Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2018

"Αρχαία ευλογία..." στη γλώσσα Νάουατλ των Ατζέκων-Μεξικό. από τον φίλο στο fb (Solis Barki, facebook, 28/12/2018)

............................................................
 

                     Αρχαία ευλογία...



 
"Απελευθερώνω τους γονείς μου από το αίσθημα ότι με έχουν απογοητεύσει.
Απελευθερώνω τα παιδιά μου από την ανάγκη να με κάνουν περήφανη/ο -είθε να μπορούν να ακολουθήσουν το δικό τους τρόπο σύμφωνα με κείνα που συνεχώς ψιθυρίζει η δική τους καρδιά στα αυτιά τους.
Απελευθερώνω τον/την σύντροφό μου από την υποχρέωση να με συμπληρώσει. Δεν υπολείπομαι σε κάτι. Μαθαίνω μαζί με όλα τα πλάσματα συνεχώς.
Ευχαριστώ τους παππούδες μου και τους προγόνους μου που είχαν ενωθεί έτσι ώστε εγώ να αναπνέω ζωή, σήμερα. Τους απελευθερώνω από περασμένες αποτυχίες και απραγματοποίητες επιθυμίες, γνωρίζοντας ότι έχουν κάνει το καλύτερο για να επιλύσουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν μέσα από τη συνειδητότητα που διέθεταν την δεδομένη στιγμή.
Σας τιμώ, σας αγαπώ και σας αναγνωρίζω ως αθώους.
Είμαι διάφανη/ος μπροστά στα μάτια σας ωστε να γνωρίζετε ότι δεν κρύβω ή οφείλω κάτι άλλο από το να είμαι αληθινή/ος με τον εαυτό μου με την ίδια την ύπαρξη μου και ότι πορεύομαι με την σοφία της καρδιάς μου.
Γνωρίζω ότι εκπληρώνω το σχέδιο της δικής μου ζωής, ελεύθερης από αόρατους και ορατούς οικογενειακούς δεσμούς πίστης που μπορεί να ταράξουν την Ειρήνη και την Ευτυχία μου, που είναι και η μόνη μου ευθύνη.
Αποποιούμαι το ρόλο του σωτήρα, εκείνου που ενώνει και εκπληρώνει τις προσδοκίες των άλλων.
Μαθαίνοντας διαμέσου - και μόνο διαμέσου - της ΑΓΑΠΗΣ, ευλογώ την ουσία μου, τον δικό μου τρόπο έκφρασης παρόλο που κάποιοι μπορεί να μην με καταλάβουν.
Εγώ καταλαβαίνω τον εαυτό μου, γιατί εγώ μόνο έχω ζήσει και έχω βιώσει την ιστορία μου' επειδή γνωρίζω τον εαυτό μου, γνωρίζω ποια/ος είμαι, τι αισθάνομαι, τι κάνω και γιατί το κάνω.
Σέβομαι κι εγκρίνω τον εαυτό μου.
Τιμώ το Θείο μέσα μου και μέσα σου.
Είμαστε ελεύθεροι."

(Αρχαία ευλογία, που δόθηκε στη γλώσσα Νάουατλ των Ατζέκων-Μεξικό. Ανοίγει δρόμο για συγχώρεση, στοργή, μη-προσκόλληση και απελευθέρωση)

Via Jolenny Piedra

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2018

Αμος Οζ: «H οικογένεια είναι ο πιο κωμικοτραγικός θεσμός της οικουμένης» συνέντευξη στην Μαριλένα Αστραπέλλου (BHmagazino 19 Ιουλίου 2013)

.............................................................

Αμος Οζ: «H οικογένεια είναι ο πιο κωμικοτραγικός θεσμός της οικουμένης»

συνέντευξη στην Μαριλένα Αστραπέλλου 

Η προγραμματισμένη επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη, στην 10η Εκθεση Βιβλίου, είχε ακυρωθεί. Ο Αμος Οζ είχε πέσει και έσπασε ένα πλευρό. «Πώς είστε; Αισθάνεστε καλύτερα;» ήταν η αναπόφευκτη, υποθέτω, ερώτηση όταν μπορέσαμε τελικά να μιλήσουμε. «Είμαι καλύτερα. Ευχαριστώ» απάντησε κοφτά με τα σπαστά αγγλικά του. Αν μπορούσε να εκφραστεί και με πιο λίγες λέξεις, πιστεύω θα το είχε κάνει. Μιλούσε η κούραση του καταπονημένου ασθενούς ή μήπως αυτή η λακωνικότητα ήταν η προμετωπίδα ενός ολιγαρκούς ανθρώπου; Ισως και τα δύο.
Μετακόμισε πρόσφατα στο Τελ Αβίβ. «Για να είμαι κοντά στα παιδιά και στα εγγόνια μου» λέει με ανέκφραστη φωνή. Στο Τελ Αβίβ από την πόλη Αράντ, όπου είχε μετακομίσει από το Κιμπούτς Χούλντα, στο οποίο είχε πάει οικειοθελώς φεύγοντας από την Ιερουσαλήμ, τη γενέθλια πόλη του. Ο 74χρονος Οζ, ο πολυβραβευμένος ισραηλινός συγγραφέας και σταθερό φαβορί για το Νομπέλ, έχει ζήσει όλη του τη ζωή σε εβραϊκό έδαφος και μάλιστα έχει πολεμήσει για αυτό – στον Πόλεμο των Εξι Ημερών και του Γιομ Κιπούρ. Αναπόφευκτα, εκεί εκτυλίσσεται η πλοκή των βιβλίων του, από εκεί αντλεί – και αν έχει να αντλήσει! – υλικό για τα δοκιμιακά κείμενά του. Κατά του φανατισμού, υπέρ της ειρήνης στο Ισραήλ και στην Παλαιστίνη. «Ο Αμος Οζ αποτελεί μια υγιή φωνή μέσα στη σύγχυση, στο ψέμα, στο υστερικό παραμιλητό της παγκόσμιας ρητορείας για τις σύγχρονες συγκρούσεις» έχει γράψει η Ναντίν Γκόρντιμερ. Λογικό είναι να παίρνει πολύ σοβαρά τον εαυτό του και τον ρόλο του. Και ύστερα, πετάει ένα αστείο χωρίς να σε έχει προετοιμάσει καθόλου για την πιο ανάλαφρη πλευρά του εαυτού του, χωρίς καμία έκδηλη ευθυμία… Συζητήσαμε με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Εικόνες από τη ζωή στο χωριό» (εκδ. Καστανιώτη). Οκτώ διηγήματα ή «ένα μυθιστόρημα χωρισμένο σε οκτώ ιστορίες» θα σχολιάσει ο Οζ. «Ιστορίες ασήμαντων ανθρώπων που δεν είναι “ήρωες”, για τη μοναξιά, τον θάνατο, την επιθυμία, τη θλίψη. Ιστορίες για την ανθρώπινη κατάσταση. Επέλεξα να διαδραματιστούν στο συγκεκριμένο χωριό επειδή οι δραματικές αλλαγές των καιρών αφήνουν έντονο το σημάδι τους επάνω στη ζωή των κατοίκων».
Αυτές οι δραματικές αλλαγές αφορούν εν προκειμένω την οικονομική ανάπτυξη μέσω του τουρισμού, ο οποίος έχει διαβρώσει τον χαρακτήρα αυτού του μικρού χωριού. Μερικές φορές είναι καλύτερο τα πράγματα να μένουν ως έχουν; «Δεν είμαι ενάντια στην αλλαγή και στην εξέλιξη ούτε νιώθω νοσταλγία για τις παλιές εποχές. Δεν πιστεύω ότι ήταν ιδανικές και υπέροχες. Οι αλλαγές είναι πάντα επώδυνες για τους ανθρώπους και ιδίως για εκείνους που είναι προσκολλημένοι σε έναν τρόπο ζωής».
Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, παρ’ όλα αυτά, περιγράφει ένα δυστοπικό μέλλον στο οποίο κυριαρχούν η μούχλα και η σήψη. Δεδομένου ότι είναι το καταληκτικό κεφάλαιο, σκεφτόμουν ότι  ενδεχομένως εκφράζει την άποψή σας για το πού θα οδηγηθούν τα πράγματα λόγω του τρόπου ζωής μας, ο οποίος, όπως και στην περίπτωση των ηρώων, είναι σε βάρος του περιβάλλοντος. «Αυτή η ιστορία είναι στην ουσία η περιγραφή ενός εφιάλτη που είχα δει πριν από μερικά χρόνια. Κατέγραψα αυτά που ονειρεύτηκα στο χαρτί, χωρίς στην ουσία να τα πολυκαταλαβαίνω, επειδή χαράχτηκαν στη μνήμη μου πολύ έντονα. Οχι, δεν είμαι απαισιόδοξος. Είμαι αισιόδοξος, αλλά η αισιοδοξία μου δεν ορίζεται από συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα».
Ενας άλλος θεματικός ιστός που διατρέχει τις ιστορίες είναι οι οικογενειακές σχέσεις, οι οποίες αγγίζουν τα όρια της αιμομιξίας, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ενας μεσήλικος σκαρφαλώνει γυμνός στο κρεβάτι της ετοιμοθάνατης μητέρας του, μια γυναίκα ζει με τον αυταρχικό πατέρα της και τον υπηρετεί αφήνοντας την προσωπική της ζωή να λιμνάζει. «Εχω γράψει 28 βιβλία. Αν μου ζητούσατε να σας περιγράψω με μια λέξη τι πραγματεύεται το καθένα, θα σας απαντούσα “οικογένειες”. Με δυο λέξεις; “Δυστυχισμένες οικογένειες”. Με περισσότερες; Θα σας απαντήσω “διαβάστε τα βιβλία μου”. Θεωρώ ότι η οικογένεια είναι ο πιο παράδοξος θεσμός της οικουμένης. Ο πιο κωμικός, αλλά ταυτόχρονα και ο πιο τραγικός, ο πιο αλλόκοτος και ο πιο απίθανος. Οι περισσότεροι από εμάς δεν είμαστε μονογαμικοί από τη φύση μας. Παρ’ όλα αυτά, το φαινόμενο “πατέρας, μητέρα, παιδί, άλλο ένα παιδί” μεταφέρεται από τη μια γενιά στην άλλη. Τρίζει, διαλύεται, καταστρέφεται, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει παντού. Στο Ιράν, στην Αφρική και στον Βόρειο Πόλο. Είναι ένα μυστήριο για μένα. Γράφω για τις δυστυχισμένες οικογένειες επειδή ενστερνίζομαι την άποψη του Τολστόι: “Ολες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο”».
Σε ποια κατηγορία θα κατατάσσατε τη δική σας οικογένεια όταν μεγαλώνατε στην Ιερουσαλήμ τη δεκαετία του ’40; «Δεν ήταν και πολύ ευτυχισμένη. Η μητέρα μου αυτοκτόνησε όταν ήμουν 12 χρόνων. Η οικογενειακή μας ζωή ήταν, όμως, έντονη. Με περιέβαλλαν βιβλία και η βαθιά αγάπη για αυτά. Κάνοντας μια συνολική αποτίμηση, νιώθω ευγνώμων για την παιδική ηλικία μου».
Τι σας ώθησε να φύγετε από το σπίτι σας σε ηλικία 15 ετών για να πάτε να μείνετε σε κιμπούτς; «Είχα επαναστατήσει απέναντι στον πατέρα μου και αποφάσισα να γίνω όλα όσα δεν ήταν. Ηταν λόγιος; Αποφάσισα να γίνω οδηγός τρακτέρ. Ηταν συντηρητικός; Αποφάσισα να γίνω σοσιαλιστής. Εμενε στην πόλη; Ε, εγώ πήγα να μείνω στο κιμπούτς. Ηταν κοντός; Αποφάσισα να γίνω ένας ψηλός άνθρωπος. Αυτό το τελευταίο δεν το πέτυχα, αλλά το προσπάθησα».
Εκεί οφείλεται και η αλλαγή του ονόματός σας από Κλάουσνερ σε Οζ; Ηταν ένας τρόπος να αποκτήσετε την ευθύνη της δικής σας ιστορίας; «Οζ σημαίνει δύναμη και θάρρος. Ο,τι ακριβώς χρειαζόμουν όταν επαναστάτησα στα 14 για να αφήσω το σπίτι μου. Αλλαξα το όνομά μου για να βρω το θάρρος που χρειαζόμουν επειγόντως».
Πώς ήταν η εμπειρία του κιμπούτς; «Υπήρξε για μένα το καλύτερο πανεπιστήμιο για τη μελέτη της ανθρώπινης φύσης. Εμαθα πολύ περισσότερα από όσα θα μάθαινα αν είχα κάνει δέκα φορές τον γύρο του κόσμου. Είναι μια μικρή κοινότητα, ένα χωριό 400-500 ανθρώπων. Γνώριζα τους πάντες και τα πιο μύχια μυστικά τους: ποιος κάνει τι, με ποιον, πίσω από την πλάτη ποιανού. Το τίμημα ήταν ότι και εκείνοι γνώριζαν για μένα περισσότερα απ’ όσα θα ήθελα να ξέρουν, αλλά δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ηταν μια κοινωνία χωρίς μυστικά. Ενα συναρπαστικό ανθρώπινο πείραμα, η μόνη επανάσταση του 20ού αιώνα στην οποία δεν χύθηκε αίμα. Ούτε γκουλάγκ, ούτε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ούτε εκτελεστικό απόσπασμα. Ούτε ένας αστυνομικός δεν υπήρχε στο κιμπούτς. Πήγαινες με τη θέλησή σου, υπήρχε συλλογικότητα – και δεν ανήκε ποτέ στην κυβέρνηση. Ηταν μια συναρπαστική εμπειρία και μπορώ να πω ότι είχε πολλές θετικές πλευρές».
Ποιες ήταν οι αρνητικές; «Το μεγαλύτερο λάθος ήταν η πεποίθηση ότι μπορείς να αλλάξεις την ανθρώπινη φύση και μάλιστα μονομιάς. Οι ιδρυτικοί πατέρες και μητέρες πίστευαν πραγματικά ότι αν όλοι φορούσαν τα ίδια ρούχα, αν ζούσαν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, σε πανομοιότυπα σπίτια, τότε αυτομάτως ο εγωισμός, η διάθεση για κουτσομπολιό, και ο φθόνος θα εξαφανίζονταν. Αυτή ήταν μια αφελής πεποίθηση. Η ανθρώπινη φύση δεν μπορεί να αλλάξει. Συχνά αναρωτιέμαι, τι έχει αλλάξει, άραγε, από την εποχή της Βίβλου μέχρι σήμερα στην αγάπη, στον έρωτα; Ισως το τσιγάρο “μετά”…».
Οπότε, μια ουτοπία λιγότερη στον κόσμο… «Είναι μια ρεαλιστική ουτοπία και θα επανέλθει δυναμικά σαν τάση. Το σημερινό κιμπούτς έχει αναμορφωθεί. Επιτρέπει την ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά και την ατομική ιδιοκτησία ως έναν βαθμό. Πλέον δείχνει ανοχή απέναντι στην ανθρώπινη αδυναμία. Πρόκειται για μια πολύ πιο ήπια εκδοχή του κιμπούτς της δεκαετίας του ’50. Ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν σε κιμπούτς στο Ισραήλ σήμερα είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Οταν κοιτάζω γύρω μου, όχι μόνο στο Ισραήλ, αλλά στον κόσμο, βλέπω ανθρώπους να δουλεύουν πιο σκληρά από όσο θα έπρεπε προκειμένου να βγάλουν περισσότερα χρήματα από όσα χρειάζονται και να αγοράσουν πράγματα που δεν έχουν ανάγκη προκειμένου να εντυπωσιάσουν κόσμο που δεν συμπαθούν. Υποθέτω ότι μια μειοψηφία θα απαυδήσει και θα αναζητήσει μια εναλλακτική λύση. Το κιμπούτς μπορεί να αποτελέσει αυτή τη λύση. Κάνω λόγο για μειοψηφία επειδή έχω επίγνωση ότι αυτός ο τρόπος ζωής θα φανεί ελκυστικός σε ανθρώπους που δεν είναι ανταγωνιστικοί».
Υπάρχουν «ρεαλιστικές ουτοπίες»; Η συνύπαρξη – για να μην αναφερθούμε στην ύπαρξη αυτή καθαυτήν – πολλών μη ανταγωνιστικών ανθρώπων μοιάζει περισσότερο με χίμαιρα. «Η ουτοπία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης. Οταν μια ουτοπία αποδυναμώνεται, αργά ή γρήγορα, μια άλλη θα υψωθεί στη θέση της. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν δίχως ένα όνειρο».
Είναι ουτοπικό να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να επηρεάσει τα τεκταινόμενα μέσα από τον ακτιβισμό της γραφής; «Δεν είναι εύκολο να απαντήσω, γιατί η επιρροή είναι ένα μυστήριο φαινόμενο. Δεν πρόκειται να έρθει κάποιος και να μου πει: “Κοίτα, διάβασα το άρθρο σου και άλλαξα γνώμη”. Σπάνια, εξάλλου, παραδέχονται οι άνθρωποι ότι αλλάζουν γνώμη, τουλάχιστον στο Ισραήλ. Ιδίως οι άνδρες. Οι γυναίκες είναι λίγο καλύτερες σε αυτό. Οταν ένας άνδρας αλλάξει γνώμη στο Ισραήλ, ακόμη και αν κάνει στροφή 180 μοιρών, δεν θα το παραδεχτεί. Θα ισχυριστεί “αυτά έλεγα κι εγώ έναν χρόνο πριν, απλώς δεν με είχες καταλάβει”. Από την άλλη, το 1967, όταν άρχισα να υπερασπίζομαι τη συμβιβαστική λύση ανάμεσα στο Ισραήλ και στην Παλαιστίνη και τη δημιουργία των δύο κρατών, οι συνάδελφοί μου κι εγώ ήμασταν μια απειροελάχιστη μειοψηφία. Μπορούσαμε να κάνουμε τις συναντήσεις μας μέσα σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο… Σήμερα οι περισσότεροι από τους μισούς Ισραηλινούς υποστηρίζουν επί της αρχής τη λύση των δύο κρατών».
Είστε γνωστός για τις παρεμβάσεις σας. Πρόσφατα έπεσαν ρουκέτες από τη Συρία στα υψίπεδα του Γκολάν. Ποια πιστεύετε θα ήταν η ενδεδειγμένη πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθήσει η ισραηλινή κυβέρνηση; «Το Ισραήλ πρέπει να προσπαθήσει να μείνει αμέτοχο στον πόλεμο της Συρίας, μακριά από αυτή την κόλαση. Θα ήταν τεράστιο λάθος αν αποφάσιζε να αναμειχθεί στη συριακή τραγωδία».
Πιστεύετε ότι θα ακουστεί η φωνή σας; «Ξέρετε, είναι δύσκολο να είσαι προφήτης στη χώρα των προφητών. Ο ανταγωνισμός στο επιχειρείν της προφητείας είναι μεγάλος. Οπότε δεν ξέρω τι θα συμβεί, γνωρίζω τι ελπίζω».
Γιατί έχουν οι Ισραηλινοί αυτό το «σύνδρομο του προφήτη», όπως το χαρακτηρίζετε; «Είναι ένα αρχαίο εβραϊκό χαρακτηριστικό. Είμαστε ένα έθνος οκτώ εκατομμυρίων κατοίκων, οκτώ εκατομμυρίων πρωθυπουργών και οκτώ εκατομμυρίων προφητών και σωτήρων. Καθένας και καθεμία έχει και από μια προσωπική συνταγή για άμεση εξιλέωση. Το βλέπεις παντού: άνθρωποι που δεν γνωρίζονται αντιπαρατίθενται για την επικαιρότητα, την πολιτική, τη θρησκεία και προτάσσουν φλογερά επιχειρήματα. Ολοι μιλάνε, ορισμένοι φωνάζουν και κανείς ποτέ δεν ακούει, εκτός από εμένα. Κάποιες φορές ακούω και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο βγάζω το ψωμί μου».
«Παντού κουβαλάμε τους προγόνους μας» είχατε γράψει. Σας έχει κουράσει αυτό το φορτίο, το οποίο μάλιστα είναι ιδιαίτερα βαρύ στην περίπτωση των εβραίων; «Ναι, κάποιες φορές νιώθω την κούραση, είμαι όμως αρκετά μεγάλος ώστε να γνωρίζω ότι δεν έχω άλλη επιλογή. Κάθε ανθρώπινο ον κυοφορεί τους προγόνους του. Είτε μας αρέσει είτε όχι».
Πρόσφατα κυκλοφόρησε η ταινία «Χάνα Αρεντ» της Μαργκαρέτε φον Τρότα, στην οποία κεντρική θέση, βέβαια, έχει η δίκη του συνταγματάρχη των Ες Ες, Αντολφ Αϊχμαν, o οποίος ήταν υπεύθυνος για τη μεταφορά εκατομμυρίων εβραίων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είναι αλήθεια ότι τον γνώρισε η μητέρα του συζύγου της κόρης σας; «Ναι, κατά έναν σουρεαλιστικό τρόπο τής έσωσε τη ζωή. Την είχε ανακρίνει στο Τερέζιενσταντ και της είχε χαρίσει τη ζωή με την προϋπόθεση να μην πει σε κανέναν τις ιστορίες που είχε ακουσει για το Αουσβιτς στο Ράβενσμπρυκ».
Πιστεύετε, λοιπόν, στην «κοινοτοπία του κακού», την οποία διατύπωσε η εβραία φιλόσοφος Αρεντ βασίζοντας τη θεωρία της σε αυτόν τον άνθρωπο και στη δίκη του; «Διαφωνώ με την Αρεντ. Δεν πιστεύω ότι το κακό είναι πάντα κοινότοπο. Ο Αϊχμαν προσποιούνταν ότι ήταν κοινότοπος. Αυτή ήταν η στρατηγική του κατά τη διάρκεια της δίκης του: ότι ήταν ένας γραφειοκράτης. Και όμως. Είχε φαντασία, είχε όραμα και τον προσωπικό του, διεστραμμένο, ιδεαλισμό».
Η κοινοτοπία της Αρεντ νομίζω ότι ανάγεται περισσότερο στη νωθρότητα της αντίδρασης η οποία πηγάζει από την αδυναμία ενός ανθρώπου να σκεφτεί αυτόνομα. Δεν συμβαίνει, εξάλλου, και σήμερα αυτό; «Αυτό είναι άλλο πρόβλημα. Δεν πρόκειται περί κοινοτοπίας αλλά περί αδιαφορίας. Είναι αυτό που με ανησυχεί περισσότερο στις τάξεις των μετριοπαθών και των απαθών στη χώρα μου. Συμβαίνει παντού, το ξέρω, αλλά με ανησυχεί που συμβαίνει στη χώρα μου».
Πώς νιώθετε όταν έρχεστε στην Ευρώπη; Τι σκέφτεστε για τον τρόπο με τον οποίο φέρθηκαν στους γονείς σας, που αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ανατολική Ευρώπη, στα τέλη της δεκαετίας του ’20, και πάντα τη νοσταλγούσαν; «Νιώθω αμφιθυμία απέναντι στην Ευρώπη, είναι κληρονομιά από τους γονείς μου. Οι γονείς μου αγαπούσαν την Ευρώπη, αλλά η Ευρώπη δεν ανταπέδωσε ποτέ την αγάπη. Ηταν έρωτας χωρίς ανταπόκριση και αυτό τούς είχε ραγίσει την καρδιά. Κληρονόμησα ένα κομμάτι αυτής της ραγισμένης καρδιάς. Ηταν αφοσιωμένοι Ευρωπαίοι 80 χρόνια πριν, όταν κανείς δεν ήταν Ευρωπαίος. Υπήρχαν έλληνες πατριώτες, βούλγαροι πατριώτες, ιρλανδοί πατριώτες. Οι μόνοι Ευρωπαίοι στην Ευρώπη πριν από 80 χρόνια ήταν εβραίοι σαν τους γονείς μου».
Γιατί πιστεύετε ότι οι εβραίοι είναι οι αποδιοπομπαίοι τράγοι της Ιστορίας; «Πιστεύω ότι ο αντισημιτισμός είναι διανοητική διαταραχή. Μια ασθένεια. Ενα είδος τρέλας η οποία διαδόθηκε ευρέως διαμέσου των γενεών και υπάρχει ακόμη και σήμερα στην Ευρώπη. Αδυνατώ να καταλάβω τα κίνητρά του. Είναι ένα μυστήριο για μένα. Είναι σαν την ξενοφοβία, την ομοφοβία και κάθε άλλη φοβία. Ενα είδος φονταμενταλισμού και φανατισμού».

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

"Για τον Γιώργο Μοσχίδη..." έγραψε ο Θανάσης Δήμου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 27/12/2018)


..............................................................

 

Για τον Γιώργο Μοσχίδη...

 





Κι ακριβώς γι’ αυτό, (...) ακριβώς γι’ αυτό, όσοι πιστεύουν πως είναι ζωντανοί, νομίζουν πως θρηνούν τους νεκρούς τους, κι απεναντίας θρηνούν τον δικό τους θάνατο, τη δική τους πραγματικότητα που δεν υπάρχει πια στη συνείδηση εκείνων που έφυγαν
Λουίτζι Πιραντέλο

Κάθε φορά που ερχόταν στο σπίτι μας στην Καβάλα -στην κοινή μας πατρίδα- ο Μοσχίδης ήταν γιορτή. Σαν σκηνές από το «Amarcord» του Φελίνι, θυμάμαι με τι έξαψη τον περίμενα, θυμάμαι να γίνεται αντιληπτός από τα παιδιά της γειτονιάς προς άκρον εκνευρισμό του (τότε, μέσα δεκαετίας ’80, παιζόταν το πολύ δημοφιλές σίριαλ «Χαίρε Τάσο Καρατάσο»), θυμάμαι να ξεφουρνίζει μια απίθανη σεξουαλική ιστορία, για να προκαλέσει τη σύγχυση της μητέρας του, της Ελενίτσας, της θείας Κορίνας και της θείας Μαρίκας - οι θείες της Καβάλας που μας συνέδεαν.



Κι ύστερα, καθώς ανακάτευε με το δάκτυλο τον πάγο στο ουίσκι του, άρχιζε να μιλάει, κατακαλόκαιρο, απογευματιάτικα, για τη ζωή, για τον θάνατο, για την πολιτική και για το αγαπημένο του θέμα, τον έρωτα. Για το θέατρο μιλούσε μόνο με την προτροπή του πατέρα μου ή τη δική μου. Και τότε έρχονταν τα μπουλούκια, κάτι ονόματα παλιών ηθοποιών σαν άγνωστοι πλανήτες… Ευάγγελος Μαμίας, Τάκης Γαλανός, Χριστίνα Καλογερίκου… Ο Χορν, ο Ροντήρης, ο (κύριος) Κουν -έτσι τον έλεγε μέχρι την τελευταία φορά που τον είδα έναν μήνα πριν-, η Λαμπέτη που τον περιμάζεψε από την εθνική οδό κάπου στο Αργος, αφού μετά από το γύρισμα κάποιας ταινίας με τον Κωνσταντάρα στο Υδρα Beach ξεκίνησε άφραγκος να πάει με τα πόδια(!) στην Καλαμάτα(!) για να απαγάγει μια κοπέλα! Και κάπως ξαφνικά…
-Γεια σας, θα έρθω οπωσδήποτε αύριο και… εξαφανιζόταν.
Εγωκεντρικός, παθιασμένος, αντιφατικός, υλιστής και μεταφυσικός, έτοιμος πάντα να εκραγεί και ξαφνικά απρόσμενα τρυφερός και εξομολογητικός. Ενα βράδυ, τον θυμάμαι ανησυχητικά απογοητευμένο από τη δουλειά του, καθώς κρυφάκουγα να μιλάει με τον πατέρα μου. Κι ήταν ήδη μετά τα μισά της διαδρομής του. Ηθοποιός! Ο Μοσχίδης ήταν πολύ περήφανος που ήταν ηθοποιός. Δεν το έλεγε, αλλά από παιδί το καταλάβαινα. Μέσα σ’ όλην αυτήν τη ζαλιστική φασαρία της παρουσίας του, το θέατρο στο πρόσωπο του Μοσχίδη μού φαινόταν κάτι πολύ σοβαρό -όχι όμως ιερό, όχι εκκλησία- καθαρό και τακτικό, όπως τα ρούχα του και το σπίτι του, αλλά και κάτι που υπόσχεται πάθος, περιπέτεια και μεθύσι.
Πρώτη φορά που τον είδα, πρέπει να ήταν στην «Εντα Γκάμπλερ» με την Καρέζη. Θυμάμαι μια παρέα που καθόταν μπροστά μας, που ρωτούσε ποιος είναι αυτός που παίζει τον Mπρακ. Νομίζω ότι ο Μοσχίδης με πολύ κόπο και μεθοδικότητα κατέκτησε τον τίτλο του best second. Εγινε ο νούμερο ένα best second. Τίτλος που σήμερα, που η έννοια ηθοποιός έχει γίνει τόσο κοινόχρηστη, ίσως δεν μας λέει και πολλά.
Ανασύρω πρόχειρα απ’ τη μνήμη μου τη σκηνή της μεταμόρφωσής του σε ρινόκερο, στο «Ρινόκερο» του Ιονέσκο, στο Εθνικό Θέατρο, τη δεκαετία του ’90, πώς μετέτρεπε την αδιόρατη αδιαθεσία του σε μια υποβλητική φρίκη που ηλέκτριζε το κοινό και υποσχόταν το τελικό ξέσπασμα, τον συγκλονιστικό Φιρς του «Βυσσινόκηπου» σε σκηνοθεσία Λιουμπίμοφ. Αφηνε, όπως όλοι οι σπουδαίοι ηθοποιοί, συγκινησιακό αποτύπωμα σε όσους τον είδαν. Και βέβαια κάθε φορά που συναντιόταν επί σκηνής με τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο. Αυτό ήταν γλέντι! Θυμάμαι τη βραδιά που είδα το «Κάτω από τη σκάλα» -σκηνοθεσία Βολανάκη- σαν μεγάλη βραδιά!
Οταν δούλεψα στο θέατρο, κατάλαβα ότι αυτός ο δύσκολος άνθρωπος ήταν πολύ αγαπητός και πολύ σεβαστός στους ανθρώπους του χώρου. Τα τελευταία χρόνια, χρόνια της απόσυρσής του, τον έβλεπα πιο συχνά στο καραγατσικό διαμερισματάκι του, της οδού Χατζηγιάννη Μέξη, πότε μόνος, πότε με τον αγαπημένο μας φίλο, τον Γιάννη Φέρτη.
Ενα βράδυ, με κάλεσε για να μου παραδώσει τελετουργικά το βαλιτσάκι με τα βαφτικά του και τη συλλογή του από θεατρικά γυαλιά μονόκλ κ.λπ. Τον θυμάμαι που μου έλεγε ότι ονειρεύεται έναν μεγάλο θίασο ρεπερτορίου, όπου θα είναι μαζεμένοι οι καλύτεροι και ο ίδιος θα παίζει τον πιο μικρό ρόλο! Οι ίδιες ιστορίες σε νέες παραλλαγές, η αξιοπρεπής, επίμονη μοναξιά του, η καλοκαιρινή μεταξωτή ρόμπα του και αυτός γυμνός από μέσα, ανάμεσα στα στιλπνά παραδείσια φυτά της βεράντας του.
Μια ιστορία εξήντα και πλέον χρόνων επαγγελματικής και καλλιτεχνικής συνέπειας (ο ίδιος θεωρούσε ύποπτο και αδιανόητο τον διαχωρισμό τους), ένας ολόκληρος κόσμος αριστοκρατικής αλητείας, που στο πρόσωπό του απήλθε οριστικά την παραμονή των Χριστουγέννων με το ελαφρύ πάτημα που ήξερε να απέρχεται και απ’ τη σκηνή.
 

"Σύντομα (Σε 48 χρόνια)" Ένα διήγημα της Α. Κολλοντάι για τα Χριστούγεννα του μελλοντικού 1970 (https://theshadesmag.wordpress.com, 28/12/2018)


..............................................................






Σύντομα (Σε 48 χρόνια)

 





Ένα διήγημα της Α. Κολλοντάι για τα Χριστούγεννα του μελλοντικού 1970

(https://theshadesmag.wordpress.com, 28/12/2018)





 μετέφρασε ο Κλεάνθης Αντωνίου

7 Ιανουαρίου 1970. Είναι ζεστά και φωτεινά και υπάρχει μια ζωντανή και γιορτινή ατμόσφαιρα στο «Σπίτι της Ανάπαυσης» όπου οι βετεράνοι των «Μεγάλων Χρόνων» της παγκόσμιας επανάστασης περνούν τις μέρες τους.
Οι βετεράνοι αποφάσισαν ότι την ημέρα που ήταν κάποτε Χριστούγεννα, θα θυμούνται την παιδική τους ηλικία και τη νεότητά τους διακοσμώντας ένα δέντρο. Ένα πραγματικό έλατο ακριβώς όπως τα χρόνια πριν από τις παγκόσμιες αναταραχές. Τα μικρά παιδιά και τα μεγαλύτερα κορίτσια και αγόρια ήταν ενθουσιασμένα με την ιδέα. Ειδικά όταν άκουσαν ότι η «κόκκινη γιαγιά» θα έλεγε ιστορίες για τα μεγάλα χρόνια του 1917. Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα στο να πάρουν το δέντρο. Συμφώνησαν με τον υπεύθυνο της διατήρησης των δασών, πείθοντας αυτόν τον άγρυπνο φύλακα του φυτικού βασιλείου ότι το δάσος δεν θα καταστραφεί από την απώλεια ενός δέντρου για ένα τόσο περίεργο και ασυνήθιστο φεστιβάλ. Τα κεριά ήταν πιο δύσκολα. Η νέα μέθοδος φωτισμού, χρησιμοποιώντας ανακλώμενες ηλιακές ακτίνες, όχι μόνο είχε εξαλείψει τις λάμπες κηροζίνης, αλλά και είχε περιορίσει τη χρήση του ηλεκτρισμού μόνο στις απομακρυσμένες επαρχίες όπου δεν είχαν εισαχθεί ακόμη οι τελευταίες καινοτομίες. Η νεότερη γενιά δεν είχε δει ποτέ κεριά και οι βετεράνοι των «μεγάλων χρόνων» έπρεπε να τους εξηγήσουν με τη βοήθεια διαγραμμάτων. Μια ειδική διάσκεψη των ανθρώπων που ήταν μέλη του λαϊκού οικονομικού συμβουλίου κατά τη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου κλήθηκε να συζητήσει τους τρόπους παραγωγής των κεριών. Οι νέοι, με τα έξυπνα κεφάλια και τα έξυπνα χέρια τους, ήταν εκεί για να βοηθήσουν.
Μετά από αρκετές αποτυχίες, παρεξηγήσεις και απροσδόκητες δυσκολίες, κατόρθωσαν να διακοσμήσουν το δέντρο με χάρτινες διακοσμήσεις διαφόρων χρωμάτων, με καραμέλες, καρύδια, γλυκά ζουμερά πορτοκάλια, ζαχαρωτά και σπιτικά κεριά σε σπιτικά φτιαγμένα κηροπήγια. Οι βετεράνοι και τα παιδιά συμφωνούσαν ομόφωνα ότι η Κομμούνα Δέκα δεν είχε πολύ καιρό να δει ένα τέτοιο πρωτότυπο και ενδιαφέρον φεστιβάλ. Οι νέοι περνούσαν καλά, όπως πάντοτε έκαναν. Γελούν και αστειεύονται με τραγούδια, παιχνίδια και χορούς.
Αλλά αν έβλεπε κάποιος τα κορίτσια και τα αγόρια καταλάβαινε πώς διέφεραν από τους νέους που είχαν αγωνιστεί στα οδοφράγματα κατά τα «μεγάλα χρόνια» και από εκείνους που είχαν ζήσει κάτω από το ζυγό του καπιταλισμού. Οι νέοι της Κομμούνας Δέκα ήταν υγιείς, το σώμα τους ήταν λεπτό και εύπλαστο και δυνατό. Τα κορίτσια είχαν μακριές, πολυτελείς πλεξίδες που είχανε φτιάξει προσεκτικά. Γιατί η κομμούνα ακολουθούσε αυστηρά τον κανόνα ότι κάθε μέλος πρέπει να έχει χρόνο για χαλάρωση και φροντίδα του εαυτού του/της. Οι κομμουνάροι αγαπούσαν την ομορφιά και την απλότητα, και δεν καταπιέζανε ούτε πείραζαν τη φύση. Οι νεαροί άνδρες ήταν ντυμένοι με ελκυστικά ρούχα που τους επέτρεπαν να κινούνται ελύθερα. Τα χέρια τους ήταν εμφανώς δυνατά και ικανά. Δεν υπήρχε ένα άρρωστο, απαλό ή εξαντλημένο πρόσωπο ανάμεσα σε όλους τους νέους που είχαν συγκεντρωθεί για το φεστιβάλ «ελάτου». Τα μάτια τους έλαμπαν και τα σώματά τους ήταν δυνατά και σθεναρά. Το χαρούμενο γέλιο τους γέμιζε τη φωτεινή, εορταστική αίθουσα και αυτή ήταν η πιο θετική αλλαγή όλων. Οι νέοι της Κομμούνας Δέκα αγαπούσαν τη ζωή και αγαπούσαν το γέλιο. Δίσταζαν μόνο όταν έπρεπε να πολεμήσουν εναντίον του ενός εχθρού, της φύσης. Ωστόσο, δεν δίσταζαν επειδή ο αγώνας ήταν ενάντιος στις πεποιθήσεις τους, αλλά για να συγκεντρωθούν καλύτερα και να επιλέξουν τον καλύτερο τρόπο για να κερδίσουν.
Ο αγώνας των ανδρών και των γυναικών για τον έλεγχο του περιβάλλοντος εξακολουθούσε να βρίσκεται σε εξέλιξη. Όσο περισσότερες νίκες κέρδιζαν, τόσο περισσότερα μυστήρια έπρεπε να λυθούν. Αλλά οι νέοι δεν φοβόντουσαν τη μάχη. Τι θα ήταν η ζωή χωρίς αγώνα, χωρίς την ανάγκη να ακονίσεις το μυαλό και να τραβήξεις μπροστά προς το άγνωστο και το ανέφικτο; Η ζωή στην κοινότητα θα ήταν βαρετή χωρίς αυτό.
Η ζωή της κοινότητας οργανώνεται με τον πλέον ορθολογικό τρόπο. Ο κάθε άνθρωπος έχει ένα επάγγελμα και κάποια αγαπημένη επιδίωξη. Όλοι δουλεύουν με δική τους βούληση για δύο ώρες την ημέρα, συμβάλλοντας κατ ‘αυτόν τον τρόπο στη λειτουργία της κοινότητας. Τις υπόλοιπες ώρες το άτομο είναι ελεύθερο να αφιερώσει τις ενέργειές του στο είδος της εργασίας που απολαμβάνει – στην επιστήμη, την τεχνολογία, την τέχνη, τη γεωργία ή τη διδασκαλία. Νέοι άνδρες και νέες γυναίκες εργάζονται μαζί στα ίδια επαγγέλματα. Η ζωή οργανώνεται έτσι ώστε οι άνθρωποι να μην ζουν σε οικογένειες αλλά σε ομάδες ανάλογα με την ηλικία τους. Τα παιδιά έχουν τα «παλάτια» τους, οι νέοι ζουν σε μικρότερες κατοικίες. Οι ενήλικες ζουν μαζί από κοινού με τους διάφορους τρόπους που τους ταιριάζουν και τους ηλικιωμένους μαζί στα «σπίτια» τους. Στις κοινότητες δεν υπάρχουν πλούσιοι άνθρωποι και φτωχοί άνθρωποι. Οι λέξεις «πλούσιοι» και «φτωχοί» δεν έχουν νόημα και έχουν ξεχαστεί. Τα μέλη της κοινότητας δεν χρειάζεται να ανησυχούν για τις υλικές τους ανάγκες, επειδή τους παρέχονται τα πάντα: φαγητό, ρούχα, βιβλία και ψυχαγωγία. Σε αντάλλαγμα για αυτά το άτομο παρέχει δύο ώρες καθημερινής εργασίας για την κοινότητα, και τις υπόλοιπες ώρες τα ευρήματα ενός δημιουργικού πνεύματος αναζήτησης. Η κοινότητα δεν έχει εχθρούς, επειδή όλοι οι γειτονικοί λαοί και έθνη έχουν οργανωθεί εδώ και καιρό με παρόμοιο τρόπο και ο κόσμος είναι μια ομοσπονδία κοινοτήτων. Η νεότερη γενιά δεν ξέρει τι είναι ο πόλεμος.
Οι νέοι επέμειναν να τους πουν οι βετεράνοι των «μεγάλων χρόνων» για τις μάχες μεταξύ των Κόκκινων και των Λευκών. Αλλά οι βετεράνοι δεν ήθελαν να μιλήσουν για τον πόλεμο κατά την «ημέρα του έλατου». Θεώρησαν ότι είναι πιο ενδεδειγμένο να μιλήσουν για τους ηγέτες των επαναστάσεων. Υποσχέθηκαν να ξεκινήσουν τις ιστορίες όταν τα κεριά θα είχαν σχεδόν καεί και είχαν δοθεί γλυκά στον καθένα. Οι νέοι έσπευσαν να φέρουν τα γυάλινα καροτσάκια στην αίθουσα. Τα γλυκά που τους άρεσαν τόσο πολύ είχαν τοποθετηθεί σε ζωηρά χρωματισμένα, καλλιτεχνικά διακοσμημένα μπολ. Όσο πιο γρήγορα είχαμε τα γλυκά μας και τα κεριά στο έλατο τελείωναν τόσο το καλύτερο, σκέφτονταν τα παιδιά. Αλλά οι βετεράνοι παρακολουθούσαν τα κεριά να καίγονται με μια αίσθηση θλίψης. Τα κεριά τούς θύμιζαν, είναι αλήθεια, εκείνο το παλιό και μακράν ξεχασμένο σύστημα του καπιταλισμού που τόσο μισούσαν όταν ήταν νέοι. Αλλά το παρελθόν είχε βελτιωθεί από τη μεγάλη προσπάθειά τους για πρόοδο. Τα όνειρά τους είχαν εκπληρωθεί, αλλά η ζωή τώρα τους ξεπερνούσε και τα ηλικιωμένα άκρα τους δεν μπορούσαν να ταιριάζουν με τις τολμηρές πτήσεις των νέων. Πολλά από τη ζωή και από τις προσδοκίες των νέων ήταν ακατανόητα γι ‘αυτούς.
«Παππού, ξέρω τι σημαίνει η λέξη «καπιταλιστής», καυχήθηκε ένα παιδί γεμάτο ενθουσιασμό που έτρωγε την ειδική εορταστική πίτα. «Και ξέρω τι είναι το ρούβλι και τι είναι τα χρήματα».
«Είδαμε χρήματα σε ένα μουσείο. Είχες χρήματα, παππού; Τα κουβαλούσες σε μια μικρή τσάντα στην τσέπη σου; Και τότε υπήρχαν άνθρωποι. . . πώς τους έλεγαν; . . . Κλέφτες . . . έτσι δεν είναι; Και παίρνανε χρήματα από τις τσέπες των συντρόφων τους. Πόσο παράξενο πρέπει να ήταν. »
Και όλοι γέλασαν με το παράξενο παρελθόν.
Οι βετεράνοι της επανάστασης νιώσανε κάπως αμήχανοι και ντροπιασμένοι για το παρελθόν, όταν υπήρχαν καπιταλιστές, κλέφτες και χρήματα και κυρίες. Τα τελευταία από τα κεριά τρεμοπαίξανε και τα καροτσάκια παραμερίστηκαν στη μία μεριά. Οι νέοι συγκεντρώθηκαν ανυπόμονα γύρω από τους αφηγητές.
«Γιαγιά, κόκκινη γιαγιά, πες μας για τον Λένιν. Τον είδες, έτσι δεν είναι; Ζούσε όπως όλοι οι άλλοι; Έτρωγε και έπινε και γελούσε; Μήπως ο Λένιν κοιτούσε ποτέ τα αστέρια γιαγιά; «
Αυτοί οι νέοι είχαν τον δικό τους τρόπο να κοιτάζουν τα πάντα. Τι δουλειά είχαν τα αστέρια με αυτή την ιστορία; Όταν ο Λένιν ήταν ζωντανός, υπήρχαν πολλά πράγματα που έπρεπε να κάνουν στη Γη. Υπήρχε πείνα και εξάντληση. Πόλεμος και πείνα … πείνα και πόλεμος. Μια εποχή πόνου και αιματοχυσίας, αλλά και γενναιότητας, αυτοθυσίας και ηρωισμού, και τεράστιας πίστης στη νίκη της επανάστασης και το δίκαιο του αγώνα. Η «κόκκινη γιαγιά» ήθελε οι νέοι να καταλάβουν το μεγαλείο του κοινωνικού αγώνα. Αλλά οι νέοι άκουγαν, όπως οι βετεράνοι άκουγαν κάποτε τις Χριστουγεννιάτικες ιστορίες: «κεφάλαιο», «κέρδος», «ιδιωτική ιδιοκτησία», «μέτωπο», «Τσεκά», «σπέκουλα», «στρατιώτες» – όλα αυτά ήταν «ιστορικό λεξιλόγιο» που τα παιδιά μάθαιναν στο σχολείο όταν μάθαιναν για τα «Μεγάλα Χρόνια της Επανάστασης».
Οι νέοι της παγκόσμιας κομμούνας στρέφουν την προσοχή τους στον Κόσμο. Ο ουρανός τους υποκινεί. Δεν καταλαβαίνουν το μεγαλείο των παλαιών αγώνων. Δεν μπορούν να εκτιμήσουν ούτε τον ενθουσιασμό ούτε τους φόβους και τις ανησυχίες του παρελθόντος.
«Πράγματι πυροβολήσατε ανθρώπους, πυροβολούσατε ζωντανούς ανθρώπους;»
Τα μάτια των νέων έδειξαν έκπληξη και γέμισαν με απογοήτευση και αποξένωση. Η ζωή ήταν ιερή.
«Αγωνιζόμασταν για τη ζωή μας όμως. Θυσιάσαμε τα πάντα για την επανάσταση» δήλωσε προς υπεράσπισή της η «κόκκινη γιαγιά».
«Ακριβώς όπως αφιερώνουμε τους εαυτούς μας στην κομμούνα», ήταν η υπερήφανη απάντηση των νέων.
Η κόκκινη γιαγιά έμεινε σιωπηλή. Η ζωή είχε ανοίξει το δρόμο προς τα μπροστά. Τα «μεγάλα χρόνια» ήταν τώρα μόνο ιστορία. Η νεότερη γενιά δεν μπορούσε να ανταποκριθεί όπως είχαν κάνει στις ιστορίες των παγκόσμιων οδοφραγμάτων και του «τελευταίου αγώνα». Το κοινωνικό ζήτημα διευθετήθηκε. Οι ιδέες του κομμουνισμού είχαν δικαιωθεί. Η ανθρωπότητα ήταν απαλλαγμένη από τη σκλαβιά της σκληρής εργασία για λογαριασμό άλλων, από την υλική εξάρτηση και από τον αγώνα για το καθημερινό ψωμί. Νέα και μεγαλύτερα προβλήματα προκαλούσαν την ανθρωπότητα, προκαλώντας το αχαλίνωτο πνεύμα αναζήτησης των ανδρών και των γυναικών. Σε σύγκριση με αυτούς τους ορίζοντες, ο προηγούμενος αγώνας ενάντια στις κοινωνικές δυνάμεις φαινόταν στους νέους του 1970 ένα εύκολο ζήτημα.
«Πείνα; Ήσασταν πεινασμένοι; Πρέπει να ήσασταν πολύ ανοργάνωτοι και αδαείς.»
«Αδαείς», «Ανοργάνωτοι» – οι νέοι δεν θα μπορούσαν να εκφράσουν καμία πιο αυστηρή κριτική στους συγχρόνους της κόκκινης γιαγιάς.
«Αλλά χωρίς εμάς και την σταθερή πίστη μας στον θρίαμβο του κομμουνισμού, χωρίς την άγρια και αποφασιστική μάχη μας κατά του καπιταλισμού και των εχθρών των εργαζομένων, δεν θα γνωρίζατε ποτέ τα οφέλη της οργάνωσης και τη χαρά της ελεύθερης δημιουργικής εργασίας.»
«Καταλαβαίνουμε. Αλλά τα καθήκοντά μας βρίσκονται σε μια ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα.»
Οι νέοι κράτησαν ψηλά τα κεφάλια τους, αντιμετωπίζοντας το μέλλον με τόλμη. Γύρισαν τα βλέμματά τους στα αστέρια και στο σκοτεινό πέπλο του ουρανού, ορατό μέσα από τα ευρύχωρα παράθυρα της αίθουσας του φεστιβάλ.
«Επιτύχατε τους στόχους σας και εμείς θα επιτύχουμε τους δικούς μας. Υποτάξατε τις κοινωνικές δυνάμεις. Εμείς θα υποτάξουμε τη φύση. Τραγούδησε μαζί μας, κόκκινη γιαγιά, το νέο ύμνο του αγώνα με τα φυσικά στοιχεία. Ξέρεις τον τόνο. Είναι η δική σας «Διεθνής», αλλά οι λέξεις είναι καινούργιες. Μας καλούν να αγωνιζόμαστε, να πετύχουμε πράγματα, να προχωρήσουμε. Αφήστε το έλατο να καεί. Το φεστιβάλ μας είναι μπροστά μας. Το φεστιβάλ μας είναι μια ζωή προσπάθειας και ανακάλυψης.


Εδώ βιογραφικά στοιχεία για την Αλεξάνδρα Κολοντάι:
 

ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ ΔΡΟΣΙΝΗ (Ἀθήνα 1859-1951) έγραψε ο ποιητής και φίλος στο fb Ηλίας Κεφάλας (facebook, 28/12/2018)φίλος


.............................................................
















ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ ΔΡΟΣΙΝΗ

(Ἀθήνα 1859-1951)



Στὸ ρημαγμένο παρεκκλήσι
τῆς Ἄνοιξης τὸ θεῖο κοντύλι
εἰκόνες ἔχει ζωγραφίσει
μὲ τ᾽ ἀγριολούλουδα τ᾽ Ἀπρίλη.

Ὁ ἥλιος γέρνοντας στὴ δύση
μπροστὰ στοῦ ἱεροῦ τὴν πύλη
μπαίνει δειλὰ νὰ προσκυνήσῃ
κι ἀνάφτει ὑπέρλαμπρο καντήλι

Σκορπάει γλυκειὰ μοσκοβολιὰ
δάφνη στὸν τοῖχο ριζωμένη-
θυμίαμα ποὺ καίει ἡ Πίστις-

καὶ μία χελιδονοφωλιά,
ψηλὰ στὸ νάρθηκα χτισμένη
ψάλλει τὸ Δόξα ἐν Ὑψίστοις...

[ Γ. Δ. Ἑσπερινός]


Ἂν καί συνέγραψε πλῆθος διηγημάτων, μυθιστορημάτων, μελετῶν ποικίλου περιεχομένου καὶ συνέδεσε τὴ ζωή του μὲ τὴ διεύθυνση τοῦ περιοδικοῦ "Ἑστία" (τὴν κατοπινὴ ὁμώνυμη ἐφημερίδα) καὶ τοῦ "Συλλόγου πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων", ἐν τούτοις ὁ Γεώργιος Δροσίνης παραμένει τόσο στὴ μνήμη μας, ὅσο καὶ στὶς μορφὲς τῆς γραμματείας μας μιὰ παρουσία καθαρὰ ποιητική.
Οἱ σπουδές του ἦταν σημαντικὲς γιὰ τὴν ἐποχή του, ἐπειδὴ μετὰ τὴ φιλοσοφικὴ σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν παρακολούθησε νεώτερη φιλολογία στὴ Δρέσδη, τὸ Βερολίνο καὶ τὴ Λειψία. Τὸ ἀξιοσημείωτον εἶναι ὅτι οὶ σπουδές του αὐτὲς καὶ ἡ διαμονή του εἰς τὴν ξένην οὐδεμίαν ἐπίδραση ἐπέφεραν στὸ ἔργο του. Παρέμεινε σταθερὰ ἑλληνοπρεπής, δεμένος μὲ τὴν παράδοση τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ καὶ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ Νικολάου Πολίτη. Ὑπῆρξε ἱδρυτὴς τοῦ "Ἡμερολογίου τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος" (1922) καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα μέλη τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Ὑπηρέτησε ὡς ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας.
Ὡς ποιητὴς εἶχε τὴ χαρὰ νὰ εἶναι ὁ εὐνοούμενος, σχεδὸν τὸ καμάρι, τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῶν Ἀθηνῶν. Ἂν καὶ ξεκίνησε ὡς συνοδοιπόρος τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ, παρέμεινε ἐκφραστὴς τῶν χαμηλῶν τόνων, ἥπιος καὶ συγκρατημένος, ἀφήνοντας τὸν Παλαμᾶ νὰ ἀρθεῖ στὶς ποιητικὲς καὶ ἐθνικοπατριωτικὲς ὁραματικὲς ἐξάρσεις. Δὲν εἶχε οὔτε τὴ δυνατότητα, οὔτε καὶ τὴ διάθεση γιὰ τέτοια ἅλματα. Ὅμως ἡ ἀντίθεσή του μὲ τὸν Παρασχισμὸ σφράγισε τὴν ποιητική του μοίρα. Πολέμησε τὸν ρομαντισμὸ καὶ τὴν καθαρεύουσα (τὴν ὁποία ἐξόχως εἶχε δοκιμάσει σὲ πολλὰ ἀφηγήματα) καὶ ἀναγορεύτηκε ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ συνεπεῖς καὶ πιὸ ἀξιόλογους ἐκπροσώπους τῆς νέας σχολῆς.
Ἡ πρώτη του ποιητικὴ συλλογὴ μὲ τὸν τίτλο "Ἰστοὶ ἀράχνης" ἐκδόθηκε τὸ 1880. Τὰ ποιήματα αὐτὰ τὰ ἀποδέχθηκε πολὺ εὐνοϊκὰ τὸ ἀστικὸ κοινὸ καὶ ὁ Γεώργιος Δροσίνης παρέμεινε προσηλωμένος τόσο πρὸς τὸ ἐπίπεδο τῆς ποίησης αυτῆς, ὅσο καὶ πρὸς τὸ πρόσχαρο κοινό του. Μερικὰ ποιήματα (π.χ. Ἡ μυγδαλιὰ) ἔγιναν ἐλαφρὰ τραγουδάκια τοῦ συρμοῦ, γεμάτα χάρη καὶ τρυφερὴ διάθεση.
Ὁ Γεώργιος Δροσίνης δὲν μπόρεσε νὰ ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπὸ τὸ κοινό του αὐτό, τὸ ὁποῖο μέσα στὴν καθημερινή του ἀνεμελιὰ ἀρεσκόταν νὰ ἀκούει ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς λεκτικὰ σκιρτήματα γιὰ φυσικὲς ὀμορφιὲς καὶ ἠθικὲς παραινέσεις. Παρέμεινε ἐγκλωβισμένος μέσα στὰ σχεδὸν ἀσφυκτικὰ πλαίσια τοῦ εἴδους αὐτοῦ, ποὺ ὁ ὀξυδερκὴς Παλαμᾶς ἀποκαλοῦσε "ποίηση κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη τῆς λαογραφίας". Ὅλα διαυγῆ καὶ πεντακάθαρα, ὅλα φανερά. Πουθενὰ τὰ πολύσημα σημάδια τῆς σκοτεινῆς ἀμφιβολίας ἤ τοῦ νυκτικοῦ λόγου. Οὔτε ἴχνος ἀπὸ τὰ βαθιὰ φαράγγια τῆς ἀπροσδιόριστης ἀγωνίας ποὺ κατατρώει τὴν ὕπαρξη.
Κάποτε ὅμως ἔρχονται στιγμὲς -λίγες, ἀλλὰ ξεχωριστὲς- ποὺ ὁ ποιητὴς ξεπερνάει τὴν κοσμικὴ ἐρωτοτροπία καὶ τὴν εἰδυλλιακὴ περιγραφικότητα. Δημιουργεί κάποια ποιήματα μὲ διαχρονικὴ συγκίνηση, μὲ τεχνικὴ ἀρτιότητα, μὲ ποιητικὴ ἀτμόσφαιρα ὑψηλοῦ ἐπιπέδου καὶ στοχασμοὺς ἑνὸς ἰδιαίτερου ψυχισμοῦ. Τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ποιήματα βρίσκονται μέσα στὴ συλλογή του «Γαλήνη» («Ἑστία», 1902).
Τὸ ἰσχυρίζομαι αὐτὸ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν εὐρέως γνωστῶν καὶ καλῶν ποιημάτων ποὺ περιέχει, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι τὰ ποιήματα αὐτὰ ἔγιναν πολὺ 'αγαπητὰ ἀπὸ τὶς συχνὲς δημοσιεύσεις τους σὲ ἀνθολογίες καὶ σχολικὰ ἀναγνωστικά. Τέτοια ποιήματα ποὺ ἀξίζει νὰ τὰ μνημονεύσουμε γιὰ ἀκόμα μιὰ φορὰ εἶναι τὰ: «Τὸ χωριό μας», «Ὁ Καλογιάννος», «Τὸ κοιμητήρι», «Ἡ φωτιά», «Ἑσπερινός», «Τραγουδάκι», «Ὕμνος τοῦ βουνοῦ», «Τὸ πυροφάνι», «Ὁ πεθαμένος ψαρᾶς», «Ἡ ψαρόβαρκα», «Ὁ γρίπος» καὶ, ἴσως, καὶ μερικὰ ἄλλα ἀκόμα. Ἡ συλλογὴ περιλαμβάνει 46 ποιήματα συνολικά, γραμμένα ἀπὸ τὸ 1891 ἕως καὶ τὸ 1902 καὶ εἶναι χωρισμένη σὲ δύο ἑνότητες μὲ τοὺς εἰδικότερους τίτλους «Τὸ χωριό μας» καὶ «Τ’ ἀκρογιάλι μας». Κυριαρχοῦν τὰ ὀλιγόστροφα μὲ ὀχτασύλλαβους ἰαμβικοὺς στίχους ποιήματα, χωρὶς νὰ λείπουν, ὅμως, καὶ οἱ κλασικοί δεκαπεντασύλλαβοι καὶ τὰ λίγα ἀκριβοζυγιασμένα σονέτα. Τὰ τελευταῖα συνιστοῦν καὶ τὸ ὑψηλότερο ποιητικὸ ἀπόσταγμα τοῦ Δροσίνη, τουλάχιστον στὴ συλλογὴ αὐτὴ.
Αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ παραπάνω ἀναφερθέντα ποιήματα εἶναι κατὰ τὴ γνώμη μου ἐκεῖνα ποὺ ἀνυψώνουν τὸν Δροσίνη ἀπὸ τὴν περιγραφικὴ μετριότητα καὶ τὴν ἠθογραφικὴ ἀντίληψη τῆς ποίησής του. Ὁ στίχος του ἀποκτᾶ νεῦρο καὶ ἐσωτερικὸ παλμό, ἡ μορφή του ἰσορροπία καὶ Μαβιλικὴ τελειότητα, ἡ γλώσσα του καθαρότητα καὶ ἀνεπαίσθητους ὑπαινιγμούς, τὸ ὕφος του μιὰ προσωπικὴ καὶ μουσικόφιλη χροιά. Οἱ στιγμὲς αὐτὲς διασώζουν τὸν ποιητὴ καὶ τὸν συγκρατοῦν ἔξω ἀπὸ τὴν ἀνυποληψία καὶ τὴν ἀφάνεια. Στὰ ὑπόλοιπα ποιήματα ὁ Δροσίνης ἀναλώνεται στὴν εὔκολη συγκίνηση, στὴ φλύαρη περιγραφὴ καὶ, ἐνῶ ψάχνει ἀπεγνωσμένα κάποιο βάθος, στὸ τέλος παραμένει στὴν εὐτέλεια τῆς ρηχότητας. Ἴσως ἡ εὐκολία τῆς γραφῆς, ἴσως καὶ ἡ ἄμεση ἀποδοχὴ του ἀπὸ ἕνα ἄκριτο καὶ ἀπροβλημάτιστο κοινό, νὰ εὐθύνονται γιὰ τὴν ἀπροθυμία τοῦ ποιητῆ νὰ καλλιεργήσει πιὸ βαθιὰ τὴν ποίησή του. Ὡστόσο, αὐτὲς οἱ λίγες καὶ ἀκριβὲς ποιοτικὲς στιγμές του, ἀρκοῦν γιὰ νὰ τὸν ἀναζητοῦμε ξανὰ καὶ ξανά.
Η.Κ.

Ο φίλος στο facebook Athanase Athanassiou (facebook, 28/12/2018) προτείνει:"Η Παράσταση" ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη από την ποιητική συλλογή «Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2012)

.............................................................



 Ο φίλος στο facebook  Athanase Athanassiou (facebook, 28/12/2018)  προτείνει*


"Ο κόσμος σκηνή, ο βίος πάροδος. Ήλθες, είδες, απήλθες.", λέει ο Δημόκριτος. Με σημερινά λόγια, ο κόσμος είναι μια αίθουσα θεάτρου, η ζωή ένα πέρασμα από αυτήν. Μπαίνεις, κοιτάζεις και βγαίνεις.
--------------------------------------------------------------------------


Περιφερόταν από πόλη σε πόλη
Σε έρημα θέατρα καταγώγια
Το ρεπερτόριο ανεξάντλητο
παραλλαγή στο ίδιο έργο
Κάποιος τυφλός γέρος έψαχνε τη μοίρα του
κάποιος κάπου κάποτε έκανε μία ερώτηση
κάποιος κάπου δεν το άντεχε
ένα τέλος τέλειωνε
ένα πεπρωμένο πέτρωνε
Στα σκηνικά υπήρχε πάντα
μία λάμπα που τρεμόσβηνε
κι ένα γραμμόφωνο που έπαιζε
ένα φθαρμένο τραγούδι εγκατάλειψης
Αυτή ήταν πρωταγωνίστρια
μόνο που πάντα έπαιζε ρόλους δεύτερους
συνήθως ενός δένδρου που στο τέλος καίγεται.
Οι άλλοι ηθοποιοί ήταν άνδρες
Ένας Δον Κιχώτης
φορούσε πανοπλία και έκανε τον ιππότη
άλλος στοχαστικά παρίστανε τον Άμλετ
άλλοι ήταν πυγμάχοι
που πάλευαν στο ριγκ
Πολλές φορές ο υποβολέας
απήγγειλε ποιήματα
και κάποιοι αυτοκτονούσαν
από χάρτινα μπαλκόνια
Όλοι όμως ανεξαιρέτως
φορούσαν την ίδια μάσκα
που άλλαζε χέρι στα παρασκήνια
Ώσπου μια μέρα ένας από τους θεατές
ανέβηκε στο πάλκο
έστησε μια καρέκλα
και την κοίταξε στα μάτια
«Μου χρωστάς μιαν απάντηση» της είπε
«Σε ποια ακριβώς ερώτηση;» ρώτησε έκπληκτη αυτή
«Μπορείς να αγαπήσεις τόσο
που να μη σε νοιάζει αν αγαπηθείς;»
«Από ποιο έργο είναι αυτό;»
αναρωτήθηκε πανικόβλητη αυτή
«πού είναι η μάσκα που πρέπει να φοράς
με ποιο τρόπο θα με κάνεις να πονέσω
θα μαχαιρωθώ ή θα πάρω δηλητήριο
θα φύγω μ’ ένα τρένο μέσα στην ομίχλη
ή θα με εγκαταλείψεις μέσα σε κουκλόσπιτο;»
Ο άνδρας όμως δεν απάντησε
Κατέβηκε από τη σκηνή και προχώρησε στην έξοδο
Η γυναίκα έμεινα για λίγο μετέωρη
έβγαλε το φόρεμα με τις δαντέλες
σκούπισε την πούδρα από το πρόσωπο
πέταξε τα ψηλοτάκουνα παπούτσια
και τον ακολούθησε
Πίσω τους τα σκηνικά κατέρρευσαν
με θόρυβο.


(Χλόης Κουτσουμπέλη, Η Παράσταση, από την ποιητική συλλογή «Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2012)

*Σημείωση: Και το της ανάρτησης επίσης του φίλου Athanasse Athanasiou

 

La Strada Soundtrack --- Nino Rota


Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2018

Chants traditionnels par l'Arpeggiata & Christina Pluhar - Live @ Festival de sablé (youtube, 27 Σεπ 2018)

............................................................


Chants traditionnels par l'Arpeggiata & Christina Pluhar - Live @ Festival de sablé




Pizzica di San Vito 03:05 Tarantella Napoletana (impro.) 05:45 Amor (Lamento della Ninfa) 09:53 La caprinese 13:06 De Santany vaig partir 17:06 Canario (impro.) 22:59 Che si puo fare 27:03 Toccata L'arpeggiata 30:00 So maki sum se rodila 33:33 Oramu Pisulina 36:21 La dama d'Aragó 39:50 Pizzicarella mia 43:22 Yo soy la locura 45:37 Silenziu d'amuri 49:06 Lu passariellu 53:43 Pizzica di San Vito (Rap)


(youtube, 27 Σεπ 2018)



Από τη "Θάλασσα Επαγγελίας" του Τίτου Πατρίκιου (Από τις εκδόσεις "Θεμέλιο", Απρίλης 1977)

............................................................






Τίτος Πατρίκιος (γ.1928) 



 
 


Από τη "Θάλασσα Επαγγελίας" του Τίτου Πατρίκιου 

  • ΕΚΒΟΛΕΣ
Σαν μια πηγή που γυρεύει τη θάλασσα
προσπάθησα να σε φτάσω
και χάθηκα στις εκβολές των ποταμών

                                          Αθήνα, Μάρτης 1959

  • ΤΟ ΦΤΑΙΞΙΜΟ
Μια βέβαιη λύση
ένας εκβιασμός συγχώρεσης
για το φταίξιμο που δε σώνεται 
το φταίξιμο που θα ξανάρθει.
Κάτω απ' τα σκοτεινά αγκαλιάσματα
η άβυσσος των καθημερινών πραγμάτων

                                           Αθήνα, Μάης 1959

  • ΤΑΞΙΔΙ
Έσπαγα το κορμί σου
σε κάθε κόμπο κάθε άρθρωση
ρουφώντας από τις ρωγμές χυμό.
Κι εσύ διαρκώς αναδυόσουν πιο ακέρια
με σκέπαζες με την πολύβουη φυλλωσιά σου
την αρμυρή δροσιά της θαλασσινής σου νύχτας 
και με ταξίδευες όλο το δρόμο
από το αγρίμι ως τον άνθρωπο.

                                           Αθήνα, Αύγουστος 1959

  • ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ
Όπως αθόρυβα τελειώνει η κάθε μέρα
ένα κομμάτι της αγάπης μεταμορφώνεται σε πάγο
ένα κομμάτι του κορμιού μεταμορφώνεται σε θάνατο.

                                            Παρίσι, Γενάρης 1960

  • ΜΝΗΜΗ
Σε μιαν απέραντη πολιτεία σε ήβρα
σε μιαν απέραντη πολιτεία σ' έχασα.
Άν άλλαζε η μνήμη σε γυαλί μπορεί και να 'βλεπα
πιο καθαρά, λίγο πριν σβήσει, την εικόνα σου.

                                            Παρίσι, Μάρτης 1960

  • ΥΠΟΓΕΙΟ ΤΡΕΝΟ
Κι έπειτα τα χρόνια θα περάσουν
όγκοι βουνών και πέτρας θα παρεμβληθούν
θα ξεχαστούνε όλα
όπως ξεχνιέται το καθημερινό φαΐ
που μας κρατάει ορθούς.
Όλα, έξω από κείνη τη στιγμή 
που μέσα στο συνωστισμό του υπόγειου τρένου
κρατήθηκες στο μπράτσο μου.

                                              Παρίσι, Μάης 1960

  • Η ΑΛΛΗ ΠΟΛΗ
Την άλλη μέρα του όνειρου
βγήκε ένας ήλιος τόσο μαύρος
που κι οι τυφλοί
βλέπαν διπλό σκοτάδι.

                                             Ρώμη, Σεπτέμβρης 1961

  • VIA DEI CORONARI 123
Άχρηστο μέσα στη μνήμη τ' όνομά σου
χωρίς τους φθόγγους που το ζωντανεύαν
σαν τη χαμένη σύσταση σπιτιού
όπου κανείς δεν ξέρει πως έχω κατοικήσει.

                                              Ρώμη, Σεπτέμβρης 1961

  • ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ
Σε γνώρισα ναυαγός σε μια μεγάλη πόλη
που οι άνθρωποι περνούν και χάνονται
με μια βουή ωκεανού.
Κι ήταν σα θαύμα το πώς βγήκαν 
καινούργια λόγια απ' το στεγνό μου στόμα.
Τ' απόθεσα χωρίς καμιάν εγγύηση, παράλογα
σ' ένα μπουκάλι και το 'ριξα στην άσφαλτο.
Ήξερα πως δεν είχα τίποτα να περιμένω
μα δεν βρισκόμουν πια στην πρώτη νιότη μου
κι η σύνεση γινόταν μια πολυτέλεια δυσβάσταχτη.

                                                 Παρίσι, Νοέμβρης 1962


 (Από τις εκδόσεις "Θεμέλιο", Απρίλης 1977)