Κυριακή 17 Μαΐου 2020

"Η πανδημία και οι φυλές των αντικαραντινιστών" έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή", 17.5.2020)

............................................................


Η πανδημία και οι φυλές των αντικαραντινιστών


έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή", 17.5.2020)






Δεν είναι φυλακή η καραντίνα. Δεν είναι Σπιναλόγκα ή Μακρόνησος, ας μη χάνουμε την αίσθηση των μεγεθών. Παραμένει ωστόσο μια εντελώς αφύσικη κατάσταση, που μειώνει ποικιλότροπα τον άνθρωπο, τον στενεύει. Περιορισμένοι στον μικροχώρο μας, ζούμε τον χρόνο μας σαν βαλτωμένο από τη μονοτονία. Ακόμα και τώρα, με τη σχετική χαλάρωση των μέτρων, παραμένουμε διά νόμου αποκλεισμένοι από μείζονα συμβάντα που δίνουν νόημα –χαρμόσυνο ή πικρό, δεν έχει σημασία– στον προσωπικό, τον οικογενειακό και τον κοινωνικό μας βίο. Αποκλεισμένοι από μια γέννηση λ.χ., που δεν γίνεται να τη χαρείς από το σκάιπ όσο θα τη χαιρόσουν αν έτρωγες κι εσύ τα νύχια σου τις ώρες της αναμονής έξω από το μαιευτήριο. Ή, έτσι πάνε τ’ ανθρώπινα, από την κηδεία ενός αγαπημένου φίλου. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι σε όλον τον κόσμο έφυγαν σαν μιάσματα, ασυντρόφευτοι, θαρρείς και η ανθρωπότητα οπισθοδρόμησε στην περιδεή αρχαϊκότητά της.

Εχουμε, βέβαια, στη διάθεσή μας τα σύνεργα της τεχνολογίας, υπολογιστές, έξυπνα κινητά κτλ., που κάπως βοηθάνε. Δεν τα διαθέτουμε όλοι όμως. Αυτό το έμαθαν πια και όσοι τις τελευταίες ημέρες έπεσαν από τα σύννεφα του ελιτισμού τους, ακούγοντας στα κανάλια ή στα ραδιόφωνα μαθητές και γονείς να λένε ότι δεν έχουν κομπιούτερ στο σπίτι τους, ή ότι έχουν μία μόνο συσκευή, που δεν μπορεί να καλύψει ταυτόχρονα τις ανάγκες όλων των μελών της οικογένειας, μαθησιακές και εργασιακές. Το λένε «ψηφιακό αναλφαβητισμό»; Ναι, αλλά το λένε και φτώχεια. Κι έπειτα, καλή η τεχνολογία, αλλά χορηγός αισθημάτων και ερεθισμάτων είναι πρωτίστως η ενσώματη και υλική κοινωνία. Οχι η ηλεκτρονική επικοινωνία.


Υπάρχουν λοιπόν πραγματικοί, φυσικοί λόγοι για να μην αντέχει κανείς την καραντίνα και να θέλει να τη διαρρήξει. Δεν είναι ζήτημα ιδεολογίας ή πολιτικού προσανατολισμού. Και, σ’ εμάς εδώ, δεν έχει καν σχέση μ’ εκείνη την απόφανση του Περικλή Γιαννόπουλου, πως «ο βίος εν Ελλάδι είναι υπαίθριος», επειδή ο Ελληνας «οκτώ μήνας το έτος ζει ευδαιμόνως εις την ύπαιθρον».

Ας μην ασχοληθούμε εδώ με το ενδεχόμενο αυτό το τόσο βέβαιο «ευδαιμόνως» να αποτελεί μυθευτική υπερβολή ή αστική εξιδανίκευση, αφού οι άνθρωποι δούλευαν στην ύπαιθρο, και σε βαριές συνθήκες, δεν έκαναν παρατεταμένες διακοπές. Κι ας συμφωνήσουμε για το οφθαλμοφανές, ότι ο βίος εν Ελλάδι έπαψε προ πολλού να είναι υπαίθριος. Είναι πια και αυτός, για τη συντριπτική πλειονότητα, βίος πολυκατοικίας. Εξαστισμένος. Τσιμεντωμένος και ασφαλτοστρωμένος. Με λιγοστά πάρκα και μετρημένες πλατείες. Και με τις πιλοτές προορισμένες για τα χωροκατακτητικά γιώτα χι, όχι για να αναπαραστήσουν ψευδαισθησιακά την αυλή των αναμνήσεών μας. Γεμάτη μικρές Αθήνες είναι πια η ύπαιθρος, η επαρχία, αφού το μοντέλο της πρωτεύουσας ήταν εκείνο που έφλεξε τα όνειρα δημάρχων και δημοτών. Αν εξαιρέσουμε μερικές πόλεις φιλικές προς τους δύο άκαπνους τροχούς, τα Τρίκαλα λ.χ. ή το Μεσολόγγι, το να βγεις με ποδήλατο (όπως επίμονα μας συστήνουν οι υπεύθυνοι της απογευματινής μας ενημέρωσης για τον κορωνοϊό) είναι εξίσου δύσκολο και επικίνδυνο στην περιφέρεια και στο κέντρο. 

Αντιδράσεις για την καραντίνα έχουν εκδηλωθεί πολλές και ποικίλες διεθνώς. Συστηματικές ή αποσπασματικές, θυμικές ή πολιτικοποιημένες, ακόμα και θρησκευτικού χαρακτήρα. Υπήρξαν και διαδηλώσεις εναντίον πολιτικών που εκμεταλλεύονται στυγνά την πανδημία για να περιστείλουν τις ατομικές ελευθερίες, όπως στη Σλοβενία κατά του ακροδεξιού πρωθυπουργού Γιάνεζ Γιάνσα. Τον τόνο πάντως στην παγκόσμια σκηνή δεν τον έδωσαν οι «δικαιωματιστές», οι συνταγματικοί ας πούμε. Οι δικές τους ενστάσεις ήχησαν παράταιρες μέσα στο καθεστώς σιωπηρής εγκαρτέρησης που επέβαλαν ο φόβος του ιού και η καλλιέργεια ενός κλίματος «πολέμου με αόρατο εχθρό».

Πλανητάρχης του αντικαραντινισμού είναι, ποιος άλλος, ο ούτως ή άλλως πλανητάρχης: ο εφιαλτικά αποτυχημένος Ντόναλντ Τραμπ. Εμπνευσμένοι από το δικό του αγνό πάθος για την απεριόριστη ελευθερία και την ανοιχτή κοινωνία, οι οπαδοί του διαδηλώνουν ένοπλοι, απαιτώντας τον τερματισμό των μέτρων. Είναι άλλωστε σίγουροι ότι ο ιός δεν υπάρχει ή, κι αν υπάρχει, είναι ασήμαντος, ή, και επικίνδυνος αν είναι, για όλα φταίνε η Κίνα, ο Μπιλ Γκέιτς και το 5G. Υπαρχηγός του Τραμπ ο επίσης ακροδεξιός Μεσσίας Ζαΐρ Μπολσονάρο. Από περιφρόνηση προς τα περιοριστικά μέτρα που έχουν επιβάλει οι κυβερνήτες κάποιων πολιτειών, οργάνωνε πολυπληθές μπάρμπεκιου χλεύης. Η δημόσια κατακραυγή τον υποχρέωσε να το ακυρώσει τη μέρα που οι νεκροί του ιού στη Βραζιλία ξεπερνούσαν τις 10.000, γεγονός που οδήγησε τη Βουλή να κηρύξει τριήμερο πένθος. Οσο για τους οπαδούς του, έχουν κατασκηνώσει έξω από το Προεδρικό Μέγαρο, απειλώντας ότι θα καταλάβουν το Κοινοβούλιο και το Ανώτατο Δικαστήριο. Δημοκράτες.

Στην Ελλάδα, στα περιοριστικά μέτρα της πολιτείας εναντιώθηκαν συστηματικότερα και μαζικότερα οι θρησκευόμενοι. Να καταλάβουμε τους ηλικιωμένους πιστούς που νιώθουν να ανατρέπεται ο κόσμος τους. Οχι όμως τους κοινωνικά ανεύθυνους φανατικούς ποιμένες, που τους ωθούν να φερθούν σαν «ομολογητές» και «μάρτυρες», λες και νεκραναστήθηκε ο Διοκλητιανός. Να ρισκάρουν να γίνουν φορείς αλλά και μεταδότες του ιού, για να αποδείξουν ότι «ο δικός μας Θεός είναι ο ισχυρότερος».

Είναι πνευματική θρησκεία αυτό;

Τους νεοαντιστασιακούς-αντιεξουσιαστές τούς ανακαλύπτει σε διάφορες πλατείες το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. «Στημένη παγίδα το τηλεφώνημα ότι κάποιος μαχαιρώθηκε στην πλατεία Αγίου Γεωργίου της Κυψέλης» επέμενε να αποφαίνεται σε ασφαλείς τηλεοπτικές συχνότητες ο κ. Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, που δείχνει να ποντάρει πολλά στο παίγνιο που είναι γνωστό ως «αυτοεκπλήρωση προφητείας». Ο υπουργός εννοούσε ότι την παγίδα την είχαν στήσει ιταμοί αντικαραντινιστές, που, εκτάκτως μαζοχιστές, κάλεσαν τα ΜΑΤ για να φάνε ξύλο και δακρυγόνα, δεδομένης αντικορωναϊκής δράσης. Και αυτό παρότι ο «παγιδευτικά» τηλεφωνήσας είχε ήδη εντοπιστεί από τις υπηρεσίες του υπουργείου, οι οποίες είχαν ήδη καταλάβει ότι ο μεσόκοπος που τηλεφώνησε ψευδόμενος έχει μεν ουκρανική καταγωγή, δεν τυγχάνει ωστόσο ούτε αιματικός ούτε πνευματικός απόγονος του Ουκρανού επαναστάτη-αναρχοκομμουνιστή Νέστορα Ιβάνοβιτς Μαχνό. Τελικά, οι ευγενικά μπουζουριασθέντες της πλατείας φορτώθηκαν όλο το γνωστό μενού των πατροπαράδοτων κατηγοριών (απείθεια, εξύβριση, αντίσταση κατά της αρχής), όχι όμως και την κατηγορία ότι παρέβησαν όσα έχουν θεσπιστεί για λόγους δημόσιας υγείας. Τι να τους πουν; Οτι δεν φορούσαν μάσκα ή ότι ήταν πάνω από δέκα, όταν, σύμφωνα με επώνυμες δημόσιες καταγγελίες, τους πέταξαν μπρούμυτα στην άσφαλτο, τους φόρεσαν χειροπέδες (για να μην πιάνουν τη μάσκα...) κι έπειτα τους στρίμωξαν στις κλούβες, στις σκάλες του Α.Τ. Κυψέλης ή στα ασανσέρ της ΓΑΔΑ; Γιατί όχι; Μήπως δεν προσπαθούν να πείσουν τον ατυχή Κυψελιώτη ότι τα δόντια του έσπασαν επειδή γλίστρησε, και όχι επειδή «γλιστρώντας» συνάντησε ανελαστικά κλομπ; 

Ezio Bosso (13.9.1971 - 15.5.2020) : Sonata No. 1 for Cello and Piano, "The Roots, a Tale Sonata" Adagio molto & Finale allegro molto ma giusto...

.............................................................



Ezio Bosso (13.9.1971 - 15.5.2020)

Sonata No. 1 for Cello and Piano, "The Roots, a Tale Sonata": Adagio molto (Like a Funeral March)







Sonata No. 1 for Cello and Piano, "The Roots, a Tale Sonata": Finale, allegro molto ma giusto,...

Putumayo Presents - "Women Of The World" - Acoustic (youtube)

.............................................................


Putumayo Presents - Women Of The World - Acoustic

1. M'envoyer des Fleurs - Sandrine Kiberlain 
2. Grano de Arena - Marta Topferova 
3. Sunnyroad - Emiliana Torrini 
4. Nao se Apavore - Luca Mundaca 
5. Bida Mariadu - Lura 
6. Sekna - Mona Boutchebak 
7. Tuca' La Louna - Tamara Obrovac 
8. Ola Ta Aiskola - Anastasia Moutsatsou 
9. Paula Ausente - Marta Gómez 
10. Wa - Kaissa 
11. One Voice - The Wailin' Jennys



Σάββατο 16 Μαΐου 2020

"Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ" Μουσική - στίχοι: Mάνος Χατζιδάκις. Με τη Φλέρυ Νταντωνάκη

..............................................................

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ


Μουσική - στίχοι: Mάνος Χατζιδάκις 
Με τη Φλέρυ Νταντωνάκη
Ηχογράφηση απο το σπίτι του Μάνου Χατζιδάκι στη Νέα Υόρκη το 1970.


Σηκώθηκεν ο άνεμος 
και σκίζει τα πανιά μας 
πέφτει η βροχή και μούσκεψε 
τα πιο κρυφά όνειρά μας 
μα εσύ μικρή τρελή και παραπονεμένη 
το `λεγες πως θα γίνουσαν 
μικρή λησμονημένη; 

Σε πάτησαν τα πόδια μας 
σε μάτωσεν η βιά μας 
σου σπάσανε τα κόκαλα 
τ’ ασθενικά παιδιά μας 
κι όταν ξερή κι αναίσθητη 
σε πέταξαν στο χώμα 
ποιος τάχα σε θυμήθηκε 
έτσι θλιμμένη 
μικρή λησμονημένη;



Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

«Το Βιβλίο της Άμμου» διήγημα του Χόρχε Λούις Μπόρχες (1899 - 1986) από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του (μτφ. Σπύρος Τσακνιάς, εκδ. Νεφέλη, 1982)

..............................................................










Χόρχε Λούις Μπόρχες (1899 - 1986)






·       «Το Βιβλίο της Άμμου»

διήγημα του Χόρχε Λούις Μπόρχες (1899 - 1986) από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων του (μτφ. Σπύρος Τσακνιάς, εκδ. Νεφέλη, 1982)


                                                                               Thy rope of sands
                                                                                George Herbert



   Η ευθεία αποτελείται από έναν άπειρο αριθμό σημείων· ο όγκος από ένα άπειρο αριθμό επιπέδων· ο υπερόγκος από έναν άπειρο αριθμό όγκων… Όχι, αναντίρρητα, αυτός δεν είναι – more geometrico – ο καλύτερος τρόπος να αρχίσω την ιστορία μου. Ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για αληθινή ιστορία είναι στις μέρες μας η λογοτεχνική σύμβαση που βρίσκεται πίσω από κάθε φτιαχτή ιστορία. Η δική μου πάντως είναι αληθινή.

   Ζω μόνος σ’ ένα διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, στην οδό Μπελγράνο, στο Μπουένος Άιρες. Αργά ένα βράδι, πριν μερικούς μήνες, άκουσα ένα χτύπημα στην πόρτα. Άνοιξα, κι είδα έναν ξένο. Ψηλός, με ακαθόριστα χαρακτηριστικά· ή, ίσως, έφταιγε η μυωπία μου που μου φάνηκε έτσι. Ντυμένος στα γκρίζα, κουβαλώντας μια γκρίζα βαλίτσα, μ’ ένα ύφος σεμνό και ανεπιτήδευτο. Είδα αμέσως πως ήταν ξένος. Στην αρχή μου φάνηκε γέρος· αργότερα διαπίστωσα πως είχα παρασυρθεί απ’ τα λεπτά ξανθά μαλλιά του που, όπως των Σκανδιναβών καμιά φορά, ήταν σχεδόν άσπρα. Στη διάρκεια της συνομιλίας μας, που δεν κράτησε ούτε μιαν ώρα, έμαθα πως ερχόταν απ’ τα νησιά Όρκνεϋ.

   Τον κάλεσα μέσα και του πρόσφερα κάθισμα. Έμεινε σιωπηλός για λίγο, κι ύστερα άρχισε να μιλάει. Ανάδινε κάτι σαν μελαγχολία – σαν αυτή που αναδίνω τώρα εγώ.
   «Πουλάω Βίβλους», είπε.
   Μ’ ένα τόνο λιγάκι δασκαλίστικο, είπα, «Σ’ αυτό το σπίτι υπάρχουν αρκετές αγγλικές εκδόσεις της Βίβλου, περιλαμβανομένης και της πρώτης – του Τζων Γουίκλιφ. Έχω επίσης το βιβλίο του Σιπριάνο  δε Βαλέρα και του Λούθηρου – η οποία, από φιλολογική άποψη, είναι η χειρότερη – κι ένα αντίτυπο της Λατινικής Βουλγάτα. Όπως βλέπετε, δεν πάσχω από Βίβλους».

   Ύστερα από μερικές στιγμές σιωπής, είπε: «Δεν πουλάω μόνο Βίβλους. Μπορώ να σας δείξω ένα ιερό βιβλίο που το βρήκα τυχαία στα περίχωρα του Μπικανέρ. Μπορεί να σας ενδιαφέρει».

   Άνοιξε τη βαλίτσα κι ακούμπησε το βιβλίο στο τραπέζι. Ήταν ένας τόμος σε σχήμα όγδοο, πανόδετος. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως είχε περάσει από πολλά χέρια. Καθώς τον εξέταζα, με ξάφνιασε το ασυνήθιστο βάρος του. Στη ράχη του ήταν γραμμένες οι λέξεις «Αγία Γραφή», κι από κάτω, «Βομβάη».

   «Δέκατος ένατος αιώνας, πιθανώς», παρατήρησα.
   «Δεν ξέρω», είπε. «Ποτέ δεν έμαθα».
   Άνοιξα το βιβλίο στην τύχη. Τα στοιχεία μού ήταν ξένα και ασυνήθιστα. Οι σελίδες, φθαρμένες και τυπογραφικά φτωχές, ήταν στοιχειοθετημένες σε δυο στήλες, όπως στη Βίβλο. Το κείμενο ήταν πυκνοτυπωμένο, σε διάταξη στίχων. Στις πάνω γωνίες των σελίδων υπήρχαν αραβικοί αριθμοί. Πρόσεξα πως μια σελίδα στ’ αριστερά, έφερε τον αριθμό (ας πούμε) 40, 514 και η σελίδα που ήταν απέναντί της, στα δεξιά, τον αριθμό 999. Γύρισα το φύλλο· ήταν αριθμημένο με έναν οκταψήφιο αριθμό. Έφερε, επίσης, μια μικρή εικόνα, του είδους που βλέπουμε στα λεξικά – μια άγκυρα σχεδιασμένη με πένα και μελάνι, σαν καμωμένη απ’ το αδέξιο χέρι ενός μαθητή.

   Τότε ήταν που ο ξένος είπε. «Κοιτάξτε καλά την εικόνα. Δεν θα την ξαναδείτε ποτέ».
   Σημείωσα το μέρος κι έκλεισα το βιβλίο. Ευθύς αμέσως, το ξανάνοιξα. Μάταια έψαξα, σελίδα προς σελίδα, για την εικόνα της άγκυρας. «Μοιάζει σα μετάφραση των Γραφών σε κάποια από τις γλώσσες των Ινδιών, έτσι δεν είναι;» είπα για να κρύψω την ανησυχία μου.

   «Όχι», απάντησε. Έπειτα, σα να εμπιστευόταν κάποιο μυστικό, χαμήλωσε τη φωνή. «Απόχτησα το βιβλίο σε μια πόλη, στον κάμπο, για μερικές ρουπίες και μια Βίβλο. Ο ιδιοκτήτης του δεν ήξερε να διαβάσει. Υποψιάζομαι πως έβλεπε το Βιβλίο των Βιβλίων σαν φυλαχτό. Ανήκε στην κατώτατη κάστα· κανείς, εκτός από τους άλλους παρίες, δε θα μπορούσε να πατήσει τον ίσκιο του χωρίς να μολυνθεί. Μου είπε πως το βιβλίο του λεγόταν το Βιβλίο της Άμμου, γιατί ούτε το βιβλίο ούτε η άμμος έχουν αρχή και τέλος».

   Ο ξένος μού ζήτησε να βρω την πρώτη σελίδα. Έβαλα το αριστερό μου χέρι στο εξώφυλλο και, προσπαθώντας να βάλω τον αντίχειρα στο λευκό εσώφυλλο, άνοιξα το βιβλίο. Μάταια. Κάθε φορά που προσπαθούσα, μερικές σελίδες έμπαιναν ανάμεσα στο εξώφυλλο και στον αντίχειρά μου. Ήταν σα να φύτρωναν συνεχώς απ’ το βιβλίο.
   «Βρέστε, τώρα, την τελευταία σελίδα».
   Απέτυχα και πάλι. Με μια φωνή που δεν ήταν η δική μου, μόλις κατάφερα να ψελλίσω, «Αυτό δεν μπορεί να…»

   Μιλώντας πάντα σιγανά, ο ξένος είπε, «Δεν μπορεί, αλλά συμβαίνει. Ο αριθμός των σελίδων σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι παραπάνω ή παρακάτω από άπειρος. Καμιά απ’ αυτές τις σελίδες δεν είναι πρώτη και καμιά τελευταία. Δεν ξέρω γιατί είναι αριθμημένες μ’ αυτόν τον αυθαίρετο τρόπο. Για να υποδηλώσουν, ίσως, πως τα μέλη μιας άπειρης σειράς μπορούν να δεχτούν κάθε αριθμό».
   Έπειτα, σα να σκεφτόταν φωναχτά, είπε: «Αν το διάστημα είναι άπειρο, μπορεί να βρισκόμαστε σε οποιοδήποτε σημείο του διαστήματος. Αν ο χρόνος είναι άπειρος, μπορεί να βρισκόμαστε σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο».

   Οι διαλογισμοί του μ’ εκνευρίσανε. «Είστε θρήσκος, βεβαίως» παρετήρησα.
   «Ναι, είμαι Πρεσβυτεριανός. Η συνείδησή μου είναι καθαρή. Είμαι βέβαιος σχεδόν πως δεν εξαπάτησα εκείνον τον ιθαγενή όταν του έδωσα το Λόγο του Κυρίου σ’ αντάλλαγμα για το σατανικό του βιβλίο».
   Τον διαβεβαίωσα πως δεν υπήρχε τίποτα για το οποίο θα ‘πρεπε να μέμφεται τον εαυτό του, και τον ρώτησα αν ήταν περαστικός απ’ τα μέρη μας. Απάντησε πως σχεδίαζε να επιστρέψει στην πατρίδα του σε λίγες μέρες. Τότε ήταν που έμαθα πως ήταν Σκωτσέζος απ’ τα νησιά του Όρκνεϋ. Του είπα πως είχα μεγάλη συμπάθεια για τη Σκωτία, εξαιτίας της αγάπης μου για τον Στήβενσον και τον Χιουμ.
   «Εννοείτα τον Στήβενσον και τον Ρόμπερτ Μπερνς», με διόρθωσε.

   Όσο μιλούσαμε εξακολουθούσα να περιεργάζομαι το άπειρο βιβλίο.
   Με προσποιητή αδιαφορία, ρώτησα: «Σκοπεύετε να προσφέρετε αυτό το παράξενο πράμα στο Βρετανικό Μουσείο;»
   «Όχι, το προσφέρω σε σας» είπε, κι όρισε ένα σεβαστό ποσό για το βιβλίο.
   Απάντησα με κάθε ειλικρίνεια πως ένα τέτοιο ποσό ήταν έξω απ’ τις δυνατότητές μου, κι άρχισα να σκέφτομαι. Σε δυο λεπτά μου ‘ρθε μια ιδέα.
   «Προτείνω μιαν ανταλλαγή», είπα. «Αποκτήσατε αυτό το βιβλίο για μια χούφτα ρουπίες κι ένα αντίτυπο της Βίβλου. Θα σας προσφέρω το ποσό της μηνιάτικης σύνταξής μου, που μόλις τώρα σήκωσα, και τη Βίβλο του Γουίκλιφ με τα γοτθικά στοιχεία. Την κληρονόμησα απ’ τους προγόνους μου».
   «Γοτθικός Γουίκλιφ!», ψιθύρισε.
   Πήγα στο δωμάτιό μου και του ‘φερα τα λεφτά και το βιβλίο. Το ξεφύλλιζε, και εξέτασε τη σελίδα του τίτλου με το πάθος ενός πραγματικού βιβλιόφιλου.
   «Σύμφωνοι», είπε.
   Με εξέπληξε που δεν έκανε παζάρια. Μόνο αργότερα συνειδητοποίησα πως είχε μπει στο σπίτι μου αποφασισμένος να πουλήσει το βιβλίο. Έβαλε τα χρήματα στην τσέπη του, χωρίς να τα μετρήσει.
   Μιλήσαμε για την Ινδία, για τα νησιά Όρκνεϋ και για τους Νορβηγούς ευγενείς που ήταν παλιά οι άρχοντες των νησιών. Είχε νυχτώσει για καλά όταν έφυγε. Δεν τον ξανάδα από τότε, ούτε έμαθα το όνομά του.

   Είχα σκεφτεί να βάλω το βιβλίο της Άμμου στη θέση που ήταν πριν η Βίβλος του Γουίκλιφ, αλλά τελικά αποφάσισα να το κρύψω πίσω απ’ τους τόμους μιας ελλιπούς σειράς του Χίλιες και μία νύχτες. Πήγα στο κρεβάτι αλλά δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Γύρω στις τρεις με τέσσερις το πρωί, άναψα το φως. Κατέβασα το απίθανο αυτό βιβλίο κι άρχισα να το φυλλομετρώ. Σε κάποια σελίδα είδα τυπωμένη μια μάσκα. Στην επάνω γωνιά της σελίδας ήταν ένας αριθμός, που δε θυμάμαι πια, υψωμένος στην ενάτη δύναμη.

   Δεν έδειξα σε κανέναν το θησαυρό μου. Ήταν μεγάλη τύχη να το αποκτήσω, αλλά είχα το φόβο μήπως μου το κλέψουν, καθώς κι ένα δυσάρεστο προαίσθημα πως δεν ήταν στ’ αλήθεια άπειρο. Οι δυο αυτοί φόβοι ενέτειναν την παλιά μου μισανθρωπία. Μού είχαν απομείνει ελάχιστοι φίλοι· τώρα σταμάτησα να βλέπω ακόμα κι αυτούς. Δέσμιος του βιβλίου, δεν έβγαινα έξω σχεδόν καθόλου πια μελετώντας μ’ ένα μεγεθυντικό φακό τη φθαρμένη ράχη και τα καλύμματά του, απέρριψα εντελώς την πιθανότητα να επρόκειτο για κάποιο τέχνασμα ή κάποιο κόλπο. Οι μικρές εικόνες καθώς διαπίστωσα, έπεφταν δυο χιλιάδες σελίδες μακριά η μία απ’ την άλλη. Βάλθηκα να τις καταγράφω με αλφαβητική σειρά και σε λίγο γέμισα ένα ολόκληρο σημειωματάριο. Ούτε μια φορά δεν επαναλαμβανόταν κάποια εικόνα. Τη νύχτα, στα σύντομα διαλείμματα που μου επέτρεπε η αϋπνία μου, ονειρευόμουν το βιβλίο.

   Το καλοκαίρι ήρθε κι έφυγε, και συνειδητοποίησα πως το βιβλίο ήταν τερατώδες. Σε τι με ωφελούσε να σκέφτομαι ότι εγώ που το έβλεπα με τα μάτια μου, που το κρατούσα στα χέρια μου ήμουν λιγότερο τερατώδης; Αισθανόμουν πως το βιβλίο ήταν ένα εφιαλτικό αντικείμενο, ένα αποτρόπαιο πράγμα που πρόσβαλε και μόλυνε την ίδια την πραγματικότητα.


   Σκέφτηκα τη φωτιά, αλλά φοβήθηκα πως το κάψιμο ενός άπειρου βιβλίου μπορούσε να αποδειχθεί εξίσου άπειρο και να πνίξει τον πλανήτη με καπνό. Κάπου είχα διαβάσει πως το καλύτερο μέρος για να κρύψεις ένα φύλλο είναι το δάσος. Πριν πάρω σύνταξη, δούλευα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αργεντινής, στην οδό Μεξικού, που έχει εννιακόσιες χιλιάδες τόμους. Ήξερα πως δεξιά της εισόδου υπάρχει μια στριφτή σκάλα που οδηγεί κάτω στο υπόγειο, όπου φυλάγονται βιβλία, χάρτες και περιοδικά. Μια μέρα πήγα εκεί και, αποφεύγοντας με τρόπο ένα φύλακα – αποφεύγοντας συνάμα να προσέξω το ύψος του σημείου ή την απόστασή του απ’ την πόρτα – έχωσα το βιβλίο σ’ ένα από τα μουχλιασμένα ράφια του υπογείου.

"Οι πολεμοχαρείς" έγραψε ο Γιάννης Σιώτος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13.5.2020)

.............................................................


Οι πολεμοχαρείς




έγραψε ο Γιάννης Σιώτος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 13.5.2020)




Για τον απλό άνθρωπο οι λέξεις είναι εργαλείο έκφρασης. Το να αγνοεί ή και να αλλοιώνει λέξεις και νοήματα δεν επηρεάζει κανέναν πέραν από τον συνομιλητή, την ομήγυρη, άντε και το στενό του περιβάλλον. Το να βάλει ένα αχρείαστο άρθρο, να βάλει σε λάθος θέση την πρόθεση ή τον σύνδεσμό, να χρησιμοποιεί επίθετα ή επιρρήματα για να υπερβάλει δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Είναι η μοναδική ίσως ασυλία που έχουν σε σύγκριση με τους πολιτικούς. Για τους πολιτικούς, δηλαδή τους ασχολούμενους με τη διοίκηση της πολιτείας (Σ. Βυζάντιος σελ. 1104) κάθε λέξη, κάθε φράση, έχει βάρος. Οταν μάλιστα ασκούν εκτελεστική εξουσία η κυριολεξία (η χρησιμοποίηση των λέξεων με την ακριβή σημασία τους) είναι υποχρέωση.

Αυτό που βιώνουμε τους τελευταίους μήνες είναι η συχνή χρήση πολεμικών μεταφορών για να περιγράψουν την παγκόσμια πανδημία. Πόσες φορές έχει ακουστεί η λέξη «πόλεμος» από τα πιο επίσημα χείλη για να δικαιολογηθούν μέτρα περιστολής των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων; Πόσες φορές δεν παραλληλίζεται ο Covid-19 με ένα σιωπηλό και άγνωστο εχθρό που η αντιμετώπισή του απαιτεί θυσίες, απεμπόληση κεκτημένων και αποδοχή μέτρων που κινούνται στα όρια της νομιμότητας;

Βλέπεις λοιπόν καθημερινά να επιδίδονται σε μία πολεμική ρητορική αγνοώντας (;) ότι η σημασία της -η λέξη «πόλεμος» είναι βαριά, ασήκωτη και υποδηλώνει και υπονοεί τα πιο φρικτά δεινά για τους ανθρώπους- είναι φρικώδης.


Σε καιρό ειρήνης, οι πολεμικές μεταφορές και αναφορές είναι η πλέον συνηθισμένη πρακτική των αυταρχικών καθεστώτων που με τον τρόπο αυτό απορρίπτουν τις διαφωνίες και εκμεταλλεύονται τον φόβο για να εδραιώσουν την εξουσία τους. Ομως στις μέρες μας η πολεμική ρητορική έχει αξιοποιηθεί και από τα δημοκρατικά καθεστώτα για να δικαιολογήσουν τη χρήση αστυνομικών και στρατιωτικών πρακτικών, προκειμένου να επιβάλλουν πολιτικές για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης (καραντίνα, απαγόρευση κυκλοφορίας, αποτροπή συγκεντρώσεων κ.ά.).

Προφανώς οι δημοκρατικοί άρχοντες θεωρούν ότι υποδυόμενοι τους στρατηγούς και τους ταξιάρχους μπορούν να εφαρμόσουν μια ποινική προσέγγιση -συλλήψεις, πρόστιμα και εκφοβισμό- ώστε να προστατέψουν καλύτερα τη δημόσια υγεία. Αλλά την προστατεύουν;

Για παράδειγμα, τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης μπορεί να είναι απαραίτητα αλλά δεν είναι εύκολο να τα υπακούσουν όλοι. Μερικοί άνθρωποι δεν έχουν σπίτι. Για άλλους, το σπίτι δεν είναι ένα ασφαλές μέρος και για πολλούς η παραμονή στο σπίτι είναι μια απρόσιτη πολυτέλεια. Υπάρχουν άνθρωποι των οποίων η απασχόληση είναι επισφαλής. Υπάρχουν και αυτοί που βιώνουν την ενδοοικογενειακή βία, καθώς και εκείνοι που πρέπει να βγουν στον δρόμο για να μαζέψουν χρήματα για το φαγητό τους... (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Πρόκειται για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, τους οποίους η ποινική αντιμετώπιση τους οδηγεί στα έγκατα του περιθωρίου.

Οι πρακτικές αυτές όχι μόνο δεν προστατεύουν αλλά στοχοποιούν υγειονομικά, οικονομικά και κατασταλτικά, τις πιο ευάλωτες ομάδες πληθυσμού.Οι στατιστικές δείχνουν ότι ο κορονοϊός δεν απειλεί όλους το ίδιο, όπως με επιμονή προσπαθεί να πείσει η κυβέρνηση.

Στις ΗΠΑ, οι Αφροαμερικανοί αντιπροσωπεύουν το 13% του πληθυσμού της χώρας, αλλά και το 30% των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων, οι Ισπανόφωνοι και οι Λατίνοι αντιπροσωπεύουν το 18% του πληθυσμού και το 24% των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο 14% του πληθυσμού, που αναγνωρίζεται ως μαύροι, Ασιάτες ή μειονοτικοί, υπάρχει περισσότερο από το ένα τρίτο των περιπτώσεων Covid-19 της χώρας. Στην Σουηδία, οι φτωχές γειτονιές, όπου η μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων είναι μετανάστες, έχουν τα υψηλότερα ποσοστά μόλυνσης και θανάτων.

Η αστυνομοκρατία ως πολιτική αντιμετώπισης του κορονοϊού αποδοκιμάστηκε και από τον ΟΗΕ, ο οποίος πριν από είκοσι μέρες σε έκθεση του υπογράμμιζε τη σημασία του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον παγκόσμιο αγώνα κατά του κορονοϊού. Μάλιστα με αφορμή περιστατικά διακρίσεων και υπερβολικής χρήσης βίας, η έκθεση προειδοποίησε ότι τα έκτακτα μέτρα, ειδικά εάν εφαρμοστούν με σκληρό τρόπο, θα μπορούσαν να υπονομεύσουν ολόκληρη την αντίδραση στην πανδημία.

Η αστυνομοκρατία στην πραγματικότητα είναι μία αποδοχή αποτυχίας των πολιτικών να εξασφαλίσουν σε όλους τους πολίτες τους τις προϋποθέσεις ώστε να μην αναγκάζονται να καταστρατηγούν τις πολιτικές της δημόσιας υγείας. Φανταστείτε τα αποτελέσματα αν -αντί της αστυνομίας που μοιράζει κλομπιές, δακρυγόνα, πρόστιμα- η πολιτεία φρόντιζε να διανέμει μάσκες, τρόφιμα και άλλα απαραίτητα, να εξασφαλίζει το εισόδημα, τη στέγη και οικογενειακή γαλήνη, να ελέγχει προληπτικά τις συνθήκες διαβίωσης σε γηροκομεία, υγειονομικές δομές, φυλακές κ.ά.

Πίσω από αυτήν τη λιγότερο στρατιωτική απάντηση θα ήταν ίσως μια πολιτική συζήτηση όχι περί πολέμου και σύγκρουσης, αλλά περί «μεταπολεμικής» ανασυγκρότησης και κοινωνικής αλληλεγγύης.

* δημοσιογράφος, συγγραφέας

Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

Mozart | Clarinet quintet K581 in A major (Armida Quartet, Sabine Meyer) (youtube, 27.4.2019)

...........................................................



Mozart | Clarinet quintet K581 in A major (Armida Quartet, Sabine Meyer)



The Armida Quartet and Sabine Meyer (clarinet) perform the clarinet quintet K581 in A major by Wolfgang Amadeus Mozart. 


MUSIK MERAN 27.04.2019 Kursaal, Meran 

Martin Funda, Violin 
Johanna Staemmler, Violin 
Teresa Schwamm, Viola 
Peter-Phlilipp Staemmler, Violoncello 

00:00 Allegro 
09:03 Larghetto 
14:50 Menuetto - Trio I - Trio II 
21:41 Allegretto con variazioni






Τρίτη 12 Μαΐου 2020

"Εδώ ήρθαμε" έγραψε η Άννα Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.5.2020)

..............................................................


Εδώ ήρθαμε









έγραψε η Άννα Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.5.2020)




Κρυμμένος σε κάποια μυστήρια γειτονιά, ο Αντονι Χόπκινς, σε μια ταινία όπου παίζει το μέντιουμ, πιάνει φιλίες με ένα παιδάκι και του εμπιστεύεται ότι κινδυνεύει από κάποιους που θα τον πλησιάσουν βάζοντας αφίσες στους τοίχους: ότι κάποιο σκυλάκι χάθηκε, κάποιο γατάκι, τέτοια.

Δεν θυμάμαι ποια ταινία είναι, μου έχει μείνει όμως αυτός ο φόβος της απειλής που εκτοξεύουν οι αφίσες, κάτοικος βαριά αφισωμένης πόλης και ουδόλως στους κατοίκους της αφοσιωμένης, καθώς και τα συνθήματα με μπογιά βεβαίως, και καθώς περπατώ στον δρόμο ανατριχιάζω συχνά διαβάζοντας φράσεις επιθετικές, προσπαθώ να μην προχωρήσω παρακάτω αλλά το βλέμμα μου ανυπάκουο φτάνει συνήθως ώς την υπογραφή.

Αδιάλλακτοι στρατηγοί διαρκών επαναστάσεων που σαρκάζουν τις μικρές χαρές και τους μεγάλους συμβιβασμούς μας. Λίγοι αναζητούν σκυλάκια εδώ γύρω, οι περισσότεροι αναζητούν ανθρώπους, που δεν ήταν πριν δικοί τους αλλά μπορεί να γίνουν με λίγες έξυπνες ατάκες, λίγη υπόσχεση για συντροφιά και περιπέτεια, λίγη υποδόρια εγγύηση επιρροής και κάποιας εξουσίας, και την εξάσκηση γοητείας που διαθέτει η βία στα μέρη μας, παραδοσιακά.

Αλίμονο, δεν απομακρυνόμεθα από τας παραδόσεις. Κι έτσι το πρωί του Σαββάτου η Πρόεδρος της Δημοκρατίας εγκαινιάζει το μικρό μνημείο των θυμάτων στη Μαρφίν δηλώνοντας ότι ελπίζει ποτέ πια να μην έχουμε θύματα μίσους και διχασμού, το βράδυ οι αγανακτισμένοι νεαροί ή καθοδηγητές νεαρών αυτοπραγματώνονται σπάζοντας τις γυάλινες πόρτες των σούπερ μάρκετ της Κυψέλης, υπερασπιζόμενοι, λέει, τον δημόσιο χώρο. Ε, ναι, γιατί αν οι δημόσιες πέτρες δεν είναι σε θέση να πετάξουν μόνες τους ώς τις γυάλινες πόρτες, να μην τις βοηθήσουν λίγο οι εκφραστές παντός αδικημένου;

Είναι καιρός να φύγω, λέει στην ταινία ο Αντονι Χόπκινς μόλις εμφανίζονται οι πρώτες ανησυχητικές αφίσες. Κι εγώ έχω ανησυχήσει εδώ και χρόνια, όσο εξανθρωπίζεται η Κυψέλη τόσο πιο σκληρά τα λόγια στις αφίσες, μην πάρουμε μια ανάσα χωρίς τον έλεγχο των αδιόριστων κριτών μας, αλλά είναι δύσκολη η μετακίνηση στην πραγματική ζωή.

Και για τις μικρές ζωές και για τις μεγάλες ιδέες, ας πούμε την ιδέα της αστικής δημοκρατίας με την άψογη και σύννομη αστυνομική παρουσία, μεταξύ άλλων αψόγων. Πόσο κουραστικό όμως να ζούμε ξανά και ξανά τους ίδιους κύκλους, να παρακολουθούμε τα ίδια καταστροφικά έργα, χωρίς να μπορούμε να σηκωθούμε στα σκοτεινά και να αδειάσουμε τη θέση λέγοντας: εδώ ήρθαμε.

«Αβελίνο Αρρεδόντο» διήγημα του Χόρχε Λούις Μπόρχες (1899-1986) από τη συλλογή «Η Νύχτα των Δώρων και άλλα διηγήματα» (μτφ. Σπ. Τσακνιάς, εκδ. Νεφέλη 1996)

.............................................................








Χόρχε Λούις Μπόρχες (1899-1986)












·       «Αβελίνο Αρρεδόντο»


διήγημα του Χόρχε Λούις Μπόρχες (1899-1986) από τη συλλογή «Η Νύχτα των Δώρων και άλλα διηγήματα» (μτφ. Σπ. Τσακνιάς, εκδ. Νεφέλη 1996)



   Το περιστατικό συνέβη στο Μοντεβίδεο το 1897.
   Κάθε Σάββατο, σαν όλους τους τίμιους φτωχούς που ξέρουν πως δεν μπορούν να καλέσουν φίλους στο σπίτι, κι από την άλλη, προσπαθούν να ξεφύγουν από το σπίτι, μια παρέα νεαροί έπιαναν το ίδιο πάντοτε απόμερο τραπέζι στο Καφέ δελ Γκλόμπο. Ήταν όλοι απ’ το Μοντεβίδεο, εκτός απ’ τον Αρρεδόντο που προερχόταν απ’ το εσωτερικό της χώρας. Η φιλία τους μαζί του δεν ήταν εύκολη στην αρχή, γιατί ο Αρρεδόντο δεν εμπιστευόταν τους άλλους κι ούτε τους ενθάρρυνε να τον εμπιστευτούν. Λίγο μεγαλύτερος από είκοσι χρονών, ήταν αδύνατος και μελαχρινός, μάλλον κοντός και λίγο αδέξιος. Το πρόσωπό του θα ‘ταν ανέκφραστο σχεδόν αν δεν το έσωζαν τα μάτια του, κοιμισμένα και, ταυτόχρονα, ζωντανά. Δούλευε υπάλληλος σ’ ένα υφασματοπωλείο στην οδό Μπουένος Άιρες, και στον ελεύθερο χρόνο του σπούδαζε νομικά. Όταν οι άλλοι καταδίκαζαν τον πόλεμο που ρήμαζε τη χώρα, και κατά κοινή ομολογία, ο πρόεδρος παρέτεινε για τελείως ασήμαντους λόγους, ο Αρρεδόντο σώπαινε. Το ίδιο σιωπηλός έμενε κι όταν τον πείραζαν για τη τσιγκουνιά του.
   Λίγο μετά τη μάχη του Σέρρος Μπλάνκος, ο Αρρεδόντο είπε στους συντρόφους του πως δεν θα τον έβλεπαν για ένα διάστημα γιατί έπρεπε να ταξιδέψει ως τη Μερσέδες. Τα νέα δε συγκίνησαν κανένα. Κάποιος του είπε να ‘χε το νου του στη συμμορία του γκαούτσο Απαρίσιο Σαραβία, του αντάρτη ηγέτη των Λευκών. Χαμογελώντας ο Αρρεδόντο του είπε πως δεν φοβόταν τους λευκούς. Ο άλλος, που ήταν Λευκός, δεν είπε τίποτα.
    Πιο δύσκολο για τον Αρρεδόντο ήταν να αποχαιρετήσει την Κλάρα, την αρραβωνιαστικιά του. Την αποχαιρέτησε με τις ίδιες περίπου λέξεις που είχε χρησιμοποιήσει και για τους φίλους του και την προειδοποίησε να μην περιμένει γράμματα γιατί θα ήταν πολύ απασχολημένος. Η Κλάρα, που δεν είχε τη συνήθεια να γράφει, δέχτηκε την εξήγηση χωρίς διαμαρτυρία. Οι δυο τους αγαπιόντουσαν πολύ.
   Ο Αρρεδόντο ζούσε στην άκρη της πόλης. Τον περιποιόταν μια μιγάδα που είχε το ίδιο επίθετο μ’ αυτόν επειδή οι πρόγονοί της ήταν δούλοι στην οικογένειά του πολλά χρόνια πριν, τον καιρό του Μεγάλου Πολέμου. Στην  Κλεμεντίνα είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και της έδωσε εντολή να λέει, σε όποιον τον ζητούσε, πως έλειπε μακριά στη επαρχία. Είχε ήδη σηκώσει τον τελευταίο του μισθό από το κατάστημα από το κατάστημα που δούλευε.
   Εγκαταστάθηκε σ’ ένα από τα πίσω δωμάτια του σπιτιού που έβλεπε στη  τρίτη μεσαυλή, ένα χωματόστρωτο αίθριο. Ήταν ένα μέτρο χωρίς σημασία, αλλά τον βοήθαγε να εγκαινιάσει την  απομόνωσή που είχε υποβάλει στον εαυτό του. Απ’ το στενό σιδερένιο κρεβάτι του, όπου είχε ξαναρχίσει να παίρνει κανέναν υπνάκο, κοίταζε μελαγχολικά το άδειο ράφι. Είχε πουλήσει τα βιβλία του – ακόμα και τα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Το μόνο που είχε απομείνει ήταν μια Αγία Γραφή που δεν είχε διαβάσει ως τώρα και που ποτέ δε θα τελείωνε. Την ξεφύλλιζε – άλλοτε από ενδιαφέρον κι άλλοτε από πλήξη – κι επέβαλε στον εαυτό του το χρέος να αποστηθίσει κανένα κεφάλαιο από την Έξοδο ή το τέλος του Εκκλησιαστή. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να καταλάβει αυτό που διάβαζε. Ήταν ελευθερόφρων, αλλά δεν άφησε να περάσει ούτε μια νύχτα χωρίς να πει το Πάτερ ημών, όπως είχε υποσχεθεί στη μητέρα του φεύγοντας για το Μοντεβίδεο.  Φοβόταν πως η αθέτηση μιας τέτοιας υπόσχεσης θα του ‘φερνε κακοτυχία.
   Ο Αρρεδόντο ήξερε πως στόχος του ήταν η εικοστή Πέμπτη Αυγούστου. Ήξερε ακριβώς τον αριθμό των ημερών που είχε να διανύσει. Αφού πετύχαινε το σκοπό του, ο χρόνος θα σταματούσε, ή μάλλον, τίποτε απ’ ό,τι θα συνέβαινε από κει κι ύστερα δε θα ‘χε σημασία. Περίμενε αυτή την ημερομηνία όπως περιμένει κάποιος μια χάρη ή μιαν απελευθέρωση. Είχε αφήσει το ρολόι του να ξεκουρδιστεί, για να μην αναγκάζεται να το κοιτάζει συνεχώς, αλλά κάθε νύχτα, ακούγοντας τα δώδεκα σκοτεινά χτυπήματα ενός δημοτικού ρολογιού, έσκιζε ένα φύλλο απ’ το ημερολόγιο κι έκανε τη σκέψη, Μια μέρα λιγότερη.
   Στην αρχή προσπάθησε να οργανώσει τη ρουτίνα του – έβραζε ματέ, κάπνιζε τούρκικα τσιγάρα που έστριβε μόνος του, διάβαζε και ξαναδιάβαζε ορισμένες σελίδες, προσπαθούσε να πιάσει κουβέντα με την Κλεμεντίνα όταν του έφερνε το φαγητό του σ’ ένα δίσκο και, πριν σβήσει το κερί, επανελάμβανε και τελειοποιούσε το λόγο που σκόπευε να βγάλει. Η συζήτηση με την Κλεμεντίνα, μια γυναίκα προχωρημένη στα χρόνια, δεν ήταν και τόσο εύκολη, γιατί η μνήμη της είχε βαλτώσει στην καθημερινή ζωή της υπαίθρου. Ο Αρρεδόντο είχε, επίσης, απλώσει μια σκακιέρα όπου έπαιζε, στην τύχη και χωρίς καμιά μέθοδο, παρτίδες που ποτέ δεν τέλειωναν. Του ‘λειπε ένας πύργος και τον αντικαθιστούσε με μια σφαίρα ή με ένα νόμισμα.
   Για να γεμίζει το χρόνο, καθάριζε κάθε πρωί το δωμάτιό του, διώχνοντας τις αράχνες μ’ ένα ξεσκονόπανο και μια σκούπα. Στη μιγάδα που τον φρόντιζε δεν άρεσε καθόλου το ότι καταπιανόταν ο ίδιος μ’ αυτές τις χειρωνακτικές δουλειές, πρώτον, γιατί πίστευε πως ανήκαν στη δικαιοδοσία της, κι έπειτα, γιατί δεν τις έκανε και τόσο καλά. Ο Αρρεδόντο, βέβαια, θα προτιμούσε να ξύπναγε αφού ο ήλιος είχε σηκωθεί για τα καλά, αλλά η συνήθειά του να σηκώνεται την αυγή ήταν ισχυρότερη από τη θέλησή του. Οι φίλοι του τού έλειπαν αρκετά, ήξερε ωστόσο πως εξαιτίας της ακατανίκητης επιφυλακτικότητάς του, δεν τους έλειπε το ίδιο – χωρίς να νιώθει πικρία. Ένα βραδάκι ήρθε κάποιος και τον ζήτησε, αλλά η Κλημεντίνα που του άνοιξε την πόρτα τον ξαπόστειλε. Η κλημεντίνα δεν ήξερε τον επισκέπτη κι ο Αρρεδόντο δεν έμαθε ποτέ ποιος ήταν. Υπήρξε άπληστος εφημεριδοφάγος και τώρα του ‘ρχονταν δύσκολο που ‘πρεπε να στερηθεί αυτά τα μουσεία των εφήμερων ποικιλιών. Δεν ήταν άνθρωπος φτιαγμένος για βαθιές σκέψεις και στοχασμό.
   Οι μέρες του και οι νύχτες του ήταν όλες ίδιες, αλλά οι Κυριακές τον βάραιναν περισσότερο. Προς τα μέσα Ιουλίου, του πέρασε η υποψία πως είχε κάνει λάθος να τεμαχίσει το χρόνο έτσι – το χρόνο που, κατά κάποιο τρόπο, μας στηρίζει. Προς το παρόν, άφηνε τη φαντασία του να πλανιέται πάνω από τα μήκη και τα πλάτη της Ουρουγουάης την εποχή του αιματοκυλίσματος – πάνω από τους κυματιστούς αγρούς της Σάντα Ιρένε, όπου πέταγε τους χαρταετούς του· σ’ ένα ορισμένο παρδαλό πουλάρι που τώρα πρέπει να ‘ναι πεθαμένο· στη σκόνη που σήκωναν τα ζωντανά όταν τα σαλαγούσαν οι γελαδάρηδες· στην αποκαμωμένη ταχυδρομική άμαξα που μ’ ένα σωρό μπιχλιμπίδια ερχόταν μια φορά το μήνα από το Φράι Μπέντος· στον κόλπο Λα Αγρασιάδα όπου είχαν αποβιβαστεί οι Τριάντα Τρεις, οι εθνικοί ήρωες της χώρας· στο Χερβιδέρο· στις λοφοσειρές, στα δάση και στους ποταμούς· στο Σέρρο όπου είχε σκαρφαλώσει πάνω στο φάρο και σκεφτόταν πως και στις δυο όχθες του Πλάτο δεν υπήρχε λόφος σαν κι αυτόν. Απ’ αυτό το λόφο που δεσπόζει στον κόλπο του Μοντεβίδεο οι σκέψεις του ταξίδεψαν στο λόφο που φιγουράρει στο εθνικό σύμβολο της Ουρουγουάης, κι αποκοιμήθηκε…
   Κάθε νύχτα, η αύρα της θάλασσας έφερνε μια δροσιά που βοήθαγε πολύ στον ύπνο. Δεν έμενε ποτέ ξάγρυπνος. Αγαπούσε πολύ την αρραβωνιαστικιά του, αλλά, όπως έχει ειπωθεί, ένας άντρας  δεν πρέπει να σκέφτεται τις γυναίκες – ιδίως όταν είναι απούσες. Η ζωή στο ύπαιθρο τον είχε ασκήσει στην αγνεία. Κι όσον αφορά την άλλη υπόθεση, προσπαθούσε να σκέφτεται όσο το δυνατό λιγότερο τον άνθρωπό που μισούσε. Ο θόρυβος της βροχής στην επίπεδη στέγη τού κρατούσε συντροφιά.
   Για έναν άνθρωπο φυλακισμένο ή τυφλό, ο χρόνος κυλάει όπως ένα ρέμα, σαν να γλιστράει σε μιαν ομαλή πλαγιά. Στα μέσα σχεδόν της μόνωσής του, ο Αρρεδόντο είχε συχνά την εμπειρία αυτού του άχρονου χρόνου. Στην πρώτη από τις τρεις εσωτερικές αυλές του σπιτιού υπήρχε μια στέρνα με ένα βάτραχο μέσα. Ο Αρρεδόντο ποτέ δε σκέφτηκε πως ο χρόνος του βάτραχου, που προσεγγίζει την αιωνιότητα, είναι αυτό ακριβώς που ζητούσε ο ίδιος.
   Καθώς πλησίαζε η ημερομηνία, άρχισε ξανά η ανυπομονησία  του. Μια νύχτα, μη μπορώντας να αντέξει περισσότερο, βγήκε στο δρόμο. Όλα μοιάζανε διαφορετικά, μεγαλύτερα. Στρίβοντας στη γωνιά, είδε φως και μπήκε σ’ ένα μπαρ. Για να δικαιολογήσει την παρουσία του, παράγγειλε ένα πικρό ρούμι. Μερικοί στρατιώτες, ακουμπισμένοι στον ξύλινο πάγκο, μιλούσαν ακατάσχετα.
   «Όπως ξέρεις, απαγορεύεται αυστηρώς να δίνει κανείς πληροφορίες σχετικά με τις μάχες», έλεγε ένας απ’ αυτούς. «Κοίτα να δεις τι έγινε χτες βράδι· θα σπάσεις πλάκα. Μερικοί από μας περνούσαμε έξω από Το Λόγο, όταν ακούσαμε μια φωνή μέσα που αψηφούσε τη διαταγή. Μουντάραμε χωρίς να χάσουμε στιγμή. Το γραφείο ήταν κατασκότεινο, αλλά κάναμε κόσκινο στις σφαίρες τον μπινέ που μίλαγε. Θέλαμε να τον σύρουμε απ’ τις φτέρνες. Μόλις έγινε ησυχία, ψάξαμε να τον βρούμε. Και τι νομίζεις πως ανακαλύψαμε; Μια από κείνες τις μηχανές που μιλάνε, ένα γραμμόφωνο!»
   Όλοι βάλανε τα γέλια. «Τι σκέφτεσαι γι’ αυτό το κόλπο, μάγκα μου;» είπε ο φαντάρος στον Αρρεδόντο που κρυφάκουγε. Ο Αρρεδόντο δε μιλούσε. Ο άνθρωπος με τη στολή κόλλησε το μούτρο του στο πρόσωπο του Αρρεδόντο κι είπε: «Σβέλτα! Να σ’ ακούσω να φωνάζεις: Ζήτω ο πρόεδρος του έθνους Χουάν Ιδάρτε Μπόρδα!»
   Ο Αρρεδόντο δεν παράκουσε και ανάμεσα σε κοροϊδευτικά χειροκροτήματα έφτασε στην πόρτα. Ήταν στο δρόμο πια όταν του πέταξαν την τελευταία προσβολή. «Ο φόβος δεν είναι τρελός», άκουσε πίσω του. «Σκοτώνει το θυμό». Ο Αρρεδόντο είχε φερθεί σαν δειλός, αλλά ήξερε πως δεν είναι δειλός. Χωρίς βιασύνη, αργά, γύρισε σπίτι του.
   Την εικοστή Πέμπτη Αυγούστου, ο Αβελίνο Αρρεδόντο ξύπνησε λίγο μετά τις εννιά. Πρώτα σκέφτηκε την Κλάρα κι ύστερα την ημερομηνία. «Αντίο αναμονή» είπε τότε στον εαυτό του με ανακούφιση. «Ξημέρωσε η μέρα».
   Ξυρίστηκε χωρίς βιάση, κι είδε στον καθρέφτη το καθημερινό του πρόσωπο. Διάλεξε μια κόκκινη γραβάτα και φόρεσε τα καλύτερα ρούχα του. Πήρε μάλλον αργά το πρόγευμά του. Ο συννεφιασμένος ουρανός απειλούσε ψιλοβρόχι. Φανταζόταν πάντα πως ο ουρανός θα ήταν λαμπερός και γαλάζιος. Μια ιδέα λάμψης τον άγγιξε καθώς άφηνε το υγρό του δωμάτιο για στερνή φορά. Στη θολωτή είσοδο συνάντησε την Κλεμεντίνα και της έδωσε τα λίγα πέζος που του είχαν απομείνει. Στην επιγραφή του καταστήματος ειδών κιγκαλερίας είδε τους χρωματιστούς ρόμβους που σημαίνουν πως στο μαγαζί πουλάνε χρώματα, κι αναλογίστηκε πως για ένα διάστημα δυο και πλέον μηνών δεν τους είχε σκεφτεί ούτε μια φορά. Περπάτησε προς την οδό Σαραντί. Ήταν αργία και στο δρόμο κυκλοφορούσαν ελάχιστοι άνθρωποι.
   Το ρολόι δεν είχε χτυπήσει τρεις όταν έφτασε στην Πλάσα Ματρίς. Το «Te Deum» είχε ήδη τελειώσει. Μια ομάδα αξιωματούχοι – κυβερνητικοί επίσημοι, αξιωματικοί του στρατού, επίσκοποι – κατέβαιναν αργά τα ομαλά σκαλοπάτια της εκκλησίας. Με την πρώτη ματιά, τα ψηλά καπέλα – μερικά ακόμα στο χέρι – οι στολές, τα χρυσά σιρίτια, τα εμβλήματα και τα χιτώνια, δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση πως η ομάδα ήταν πολύ μεγάλη· στην πραγματικότητα, δεν ήταν περισσότεροι από καμιά τριανταριά. Ο Αρρεδόντο, που δεν ένιωθε κανένα φόβο, κατεχόταν από ένα είδος σεβασμού. Ρώτησε κάποιον να του πει ποιος είναι ο πρόεδρος.
   «Βλέπεις τον αρχιεπίσκοπο, με τη μίτρα και τη ράβδο; Αυτός που στέκεται πλάι του», απάντησε ο άλλος.
   Ο Αρρεδόντο τράβηξε ένα περίστροφο κι άρχισε να πυροβολεί. Ο Ιδιάρτε Μπόρδα έκανε δυο τρία βήματα κι έπεσε μπρούμυτα. Ακούστηκε καθαρά να λέει, «Με σκότωσαν!»
   Ο Αρρεδόντο παραδόθηκε στις αρχές. Αργότερα δήλωσε: «Είμαι ένας Κολοράδο, ένας Κόκκινος, και το λέω με περηφάνια. Σκότωσα τον πρόεδρο που πρόδωσε και μόλυνε το κόμμα μας. Χώρισα με τους φίλους μου και την αρραβωνιαστικιά μου για να μην τους μπλέξω. Δεν διάβαζα καν εφημερίδες για να μη μπορεί κανείς να πει ότι κάποιος με υποδαύλισε. Διεκδικώ αυτή την πράξη δικαιοσύνης ως αποκλειστικά δική μου. Και τώρα είμαι έτοιμος να δικαστώ».
   Μ’ αυτόν τον τρόπο συνέβησαν τα πράγματα, αν και δεν αποκλείεται να είχαν μια συγκεχυμένη μορφή· μ’ αυτό τον τρόπο φαντάστηκα ότι συνέβησαν.

Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Nizan Trio [][] Erev Shel Shoshanim (youtube, 6.10.2019)

..............................................................

Nizan Trio [][] Erev Shel Shoshanim

Nizan Trio - Erev Shel Shoshanim Live At the Yellow Submarine, Jerusalem 

Yonatan Nizan - Piano 
Oz Yechiely - Bass 
David Dagmi - Drums

(youtube, 6.10.2019)



"Who by Fire" X 2. Leonard Cohen & Giovanna Pessi (youtube)

..............................................................


Who by Fire

Leonard Cohen







Who By Fire · Giovanna Pessi · Susanna Wallumrød · Jane Achtman · Marco Ambrosini