Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Από το δημόσιο στο ιδιωτικό και αντίστροφα...




[ ΑΙΧΜΕΣ ] Καταλυτική νίκη της τηλεόρασης

Πόπης Διαμαντάκου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010



ΝΙΚΗΣΕ Η τηλεόραση. Μια νίκη απόλυτη και καταλυτική. Με μια τηλεπερσόνα, ειδήμονα του τηλεοπτικού καρναβαλισμού και της αισθητικής του ριάλιτι, να κερδίζει την πρώτη θέση σε ψήφους και τον «καναπέ» να βγαίνει πρώτο κόμμα. Πρώτη φορά, μάλιστα, όχι μόνο γνώρισε την απόλυτη απενοχοποίηση, αλλά αποθεώθηκε και ως «πολιτική στάση». Ο χαρακτηρισμός του μάλιστα κατ΄ ευφημισμόν ως αποχή διευκόλυνε να τον προσκυνήσουν απαξάπαντες οι λαϊκιστές του τηλεθεάματος, δικαιολογώντας επί μία ολόκληρη εβδομάδα τα αδικαιολόγητα. Γιατί σε μια δημοκρατία, το να στρέφει ο λαός την πλάτη στη διαδικασία της ψηφοφορίας δεν είναι διαμαρτυρία, είναι σκανδαλώδης εγκατάλειψη της δημοκρατικής συνείδησής του στην εικονική πραγματικότητα των βολικών ερμηνειών της στα εκλογικά τηλεοπτικά σαλονάκια.

Και εκεί οι ερμηνείες κολάκευσαν την άρνηση της κάλπης, με τον ίδιο τρόπο που κολακεύουν προγράμματα υψηλής τηλεθέασης τα μεσημεριανάδικα γιατί αυτά εξασφαλίζουν τη δική τους ύπαρξη. Γι΄ αυτό και εντέλει η περιβόητη αποχή δεν κατέληξε παρά να είναι μια διαφορετική μορφή θριάμβου του τηλεοπτικού συντηρητισμού, που υπηρέτησε τον πολιτικό.

Οσο για την κρίσιμη στιγμή της ανακοίνωσης αποτελεσμάτων δημοσκοπήσεων την ώρα που έκλεισαν οι κάλπες, οι κάρτες στην οθόνη για τους τρεις μεγάλους δήμους της χώρας έμοιαζαν με τηλεπαιχνίδι «50- 50». Οριακές οι διαφορές. Αυτό ωστόσο έδωσε στη βραδιά το κλίμα ενός ντέρμπι και στις χρωματιστές κάρτες με τα ποσοστά της Singular Logic τον ξαφνικό ρόλο να σώσουν την τιμή των δημοκρατικών «όπλων» αφού εκεί αποτυπώθηκε η πραγματική μάχη ψήφο με ψήφο που έδιναν οι αυτοδιοικητικοί υποψήφιοι. Τα πάνελ όμως είχαν περάσει ήδη στην επόμενη ημέρα, την τρόικα και τα νέα μέτρα. 


Πλασµατικά χρόνια

Της Αννας Δαµιανίδη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Σύµφωνα µε νέες αλλαγές στο Ασφαλιστικό, οι γυναίκες θα µπορούν να σώσουν µερικά από τα προνόµια των πρόωρων συντάξεων που τους επιτρέπουν να µεγαλώνουν µε άνεση τα εγγόνια τους (φτάνει να έχουν κόρες, γιατί ως γνωστόν οι νύφες δεν είναι τόσο ανοιχτές στην παιδαγωγική των πεθερών). Για κάθε παιδί που κάνουν θα παίρνουν κάποια πλασµατικά χρόνια εργασίας, οπότεκαι πάλι µπορούν να ελπίζουν σε ένα µέλλον τίµιας γεροντικής φτώχειας αφιερωµένο στην κουζίνα και στις άλλες φροντίδες του σπιτιού, µέχρι τελικής πτώσεως. Η ελληνική κοινωνία και πολιτεία πολλά µπορεί να στερηθούν αλλά όχι την παρουσία µιας θαλερής γιαγιάς πίσω από τον πάγκο που διαρκώς παράγει σπιτικά φαγητά και γλυκά.

∆εν υποκύπτει ο νοµοθέτης του Ασφαλιστικού στις θεωρίες που λένε ότι τα παιδιά χρειάζονται στα πρώτα χρόνια της ζωής τους την παρουσία των γονιών, ότι εκεί είναι απαραίτητη η παρουσία των µητέρων καθώς και των πατέρων, ότι άδειες γονικές πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να δίνονται, όχι συντάξεις που τις παίρνει η µητέρα όταν τα παιδιά χρειάζονται το πολύ πολύ παραπάνω χαρτζιλίκι. Εµείς εδώ είµαστε µεσογειακοί τύποι και φαντασιακά ζούµε σε µια πλατιά οικογένεια, σε µια πλατεία χωριού όπου όλοι οι παριστάµενοι είναι πρόθυµοι να φροντίσουν όποιο µωρό πάρειτο µάτι τους, φτάνει να ξέρουν ότι στο σπίτι η κυρά τηγανίζει κεφτέδες για όλο το σόι, και το περιµένει ανά πάσα στιγµή. Οσες επιµένουν να ζουν στην πεζή πραγµατικότητα δεν έχουν παρά να ζητήσουν τις υπηρεσίες της τεχνολογίας. ∆ηλαδή, ότανείναι σε νεαρή ηλικία µπορούν να δίνουν τα ωάρια τους να καταψύχονται,και µόλις φτάσουν στα 58 ή κάτι τέτοιο, να τα παίρνουν και να τα χρησιµοποιούν.

Μητέρες ανηλίκων στα 60 είναι η φιγούρα του µέλλοντος. 

 Το µωρό της Ρόζµαρι

Της Ρούλας Γεωργακοπούλου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 15 Νοεμβρίου 2010 (εφημ. "ΤΑ ΝΕΑ")

Στις παράπλευρες απώλειες της οικονοµικής κρίσης βλέπω να συµβαίνει κάτι τροµακτικό που ακόµα δεν έχει βρει όνοµα ή έστω παρατσούκλι. Αφήνω για άλλη φορά τα αγόρια των φτωχών οικογενειών που, όπως γράφουν οι εφηµερίδες, σπεύδουν να καταταγούν στον στρατό για να «τη βγάλουν» το δύσκολο διάστηµα της αναδουλειάς και επικεντρώνοµαι στη λεγόµενη «χρυσή νεολαία». Αυτή που άλλοτε ορµούσε µε τις πάντες στον κόσµο της εργασίας, τώρα κάνει µόκο στο αµπρί αδιάφορων έως και άχρηστων µεταπτυχιακών, λουφάζει εκεί µέσα µέχρι να περάσει η κρίση καθυστερώντας στον χώρο του κέντρου και ροκανίζοντας πολύτιµο χρόνο από την ενήλικη ζωή. Καµιά σχέση µε τη φιλοπρόοδο στάση αλλοτινών εποχών, µε τις προσωπικές φιλοδοξίες, τη δίψα για µάθηση και το πλασάρισµα στην αγορά εργασίας από προνοµιακή θέση.

Εικοσιπεντάρηδες και βάλε, παραµένουν τράνζιτο στη νηπιακή ηλικία µέχρι νεωτέρας η οποία µάλλον δεν πρόκειται να εκδοθεί, τουλάχιστον όχι πριν σαρανταρίσουν. Και µετά;

Η σκάλα της ωρίµασης θα µοιάζει τότε µε εκτοξευτήρα. Οποιος θέλει να εργαστεί, να αυτοπραγµατωθεί, να κάνει παιδιά, να ζήσει και να αποτιµήσει, να παλινωδήσει και να επανορθώσει θα πρέπει να το κάνει σε 9.58, όσο το παγκόσµιο ρεκόρ στο κατοστάρι και πολύ σας λέω. Από το αδυσώπητο αυτό ξεσκαρτάρισµα, πολύ φοβάµαι ότι θα δηµιουργηθεί µια νέα ποιότητα «losers» και τότε οι ερµηνείες για την ποίηση της αποτυχίας και τη γοητεία του περιθωρίου θα είναι εντελώς άκυρες, σαδιστικές και ανεπαρκείς. Δεν θέλω ούτε να το σκεφτώ πώς θα είναι ο κόσµος όταν ανοίξουν οι πόρτες αυτού του παρά φύσιν kindergarten. 

rgeorga@dolnet.gr

Σε πλήρη σύγχυση


Μάταια προσπαθώ να ανακαλύψω το βαθύτερο νόημα από τη δεύτερη Κυριακή των αυτοδιοικητικών εκλογών.
Να καταλάβω, δηλαδή, αν πράγματι εθριάμβευσε η αυτοδιοίκηση ή το Μνημόνιο, αν τελικά νίκησε (πόσο και πότε) το ΠΑΣΟΚ ή η Νέα Δημοκρατία και τι ακριβώς έγινε με την αποχή, την οποία άλλοι επισείουν ως φόβητρο πάνω από την πολιτική σκηνή και άλλοι την προσπερνούν αδιάφορα. Σαν να μην υπήρξε...
ΜΠΕΡΔΕΥΟΜΑΙ όμως, δεν τα καταφέρνω. Γιατί εκεί που (για παράδειγμα) πήγαινα, την Κυριακή το βράδυ, να νιώσω ανακούφιση με την απρόσμενη ήττα της χριστιανοδεξιάς μούχλας από το «κίνημα των πολιτών» στη Θεσσαλονίκη, άκουσα τον ίδιο τον Μπουτάρη να ευχαριστεί και την Ντόρα για τη βοήθεια που προσέφερε σ' αυτή την ανιδιοτελή προσπάθεια! Και ξαφνικά προβληματίστηκα...
ΓΙΑΤΙ, εντάξει, μπορεί στον Πειραιά να άξιζε την ήττα ο αλαζών και εκδικητικός Ι. Μίχας, που, εκτός των άλλων, έβαλε «βέτο» για έναν άνθρωπο (Φασούλας), ο οποίος ίσως να μην τα κατάφερε ως δήμαρχος, αλλά σίγουρα στην Ελλάδα έχει προσφέρει πολύ περισσότερα από τον ίδιο, όμως ποιος μπορεί να παραβλέψει ότι αυτή η «θεία δίκη» εν τέλει συνδυάστηκε με την επικράτηση των ίδιων (ή και χειρότερων...) αντιλήψεων και νοοτροπιών, που αποδοκιμάστηκαν στη Θεσσαλονίκη;
ΑΦΗΣΤΕ πια την Αθήνα! Με έναν... φευγάτο Κακλαμάνη να επιτίθεται με όλα τα μέσα στον αρχικά ήρεμο και πράο Καμίνη, που όμως κι αυτός δεν άργησε να βγάλει νύχια για να ενσωματωθεί έτσι στο πολιτικό κλίμα που τόσο συμβάλλει στην... ανάταση της χώρας. Τον «γνωρίσαμε» ως συνήγορο του Πολίτη, αλλά παρ' όλα αυτά, δεν καταξιώθηκε ούτε ως συνήγορος του εαυτού του, όταν ανάμεσα στις δύο Κυριακές δέχτηκε συνδυασμένη τηλεοπτική επίθεση για τις θέσεις του υπέρ των μεταναστών, από άγριους φύλακες της δεξιάς πολυκατοικίας!
ΑΥΤΟΣ ο Καμίνης, λοιπόν, πώς θα λειτουργήσει μέσα στη ζούγκλα μιας πρωτεύουσας που καταρρέει;
ΑΛΛΑ και στην Πελοπόννησο ποιος θα μας πει τι έγινε; Ποιος νίκησε τελικά, με την επικράτηση του Τατούλη; Μήπως ο Γιώργος που τον επέλεξε, μήπως το Μνημόνιο με το οποίο συμπαρατάχθηκε, μήπως ο Καραμανλής που τον υπουργοποίησε, μήπως ο Μητσοτάκης που τον πλάνεψε, ή μήπως το ΕΚΚΕ που τον εξέθρεψε πολιτικά, πριν ακολουθήσει (λέμε τώρα...) την οδό της απωλείας;
ΟΣΟ για τον Σγουρό, ήταν πράγματι (όπως και ο Ψωμιάδης) πολύ σκληρός για να πεθάνει. Το είχε αποδείξει όταν του 'κατσε η μεγάλη αναποδιά, με τους 11 ντοπαρισμένους στην άρση βαρών. Ηταν ο μόνος που, με το στόμα κλειστό, βγήκε λάδι, όταν οι συνοδοιπόροι του καίγονταν στην πυρά!
ΑΛΛΑ κι αυτό το σιβυλλικό «διοικητικό στέλεχος της Alpha Bank» τι άραγε να σημαίνει; Στόματα κλειστά (όχι μόνο απ' αυτόν, αλλά και από τον νέο και άφθαρτο Κικίλια)!
ΕΤΣΙ συμβαίνει όταν δεν έχεις τίποτα να πεις ή πάρα πολλά να κρύψεις...

Εκεί που προσπαθούν να καταλάβουν: το Βερολίνο δεν είναι μακριά...





Ο Χίτλερ, οι Γερµανοί και εµείς

Του Γκαζµέντ Καπλάνι

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 16 Νοεμβρίου 2010 (εφημ. "ΤΑ ΝΕΑ")
Αν βρεθείτε στο Βερολίνο, µηχάσετε την έκθεση «O Χίτλερ και οι Γερµανοί». Την είδα τις προάλλες. Στην αρχή βλέπεις φωτογραφίες του Χίτλερ µε τις «Επιτροπές αγανακτισµένων πολιτών», καθώς πίνουν ξανθές µπίρες και κάνουν σχέδια να καθαρίσουν τη Γερµανία από Εβραίους, «ξένους εισβολείς», προδότες. Βλέπεις τα κανονικά τους πρόσωπα και τους λοστούς που έκρυβαν κάτω από τιςζακέτες τους. 

«Oσο περισσότερη βία στους δρόµους», έλεγε ο Χίτλερ, «τόσο περισσότερο κέρδος για µας». Για να προβληθεί µετά ως ο «άνθρωπος που θα αποκαταστήσει την τάξη». Βλέποντας αυτές τις εικόνες, η σκέψη µου πήγε – άθελά µου – στην Πλατεία του Αγίου Παντελεήµονα… Ο Χίτλερ και η παρέα του θα είχαν µείνει, µάλλον, µια βίαιη λεπτοµέρεια της Ιστορίας, εάν δεν υπήρχε η Μεγάλη Κρίση, η απειλή της ανεργίας και της πείνας. Εάν, ανάµεσα στους Γερµανούς, δεν επικρατούσε το αίσθηµα ανασφάλειας και παρακµής. Οι Γερµανοί λαχτάρησαν έναν Μεσσία. Οταν όµως οι κοινωνίες λαχταρούν Μεσσίες, συνήθως, το έγκληµα καραδοκεί. Ο Μεσσίας Χίτλερ προσέφερε στους Γερµανούς την αυταπάτη ότι µπορούν να αγαπήσουν τους εαυτούς τους µισώντας τους άλλους. Οταν την αγάπη για την πατρίδα σου τη στηρίζεις στο µίσος για τους άλλους, έχεις πάρει τον δρόµο για την άβυσσο. Αυτή την άβυσσο προσπαθούν να καταλάβουν ακόµα οι Γερµανοί. Με εντυπωσίασε πόσο πολλοί νέοι έρχονταν να επισκεφτούν την έκθεση. Σε αυτή την αυτογνωσία, νοµίζω, οφείλουν το ότι κατόρθωσαν να ξαναφτιάξουν την κατεστραµµένη τους ψυχή… Βγήκα από την έκθεση και κατευθύνθηκα προς το Hackescher Markt. Επεσα πάνω στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου όπου δέσποζε το βιβλίο του Thilo Sarrazin που «προφητεύει» το τέλος της Γερµανίας από την «εισβολή» των γονιδιακά κατώτερων µεταναστών. Το µπεστ σέλερ της χρονιάς. Επηρεασµένος από την έκθεση, έκανα «αυθαίρετους» συνειρµούς. Το βιβλίο έχει κόκκινο εξώφυλλο, ο τίτλος γραµµένος µε λευκά και µαύρα γράµµατα. Τα ίδια χρώµατα που είχε «Ο Αγών µου» του Χίτλερ (µπεστ σέλερ της εποχής και εκείνο): «Κόκκινο για το έθνος», έγραφε ο Χίτλερ, «λευκό για την καθαρότητα της φυλής, µαύρο για το µίσος προς τους Εβραίους». Στη θέση των Εβραίων, τώρα, βρίσκονται οι µουσουλµάνοι µετανάστες. 

Φυσικά, από το βιβλίο του Sarrazin έλειπε η σβάστικα… Ο Sarrazin, γράφουν οι εφηµερίδες, είναι ένας κύριος ευγενικός, ήσυχος, που µένει σε µια καταπράσινη, ήσυχη γειτονιά του Βερολίνου. Οι ευγενικοί κύριοι που έµεναν σε καταπράσινες, ήσυχες γειτονιές έφεραν στην εξουσία τον Χίτλερ. Οταν τον κατοχύρωσαν στα σαλόνια τους. Αυτοί και η µπολσεβίκικη λογική «τι Πλαστήρας τι Παπάγος»… Αποµακρύνθηκα από τη βιτρίνα και είδα γύρω µου το κοσµοπολίτικο Βερολίνο, όπου συνυπάρχουν και µειγνύονται τα χρώµατα, οι γλώσσες, οι θρησκείες, οι καταγωγές. Αν είχε δει ο Χίτλερ πώς «κατάντησε» η αγαπηµένη του πόλη, σίγουρα θα είχε αυτοκτονήσει, ξανά. 

Και η σκέψη αυτή µε γέµισε µε χαρά. Παρασυρµένος από τον φιλόξενο αέρα του Βερολίνου ξέχασα για λίγο τον Sarrazin. 

Και σκέφτηκα ότι τώρα που ανεβαίνει η Ακρα ∆εξιά, θα έπρεπε η έκθεση να ταξιδεύει σε όλη την Ευρώπη. Με τον τίτλο: «Ο Χίτλερ και εµείς». 

Κάποια στιγµή, ίσως, φθάσει και στην Αθήνα µας. Ειδικά τώρα που, ευτυχώς, αλλάξαµε δήµαρχο. Ισως τη δουν και αρκετοί από αυτούς που απείχαν από την κάλπη…
Ο Μεσσίας Χίτλερ προσέφερε στους Γερµανούς την αυταπάτη ότι µπορούν να αγαπήσουν τους εαυτούς τους µισώντας τους άλλους. Οταν την αγάπη για την πατρίδα σου τη στηρίζεις στο µίσος για τους άλλους, έχεις πάρει τον δρόµο για την άβυσσο. Αυτή την άβυσσο προσπαθούν να καταλάβουν ακόµα οι Γερµανοί
LINK: http://gazikapllani.blogspot.comShare

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

"Έσβησε" ο Πολωνός συνθέτης Χένρικ Γκορέτσκι (1934-2010) (από το ΕΘΝΟΣ - on line)

Σε ηλικία 76 ετών πέθανε έπειτα από μακρά ασθένεια ο διάσημος Πολωνός συνθέτης Χένρικ Μικολάι Γκορέτσκι

Ο διάσημος Πολωνός συνθέτης Χένρικ Μικολάι Γκορέτσκι πέθανε στο Κατοβίτσε (νότια Πολωνία), έπειτα από μακρά ασθένεια, σε ηλικία 76 ετών. H είδηση έγινε γνωστή στο Γαλλικό Πρακτορείο από μιαυπεύθυνη της εθνικής ορχήστρας του δημόσιου ραδιοσταθμού του Κατοβίτσε, την Μπεάτα Γιανκόφσκα - Μπουρτζίνσκα.


«Επιβεβαιώνουμε με λύπη μας ότι ο Χένρικ Μικολάι Γκορέτσκι είναι νεκρός», δήλωσε από το τηλέφωνο. Γεννημένος στις 6 Δεκεμβρίου 1933, ο συνθέτης έγινε παγκοσμίως γνωστός χάρη στο έργο του «Συμφωνία αριθμός 3» για σοπράνο και ορχήστρα, με θέματα του πολέμου και του διαχωρισμού σε αργό, έντονο ύφος. Η συμφωνία αυτή του 1976 παρουσιάστηκε το 1977 στο Ρογιάν της Γαλλίας και μετά την επανέκδοσή του το 1992, ο δίσκος έχει πουλήσει πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα σε όλο τον κόσμο, σύμφωνα με το πολωνικό πρακτορείο ειδήσεων.

Πρωτοποριακό στυλ


Ο Γκορέτσκι γεννήθηκε κοντά στη βιομηχανική πόλη του Κατοβίτσε στη νότια Πολωνία, όπου σπούδασε μουσική και δίδαξε στην Ακαδημία Μουσικής της πόλης. Τα πρώιμα έργα του ήταν σε πρωτοποριακό στυλ και τα μετέπειτα επηρεασμένα από τη λαϊκή μουσική της πατρίδας του. Μέχρι τη δεκαετία του 1970 είχε αναπτύξει το μνημειακό ύφος για το οποίο έγινε διάσημος.

Ηταν συχνά σε αντίθεση με τις κομμουνιστικές Αρχές της Πολωνίας και αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή τη δεκαετία του 1980 για να επικεντρωθεί στη σύνθεση. Ο Γκορέτσκι είχε ολοκληρώσει την τέταρτη συμφωνία του, η πρεμιέρα της οποίας αναβλήθηκε λόγω της ασθένειάς του. Τον περασμένο μήνα, του απονεμήθηκε το Τάγμα του Λευκού Αετού, υψηλότερη τιμή της Πολωνίας. 



Μουσικές αφιερωμένες με ευγνωμοσύνη και συγκίνηση


στον Κωστή Γιούργο 


και 



τον Περικλή Κοροβέση 


"...Πόσο κράτησε η νύχτα; Νύχτες; Όσο μια αστραπή;..."



...Μισόφωτο, χλομή ανταύγεια της πόλης, απροσδιόριστοι όγκοι αριστερά, κοντά στο χαμηλό στηθαίο. Σωροί ξύλα, μπάζα. Δεξιά, χαμηλά δωμάτια, παραπήγματα, κεραμοσκεπές ετοιμόρροπες, χάρβαλα πόρτες στην αράδα. Είναι αι "Αποθήκαι", στην κάτοψη, κάτω από την ένδειξη "Χώροι Ταράτσας". Στο τέρμα δεξιά, η πόρτα που οδηγεί στα "Λουτρά των αστυνομικών υπαλλήλων". "Τα ντουζ", όπως τα ψιθυρίζουν μεταξύ τους οι φήμες, όχι χωρίς ένα τρέμουλο στη φωνή.
   Το φθισικό λαμπιόνι στο δοκάρι της σκεπής. Ο ξύλινος πάγκος, ο σιδεροσωλήνας, δυο μέτρα μακρύς, ακουμπισμένος δίπλα. Μάτσο χοντρά καλώδια ο βούρδουλας, πανιά, κουρέλια, παλιοπάπουτσα στο τσιμεντένιο δάπεδο, σύρματα, αθύρματα, σχοινιά.
   Σε πετούν, σε δένουν ανάσκελα στον πάγκο, ξαπλωτό κατά μήκος, γερά, σαν λουκάνικο, να μην κουνιέσαι, να μην αναπνέεις. Μόνο οι πατούσες, σφιχτά δεμένες μεταξύ τους, κολλητές, να περισσεύουν στο κάτω μέρος. Δυο πατούσες κι ένα φτενό ζευγάρι καλοκαιρινά παπούτσια χωρίς κορδόνια, και η απόφαση, η ελπίδα, η ευχή να αντέξουν στην αναμέτρηση με το σιδεροσωλήνα. 
   Πρώτο χτύπημα. Δεύτερο. Τρία. Πέντε. Επτά; Εννιά; Δέκα; Έντεκα; Πόσο κρατήθηκε να μη βγει το πρώτο ουρλιαχτό; Πόσα ουρλιαχτά μετρήσανε πριν σου χώσουν στο στόμα το παλιοπάπουτσο; Σκάσε κωλόπαιδο. Μίλα, πούστη, λέγε.
   Μαζεύεσαι εντός σου. Συσπειρώνεσαι να αμυνθείς. Όλος ένα, όλα ένα. Εσύ, οι δικοί σου, πρόσωπα αγαπημένα σου, φίλοι που νοιάζεσαι, σύντροφοι. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ στη θαλπωρή του σπιτιού, μικρός, ευτυχισμένος, γιατί έχεις διαβάσει όλα σου τα μαθήματα για αύριο και νυστάζεις κι η ανάσα της μάνας σου μυρίζει κανέλα. Καλοκαίρια στο χωριό, γιαγιάδες, θειάδες, ξαδέρφια πρώτα και δευτεροξάδερφα, παιχνίδια, κλάματα, συγγνώμες και χίλια ευχαριστώ. Συμμαθητές, κοπάνες, οι τύψεις, οι αληταρίες, η χαρά της ανυπακοής, οι ντροπές του πρώτου έρωτα. Όλα ένα εντός σου. Σαν φυλαχτό περασμένο στο λαιμό. 
   Ο σιδεροσωλήνας. Πέφτει ξανά. Ξανά. Για μια στιγμή, μια στιγμή, σκέφτεσαι πως είναι άδικο κάθε χτύπημα να πέφτει πάντα πιο δυνατά στην αριστερή πατούσα, επειδή ο βασανιστής στέκεται δεξιά κι έχει το στόχο του αριστερά. Μόνο για μια στιγμή. Γιατί ο πόνος χιμάει ηλεκτρικός,διαμπερής, χτυπάει στην οροφή του κρανίου, σκάει σαν πυροτέχνημα, καίει, παγώνει, παφλάζει. Κύματα κύματα. Στραγγαλίζει την ανάσα, κατακαίει το στήθος, γραπώνει την καρδιά.
   Βυθίζεσαι, δεν ακούς πια τα ουρλιαχτά σου, σβήνεις. Ωραία, ωραία...
   Λύστε τον. Ο Καραπαναγιώτης με τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του, αυτός δεν μαγαρίζει τα χέρια του, λύστε τον, λέει.
   Σε κρατάνε να σταθείς όρθιος, να κινηθείς, να κυλήσει το αίμα στις φλέβες, να μην πρηστούν τα πόδια, να μη θρομβώσει. Περπάτα, περπάτα. Πήδα, κουνήσου, πήδα. Αφήνεσαι να σ' ανεβοκατεβάζουν, αμέτε στο διάολο, δεν πηδάς. Κλοτσιές στα καλάμια, χτυπήματα, μπουνιές, βουλιάζεις. 
   Όχι, θα σε κρατήσουν, δε θ' αφήσουν να χάσεις τις αισθήσεις σου. Νερό στα μούτρα. Πώς τη λένε, ρε, τη γκόμενά σου; Δεν έχει γκόμενα, ρε! Δε γαμείς; Τι κάνεις, γαμιέσαι; Πούστης είσαι; Πούστης είναι, ρε! 
   Να θυμώσεις που ένιωσες ταπεινωμένος, η απόγνωση να ξυπνήσει μέσα σου το μίσος, κι εκείνο την επιθυμία της ζωής. Η μεγάλη παγίδα... Είναι καλά δασκαλεμένοι. Όχι που θ' αφήσουν να τους χαλάσουν το μαγαζί τρία τσογλάνια...
   Σωριάζεσαι, σε κλοτσούν, σε σέρνουν σαν σκυλεμένο κουφάρι. Βρίζουν ό,τι βρουν, χτυπούν όπου βρουν. 
   Πίσω στον πάγκο. Στον πάγκο, τον κερατά.
   Πόσες φορές αυτός ο κύκλος, αυτός  ατέλειωτος χορός; Η αναψοκοκκινισμένη μούρη του Χριστάκη, η στεγνή φάτσα του Μαρτίνου, το "ντούγκλα" μουστάκι του Γκραβαρίτη, η ανέκφραστη μάσκα του Καλύβα, το άδειο βλέμμα, η συριχτή φωνή του Καραπαναγιώτη; Πόσες κραυγές, πριν βάλουν μπρος τη μοτοσυκλέτα, έξω στην ταράτσα, να σκεπάζει τα ουρλιαχτά; Πόσο κράτησε η νύχτα; Νύχτες; Όσο μια αστραπή;...

Το παραπάνω κείμενο είναι γραμμένο από τον Κωστή Γιούργο με τίτλο "Άλλων ο κλήρος..." και "ανοίγει" το βιβλίο "Η ταράτσα της Μπουμπουλίνας / Καταστολή και βασανιστήρια στην Ελλάδα του '67 - 69" (εκδόσεις Ποταμός), γραμμένο από τους Κωστή Γιούργο, Τάκη Καμπύλη, Τζέιμς Μπέκετ (1969), Athenes-Presse Libre (1969). 

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Σαν σήμερα 13 Νοεμβρίου: Robert Louis Stevenson (1850 1894) 160 χρόνια από τη γέννησή του...




Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

"Στη Σταδίου" - ένα τραγούδι για την πόλη. Σε στίχους και ερμηνεία του Οδυσσέα Τσάκαλου, του ντράμερ των "Φατμέ"



ΣΤΗ ΣΤΑΔΙΟΥ

Στίχοι: Οδυσσέας Τσάκαλος
Μουσική: Νίκος Πορτοκάλογλου
Πρώτη εκτέλεση: Οδυσσέας Τσάκαλος


Βγαίνουμε απ' το σινεμά 
Βρέχει και φυσάει 
Ουρανό ή Άδη θα με πάει
Τώρα που λέω να της το πω 
Αμάξια που γυαλίζουνε 
Παρέες που σκορπίζουν 
Όλα γίνονται καπνός 
Καθώς τα μάτια της ανοίγουν 
Βγάζουν φως και μου γελάει. 

Το σκοτάδι έγινε μέρα 
Πες μου πως το ‘κανες αυτό 
Και τα νέον στις βιτρίνες 
Γράφουν όλα σ' αγαπώ 
Έλα κράτα με απ' τη μέση 
Γιατί θ' απογειωθώ 
Σκέψου μεσάνυχτα και κάτι 
Στη Σταδίου να πετώ.

Μπαίνουμε αγκαλιά στο μπαρ
Κοίτα, κι εδώ γιορτάζουν
Ωραία ήταν και η σταρ
Μα όλοι εσένανε κοιτάζουν
Τα χω χαμένα ξαφνικά
Λες κι αθωώθηκα από δίκη
άρχισε πρώτη να μιλάς
Τα θέλω όλα μονομιάς
Κι η Αθήνα μας ανήκει.

Το σκοτάδι έγινε μέρα
Πες μου πως το ‘κανες αυτό
Και τα νέον στις βιτρίνες
Γράφουν όλα σ' αγαπώ
Έλα κράτα με απ τη μέση
Γιατί θ' απογειωθώ
Σκέψου μεσάνυχτα και κάτι
Στη Σταδίου να πετώ.

Επαρχιώτες στην Ομόνοια της Άννας Δαμιανίδη (από "ΤΑ ΝΕΑ", 12/11/10)



Είναι ωραία ταξιδάκια αυτά για την εποχή της κρίσης. Τώρα που τα εισιτήρια ακριβαίνουν, η Οµόνοια, η Πλατεία Κοτζιά, είναι µέρη µακρινά κι αρκετά εξωτικά. Κατ’ αρχάς είναι καινούργια, γιατί οι νέες γενιές Αθηναίων σίγουρα δεν τα ξέρουν. Ισως τα έχουν δει από το τζάµι κάποιου αυτοκινήτου, αλλά µπορεί και να µην είχαν καταλάβει περί τίνος επρόκειτο. Να τους έφεραν βόλτα εκεί οι γονείς τους όταν ήταν παιδιά, το αποκλείω. 

Είχαν κλειστεί στα σπίτια τους πολύ πριν οι πλατείες καταληφθούν από το κοινωνικό περιθώριο. Τόσο που οι νέοι συνήθισαν βγαίνοντας να αναζητούν πάλι στενά µέρη, στου Ψυρή ας πούµε, γιατί στις πλατείες θα ένιωθαν µάλλον τα νώτα εκτεθειµένα. ∆ηµιουργήθηκε το παράδοξο, οι άνθρωποι που στην πραγµατικότητα χρειάζονταν στενά για να τρυπώνουν, οι άστεγοι και διάφοροι άλλοι κατατρεγµένοι, που έπρεπε αυτοί να καλύπτουν νώτα κ.λπ., να ξεµένουν στις πλατείες, και οι νέοι που χρειάζονται ανοιχτούς ορίζοντες για το βλέµµα τους και χώρους για τις συναντήσεις τους, να κρύβονται στα στενά. 

Το προηγούµενο Σάββατο µια παρέα µπουχτισµένη από την κακοµεταχείριση της Αθήνας στα χέρια του ∆ήµου οργάνωσε πάρτι µε κεράκια στην Πλατεία Κοτζιά. Απόψε οργανώνει πάρτι στην Οµόνοια. Για να αλλάξουν στυλ οι πλατείες αυτές θα έπρεπε να γίνεται κάθε βράδυ πάρτι, αλλά έστω και µια φορά αν γευτούν την αίσθηση της άπλας οι νεαροί συµπολίτες µπορεί να την αναζητήσουν ξανά. Στο κάτω κάτω αυτές οι πλατείες, η Κοτζιά, η Οµόνοια, η Κουµουνδούρου, είναι οι µόνες αληθινές πλατείες που διαθέτει η πόλη, πλατείες που σχεδιάστηκαν στο πρώτο της και µοναδικό σχέδιο, άφθαστες σε χώρο και άνοιγµα, προορισµένες για πράγµατα παράξενα, όπως οι βόλτες, οι έξοδοι, οι συναντήσεις. Είναι µια χώρα µε όψεις διαφορετικές που περιµένει να την ανακαλύψουν.


Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Μουσικές πριν το ξημέρωμα, ενώ βρέχει καταρρακτωδώς...







Έκτωρ Κακναβάτος (1920 - 2010)




Έκτωρ Κακναβάτος


Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου

Πρώτον: σε θέλουν ακίνδυνη και να ξεχνάς
και ύστερα καλή μ' αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
από τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μεσ' στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις φτύσ' τους.

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.


ΟΠΩΣ Ο ΑΙΑΣ


Ανάμεσα σε πέτρες που δεν είδανε
τον ίσκιο τους ποτές
που δεν ακούσαν τη φωνή του
τόσο υψίσυχνη μες στα φωνηεντόληκτα, είπα:
Κλείστε τις ποριές, όχι άλλοι "σωτήρες"/
μεσολάβησαν τα Τρωικά. Ο λόγος μου 
δίχως πια τα άμφιά του, γυμνός
όπως η πότνια βάτος
αναθρώσκοντας τα που του σφίγγανε το 
υπογάστριο
"ιερά, εθνικά" και άλλα τέτοια χάχανα
χύθηκε κατεπάνω στο μαχαίρι του
όπως ο Αίας