Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Χρόνης Μίσσιος: Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται... (01 Δεκ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr)

......................................................

Χρόνης Μίσσιος: Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται...

tvxs.gr/node/112836
 

Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ'αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τί την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τί την κάνουμε; Την σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την... 

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.
Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;
Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος.
Πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα;
Έτσι, μ' αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας, σα να είναι βάρος. Και μάς είναι βάρος.  Γιατί δε ζούμε...  κατάλαβες;
Όλο κοιτάμε το ρολόι! Να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ'την αρχή.
Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν "αξίες", σαν "ανάγκες", σαν "ηθική", σαν "πολιτισμό".
Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών. 
Αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας...
Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ' αφήσαμε, γι' αυτό το αύριο, που δεν θα 'ρθει ποτέ...
Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως:
Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας.
Όμως, τ' αφήσαμε για αύριο.
Για να πάμε πού ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος, και δεν πάμε πουθενά αλλού παρά στο θάνατο.
Και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό, γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ' τη ζωή μας, χαιρόμαστε!
Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας. 
Την καταντήσαμε έναν καθημερινό -χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης- θάνατο!
Διότι, αυτός είναι θάνατος!
Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος. Είναι μετάβαση.
Είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δεν δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί, θα δώσεις χάρη κι ομορφιά, όπως η Μαρία, που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει...
Ήρθανε να την πάρουνε, και η Μαρία, είπε το "όχι", με τον πιο αμετάκλητο τρόπο.
Πήγαμε στην κηδεία της. Και τί άκουσα τον παππά να λέει;
"Χοῦς εἶ, καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει"...
Και τότε κατάλαβα, πως η Μαρία σώθηκε.
Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια... -
"Ο Χρόνης Μίσσιος διαβάζει Χρόνη Μίσσιο", απόσπασμα από την ενότητα "Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται". 
Χρόνης Μίσσιος, Bond-us music, 2009, www.bond-us.gr. Αφήγηση: Χρόνης Μίσσιος. Μουσική Σύνθεση: Βαγγέλης Μπόντας.
Οι συγκεκριμένες ηχογραφήσεις του Χρόνη Μίσσιου αποτελούν 17 ενότητες με τίτλους:
“Θέλω να σου μιλήσω για τα παλιά”, “Ήμασταν όλοι μελλοθάνατοι”, “Σαν κάναμε τους βράχους χαλίκι”, “Κάθε άνθρωπος μια ξεχωριστή ιστορία”, “Οίστρος της ζωής ο φόβος του θανάτου”, “Επιτέλους άνθρωπος”, “Η μεγαλύτερη απώλεια και μοναξιά”, “Κάθε πρωινό μια έκπληξη – κάθε νύχτα ένα μεγάλο μυστήριο”, “Η ηλιαχτίδα”, “Στην απομόνωση”, “Στο ηλιακό”, “Πώς φτώχυναν όλα”, “Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται”, “Η μοναδικότητα κάθε ανθρώπου”, “Το σύστημα του παραλόγου”, “Υποταγή της γλώσσας – υποταγή του ανθρώπου”, “Το αλάθητο μιας μαργαρίτας”.
Ο Χρόνης Μίσσιος, συγγραφέας, αντιστασιακός, αγωνιστής της Aριστεράς και ίσως ο πρώτος ακτιβιστής στην Ελλάδα υπέρ της ολιστικής οικολογικής φιλοσοφίας, γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930, από γονείς καπνεργάτες, και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, η οικογένειά του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη και ο Μίσσιος δουλεύει μικροπωλητής, με κασελάκι, στο λιμάνι.
Το σχολείο το σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού, λόγω οικονομικής ανέχειας.
Λίγο αργότερα στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουν την πείνα της Κατοχής. Εντάσσεται στην Εθνική Αντίσταση.
Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και οργανώνεται στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον εμφύλιο πόλεμο.
Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε τον θάνατο χάρη σ’ένα τυχαίο γεγονός.
Φυλακίζεται ως το 1953 και από το 1962 ζει εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη.
Ένα μόνο “διάλειμμα” ελευθερίας, μεταξύ 1962 και 1967, τον βρίσκει στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη και, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ.
Στη φυλακή (Φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού) πέρασε και το μεγαλύτερο διάστημα της απριλιανής δικτατορίας. Την περίοδο της καθείρξεώς του μάλιστα έμαθε ουσιαστικά ανάγνωση και γραφή.
Μέχρι και τον Αύγουστο του 1973 που αποφυλακίζεται (αμνηστία του Παπαδόπουλου) περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, ως πολιτικός κρατούμενος.
Το πρώτο του βιβλίο “Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς… (Γράμματα, 1985) τον καθιέρωσε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέα στη συνείδηση κριτικής και κοινού.
Ήταν ένα αυτοβιογραφικό κείμενο γραμμένο σε συνειρμική και λαϊκή γλώσσα που εντάσσεται στην παράδοση της απομνημονευματογραφίας[2], καθιερώθηκε από τους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας του ως συγγραφέας στη συνείδηση κριτικής και κοινού.
Μετέτρεψε την οδυνηρή πολιτική του εμπειρία σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τόσο τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του όσο και τους κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και τον δογματισμό τους.
Η αμεσότητα του προφορικού του λόγου, που προδίδει μια γνήσια λαϊκή αφήγηση, όπως και η γεμάτη εκπλήξεις πλοκή του, θα επιτρέψουν στον Μίσσιο να υπερβεί το στενό πλαίσιο του αριστερού απομνημονεύματος και να φιλοτεχνήσει μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία με έντονα πολιτικό λόγο.
Την ίδια ανταπόκριση βρήκε και το δεύτερο βιβλίο του “Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;” (Γράμματα, 1988).
Στα επόμενα βιβλία του ο Μίσσιος θα διατηρήσει τη θερμότητα των αισθημάτων του, μεταδίδοντας το ανθρωπιστικό του μήνυμα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο χωρίς καμία ιδεολογική διόπτρα: από το «Τα κεραμίδια στάζουν» (1991) μέχρι τα «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι» (1996) και «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001)“[3].
Ο Μίσσιος υπήρξε εμπνευστής μιας λογοτεχνίας που παρά τον σκληρό κόσμο τον οποίο απεικονίζει, δεν χάνει ποτέ την αισιοδοξία και την πίστη της στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, ο οποίος είναι ικανός υπό συνθήκες ελευθερίας να ζήσει σε μια δημοκρατία που θα εγγυάται τόσο τα ατομικά δικαιώματα όσο και την ευδαιμονία της κοινότητας.[4].
Συμετείχε σε ενέργειες προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ πραγματοποίησε και τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα την προστασία της ελληνικής πανίδας.
“Κοσμοκαλόγερος”, σαν τους ήρωες ορισμένων από τα βιβλία του, ο Χρόνης Μίσσιος τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Καπανδρίτι, με την σύντροφό του Ρηνιώ και τα σκυλιά τους σε ένα αγροτόσπιτο.
Πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 2012, σε ηλικία 82 ετών σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας μετά από μάχη με τον καρκίνο[5].
«Πιστεύω ότι ο μόνος δρόμος, η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πλανήτη είναι η ολιστική οικολογική φιλοσοφία, σκέψη, πράξη, συμπεριφορά. Η οικολογία ούτε φέρει ούτε εδραιώνει καμία εξουσία, αντίθετα την καθιστά άχρηστη. Είναι μια επανάσταση αυτογνωσίας, μια επανάσταση ανθρώπινης συνείδησης. Δεν είναι μια «πίστη» σε μια ιδεολογία αλλά μια καθημερινή πρακτική για να επανασυνδέσουμε τη λογική με τις αισθήσεις, να απελευθερώσουμε τη συμπαντική μας ιδιαιτερότητα. Να αναγνωρίσουμε τη διαφορετικότητα, την αυταξία και την αναγκαιότητα του συνόλου της ζωής… Είναι ένας δρόμος επαναπροσέγγισης του κόσμου που μας περιβάλλει, ένας δρόμος στην αναζήτηση της χαράς αντί της αγωνίας. Έχουμε ανάγκη να ξαναβρούμε την προσωπική μας αισθητική, τα προσωπικά μας μονοπάτια, του έρωτα, της αγάπης και της τρυφερότητας, το άρωμα του κόσμου και της ύπαρξής μας.” Χρόνης Μίσσιος
Στο tvxs.gr μία από τις τελευταίες αφηγήσεις του Χρόνη Μίσσιου στην Κρυσταλία Πατούλη, σε δύο μέρη:
  1. Xρόνης Μίσσιος: H κοινωνία δείχνει να έχει πάθει εγκεφαλικό!
  2. Χρόνης Μίσσιος: Είναι επιτακτική η ανάγκη της συνεργασίας.

    Άκουσε τον Μίσσιο εδώ:
    http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=-wKEaNBvIbs 

Και αισθητικώς τόσο αμετανόητοι, τόσο θλιβεροί, τόσο... ΠΑΣΟΚ!

........................................................
 
Το σχόλιό μου: Και αισθητικώς τόσο αμετανόητοι, τόσο θλιβεροί, τόσο... ΠΑΣΟΚ! Έμαθαν και τη "χαρμολύπη", όπως και τα Carmina Burana, το Μακρυγιάννη και τον Τσιτσάνη, τον Κουν και τον Στάιν, την εξοχική βίλα και την γκουρμέ κουζίνα - α! και το σοσιαλισμό - στις μέρες της παντοδυναμίας τους...

 

Και η είδηση: Η χαρμολύπη στο ζεϊμπέκικο της Άννας

http://www.nooz.gr,  02/12/2012



Πάρτι έδωσε το Σάββατο το βράδυ με την ευκαιρία της ονομαστικής του εορτής ο εκπρόσωπος Τύπου της ΔΗΜΑΡ κ. Ανδρέας Παπαδόπουλος, στην Ελληνοαμερικάνικη Ενωση, επί της οδού Μασσαλίας.

Στη γιορτή υπήρχε και ζωντανή ρεμπέτικη μουσική από δύο νεαρούς μέλη της ΔΗΜΑΡ.
 
Μάλιστα όπως διαβάζουμε στο ΒΗΜΑ η πλέον εντυπωσιακή στιγμή στο πάρτυ ήταν όταν η πρώην υπουργός του ΠαΣοΚ κυρία Αννα  Διαμαντοπούλου χόρεψε ζεϊμπέκικο υπό τους ήχους του ζεϊμπέκικου της Ευδοκίας: «Είναι ένας ελληνικός χορός, το ζεϊμπέκικο είναι άλλωσε χορός της χαρμολύπης», έλεγε αργότερα η κυρία Διαμαντοπούλου.

Την πρώην υπουργό του ΠαΣοΚ παρακολουθούσε να χορεύει ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ κ. Φώτης Κουβέλης ο οποίος στη συνέχεια έριξε και αυτός μια στροφή υπό τους ήχους του «Ζεϊμπέκικου της Ευδοκίας» στο πάρτι του πιστού συνεργάτη του.

Ηταν παρόντες σχεδόν το σύνολο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΔΗΜΑΡ και τα στελέχη της, ανάμεσα στους οποίους οι κ.κ. Ν. Τσούκαλης, Γρ. Ψαριανός, Σπ. Λικούδης, Ν. Μπίστης, ο βουλευτής του ΠαΣοΚ κ. Σάκης Οικονόμου, ο πρώην υπουργός του ΠαΣοΚ κ. Χρ. Πρωτόπαπας ενώ γύρω στα μεσάνυχτα έκανε την εμφάνισή του και ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών κ. Χρ. Σταϊκούρας ο οποίος είχε σύντομη συνομιλία με τον κ. Κουβέλη λέγοντας ότι θα πρέπει να βρίσκεται την Κυριακή το πρωί στο γραφείο του για το θέμα της επαναγοράς των ομολόγων. Επίσης, παρόντες ήταν η κυρία Αλεξία Μπακογιάννη, ο αδελφός της δήμαρχος Καρπενησίου κ. Κώστας Μπακογιάννης αλλά και αρκετοί δημοσιογράφοι κυρίως τηλεοπτικοί.

Το πάρτι τελείωσε τις πρώτες πρωϊνές ώρες της Κυριακής.

"Οι ραγιάδες το χαράτσι... " Δημήτρης Καστριώτης (http://www.reporter.gr, 29/11/2012)

........................................................

Οι ραγιάδες το χαράτσι...

Θα μου επιτρέψετε να πορισθώ ένα περί την οικονομία παράδειγμα από τον συμπαθή κλάδο των ιδιοκτητών μπαρ. Όχι επειδή ευκαιρίας διδομένης επισκέπτομαι τα establishments του είδους, αλλά επειδή ο χώρος είναι οικείος σε πολλούς.
Στα συγκεκριμένα καταστήματα, λοιπόν, όπως σε όλες σχεδόν τις επιχειρήσεις, έχουμε γνωρίσει κατά καιρούς τύπους ρέποντες προς τη μεγιστοποίηση των τιμών με μόνο φραγμό το πόσο πιθανολογούν ότι θα απομακρυνθεί η πελατεία τους. Αν το γινόμενο τιμή επί καταναλισκόμενη ποσότητα προβλέπεται ανοδικό, η τιμή θα ανεβεί (εξ ου και η ρήση φίλου: «έχουμε το ουίσκι έξι γιατί δεν μπορούμε να το πάμε δεκαέξι»). Η στάση αυτή είναι απολύτως λογική, όσο και αν προσβάλλει ορισμένους συνέλληνες, που εμφορούνται από την αντίληψη ότι οι επαγγελματίες (με εξαίρεση τους ίδιους) οφείλουν να τους εξυπηρετούν κατά το δυνατόν δωρεάν, εργαζόμενοι με αντάλλαγμα την ηθική ικανοποίηση της προσφοράς στην πόση, την ιατρική, τη δικηγορία κ.ο.κ. Και είναι λογική διότι οι άνθρωποι δεν δουλεύουν για την ψυχή της μάνας τους, αλλά πρωτίστως για βιοπορισμό και κέρδος, καθότι η εργασία αποτελεί μεν θεάρεστη δημιουργία, είθισται όμως να καταπονεί – και κάθε εχέφρων άνθρωπος την κούραση επιδιώκει να την αποφεύγει.
Με αυτήν τη λογική, άρα, γίνεται η τιμολόγηση. Και έτσι, όμως, δεν υπάρχει κανένας επιχειρηματίας που να ξυπνάει το πρωί κάθε μέρας (ή έστω το πρωί κάθε Πρωτοχρονιάς), να λέει «τόσα θέλω να βγάλω» ή «τόσα μου λείπουνε» και να ορίζει τις τιμές αναλόγως με αυτήν την επιθυμία του. Ακόμη και όσοι πωλούν υπερτιμημένα προϊόντα βασιζόμενοι στο ψώνιο κάποιων καταναλωτών, που είναι διατεθειμένοι να φορούν ή να κρατούν πράγματα με το σήμα του επώνυμου κατασκευαστή εντυπωμένο σε μέγεθος ίσαμε το κεφάλι τους, πάλι δεν μπορούν να πολλαπλασιάζουν τις τιμές κατά βούληση.
Θα διερωτάσθε γιατί σας ζαλίζω με αυτονόητα (πέραν του ότι το αυτονόητο είναι η ψυχή της δημοσιογραφίας). Επειδή το κράτος – και πάντως το ελληνικό κράτος- κατά τον προσδιορισμό των φόρων υιοθετεί ακριβώς τη λογική που δεν ακολουθεί ούτε ο πλέον φιλοχρήματος μπάρμαν. Οι φόροι, με συνεχείς αλλαγές και μπαλώματα κάθε χρόνο, αποφασίζονται με κριτήριο το πόσα το κράτος θέλει να εισπράξει. «Τόσα του λείπουν» - για τα σημαντικά και τα ασήμαντα, για τους φιλόπονους και τους αργόμισθους κλπ. Ούτε το «brand name» του μετράει, ούτε τις επιθυμίες και τα όρια των «καταναλωτών» του. Εξ ου και θεωρεί λογικό να επιβάλλει συνολικές φορολογικές επιβαρύνσεις που απομυζούν (αν συνυπολογισθούν ο ΦΠΑ και οι ειδικές φορολογίες καπνού, καυσίμων και ποτών) πάνω από το 60% των ετησίων πόρων ενός μεσοεισοδηματία..
Πώς το κάνει αυτό; Επειδή ποντάρει (όχι φυσικά στην ποιότητα των υπηρεσιών του που οι πολίτες θα δέχονταν να ακριβοπληρώσουν, αλλά) στο μονοπώλιο της βίας που διαθέτει. Όποιος αρνηθεί να πληρώσει το μερίδιο του στα έσοδα, όπως το κράτος μονομερώς το προσδιορίζει, καταδιώκεται και υποφέρει – ακόμη και αν η καταδίωξη στοιχίζει στο κράτος περισσότερα από τα έσοδα κάποιων φόρων (γιατί στην Ελλάδα έχει συμβεί στο παρελθόν και αυτό), ακόμη και αν ο εξαναγκασμός συνοδεύεται από μέτρα συνταγματικού ευτελισμού, όπως η διακοπή της ηλεκτροδότησης.
Αυτό δεν είναι, βέβαια, ό,τι θα λέγαμε δικαιοκρατική πολιτεία, πολύ λιγότερο φιλελεύθερη δημοκρατία. Πέραν αυτής της λεπτομέρειας, όμως, υπάρχει και το οικονομικό θέμα. Ο πολίτης δεν μπορεί, φυσικά, να αλλάξει χώρα όπως αλλάζει μπαρ. Δεν μπορεί καν να μην έχει επαφή με το κράτος, πράγμα που μπορεί να κάνει για τα μπαρ. Δεν μπορεί ούτε να αποφύγει τον φορατζή, τον χωροφύλακα και τον δικαστή. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι θα κάτσει αδιαμαρτύρητα να τον σφάξει ο πασάς ν' αγιάσει, Θα προσπαθήσει να αποφύγει την αφαίμαξη. Και όσο η αφαίμαξη εντείνεται, τόσο ο πολίτης θα αφιερώνει μεγαλύτερη προσπάθεια, κόπο και επινοητικότητα στην στρατηγική αποφυγής – και άλλο τόσο θα αυξάνεται ο αριθμός των πολιτών που θα το κάνουν αυτό. Οι ραγιάδες το χαράτσι να το γλιτώσουν παλεύουν. Ακόμη και όποτε ο Σουλτάνος, κοντά στη χαντζάρα, επιστρατεύει το επιχείρημα ότι η φοροδιαφυγή είναι αντικοινωνική.

"Καλτ, μαγκιά και αθυροστομία" του Γιάννη Χάρη (http://yannisharis.blogspot.gr, &"Εφημερίδα των Συντακτών" (1/12/2012)

.....................................................

Καλτ, μαγκιά και αθυροστομία

 

του Γιάννη Χάρη

από εδώ http://yannisharis.blogspot.gr/ 

και την φημερίδα των Συντακτών" (1/12/2012)

 
Πολυσχολιάστηκε το τελευταίο τατσοπούλειο έπος, η έκρηξή του πώς γίνεται να τον λέει αδερφή η Χρυσή Αυγή, αυτόν που έχει πηδήξει τη μισή Αθήνα! Πολυσχολιάστηκε, και ίσως παρασχολιάστηκε ο σεξισμός της ρήσης. Λέω «παρασχολιάστηκε», προτείνοντας να δεχτούμε την ευκολία της στιγμής, έναν ενστικτώδη, αταβιστικό εντέλει λόγο, που δεν μπορεί να καταδικαστεί με απόλυτη βεβαιότητα για σεξισμό και ομοφοβία. Όμως, ακριβώς η «ευκολία της στιγμής» είναι το γενικότερο πρόβλημα, κάτι ανάμεσα σε αμετροέπεια και σε εμπρόθετη αθυροστομία, κοινώς στιλάκι.

Καλτ ή γραφικούς τούς χαρακτηρίζουμε, διασκεδάζοντας και με κάποια συγκατάβαση, και έτσι τους «αθωώνουμε». Λιάνα Κανέλλη, Τράγκας, παλιά Κακαουνάκης, ή εκείνος ο χούλιγκαν γιατρός Ανευλαβής, ο άλλος βρομόστομος γιατρός, προσφιλής ατραξιόν του Λαζόπουλου, να δίνουν παράσταση στα τηλεπαράθυρα, ξέροντας ότι εξασφαλίζουν νούμερα σε θεαματικότητα.

Αθυροστομία και μαγκιά, ο «πούλος» του Ψαριανού, οι «ντιντήδες» του Φαήλου, που προειδοποιεί: «πάω να πιω μερικές μπύρες με κάτι παλιοσειρές μου λοκατζήδες κι ύστερα όλοι μαζί θα κατουρήσουμε πάνω στην πολιτική σας ορθότητα», και αποχαιρετά με «Φιλιά στο σβέρκο» –το πιάσαμε το υπονοούμενο. (Του Φαήλου, υπενθυμίζω, που τραβάει αγωγές εκατομμυρίων αν τον πούνε «ακροδεξιό» λόγου χάρη, ξέροντας πως δεν θα του κάνει κανένας αγωγή, σαν αποδέκτης του παραπάνω οχετού του.)

Αλλά και σκέτη βωμολοχία. Πίσω στον Τατσόπουλο, για να δούμε ακριβώς το πρόβλημα που είπαμε. Παράδειγμα: Όταν παραχωρήθηκε το θωρηκτό Αβέρωφ για τη γαμήλια δεξίωση μιας τηλεπαρουσιάστριας κι ενός εφοπλιστή, έγραψε: «Γαμιόληδες. Είδα όλες τις φωτογραφίες πάνω στο “Αβέρωφ” και τα πήρα πολύ άσχημα. Δώσατε το “Αβέρωφ”, γαμιόληδες, για να κάνει το κομμάτι του ένας πλούσιος καριόλης; ΤΟ “ΑΒΕΡΩΦ”, ΓΑΜΙΟΛΗΔΕΣ; Τρέξτε στη γαμημένη σας Βικιπαίδεια, αμόρφωτοι γαμιόληδες, να μάθετε ΠΟΙΟ ΗΤΑΝ το “Αβέρωφ”».

Εγώ εδώ ανατριχιάζω, κι όχι στο πήδημα της μισής Αθήνας.

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Ιωάννου + Πετρουλάκης : Καλοκαίριασε...!

.......................................................


έκτακτα καλοκαιρινά φαινόμενα.



.............................................


Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη


Ρόζα Παρκς: Η γυναίκα- σύμβολο στον αγώνα κατά του ρατσισμού στις ΗΠΑ (01 Δεκ 2012 | tvxsteam tvxs.gr)

.........................................................

Ρόζα Παρκς: Η γυναίκα- σύμβολο στον αγώνα κατά του ρατσισμού στις ΗΠΑ

tvxs.gr/node/49440
 


Ήταν 1 Δεκεμβρίου του 1955 όταν η Aφροαμερικανίδα Ρόζα Παρκς αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο σ’ έναν λευκό άντρα, με αποτέλεσμα να συλληφθεί. Αυτή η πρωτοφανής κίνηση για την εποχή, έμελλε να σημαδέψει τον αγώνα των μαύρων για ίσα δικαιώματα στις ΗΠΑ.

Η 42χρονη μοδίστρα από το Μοντγκόμερυ της Αλαμπάμα έπειτα από μία μέρα στη δουλειά, επιβιβάστηκε σε λεωφορείο στο κέντρο της πόλης και κάθισε στην πρώτη σειρά των θέσεων που προορίζονταν για τους «μαύρους» πολίτες. Σύμφωνα με το νόμο για το φυλετικό διαχωρισμό, ο οποίος ίσχυσε μέχρι το 1956, οι θέσεις των μαύρων επιβατών βρίσκονταν στο πίσω μέρος του λεωφορείου και χωρίζονταν από εκείνες των λευκών με μια κενή σειρά. Όταν το λεωφορείο γέμισε και έμειναν όρθιοι τέσσερις λευκοί, ο οδηγός Τζέιμς Μπλέικ, απαίτησε να αδειάσει η πρώτη σειρά του «έγχρωμου τομέα», στην οποία καθότανε η Παρκς και να μείνει κενή. Ενώ οι έγχρωμοι συνεπιβάτες της συμμορφώθηκαν στη διαταγή του οδηγού, η Παρκς εναντιώθηκε και παρέμεινε στη θέση της με αποτέλεσμα εκείνος να καλέσει την αστυνομία κι εκείνη να συλληφθεί.
Η ακτιβίστρια κοινωνικών δικαιωμάτων και γραμματέας του παραρτήματος NAACP, της Εθνικής Ενώσεως για την Πρόοδο των Έγχρωμων Ανθρώπων, σημειώνει για το συμβάν στην αυτοβιογραφία της με τίτλο «Η ιστορία μου», «Ο κόσμος λέει ότι δεν παραχώρησα τη θέση μου γιατί ήμουν κουρασμένη, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν ήμουν σωματικά κουρασμένη ούτε περισσότερο κουρασμένη απ’ όσο ήμουν συνήθως στο τέλος μιας ημέρας στη δουλειά. Όχι, η μόνη κούραση που είχα, ήταν αυτή του να υποχωρώ».
Μετά την αποφυλάκισή της, στις 5 Δεκεμβρίου, αποφασίστηκε να διεξαχθεί μποϊκοτάζ στα λεωφορεία του Μοντγκόμερυ με επικεφαλής την οργάνωση Montgomery Improvement Association (MIA) και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, που εκείνη την περίοδο ήταν ακόμη πάστορας σε εκκλησία της πόλης. Ύστερα από το μποϊκοτάζ που κράτησε περισσότερο από ένα χρόνο, το Νοέμβριο του 1956 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ κήρυξε αντισυνταγματικό το νόμο για το φυλετικό διαχωρισμό.
Η Ρόζα Παρκς, αν και δεν ήταν η πρώτη που αντέδρασε σε τέτοια φαινόμενα ρατσισμού, η πράξη της οδήγησε σε μία από τις πρώτες νίκες του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ κι εκείνη έμεινε στην ιστορία ως τη «Μητέρα του σύγχρονου κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων». Το 1996 της απονεμήθηκε το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας, ενώ το 1999 τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο του Κογκρέσου για τον αγώνα της κατά του ρατσισμού. Η Ρόζα Παρκς πέθανε σε ηλικία 92 ετών, το 2005, και ήταν η πρώτη γυναίκα η σορός της οποίας εξετέθη σε λαϊκό προσκύνημα στο Καπιτώλιο.






"Οι πολιτικοί δεν ακούνε την κοινωνία" του Νικου Γ. Ξυδακη "Καθημερινή", 1/12/2012)

.......................................................


Οι πολιτικοί δεν ακούνε την κοινωνία




Του Νικου Γ. Ξυδακη

Αυτή την κρίσιμη ώρα, ώρα θλίψης και ηττοπάθειας, η κυβέρνηση είχε μια ευκαιρία να τονώσει αδαπάνως το φρόνημα των πολιτών: να νομοθετήσει ένα φορολογικό σύστημα δίκαιο, αποτελεσματικό και ευεφάρμοστο. Δεν το έκανε. Μέχρι στιγμής, ό,τι διαρρέει ως νέα φορολογική νομοθεσία δεν φαίνεται να είναι ούτε απλούστερη ούτε δικαιότερη· αντιθέτως, τιμωρεί φορολογικά τις οικογένειες με παιδιά, σε έναν πληθυσμό υπό δημογραφικό μαρασμό, ενώ ταυτοχρόνως δεν μαθαίνουμε για κάποιο νέο δραστικό μηχανισμό προς ανάσχεσιν της φοροδιαφυγής. Εξ όνυχος τον λέοντα. Η φορολόγηση είναι πεδίο όπου κατ’ εξοχήν δοκιμάζεται το δημοκρατικό κράτος: αν μπορεί να υποστηρίξει την ισοπολιτεία και την ισονομία, αν θέλει να είναι κράτος δικαίου και κράτος λειτουργικό. Ομως τέτοιες πράξεις προϋποθέτουν επίγνωση της πραγματικότητας, ότι η κυβέρνηση εισακούει τις βαθύτερες ανάγκες της κοινωνίας, τις μεταβαλλόμενες προσδοκίες της. Αυτό δεν συμβαίνει. Υπάρχει μια χρονική διαφορά μεταξύ πολιτικού συστήματος και κοινωνίας. Το πολιτικό σύστημα, χαμηλών ικανοτήτων ούτως ή άλλως, δαπανά ενέργεια και πολύτιμο χρόνο για την αυτοσυντήρησή του και την αναπαραγωγή του την παρασιτική. Η κοινωνία, μετά τρία χρόνια απωλειών και κλιμακούμενης οδύνης, έχει μεταβάλει στάση και συμπεριφορά σε πολλούς τομείς του βίου· έχει χαμηλώσει τον ορίζοντα προσδοκιών, έχει προσαρμοστεί εξ ανάγκης σε χαμηλότερο επίπεδο διαβίωσης, σε άλλους όρους εργασίας· για μέγα μέρος του πληθυσμού μόνη ωστική δύναμη είναι το ένστικτο επιβίωσης. Ως εκ τούτου πολλοί Ελληνες είναι ήδη έτοιμοι για αλλαγές, είναι ήδη μετασχηματισμένοι ψυχικά και αναμένουν ένα σχέδιο, στόχους, μια ανανεωμένη αίσθηση συνανήκειν. Εν τω μεταξύ, εν απουσία σχεδίου και στόχων, μεταναστεύουν, υποβαθμίζουν τις ανάγκες τους, ζαρώνουν, δραπετεύουν από τη συλλογικότητα. Το πολιτικό σύστημα αδυνατεί όχι μόνο να συγχρονιστεί με την κοινωνία που του αντιστοιχεί, με τον κυρίαρχο και νομιμοποιό λαό, αλλά αδυνατεί ακόμη και να αντιληφθεί τους μείζονες μετασχηματισμούς που συντελούνται.

λήμματα Του Βασίλη Παπαβασιλείου ("ΤΑ ΝΕΑ", Σάββατο 01 Δεκεμβρίου 2012)

......................................................

λήμματα

Του Βασίλη Παπαβασιλείου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 01 Δεκεμβρίου 2012
 
ανακούφιση. Αίσθημα που πλημμύρισε για ακόμη μία φορά τους αντικειμενικά και αναγκαστικά εξαρτημένους Ελληνες, μετά την πρόσφατη απόφαση του Eurogroup. Και αυτή η δόση έρχεται. Θα πέσει σαν βροχή στη διψασμένη γη. Τα χωράφια θα ποτιστούν. Θα ξεπλυθούν οι πόλεις. Οι σωροί των σκουπιδιών θα σαρωθούν. Και μετά ο ήλιος θα ανατείλει ξανά, λαμπρός και ακαταμάχητος. Το Αριστοτέλειο θα ξαναλειτουργήσει, όχι τόσο χάρη στη φιλότιμη προσπάθεια των εθελοντών όσο χάρη στην καταλυτική επέμβαση της αιώνιας φύσης. Η «ηρώδεια» διάταξη θα αφαιρεθεί από το θρυλούμενο νέο φορολογικό νομοσχέδιο. Οι γονείς θα παραμείνουν ατιμώρητοι.* Χοροί θα στηθούν. Τα πουλιά θα κελαηδήσουν (τι πρωτότυπο!) για να υποδεχθούν τον χειμώνα. Θα 'ναι αυτό που λένε το ξεκίνημα μιας καινούργιας ημέρας. Ομως εσύ, ω σειρά, ω Μίμη Σουλιώτη, δεν θα είσαι εδώ να χαρείς το θέαμα. Δεν δέχομαι ότι φρόντισες εσύ να φύγεις τόσο νωρίς. Αλλος φρόντισε. Ο ένας και αποτρόπαιος Αλλος.
  
αναψυχή. Συνώνυμα: αναδημιουργία, ανάπλαση. Υπενθυμίζει πόσες φορές οφείλει να ξαναγεννιέται κανείς στη διάρκεια μιας ζωής. Παράδειγμα: ο σοφός Ηράκλειτος. Αποσυρόμενος από την «πονηράν πολιτείαν» της Εφέσου οργάνωσε μια τέτοια καταφυγή, ένα είδος προσωπικής αποικίας αναψυχής, όπως λέμε σήμερα «αποικία χρέους», κι έπαιζε το κότσι με τα μικρά παιδιά. Εκεί τον βρήκαν οι συμπολίτες του όταν έτρεξαν να ζητήσουν τη γνώμη του επειδή η Εφεσος αντιμετώπιζε θανάσιμο κίνδυνο. Κι αυτός, που είχε ήδη δηλώσει «ου θέλω πολιτεύεσθαι μεθ' υμών», συνέχισε την ασχολία του. «Γιατί δεν μιλάς;» τον ρώτησαν. «Για να μπορείτε ελευθέρως να φλυαρείτε», ήταν η απάντηση.*

απουσία. Καθετί απειλείται πρωτίστως από αυτό που το συνιστά. Ο κίνδυνος δεν βρίσκεται στον άλλον, αλλά στην ταυτότητα που εμείς έχουμε ανάγκη. Δημοκρατία είναι το κράτος της γνώμης του καθενός. Ευτυχώς. Ούτε καταγωγές ούτε ειδικότητες αναγνωρίζονται. Ευτυχέστατα. Από μιαν άποψη, μοίρα μας είναι ο θόρυβος. Μόνο που κάθε ημέρα γίνεται λόγος για δικαιοσύνη. Σκέτη, κοινωνική ή άλλη. Που σημαίνει ότι αναγνωρίζεται ένα έλλειμμα, μια μαύρη τρύπα καταμεσίς αυτής της οχλοβοής. Ο επικαλούμενος τη δικαιοσύνη, ο καθένας μας δηλαδή, δηλώνει εμμέσως ότι άκουσε μια απούσα φωνή που δεν αντιστοιχεί σε καμία γνώμη. Η εγρήγορση απέναντι σ' αυτή τη φωνή, που απηχεί μέσα μας χωρίς να ακούγεται γύρω μας, μας αποσπά από την επικράτεια του θορύβου και ορίζει, ως άτρεπτη ετερότητα, την ακμαιότητα του ανθρώπινου και της δημοκρατίας.

ελπίδα. Η καπηλεία της από τους επαγγελματίες της πολιτικής δεν έχει όρια. Ποιος τους είπε ότι τους ανέθεσε κανείς αυτόν τον ρόλο; Γιατί δεν αναγνωρίζουν ότι η ελπίδα είναι μια υπόθεση που αφορά τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τον κόσμο παρά την Ιστορία και τα αποτελέσματα της πολιτικής; Οτι η σχέση της πολιτικής δράσης με το αίσθημα της ελπίδας δεν είναι σχέση αιτίου-αιτιατού; Γιατί δεν τους έμαθε κανείς ότι η πολιτική μπορεί πολλά όταν αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί τα πάντα; «Καλλιτέχνης», έλεγε ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς, «είσαι για τον μη καλλιτέχνη». Κατ' επέκταση: πανεπιστημιακός για τους μη πανεπιστημιακούς, πολιτικός για τους μη πολιτικούς, και ούτω καθεξής. Η πολιτική που δεν βλέπει, δεν φαντάζεται και δεν κρατά ένα παράθυρο ανοιχτό προς ό,τι δεν είναι πολιτική, είναι συνώνυμο του κιτς, μια ανέκκλητη φενάκη.

χρόνος. «Σήμερα βρισκόμαστε σε μια νέα αφετηρία». «Πότε θα βγούμε από το τούνελ;» «Αύριο κάνουμε ένα νέο ξεκίνημα». «Τα επόμενα πέντε χρόνια θα είναι για την Ελλάδα μια κόλαση ή ένα καθαρτήριο». Από όλα αυτά κι από άλλα τόσα συνάγεται ότι βιώνουμε την κρίση ως συνάρτηση του χρόνου. Και πώς θα γινόταν αλλιώς; Για τον καθένα μας ισχύει: ξέρουμε τι είναι ο χρόνος όσο δεν μας ρωτούν τι είναι ο χρόνος. Και η κρίση αυτό κάνει εξ ορισμού: αφενός μας ρωτά και αφετέρου απαιτεί μια απόφαση. Βρισκόμαστε απέναντί της όπως απέναντι σε μια ιατρική διάγνωση που πρέπει να συμπληρωθεί με μια θεραπευτική αγωγή. Πρόκειται για τη διαλεκτική ασθένειας-ίασης. Στην περίπτωση της νεοελληνικής ασθένειας η κρίση αποκρυσταλλώνεται στα αποτελέσματα μιας συγκεκριμένης συνθήκης ζωής: «ιδιωτική προκοπή - συλλογική κατάρρευση». Αυτή τη φαντασίωση πληρώνουμε σήμερα όλοι, δίκαιοι και άδικοι. Και όσοι ταυτιστήκαμε απολύτως μαζί της και όσοι δεν ενδώσαμε σ' αυτήν ποτέ. Ο πέλεκυς της Ιστορίας δεν κάνει διακρίσεις.* 
 
-------------------------------------------------------------------
 
 
*: οι υπογραμμίσεις δικές μου
 

" Μισθόνια: Οι εξαρτημένοι από πρέζα μηνιαίου μισθού" του Γιάννη Μακριδάκη (http://ostria-gr.blogspot.gr, 30/11/2012)

........................................................

Μισθόνια: Οι εξαρτημένοι από πρέζα μηνιαίου μισθού

 

 
Επέστρεψα από την Αθήνα και κίνησα αμέσως για τις δουλειές που με περίμεναν και είχαν μείνει πίσω.  Πήγα και στο καφενείο για να βρω κανέναν γέροντα που χει ελιές αμάζευτες, να μου τις παραχωρήσει, να μην πάνε χαμένες. Αν και ξέρω πια πως τίποτα δεν πάει χαμένο. Άλλες τις τρώνε τα πουλιά κι άλλες πέφτουν και γίνονται ζωή για τη γη, τέλος πάντων, αφού έχω χρόνο και όρεξη, είπα να τις κάνω λάδι για τους ανθρώπους...
.
Με είδε πρωί πρωί ο Θωμάς ο μπολιαστής και μου δωσε τη συμβουλή του πάλι: Όσο υπάρχει ζωή, να δουλεύεις, μου πε. Το μυστικό της μακροζωίας και της ισορροπίας είναι αυτό μάλλον, έτσι καταλαβαίνω από όσα βλέπω γύρω μου στον κόσμο των γερόντων. Όταν παραδοθείς, καταπέφτεις. Κι ύστερα δεν έχει πια γυρισμό, χειροτερεύει ολοένα η κατάσταση μέχρι την έξοδο.
Κατόπιν σκέφτηκα πάλι το παράδοξο. Όλα τα έχουμε κάνει στραβά εμείς οι σύγχρονοι. Από το “όσο υπάρχει ζωή, δουλεύεις”, που λέγαν οι παλιοί, φτάσαμε στο “όσο υπάρχει δουλειά, ζεις”.
Μα δουλειά υπάρχει συνέχεια. Μόνο που οι σύγχρονοι την έχουν αλλιώς ορισμένη. Ως θύματα του συστήματος της χρηματιστηριακής οικονομίας, θεωρούν πως έχουν δουλειά, και ακολούθως ζωή, μονάχα όταν αμοίβονται κάθε μήνα με χρήμα. Πλανώνται οικτρά πως δουλειά υπάρχει μονάχα εντός του συστήματος. Κι αν δεν μπορείς να μπεις ή αν σε ξεβράσει, λογίζεσαι άνεργος και δεν μπορείς να ζήσεις.
Παράδοξα πράγματα, ψεύτικα και άκρως επικίνδυνα. Εθισμένοι στον μηνιαίο μισθό δεν βλέπουν μπροστά τους τίποτε άλλο οι άνθρωποι πια. Κι όταν τον χάσουν, η στέρηση τούς καταθλίβει, και κάποιους τους οδηγεί στην αυτοκτονία. Στο να σκοτώσουν το άτομο που ξεβράστηκε από το σύστημα, το αποτυχημένο, άχρηστο άτομο που ενσαρκώνουν.
Απεξάρτηση από τον μισθό σε χρήμα, αυτή είναι η πρόταση για τις επόμενες γενιές μα και για όσους έχουν το κουράγιο σήμερα. Ας φροντίσουμε τα παιδιά μας να μη γίνουν μισθόνια, κατά το πρεζόνια, σαν και του λόγου μας