Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

"Ο κουμπαράς της μεταμέλειας" Της Μαριας Κατσουνακη ("Καθημερινή", 24/12/2011)



.................................................................

 
Ο κουμπαράς της μεταμέλειας



Της Μαριας Κατσουνακη


Οι αναρτημένες στον ιστότοπο της Βουλής δηλώσεις πόθεν έσχες των 300 εκλεγμένων εκπροσώπων του έθνους, προσφέρονται όχι μόνο για διαπιστώσεις και σχόλια, αλλά και για προτάσεις.
Πρώτα, οι διαπιστώσεις: η συντριπτική πλειονότητα διαβιεί εν ευπορία. Ετσι, προφανώς, απομακρύνεται και ο κίνδυνος του οικονομικού εκμαυλισμού, της δωροδοκίας, των, με το αζημίωτο, πελατειακών σχέσεων (!). Το ερώτημα μήπως η βουλευτική αποζημίωση αποδεικνύεται υπερβολική σε σχέση με το αποδιδόμενο στην κοινωνία έργο, από ένα μέρος του πληθυσμού έχει ήδη απαντηθεί (και με τις ανάλογες χειρονομίες), από ένα άλλο, πάλι, εξετάζεται (!).
Ακολουθούν, τα σχόλια: πολλά και ποικίλα. Τα περισσότερα ειρωνικά, δηλητηριώδη, ενίοτε και οργισμένα. Οφείλει όμως να εκτιμήσει κανείς την ευρηματικότητα με την οποία, ορισμένοι, διαχειρίζονται τα περιουσιακά στοιχεία τους. Το επενδυτικό δαιμόνιο, δηλαδή. Εκτός από τα τετριμμένα (όπως διαμερίσματα, αγροτεμάχια, πλούσιοι γάμοι κ.λπ.) υπάρχουν και πιο ευφάνταστες τοποθετήσεις χρημάτων (όπως σε ποδοσφαιρικές ομάδες). Αναμένουμε, βεβαίως, να τελεσφορήσει και η έρευνα που ανήγγειλε ο επικεφαλής της επιτροπής ελέγχου πόθεν έσχες της Βουλής κ. Βαγγέλης Αργύρης, με επίκεντρο 11 βουλευτές, οι οποίοι εμφανίζουν σημαντική μείωση καταθέσεων από το προηγούμενο έτος (2008). Μήπως πρόκειται για διαφυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό; (!)
Στο τελευταίο μέρος, στις προτάσεις, τα πράγματα σοβαρεύουν. Τι θα λέγατε αν, για παράδειγμα, οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του έθνους καλούνταν να καταβάλλουν το κόστος της αποτυχίας τους σε χρήμα; Αν, δηλαδή, έδειχναν εμπράκτως τη μεταμέλειά τους για λάθη του παρελθόντος; Αν, εκτός από την έμμεση αυτοκριτική και την αυστηρή κριτική προς το (κυβερνών κατά κανόνα) κόμμα και τον αρχηγό του, κοστολογούσαν τα λάθη και αποτιμούσαν τη χρεοκοπία της πολιτικής τους σε ευρώ; Πόσο στοιχίζει η πολιτική χωρίς αποτέλεσμα;
Εάν, εκτός από το Ταμείο για τον Περιορισμό του Δημόσιου Χρέους, υπήρχε στη Βουλή και ένας κουμπαράς της μεταμέλειας, ένα κουτί σε σχήμα κάλπης, στο οποίο καθένας, ανάλογα με τη συμμετοχή του στις κυβερνήσεις ή στο Κοινοβούλιο της τελευταίας 30ετίας, ανάλογα, δηλαδή, με τις ευθύνες του, κατέθετε ένα ποσό σαν αποζημίωση; Εξαργύρωνε το τίμημα της αποτυχίας, προσωπικής και συλλογικής, υπέρ της πάσχουσας πατρίδας και των πασχόντων πολιτών της; Γιατί, εάν υποθέσουμε ότι οι πολίτες (συνδαιτυμόνες ή όχι στο μεγάλο φαγοπότι), υφίστανται αδιακρίτως τις συνέπειες της κακοδιαχείρισης (συμμετείχαν ή όχι σε αυτήν), με απολύσεις, μειώσεις μισθών, συντάξεων, επιβολή νέων φόρων κ.ο.κ., γιατί να μην μειωθούν αναλογικά, δραστικά, και τα εισοδήματα των διαχειριστών της εξουσίας;
Εφόσον από τις δηλώσεις διαπιστώνεται ότι «έσχον» με ένα «πόθεν» ασαφές και αδιευκρίνιστο, έως ότου διαλευκανθεί το «πόθεν» μήπως θα πρέπει -και μόνο ως έκφραση καλής πίστης και ένδειξη αναβάπτισης- να περιορίσουν το «έσχες»;
Ομως, και το τελευταίο αυτό μέρος, των «προτάσεων», πάσχει όπως και τα δύο προηγούμενα, των «διαπιστώσεων» και των «σχολίων», στην αρχική σύλληψη: ποιος πολιτικός εκτίθεται δημόσια, αναγνωρίζοντας το λάθος του χωρίς να έχει ήδη προετοιμάσει το επόμενο; Σύμφωνα, πάντα, με τις «Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ» του Μπ. Μπρεχτ: «Με τι ασχολείστε; ρώτησαν τον κύριο Κ. Και ο κύριος Κ. απάντησε: “Είμαι πολύ απασχολημένος: προετοιμάζω το επόμενο λάθος μου”».
Ενα πρώτο, εφικτό, βήμα, για την αναμόρφωση του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος είναι η διαφάνεια στα οικονομικά των κομμάτων με ταυτόχρονη μείωση της κρατικής επιχορήγησής τους. Η αύξηση του κόστους λειτουργίας των κομμάτων οδήγησε τα τελευταία χρόνια στην απόλυτη σχεδόν εξάρτηση από οικονομικά κέντρα και τον ασύστολο δανεισμό τους από τράπεζες. Οπως επισημαίνει και ο αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Νίκος Μαραντζίδης («Κ» 27/11): «Κατ’ αναλογία με το ελληνικό κράτος, όπου ο εύκολος και φθηνός δανεισμός δεν συνέβαλε σε πραγματική οικονομική ανάπτυξη αλλά σε κρίση χρέους, η αφθονία πόρων για τα άπληστα πολιτικά κόμματα όχι μόνο δεν περιόρισε τις εξωγενείς εξαρτήσεις τους, αλλά αντίθετα τις όξυνε. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό πως προκειμένου να καλύψουν το εξωφρενικό κόστος λειτουργίας τους, τα κόμματα, προσφεύγουν σε δανεισμό από τις τράπεζες βάζοντας ως εγγύηση τις μελλοντικές τους χρηματοδοτήσεις. Συμπεριφέρονται δηλαδή όχι ως εντολοδόχοι του λαού, αλλά ως σπάταλοι εισοδηματίες με εγγυημένο εισόδημα».
Ακόμη κι αν δεν πρόκειται για αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, στην Ελλάδα, λόγω απληστίας των κομμάτων είναι εξαιρετικά διογκωμένο: τη διετία 2010 - 2011 το ποσό της χρηματοδότησης των κομμάτων από τον φορολογούμενο πολίτη -μέσω του προϋπολογισμού- ανέρχεται στα 89,3 εκατ. ευρώ. Το συνολικό χρέος τους στις τράπεζες είναι 244,2 εκατ. ευρώ. Ενας Πορτογάλος καταβάλλει ετησίως 0,86 ευρώ για τη λειτουργία των κομμάτων. Για τον Ελληνα πολίτη το ποσό είναι 5,8 ευρώ.
Πώς αλλάζει το πολιτικό σύστημα; Ούτε με ευχές αλλά ούτε και με κατάρες. Εκτός από την κατάρρευση υπάρχει και η επώδυνη συνειδητοποίηση, που όταν συντελείται αποτυπώνεται τόσο στα οικονομικά όσο και στο... χρώμα: «Ενας άνθρωπος που είχε καιρό να δει τον κύριο Κ. τον χαιρέτησε λέγοντας: “Δεν αλλάξατε καθόλου”. “Αχ!” έκανε ο κύριος Κ. κι έχασε το χρώμα του».

Πέθανε ο ποιητής Αργύρης Χιόνης (NAFTEMPORIKI.GR Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011 12:30) και Συνέντευξη στον Γιώργο Καρουζάκη via https://4ulv.wordpress.com ( http://www.lifo.gr/team/readersdigest/28327)


.........................................................

Πέθανε ο ποιητής Αργύρης Χιόνης

NAFTEMPORIKI.GR Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011 12:30
Τελευταία Ενημέρωση : 27/12/2011 13:57

Η κηδεία του Αργύρη Χιόνη θα γίνει στο Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας.
Σε ηλικία 68 ετών πέθανε το απόγευμα των Χριστουγέννων -από καρδιακή προσβολή- ο Αργύρης Χιόνης, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του '70, στο Θροφαρί Κορινθίας όπου ζούσε τα τελευταία 20 χρόνια.
Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1943 στην Αθήνα, στα Σεπόλια, από γονείς νησιώτες, εσωτερικούς μετανάστες. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο 2ο Νυχτερινό Γυμνάσιο Αθηνών.
’ρχισε να εργάζεται από πολύ μικρός και άλλαξε αρκετά επαγγέλματα. Σε ηλικία 28 ετών γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του ’μστερνταμ και σπούδασε ιταλική φιλολογία. Επί είκοσι έτη (1967-1977 και 1982-1992), έζησε σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1966, με την ποιητική συλλογή «Απόπειρες φωτός».
Στο εξωτερικό εκδόθηκαν δύο βιβλία του –τα «Σχήματα Απουσίας» και «Μεταμορφώσεις»- και βραβεύτηκαν δύο θεατρικά έργα του -«Ο Ρήτορας» και «Αυτός εκτός και εντός του κοστουμιού του»-, σε διαγωνισμό που είχαν προκηρύξει για τις Κάτω Χώρες ο θεατρικός οργανισμός Sater και το λογοτεχνικό περιοδικό Soma, το 1971. Διορίστηκε δάσκαλος ελληνικών στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο και παράλληλα εγγράφηκε, με κρατική υποτροφία, στη Σχολή Ιταλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του ’μστερνταμ. Το 1977 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου δούλεψε ως μεταφραστής, συνέγραψε μια σειρά παιδικών εκπομπών για το ραδιόφωνο και έκανε ένα ταξίδι στις ΗΠΑ, εκπροσωπώντας την Ελλάδα στο ετήσιο Διεθνές Συγγραφικό Πρόγραμμα του Πανεπιστημίου της Αϊόβα.
Κατά τη δεκαετία 1982-1992 εργάστηκε ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 1992, παραιτήθηκε από τη θέση αυτή και ζούσε στο χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας, όπου ασχολιόταν με την ποίηση και τη γεωργία, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο βιογραφικό που συνόδευε τα βιβλία του.
Ποιήματα και πεζογραφήματά του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ολλανδικά, σερβοκροατικά και ρουμάνικα, ενώ ήταν μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Έργα του Αργύρη Χιόνη:
Ποίηση
«Απόπειρες φωτός», (1966)
«Σχήματα Απουσίας», (1973)
«Μεταμορφώσεις», (1974)
«Τύποι ήλων», (1978)
«Λεκτικά τοπία», (1983)
«Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη», (1986)
«Εσωτικά τοπία», (1991)
«Ο ακίνητος δρομέας», (1996)
«Ιδεογράμματα», (1997)
«Τότε που η σιωπή τραγούδησε και άλλα ασήμαντα περιστατικά», (2000)
«Στο υπόγειο», (2004)
«Η φωνή της σιωπής: Ποιήματα 1966-2000», (2006)
«Μέρες ποίησης», (2007)
«Ό,τι περιγράφω με περιγράφει», (2010)
«Παίγνια», (2011).
Αφηγήματα
«Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα», (1981)
«Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς», (1995)
«Τρία μαγικά παραμύθια», (1998)
«Όντα και μη όντα», (2006)
«Περί αγγέλων και δαιμόνων», (2007)
«Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες», (2008)
«Το μήνυμα και άλλες δύο φάρσες - Ο ρήτορας ή ο κανιβαλισμός: Αυτός εκτός και εντός του κοστουμιού του» (τρία μονόπρακτα), (2009).
Έχει, επίσης, μεταφράσει και δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά πολλά ποιήματα γραμμένα στα γαλλικά, αγγλικά, ισπανικά, ιταλικά και ολλανδικά, καθώς και όλο τον «Αστερίξ» και ένα μεγάλο μέρος του «Ιζνογκούντ».
Βραβεία
Βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω» το 2007, για το «Όντα και μη όντα», κρατικό βραβείο διηγήματος το 2009, εξ ημισείας με τον Τόλη Νικηφόρου για «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες».

.............................................................


Aργύρης Χιόνης - Χριστούγεννα 1997

"Πιστεύω στην αγνή ηλιθιότητα, όπως εκείνη του Ηλίθιου στον Ντοστογιέφσκι. Είναι ένα είδος αγιοσύνης".



ΧΡΟΝΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΟΥΣΕ, δίχως αποτέλεσμα, να φτάσει ως τα βάθη της ψυχής του, ως αυτό που πίστευε πώς είναι φως ανέσπερο, ζωής πυρήνας. Κάποτε, επιτέλους, τα κατάφερε βρήκε τόσο πυκνό σκοτάδι που το μάσαγε».


ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

“Ο ακίνητος δρομέας”








Συνέντευξη στον Γιώργο Καρουζάκη via https://4ulv.wordpress.com/

Απόγευμα, σε κεντρικό ζαχαροπλαστείο της πόλης, καθορίστηκε η συνάντηση μας με τον ποιητή Αργύρη Χιόνη. Αναγνώριση δυο αγνώστων μέσα στο πλήθος. Οι πρώτες «άσκοπες» κουβέντες, μεταξύ ουίσκι και καφέ, με την ελπίδα να συγχρονιστούμε σ’ ένα κώδικα που θα προχωρήσει, έστω για λίγο, τη συζήτηση «πέρα απ’ το γαιοβάμον σκότος”. Αφορμή της συνάντησης μας ήταν η έκδοση του τελευταίου βιβλίου του ποιητή: «Ιδεογράμματα» (Χαικού και Τάνκα) εκδ. «Τα τραμάκια».

Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα. Έζησε σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Εργάστηκε ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το 1992 ζει στο χωριό Θροφαρί της Ορεινής Κορινθίας όπου ασχολείται με την ποίηση και τη γεωργία. Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Απόπειρες φωτός» (εκδ. Δωδέκατη ώρα) κυκλοφόρησε το 1966. Έκτοτε εκδόθηκαν εφτά ποιητικά βιβλία του, δύο με αφηγήματα καθώς και μεταφράσεις.


-Μήπως η ποίηση είναι, εντελώς, άσκοπη;
«Θα ήθελα να ήταν άσκοπη. Αυτό θα σήμαινε ότι δεν υπάρχει η εσωτερική ανάγκη για την κατασκευή ποιήσεως και όλα θα ήταν μέλι-γάλα».

-Ζείτε με τον τρόπο που αρμόζει σ’ ένα ποιητή;
«Νομίζω ναι. Λέει,κάπου, ο ‘Οντεν, ότι ο ποιητής πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να κάνει πράγματα με τα χέρια του. Να μην αρκείται μόνο στα βιβλία, να μπορεί να δουλέψει ένα κομμάτι γης, να έχει ένα ζώο, να ξέρει να μεγαλώσει έστω ένα λουλούδι, ένα λάχανο. Να χρησιμοποιεί τα χέρια του. Λέει, ακόμα, ότι πρέπει να ξέρει και μαθηματικά. Μακάρι να ήξερα …»

-Aρκετοί Έλληνες ποιητές δεν είχαν ποτέ σχέση με τη χειρωναξία ή  με τη φύση…
«Ο Ελύτης αναφέρει μια ολόκληρη σειρά φυτών, όχι μόνο επειδή έχουν ωραίους ήχους. Είναι οι ήχοι και η μνήμη του αρώματός τους. Απαριθμεί επίσης, μια σειρά νησιών. Φαίνεται ότι τα έχει, τουλάχιστον, επισκεφθεί. Ασχέτως αν δεν έσκαψε ποτέ στη ζωή του. Για μένα, θα έπρεπε να έχει σκάψει. Τότε θα ήτανε ουσιαστικότερη η ποίηση του.

Ο ουσιαστικότερος Ελύτης αρχίζει από το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απρίλη». Εκεί ανακαλύπτει πραγματικά το θάνατο, και πάει στο βάθος. Όλα τ’ άλλα είναι κατασκευές, κατά την ταπεινή γνώμη μου. Ποιος είμαι τώρα εγώ, για να μιλήσω για τον Ελύτη. Βέβαια, είναι τέλειος δοκιμιογράφος, όπως και ο Σεφέρης. Αποδεικνύεται ότι οι ποιητές είναι πολύ καλοί δοκιμιογράφοι”.

-H ποίησή σας χαρακτηρίζεται ανθρωποκεντρική. Με ποια σημασία;
«Είναι η αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο φαινόμενο του θανάτου. Βέβαια, πέρασε διάφορες φάσεις. Στην αρχή, στις πρώτες συλλογές, ήταν η απορία. Mετά ακολούθησε η οργή, ένα είδος επανάστασης και τώρα έχω φτάσει σ’ ένα σημείο παραδοχής του φαινομένου του θανάτου. Δεν τον θεωρώ, πλέον, κάτι τρομακτικό που θα καταλύσει τη μνήμη και θα τελειώσουν όλα, αλλά ως ένα σημείο του αέναου κύκλου».

- Αυτή είναι μια διαπίστωση, που σε μια συζήτηση, είναι εύκολο να την υποστηρίξει κάποιος. Στην ουσία της, την έχετε αντιμετωπίσει;
«Προσπαθώ μέσα από την ποίηση. Μπορεί βέβαια, να πεθάνεις και να μην το έχεις φτάσει. Να λες, τώρα, ότι φαντάζεσαι τον εαυτό σου να τον χωνεύει η φύση και να τον μετατρέπει σε άλλα υλικά που θα διαιωνιστούν επ’ άπειρο, και όταν έρθει η ώρα του θανάτου σου, να τα κάνεις επάνω σου. Πιστεύω ότι η ποίηση σε βοηθάει να ζήσεις αλλά και να πεθάνεις. Όσο για την επανάσταση, την εννοώ απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου. Από τη στιγμή που νικάς το φόβο του θανάτου επέρχεται μια λύτρωση, περνάς σ’ ένα άλλο στάδιο. Είναι σαν να ανατρέπεις ένα καθεστώς”.

-Το θαύμα, επίσης, στα ποιήματα σας, δείχνει να είναι προϊόν ανθρώπινης βούλησης και επιμονής. Συνδέεται, ακόμα, μ’ ένα ιδιόμορφο θρησκευτικό αίσθημα.
«Η μεταφυσική μου είναι κοσμική, λαϊκή αν θέλεις. Δεν είναι κληρική, δεν έχει καμία σχέση με την εκκλησία, αλλά με τον άνθρωπο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος ό,τι έχει κάνει, καλό ή κακό, το έχει καταφέρει με αυτή την τρομακτική επιμονή, η οποία έφερε και δεινά φοβερά. Σχεδόν, δεν έχει μείνει κανένα μυστικό στον άνθρωπο, και αυτοκαταστρέφεται. Η ερμηνεία του κόσμου, βέβαια, είναι ένα στοιχείο φυτεμένο μέσα του. Δεν ξέρω αν θα καταφέρει να ερμηνεύσει όλο τον κόσμο. Ελπίζω να μην τα καταφέρει ποτέ…»

-Πώς γράφετε;
«Περνάνε και μήνες που δεν γράφω ούτε ένα στίχο. Έρχονται μέρες που σκάβω στο χωράφι και στο μυαλό μου γυρίζουνε στίχοι. Το βράδυ, όταν επιστρέφω στο σπίτι, κάθομαι και τους δουλεύω. Δεν θα παρατήσω, όμως, το σκάψιμο για να τρέξω να σώσω το στίχο. Θα συνεχίσω. Αν είναι κακός ο στίχος θα τον ξεχάσω».

-Τους ξεχνάμε, δηλαδή, τους κακούς στίχους;
«Ελπίζω…»

-Στο ποίημα «Ποιος είπε ότι η ποίηση ωραϊζει» λέτε ότι η ποίηση «σου τρώει τα σωθικά». Συμβαίνει πάντα;
«Η προσπάθειά σου να γράψεις ουσιαστική ποίηση προϋποθέτει μια τρομακτική ένταση. Γερνάει το σώμα, αδειάζει τον άνθρωπο απ’ τα μέσα, κυριολεκτικά. Αυτό συμβαίνει σε οποιονδήποτε δίδεται με πάθος και με ειλικρίνεια σε κάτι. Φεύγουνε κομμάτια από τις σάρκες του, από το σώμα του. Το κενό, όμως, που δημιουργείται, ξαναγεμίζει με μια άλλου είδους ευτυχία. Η ασκήμια που έχει προκληθεί αντισταθμίζεται όταν έχεις κάνει αυτό που, περίπου, ήθελες».

-“Ο φίλαλλος”, γράφετε, πεθαίνει ο ίδιος λίγο λίγο, σε αντίθεση μ’ εκείνον που νοιάζεται για τους άλλους εκ του ασφαλούς. Οι τελευταίοι, δεν προστατεύονται τελικά από την φθορά;
« Όχι, απλώς είναι εγωιστές».

-Έχουν την εντύπωση ότι θα την γλιτώσουν;
«Αυτό είναι το λάθος τους. Βλέπεις τους βιομήχανους που μαζεύονται στην Ιαπωνία, και συζητάνε αν θα μειώσουν την ατμοσφαιρική ρύπανση σ’ ένα πλανήτη που καταστρέφεται. Θεωρούν τους εαυτούς τους αιώνιους. Ως θεοί αποφασίζουν για την καταστροφή του πλανήτη και το χειρότερο, για να μην μειώσουν τα κέρδη των εταιριών τους, για να μην βάλλουν φίλτρα. Τρομακτικά εγωιστική και υπερφίαλη αυτή η στάση, που φτάνει μέχρι την ηλιθιότητα».

-Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί, ότι μόνο με την “ηλιθιότητα” μπορεί να προχωρήσει ο κόσμος. Η γνώση της ουσίας των πραγμάτων, μάλλον, θεωρείται αντιπαραγωγική.
«Εννοείτε ότι ο άνθρωπος που δεν σκέφτεται, τολμά, ενδεχομένως, περισσότερα από τον άνθρωπο που γνωρίζει και σκέφτεται την συνέπεια των πράξεων του. Δεν ξέρω, όμως, σε τι ωφελεί η ανεξέλεγκτη πρόοδος. Μεγάλοι επιστήμονες, όπως ο Αϊνστάιν για παράδειγμα, νόμιζαν ότι θα είχαν τον έλεγχο της ανακάλυψής τους. Ήξεραν τις καταστροφικές δυνατότητες της ανακάλυψής τους. Κάποιοι δεν ενδιαφέρονται καθόλου.

Πιστεύω στην αγνή ηλιθιότητα, όπως εκείνη του Ηλίθιου στον Ντοστογιέφσκι. Είναι ένα είδος αγιοσύνης. Θεωρώ θετικό στοιχείο, έναν άνθρωπο ο οποίος απορεί μπροστά στο φαινόμενο μιας παπαρούνας. Από τη στιγμή που αρχίζει και αναλύει τα στοιχεία της παπαρούνας, έχει χάσει αυτό το είδος της αγνείας και άγνοιας. Με αυτή την έννοια, ο πτωχός τω πνεύματι είναι συγκλονιστικός άνθρωπος. Η μακαριότητα του είναι αξιοζήλευτη».

-Υπάρχει η εντύπωση ότι οι ποιητές διαθέτουν αποθέματα ψυχικής γενναιότητας. Ισχύει;
«Tο κακό είναι ότι το περιμένουμε μόνο από τους καλλιτέχνες και τους ποιητές. Κάθε τεχνοκράτης έπρεπε να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Σε πληροφορώ, όμως, ότι υπάρχουν καλλιτέχνες που είναι μπακάληδες, ειδικά στον εικαστικό χώρο. Μπορεί να βρεις έναν ωραίο ταβερνιάρη που να μαγειρεύει καλά και να έχει μια τέλεια αρμονία με την ψυχή του.

Μην ξεχνάτε όμως, ότι ένας καλός ποιητής θα μπορούσε ακόμα να γίνει ένας πολύ κακός δικτάτορας. Στυγνός, αν είναι τελειομανής, και ζητάει από τους ανθρώπους πράγματα που έχει φανταστεί ή έχει καταφέρει μέσα στην τέχνη του».


Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

"Συνομιλία με άγνωστον τέως εχθρό" / Ένα αθησαύριστο χριστουγεννιάτικο διήγημα του Ηλία Βενέζη ("ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", 25/12/2011)

.............................................................

Συνομιλία με άγνωστον τέως εχθρό
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 25/12/2011, στην "ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ"


Ένα αθησαύριστο χριστουγεννιάτικο διήγημα του Ηλία Βενέζη

-- Κύριε, θα είχατε την καλωσύνη...
-- Ορίστε, κύριε.
-- Θα μπορούσα να βρω ένα φαρμακείο...-- πώς το λένε, πώς το λένε...
Τα μεγάλα, παιδιάτικα, εκφραστικά μάτια ψάχνουν τον αέρα να το βρουν.
-- ...Ένα φαρμακείο, να -- όλο...πώς το λένε;… όλο ανοιχτό.
Απ’ τα πολλά καταλαβαίνω πως ζητείται ένα διανυκτερεύον φαρμακείο. Είναι βράδυ, επαύριον των Χριστουγέννων, η σκηνή στα «Ολύμπια».
-- Τι θέλετε;
-- Θάθελα… ένα ασπιρίνη. Μου πονεί το κεφάλι.
Στο τραπέζι μας, ένας φίλος έχει ασπιρίνη. Του δίνουμε μία.
-- Ξένος είσθε, κύριε;
Υποθέτω πως θα πρόκειται για κανέναν βεριτάμπλ ρωμιό, που είνε ντυμένος κουστούμι σπορ, έχει συμπαθητικώτατη μορφή και μόλις ενθυμείται μεταξύ αγγλικής ή γαλλικής και ολίγην τινα ελληνική.
-- Ξένος είσθε, κύριε;
-- Ναι, είμαι Τούρκος κύριε.
-- Α! Τούρκος!
Αναστάτωση στο τραπέζι μας. Τα μάτια ερευνούν ανήσυχα το φαινόμενον. (Άκου, Τούρκος!...λέει ένας σιγανά με δέος. Μωρέ και πού μοιάζει, Τούρκος; ψιθυρίζει ένας άλλος). Η συμπαθητική κυρία του γειτονικού τραπεζιού που ασχολείται με την ποίησιν, στηλώνει επί τω ακούσματι μια τόσο τρομαγμένη ματιά.
Πιάνουμε κουβέντα. Ήρθε με την τουρκική ομάδα που έπαιξε με τον «Άρη». Φοιτητής -- κάτι τέτοιο. Δεν παίζει φουτ μπωλ. Είνε κωπηλάτης στις λεμβοδρομίες. Τρελλαίνεται για τη θάλασσα.
-- Εσείς εδώ, νησιώτες, θα μας ξεπερνάτε βέβαια, στη θάλασσα. Θάχετε πλαζ, θάχετε ωραίες βάρκες, θάχετε ομίλους αποκλειστικά για σπορ στη θάλασσα, ε;
-- Βέβαια, βέβαια, πώς...Η μουσική παίζει ένα ταγκό του τελευταίου ταχυδρομείου. Ο μικρός κύριος προσηλώνεται και παρακολουθεί με κινήσεις του κεφαλιού το σκοπό, σφυρίζει σιγανά και διακριτικά.
-- Τι ωραίο πράμμα που είναι η μουσική ε; Δε συμφωνείτε; με ρωτά.
-- Απολύτως, απολύτως.
-- Πρώτη φορά έρχεστε στη Μυτιλήνη;
-- Που βγαίνω έξω, ναι. Αλλά ένα σωρό φορές ταξιδεύοντας για το εξωτερικό την χαιρόμουν απ’ το βαπόρι. Παρακαλούσα να μ’ αφήσουν να βγω. Όχι! όχι! Έτσι και στον Πειραιά: Δεν επιτρέπεται. Έχεις βίζα. Δεν είχα βίζα. Τότε και γω λέω -- μωρέ θα βγω! Κάνω, που λέτε το ρωμηό, λέω: τον πρώτο πόλισμαν που θα δω στο κουμέρκι θα του πω, καλημέρα σας -- έτσι θα καταλάβει πως είμαι ρωμηός. Αλλά δε βαριέστε! Μέπιασαν. Μα, αλήθεια, διακρίνουμαι από τίποτα;
Φυσικά από τίποτα δε διακρίνεται. Του το βεβαιώνω.
-- Και δε μου λέτε, που μάθατε τόσο καλά ελληνικά;
-- Μα είμαι από τη Σμύρνη. Παιδάκια όλο με δικούς σας παίζαμε.
-- Α, γι’ αυτό;
-- Ξέχασα να σας ρωτήσω, λέει πάλι ο μικρός κύριος. Τι γιορτή έχετε σήμερα και χτες.
-- Χριστούγεννα.
-- Χριστούγεννα; Μα εγώ το λογάριασα, είνε ύστερα από δεκατρείς μέρες. Έτσι δεν είνε;
-- Ω, μα δεν έχουμε πια το παληό ημερολόγιο! Αλλάξαμε.
-- Α, έτσι; Και γω είχα χάσει το νου μου να λογαριάζω -- σαν πήραμε το γράμμα του «Α…». Χριστούγεννα λοιπόν! Καλές γιορτές.
-- Ευχαριστώ.
-- Αλλάξαμε και μεις το ημερολόγιό μας. Δεν έχουμε πια χίλια τρακόσα τόσα...
-- Και σεις αλλάξατε σ’ όλα. Έχετε και τον πολιτικό γάμο, ακόμα.
-- Σεις δεν έχετε;
-- Όχι.
Τον ρωτώ για τη Σμύρνη. Αν το τάδε και τάδε μέρος που είχαν καεί ξαναχτίστηκαν, τι έγιναν τα ερείπια -- οι μεγάλοι θεόρατοι τοίχοι που κρέμουνταν στο τάδε μέρος, λεπτομέρειες σημαδιακές που μπορεί να τις ξαίρει μόνο ένας που είδε τη Σμύρνη μετά την καταστροφή. Ο νέος κύριος απορεί.
-- Πού τα ξέρετε εσείς αυτά;
-- Α, έτυχε να τα δω, του λέω, πολεμώντας να ξεφύγω μια συγκεκριμένη απάντηση. Μα το παιδί επιμένει. Αναγκάζουμαι να του το πω.
-- Έμεινα δεκατέσσερες μήνες στα εργατικά τάγματα.
-- Α, αλήθεια!
Το χαρούμενο χαμόγελο σβύνει ξαφνικά απ’ τα χείλια του παιδιού. Με κοιτάζει πολλή ώρα, σιωπηλά.
-- Α! έτσι...λοιπόν, Prisonnier de guerre…
-- Ναι, έτσι...
-- Πάλι μένει σιωπηλό. Κάτι γυρίζει μες το μυαλό του – το καταλαβαίνω. Έπειτα με κοιτάζει μες τα μάτια, ξανά.
-- Δηλαδή...μπορούσε να σας είχα σκοτώσει;
-- Μπορούσε.
-- Και σεις εμένα..
-- Και σας, εγώ.
-- Μα μήπως αυτό το θελήσαμε, εμείς; λέει πάλι και δείχνει εμένα και κείνον.
Μα όχι, βέβαια εμείς οι δυο δεν το θελήσαμε.
Του κερνάμε απ’ το τραπέζι μας ένα ούζο. Το δέχεται με τόση χαρά -- τρεισήμισι δραχμές. Βλέπω τη χαρά αυτή σα με κοιτάζει να μου ευχηθεί.
-- Στην υγειά σας.
-- Στην υγειά σας.
Μας προσκαλεί να πάμε την άνοιξη, στη Σμύρνη. Μα πρέπει νάρτετε.
-- Θάρτουμε.
Ήρθε η ώρα να φύγει. Μου σφίγγει το χέρι θερμά.
-- Καλή νύχτα αγαπητέ μου φίλε.
-- Καλή νύχτα, φίλε μου.
Θέλησα να τον πω με το μικρό του όνομα. Μα θυμήθηκα πως δεν είχαμε πει τα ονόματά μας. Κι όταν έφευγε ακόμα, πάλι δεν τον ρώτησα. Τι χρειάζουνταν;


Αθησαύριστο χριστουγεννιάτικο διήγημα του Ηλία Βενέζη
Για τη Λέσβο, το 1930 και τα δορυφόρα χρόνια είναι τα χρόνια της έκρηξης και του ορίου της πνευματικής Λεσβιακής Άνοιξης. Ο ανταγωνισμός των εφημερίδων φέρνει τρίχρωμα οκτασέλιδα λογοτεχνικά φύλλα τις περιόδους των γιορτών. Την Πρωτοχρονιά του 1931 η εφημερίδα Ταχυδρόμος των Θείελπι Λευκία και Στράτη Μυριβήλη φιλοξενεί 13 λογοτεχνικές συνεργασίες, ο αντίπαλος Δημοκράτης 7, ενώ ο Ελεύθερος Λόγος δημοσιεύει μόλις ένα διήγημα. Ο επόμενος χρόνος είναι αυτός του ορίου της πνευματικής κίνησης, καταπώς θεωρείται από τους μελετητές της.
Στο φύλλο του Ταχυδρόμου ο Ηλίας Βενέζης δημοσιεύει, ταυτοχρόνως, δύο διηγήματα. Τα: «Συνομιλία με άγνωστον τέως εχθρόν» και «Ας πούμε πως ήταν Άνοιξη» αφιερωμένο στον Μυριβήλη. Το πρώτο το έχει εμπνευστεί από πραγματικά γεγονότα. Στις 16 Νοεμβρίου 1930 δίνεται ποδοσφαιρικός αγώνας στη Μυτιλήνη, μεταξύ του πρωταθλητή Λέσβου Παλλεσβιακού (κι όχι του Άρη που γράφει ο Βενέζης) και της πρωταθλήτριας Αϊβαλιού Ιτμάν Γιορντού (Αθλητική Φωλιά), στο πλαίσιο συμφιλίωσης των δύο λαών. Ο αγώνας έληξε ισόπαλος 2-2.
Οι εφημερίδες της Λέσβου, με αρκετά δημοσιεύματά τους, παρουσιάζουν το αθλητικό γεγονός αλλά και τις δημόσιες κοινωνικές εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν. Μία από αυτές ήταν στο κέντρο «Ολύμπια» που αναφέρει ο Βενέζης. Γράφουν για τη συμφιλίωση και το κοινό συμφέρον. «Οι Τούρκοι και οι Έλληνες αθλητές του ποδοσφαίρου, ας δώσουν την πρώτη και καλύτερη κλωτσιά στο καθημαγμένο παρελθόν, που πρέπει να σβύσει για πάντα», προτρέπει ο Ταχυδρόμος στις 16 Νοεμβρίου. Ενώ ο Ελεύθερος Λόγος γράφει στις 19: «Την Ελλάδα και την Τουρκίαν τας συνδέουν συμφέροντα πολλά, κοινά. Και τα συμφέροντα και μόνον είνε εκείνα που δημιουργούν και στερεώνουν σήμερον τας φιλίας».
Ο Βενέζης δεν επισκέφτηκε ποτέ την πατρογονική Μικρά Ασία. Το πατρικό του σπίτι, στο Αϊβαλί, το είδε σε φωτογραφίες που του έφεραν ο Παναγιώτης Νικήτας το 1962 και η αδερφή του Αγάπη το 1970.
Αριστείδης Καλάργαλης

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Ο Μίθρας, ο Ωρος, ο Ηρακλής, ο Μεσσίας... Tου Παντελη Mπουκαλα ("Καθημερινή", 24/12/2011)

..............................................................

Ο Μίθρας, ο Ωρος, ο Ηρακλής, ο Μεσσίας...

Tου Παντελη Mπουκαλα

Μια Αρτεμις βρεφοκρατούσα στη Βραυρώνα, μια Παναγιά βρεφοκρατούσα στις βυζαντινές εικόνες, μια Ισις βρεφοκρατούσα στην Αίγυπτο. Το πρότυπο κοινό: η ανώνυμη βρεφοκρατούσα μάνα του αναλώσιμου, μαζικού ανθρώπου. Και η ανάγκη κοινή, από χιλιετία σε χιλιετία: Η ανάγκη να πιστεύεις πως υπάρχει μια μέριμνα ουράνια για το ανθρώπινο γένος, μια δύναμη που το κρατάει στην ασφαλή αγκαλιά της και του προσφέρει μαζί με το γάλα κάποια ελπίδα ότι δεν είναι «μηδέν και τίποτα το γένος των ανθρώπων, όπως ορίζει ένα απεγνωσμένο αρχαιοελληνικό επιτύμβιο, ότι δεν αληθεύει ο Εκκλησιαστής με το απελπιστικό «ματαιότης ματαιοτήτων». Κατά τις ανάγκες τους έπλασαν τις θεότητές τους οι άνθρωποι. Και κατά την εικόνα του προσώπου τους, όπως το είπε ο Ξενοφάνης τον 6ο αι. π.Χ. Κι αφού τις πλάσουν, πολεμούν για να επιβάλουν τη μονοκρατορία τους. Αλλά και για να διατηρήσουν την «αποκλειστικότητα χρήσεως» των θεών τους, που τους πολιτογραφούν με τη δική τους εθνικότητα. Οι θρησκείες όμως, όσες έχουν τη δύναμη να γίνουν οικουμενικές, έχουν το γνώρισμα να αλληλολεηλατούνται, να χτίζεται η καθεμιά πάνω στα ερείπια των προηγούμενων, αποσπώντας από τη στάχτη τους ό,τι πρόσφορο. Οι ιδέες και οι εσχατολογικές ουτοπίες οικοδομούνται όπως τα ιδρύματα της λατρείας: με πρώτη ύλη τα θρύψαλα των προηγούμενων ναών, κίονες, θραύσματα αγαλμάτων, σακατεμένα ψηφιδωτά...
Αυτήν ακριβώς την ακατάπαυστη όσμωση των θρησκειών (που μάλλον δεν δίνει σε καμία πρωτεία πνευματικότητας ή πειστήρια παρθενογένεσης) ιστορούσε στην «Εστία», 2 Ιανουαρίου του 1898, ο Ν. Γ. Πολίτης, σχολιάζοντας το άρθρο κάποιου «Εκάεργου» που, όπως και σήμερα πολλοί, επιχειρούσε να παρουσιάσει τα Ηρακλούγεννα και τα Διονυσούγεννα σαν πρότυπο των Χριστουγέννων και σαν ελληνικής φύτρας τον χριστιανισμό. Εγραφε λοιπόν σαρκαστικά: «Τι δ’ είναι πάλιν αι παράδοξοι εκείναι και εις πάντα μέχρι τούδε άγνωστοι αποκαλύψεις του Εκάεργου περί “ανεξαρτήτων λατρευτών του θείου εν Αιθιοπία, Αιγύπτω, Σκυθία, Γερμανία, Ισπανία, εν ταις Δυτικαίς Ινδίαις (!) κ.λπ.», οίτινες εώρταζον την γέννησιν του Σωτήρος των Ηρακλέους καθ’ έκαστον έτος τη 25η Δεκεμβρίου; Ανεκάλυψε λοιπόν [...] λατρείαν του Ηρακλέους και εν ταις Δυτικαίς Ινδίαις, ήτοι εν τη προ του Κολόμβου Αμερικήν; Αλλ’ η τοιαύτη ανακάλυψις θα έλυε το ζήτημα περί της καταγωγής των αυτοχθόνων Αμερικανών και θ’ απεδίδετο οριστικώς εις τους Ελληνας η τιμή της ανακαλύψεως της Αμερικής, αφού η ελληνική λατρεία είχεν εισαχθή εις αυτήν από των παλαιοτάτων χρόνων! Δυστυχώς όμως ταύτα τουλάχιστον τα περί εορτής του εκ παρθένου δήθεν γεννηθέντος Ηρακλέους εν ταις Δυτικαίς Ινδίαις προήλθον εκ συγχύσεως του ελληνικού θεού και των θεών των παλαιών Μεξικανών Κουετζαλκοάτλ και Ουιτιζλοπόχτλι, οίτινες επιστεύετο ότι εκ παρθένων εγννήθησαν».
«Εις παραπλησίαν σύγχυσιν», συνεχίζει ο Πολίτης, «πρέπει ν’ αποδώσωμεν και τα περί αιγυπτιακών εορτών τελουμένων τη 25 Δεκεμβρίου και περί της γεννήσεως του Ωρου εκ της παρθένου Ισιδος. Συνηθεστάτη επίκλησις της Ισιδος ήτο “Μήτηρ Θεού” [...] και ο εικονικός τύπος της Θεοτόκου θηλαζούσης τον Χριστόν επλάσθη κατά μίμησιν των απεικονίσεων της Ισιδος φερούσης τον Ωρον, ως και η χριστιανική παράστασις του δρακοντοκτόνου αγίου Γεωργίου ελήφθη εξ ομοίων εικόνων του Ωρου. Και επίθετα του Χριστού εν τοις εκκλησιαστικοίς ύμνοις φέρονται όμοια προς τα επίθετα του Ωρου εν τοις αιγυπτιακοίς (π.Χ. ήλιος της δικαιοσύνης, παιδίον νέον, ο προ αιώνων θεός κ.τ.λ.). Αλλ’ ούτε η Ισις ελέγετο παρθένος, ούτε η γέννησις του Ωρου επανηγυρίζετο κατά τας χειμερινάς τροπάς του ηλίου, αλλά κατά την εαρινήν ισημερίαν. Αναμφίλεκτος όμως είναι η σύμπτωσις της εορτής των Χριστουγέννων προς την εορτήν των γενεθλίων άλλου θεού του αρχαίου κόσμου. [...] Ούτος δ’ ο περσικός θεός Μίθρας, ο θεός του φωτός και της δικαιοσύνης, ο ταυτιζόμενος τω ηλίω, εγένετο κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους θεός παγκόσμιος. Η λατρεία αυτού διεδόθη καθ’ άπαν το αχανές ρωμαϊκόν κράτος, περιλαβούσα στοιχεία πολλά και εξ άλλων θρησκευμάτων εν τοις μυστηρίοις, άτινα εμυούντο οι θιασώται αυτού. Προς την λατρείαν δε την μιθραϊκήν, και ουχί προς την ελληνικήν θρησκείαν, επάλαισεν ο χριστιανισμός και ταύτην κατασυντρίψας εθριάμβευσεν. Η μιθραϊκή ήτο η των Ρωμαίων αυτοκρατόρων θρησκεία από των χρόνων του Σεβήρου, μάλιστα δε από του Αυριηλιανού. Το κατά τα εγκαίνια της Κωνσταντινουπόλεως ιδρυθέν εν τω Μυλλιαρίω άγαλμα δεν ήτο του Απόλλωνος, αλλά του Ηλίου Μίθρα, ο δ’ εν τω Αυγουσταίω ανδριάς του αγίου Κωνσταντίνου δεν απεικόνιζεν αυτό εν σχήματι του Απόλλωνος αλλ’ επίσης εν σχήματι του Ηλίου Μίθρα».
Και να που η λατρεία του πάσχοντος και αναστηθέντος θεού Μίθρα, λατρεία με προϊστορία μιάμισης χιλιετίας πριν από τον Χριστό, λειτουργεί σαν μέγας χορηγός του χριστιανισμού: «Η θρησκεία λοιπόν αύτη, η εχθίστη τω χριστιανισμώ, παρουσιάζει πολυπληθείς ομοιότητας προς τούτον εν τοις εξωτερικοίς μάλιστα τύποις της λατρείας. Αι επικλήσεις του θεού Μίθρα δεν διαφέρουσι των χριστιανικών διότι καλείται ούτος δημιουργός, δεσπότης των πάντων, ακατάληπτος, παντοδύναμος, μέγας. Οι θιασώται των μιθραϊκών μυστηρίων είχον ιεραρχίαν, εβαπτίζοντο, ενήστευον, μετελάμβανον, έχριον το μέτωπον διά μύρου. Επίστευον εις την αθανασίαν της ψυχής και εις την ανάστασιν των νεκρών, εις την ύπαρξιν παραδείσου προς αμοιβήν των αγαθών και κολάσεως προς αιώνιον τιμωρίαν των κακών. Είχον ηθικάς εντολάς, εκήρυσσαν την αγιότητα και την αποχήν των εμψύχων. Οθεν ουδόλως άπορον ότι και η εορτή των γενεθλίων του Μίθρα ομοιάζει προς τα Χριστούγεννα. Ηγετο αύτη εν σπηλαίω, διότι εν σπηλαίω επιστεύετο γεννηθείς ο Μίθρας, την 25η Δεκεμβρίου, και ελέγετο εορτή των γενεθλίων του ανικήτου θεού Ηλιου (Natalis Solis invicti). Πόθεν τοιαύτη ομοιότης συνεζητήθη υπό πολλών, αλλ’ επαρκώς δεν εξηγήθη ακόμη». Η συζήτηση συνεχίζεται. Τουλάχιστον απ’ όσους δεν υποκλίνονται στο «πίστευε και μη ερεύνα». Χρόνια πολλά σε πιστεύοντες και μη. Από καρδιάς.

Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη "Το Θαύμα της Καισαριανής"

..............................................................




Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη

Το Θαύμα της Καισαριανής*


Τὴν διήγησιν ταύτην ἤκουσα ἐκ στόματος τῆς κυρα-Ῥήνης Ἐλευθέραινας, τοῦ ποτε Ῥοδίτη, σεβασμίας γερόντισσας Ἀθηναίας.
Εἴχαμε ἕνα χρόνο στεφανωμένοι μὲ τὸν μπαρμπα-Λευθέρη, αὐτὸν ποὺ βλέπεις, καὶ ὅλον τὸν χρόνον δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἄρρωστος. Σοῦ ἔχω εἰπεῖ πῶς μὲ εἶχεν ἑλκύσει μὲ τὰ χάδια του, ἐνῶ ἦτον αὐτὸς τριαντάρης, κι ἐγὼ ἤμουν δώδεκα χρονῶν τρελλοκόριτσο, ποὺ νὰ μὴν πήγαινα παραπάνω.
Σὰν ἦτον ἄρρωστος, ἕνα χρόνο καὶ παραπάνω δὲν τοῦ ἔλειπεν ὁ πυρετός, ὅλη ἡ γειτονιά, καὶ οἱ συγγένισσές μου, καὶ οἱ κουμπάρες μου, ἔλεγαν πὼς εἶχε καταντήσει νὰ γίνῃ φτισικός. Εἶχε χτικιάσει, μοῦ εἶπαν. Ὤ, συφορά μου. Γιατροί, γιάτρισσες, γιατρικά, μαντζούνια, τίποτε δὲν ὠφέλησαν. Ἡ φτώχεια μᾶς ἔδερνε. Νὰ δουλέψῃ ὁ ἴδιος, δὲν μποροῦσε. Ὁ Θεὸς ξέρει πῶς τά ᾿φερνα βόλτα, μὲ ψέματα, μὲ ἀλήθεια.
Μοῦ εἶπε ἡ κουμπάρα μας μιὰ γνώμη, νὰ τάξω στὴν Καισαριανή, μεγάλ᾿ ἡ χάρη της, νὰ σηκωθῶ νὰ τὸν πάω, ἴσως λυπηθῇ ἡ Παναγία καὶ τὸν κάμῃ καλά. Χάρες μεγάλες ἀκούονταν πὼς γίνονταν τὸν καιρὸ ἐκεῖνο. Ἐγὼ σὰν τ᾿ ἄκουσα, νά τί εἶπα μέσα μου, σοῦ ξεμολογοῦμαι· «Καλά, ἂν ἴσως δὲν τὸν κάμῃ καλὰ ἡ χάρη της, μπορεῖ, τὸ ἐλάχιστο, νὰ πεθάνῃ κεῖ δά, νὰ τὸν θάψω, στὸ βουνό, γιὰ νὰ γλυτώσω ἀπὸ ἔξοδα ποὺ δὲν ἔχω, κι ἀπὸ ἄλλα βάσανα καὶ μπελάδες». Τὸ χειρότερο, ἐφοβούμουν, ἂν πέθαινε στὸ σπίτι, μὴν κολλήσῃ τίποτε στὰ ῥοῦχα, καὶ κολλήσω κι ἐγώ. Ὅλοι μοῦ λέγανε πὼς τὸ χτικιὸ κολλάει.
Λεφτὸ δὲν εἶχα, οὔτε πολύτιμο κανένα μὲς στὴν κασέλα μου, ἔξω ἀπ᾿ τὸ δαχτυλίδι τοῦ ἀῤῥαβῶνα ποὺ φοροῦσα. Εἶχα μερικὰ χαλκώματα. Ἐπῆρα ἕνα ταψὶ ποὺ εἶχα, καινούριο, κατακόκκινο, νά το, ἐκεῖ βρίσκεται -ἔδειξε πρὸς ἕνα ῥάφι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἦσαν ὀλίγα χάλκινα σκεύη- κι ἐπῆγα στὴν γειτόνισσά μας, τὴν Παναγίνα.
- Κυρα-Παναγίνα, πάρε αὐτὸ τὸ ταψὶ ἀμανάτι, νὰ μὲ δανείσῃς τέσσερα σβάντζικα· θέλω νὰ πάω τὸν ἄνδρα μου, ποὺ τὸν ἔχω ἄρρωστο, στὴ χάρη της, στὴν Καισαριανή, καὶ λεφτὰ δὲν ἔχω.
- Νά, πάρε δύο σβάντζικα, εἶπεν ἡ Παναγίνα, αὐτὰ μοῦ βρίσκονται. Ἄφσε τὸ ταψί σου ἐδῶ, καὶ σὰν εὐκολυθῇς, φέρε τὰ δυὸ σβάντζικα νὰ τὸ πάρῃς.
Ἐπῆρα τὰ δυὸ σβάντζικα, ἂν καὶ λίγα μοῦ ἔπεφταν γιὰ τὸ ταξίδι ποὺ ἤθελα νὰ κάμω, ἄφησα τὸ ταψί μου, κι εἶπα κι εὐχαριστῶ. Ἐκινήσαμε μὲ τὸν ἄνδρα μου, παραμονὴ τῆς Ἀναλήψεως, βράδυ-βράδυ. Στὸ δρόμο ηὕραμ᾿ ἕναν καροτσιέρη, κουμπάρο μιανῆς συγγένισσάς μου. Τὸν ἐπερικάλεσα κι ἐπῆρε τὸ Λευθέρη στὸ κάρο του, τὸν πλιότερο δρόμο. Ἐγὼ ἐπῆγα μὲ τὰ πόδια.
Ἐνύχτωνε ὅταν φτάσαμε στὴν Καισαριανή. Πρὶν φτάσουμε στὴν ἐκκλησιά, μὲς στὸ ῥέμα, ηὕραμ᾿ ἕνα τσέλιγκα μ᾿ ἕνα κοπάδι πρόβατα. Καθίσαμ᾿ ἐκεῖ κοντά, νὰ ξαποστάσουμε καὶ νὰ συγυρισθοῦμε, πρὶν πᾶμε στὴν ἐκκλησιά. Ἡ γυναίκα τοῦ τσέλιγκα μᾶς εἶδε ποὺ καθίσαμε, κι ἦρθε κοντά μας. Ὁ Λευθέρης, ποὺ ἀπὸ βδομάδες μπροστὰ ἦτον κομμένη ἡ ὄρεξή του καὶ δὲν ἔτρωγε τίποτε, σὰν ἐκαθίσαμε, μοῦ λέει·
- Πείνασα, καημένη γυναίκα. Κόψε μου λίγο ψωμί.
Τοῦ ἔκοψα ψωμί, κι ἄρχισε νὰ τρώῃ μὲ τόσην ὄρεξη, ποὺ ἀπόρησα κι ἐγώ. Τοῦ εἶχα κόψει μικρὴ φέτα, ξεύροντας πὼς δὲν μποροῦσε νὰ φάῃ. Στὴ στιγμὴ τὴν ἔφαγε, καὶ μοῦ γύρεψε νὰ τοῦ κόψω κι ἄλλο.
Ἡ τσοπάνισσα ποὺ ἦρθε κοντά μας, μοῦ λέει·
-Ἄνδρας σου εἶναι, τσούπα; Σὰν ζαμπούνη τὸν γλιέπω... Πίνει γάλα, νὰ σᾶς φέρω;
- Πίνει, εἶπα ἐγώ, γιατὶ εἶναι ἄρρωστος.
Ἐννοοῦσα ποὺ ἦτον Τετράδη. Μᾶς ἔφερ᾿ ἕνα μεγάλο μπρίκι γεμάτο γάλα. Ὁ Λευθέρης ἐβουτοῦσε τὸ ψωμί του μέσα, ἐμάσαε τὶς μπουκιές, κι ἐρροφοῦσε τὸ γάλα. Ἐγὼ ἔτρωγα ψωμὶ κι ἐλιές.
Ἡ τσοπάνισσα τότε, σὰν εἶδε ποὺ τὸ ψωμί μας ἦτον μπαγιάτικο, δύο-τριῶν ἡμερῶν, μᾶς ἔφερε μιὰ μεγάλη πλακόπιττα ἀνεβατή, φρέσκη, τῆς ἡμέρας, καὶ μοῦ τὴν ἔδωκε.
-Τί πειράζεσαι; εἶπα.
Κι ἔβαλα τὴν πίττα μὲς στὸ ταγαράκι μου.
Ὁ ἄνδρας της ἦρθε καὶ μᾶς ἔφερε δύο μεγάλα κομμάτια χλωρὸ τυρί, ἁλατισμένο.
- Νά, πάρε, τσούπα, γιὰ νὰ φᾶτε αὔριο, μοῦ λέει. Τὸ πουρνό, ποὺ θὰ ᾿χουμε σφαχτὰ στὴ σούβλα, περνᾶτ᾿ ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ σᾶς φιλεύω καμιὰ πλάτη.
Ἐγὼ ἔβγαλα κάτι πεντάρες ποὺ εἶχα, τὰ ῥέστα ἀπὸ ἕνα σβάντζικο, ποὺ τὸ εἶχα χαλάσει, καὶ τοῦ εἶπα νὰ κρατήσῃ ὅ,τι θέλει γιὰ τὸ τυρί. Ἐκεῖνος τὰ ἔσπρωξε πίσω, μὲ τὴ ῥάχη τοῦ χεριοῦ του, κι εἶπε·
- Δὲ χρειάζονται λιεφτά... Κράτα τα νὰ κολλήσῃς καμιὰ λιαμπάδα στὴ χάρ᾿ τς, γιὰ τὸν μορφονιό σ᾿, ποὺ εἶναι ζαμπούνης.
Σὰν παράξενα σοῦ φαίνονται αὐτά; -ἀπέστρεψεν αἴφνης τὸν λόγον πρὸς ἐμὲ ἡ ἀφηγήτρια. Τότε ἦτον ἄλλος κόσμος. Οἱ ἄνθρωποι εἶχαν πόνο, εἶχαν ἀγάπη ἀναμεταξύ τους. Εὕρισκες πολλοὺς καλοὺς ἀνθρώπους, κι ἐδῶ μέσα, καὶ στὰ βουνὰ ἔξω. Τὸ εἶχαν σὲ καλό τους νὰ δίνουνε. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς τοὺς εὐλογοῦσε, κι εἶχαν μπερικέτια... Ἄλλος κόσμος τότε! Ποῦ κεῖνα τὰ χρόνια;
Πήγαμε στὴν ἐκκλησιά, προσκυνήσαμε, κολλήσαμε μιὰ λαμπαδίτσα. Ὕστερα ὁ Λευθέρης ἐκάθισε κοντὰ στὴν ἁγίαν εἰκόνα, μέσα στὴν ἐκκλησιά, καὶ σὰν νὰ ἐνύσταζε. Ἐγὼ ἐβγῆκα νὰ πιῶ νερό, στὴν περίφημη, τὴν ἀθάνατη βρύση...
Ἦτον ὡς τρεῖς ὦρες νύχτα. Δροσιά, ἀστροφεγγιά, χαρὰ Θεοῦ. Ἐκεῖ ἀντίκρυ πέρ᾿ ἀπ᾿ τὰ πλατάνια, στὸ ξέφαντο, εἶχαν ἀρχίσει νὰ παίζουν λαλούμενα, φλογέρες, νταούλια, ζουρνάδες, καὶ μερικοὶ εἶχαν στήσει χορό. Ἐγώ, σὰν τρελλοκόριτσο ποὺ ἤμουν ἀκόμα, -εἶχα πανδρευθῆ πολὺ μικρή, καθὼς σοῦ εἶπα, καὶ τώρα δὲν θὰ ἤμουν παραπάνω ἀπὸ δεκαφτὰ χρόνων- ξέχασα καὶ ἄνδρα ἄρρωστον, καὶ τάξιμο, κι ἐκκλησιά, κι ἐπῆγα ἴσα πρὸς τὸ μέρος ποὺ ἔπαιζαν τὰ λαλούμενα, κι ἐγινόταν ὁ χορός, γιὰ νὰ κάμω χάζι.
Ἐστάθηκα ἐκεῖ ὀλίγην ὥρα, ὕστερ᾿ ἀπόστασα νὰ στέκωμαι, κι ἐκάθησα στὰ χορταράκια. Εὕρισκα μεγάλη διασκέδαση. Ἐκεῖ, ἀκούω ἀπὸ μερικὲς γυναῖκες κάτι φωνές, ποὺ ἔλεγαν ἡ μιὰ μὲ τὴν ἄλλη.
- Στὴν Εὕρεσι!... εἶναι ὥρα... πᾶνε στὴν Εὕρεσι!
- Ἡ Περιστέρα... στὴν Εὕρεσι... στὴν σπηλιά.
Ἐκεῖνες ποὺ τὸ ἔλεγαν αὐτό, ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη, εἶχαν ἔρθει τώρα κοντά, ἐκεῖ, στὸ μέρος ποὺ ἦτον τὸ γλέντι τὸ νυχτερινό, κι ἐφώναζαν ἄλλες νὰ τὶς ἀκολουθήσουν... Κι ἔφευγαν ὅλες μαζύ, ἡ μία κατόπι τῆς ἄλλης, κι ἄδειασε πολὺς τόπος. Γυναῖκες πάρα πολλές, καὶ καμπόσοι ἄνδρες καὶ παιδιά, μονοκοπανιὰ ἔφυγαν ἀπὸ κεῖ ποὺ ἤμουν, κι ἄρχισαν νὰ τρέχουν τὸν ἀνήφορο. Ἐγὼ δὲν ἤξευρα καλὰ καλὰ τὶ ἦτον ἡ Εὕρεσι, καὶ σχεδὸν δὲν εἶχ᾿ ἀκούσει ποτέ μου γιὰ Περιστέρα. Αὐτὴ τὴ στιγμὴ θυμήθηκα ποὺ ἡ κουμπάρα μας, ἐκείνη ποὺ πρώτη μοῦ εἶχε βάλει στὸ νοῦ γιὰ νὰ τάξω τὴν Καισαριανή, μοῦ εἶχε πῆ ὅτι ἡ χάρη της περισσότερο ἐνεργάει στὴν Εὕρεσι, ποὺ εἶναι στὴ σπηλιά, κι ὅτι ἐκεῖ κατεβαίνει, τινάζοντας τὰ φτερά της, μία περιστέρα...
Τότε μία ποὺ μὲ μισογνώριζε, καὶ μᾶς εἶχε ἰδεῖ ἀρχήτερα μὲ τὸν ἄνδρα μου στὸ δρόμο, κι εἶχε καταλάβει πὼς ὁ ἄνδρας μου ἦτον ἄρρωστος, καθὼς ἐσηκώθηκε νὰ φύγῃ, γυρίζει καὶ μοῦ λέει.
- Δὲν ἔρχεσαι κι ἐλόγου σου στὴν Εὕρεσι;... Πάρε τὸν ἄνδρα σου κι ἐλᾶτε.
Ἐσηκώθηκα ἐγώ, ἔτρεξα κατὰ τὴ βρύση, ξαναήπια νερό, ὕστερα μπαίνω στὴν ἐκκλησιά, καὶ βρίσκω τὸ Λευθέρη, ποὺ τὸν εἶχε πάρει καλὰ ὁ ὕπνος, δίπλα στὸ Προσκυνητάρι ποὺ καθότανε. Ἐπῆγα κοντά, τὸν ἔσεισα, κι ἄνοιξε τὰ μάτια.
- Δὲν ξεκολλᾶς ἀπὸ κοντά μου; μοῦ λέει. Τώρα ἐγὼ λιανονυστάζω. Σύρε ἔξω στὴ βρύση, νὰ πάρῃς τὸν ἀέρα σου.
- Πάμε στὴν Εὕρεσι! Τοῦ λέω.
- Στὴν Εὕρεσι;... τὶ Εὕρεσι;
Τὸν ἔσεισα πάλι, τὸν ἐτράβηξα βιαστικὰ μὲ τὸ χέρι μου, καὶ τὸν ἐσήκωσα. Τότε μοῦ εἶχε ἔρθει ἡ στόχαση πὼς ἔπρεπε νὰ κάμω γλήγορα, γιὰ νὰ προφτάσω τ᾿ ἀσκέρι ποὺ ἔτρεχε τὸν ἀνήφορο, γιατὶ δὲν ἤξευρα ἂν ἦτον πολὺ κοντὰ ἢ μακριά, καὶ τὸν δρόμο ἐγὼ δὲν τὸν ἤξευρα. Ἔπειτα ἔπρεπε νὰ προφτάσω νὰ ἰδῶ τὴν Περιστέρα, καθὼς μισοθυμούμουν ποὺ μοῦ εἶχε πεῖ ἡ κουμπάρα πὼς τίναζε τὰ φτερά.
Ἔσυρα τὸν Λευθέρη κι ἐβγήκαμε ἀπ᾿ τὸ μοναστήρι.
-Ἡ χάρη της, τοῦ εἶπα, θὰ σὲ κάμῃ καλά.
Ἐκινήσαμε, καταπόδι σ᾿ ἄλλους, ποὺ τοὺς βλέπαμε νὰ τρέχουν μπροστά. Ἦτον μεσάνυχτα. Περπατήσαμε κάμποσο ἀνήφορο, καὶ σὲ λίγην ὥρα φτάσαμε στὴ σπηλιά.
Ἦτον μία σπηλιὰ ὡραία, στὸ βράχο τὸν θεόρατο, μὲ χρῶμα σταχτερό, ποὺ ἔσταζε δροσιὲς ὁλόγυρα. Μοσχοβολοῦσε ὁ τόπος ἀπὸ θυμάρια, ἀπὸ σκοίνους κι ἀγριοδυόσμο. Κόσμος ἕνα πλῆθος, γυναῖκες ἕνα σωρό, ἄνδρες πολλοὶ καὶ παιδιὰ ἕνα μελίσσι, ἄλλοι ὀρθοί, ἄλλοι καθισμένοι, μερικοὶ ἄρρωστοι, ἀπὸ διάφορες ἀσθένειες, μισεροὶ καὶ σακατεμένοι, βρίσκονταν ἐκεῖ, κι ἔκαναν τὸ σταυρό τους. Ἕνας παπὰς μὲ τὸ πετραχήλι ἔστεκε στὴ μέση· εἶχε κάμει Παράκλησι, καὶ τώρα ἦτον στὸ τέλος. Ἔψελναν «Τὴν πᾶσα ὀλπίδα μου», κι ἔκαναν μετάνοιες. Σὰν εἶπε τὸ «Δι᾿ αὐκῶν» ὁ παπὰς πάλι ἄρχισε νὰ ψέλνῃ Ἁγιασμό, μέσα σὲ μιὰ λεκάνη μεγάλη σὰν κολυμβήθρα, φυσικὰ φτιασμένη στὸ βράχο, θεόχτιστη, ὡς φαίνεται.
Σὰν ἄρχισε ὁ Ἁγιασμός, οἱ γυναῖκες ἐψιθύριζαν ἡ μιὰ μὲ τὴν ἄλλη·
-Ἡ Περιστέρα... τώρα θὰ φανῇ!
-Τώρα θὰ κατεβῇ ἡ Περιστέρα!
- Νά, τώρα... τώρα θὰ βγῇ ἡ Περιστέρα.
Σὲ λίγην ὥρα, κοντὰ στὸ τέλος τοῦ Ἁγιασμοῦ, τὴν στιγμή ποὺ ἤθελε νὰ βαφτίσῃ ὁ παπὰς τὸ Σταυρὸ στὴν λεκάνη, ἀκούστηκ᾿ ἔξαφνα ἕνα φρού-φρού, κι ἐβόϊξ᾿ ἡ σπηλιά, κι ἐπαρουσιάστηκε γιὰ μιὰ στιγμή, γιὰ ὅσην ὥρα σᾶς τὸ λέγω, ἕνα ὡραῖο πουλί, μιὰ περιστέρα, μὲ ἄσπρα καὶ σταχτιὰ καὶ χρυσὰ φτερά, κι ἐφτερούγιασε, φρστ!... φρστ!,.. κι ἐτίναξε τὰ φτερά της, κι ἐχτύπησε μὲ τὰ φτερά της τὸ νερό, ποὺ ἦτον στὴ λεκάνη τοῦ Ἁγιασμοῦ, κι ἀμέσως ἔγινε ἄφαντη... γιὰ δυό-τρεῖς στιγμὲς ἑξακολουθοῦσε, ἀπ᾿ τὸ θόλο τῆς σπηλιᾶς, νὰ πέφτῃ νερὸ μὲς στὴ λεκάνη, ὕστερα ἔπαψε. Ὁ κόσμος ἐκοίταζε χωρὶς φωνή, χωρὶς πνοή... Ὕστερα μονομιᾶς ἀπὸ πολλῶν τὰ στήθια ἐβγῆκ᾿ ἕνα «Μέγας εἶ Κύριε!» καὶ δυό-τρεῖς χωριάτισσες εἶπαν «Χριστὸς δὲ σερ-Μαρία! Χριστὸς δὲ σερ-Μαρία».
Τὴν ἴδια στιγμὴ ἐβούτηξ᾿ ὁ παπὰς τὸ Σταυρό, κι ἔψαλε «Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου», κι ὕστερα ὅλος ὁ λαός, παιδιά, ἄνδρες, γυναῖκες, ἔπεσαν μὲ τὰ μοῦτρα στὴν ἁγιαστούρα τοῦ παπᾶ καὶ μέσα στὴ λεκάνη, κι ἔπαιρναν ἁγίασμα μὲ τὰ φλασκιά τους, μὲ τὰ τασάκια τους, κι ἔπιναν, κι ἐξεφωνοῦσαν «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι!»
Μὲ πολὺν κόπο, ἐπῆρα κι ἐγὼ ἀράδα, κι ἔσυρα σπρώχνοντας μὲ ὅλη τὴν δύναμή μου τὸ Λευθέρη ἀπ᾿ τὸ μπράτσο κι ἀπ᾿ τὶς πλάτες, καὶ μπορέσαμε μὲ πολλὰ βάσανα νὰ πλησιάσουμε τὸν παπά, καὶ μᾶς φώτισε μὲ τὴν ἁγιαστούρα του· ὕστερα ἔσκυψα μὲ τὸ στόμα κι ἤπια ἁγίασμα, ὕστερα ἐγέμισα τίς δυὸ φοῦχτες καὶ τίς ἔφερα στὸ στόμα τοῦ ἀνδρός μου νὰ πιῇ.
Ἦτον δροσερό, γλυκὸ νερό, ἁγίασμα· εἶχε μιὰ δροσούλα καὶ μιὰ μοσκοβολιά ποὺ δὲν ξανάγινε.
Κατόπι γυρίσαμε πάλι, μὲ ὅλο τὸ μελίσσι μαζί, κι ἐφτάσαμε στὴν ἐκκλησιά.
Τὸ πουρνό, ἀφοῦ ἐλειτουργηθήκαμε, δὲν ξεχάσαμε νὰ περάσουμε ἀπ᾿ τὸ μέρος ὅπου εἶχε τὴ στάνη του προσωρινὰ ὁ ψεβραδυνὸς ὁ τσέλιγκας.
Μᾶς ἔδωκε γάλα, γιαούρτι, χλωρὸ τυρί· ὕστερα, σὰν ἐψήθηκαν τ᾿ ἀρνιά, μᾶς ἐφίλεψ᾿ ἕνα μεγάλο κομμάτι ἀπὸ παγίδια κι ἀπὸ πλάτη, κι ἐξεφαντώσαμε. Μιὰ φαμίλια ἀπ᾿ τὴν Πλάκα, ποὺ κάθισαν ἐκεῖ κοντὰ νὰ ξεφαντώσουν, μᾶς ἐγνώριζαν· μᾶς ἔστειλαν ἕνα φλασκὶ γεμάτο κρασί, κι ἤπιαμε στὴν ὑγειά τους.
Περάσαμε πολὺ καλὰ ὁλημέρα. Τὸ βράδυ γυρίσαμε στὸ σπίτι μας. Στὴ στράτα ποὺ γυρίζαμε, δὲν εἶχε νυχτώσει ἀκόμα πολύ, καὶ βλέπω ἕνα μικρὸ κομπόδεμα χάμου. Σκύφτω, τὸ μαζεύω, τ᾿ ἀνοίγω, καὶ βλέπω ποὺ εἶχε μέσα τρία σβάντζικα. Ἡ φαμίλια ἡ Πλακιώτικη, ποὺ μᾶς εἶχε φιλέψει τὸ κρασί, μία γυναίκα μὲ τὸν ἄνδρα της καὶ μὲ δυὸ παιδιά, εἶχαν ξεκινήσει κι ἐκεῖνοι πεζοὶ ὀλίγο μπροστὰ ἀπὸ μας, κι εἶχαν προπεράσει ὡς μία τουφεκιὰ τόπο. Κατ᾿ ἀρχὰς ἔκαμα νὰ βάλω τὸ κομπόδεμα στὴν τσέπη μου, ὕστερα εἶπα· «κι αὐτοὶ φτωχοὶ σὰν ἐμᾶς εἶναι, μὴν τοὺς ἔπεσε, κι εἶναι κρῖμα νὰ τὸ κρατήσω». Τοὺς φωνάζω·
-Μὴ σᾶς ἔπεσε κανένα κομπόδεμα !; Τὶ λογῆς ἦτον, καὶ πόσα λεφτὰ εἶχε μέσα;
Ἐψάχτηκαν.
-Ὄχι, μοῦ εἶπαν· δὲν μᾶς ἔπεσε τίποτε...
Τότε εἶπα κι ἐγώ, μπορεῖ νὰ ᾿πεσε καμμιανῆς ποὺ νἄχῃ τὸν τρόπο της· κισμέτι ἦταν· ἂς τὸ κρατήσω.
Ὁ Λευθέρης ἦτον πολὺ καλλίτερα. Ἐγύρισε ὅλο τὸ δρόμο μὲ τὰ πόδια. Ἡ ὄψη του ἐκαλλιτέρεψε πολύ. Εἶχε γυρίσει ἡ ὄρεξή του, κι ἔφαε κι ἤπιε καλὰ στὸ πανηγύρι. Σὲ λίγον καιρὸ ἔγινε καλά, ἐδυνάμωσε, κι ἔζησε, κι εἶναι τώρα ὀγδοντάρης, ὅπως τὸν βλέπεις. Τὸ πρωὶ τῆς ἄλλης ἡμέρας πηγαίνω στὴν Παναγίνα τὴν γειτόνισσα.
-Νά, πάρε κυρα-Παναγίνα, τὰ δυὸ σβάντζικά σου, καὶ δῶσε μου τ᾿ ἀμανάτι μου.
Εἶχα χαλάσει τὸ ἕνα σβάντζικο ἀπ᾿ τὰ δυὸ ποὺ μὲ εἶχε αὐτὴ δανείσει, ἔκαμα ὅλα τὰ ἔξοδα τοῦ ταξιδιοῦ, ἔφαγα καὶ ἤπια καλά, ἔφερα καὶ δυὸ μεγάλα κομμάτια τυρὶ στὸ σπίτι, καθὼς καὶ μισὸ καρβέλι ἀπὸ μαῦρο ψωμὶ χωριάτικο, ἔδωσα τὰ δυὸ σβάντζικα τὰ δανεικά, καὶ μοῦ περίσσεψαν καὶ δυὸ ἀκόμα σβάντζικα.
- Νά, πάρ᾿ τό, κυρα-Λευθέραινα, τὸ ταψί σου, μοῦ λέει ἡ Παναγίνα, ἀφοῦ ἐπῆρε τὰ δύο σβάντζικα. Ἐπῆρα τὸ ταψί μου, καὶ νά το, αὐτὸ εἶναι!
Βρίσκετ᾿ ἀκόμα, ὕστερ᾿ ἀπὸ σαρανταοχτὼ χρόνια.
Ἐσηκώθη, ὕψωσε τὴν χεῖρα εἰς τὸ ῥάφι καὶ μοῦ ἐπαρουσίασε χάλκινον ἀγγεῖον παλαιόν, ὀλίγον τρύπιον εἰς τὴν μίαν ἄκρην.
(1901)

Στὸ βιβλίο ΑΠΑΝΤΑ. Ἐπιμέλεια Γ.Βαλέτα. τόμος Β´ σελ. 495-500


*Πρόχειρο σχόλιο: Εντυπωσιακή η προφορικότητα της γραφής αυτού του διηγήματος. Προφορικότητα που δίνει την εντύπωση απομαγνητοφωνημένης συνέντευξης της ηρωίδας. Το ίδιο χαρακτηριστικό της αμεσότητας του προφορικού λόγου δίνει και το άλλο διήγημα του κυρ - Αλέξανδρου, "Η χολεριασμένη". Αν θυμάμαι καλά, δημοσιεύθηκε μαζί με το "Θαύμα της Καισαριανής". Δίνει την εντύπωση ότι εγκαινιάζει μια παράδοση που συνέχισαν ο Στρατής Δούκας με την "Ιστορία ενός αιχμαλώτου" και μεταγενέστερα ο Θανάσης Βαλτινός με την "Κάθοδο των 9" κλπ.