πολλά και στο τέλος σε κουράζουν. Και εδώ ακουμπάει ο βαθύτερος μαρασμός της πολιτικής, όχι στις μεταγραφές των πολιτικών και στο παιχνίδι των κομματικών υποσχέσεων που περιμένει τον Σεπτέμβριο για να καταλάβει την κεντρική σκηνή.

"Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη με την ευκαιρία της εκατονταετηρίδας από τη γέννησή του" από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ (https://neoplanodion.gr, 22.11.2025)

 ...............................................................



Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη με την ευκαιρία της εκατονταετηρίδας από τη γέννησή του


του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ (https://neoplanodion.gr, 22.11.2025)

Καθώς κοντεύουμε πια στο έβγα του Έτους Αναγνωστάκη και των ποικίλων τιμητικών εκδηλώσεων που το συνόδευσαν, προσωπικά συγκρατώ το παράδοξο. Ο προ της «σιωπής» ποιητής, αυτός που το έργο του κατακλείεται, όπως μας είπαν, με τον Στόχο, άντε και με το Περιθώριο ’68-’69, αυτός ο λάλος ποιητής, ο πολυδιαβασμένος και πολυμελετημένος και πολυτραγουδισμένος, επιγόνους σήμερα ποιητικούς δεν διαθέτει. Το ίχνος του στους στίχους που γράφονται στις μέρες μας είναι δυσδιάκριτο, αν υπάρχει καν. Με μία έννοια, ο τελευταίος σημαντικός μαθητής του, μεταστάς πια κι εκείνος, ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Αντιθέτως, ο μετά τη «σιωπή» Αναγνωστάκης, ο εν πολλοίς παραγνωρισμένος σατιρογράφος «Μανούσος Φάσσης» δηλαδή, και ο προσωπικός ανθολόγος της Χαμηλής φωνής, έχει και παραέχει συνεχιστές και επιγόνους. Μαζί του συνδέονται αναπόσπαστα οι δύο σημαντικότερες συλλογικές τάσεις της μετά το 1980 ποίησής μας: αφενός μεν, η επιστροφή των έμμετρων μορφών, αφετέρου δε, η αναβίωση της σάτιρας.

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του πρωτοεκδίδεται (σε 3.000 αντίτυπα, παρακαλώ, που εξαντλήθηκαν γρήγορα) το 1987. Η Χαμηλή φωνή. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς το 1990 (επίσης σε 3.000 αντίτυπα). Και η επιρροή που άσκησαν σε μια μεγάλη ομάδα νεώτερων ποιητών, αλλά και σε μερίδα των φιλολόγων και των μελετητών της παλαιότερης ποίησής μας, είναι προφανής. Η επαναφορά του παλαιού λυρισμού στο προσκήνιο, συστημένη από το κύρος του ανθολόγου, κλόνισε την εντύπωση που έτρεφαν πολλοί ότι η προ του μοντερνισμού ελληνική ποίηση είναι πράγμα παρωχημένο και αδιάφορο και έστρεψε την προσοχή πολλών στους εκφραστικούς της τρόπους, όπως στις δυνατότητες της ρίμας, που ο Αναγνωστάκης πίστευε ότι η ελληνική ποίηση δεν τις έχει αξιοποιήσει πλήρως. Η δε ποιητική σάτιρα πήρε νέα πνοή από τον Μανούσο Φάσση, μετά από μια περίοδο που είχε πέσει ουσιαστικά σε νεκροφάνεια. Έγραφε χαρακτηριστικά γι’ αυτήν ο Τάκης Σινόπουλος στα 1965:

«Σήμερα με τις ελευθερίες που πήρε η ποίηση δεν έχομε σάτιρα. Ίσως φταίει κι η εποχή, υπερβολικά σοβαρή, υπερβολικά προβληματισμένη, υπερβολικά αγχώδης. Και πώς να χωρέσει η σάτιρα στον ελεύθερο στίχο;»

Πλάι στον Νίκο Φωκά της διαβόητης Παρτούζας, ο Αναγνωστάκης-Φάσσης έδωσε στο ερώτημα αυτό μια έμπρακτη διπλή απάντηση που ισχύει ακόμη. Πρώτον, όχι: η δυνατή, η ευθύβολη, η τσουχτερή σάτιρα σπανίως χωράει στον ελεύθερο στίχο, χρειάζεται παντάπασι τα μέτρα και τις ρίμες της όπως τα βέλη έχουν ανάγκη τις μεταλλικές τους αιχμές. Και δεύτερον, ναι: ιδίως οι εποχές που περνιούνται για αγχώδεις και προβληματισμένες και σοβαρές έχουν ανάγκη τη σάτιρα και την διακωμώδηση.

Πόσες χιλιάδες ώρες πέρασαν με συνεδρίαση,
σ’ αχτίδες, κόβες και κομματικούς πυρήνες,
στο τέλος πάθαμε χρόνια νικοτινίαση
κι ο πονοκέφαλος ούτε περνούσε μ’ ασπιρίνες.

Μάθαμε απ’ όξω —βασικά— όλα τα προβλήματα
και την αναγκαιότητα της πάλης
και γίναμε τα δαχτυλοδειχτούμενα τα βλήματα
κρατώντας τον Μαρξ -Έγκελς υπό μάλης.

Μέρα τη μέρα θά ’ρχονταν η Επανάσταση
και περιμένοντας πέρασαν χρόνια
κι όμως σ’ το λέγαν οι γονείς σου: «άσ’ τα συ
πάντα θα βρίσκονται στον κόσμο άλλα κωθώνια».

«Μετά από έναν χαμένο πόλεμο πρέπει να γράφονται κωμωδίες», σημείωνε στον καιρό του ο Φρήντριχ φον Χάρτενμπεργκ, γνωστότερος ως Νοβάλις. Η «ποίηση της ήττας» ήταν λογικό και επόμενο να βρει την προσφυή συνέχισή της όχι στην παγίωση των θρήνων, αλλά στην αντιστροφή τους. Τους εύθυμους κοροϊδευτικούς στίχους του Φάσση για τις κομματικές ολομέλειες και τις κομματικές νεολαίες και τις κομματικές σεμνοπρέπειες και σεμνοτυφίες, υποβαστάζει η δύσθυμη διαπίστωση: η Αριστερά όπως την γνωρίζαμε έχει τελειώσει, η κληρονομιά της εξαερώθηκε μέσα στην ελαφρότητα της μεταπολιτευτικής τύρβης, σκόρπισε μέσα στο πανηγύρι της ματαιότητας του καταναλωτικού μας παρασιτισμού.

Ο Φάσσης εκδίδει τα ποιήματά του κατά τη δεκαετία του 1980, στην τότε Αριστερά αναφέρεται. Ωστόσο εκείνη η Αριστερά δεν εξέβαλε νομοτελειακά λίγες δεκαετίες αργότερα στον Τσίπρα και στον Βαρουφάκη, στον Κασσελάκη και στην Κωνσταντοπούλου;

Δεν άκουσες ποτέ τη μάνα σου την άγια,
σ’ ενοχλούσε και σένα το κατεστημένο,
δεν είδες γύρω σου χιλιάδες τα ναυάγια
δεν το χαμπάρισες πως το παιχνίδι ήταν στημένο.


Από κοντά, έγραψε κάποιος, η ανθρώπινη ζωή μοιάζει τραγική. Από μακριά, φαντάζει όμως κωμική. Η όψιμη ποίηση του Αναγνωστάκη φέρνει στο φως αυτή την κωμική πλευρά της πραγματικότητας, όπως ακριβώς η πρώιμη ποίησή του αναδείκνυε ανάγλυφα την τραγική της όψη. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης δεν «σιώπησε». Έμαθε να μιλά μιαν άλλη γλώσσα. Και το παράδειγμά του παρακίνησε κι άλλους πολλούς νεώτερούς του να τη μιλήσουν κι εκείνοι. Κατόρθωμα σπάνιο, και όχι απ’ τα δευτερότερά του.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

"Σα να μην υπήρξαμε ποτέ..." ποίημα του Νίκου Καρούζου (1926 - 1990) Από τα "Πρόσωπα" (facebook, 17.7.2026)

 .............................................................




Νίκος Καρούζος (17.7.1926 - 28.9.1990)



Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι όμως πονέσαμε απ' τα βάθη.

Ούτε που μας δόθηκε μία εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών
τουλάχιστον.

Η άλλη μισή μας ηλικία
θα περάσει χαρτοπαίζοντας
με το θάνατο στα ψέματα.

Και λέγαμε πως
δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.

Μια μουσική
άξια των συγκινήσεών μας
δεν ακούσαμε.

Βρεθήκαμε σ' ένα διάλειμμα του κόσμου
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Θα σωθούμε από μία γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.

Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή
ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.

Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.

Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.

Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα...

Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει η ψυχή τη μοναξιά της.

Νίκος Καρούζος (1926 - 1990)

Ravel Miroirs - Sviatoslav Richter in Prague, 1965 (youtube, 8.5.2011)

 ...............................................................


Ravel Miroirs - Sviatoslav Richter in Prague, 1965



00:00. Ravel - Miroirs (1905) - 1. Noctuelles

04:46. Ravel - Miroirs (1905) - 2. Oiseaux tristes

08:21. Ravel - Miroirs (1905) - 3. Une barque sur l'océan

12:00. Ravel - Miroirs (1905) - 4. Alborada del gracioso

20:28. Ravel - Miroirs (1905) - 5. La Vallée des cloches




Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

"Τα σταφύλια της οργής" γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 15.7.2026)

 ...............................................................


             "Τα σταφύλια της οργής" 




γράφει η Πέπη Ρηγοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 15.7.2026)


«Τα σταφύλια της οργής» του Τζον Στάινμπεκ: το βιβλίο του 1939, που βραβεύτηκε το 1940, το διάβασα στην ελληνική του μετάφραση στα μακρινά χρόνια της xούντας, όταν ψάχναμε στα καροτσάκια των αυτοσχέδιων βιβλιοπωλών, πολλοί από αυτούς πρώην εξόριστοι με πρόβλημα εργασίας. Ενα βιβλίο «σηματωρός και κήρυκας» για να πλεύσουμε μέσα στην άπνοια που επέβαλε η δικτατορία.

Ξαναβρίσκω το φθαρμένο του αντίτυπο στην ίδια πάντοτε θυρίδα στο καλοκαιρινό μου καταφύγιο στη Σίφνο. Την ταινία με τον ίδιο τίτλο -που θεωρείται σταθμός στην Ιστορία του κινηματογράφου- την είδα πολύ αργότερα και συνεχίζω να επιστρέφω σ’ αυτήν σε πλατφόρμες στο διαδίκτυο που δεν απαιτούν προσωπικά δεδομένα.

Θέμα του βιβλίου και της ταινίας είναι η Οδύσσεια μιας οικογένειας, πρώην νοικοκυραίων αγροτών. Ενα μικρό αλλά χαρακτηριστικό δείγμα του ποταμού των ξεριζωμένων που δεν διώχτηκαν από τα σπίτια, τη γη και τις δουλειές τους λόγω κάποιου δήθεν άμωμου και αθώου «εκσυγχρονισμού» – για την ακρίβεια τη βάναυση εκμηχάνιση της αγροτικής παραγωγής που καθιστά άχρηστο τον άνθρωπο- ούτε λόγω των αντίξοων κλιματικών συνθηκών. Αλλά λόγω της απανθρωπιάς των κεφαλαιούχων που με τη σύμπραξη διεφθαρμένων αστυνομικών και τις ευλογίες αντίθεων ιερέων προχωρούσαν στα ανελέητα σχέδιά τους.

Καθώς το καμιόνι με την ξεριζωμένη οικογένεια προχωρεί προς τη Γη της Επαγγελίας που είναι η Καλιφόρνια καίγοντας τα τελευταία αποθέματα από το ντεπόζιτο της βενζίνης, οι πλάνητες ανακαλύπτουν με αγωνία ότι ο κυνισμός που τους ξερίζωσε εξαπλώνεται σαν επιδημία. Κάποτε μάλιστα ανάμεσα και στους ξεριζωμένους, που μέσα στην αγωνία της επιβίωσης φτάνουν να χτυπηθούν μεταξύ τους για το εξευτελιστικό ημερομίσθιο που οι κάθε λογής κομπιναδόροι προσφέρουν σε λίγους από τους πολλούς, αυτούς που είναι τόσο απελπισμένοι, ώστε να δεχτούν κάθε ταπείνωση και εκμετάλλευση.

Απάντηση στην επιδημία αυτή που χτύπησε την Αμερική και τον κόσμο και τότε, στην περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης του ’28-’32, και που κάθε τόσο επανέρχεται με ή χωρίς προσωπείο μέχρι τις μέρες μας, ήταν και είναι η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη. Στο βιβλίο εκφράζεται αυτό τολμηρά όταν στο συγκλονιστικό φινάλε η μάνα που έχασε το μωρό της δίνει τον μαστό της σε έναν ετοιμοθάνατο από την πείνα.

Η ταινία, φοβούμενη ότι θα σοκάρει το κινηματογραφικό κοινό, απάλειψε τη σκηνή αυτή, αποπνέει όμως την αισιοδοξία που γέννησε το Νιου Ντιλ του 1932 του Ρούσβελτ και την άνοδο του αντιφασισμού, καθώς ο κόσμος βρισκόταν όλο και πιο πολύ αντιμέτωπος με τον ζόφο του Χίτλερ και των συνενόχων του.

Μέσα στον Ιούλιο τα σταφύλια ωριμάζουν για να μας δροσίσουν από τον καύσωνα και για να δώσουν το κρασί της επόμενης χρονιάς. Μακάρι εδώ και τώρα, αλλού και πάντοτε, να μην είναι τα σταφύλια της οργής.