Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

Αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ «Επίλογος Αέρας» Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΓΩ (Απόπειρα αυτοβιογραφίας) (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 1990)

..............................................................






Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (1939 - 2020)











·       Αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ «Επίλογος Αέρας» (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 1990)



      Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΓΩ (Απόπειρα αυτοβιογραφίας)

         ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Απόψε μού μαράθηκε το στόμα
την ώρα που έπλεα λάμνοντας μες στους ύπνους
κλειδωμένη στο σαρκοφάγο φόβο.
Τα άμοιρα τα χείλια μου
τα πετσόκοψε το κοφτερό σκοτάδι
τριφτήκανε κι ανοίξανε
σαν κάτι παλιές βελούδινες κουρτίνες.
Κατάλαβα ότι λίγο λίγο έλιωνε η πολύτιμη σάρκα τους
και τέλειωνε εδώ η περιπέτειά τους.
Το πρωί ίσως τίποτα να μη φαίνεται
από το θάνατό τους,
όμως εγώ ξέρω πως μόλις διάβηκαν
τα δυο σφιχτά αγκαλιασμένα
το τελευταίο σύδεντρο μιας πορφυρής ζωής
αφήνοντας κληρονομιά στ’ αγέννητα μωρά
κείνη τη μοναδική της υγρασίας λάμψη.


         ΑΙΓΙΝΑ Ι

Γυρνώντας απ’ τη θάλασσα με τη μάνα μου
καθόμαστε να ξαποστάσουμε κάτω απ’ την ίδια πάντα ελιά.
Μου διηγόταν τότε την ιστορία του μέρμηγκα και του τζίτζικα,
πρώτα μαθήματα εγκράτειας, σωφροσύνης,
μα πάνω απ’ το κεφάλι μας ξεφώνιζε
ο ποιητής με πάθος στο λιοπύρι.
Ε, μάνα, για ποιο χειμώνα μου μιλάς,
τι δυστυχίες, τι πάγους και ποια πείνα;
Τούτο είναι το θαύμα εδώ, αρχίζει με την κάψα
τελειώνει μόλις στα σκούρα μπει η μέρα·
τα σπόρια ζώνονται από παντού, τα βρίσκει το μερμήγκι,
ενώ ο γκρίζος ασυλλόγιστος βουβαίνεται, παγώνει.
Αχ, μάνα μου κακότυχη, που γέννησες μια τζίτζικα,
δεν ξέρει να μαζώνει!

Μόλις ξημέρωνε το ‘σκαγα απ’ το κρεβάτι
τη νυχτικιά μου έσερνα σε χόρτα, ποτιστάδες,
ο κήπος μου φαινότανε απέραντη εξουσία
κι οι κότες πρόσωπα σημαντικά, προσηλωμένα να τσιμπάνε…
Δεν ήξερα ώρες μες στο θέρος·
αιωνιότητα το χωράφι, το μαγκάνι γύριζε στον άπειρο χρόνο,
βουτούσα στα σανά, χωνόμουνα, κυλιόμουνα
ανάμεσα στα πόδια του αλόγου· όλες οι χαρές
τελείωναν στη θάλασσα κι εκεί αρχίζαν άλλες.
Είχα από τότε φτιάξει δύο εαυτούς· ο ένας γαλήνιος
κούρνιαζε, αγάπαγε τα γύρω του καλά διατεθειμένος,
τον άλλο τον ερέθιζε ο γλυκός κίνδυνος που κρύβει άγνωστο σώμα.
Ονόμαζα γαλήνη το χειμώνα, την τρέλα καλοκαίρι
και μεταμορφωνόμουνα σε άγγελο χειμερινό, σε σατανά της ζέστης.
Η μάνα μου ετρόμαζε μ’ αυτές τις δύο μου φύσεις,
θα φταίνε, έλεγε, οι δυο κόσμοι, η πολυκατοικία και το νησί,
μα όπου να ‘ναι χειμωνιάζει,
πού θα πάει κι αυτή… θα μαζευτεί.


          ΑΛΛΟΙ ΤΟΠΟΙ

Χίλια εννιακόσια σαράντα εφτά,
το μέλλον μου το τύλιξαν σε γύψο
στη Βιέννη που ‘χε με μαύρες τρύπες από οβίδες
το αυτοκρατορικό της σώμα στολισμένο.
Τα πάρκα πάντα ακίνητα,
φύλλα μεγάλα, κίτρινα πέφτανε στο χώμα,
καφενεία σα νεκρά ανάκτορα
κι οι πάστες απ’ αλεύρι πίσω απ’ τα σκονισμένα κρύσταλλα.
Στην άσπρη κάμαρά μου οι καλόγριες νοσοκόμες
σκύβαν απάνω μου σαν μαυρόασπρες γλαρίνες
πάνω από βάρκα στ’ ανοιχτά,
η μάνα μου απάγγελε «τα πράγματα που αγιάσανε
τα χέρια σου αρχίζαν ένα κλάμα κι ένα κλάμα»
και περιμέναμε το θαύμα.
Τικ τικ, έκανε το πόδι μου πίσω απ’ το τείχος,
τικ τικ, η ζωή είναι γλυκιά κι έχει θέση για όλους.
Παρατηρούσα πώς σαν αγρίμι σιγά σιγά
μέρωνε η πληγή μες στο κλουβί το σώμα
κι ήξερα ότι στην επέμβαση αυτή χρωστούσα τα ταξίδια,
τους τόπους τους αλλιώτικους π’ από μικρή είχα δει.
Η Ελισάβετ της Αυστρίας, εστεμμένη των ονείρων μου
με τις μαύρες, μακριές πλεξούδες της κορόνα στο κεφάλι,
κι εκείνος ο άμοιρος δάσκαλός της ο Χρηστομάνος,
να βγάζει κλωστή κλωστή τον απελπισμένο έρωτά του
απ’ το κουβάρι της καμπούρας του.
Τους έβλεπα τους δυο στη θλίψη ανέγγιχτους,
να χάνονται, να θάβονται σ’ απέραντους καθρέφτες.

Σαν ήμουν έντεκα χρονών με πήγαν στην Αγγλία.
Πάλι νοσοκομεία, ο πατέρας μου μού διάβαζε εγγλέζικες ιστορίες
κι έκαιγε η νέα εγχείρηση στο χέρι.
Απ’ την άλλη μεριά του θαλάμου μια γριά μού ‘στελνε
σκιτσαρισμένες λεοπαρδάλεις
που λέγανε: «Καλημέρα, Κατερίνα», και παρακολουθούσα
πώς κάθε μέρα άλλο πρόσωπο διάλεγε για να καθίσει ο πόνος.
Μα σα βρέθηκα έξω στους εκθαμβωτικούς κήπους
με την ομίχλη – άνθος μελαγχολίας – να κρέμεται πάνω απ’ τα νερά,
τα κόκκινα σκυλιά, κάτι κόκκινα μαλλιά
να βγαίνουν απ’ το σύννεφο, ενώ ξέσπαγε σε φως
το διαμαντένιο πράσινο
μια γοητεία, μ’ άγγιζε γι’ αυτόν τον τόπο
γκρίζο και κλειστό, για τα μάτια της συστολής
με τ’ απαλό γαλάζιο χρώμα. Πίσω τους μάντευα
περιβολάκια μυστικά, ο Κητς με την Αγία Αγνή
κι η Τίγρη μες στη νύχτα του Προφήτη.
Κοιμητήρια της υγρασίας και της σιωπής,
ταφόπετρες τρυφερά τυλιγμένες σε βελούδο χλόης
κι οι άνθρωποι από πάντα νοσταλγοί μιας άνοιξης
που όλο αργεί και σαν έρθει ταράζει.
Μυστικά τρελαίνονται τότε τα ρυάκια και ριγάνε,
φέρνει λιγοθυμιά το ανήλιαγο πάθος της γλυσίνας
και ξαφνικά ακούγεται τ’ αηδόνι
διακριτικά να υπαινίσσεται το θάνατο.


         ΕΦΗΒΕΙΑ Ι

Με την εφηβεία ο εαυτός χωρίζεται σε δύο·
ο ένας παιδεύεται κι ο άλλος συμπονάει.
Ο ανθοπώλης χρόνος σε τυλίγει μ’ αόρατο χαρτί,
η περιποίηση αυτή μόνο την άνθησή σου αφορά,
μα δεν το ξέρεις, το παίρνει δική σου υπόθεση προσωπική.
Χειμωνιάτικη Αθήνα του ‘53
οι πλάκες στο πεζοδρόμιο κολυμπούν στη λάσπη,
τα κόκκινα φώτα του ΟΡΦΕΑ διακωμωδούν το ασχημάτιστο σώμα.
Νοσταλγείς το μέλλον σου σαν να ‘ταν παρελθόν
βγαίνοντας απ’ του Κουν, ο καστανάς στη γωνιά,
η μαμά με το καινούργιο της παλτό,
όλα μου φέρνουν δάκρυα· απαρηγόρητη η Μπλανς Ντιμπουά
μ’ ακολουθεί ως τα Εξάρχεια·
οι κίτρινες πατημένες γλαδιόλες στη βροχή
πικρά με συμβολίζουν.
Η ανήλικη λαγνεία μου λατρεύει τον ηθοποιό
που εισάγει τα κύρια θέματα της ζωής μου
                       πόθος – θάνατος
αποσύρεται μετά εκείνος και συνεχίζω εγώ
τις υπόλοιπες πράξεις στη στενάχωρη σκηνή μέσα μου.
Ως την πόρτα του σπιτιού έχω τραγικά ανέβει στα μάτια μου·
τι μου λείπει και κλαίω;
Βρέχει και θα ‘μια πάντα μόνη, ανέραστη νυφίτσα μες στο κρύο.


         ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΑΕΡΑΣ  

Ο αέρας σηκώνει τα κρίματά μας ψηλά,
τα στροβιλίζει για λίγο μακριά
απ’ τις κουτές σκευωρίες μας
και τ’ αφήνει να πέσουν πάλι στη γη·
εκεί ν’ ανθίσουν.
Νωπές ακόμη παίρνει τις λεξούλες
να, εκεί έλα,
τις ακουμπάει στις κορφές
των αισιόδοξων δέντρων
και τις καθίζει μετά στο χώμα
σαν αναμνηστικά ξεραμένα τίποτα.
Ο αέρας σηκώνει τα σχισμένα φύλλα
της μικρής νουβέλας
κι όπως ανεβαίνουν, γίνεται ευανάγνωστη
η σελίδα της ζωής μας, για να διαβαστεί κάποτε στη νηνεμία
σαν ένα νόημα που μας δόθηκε ακέραιο.

                                                          ΑΪΟΒΑ (Η.Π.Α.), 1974 – Αίγινα, 1989


Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020

Σταύρος Ζουμπουλάκης: Η πιο δύσκολη συμφιλίωση, αυτή με τον εαυτό μας (συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη, https://www.oanagnostis.gr, Μάιος 2020)

..............................................................


Σταύρος Ζουμπουλάκης: Η πιο δύσκολη συμφιλίωση, αυτή με τον εαυτό μας (συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη, https://www.oanagnostis.gr, Μάιος 2020)




Λίγο μετά τον αποκλεισμό και με αμήχανη ακόμα την κοινωνική ροή των πραγμάτων ο Σταύρος Ζουμπουλάκης μιλάει στην συνεργάτιδά μας και παλιά του μαθήτρια Αλεξάνδρα Σαμοθράκη για το πώς βιώθηκε αυτή η περίοδος, για την πίστη, τη λογοτεχνία, τον ρόλο των διανοουμένων, την ιδεατή αριστερά, τη λογοτεχνία, τις ιδέες, τα κοινωνικά δίκτυα και την αγάπη που σώζει.



Άκουσα να διαβάζετε το διήγημα ‘Παναγιά η Ρευματοκρατόρισσα’ του Γ. Ιωάννου για το αφιέρωμα του περιοδικού ‘Χάρτης’ . Θέλω να σας πω πως η φωνή σας με καθησύχασε οπως όταν ήμουν παιδί και οι γονείς μου μού διάβαζαν παραμύθια. Γιατί έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη τις ιστορίες;

Είναι συχνά -όχι πάντα- ευτυχία και χαρά να διηγείσαι τα περασμένα βάσανά σου, ας ήταν και βαριά. Το ζόρικο είναι να μιλάς για τα τωρινά σου βάσανα, που ποτέ δεν ξέρεις αν θα γίνουν περασμένα – για σένα, εννοώ, γιατί για τους άλλους ασφαλώς και θα γίνουν. Και το να ακούς ή να διαβάζεις την περασμένη δυστυχία των άλλων είναι κι αυτό βάλσαμο, ακόμη και αν σε πιάσουν τα κλάματα ακούγοντας ή διαβάζοντάς την, γιατί η αφήγησή τους σου μεταδίδει το αίσθημα ότι δεν είσαι μόνος όταν υποφέρεις και κυρίως την ελπίδα ότι και αυτό θα περάσει, όπως τόσα και τόσα. Υπάρχουν όρια βέβαια σε όλα. Δεν είναι βάλσαμο στην ψυχή η αφήγηση όσων έγιναν στο Άουσβιτς. Το παραμύθι και η παραμυθία (= παρηγοριά) είναι ουσιαστικά η ίδια λέξη. Οι ιστορίες είναι λυτρωτικές. Η Σεχραζάτ γλιτώνει από τον θάνατο τον εαυτό της και όλα τα νέα κορίτσια της Περσίας διηγούμενη στον βασιλιά ένα παραμύθι που τελειωμό δεν έχει, αλλά συνεχίζεται την επόμενη βραδιά και τη μεθεπόμενη, αδιάκοπα, για χίλιες και μία νύχτες, ώστε στο τέλος τής χαρίζεται η ζωή, και μαζί με τη δική της και όλων των άλλων κοριτσιών. Αυτό που απαξιωτικά λέμε σήμερα «παραμύθια της Χαλιμάς» – η ελληνική ονομασία για τις Χίλιες και μία νύχτες– σώζει κυριολεκτικά ζωές. Προσωπικά συστήνω στους νέους γονείς να μη διαβάζουν τα παραμύθια στα παιδιά τους, αλλά να τα αφηγούνται. Τα παραμύθια είναι λόγος προφορικός. Αφηγούμενος, μπορείς ανάλογα με τη στιγμή να τα αναπλάθεις κιόλας, δηλαδή να τα αναδημιουργείς. Δεν χρειάζεται να ξέρεις πολλά, το παραμύθι δεν είναι πληροφορία που, όταν την ακούσεις μια φορά και τη μάθεις, βαριέσαι μετά να την ξανακούσεις. Μεγάλωσα με πέντε έξι παραμύθια, τα ίδια και τα ίδια, που η αφήγησή τους ήταν πάντοτε καινούργια.



Ένα από τα θέματα του διηγήματος αυτού είναι μια θρησκευτικότητα της καθημερινότητας που εκφράζετε με τον αφηγητή να συνομιλεί με το εικόνισμα της Παναγίας όπως θα συνομιλούσε με τη γιαγιά του. Νομίζω ότι δεδομένης της παρούσης ζοφερής κατάστασης όλοι μας, ακόμη και οι φανατικότεροι άθεοι, θα χρειαζόμασταν λίγη πνευματική καθοδήγηση. Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας κάποια κεντρικά διδάγματα του χριστιανισμού που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν να μη χάσουμε την πίστη μας;

Το πεζογράφημα αυτό του Ιωάννου το αγαπώ για εκατό λόγους, ένας από τους οποίους είναι εκείνη η εκπληκτική οικειότητα με την Παναγία. Το διήγημα μιλάει για συλλογικά βάσανα, για την προσφυγιά: αυτοί οι άνθρωποι είχαν χάσει τα πάντα, έμεναν μέσα στην Αχειροποίητο, με τα σεντόνια και τις κουβέρτες να χωρίζουν υποτυπωδώς τη μία οικογένεια από την άλλη, ώσπου τους πέταξαν κι από κει. Ο αφηγητής, παιδί προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, αγαπάει την εικόνα αυτή γιατί η Παναγία μοιάζει στη γιαγιά του. Την εμπιστεύεται και της μιλάει. Είναι εκπληκτική αυτή η οικειότητα με τους αγίους που συναντάμε στη λαϊκή ευλάβεια. Έχω ακούσει με τα αυτιά μου, μέσα σε εκκλησίες, γυναίκες να μιλάνε στον άγιο της εικόνας και να υποκορίζουν το όνομά του. Αυτή η λαϊκή ευλάβεια χάνεται πια, έχει σχεδόν χαθεί. Ήταν ασφαλώς ανάμεικτη με πολλά δεισιδαιμονικά στοιχεία, σύμφωνοι, αλλά στη θρησκεία δεν υπάρχουν καθαρές, αποστειρωμένες καταστάσεις. Η θρησκεία δεν είναι μια υπόθεση για καθαρούς, για πουρίστες.

Μου ζητάς καθοδήγηση -εξηγώ στους αναγνώστες ότι μιλάω στον ενικό γιατί η Αλεξάνδρα ήταν παλιά μαθήτριά μου. Δεν έχω κανένα ταλέντο καθοδηγητή, είμαι ακατάλληλος να δίνω συμβουλές. Θα μπορούσα ωστόσο να σου πω ότι ο χριστιανισμός δεν είναι διδάγματα, μια σειρά καλών και ωφέλιμων διδαγμάτων, αλλά γεγονότα: ο Σταυρός και η Ανάσταση του Χριστού, δυο γεγονότα αγάπης (ο Σταυρός) και ελπίδας (η Ανάσταση). Ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει η πίστη στον Χριστό είναι η αγάπη για τους άλλους, ακόμη και για τους εχθρούς ή μάλλον κυρίως για τους εχθρούς, και η ελπίδα για την τελική νίκη της ζωής. Να πιστέψεις σήμερα σε έναν σταυρωμένο Θεό και έναν αναστημένο άνθρωπο δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση -ποτέ δεν ήταν, σήμερα όμως, για τον άνθρωπο της επιστήμης και της αυτονομίας, ακόμη περισσότερο. Δεν ξέρω πάντως αν ο καλύτερος τρόπος είναι να ψάχνει κανείς την πίστη, ας ξεκινήσει προσπαθώντας τα έργα της αγάπης, και βλέπουμε. Έχει ο Θεός, μπορεί να του δοθεί και η πίστη.



Θέλετε να κάνετε το ίδιο και για τη λογοτεχνία; Αν κάποιος έχει φτάσει στο κατώφλι της απελπισίας, ποια βιβλία να διαβάσει για να μην το διαβεί;

Ας μην αναθέτουμε στη λογοτεχνία καθήκοντα που δεν μπορεί να αναλάβει. Δεν είναι θρησκεία η λογοτεχνία. Δεν μπορεί να σηκώσει μια αποστολή σωτηρίας. Μας βοηθάει να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας και τον κόσμο. Λίγο είναι; Και επίσης να περνάμε ώρες χαράς, με τα κατορθώματα της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Φτάνει.



Στο σταυροδρόμι πίστης-λογοτεχνίας νομίζω ένα από τα έργα που ξεχωρίζει είναι το ‘Ημερολόγιο Ενός Επαρχιακού Εφημέριου’ του Ζορζ Μπερνανός όπου αναφέρεται πως «Είναι ευκολότερο απ’ όσο νομίζουν να μισεί κανείς τον εαυτό του. Η χάρις είναι να τον ξεχνάς». Στο επίμετρο αναφέρετε πως πρόκειται για ‘το μεγάλο μυθιστόρημα της συμφιλίωσης’. Θα θέλατε να μας εξηγήσετε εν συντομία το γιατί;

Ναι, είναι το μεγάλο μυθιστόρημα της πιο δύσκολης, συχνά, συμφιλίωσης, που είναι η συμφιλίωση με τον εαυτό μας. Η εχθρότητα προς τον εαυτό βασανίζει και ταλαιπωρεί τους καλύτερους, αυτούς που έχουν μια ηθική απαίτηση από τον εαυτό τους. Δεν αφορά τα καθάρματα. Ο Μπερνανός γράφει πράγματι ότι είναι χάρις να τον ξεχνάς, αλλά προσθέτει ότι είναι ακόμη μεγαλύτερη χάρις να τον αγαπήσεις. Πώς θα γίνει αυτό; Αν δεχτείς ταπεινά ότι είσαι και συ ένα πάσχον μέλος του Σώματος του Χριστού, ή πιο απλά ότι ο Χριστός σταυρώθηκε και για σένα. Αυτή η ταπεινή συμφιλίωση οδηγεί σε μια αγάπη για τον εαυτό που δεν είναι φιλαυτία και εγωισμός. Κάτι παραπάνω: αυτός που αγαπάει τον εαυτό του με αυτόν τον τρόπο, μόνο αυτός μπορεί να αγαπήσει και τους άλλους, και αντίστροφα! Το μίσος προς τον εαυτό το μόνο που μπορεί να γεννήσει είναι σκυθρωπότητα και έλλειψη χαράς, μιζέρια. Σήμερα υπάρχουν και άλλοι τρόποι συμφιλίωσης με τον εαυτό, οι τρόποι της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης. Τις περισσότερες φορές είναι πιο φίνες μορφές εγωισμού.



Στο βιβλίο σας ‘Η Αδελφή Μου’, για την απώλεια της πολυαγαπημένης σας αδελφής, εμβαθύνετε στην αρρώστια ως φιλοσοφικό ερώτημα, που δυστυχώς σήμερα είναι ακόμη πιο επίκαιρο λόγω κορωναιου. Μπορείτε να μας δώσετε ένα μπούσουλα; Πώς συνεχίζουμε να ζούμε όταν φοβόμαστε μη χάσουμε αγαπημένους; Πώς επιβιώνουμε όταν οι φόβοι αυτοί επαληθευτούν;

Ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα που φοβάται και ελπίζει. Όποιος αγαπάει φοβάται ακόμη περισσότερο για τους άλλους και ταυτόχρονα ελπίζει περισσότερο. Φαίνεται αντιφατικό αλλά δεν είναι. Φοβάται μην πάθουν κακό οι άνθρωποί του, μην αρρωστήσουν βαριά, πάνω από όλα: μην πεθάνουν, και ταυτόχρονα ελπίζει ότι όλα θα πάνε καλά, όχι από αφέλεια ή παραίσθηση, αλλά γιατί η αληθινή αγάπη δεν συμφιλιώνεται με την απώλεια. Όσο για το δεύτερο ερώτημα, θα έλεγα καταρχάς ότι δεν είναι όλες οι απώλειες, όλοι οι θάνατοι, το ίδιο. Άλλο να χάνεις το παιδί σου και άλλο να χάνεις τον παππού σου. Μόνο οι θεολόγοι και οι φιλόσοφοι μιλάνε για τον θάνατο γενικά και αδιαφοροποίητα. Για τους ζώντες τους περιλειπόμενους υπάρχουν θάνατοι, όπως ο θάνατος των παιδιών, που αφήνουν μια πληγή παντοτινά ανοιχτή και ανεπούλωτη, και άλλοι που γιατρεύονται. Μη με ρωτήσεις να σου πω κάτι για την πρώτη περίπτωση, δεν έχω τίποτε να πω, μένω βουβός και άναυδος, τρέμω. Για τη δεύτερη, θα σου έλεγα ότι πρέπει να πενθήσεις, το πένθος θα είναι και η γιατρειά σου, ώστε να μην κλειστείς μέσα στον πόνο της απώλειας, αλλά να συναντήσεις μέσα από αυτόν τους άλλους που θρηνούν και εκείνοι ανάλογη ή και βαρύτερη απώλεια. Όλα αυτά βέβαια είναι λόγια, στην πράξη δοκιμαζόμαστε όλοι.



Η νέα κανονικότητα θα περιλαμβάνει μια πιο παθητική αποδοχή της θνητότητας ή μια πιο μανιασμένη αντίσταση σε αυτή;

Δεν μπορώ να κάνω τέτοιες προβλέψεις. Ο θάνατος βέβαια και η θνητότητα έχουν και αυτά τη δική τους ιστορία, εννοώ ότι αντιμετωπίζονται διαφορετικά από κοινωνία σε κοινωνία, από πολιτισμό σε πολιτισμό. Για τον δυτικό άνθρωπο σήμερα, με την πρωτοφανή στην ιστορία παράταση του προσδόκιμου της ζωής, έχει αλλάξει και η σχέση με τον θάνατο. Όταν πεθαίνεις 90 και 100 χρονών, ο θάνατος δεν είναι τόσο αποτρόπαιος, ούτε για σένα ούτε για τους δικούς σου. Έχεις κουραστεί κιόλας από τη ζωή. Το μόνο που σε απασχολεί είναι να μην υποφέρεις, εξού και η τεράστια αύξηση των περιπτώσεων εξόδου από τη ζωή με ευθανασία. Στην Ολλανδία, τη χώρα που πρώτη τη νομιμοποίησε, το 2019 το 4, 2% του συνολικού αριθμού των θανάτων ήταν περιπτώσεις ευθανασίας. Τα επόμενα χρόνια, δεν έχω καμία αμφιβολία, το ποσοστό αυτό όλο και θα ανεβαίνει στην Ολλανδία και παντού. Οδεύουμε σε μια banalisation του θανάτου στη Δύση. Οι άνθρωποι θα πεθαίνουν υπέργηροι, μόνοι, στα νοσοκομεία ή στα γηροκομεία, και θα δεν τους κλαίει κανείς κατά την καύση τους. Μέσα στη γενική αδιαφορία. Θα υπάρχει πάντα όμως, όση πρόοδο και αν κάνει η ιατρική, και ο θάνατος των νέων ανθρώπων και των μικρών παιδιών, δηλαδή ο θάνατος δεν θα εξημερωθεί ολότελα ποτέ. Και θα έρχονται και τα αναπάντεχα, όπως τώρα η επιδημία covid 19, και θα κάνουν πάντα τον θάνατο επίφοβο και απειλητικό. Και τη ζωή γλυκότερη.



Είναι η επιβίωση συνώνυμο του εγωισμού; 

Πιστεύω σολωμικά ότι η ζωή είναι το μέγα καλό και πρώτο. Για να το πεις αυτό όμως πρέπει να ζήσεις, πρέπει να έχεις ζήσει. Ένα νήπιο που πεθαίνει δεν μπορεί να το πει. Ζωή λοιπόν σημαίνει καταρχάς επιβίωση, βιολογική επιβίωση. Σημαίνει ότι η καρδιά σου και τα νεφρά σου και τα άντερά σου δουλεύουν. Κάποιες …αγγελικές ψυχές αντιθέτουν τη ζωή προς την επιβίωση, υποτιμώντας ή και απαξιώνοντας ολότελα τη δεύτερη. Όταν τους πιάνει βέβαια ένας πονόδοντος, τα ξεχνάνε όλα αυτά τα υψιπετή. Επιβίωση όμως σημαίνει πράγματι εγωισμός. Μπορεί να σημαίνει και πόλεμος, αιματηρός πόλεμος του ενός εναντίον του άλλου. «Αγωνίζομαι για το ψωμί μου» μπορεί να σημαίνει το παίρνω από το στόμα του άλλου. Όλο το ζήτημα βρίσκεται εδώ: πώς θα ζήσουμε και θα επιζήσουμε ως άνθρωποι, κατανικώντας δηλαδή όσο γίνεται περισσότερο τον αναπόφευκτο εγωισμό. Δεν είναι πάντα εύκολο, ιδίως σε περιόδους κρίσης, πείνας, πολέμου, αλλά πολλοί συνάνθρωποί μας το πέτυχαν σε τέτοιες ακριβώς συνθήκες, και μάλιστα με τρόπο συγκλονιστικό.



Πολλοί άνθρωποι σήμερα, λόγω καραντίνας, συγκατοικούν με το πιο βάναυσο πρόσωπο της μοναξιάς. Δώστε τους λίγη ελπίδα.

Η μοναξιά καταπλάκωσε πολλούς ανθρώπους τον καιρό της καραντίνας, τους ηλικιωμένους περισσότερο και τους ανήμπορους. Δεν έζησαν απλώς φοβισμένοι και μόνοι, αλλά πέθαναν και μόνοι. Οι άνθρωποι στα γηροκομεία πέθαιναν μόνοι. Αναρωτιέσαι αν τελικά πέθαναν από τον κορωνοϊό ή από τη μοναξιά. Και στα νοσοκομεία πέθαιναν μόνοι. Και κηδεύονταν μόνοι. Εφιαλτικό. Διάβασα συνταραχτικά κείμενα στον ξένο Τύπο για τέτοιες περιπτώσεις. Αυτό που έγινε στα γηροκομεία της Γαλλίας, στις περίφημες πια Ehpad (Etablissement d’ hébergement pour personnes âgées dépendantes), ήταν φρικτό. Τι να πει κανείς; Τα γηροκομεία είναι και αυτά μια παρενέργεια της παράτασης του ορίου ζωής. Οι οικογένειες δεν μπορούν να κρατήσουν στο διαμέρισμα τους υπερήλικες γονείς, με κινητικά προβλήματα, κατάκοιτους ή με αλτσχάιμερ. Έχουν επιχειρήματα. Ξέρεις όμως γιατί η Ιαπωνία είχε τόσο λίγους νεκρούς, πολύ λιγότερους και από την Ελλάδα αναλογικά; Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ότι δεν έχει γηροκομεία, τους γέρους γονείς τους κρατάνε σπίτι. Η ελπίδα, αν υπάρχει, βρίσκεται στη συνειδητοποίηση ότι οι θεσμοί, όσο τέλειοι και αν είναι, έχουν έλλειμμα, και αυτό το έλλειμμα μπορεί να το καλύψει μόνο η ανθρώπινη παρουσία, η ανθρώπινη αλληλεγγύη, η αγάπη.



Από το σχόλιο σας στην Καθημερινή για την «Πανούκλα» του Καμύ ξέρω πως σας εξαγριώνουν όσοι νιώθουν «ευγνώμονες» για την παρούσα κατάσταση και συμφωνώ μαζί σας. Μπορούμε να κατηγορήσουμε τον καπιταλισμό ή την πολιτική ηγεσία για αυτή και άλλες ‘απάτες’ εις βάρος μας; Θα καταλήξουμε να ντρεπόμαστε για τον εαυτό μας τη στιγμή τη λύτρωσης, αφού τελειώσει η πανδημία, όπως αναφέρετε, ή έχουμε μια αλλαζονική ατομική αφήγηση που δε θα μας επιτρέψει ούτε αυτό;

Δεν χρειάζεται να κατηγορήσουμε κανέναν. Η επιδημία αυτή ήταν, μαζί με πολλά άλλα, και μια ηθική δοκιμασία για τον καθένα μας: πόσο νοιαστήκαμε και τι κάναμε για εκείνους που ήταν σε πιο δύσκολη θέση από μας – πάντα υπάρχει κάποιος που βρίσκεται σε μεγαλύτερη δυσκολία από σένα. Εκείνο που θα ήθελα να πω αυτή τη στιγμή είναι ότι είδαμε για μια ακόμη φορά ποιοι κρατάνε όρθια την κοινωνία. Ας προσηλώσουμε το βλέμμα και τον θαυμασμό μας στις καθαρίστριες των ΜΕΘ, στις εργαζόμενες των σουπερμάρκετ, στα παιδιά των ντελίβερυ, στους οδηγούς των λεωφορείων, και άλλους τέτοιους. Όταν οι εκπαιδευτικοί δεν ήθελαν να γυρίσουν στα σχολεία, οι καθαρίστριες των νοσοκομείων ήταν εκεί, δεν έλειψαν στιγμή! Σίγουρα δεν κρατάνε όρθια την κοινωνία οι συγγραφείς και οι διανοούμενοι, που είμαστε όλο λόγια. Είναι πηγή ελπίδας οι πάμπολλες περιπτώσεις ανθρώπων, που είδαμε με τα μάτια μας ή που διαβάσαμε στον Τύπο, τους οποίους ο φόβος για τη ζωή τους δεν τους έκανε αδιάφορους για τη ζωή των άλλων. Πάντα, και στις πιο δύσκολες στιγμές, βρίσκονται κάποιοι που θα σύρουν το κάρο.



Ποιός είναι ο ρόλος της ιδεατής αριστεράς;

Να αγωνίζεται για το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης: ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα. Και στο σημείο αυτό η ιδεατή και πραγματική αριστερά συναντιέται με τον χριστιανισμό. Δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία χωρίς αγάπη. Η δημοκρατία δεν είναι μόνο υπόθεση διαδικασιών.



Και του αληθινού διανοούμενου; Πώς μπορεί να εισακουστεί μέσα από την κακοφωνία της ψευτοκουλτούρας; Μπορεί να φτάσει στον μέσο άνθρωπο ή είναι καταδικασμένος να παίζει πινγκ πονγκ ιδεών με τους ομολόγους του;

Δεν μου αρέσει καθόλου η λέξη διανοούμενος, τουλάχιστον για τον εαυτό μου. Σε αυτούς που ονομάζεις μέσο άνθρωπο βρίσκω περισσότερους να εκτιμήσω από ό,τι στους διανοουμένους. Για μένα πνευματικός άνθρωπος είναι πολύ απλά αυτός που συντρέχει και βοηθάει τους άλλους, και ας μην ξέρει ούτε να διαβάσει. Ξέρω ότι η εχθρότητα προς τους διανοουμένους είναι επικίνδυνο πράγμα, μυρίζει ολοκληρωτισμό. Δεν έχω καμία σχέση με αυτή την οπτική, απλώς δεν μου αρέσει η λέξη για τον εαυτό μου. Ωστόσο δεν θα αποφύγω την ερώτηση, και θα αναφέρω δύο τρία πράγματα. Το ένα είναι ότι βομβαρδιστήκαμε αυτή την περίοδο, μέσα στα σπίτια μας, πάνω στο λάπτοτ μας, από πολιτιστικά προϊόντα. Θέατρα, Όπερες, Ορχήστρες, Μουσεία, Βιβλιοθήκες έστελναν κάθε μέρα εκατοντάδες πράγματα. Πόσα να δει κανείς και πόσα να αφομοιώσει; Δεν μπορείς να δεις 50 όπερες τη βδομάδα. Είχε κάτι αφύσικο όλο αυτό. Και αλλοιωτικό του χαρακτήρα της κάθε τέχνης. Ξέρω ανθρώπους που έβλεπαν θεατρικές παραστάσεις στο κινητό τους. Δεν είναι θέατρο αυτό που έβλεπαν, το θέμα του έργου απλώς πληροφορούνταν. Έχω τη βεβαιότητα ότι από ένα σημείο και πέρα επρόκειτο απλώς για το άγχος των πολιτιστικών ιδρυμάτων να δηλώσουν την παρουσία τους: είμαι και εγώ εδώ! Δεύτερον, οι λεγόμενοι διανοούμενοι δεν μπορεί να έχουν λόγο σε όλα. Βεβαίως και πρέπει να μιλήσουν για ορισμένες ηθικές και πολιτικές όψεις της επιδημίας, αλλά όχι να μιλάνε και να αμφισβητούν ιατρικά δεδομένα, θεραπείες και εμβόλια. Υπάρχουν οι γιατροί για όλα αυτά, που κατάλαβαν ευτυχώς και οι ίδιοι και καταλάβαμε όλοι μας ότι δεν είναι μικροί θεοί. Ακούσαμε τα πάντα αυτές τις μέρες, από τους γιατρούς, και τα αντίθετά τους. Αυτή η επιστημονική αβεβαιότητα που παρακολουθήσαμε εναγώνια μακάρι να οδηγήσει σε μια επιστημονική ταπεινότητα, πολύτιμη στον γιατρό, για να κάνει καλύτερα τη δουλειά του, χωρίς διαγνωστικές ή θεραπευτικές εμμονές. Τρίτον, τα περιβόητα μέσα κοινωνικής δικτύωσης οργίασαν την περίοδο αυτή σε βλακεία και συνωμοσιολογία. Αν η μία όψη τους είναι ο πλήρης εκδημοκρατισμός του λόγου (όλοι μιλάνε και γράφουν επί ίσοις όροις), η άλλη είναι η ανεξέλεγκτη βλακεία και πνευματική βαρβαρότητα. Ό,τι μπαρούφα λέγαμε πριν στο καφενείο με την παρέα μας, τώρα τη λέμε δημόσια, στην αγορά. Αν, από τη μια, υπάρχει ή υπήρχε αυτό το πινγκ πονγκ ιδεών, όπως λες, μεταξύ ομολόγων, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από την άλλη, είναι κατς στη λάσπη. Τι είναι προτιμότερο;

"Το Πιόνι" ποίημα του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη (1863-1933) Από τα "Κρυμμένα Ποιήματα" (εκδ. Ίκαρος, 1993)

...........................................................







Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1863-1933)
















"Το Πιόνι" 


Πολλάκις, βλέποντας να παίζουν σκάκι,
ακολουθεί το μάτι μου ένα Πιόνι
οπού σιγά-σιγά τον δρόμο βρίσκει
και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.
Με τέτοια προθυμία πάει στην άκρη
οπού θαρρείς πως βέβαια εδώ θ’ αρχίσουν
οι απολαύσεις του κ’ οι αμοιβές του.
Πολλές στον δρόμο κακουχίες βρίσκει.
Λόγχες λοξά το ρίχνουν πεζοδρόμοι·
τα κάστρα το χτυπούν με τες πλατειές των
γραμμές· μέσα στα δυο τετράγωνά των
γρήγοροι καβαλλάρηδες γυρεύουν
με δόλο να το κάμουν να σκαλώσει·
κ’ εδώ κ’ εκεί με γωνιακή φοβέρα
μπαίνει στον δρόμο του κανένα πιόνι
απ’ το στρατόπεδο του εχθρού σταλμένο.

Aλλά γλιτώνει απ’ τους κινδύνους όλους
και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.

Τι θριαμβευτικά που εδώ προφθαίνει,
στην φοβερή γραμμή την τελευταία·
τι πρόθυμα στον θάνατό του αγγίζει!

Γιατί εδώ το Πιόνι θα πεθάνει
κ’ ήσαν οι κόποι του προς τούτο μόνο.
Για την βασίλισσα, που θα μας σώσει,
για να την αναστήσει από τον τάφο
ήλθε να πέσει στου σκακιού τον άδη.


(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΣΠΙΤΙ (2020) - 50 χαϊκού για την καραντίνα (από το ιστολόγιο "ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ"/Ανδρέας Καρακόκκινος, )

.............................................................








Χάρης Μελιτάς 












ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΣΠΙΤΙ (2020)

50 χαϊκού για την καραντίνα


Βουβές οι χορδές.
Η μουσική το ξέρει
αυτό που νιώθω.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες
(μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης)


-1-

Έχω σαλτάρει.
Σκέφτομαι ποιήματα
γράφω ταξίδια.

-2-

Υποπτεύομαι
πως με κατασκοπεύει
μια νεκρή φύση.

-3-

Ούτως εχόντων
κρατάω αποστάσεις
απ’ τους καθρέφτες.

-8-

Όσο βραδιάζει
οι τοίχοι πλησιάζουν
επικίνδυνα.

-9-

Τι να διαβάσω;
τα βιβλία μου ζουν
σε άλλο κόσμο.

-10-

Φορώντας μάσκα
βουλιάζω μες στη νύχτα.
Βυθός ονείρων.

-13-

Έχει ξεφύγει
ο άλλος εαυτός μου.
Δεν μιλιόμαστε.

-14-

Λάθος το λήμμα
ανοσία αγέλης.
Ανο-η-σία.

-15-

Φιγούρες
χορεύουν στη βεράντα.
Θέατρο σκ-ιών.

-16-

Τούτες τις μέρες
δεν τρώω τίποτ άλλο
απ’ τα νύχια μου.

-17-

Δεν έχω μάτια
παρά για το ματάκι
της εξώπορτας.

-18-

Μ’ έχει μαγέψει
μια Κίρκη στο ντιβάνι.
Του Μοντιλιάνι.

-19-

Τέρμα τα μέτρα.
Αλλάζω χειραψίες
με τα πόμολα.

-22-

Φυλακισμένος
ψάχνω ένα φιλί σου
να ξεκλειδώσω.

-23-

Πριν πέσω, μπαίνω
στη φωτογραφία σου.
Βγάζει στον κήπο.

-27-

Άλλη μια μέρα
που πρέπει να κατέβω
απ’ το κρεβάτι.

-28-

Εγκλωβισμένος
δεν ελπίζω τίποτα.
Γι’ αυτό φοβάμαι.

-31-

Βρήκα μια λέξη
νεκρή στο λεξικό μου.
Αλληλεγγύη.

-36-

Σήμερα πάλι
θα σκοτώσω μια μέρα.
Πόσες μου μένουν;

-37-

Σπρώχνω τις νύχτες
να στείβω την ελπίδα
στην παράταση.

-40-

Βάψτε τα πιόνια
στο κίτρινο του τρόμου.
Τα χρόνια μαύρα.

-41-

Ανοίχτε δρόμο
να περάσουν οι νεκροί.
Θα μας πατήσουν.

-46-

Πώς θα περάσω
τα διόδια του χολ
χωρίς έγγραφα;

-47-

Λέω να παίξω
πόκερ με τα μάλλινα.
Θα τα μαδήσω.

-48-

Έμεινα σπίτι
να βρω τον εαυτό μου.
Με αγνόησε.

-49-

Ήρθε το ψέμα
και μου ’πε την αλήθεια.
Είμαστε μόνοι.

-50-

Άγνωστο πλέον
τι θα επικρατήσει.
Πλήξη ή θλίψη;

"Υπάρχουν άνθρωποι που μόνο περιμένουν..." ποίημα της Μαρίας Λαϊνά ("Αλλαγή τοπίου", Κέδρος 1974)

..............................................................









Μαρία Λαϊνά (γ.1947)










Υπάρχουν άνθρωποι που μόνο περιμένουν
Δεν είναι ποιητές
Δεν έγιναν ποτέ επαναστάτες
Κανένα φως δεν παρασύρουν προς το μέρος τους
Και πού και πού ένα κομμάτι σύννεφο
Περνάει πάνω απ' την καρδιά τους
Και την κρύβει



Μαρία Λαϊνά από τη συλλογή Αλλαγή τοπίου, εκδ. Κέδρος, 1974

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

"Ο ΑΜΑΝΕΣ ΤΗΣ ΚΑΛΗΝΥΧΤΙΑΣ" - ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ

..............................................................



Ο ΑΜΑΝΕΣ ΤΗΣ ΚΑΛΗΝΥΧΤΙΑΣ

 ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ


ενορχήστρωση: Μάνος Χατζιδάκις



αμαν ηρθεν η ωρα κι η στιγμη 
το στομα μου να ανοιξω 
αμαν, το στομα μου να ανοιξω 
και στην καλη παρεα, σας αμαν, 
καληνυχτια να αφησω αμαν.




Glenn Gould - J.S. Bach-Partita No.4 D major-part 2 of 2 (HD)

............................................................



Glenn Gould - J.S. Bach-Partita No.4 D major-part 2 of 2 (HD)




Τετάρτη 3 Ιουνίου 2020

Ένας διάλογος στο facebook για τις ΗΠΑ... (Κώστας Κουτσουρέλης - Κωνσταντίνος Σμπρίλιος, facebook, 2-3.6.2020)

..............................................................

Ένας διάλογος στο facebook για τις ΗΠΑ...





Ο φίλος Κώστας Κουτσουρέλης έγραψε... (2.6.2020)


Από το 2014 ώς το 2016, τα τελευταία χρόνια της θητείας του Ομπάμα σημαδεύτηκαν από ταραχές, διαμαρτυρίες και έκτροπα ανάλογα αυτών που βιώνει σήμερα η αμερικανική κοινωνία: στο Φέργκιουσον (επανειλημμένα), στη Βαλτιμόρη, στο Μιλγουώκη, στο Σάρλοτ. Τα πρώτα χρόνια της θητείας Τραμπ υπήρξαν απ' αυτήν την πλευρά ανέφελα, αποτέλεσμα ίσως της ιστορικής πτώσης της ανεργίας και της σχετικής ανόδου των ημερομισθίων και των μισθών. 
Γενικά η αμερικανική ιστορία βρίθει από, διαφυλετικές και μη, εντάσεις και, ποικιλότροπη, βία με αποκορύφωμά της τα επεισόδια του 1992 όταν 63 ανθρωποι έχασαν τη ζωή τους στο Λος Άντζελες. Περίπου 1000 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους κάθε χρόνο από αστυνομικά πυρά και κοντά 150 αστυνομικοί από πυρά και επιθέσεις ιδιωτών. Τα νούμερα για την φιλήσυχη Ευρώπη μοιάζουν φρικιαστικά όμως, ποσοστιαία, είναι σταγόνα στον ωκεανό. Σχεδόν 16.000 άνθρωποι φονεύθηκαν στη χώρα σε μια μόνο χρονιά το 2018, όταν στη Γερμανία οι ετήσιοι φόνοι την ίδια χρονιά ήταν μόλις 380. 
Η αστυνομική και δικαστική αυθαιρεσία στις ΗΠΑ είναι, όπως το είδαμε, συχνά εξοργιστική, ο μαύρος πληθυσμός υπερεκπροσωπείται σε αριθμό θυμάτων, αλλά υπερεκπροσωπείται και στους δείκτες της εγκληματικότητας συνολικά. Γενικά πάντως, πολύ πιο συχνά ένας λευκός ή ένας λατίνος πέφτουν θύματα ενός μαύρου απ' ό,τι το αντίστροφο. Και τα θύματα των εκτρόπων κάθε φορά είναι συνήθως ανυπεράσπιστοι μαγαζάτορες και κάτοικοι των φτωχών προαστίων. Η μονοπαραγοντική εξήγηση των συμβάντων, η απόδοση των πάντων στον ρατσισμό, είναι ιδεολογικά ελκυστική για μερικούς, αλλά δεν εξηγεί ικανοποιητικά το φαινόμενο. 
Τον Νοέμβριο του 2014, σε καταστάσεις ανάλογες, είχα γράψει το ακόλουθο σχόλιο. Σήμερα, δεν θα του άλλαζα κεραία. 
«Εμπρός στις εικόνες των πυρκαγιών που για μια ακόμα γεμίζουν τις οθόνες μας από το μακρινό Φέργκιουσον η παλιά απορία επιμένει. Πόσο μ ί α, πόσο ενιαία χώρα είναι αυτή η Αμερική; Τι συνέχει, τι συγκρατεί μαζί μαύρους και λευκούς, γηγενείς και επήλυδες, ρεπουμπλικάνους και δημοκρατικούς, πεφωτισμένους και θρησκόληπτους, τις δυο ωκεάνιες ακτές και τα αχανή μεσόγεια;
Το Αmerican Dream; Αυτή η νέα Γη της Επαγγελίας, η εκκοσμικευμένη εκδοχή της βιβλικής Χαναάν για τις περιπλανώμενες φυλές της ερήμου; Όμως, είναι ποτέ το όνειρο μιας τέτοιας ευημερίας π ο λ ι τ ι κ ά επαρκές;
Σκέφτομαι τώρα τη μοίρα των ιστορικών λαών: Ελλήνων, Ρώσσων, Κινέζων, Εβραίων, Γερμανών... Τη μακρά αλληλοδιαδοχή των συντριβών και των πτώσεων, των ερειπώσεων και των επώδυνων ανοικοδομήσεων που συνοδεύει τη διαδρομή και την αυτοκατανόησή τους. Κάποτε, και για την ευδαίμονα Υπερατλαντίδα, αυτή την χώρα την τόσο προικισμένη από τις φυσικές συνθήκες και που οι περιστάσεις ώς τώρα την κράτησαν σχεδόν ανέπαφη από τις ιστορικές κακουχίες, κάποτε και γι' αυτόν ακόμη τον τόπο της αέναης ανόδου η ώρα της δοκιμασίας θα φτάσει. Θα μπορέσει να την υπερβεί ως μία, πράγματι ενωμένη χώρα ή θα σκορπήσει στα εξ ων συνετέθη; Το πολιτικό μέλλον αυτού του συναρπαστικού πειράματος, των ΗΠΑ, είναι ίσως το μεγαλύτερο αίνιγμα που μας κληροδότησαν οι Νέοι Χρόνοι.»


ο φίλος Κωνσταντίνος Σμπρίλιος σχολίασε...


- Αν μου επιτρέπεται μία ανάγνωση του τι είναι οι ΗΠΑ: είναι σαφές τι ήταν μέχρι και τη δεκαετία του 1970: μία αγγλοσαξονική αυτοκρατορία - κατά τον ίδιο τρόπο που η Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία -το "Βυζάντιο"- ήταν μία ελληνική αυτοκρατορία, ή η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία προηγουμένως ήταν αυτό που ήταν. Ένα μεγάλο κράτος, δηλαδή, με ένα ορισμένο έθνος στον πυρήνα του, που είχε αποδώσει την ταυτότητα στο αυτοκρατορικό κράτος, δέσποζε σε αυτό, ταυτόχρονα όμως το διατηρούσε ανοικτό σε άλλες εθνότητες ώστε να έχει τον απαιτούμενο δημογραφικό όγκο για να καλύπτει τις διευρυνόμενες ιστορικές ανάγκες του. Μέχρι τότε, σταθερά, οι WASP διατηρούσαν την κυριαρχία του συστήματος, αποδεχόμενοι φιλικά (ή εν πάση περιπτώσει συγκαταβατικά) αυτούς που αποδέχονταν αδιαμαρτύρητα την κυριαρχία τους - και το σύστημα κυλούσε.
Είτε νομοτελειακά, είτε εξ αιτίας ιστορικών περιστάσεων, από τη δεκαετία και μετά η πρωτοκαθεδρία αυτή άρχισε να κλονίζεται. Εν μέρει λόγω της ιδεολογίας του φιλελευθερισμού -που απέδιδε μεν στο παγκόσμιο χωριό, υπέσκαπτε όμως την εσωτερική συνοχή των ΗΠΑ, εν μέρει λόγω της σταδιακής εξέλιξης της δημογραφίας, η κυριαρχία των αγγλοσαξώνων κλονίστηκε ή τελείωσε. Η ιστορική και πολιτιστική παρακαταθήκη τους προφανώς παραμένει, η πολιτική τους κυριαρχία όμως εξέλιπε.
Από το '70 και μετά, λοιπόν, οι εθνότητες των ΗΠΑ παραμένουν με την ενοποιό γλώσσα και σύμβολα των αγγλοσαξώνων, αλλά χωρίς κυρίαρχη ενοποιητική πολιτική δύναμη. Το πώς θα εξελιχθεί αυτό, είναι συναρπαστικό να το δει κανείς.
Αυτά, με την επιφύλαξη της απόστασης 4,5 χιλιάδων ν.μ. από τη χώρα αυτή, και ό,τι αυτό σημαίνει.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

"ΝΥΣΤΑΞΑΝ ΤΑ ΜΑΤΑΚΙΑ ΜΟΥ" - Μαστοροχώρια Κόνιτσας (Ήπειρος) (youtube, 5.2.2019)

..............................................................

ΝΥΣΤΑΞΑΝ ΤΑ ΜΑΤΑΚΙΑ ΜΟΥ - Μαστοροχώρια Κόνιτσας (Ήπειρος)




Τραγούδι της αγάπης από τα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας. Τοπικό τραγούδι σε πεντάσημο ρυθμό, αυτός που έχει επικρατήσει ως ο ρυθμός του Ζαγορίσιου χορού (5/4). 
Παραλλαγές του τραγουδιού συναντούμε και σε χωριά της Θεσσαλίας αλλά και στη Μακεδονία. 

Τα Μαστοροχώρια, τα πέτρινα αυτά χωριά της Κόνιτσας, έχουν ιστορία και παράδοση τρανές που χάνονται στα βάθη των αιώνων. Πρόκειται για ομάδα ορεινών οικισμών στο βορειοανατολικό άκρο του νομού Ιωαννίνων, στην περιοχή βόρεια της Κόνιτσας. Οι κάτοικοί τους ασχολούνταν στο παρελθόν με την οικοδομική τέχνη της πέτρας, χτίζοντας οικοδομήματα που στέκουν μέχρι σήμερα: από το Βουκουρέστι μέχρι την Τεχεράνη στα βάθη της Περσίας. Χτισμένα δεξιά και αριστερά του Σαραντάπορου ποταμού, φτάνουν μέχρι τις παρυφές του Γράμμου, στα Ελληνοαλβανικά σύνορα. 

Το τραγούδι περιλαμβάνεται στον δίσκο: "Αστρί κι Αστρίτσι" - Τραγούδια από τα πέτρινα χωριά της Κόνιτσας 

--Τραγουδούν: Μαριάννα και Θεανώ Τζήμα (μάνα και κόρη θυμούνται και τραγουδούν) --Φωνητικά: Νίκος Κατσαρός, Σπύρος Αλευρωντάς, Βαγγέλης Κουμζής, Γιώργος Κωτσίνης ~*~ Κλαρίνο & τζαμάρα: Γιώργος Κωτσίνης Βιολί: Βαγγέλης Κουμζής, Θανάσης Πρεμέτης, Κυριάκος Γκουβέντας Λαύτα & πολίτικη λύρα: Σωκράτης Σινόπουλος Λαούτο: Σωτήρης Μπούρμπος, Νίκος Μέρμηγκας Ντέφι: Νίκος Κατσαρός, Σπύρος Αλευρώντας Κυκλοφορία: Ιούλιος 2005 

Οι στίχοι: 

Νυστάξαν τα ματάκια μου, 
νυστάξαν τα καημένα 
το πώς κοιμούνται μοναχά 
και συντροφιά δεν έχουν. 

Δυο φύλλα έχει η πόρτα σου 
δε ξέρω ποιο ν'ανοίξω, 
ρίξε νερό στην πόρτα σου να' ρθω να ξαγλιστρήσω, 


να βρω αφορμή απ' τη μάνα σου 
να μπω να σε φιλήσω. (χ2)





"Seconds (1966), του John Frankenheimer" γράφει ο φίλος στο fb Giannis Smoilis (facebook, 1.6.2020)

..............................................................


Seconds (1966), του John Frankenheimer





γράφει ο φίλος στο fb Giannis Smoilis (facebook, 1.6.2020)


«Εδώ στου δρόμου τα μισά/ έφτασε η ώρα να το πω/ άλλα είναι εκείνα που αγαπώ/ γι’ αλλού, γι’ αλλού ξεκίνησα» γράφει ο Ελύτης στο «Παράπονο». Υπάρχει μια σπαρακτική αλήθεια σ’ αυτούς τους στίχους που τους καθιστά οικουμενικούς. Αναδίδει μια πανανθρώπινη πικρία το «Παράπονο» που αφορά περίπου τους πάντες. «Στ’ αληθινά στα ψεύτικα/ το λέω και τ’ ομολογώ/ σαν να ‘μουν άλλος κι όχι εγώ/ μες στη ζωή πορεύτηκα»…Γιατί όσο προσεκτικά κι αν έχει σχεδιάσει τη ζωή του κανείς, πάντα έρχεται εκείνη η στιγμή που του φαίνεται ότι δεν βρίσκει τον εαυτό του μέσα σ’ αυτήν. Σαν κάποιος άλλος να τη ζει στη θέση του κι ο ίδιος να μένει αποκλεισμένος, εξόριστος απ’ την επικράτειά της. «Εγώ είναι ένας άλλος» θα πει ο Ρεμπώ διαισθανόμενος αυτό το υπαρξιακό παράδοξο. Αργά ή γρήγορα, έρχεται η ώρα που νοσταλγούμε την «άλλη» ζωή, την αληθινή, εκείνη που πάλλεται από σημασία και που, σαν από κάποια μυστήρια παρεξήγηση, αφήσαμε να μας γλιστρήσει μέσα από τα χέρια.
Ο Άρθουρ Χάμιλτον είναι ένας άνθρωπος με τακτοποιημένο βίο: ευκατάστατος, με σημαντική κοινωνική θέση, ωραίο σπίτι στα προάστια, σύζυγο και κόρη. Αλλά φτάνοντας «στου δρόμου τα μισά», αρχίζει να υποπτεύεται ότι κάτι έκανε λάθος. Αυτή η τακτοποιημένη, ευπαρουσίαστη ζωή δεν τον ικανοποιεί, του φαίνεται ξένη, τον απογοητεύει. Πνίγεται μέσα της, δεν μπορεί να ανασάνει. Μαθαίνει, λοιπόν, από έναν παλιό του φίλο, ότι μπορεί να της ξεφύγει. Υπάρχει μια εταιρία που αναλαμβάνει, έναντι ενός ικανού ποσού, να σκηνοθετήσει τον θάνατό του και να του χαρίσει νέα ταυτότητα και νέα όψη. Να τον κάνει «άλλο». Ο «ξαναγεννημένος» αυτός άνθρωπος, θα ζήσει επιτέλους όπως πραγματικά είχε ονειρευτεί: ελεύθερος από οικογενειακές και επαγγελματικές υποχρεώσεις, με νέα ιδιότητα, αυτήν του φτασμένου ζωγράφου. Ήταν ένας μεσόκοπος τραπεζίτης με ήπια κατάθλιψη, που δεν είχε τίποτα να πει στη γυναίκα του, θα γίνει ένας γοητευτικός εργένης, ένας μποέμ καλλιτέχνης με τον απαραίτητο κύκλο θαυμαστών που θα τροφοδοτούν ακατάπαυστα τη ματαιοδοξία του. Όλα τα αναλαμβάνει η εταιρία. Η δεύτερη ευκαιρία γίνεται πραγματικότητα. Ο βαρετός Άρθρουρ Χάμιλτον θα «πεθάνει» για να πάρει τη θέση του ο συναρπαστικός Τόνι Γουίλσον. 
Επειδή, όμως, τίποτα δεν είναι απλό όταν πρόκειται για την ανθρώπινη κατάσταση, επειδή δεν μπορείς να «επιδιορθώσεις» την ψυχή όπως επιδιορθώνεις ένα χαλασμένο αντικείμενο, ο αρτιγέννητος Τόνι Γουίλσον εξακολουθεί να υποφέρει μέσα σ’ αυτό το όμορφο ψέμα όπως ακριβώς υπέφερε και στην άσχημη αλήθεια της προηγούμενης ζωής του. Η εταιρία, όπως τον ενημερώνει ο διευθυντής, του προσέφερε το «όνειρο κάθε Αμερικανού άνδρα στη μέση ηλικία», όχι όμως το ΔΙΚΟ ΤΟΥ όνειρο, κι εκεί είναι που παίζεται όλο το παιχνίδι. Ο Άρθουρ συνειδητοποιεί ότι γι’ άλλη μια φορά βρέθηκε παγιδευμένος μέσα στο σχέδιο των άλλων. Η «πρώτη» ζωή του τον κατέθλιβε γιατί δεν την είχε επιλέξει, γιατί ήταν μια ζωή που του είπαν οι άλλοι πως πρέπει να ζήσει, γιατί είχε σχεδιαστεί πριν από αυτόν γι’ αυτόν και του δόθηκε να τη φορέσει σαν ένα δανεικό ρούχο. Το ίδιο συμβαίνει, όμως, και με τη «δεύτερη». Την «πρώτη» την καθόρισαν οι κοινωνικές προσδοκίες, τα ιδανικά της πλειοψηφίας, η κυρίαρχη ιδεολογία, η νόρμα, ίσως η κληρονομικότητα και τα γονίδια. Τη «δεύτερη» ένας συνδυασμός από αντιθέσεις και προεκτάσεις των προηγούμενων παραγόντων διαμόρφωσης της υποκειμενικότητας. 
Τόσο στη μία όσο και στην άλλη, αυτό που λείπει είναι το στοιχείο της ελεύθερης επιλογής, το νόημα που δίνουμε οι ίδιοι στα πράγματα, ό,τι εννοούσε ο Σαρτρ με τη λέξη, «ύπαρξη». Αυτή την ύπαρξη θα ζητήσει ο Χάμιλτον/Γουίλσον, κι από αυτήν θα καταλάβει ότι βρίσκεται μια για πάντα αποκλεισμένος. Τόσο πριν όσο και μετά, ζητούσε νόημα και αυτό που του έδιναν στη θέση του ήταν πράγματα, όλο και περισσότερα πράγματα (η κριτική στο αμερικανικό όνειρο και το καπιταλιστικό ιδεώδες είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρη). Θέλησε την αλήθεια κι αυτό που του προμήθευαν αντ’ αυτής ήταν πλαστές εικόνες, σχήματα, σημεία κοινωνικής υπεροχής (τόσο ο τύπος του πλούσιου τραπεζίτη όσο κι εκείνος του επιτυχημένου καλλιτέχνη, καίτοι αντιπαρατιθέμενοι σε ό,τι αφορά τη στάση ζωής ή τα στερεότυπα που υπερασπίζονται, είναι ισάξια επιβλητικοί πίνακες στο μουσείο της αστικής μεταφυσικής). Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι επιθυμίες του, ακόμα κι οι πιο αγνές, είναι ετεροκαθορισμένες. Γι’ αυτό η εκπλήρωσή τους, αντί να τον κάνει ευτυχισμένο, μεγαλώνει το κενό μέσα του. Όπως έλεγε ο Λακάν, η Επιθυμία είναι πάντα επιθυμία του Άλλου. Το ελεύθερο, αυτόνομο άτομο είναι μια χίμαιρα, να τι υπονοεί το δυσοίωνο αριστούργημα του Φρανκενχάιμερ: ο κόσμος μάς «φτιάχνει» όπως θέλει κι αδιαφορεί αν μας αρέσει αυτό. «Δεύτερη ζωή δεν έχει» αποφαίνεται μελαγχολικά ο Ελύτης. Και να είχε, λέει το «Seconds», τίποτα δεν θα άλλαζε. Θα παραμέναμε ανικανοποίητοι, θα συνεχίζαμε να πιστεύουμε ότι πορευτήκαμε σαν να ήμασταν άλλοι. Για να μην συμβεί αυτό, χρειαζόμαστε ένα νόημα που να μη μας έρχεται έτοιμο απ’ έξω, που να έχει τη σφραγίδα μας, να είναι δικό μας δημιούργημα, αλλά αυτό είναι ένα ιδιαίτερα δύσκολο έργο. Χρειάζεται μόχθος, αγώνας, προσπάθεια εξαντλητική για να καταφέρει ένας άνθρωπος να δώσει νόημα στη ζωή του και στα πράγματα, έτσι ώστε να μην αισθάνεται κάθε στιγμή ότι κάποιος άλλος παίρνει τις αποφάσεις, κινεί τα νήματα και κλέβει την ταυτότητά του. 
Την αποτυχία αυτής της προσπάθειας, στη μεταπολεμική Δύση του ατομικισμού και της υλιστικής επέλασης, μετατρέπει σε ανατριχιαστικό ψυχολογικό θρίλερ ο Φρανκενχάιμερ, επιδεικνύοντας μια σκηνοθετική βιρτουοζιτέ που 54 χρόνια μετά εξακολουθεί να λειτουργεί ως σεμινάριο μοντέρνου κινηματογράφου. Οι ασταμάτητα αγχωτικές γωνίες λήψεις, η αδιανόητη χρήση των φακών, οι χίλιοι δυο τρόποι με τους οποίους στήνει την κάμερα ώστε να πετύχει μια θαυμάσια ισορροπία ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το υπερρεαλιστικό (όλο αυτό που παρακολουθούμε θα μπορούσε να είναι απλώς ένας εφιάλτης), η πληροφοριακή πυκνότητα του κάδρου, το υπέροχα μελαγχολικό score, τα πάντα εδώ φανερώνουν έναν ξεχωριστό δημιουργό σε στιγμή τρομερής έμπνευσης, ικανό να μεταμφιέσει ένα -αποκαρδιωτικά απαισιόδοξο- φιλοσοφικό δράμα με μπεργκμανική ψυχή (φανερή ειδικά στον καταπληκτικό διάλογο ανάμεσα στον, μεταμορφωμένο σε Γουίλσον πια, Χάμιλτον και τη γυναίκα του, προς το τέλος της ταινίας, που θα μπορούσε άνετα να έχει ξεπηδήσει από την πένα του μεγάλου Σουηδού), σε αγωνιώδες νουάρ τρόμου με στοιχεία sci-fi. 
Το «Seconds» αξιοποιεί τέλεια τη γλώσσα του σινεμά των ειδών προκειμένου να μιλήσει για πράγματα δύσκολα, σύνθετα και επώδυνα. Με την καφκική συμβολική, τις πολιτικές αιχμές και τις ψυχαναλυτικές του προεκτάσεις, αυτό εδώ είναι ένα θεσπέσιο φιλμ πάνω στην αδυναμία να βγάλουμε άκρη με τον κόσμο και τον εαυτό μας, να πλάσουμε από το χάος της ζωής μας μια ακέραιη, χωρίς εσωτερικές ρωγμές, ενότητα ύφους και νοήματος -όπως είναι ένα έργο τέχνης- όπου μέσα της να μπορέσουμε επιτέλους να νιώσουμε ότι έχουμε βρει τη θέση μας. Αλλά «όσο κι αν κανείς προσέχει/ όσο κι αν το κυνηγά/ πάντα πάντα θα ‘ναι αργά»… Ίσως γιατί στο ραντεβού με το αληθινό Εγώ μας, πηγαίνουμε πάντα αργοπορημένοι. Όταν φτάνουμε, έχει ήδη φύγει. Και το χειρότερο είναι πως δεν το προλαβαίνουμε για λίγα «δευτερόλεπτα».

"No justice No peace" από τον φίλο στο fb Αντίφωνο Κωστής Παπαϊωάννου (facebook, 1.6.2020)

..............................................................


No justice No peace



από τον φίλο στο fb Αντίφωνο Κωστής Παπαϊωάννου (facebook, 1.6.2020)

Το διαχρονικό σύνθημα σαρκώνεται ξανά στους αμερικανικούς δρόμους. Δικαιοσύνη σημαίνει να λέμε τον ρατσισμό με το όνομά του. Ρατσισμός είναι φτώχεια, ανασφάλεια, εκμετάλλευση, αποκλεισμός, περιθωριοποίηση. Είναι γκέτο, βία και υποτίμηση. 
Οι αφροαμερικανοί δεν τα καίνε γιατί ένας κακός ρατσιστής αστυνομικός σκότωσε έναν άκακο μαύρο, γιατί είναι κακή η εκπαίδευση των αστυνομικών, χωρίς αρκετή διαπολιτισμική ευαισθητοποίηση ή ποσοστώσεις. Ο ρατσισμός δεν είναι θέμα ελλιπούς ορατότητας των μειονοτήτων, δε σώνεται η φάση με θετικές διακρίσεις. 
No justice No peace. Το χέρι του αστυνομικού που πυροβολεί εν ψυχρώ έναν αφροαμερικανό δεν το οπλίζει μόνο ο ρατσισμός του, δεν φταίνε μόνο οι αντιλήψεις του, ο μπαμπάς που τον έκανε ρατσιστή. Η μπότα που πνίγει τον μαύρο δεν είναι απλώς η μπότα ενός υπότροπου ρατσιστή. Είναι η μπότα ενός συστήματος. Όταν καίγεται μια ήπειρος από άκρη σ’ άκρη, όταν οι πόλεις λαμπαδιάζουν, δε μπορείς να μιλάς χωρίς κοινωνικά και ταξικά συμφραζόμενα. Δε μπορεί να μη λες λέξη για τον καπιταλισμό. 
Δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη. Ακούμε πάλι εκκλήσεις για καταδίκη της βίας, έτσι γενικά και αόριστα, μια γλυκερή προτροπή σε ομόνοια και αγάπη. Άνθρωπε αγάπα, τη φωτιά σταμάτα. Τρίχες. Η καταδίκη της βίας ξεγυμνώνεται από κάθε πρόσχημα, από κάθε νόημα όταν δεν λέει κουβέντα για την ταμπακιέρα: θεσμική, συστημική ανοχή στην φυλετική και κοινωνική αδικία. 
100.000 νεκροί από τον ιό, ύφεση, 40 εκατομμύρια νέοι άνεργοι και αφροαμερικανός δολοφονημένος από αστυνομική μπότα. Το μίγμα είναι εκτός περιγραφής εκρητικό. Και Πρόεδρος είναι ο Τραμπ, ένα πολιτικό, πολιτισμικό, ηθικό και κοινωνικό βδέλυγμα. Είναι μολυσμένος ποταμός, μολύνει καθετί γύρω του. 
Οι φλεγόμενοι δρόμοι δε φωνάζουν μόνο για τον George Floyd. Έχουν μίσος, φόβο, αγωνία. Έχουν φτώχεια, πείνα, οργή. Δε φωνάζουν μόνο στον Τραμπ να πάει να γαμηθεί. Φωνάζουν και στους δημοκρατικούς να μην κάνουν το λάθος να πιστέψουν ότι αρκεί απλά να φύγει ο Τραμπ. Μπορεί να μην υπάρξει άλλη προειδοποίηση. Μπορεί να μην είναι πλέον προειδοποίηση αυτό που βλέπουμε.