Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

«Ιωάννης Ι, 14» ποίημα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986) από τη συλλογή «Το εγκώμιο της σκιάς» (“Elogio de la sompra”) (μτφ. Δημήτρης Καλοκύρης, εκδ. «Ύψιλον», 1999)

 ...............................................................



         Χόρχε Λουίς Μπόρχες  (1899-1986)


·        «Ιωάννης Ι, 14» ποίημα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες  (1899-1986) από τη συλλογή «Το εγκώμιο της σκιάς» (“Elogio de la sompra”) (μτφ. Δημήτρης Καλοκύρης, εκδ. «Ύψιλον», 1999)

 

ΔΕΝ θα είναι λιγότερο αινιγματική αυτή η σελίδα

απ’ ό,τι οι σελίδες των ιερών βιβλίων Μου

ούτε από κείνες που επαναλαμβάνουν

στόματα αγνοούντων,

πιστεύοντάς τις για έργο ανθρώπων, και όχι σκοτεινά

κάτοπτρα του Πνεύματος.

Εγώ ο Ήν, και ο Ών και ο Ερχόμενος

συγκατατίθεμαι και πάλι στον λόγο

που είναι χρόνος αλλεπάλληλος και σύμβολο.

 

Όποιος παίζει μ’ ένα παιδί παίζει με κάτι

κοντινό και μυστήριο·

θέλησα κάποτε να παίξω με τα παιδιά Μου.

Βρέθηκα ανάμεσά τους με δέος και τρυφερότητα.

Με τρόπο θαυμαστό

γεννήθηκα παράξενα από μια γαστέρα.

Έζησα γητεμένος, έγκλειστος σ’ ένα σώμα

και στην ταπεινοσύνη μιας ψυχής.

Γνώρισα τη μνήμη,

αυτό το νόμισμα που δεν επαναλαμβάνεται ποτέ.

Γνώρισα την ελπίδα και τον τρόμο

τις δύο όψεις του αβέβαιου μέλλοντος.

Γνώρισα την αγρύπνια, τον ύπνο και τα όνειρα,

την άγνοια, τη σάρκα,

του λογισμού τους δύσβατους λαβύρινθους,

τη φιλία των ανθρώπων,

του σκυλιού τη μυστήρια αφοσίωση.

Μ’ αγάπησαν, με κατάλαβαν, με λάτρεψαν και με κρέμασαν στο

          σταυρό.

Άδειασα το ποτήρι ως τον πάτο.

Με τα μάτια μου είδα εκείνο που δεν είχα ξαναδεί:

Τη νύχτα και τ’ αστέρια της.

Γνώρισα το απαλό, το αμμώδες, το τραχύ, το παράταιρο,

τη γεύση που σ’ αφήνει το μέλι και το μήλο,

το νερό στο διψασμένο λαρύγγι,

το βάρος του μετάλλου στην παλάμη,

την ανθρώπινη φωνή, τον ήχο των βημάτων στο γρασίδι,

τη μυρουδιά της βροχής στη Γαλιλαία,

το κελάηδισμα του πουλιού στα ύψη.

Γνώρισα ακόμα και την πίκρα.

Εμπιστεύτηκα τη γραφή τούτη σ’ έναν συνηθισμένο άνθρωπο:

δε θ’ αποδώσει αυτά που ήθελα να πω,

παρά μονάχα τον απόηχό τους.

Απ’ την αιωνιότητά μου κατεβαίνουν αυτά τα σημάδια.

Ας γράψει κανείς άλλος το ποίημα, όχι ετούτος ο γραφιάς που το

          γράφει τώρα.

Αύριο θα ‘μια μια τίγρη ανάμεσα σε τίγρεις,

κηρύσσοντας το νόμο Μου στο δάσος τους,

ή ένα μεγάλο δέντρο στην Ασία.

Καμιά φορά κάτι με πιάνει, νοσταλγώ

τη μυρουδιά κείνου του ξυλουργείου.


Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021

"Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΣΤΥΑΝΑΚΤΟΣ" ποίημα του ποιητή και φίλου στο fb Χρίστου Ρουμελιωτάκη (1938-2018) (facebook, 9.12.2015)

 ..............................................................




ΧΡΙΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ

(1938-2018)






Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΣΤΥΑΝΑΚΤΟΣ

Εγώ δεν είμαι εγώ∙
Οι νικητές με καταδίκασαν εις θάνατον
Για να εκλείψει η γενιά μου
Αλλά τους ξέφυγα.
 
Και έκτοτε,
Μη με ρωτάτε πώς,
Εγώ δεν είμαι εγώ, είμαι ο άλλος,
Φυσάει αγέρας λυβικός και με πηγαίνει.

Εγώ δεν είμαι ο άλλος∙
Ο πολυμήχανος ο Οδυσσέας για να σβήσει η γενιά μου
Όρισε να με ρίξουν απ’ τα τείχη
Αλλά τους ξέφυγα.

Και έκτοτε,
Μη με ρωτάτε πώς,
Εγώ δεν είμαι εγώ δεν είμαι ο άλλος,
Φυσάει αγέρας στεγνωτής και με πηγαίνει.

Και μη ρωτάτε ποιος εγώ και ποιος ο άλλος
Τα μάτια μου κοιτάξτε και τα χέρια
Πότε τα μάτια του ηλίθιου ζητιάνου που ικετεύουν
Και πότε η ματιά του εκδικητή που ψάχνει εκδίκηση.

Και μη ρωτάτε ποιος εγώ και ποιος ο άλλος
Τα μάτια μου κοιτάξτε και τα χέρια
Άλλοτε η γροθιά του ορκισμένου εκδικητή
Και άλλοτε του διακονιάρη η παλάμη που ικετεύει.

Και μη ρωτάτε ποιος εγώ και ποιος ο άλλος
Φυσούν της μοίρας μας οι αγέρηδες και μας πηγαίνουν.

Και μην πιστεύετε αυτά που ιστορώ
Εκεί στα τείχη έχει τελειώσει από τότε η ζωή μου.

27-1-2015

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2021

"Ο ΟΞΥΣ ΤΟΝΟΣ ΤΩΝ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΩΝ" ποίημα του Γιάννη Κοντού (1943-2015) Από τη συλλογή "Η υποτείνουσα της σελήνης" (εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2002).

 ...............................................................




               ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ (1943 - 2015)


 Ο ΟΞΥΣ ΤΟΝΟΣ ΤΩΝ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΩΝ


Θα χιονίσει αβεβαιότητα.
Θα σφίγγεις τα δάχτυλα
και τα λόγια σου θα κυλούν
δάκρυα στο πάτωμα.
Θα μετακινείται παραλλήλως το τοπίο
και νοσταλγία ταξιδίου θα σε καταλαμβάνει.
Ξώφαλτσα σε έχει πάρει ο καιρός.
-Κανέλα τα φιλιά σου-
Το τοπίο θα γκρεμιστεί
στον κήπο αθόρυβα.
Όλα θα είναι όπως πριν:
υπερσυντέλικος και βελούδο.


*Από την ποιητική του συλλογή "Η υποτείνουσα της σελήνης" (εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2002).

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021

Ναι, αλλά τι γύρευε εκεί; / "Μας κούρασαν τα θύματα, ας πεθαίνουν κάπου αθόρυβα" έγραψε ο Κωστής Παπαϊωάννου (www.lifo.gr, 6.12.2021)

 ...............................................................


Ναι, αλλά τι γύρευε εκεί;

"Μας κούρασαν τα θύματα, ας πεθαίνουν κάπου αθόρυβα"






                     έγραψε ο Κωστής Παπαϊωάννου (www.lifo.gr, 6.12.2021)


ΝAI, ΑΛΛΑ ΤΙ ΓΥΡΕΥΕ το οκτάχρονο κοριτσάκι στο εργοστάσιο; Τραγικό το δυστύχημα, αλλά δεν είχε γονείς να το προσέξουν; Και ο Ζακ, κρίμα που πέθανε, αλλά τι γύρευε στο κοσμηματοπωλείο; Και η Ελένη Τοπαλούδη, άτυχη βέβαια, αλλά τι γύρευε νυχτιάτικα με δυο άντρες; Και ο Αλέξης Γρηγορόπουλος, μικρό παιδί, τι ήθελε στα Εξάρχεια; Μήπως είχε μπλέξει πουθενά; Και η αθλήτρια, που τώρα θυμήθηκε ότι έφηβη τη βίαζε ο παράγοντας της ομοσπονδίας, τι γύρευε στο δωμάτιό του; Και τον άτυχο ντελιβερά τον σκότωσε ένα αμάξι που παραβίασε το κόκκινο με χίλια, αλλά μήπως κι αυτός δεν πρόσεχε;

Παρατηρείτε κάτι; Ένα μοτίβο σταθερό, παρά τις μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις τραγωδίες αυτές; Ε, λοιπόν, ναι. Αμέσως μόλις προκαλέσει αποτροπιασμό η ακραία βία, η κοινωνική αναλγησία, η σκληρή κακοποιητική συμπεριφορά. Αμέσως μόλις ένα χαρακτηριστικό του θύματος το κατατάξει στους αδύναμους, στους απόκληρους ή στους καταραμένους: είναι Ρομά, τοξικομανής, ΑμεΑ, παιδί, γυναίκα, ΛΟΑΤΚΙ, μετανάστης, φτωχός εργάτης, άνεργος. Αμέσως μόλις γίνει γνωστό πως οι υπεύθυνοι έχουν κάποια εξουσία, είναι ένστολα όργανα απέναντι στον πιτσιρικά στο παγκάκι, είναι Έλληνες μαγαζάτορες απέναντι στο μεταναστάκι, την τρανς, το τσιγγανάκι, είναι άντρες απέναντι στη γυναίκα.

Δηλαδή αμέσως μόλις δούμε το πρόσωπο του τέρατος κατάφατσα. Μόλις η βαριά ισχύς συνθλίψει τον αδύναμο γιατί έτσι γουστάρει, γιατί μπορεί να το κάνει, γιατί τίποτα δεν την εμποδίζει. Αμέσως μόλις το αίσθημα ακραίας αδικίας μάς πνίξει και θέλουμε να ουρλιάξουμε. Μόλις το αίτημα για δικαιοσύνη διατυπωθεί μαζικά, με οργή.



Και είναι κροκοδείλια τα δάκρυα κάποιων δημοσιογράφων (όχι όλων βέβαια), γιατί στον ραγδαίο κοινωνικό εκφασισμό έχουν μερίδιο σεβαστό. Έκαναν πολλά ρεπορτάζ για τον «άλλο» ως απειλή. Ξέπλυναν πολλή ρατσιστική βία, εγκωμίασαν πολλή αυτοδικία, πέταξαν πολλές «ορδές μεταναστών» κατάμουτρα στην πλειονότητα που ακούει στον καναπέ.


Ε, τότε ακριβώς κάποιοι θα προσπαθήσουν να σηκώσουν ένα κύμα ανάποδο, μια αντιστήριξη, ένα κόντρα ρεύμα. Θα βάλουν πλάτη μη γείρει το οικοδόμημα προς την ευαισθησία και την ανθρωπιά. Θα βρεθεί ένας «λόγιος» αρθρογράφος με τη «φωνή της λογικής», ένας μεσήλικας σταρ λογοτέχνης, πρώην «παιδί-θαύμα», ένας δημοσιογράφος της σχολής του «ακραίου ρεαλισμού», ένας που δηλώνει κουρασμένος από το «μελόδραμα» της Μεταπολίτευσης, ένας που βαρέθηκε την «κουρελαρία των πανό» και των διεκδικήσεων, που σιχαίνεται τις συλλογικότητες και τη «σεβεντίλα».

Κάποιος, τέλος πάντων, που ξέρει ότι η ανατολίτικη ραθυμία κινεί τη δήθεν αλληλεγγύη προς κάθε πικραμένο και τις εκρήξεις λαϊκού συναισθήματος. Ή κάποια που μπούχτισε με τις ιδέες που μας έφεραν ως εδώ, με την ιδεολογική ηγεμονία των απέναντι. Πρώην πλανημένη ίσως κι αυτή, πίστευε παλιά τα παραμύθια με τη «δημοκρατίτσα και τον κακό λύκο».

«Ναι, αλλά τι γύρευε εκεί;». Κάποιος θα το πει τη στιγμή που ψάχνουμε να βρούμε ποιο στόμιο ξερνάει τόση ωμή βία: πώς γαζώνεται ένα άοπλο κλεφτρόνι με δεκάδες σφαίρες; Πώς λιντσάρεται κάποιος μεσημέρι στο κέντρο της πόλης; Πώς γίνεται εργαζόμενοι να προσπερνάνε ένα παιδί που πεθαίνει; Ποιο καλούπι φτιάχνει τόσους γυναικοκτόνους; Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, θα βρεθούν οι φωνές που θα πουν: «Αφήστε τα αυτά. Τι γύρευε εκεί το θύμα;».

Ωραία, έλα να δούμε σοβαρά τι γύρευε εκεί το θύμα: γιατί είναι αβίωτη η ζωή στους καταυλισμούς, τι γεννάει την παραβατικότητα των εφήβων, ποιες δομές έπρεπε να στηρίξουν τις στενεμένες οικογένειες, γιατί τρέχουν να προλάβουν και σκοτώνονται ανασφάλιστοι οι ντελιβεράδες και οι εργαζόμενοι στις ψηφιακές πλατφόρμες; Αλλά, όχι βέβαια, σιγά μη θέλουν τέτοιες κουβέντες οι «λάτρεις της ευταξίας». Σιγά μη θέλουν να φωτίσουν κανένα κοινωνικό αίτιο. Άσε που μπορεί (ψάχνοντας τέτοια) να κακοκαρδιστεί ο μεγαλοπαράγοντας, εργοστασιάρχης, εφοπλιστής ή άλλος διαφημιζόμενος στο μέσο που δουλεύουν.

Αυτοί θέλουν μόνο να ξενερώσουν τη θλίψη, να ξεφουσκώσουν τον θυμό, να γεμίσουν τοξικότητα όση ενσυναίσθηση έχει απομείνει. Να βάλουν το θύμα στο κάδρο, να πάρει ευθύνες για τον θάνατό του, για το ξύλο που έφαγε στην προσαγωγή, για το λιντσάρισμα, για τον βιασμό. Κι έτσι, να χτυπήσουν με κατανόηση τον δράστη στην πλάτη. Κάτι θα έκανε και το θύμα. Έχουν ευθύνες τα θύματα. Οι γυναίκες κουνιούνται στους άντρες, οι πιτσιρικάδες βγάζουν γλώσσα στους ειδικούς φρουρούς, οι Ρομά κάνουν τη ζωή αβίωτη στους σεκιουριτάδες.

Και είναι κροκοδείλια τα δάκρυα κάποιων δημοσιογράφων (όχι όλων βέβαια), γιατί στον ραγδαίο κοινωνικό εκφασισμό έχουν μερίδιο σεβαστό. Έκαναν πολλά ρεπορτάζ για τον «άλλο» ως απειλή. Ξέπλυναν πολλή ρατσιστική βία, εγκωμίασαν πολλή αυτοδικία, πέταξαν πολλές «ορδές μεταναστών» κατάμουτρα στην πλειονότητα που ακούει στον καναπέ.

Η πραγματική κοινωνική ευταξία θέλει κοινωνική ασφάλεια και συμπερίληψη, δομές πρόνοιας, στήριξη. Θέλει λογοδοσία, εργασιακούς ελέγχους, πειθαρχικές διαδικασίες για όσους αυθαιρετούν. Οι οπαδοί του ναι-αλλά-τι-γύρευε-εκεί-το-θύμα είναι έμποροι μιας δήθεν ευταξίας. Φιλάνθρωποι στα γενικά, μισάνθρωποι στα συγκεκριμένα. Καλή η Ημέρα του AIDS για γκαλά, αλλά ο Ζακ τι γύρευε εκεί; Καλή η Ημέρα του Παιδιού για εκδηλώσεις, αλλά το τσιγγανάκι τι ήθελε στη σιδερένια πόρτα;

Πολλοί γύρω μας κουνάνε την ουρά τους με χαρά όταν ακούνε τέτοιες φωνές. Δεν τους τρομάζει το πρόσωπο του τέρατος, έχουν αρχίσει να του μοιάζουν.

"Ανδρέας Εμπειρίκος: πορεία προς τα (αιώνια) Κρώρα" έγραψε ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης (https://greekcivilwar.wordpress.com, 12.12.2016)

...............................................................



Ανδρέας Εμπειρίκος: πορεία προς τα (αιώνια) Κρώρα






 

έγραψε ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης (https://greekcivilwar.wordpress.com, 12.12.2016)



Γνωρίζουμε ότι πολλοί αριστεροί ποιητές και διανοούμενοι υπέφεραν χρόνια σε ξερονήσια και φυλακές εξαιτίας της ιδεολογίας τους. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι ένας μείζων νεωτερικός ποιητής, υμνητής στη δεκαετία του ’30 της «αγαπημένης μητέρας ΕΣΣΔ», ο Ανδρέας Εμπειρίκος, συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 1944 από την πολιτοφυλακή του ΕΛΑΣ και οδηγήθηκε όμηρος μαζί με χιλιάδες άλλους ως τα Κρώρα. Απλώς και μόνο λόγω του επωνύμου του. Βολική και χρήσιμη, κάποτε, η λήθη. Ομως, καθώς τα τελευταία χρόνια επανέρχονται ακραία ιδεολογήματα (δεξιά και αριστερά) που απειλούν τη χώρα, καλό είναι να ρίχνουμε μια ματιά στο παρελθόν.


Στις 30 Δεκεμβρίου 1944 ο Εμπειρίκος συλλαμβάνεται από την ΟΠΛΑ, ανακρίνεται, στοιβάζεται σε άθλιους τόπους κράτησης μαζί με πολλούς άλλους, άνδρες και γυναίκες, και πορεύεται μέσα στα χιόνια και τις λάσπες, όμηρος ως τα Κρώρα. Επιβιώνει ως εκ θαύματος, δραπετεύει και καταφέρνει να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου παραμένει κατάκοιτος δύο μήνες. Το ποίημα «Ο δρόμος» (Οκτάνα), γραμμένο στις 23/1/1964, μας μεταφέρει μέρος της φρίκης των μελλοθανάτων. Το πλήρες Χρονικό της ομηρείας του συντάσσεται το 1956 και παραμένει αδημοσίευτο. Εδώ δημοσιεύουμε ένα πολύ μικρό απόσπασμα από αυτή τη μαρτυρία μιας επώδυνης στιγμής για τον ποιητή και το Εθνος ολόκληρο.

«Ακρως αντίθετος προς τον άγνωστον καπετάνιον [πρόκειται για έναν ανώνυμο ελασίτη αξιωματικό τον οποίο εκθειάζει ο Εμπειρίκος, λέγοντας πως θα ήθελε να τον έχει φίλο «γκαρδιακό»] ήτο ο διαβόητος και αιμοσταγής καπετάν Τάσος ο Τιμωρός – ο αποτρόπαιος σφαγεύς υπερδιακοσίων ανδρών και γυναικών, όστις ευρισκόμενος εις τα Καλύβια [Αττικής] κατά τας ημέρας της διελεύσεώς μας, ήλθε να επιθεώρηση την φάλαγγά μας. Ο άνθρωπος αυτός ήτο ξανθός προς το πυρρόχρουν, είχεν αυστηράν έκφρασιν, εφαίνετο δε πολύ νευρικός και οξύθυμος. Το παραμικρόν προκαλούσε την οργήν του. Εδιδε διαταγάς δεξιά και αριστερά, δεν του ήτο εύκολον να στάθη εις ένα σημείον και τα γαλανά του μάτια ήσαν πάντοτε ανήσυχα. Οι άνδρες του, τού μιλούσαν με μεγάλον σεβασμόν, όλοι δε οι άλλοι μετά μεγάλου δέους.

Την επαύριον της αφίξεως της φάλαγγός μας εις το χωρίον τούτο, εις εκ των ανηκόντων εις την φάλαγγά μας ομήρων, άνθρωπος μεσήλιξ με ασθενικήν όψιν και πάρα πολύ καταβεβλημένος εκ της πορείας και των κακουχιών, με ικέτευσε να παρακαλέσω – «σεις που έχετε το λέγειν» – τον αιμοχαρή αυτόν άνδρα να του επιτρέψη να μείνη εις τα Καλύβια, διότι, εάν συνέχιζε την πορείαν, τούτο θα εσήμαινε δι’ αυτόν βέβαιον θάνατον.

Μολονότι δεν είχα πολλάς ελπίδας να γίνω εισακουστός, επλησίασα τον «Τιμωρόν», και αφού του εξήγησα, όπως μου είχε δηλώσει ο ενδιαφερόμενος, ότι έπασχε από αιματουρίαν, και, αφού προσέθεσα (ψευδόμενος) ότι είδα τον άνδρα αυτόν να ουρή αίμα, τον παρεκάλεσα να αφήσει τον ασθενή εις τα Καλύβια, διά να αναλάβη. Ο φοβερός σφαγεύς εξεμάνη και θεωρών θράσος την ανάμειξίν μου, απέπεμψεν όχι μόνον τον πάσχοντα, αλλά και εμέ, υβρίζων σκαιώς και απειλών και τους δύο μας. Τύχη μου μεγάλη ότι δεν με απέστειλε πάραυτα προς εκτέλεσιν, αυτός που είχε σκοτώσει ιδιοχείρως αναρίθμητους αθώους και των δύο φύλων».

Το 1948, ύστερα από τη δολοφονία του υπουργού της Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά, εκτελέστηκαν πολλοί κομμουνιστές. Ο Εμπειρίκος, που δηλώνει ότι είναι εναντίον της θανατικής ποινής, γράφει πως ανάμεσα στους εκτελεσμένους «ήτο και ο καπετάν Τάσος ο Τιμωρός – τιμωρηθείς ο ίδιος επιτέλους διά το τόσο αθώο αίμα που είχε χύσει ο θηριώδης αυτός δήμιος, με τα ιδικά του χέρια…».
Οπως θα περίμενε κάποιος, ο Εμπειρίκος, ύστερα από αυτήν την περιπέτεια, θα είχε απεμπολήσει την παλαιά, αριστερή ιδεολογία του. Κάθε άλλο. «Θεραπευμένος» από το τραύμα της ομηρείας του (η συγγραφή του Μεγάλου Ανατολικού βοήθησε προς τούτο), ο Εμπειρίκος συχνά θα εκφράσει την εμπιστοσύνη του στη μετεμφυλιωτική, κοινοβουλευτική Αριστερά. Σε κείμενά του και σε απομαγνητοφωνημένες δηλώσεις του για τις εκλογές της 17/11/1974, ο ποιητής προκρίνει την υπερψήφιση της ΕΔΑ, αλλά με σαφείς όρους όπως: «Να μην είμαι υποχρεωμένος να υπακούω εις κομματικά συνθήματα οπορτουνιστικά ή αποβλέποντα μόνον εις κομματικήν σκοπιμότητα». Ή όπως: «Να μη θεωρηθή η πολιτική τοποθέτησίς μου ως παραδοχή εκ των προτέρων των αποφάσεων της ηγεσίας».

Ομως, πέρα από αυτές τις δηλώσεις, τα ίδια τα κείμενά του μαρτυρούν τη φιλελεύθερη ιδεολογία του, όπως το εμβληματικό ποίημα «Οχι Μπραζίλια μα Οκτάνα» (20/8/1965) στο οποίο δηλώνεται: «Οκτάνα θα πη αληθινή ελευθερία και όχι εκείνη η φοβερά ειρωνεία, να λέγεται ελευθερία ό,τι χωρεί ή ό,τι εναπομένει στα ελάχιστα περιθώρια που αφήνουν στους ανθρώπους οι απάνθρωποι νόμοι των περιδεών και των τυφλών ή ηλιθίων». Ο ίδιος (πριν από τις εκλογές του 1974) αναφερόμενος στο παραπάνω ποίημα λέει: «Αυτός που το ‘χει γράψει αυτό το ποίημα δεν μπορεί να ‘χει πει βέβαια ψηφίστε Καραμανλή. Οχι διότι είναι κακός ο Καραμανλής. Ο Καραμανλής, ως άνθρωπος δράσεως, τον βάζω πολύ ψηλά. Αλλά διότι συμβολίζει την δεξιάν […]».

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.



Πηγή: Ανδρέας Εμπειρίκος: πορεία προς τα (αιώνια) Κρώρα – γνώμες – Το Βήμα Online


ΥΓ. Δεν προξενεί εντύπωση η δυσκολία πολιτικής «κατάταξης» του θείου Ανδρέα – ακόμα κι από τον κ. Γ.Μ, ο οποίος τον έχει μελετήσει όσο κανένας άλλος.

Αφορισμός του Πολύβιου Δημητρακόπουλου (1864-1922) Από το Λεξικό Νεοελληνικών Παραθεμάτων και Αφορισμών (επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης)

 ...............................................................


«Υποπτεύου πάντοτε τον θόρυβον· πίθος πλήρης

 ουδέποτε θορυβεί· ο κενός, ορχήστρα ολόκληρος»





Πολύβιος Δημητρακόπουλος (1864-1922)


Από το Λεξικό Νεοελληνικών Παραθεμάτων και

 Αφορισμών (επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης)


"Πρέπει να χαιρόμαστε για τους έρωτες που τελείωσαν..." Νίκος Σταμάτης από τον φίλο στο fb Δημήτρη Τριανταφυλλίδη (facebook, 6.12.2021)

 ...............................................................


Πρέπει να χαιρόμαστε για τους έρωτες που τελείωσαν.
Αυτούς που κράτησαν αλλά κι αυτούς που έζησαν μόνο για λίγες στιγμές.
Αυτούς που δεν ακολουθούν λογική, κανόνες, δεν έχουν αιτία, δεν έχουν λόγο ύπαρξης.
Αυτούς που αδειάζουν το μυαλό από την σκέψη και το γεμίζουν πόνο, όνειρα, ελπίδα, απελπισία, ομορφιά, ποίηση, μουσική.
Αυτούς που δεν γίνονται συμβίωση, συντροφικότητα, οικογένεια, γάμος, παιδιά.
Αυτούς που γεννιούνται για να τελειώσουν.
Τους μοναχικούς, πάντα μοναχικός είναι ο έρωτας.
Στον έρωτα είμαστε μόνοι μας. Ποτέ δεν θα μπορέσουμε να μάθουμε τον έρωτα του άλλου, να ζήσουμε στον κόσμο του.
Αυτό που νιώθουμε είναι μόνο η ένταση της απόγνωσής του.
Γιατί ο έρωτας υπάρχει μόνο όταν υπάρχει η αγωνία του τέλους.
Πρέπει να χαιρόμαστε για τους έρωτες που τελείωσαν για την μαγική στιγμή που χάρισαν όταν αρχίζουν.
Για τον πόνο που αφήνουν όταν χάνονται. Πάντα αφήνουν πόνο. Ακόμα κι όταν δεν έχουν καν αρχίσει.
Για τις αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις, τις άγρυπνες νύχτες.
Για τις μελωδίες που ανακαλύπτουμε, τα ποιήματα που γράφουμε, τους στίχους, τις ζωγραφιές, τις χορογραφίες, τους κόσμους που στήνουμε.
Για την έμπνευση που συλλαμβάνει τις στιγμές από το άπειρο και τις κάνει νότες, λέξεις, χρώματα, γεύσεις, αρώματα.
Για τα δάκρυα που ξεπλένουν την ανία, την μονοτονία, την μετριότητα, την μιζέρια.
Για το ξεγύμνωμα της ψυχής, το τσαλάκωμα, την έκθεση στην κόλαση, την έκρηξη ζωής που χαρίζει.
Για την λύτρωση από το μέλλον. Γιατί ο έρωτας είναι μόνο παρόν.
Για το πάγωμα του χρόνου.
Για το χαμόγελο που μας έχει χαρίσει για λίγο.

Νίκος Σταμάτης




Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2021

"Χειμώνας" τραγούδι του Δημήτρη Βαβλιάρας με τον Γιώργο Μιχαήλ (youtube)

 ..............................................................


Χειμώνας - Γιώργος Μιχαήλ

Στίχοι και μουσική: Δημήτρης Βαβλιάρας


Στολίσου άμοιρη ψυχή 
γιατί ο καιρός περνάει 
περνάνε και τα χρόνια μας 
και το κορμί γερνάει. 

Βάλε τα ρούχα τα ακριβά 
και σπάσε τη σιωπή σου 
να ΄ρθουν οι φίλοι απ΄τα παλιά 
ν΄ακούσουν τη φωνή σου. 

Κι αν σ΄έχουν μάθει να πονάς 
γυρεύοντας αγάπη 
λίγο κρατούν οι έρωτες, 
κανείς δε στο ΄χει μαθει 

Κανείς δε ξέρει να σου πει 
τα λόγια μη πιστεύεις; 
Τ΄όνειρο θα γενεί πληγή 
κι εσύ θα υποφέρεις.


Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

«Μια προσευχή» από το «Εγκώμιο της Σκιάς» του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986) (μτφ. Δημήτρης Καλοκύρης, εκδ. Ύψιλον, 1985)

 ..............................................................


·    «Μια προσευχή»  από το «Εγκώμιο της Σκιάς» του Χόρχε 

 Λουίς Μπόρχες (1899-1986) (μτφ. Δημήτρης Καλοκύρης,

εκδ. Ύψιλον, 1985)









 

Τα χείλη μου είπαν και θα πουν χίλιες φορές, και στις δύο γλώσσες που μου είναι πιο οικείες, το Πάτερ Ημών, όμως ενμέρει μόνο το καταλαβαίνω. Σήμερα το πρωί, πρώτη Ιουλίου του 1969, θέλω να επιχειρήσω μια προσευχή προσωπική, όχι τα συνηθισμένα. Ξέρω ότι πρόκειται για εγχείρημα που απαιτεί μια υπεράνθρωπη ειλικρίνεια. Και πρώτα πρώτα, είναι αυτονόητο ότι δεν πρόκειται να ζητήσω τίποτα. Να ζητήσω να μη σκοτεινιάσουν τελείως τα μάτια μου θα ήταν ανόητο· ξέρω χιλιάδες ανθρώπους που βλέπουν χωρίς ωστόσο να είναι ιδιαίτερα ευτυχείς, δίκαιοι ή σοφοί. Η πορεία του χρόνου είναι πλέγμα αιτίων και αποτελεσμάτων, έτσι ώστε ζητώντας οποιαδήποτε χάρη, έστω και την παραμικρή, είναι σαν να ζητάς να σπάσει ένας κρίκος αυτού του σιδερένιου πλέγματος, σαν να ζητάς να έχει ήδη σπάσει. Κανείς δεν είναι άξιος ενός τέτοιου θαύματος. Ούτε μπορεί να ικετέψω να μου συγχωρεθούν τα σφάλματα· η συγγνώμη είναι κάτι που σου παρέχει ο άλλος και μόνο εγώ μπορώ να σώσω τον εαυτό μου. Η συγγνώμη προσφέρει κάθαρση στο θύμα, όχι στον ένοχο, που δεν τον αφορά. Η ελευθερία της βούλησής μου ίσως είναι πλασματική, όμως μπορώ να δίνω, ή να ονειρεύομαι πως δίνω. Μπορώ να δίνω το θάρρος που μου λείπει· μπορώ να δίνω την ελπίδα, που δεν έχω· μπορώ να διδάξω τους άλλους τη διάθεση να μάθουν αυτά που μισοξέρω ή που μισοβλέπω. Θέλω να με θυμούνται περισσότερο σαν φίλο παρά σαν ποιητή· θέλω να απαγγέλνει κάποιος στίχους του Ντάνμπαρ ή του Φροστ ή εκείνου που είδε κάποια μεσάνυχτα το δέντρο που ματώνει, το Σταυρό, και να θυμηθεί πως τους πρωτάκουσε απ’ τα χείλη μου. Τα υπόλοιπα δεν μ’ ενδιαφέρουν κι ελπίζω η λησμονιά να μην αργεί. Δεν ξέρουμε τη λογική του σύμπαντος, ξέρουμε όμως ότι η καθαρή σκέψη και οι ορθές πράξεις βοηθούν στη λειτουργία του, που δεν πρόκειται να μας αποκαλυφτεί ποτέ.

   Θέλω να πεθάνω τελείως· και θέλω να πεθάνω μ’ αυτόν εδώ τον σύντροφο, το σώμα μου.

 

Paul Laurence Dunbar: αμερικανός ποιητής (1872-1906)

Robert Frost: αμερικανός ποιητής (1894-1963)


"UN AMORE GRANDE" Από την ποιήτρια και φίλη στο fb ισμήνη γεώργιος λιόση (facebook, 3.12.2021)

.............................................................. 


UN AMORE GRANDE


3/12/21

**********

- λατρεύω, λέγει και
πέφτει στα γόνατά της
Θεό ονοματίζει την γυναίκα
προσεύχεται στην ήβη της
-τριαντάφυλλο του ουρανού
φωνάζει το σγουρό της
-και της νυκτός αηδόνι
αποκαλεί τον στεναγμό της

κάμνοντας τον σταυρό του
της φύσης του πεφωτισμένος
υποκλίνεται

- φοβέρισε με, λέγει
το πεινασμένο μέσα ζώο
ενός κήπου ανδρόγυνου
 
ασπάζεται τα δάκτυλα της, των
ποδιών, και αρχίζει να λυγμίζει
να σκούζει μελωδικά
όπως, στον οίστρο τους οι γάτοι
είναι και, θέληση του ποιήματος
να σμίξει
του ουρανού το τριαντάφυλλο
και, το αηδόνι της νυκτός της, με

του στίχου το επιφώνημα
και
την στοργή της γλώσσας
 
- τα δόντια βύθισε
στης σάρκας το ποτάμι, λέγει η γυναίκα
και πιες, να πιώ

έξω βρέχει, και
όλα τα πουλιά και τα λουλούδια
μαζεύονται στο παράθυρο
κοιτούνε μέσα
βλέπει και το φεγγάρι
το ντέφι κρούοντας
της στρόγγυλης κοιλιάς του
είναι και, θέλημα Θεού, αφού

Εκείνος
στα σώματα επιβάλλει
τους ορισμούς Του να υπακούουν

- φοβέρισε με κι άλλο, λέγει το νερό
να ανοίξω τα πόδια της ψυχής
στο έμπα του Ποιήματος.

Από την ποιήτρια και φίλη στο fb ισμήνη γεώργιος λιόση (facebook, 3.12.2021)





"Περικοπές από ένα απόκρυφο ευαγγέλιο" - από το "Εγκώμιο της σκιάς" (1969) του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986) (μτφ. Δημήτρης Καλοκύρης, εκδ. "Ύψιλον", 1985) & "Περικοπές ενός απόκρυφου Ευαγγελίου" με τους "Συνήθεις Ύποπτους" (youtube)

 ..............................................................


                 Χόρχε Λουίς Μπόρχες
                          (1899 - 1986)





Περικοπές από ένα απόκρυφο ευαγγέλιο

3. ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ οι πτωχοί τω πνεύματι, γιατί έτσι όπως ήταν πάνω στη γη, θα είναι και κάτω απ' τη γη.
4. Δυστυχισμένοι όσοι θρηνούν, γιατί πια απόχτησαν τη θλιβερή συνήθεια του θρήνου.
5. Μακάριοι όσοι ξέρουν πως ο πόνος δεν είναι στεφάνι δόξας.
6. Δεν αρκεί να 'σαι ο έσχατος για να 'σαι κάποια μέρα ο πρώτος.
7. Ευτυχισμένος όποιος δεν επιμένει πως έχει δίκιο, γιατί κανείς δεν έχει, ή έχουν όλοι.
8. Ευτυχισμένος όποιος συγχωρεί τους άλλους καθώς κι εκείνος που συγχωρεί τον ίδιο τον εαυτό του.
9. Ευλογημένοι οι ειρηνοποιοί, γιατί δε θα καταδεχτούν τη διχόνοια.
10. Ευλογημένοι όσοι δεν διψούν για δικαιοσύνη, επειδή ξέρουν πως η μοίρα μας, αντίδικη ή σπλαχνική, είναι έργο της τύχης της ανεξιχνίαστης.
11. Ευλογημένοι οι ελεήμονες, γιατί η ευτυχία τους θα είναι να ελεούν κι όχι να περιμένουν την ανταπόδοση.
12. Ευλογημένοι όσοι έχουν καθαρή καρδιά, γιατί βλέπουν το Θεό.
13. Ευλογημένοι όσοι καταδιώκονται για χάρη του δίκιου, γιατί τους νοιάζει περισσότερο το δίκιο απ' ό,τι η ανθρώπινη μοίρα τους.
14. Κανείς δεν είναι το αλάτι της γης, μα και κανένας δεν υπάρχει που να μην ήταν σε κάποια στιγμή της ζωής του.
15. Ν' ανάβει το φως του λυχναριού κι ας μην το βλέπει κανένας. Θα το δει ο Θεός.
16. Δεν υπάρχει εντολή που να μην παραβαίνεται, ακόμα και αυτά που λέω, κι αυτά που λένε οι προφήτες.
17. Εκείνος που σκοτώνει, κινημένος απ' το δίκιο, ή από κείνο που πιστεύει για δίκιο, δεν είναι ένοχος.
18. Οι ανθρώπινες πράξεις δεν αξίζουν ούτε για την  κόλαση ούτε για τους ουρανούς.
19. Να μη μισείς τον εχθρό σου, γιατί αν το κάνεις, γίνεσαι κατά κάποιον σκλάβος του. Το μίσος σου δεν θα σε ικανοποιήσει περισσότερο από τη γαλήνη σου.
20. Αν σε βάλει σε πειρασμό το δεξί σου χέρι, συγχώρεσέ το' είσαι και σώμα και ψυχή και είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να καθορίσεις το όριο που τα διαχωρίζει.
24. Να μη μεγαλοποιείς τη λατρεία της αλήθειας' δεν υπάρχει άνθρωπος που μέσα σε μια μονάχα μέρα, να μην είπε ψέματα φορές πολλές, έχοντας κάθε δίκιο.
25. Να μην ορκίζεσαι, γιατί ο όρκος είναι μονάχα έμφαση.
26. Να αντιστέκεσαι στο κακό, αλλά χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Σ' αυτόν που θα σου χτυπήσει το δεξί μάγουλο, μπορείς να του γυρίσεις και τ' άλλο, φτάνει να μην είναι ο φόβος που στο γυρίζει.
27. Εγώ δε μιλώ ούτε για εκδίκηση, ούτε για συγγνώμη' η λησμονιά είναι η μόνη εκδίκηση και η μοναδική συγγνώμη.
28. Το να κάνεις καλό στον εχθρό σου, μπορεί να είναι πράξη δικαιοσύνης και δεν είναι δύσκολο: να τον αγαπάς όμως, δεν είναι πράξη ανθρώπου, αλλά πράξη αγγέλου.
29. Κάνοντας καλό στον εχθρό σου, έχεις βρει τον καλύτερο τρόπο να ικανοποιήσεις τη ματαιοδοξία σου.
30. Να μη μαζεύεις πλούτη εδώ στη γη, γιατί τα πλούτη γεννούν την απραξία, κι η απραξία τη θλίψη και την ανία.
31. Σκέψου ότι οι άλλοι είναι δίκαιοι, ή ότι θα μπορούσαν να είναι και πως, αν αυτό δεν ισχύει, το λάθος δεν είναι δικό σου.
32. Ο Θεός είναι πιο γενναιόδωρος από τους ανθρώπους, και θα τους μετρήσει μ' άλλα μέτρα.
33. Δώσε τα άγια στα σκυλιά και ρίξε τα μαργαριτάρια σου στους χοίρους' αυτό που έχει σημασία είναι να δίνεις.
34. Ψάχνε, μόνο για να 'χεις τη χαρά να ψάχνεις και όχι για τη χαρά πως βρίσκεις...
39. Η πύλη είναι εκείνη που διαλέγει, όχι ο άνθρωπος.
40. Μην κρίνεις το δέντρο από τους καρπούς του, ούτε τον άνθρωπο από τα έργα του' μπορούσαν να 'ναι και καλύτερα ή χειρότερα.
41. Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα, όλα πάνω στην άμμο χτίζονται, όμως το χρέος μας είναι να χτίζουμε σα να 'τανε η άμμος πέτρα.
47. Ευτυχισμένος όποιος είναι φτωχός δίχως πίκρα και όποιος είναι πλούσιος δίχως αλαζονεία.
48. Ευτυχισμένοι οι γενναίοι, αυτοί που δέχονται με τον ίδιο τρόπο τη συμφορά ή της δάφνες.
49. Ευτυχισμένοι όσοι συγκρατούν στη μνήμη τους λόγια του Βιργίλιου ή του Χριστού, γιατί τα λόγια αυτά θα φωτίζουν τη ζωή τους.
50. Ευτυχισμένοι όσοι αγαπιούνται κι όσοι αγαπούν κι όσοι μπορούν να ξεπεράσουν την  αγάπη.
51. Ευτυχισμένοι ο ευτυχισμένοι.

Περικοπές ενός απόκρυφου Ευαγγελίου  - Χρήστος Θηβαίος, Συνήθεις Ύποπτοι

Στίχοι-Μουσική Χρήστος Θηβαίος

Κανείς δεν είναι της γης το αλάτι 
κι όμως όλοι μας μες στη ζωή 
κρύβουμε αυτό το ανεκτίμητο κάτι 
που είναι το αλάτι της για μια στιγμή 

Δεν είναι ένοχοι όλοι οι δολοφόνοι 
Ούτε αθώοι όλοι οι δικαστές
Μα θά `ταν όμορφο καθώς ξημερώνει 
κι οι δύο τους να ανήκαν στο χθες 

Τίποτα δε χτίζεται πάνω στην πέτρα 
Όλα πάνω στην άμμο χτίζονται 
Μα εγώ θα χτίζω πάνω στην άμμο 
Σαν να ήταν η άμμος πέτρα 

Μη την λατρέψεις τυφλά την αλήθεια 
γιατί ο καθένας μας την έχει αρνηθεί 
μέσα σε μια μέρα μονάχα 
χίλιες φορές για να σωθεί 

Κι αν θα σε βάλει σε πειρασμό το κορμί σου 
συγχώρεσέ το κι άκου τι λέει 
τι κρύβει το σώμα, τι κρύβει η ψυχή σου 
αυτό μπορεί να μην το μάθεις ποτέ 

Τίποτα... 

Ούτε η εκδίκηση ούτε η συγγνώμη 
βρήκανε μέσα μου κάποια γωνιά 
Η λησμονιά είναι η μόνη συγγνώμη 
και η μόνη εκδίκηση η λησμονιά 

Ρίξε τα μαργαριτάρια στ' αγρίμια 
Δως την καρδιά σου εκεί στα σκυλιά 
όσοι αγαπάνε τη ζωή ξοδεύονται 
Δίνονται, δίνονται κι είναι αυτό που μετράει 

Τίποτα.. 

Ευτυχισμένοι, τέλος, όσοι αγαπάνε 
κι όσοι αγαπιόνται δεμένοι σφιχτά 
ευτυχισμένοι κι όλοι όσοι μπόρεσαν 
να ξεπεράσουνε αυτά τα δεσμά 

Τίποτα..

"ΑΝ ΥΠΑΡΧΩ" ποίημα του Πιέρ Ζαν Ζουβ (1887-1976) μεταφρασμένο από τον ποιητή και φίλο στο Ηλία Κεφάλα (facebook, 3.12.2021)

 ..............................................................





PIERRE JEAN JOUVE (1887-1976)


ΑΝ ΥΠΑΡΧΩ

Ἄν ὑπάρχω μέσα στὴν καρδιά σου
Τότε ἄκου τοὺς λογισμούς μου
Νὰ εἶναι ὄμορφο τὸ χέρι σου, τὸ δεξιό σου χέρι
Να είναι ἀσπρογάλαζο τὸ στῆθος σου
Μὲ ἴριδες τοῦ κίτρινου
ἡ ἀριστερὴ καρδιά σου
και μὲ τὴν ἄκρη της σὲ κίνηση πολυκαιρισμένου ρόδου

Νὰ εἶναι λεία ἡ κοιλιά σου
Νὰ εἶναι γλυκόπικρη
Σὰν κρεμαστὴ ξανθιὰ ὑδρία
Πάνω στὰ μεγάλα της χερούλια

Εἴθε ἡ πλάτη σου νὰ τελειώνει σὲ θριαμβικὰ βουνά
Πέρα ἀπὸ τὶς ἄφοβες κοιλάδες
Εἴθε ἡ σοβαρότητα τῆς φωνῆς σου νὰ εἶναι ἡ ἠχὼ
τοῦ μυστικοῦ ἀρώματος
Εἴθε ἡ σιωπὴ τῶν μαλλιῶν σου ν’ ἁπλωθεῖ
πάνω στοὺς ὤμους σου
Ὥστε νὰ ξεδιπλωθεῖ ἡ αἰωνιότητα μέσα σ᾽ ἕνα στόμα

 
Μετάφραση: ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2021

Επτά ποιήματα του Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935) (https://www.nostimonimar.gr, 12.6.2016)

...............................................................


        Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935)








Ποιήματα του Ετερώνυμου Αλμπέρτο Καεϊρο



Ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο με ποιήματα του Φερνάντο Πεσσόα, διάλεξα ενδεικτικά επτά ποιήματα του ετερώνυμου Αλμπέρτο Καέιρο. Όπως αναφέραμε και στην πρώτη ανάρτηση για τον Πεσσόα, ο ίδιος υπέγραφε με πολλά ψευδώνυμα τα οποία στη συνέχεια αναφέρονταν ως ετερώνυμα.

Ο Αλμπέρτο Καέϊρο, σύμφωνα με το «βιογραφικό» που του έφτιαξε ο Πεσσόα, περιγράφεται ως εξής: «Ο Α. Κ. γεννήθηκε το 1889 και πέθανε το 1915. Γεννήθηκε στη Λισαβόνα, αλλά πέρασε τη ζωή του στην εξοχή. Δεν είχε επάγγελμα αλλά ούτε και μόρφωση. Ήταν μετρίου αναστήματος και ασθενικός (πέθανε από φυματίωση). Ήταν ξανθός και γαλανομάτης. Όταν ήταν μικρός έχασε τον πατέρα και τη μητέρα του και έζησε με περιορισμένα έσοδα, κλεισμένος στο σπίτι με μια πολύ ηλικιωμένη θεία του.»

Απ’ όλα τ’ άλλα ετερώνυμα, διάλεξα εκείνο του Α. Καέιρο, διότι είναι εκείνο που βρίσκεται πιο κοντά στη φύση, δίχως εξωραϊσμούς και περιγραφικές υπερβολές. Ο Α. Κ. και η φύση απλώς συνυπάρχουν.

Η συνύπαρξη αυτή, δεν έχει ίχνος ρομαντισμού. Είναι άμεσα υπαρξιακή: ανάμεσα σ’ εκείνον και την Ζωή – Φύση, δεν φαίνεται να μεσολαβεί τίποτε άλλο εκτός από το ίδιο το βίωμα. Τουλάχιστον, αυτό είναι, νομίζω, το ζητούμενο του Πεσσόα, που επιχειρεί να το πραγματώσει μέσω του ετερώνυμου Αλμπέρτο: «…σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,/ Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.»

Βασιλική Φράγκου

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α Τ Ο Υ Ε Τ Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Υ Α Λ Μ Π Ε Ρ Τ Ο Κ Α Ε Ϊ Ρ Ο

«Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει»

ΧIII

Ανάλαφρος, ανάλαφρος, πολύ ανάλαφρος
Ο άνεμος περνάει ανάλαφρος.
Φεύγει μετά, πάντα ανάλαφρος.

Τι σκέφτομαι δεν ξέρω.
Και ούτε να το μάθω επιζητώ.

[…]

XΧΧ

Αν θέλουν να έχω μυστικισμό, εντάξει, τον έχω.
Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το σώμα.
Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται.

Ο μυστικισμός μου συνίσταται στο να αρνείται τη γνώση.
Μόνο να ζω θέλω, κι αυτό να μην το σκέφτομαι.

Δεν ξέρω τι είναι φύση: την τραγουδώ.
Ζω στην κορφή ενός λοφίσκου,
Σ’ ένα ασβεστωμένο σπίτι, μοναχικό.
Κι αυτός είναι ο ορισμός μου.

ΧΧΧVI

Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

XL

Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου
Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία
Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,
Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.
Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά
Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας
Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.
Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα
Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

XLII

Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.
Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.
Περνάμε και ξεχνιόμαστε.

Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του

7-5-1914

Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.
Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα
Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.
Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα
Βλέποντας πως το φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.
Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
ούτε ένας τρόπος να μιλάς.
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.

7-11-1915

Ίσως αυτή να είναι
Η τελευταία μέρα της ζωής μου.
Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.
Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.
Ήμουν χαρούμενος
Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.
–Αυτό ήταν όλο.

F e r n a n d o P e s s o a (1888-1935)

Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης

[Fernando Pessoa, Ποιήματα, εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa: Ποίηση για Πάντα, 2007.]