Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020

"Στολή παραλλαγής" έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή", 11.3.2020)

.............................................................


Στολή παραλλαγής



έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή", 11.3.2020)


Τίποτε γελοιωδέστερο από το κιτς όταν τίθεται στην υπηρεσία του σωβινισμού. Ξαναβεβαιωθήκαμε γι’ αυτό βλέποντας τους παίκτες της τουρκικής ομάδας Ριζεσπόρ να μπαίνουν καμαρωτοί στο γήπεδο, με μπλε μπερέ των κομάντος και μπουφάν παραλλαγής πάνω από τη φανέλα. Αυτή τη φορά δεν χαιρέτησαν στρατιωτικά, όπως τον Οκτώβριο, όταν ο στρατός της χώρας τους βομβάρδιζε τους Κούρδους. Είπαν όμως τον εθνικό ύμνο, με το πάθος που οφείλεις να δείχνεις όταν σε γράφει η κάμερα και κάποιοι θα αξιολογήσουν το ύφος και τον τόνο σου. Και δεν τον τραγούδησαν μόνο οι Τούρκοι (τρεις όλοι κι όλοι στην ενδεκάδα), αλλά και ξένοι συμπαίκτες τους. Φαίνεται ότι, για να μην μπλέξουν (όπως έμπλεξε προ καιρού ο Κώστας Σλούκας με τους εθνικιστές της Φενερμπαχτσέ), πήραν την αυτοπροστατευτική απόφαση να πάνε σε ταχύρρυθμο φροντιστήριο τουρκοφροσύνης. Θα ’χουν καταλάβει, άλλωστε, σε ποια δημοκρατία βιοπορίζονται.

Με το ίδιο μιλιτέρ στυλάκι εμφανίστηκαν και ο προπονητής της ομάδας, ο πρόεδρός της, ο γενικός εισαγγελέας του Ριζέ, ο πρόεδρος του κακουργιοδικείου και διάφοροι άλλοι μέτοχοι της καθεστωτικής επισημότητας. Το ’χουν παράδοση πια οι γείτονες να συγχέουν τα σπορτέξ με τις αρβύλες. Και ας λέει ό,τι θέλει η ΟΥΕΦΑ. Σίγουρα υπάρχουν στην Τουρκία άνθρωποι δημοκράτες, που θα ’θελαν να χλευάσουν την εθνικιστική παραφορά, που καλλιεργείται μεθοδικά από τον ίδιο τον Ερντογάν, προς επικάλυψη της αποτυχίας του σε ποικίλα μέτωπα. Και να κάγχασαν όμως, θα το ’καναν από μέσα τους, σιωπηρά, διά τον φόβον των τζαρνταρμάδων. Τη ρητή, ηχηρή διαμαρτυρία την περιμένουμε μόνο από τον αντικαθεστωτικό μπασκετμπολίστα των Μπόστον Σέλτικς, Ενές Καντέρ, και από τους Τούρκους δημοσιογράφους που έχουν διαφύγει στη Δύση, γιατί δεν άντεχαν την ανελευθερία.

Αυτή είναι –αυτή θα ’πρεπε να είναι– η κύρια διαφορά της Ελλάδας από την Τουρκία. Εκεί ο φόβος, εδώ ο λόγος. Εκεί η λογοκρισία, εδώ η ελευθερογνωμία και το δικαίωμα της κριτικής, χωρίς τον κίνδυνο να χαρακτηριστείς δούρειος ίππος κι ό,τι άλλο «πέτσινο» και χονδροειδώς προβοκατόρικο. Ας πούμε το δικαίωμα επίκρισης των δικών μας ερωτευμένων με τη στολή παραλλαγής, όσων ιδιωτών τη χρησιμοποιούν σαν πατριδολατρικό καμουφλάζ της μισαλλοδοξίας τους. Αν οι «εβροφύλακες» αυτοί συνεχίσουν να έχουν το ελεύθερο να κυνηγούν, θα πολλαπλασιαστούν οι πιθανότητες να υπάρξει επίσημα αναγνωρισμένος νεκρός «από ατύχημα», Ελληνας ή ξένος. Και τότε, καμία «στερνή γνώμη» δεν θα περισώσει κανέναν.

"Ο ιός ως κοινωνική εμπειρία" έγραψε ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 11.3.2020)

..............................................................



Ο ιός ως κοινωνική εμπειρία

Ο covid-19 είναι, τελικά, η αντιστροφή της παγκοσμιοποίησης, μια «αποπαγκοσμίευση»;






Έγραψε ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 11.3.2020)



Ο covid-19 είναι, τελικά, η αντιστροφή της παγκοσμιοποίησης, μια «αποπαγκοσμίευση»; Κάπου το διάβασα πριν από μέρες –στη «Monde» συγκεκριμένα– και το βρήκα εν μέρει αληθινό, έστω ως υπερβολή ενός δημοσιογραφικού τίτλου. Τώρα, όμως, που ο πρωθυπουργός της Ιταλίας ανακοίνωσε πως μια χώρα εξήντα εκατομμυρίων μπαίνει σε καραντίνα, αυτή η υπερβολική υπόθεση μοιάζει να πλησιάζει κάπως περισσότερο την πραγματικότητα. 

Υπάρχει, φυσικά, το παράδοξο πως η πρόσβασή μας στη ροή της πληροφορίας, στις γνώσεις για τον ιό και στις συνέπειές του είναι το πιο απτό δείγμα μιας παγκοσμιοποιημένης κοινής γνώμης που συντονίζεται συναισθηματικά στους ίδιους φόβους, καταναλώνοντας τις ίδιες εικόνες από τα διεθνή πρακτορεία. 

Την ίδια στιγμή, όμως, είναι αδιάψευστο πως αυτός ο ιός προκαλεί βλάβη σε ιδέες, τρόπους ζωής και δραστηριότητες των συνδεδεμένων κοινωνιών. Με τον έναν ή άλλον τρόπο θίγονται όλες οι μορφές της κοινωνικότητας και της φυσικής επικοινωνίας των ανθρώπων. Μορφές διασκέδασης και πολιτισμικές εμπειρίες που αποτελούν ρουτίνες της σύγχρονης κοινωνικής ζωής, από τον σωματικό συγχρωτισμό σε συναυλίες και γήπεδα μέχρι τις παρουσιάσεις βιβλίων, τις εκθέσεις ή την παρακολούθηση συνεδρίων, όλα αυτά αναστέλλονται ή περιορίζονται με τρόπο δραστικό. 

Αλλά το πιο χαρακτηριστικό πλήγμα στον πολιτισμό της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης είναι η «επίθεση» στον τουρισμό. Σε μια περίοδο που πολλοί μιλούσαν για τις συνέπειες του υπερτουρισμού, εμφανίζεται ο covid-19 ως παράξενος και μακάβριος «ρυθμιστής» του προβλήματος. 

Aν η ασθένεια δεν αναχαιτιστεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες, φοβάμαι πως θα δούμε πολλές εκδηλώσεις εγωιστικής μικρότητας και κωμικοτραγικής ασχήμιας. Προς το παρόν, διαφαίνεται μια κουλτούρα άρνησης της πραγματικότητας με την καταφυγή σε «εναλλακτικές», θεραπευτικές αλχημείες και αλλοπρόσαλλους συσχετισμούς. 

Μπορούμε, νομίζω, να τολμήσουμε μια αναλογία ανάμεσα στον συγκεκριμένο ιό και στην ιδεολογική συγκυρία την οποία διανύουμε. Ο κορονοϊός συναντά τη γενικότερη ορμή για αναδίπλωση, για συσπείρωσης στα «δικά μας», για στροφή κυβερνήσεων και ατόμων στα του οίκου τους. Η πρόκληση μιας εν εξελίξει πανδημίας ενισχύει τις δυνάμεις της αμοιβαίας καχυποψίας, τον ανορθολογισμό, όπως και κάποιες τάσεις κοινωνικού κανιβαλισμού που αποτελούν τις σκοτεινές όψεις των συλλογικών και ατομικών κατορθωμάτων που έχουν σημειώσει οι σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες. Θα μπορούσε, όμως, να είναι και αφορμή να επανεκτιμήσουμε την αξία της πρακτικής (όχι ρητορικής) αλληλεγγύης και της ενίσχυσης των συστημάτων υγείας και προστασίας της ζωής. 

Ακριβώς γι' αυτό δεν συνιστά μόνο θέμα ιατρικό και επιδημιολογίας, ούτε μόνο μια μεγάλη πρόκληση για τους σχεδιαστές των μέτρων δημόσιας υγείας και τους ειδικούς της πολιτικής προστασίας. Ο covid-19 ενδέχεται να είναι προσωρινή δοκιμασία (αν υποθέσουμε ότι σε κάποιο καιρό θα ελεγχθεί η δυναμική του με ένα εμβόλιο), αλλά αποκαλύπτει ήδη το τι μας κάνει πιο ευάλωτους ως κοινωνίες: βγάζει απότομα στην επιφάνεια ηθικά διλήμματα για τα άτομα και τους ίδιους τους θεσμούς. 

Βάζοντας, για παράδειγμα, στην ημερήσια διάταξη πολλούς περιορισμούς και αυτοπεριορισμούς, η κατάσταση με τον ιό έρχεται σε αντίθεση με την ιδεολογία των ανεμπόδιστων επιλογών και μια ορισμένη φαντασίωση ατομικής «παντοδυναμίας». Παράλληλα, επιστρέφει για τα καλά η αποτροπή, το πνεύμα της απαγόρευσης, η πολιτική εντολή μαζί με την επιστημονική σύσταση ‒ αυτό που ορισμένοι βλέπουν ως βιοπολιτικό έλεγχο του πληθυσμού. Εκτός από τις αντοχές των συστημάτων υγείας, η απειλή φανερώνει και τα όποια ηθικά αποθέματα των επιμέρους κοινωνιών και συλλογικών δομών. 

Στη χώρα μας, ας πούμε, αυτός ο ιός «προκαλεί» την πυκνή εξωστρέφεια της ελληνικής ζωής, τη μακάρια αμεριμνησία των κοινωνικών μας τρόπων, όπως και την αίσθηση πολλών πως κάτι μας προστατεύει μεταφυσικά ως Έλληνες από παγκόσμιες καταστροφές και δεινά. Ωστόσο, αν η ασθένεια δεν αναχαιτιστεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες, φοβάμαι πως θα δούμε πολλές εκδηλώσεις εγωιστικής μικρότητας και κωμικοτραγικής ασχήμιας. Προς το παρόν, διαφαίνεται μια κουλτούρα άρνησης της πραγματικότητας με την καταφυγή σε «εναλλακτικές», θεραπευτικές αλχημείες και αλλοπρόσαλλους συσχετισμούς. 

Ένα πολιτικό και φιλοσοφικό ερώτημα είναι αν, όπως συνέβη κάποτε με το AIDS και την παρέμβασή του στην ανέμελη σεξουαλικότητα, ιοί σαν τον covid-19 μαρκάρουν πιο μόνιμα τις κοινωνικές σχέσεις και τη σχέση μας με τις δημόσιες εξουσίες του κράτους και της επιστήμης. 

Το βέβαιο είναι πως ένας ιός με εύκολη διάδοση δεν αποτελεί θέμα που προσφέρεται για ψύχραιμες σκέψεις. Ο πανικός, οι φήμες και οι σκοτεινές προβλέψεις έχουν αρχίσει ήδη να παίζουν σε κάποιες γωνιές των ψηφιακών μας καφενείων. Από την άλλη πλευρά, ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων βρίσκονται στον κόσμο τους, δεν αλλάζουν συμπεριφορά, ούτε καταλαβαίνουν καλά-καλά τι λένε αυτοί στις τηλεοράσεις. 

Ιδιαίτερα ο νεότερος κόσμος –που έχει αντιληφθεί ότι ο ίδιος δεν απειλείται σοβαρά‒ δεν πείθεται από όλο αυτό το σκηνικό που το βλέπει ως ρεπορτάζ για κάποια απόμακρα σύνορα. Υπάρχει μια φυσική αδιαφορία της νεότητας –απολύτως εξηγήσιμη εξάλλου‒ που αντιστέκεται στον φόβο, αλλά την ίδια στιγμή μπορεί να παράγει ανεύθυνη και επιπόλαια συμπεριφορά διασποράς του ιού. Ξέρουμε ότι κάθε μεγάλη κρίση έχει ρυθμούς πανικού και αδιαφορίας, εναλλαγές ατμόσφαιρας από την υποχονδριακή ακρότητα στην υποτίμηση των κινδύνων. Και οι δύο στάσεις ριζώνουν στην κοινωνία ως τρόποι διαχείρισης της έντασης και του άγχους. 

Ένα πολιτικό και φιλοσοφικό ερώτημα για τον covid-19 είναι αν οι νέες μορφές εξουσίας και φόβου που έφερε στην επιφάνεια είναι σπόροι του μέλλοντος. Μήπως αυτή η κρίση προεικονίζει μια μετα-φιλελεύθερη οργάνωση των κοινωνιών, βασισμένη στον κανόνα της διαρκούς προφύλαξης και αντισηψίας; Μήπως, όπως συνέβη κάποτε με το AIDS και την παρέμβασή του στην ανέμελη σεξουαλικότητα, ιοί σαν τον covid-19 μαρκάρουν πιο μόνιμα τις κοινωνικές σχέσεις και τη σχέση μας με τις δημόσιες εξουσίες του κράτους και της επιστήμης; 

Πολύ συχνά τέτοια ερωτήματα δείχνουν υπερβολικά και αποκομμένα από τον αγώνα των γιατρών, των νοσηλευτών, των δομών, από την αγωνία πασχόντων και συγγενών ‒ ερωτήματα «πολυτελείας», λένε κάποιοι. Ας τα έχουμε όμως κι αυτά στο πίσω μέρος του μυαλού μας, αφού κάθε μολυσματική ασθένεια είναι και μια κοινωνική εμπειρία και όχι απλώς κάτι περιορισμένο στην κοινότητα των πασχόντων και των γιατρών τους. 

Ο αγώνας εναντίον του κορονοϊού είναι συγχρόνως και συλλογικό στοίχημα, για να μη χάσουμε την εμπιστοσύνη μας στον ορθολογισμό, στην αλληλεγγύη και στη σημασία της ατομικής ευθύνης για μας και τους άλλους. 

Πηγή: www.lifo.gr

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020

"Search For Peace" (1999) McCoy Tyner (youtube, 28.2.2020)

..............................................................


"Search For Peace" (1999) McCoy Tyner





7 + 1 ποιήματα του Γιάννη Δάλλα (1924-2020) - από τη συλλογή "Ανατομία" (εκδ. Κείμενα, 1971)

.............................................................








Γιάννης Δάλλας (1924 - 2020)



...4

Όταν ξυπνήσαμε ούρλιαζε από παντού η φωνή:
Μιλείστε πιο σιγά         Προχωρείτε στα νύχια
σας       Ξυστά κάτω απ' τους τοίχους και τις 
μακρινές αφίσες       Εκεί που δείχνει ο δείχτης
σε σταθμούς και γήπεδα μεταγωγής         Αρχί-
ζει η προγραφή        Να μην αναληφθεί κανείς
      Στα πόδια τ' όνομά σας           Αποθέσατε
Τα ρούχα θα τα βρείτε απέναντι στην άλλη ακτή

Απέναντι ένας πεζοναύτης φάντασμα περιπο-
        λούσε τις ακτές
Σε κάθε δίχτυ ανεστραμμένοι δρόμοι δάση των
         χεριών
Βλέπετε αυτούς τους πλοκαμούς είν' οι συντρό-
          φοι σας
Κι αυτά τα γύψινα εκμαγεία μες στα φύκια
Ή ποδοπατημένα από τυφλά συντάγματα
Μες στις οπλές - δεν τους αναγνωρίζετε;

Οι αρχηγοί σας καταποντισμένοι.




...7

Γύρευα πόρτες
Ποια πόρτα;
Όλες δικές μου κι άξαφνα ανάρπαστες
Κι απ' τις παρόδους ν' ακούγεται η διαδήλωση
Κι εγώ παραπαίοντας με τους συντρόφους
         τυφλούς
Στενεύοντας τα βήματά μας σε λίγα τετραγω-
       νικά

Κι ύστερα ο ορίζοντας συρματόπλεγμα
Σαν τους ιστούς μιας αράχνης ακίνητης μες
         στο φως.


...12

Πώς να περιγράψω αυτή την πλατεία;

Άλλοτε τόπος θερινών αντεγκλήσεων
Τώρα σκοποβολής -
Αλλοιωμένοι πηγαίνομε κάθε πρωί
Βασανιστές και βασανιζόμενοι
Χωρίς να βλέπομε την αλλαγή
Χωρίς αιδώ που θα 'λεγε ο ποιητής
Καμμιά αμφιβολία εννοείται
Πως εμείς είμαστε τα τεκταινόμενα
Κάθε πρωί με καινουργή προσωπεία

Η άλωσή μας έγινε      Αενάως θα γίνεται
Σ' αυτά τα τετράγωνα.



13


Ζω σε μια αλλοιωμένη γη


Κάθε πρωί ένας μαδημένος σκύλος στρίβει το

κλειδί ανοίγει την πόρτα μου και παίρνει τους

δρόμους Καλημερίζει τους άλλους σκύλους

χωρίς να ρωτά αν είναι της ράτσας του Είναι

όλοι τους κουρεμένοι κι αυτός βιάζεται να φτά-

σει στο μαγαζί του όπως παλιότερα στους

σκουπιδότοπους.




...15


Κάποιος χαμήλωσε τα φώτα κι έδωσε το σύν-
      θημα ν' αρχίσει η μουσική

Ποια μουσική;

Αυτός ορκίστηκε πως άκουσε σαξόφωνα ο άλ-
         λος ουρλιαχτά σφαγείου
Σαν κατεβήκαμε τη σκάλα αναγνωρίσαμε τη 
        μοίρα μας σ' αντήχηση παλίνδρομη
Άλλαξε μόνον ο ρυθμός πιο νευρικά τα πρό-
       σωπα στις σκάλες και τους διαδρόμους
Ντοπαρισμένα ως τα κατώγια του άλλου κόσμου

Κι απάνω στα υπερώα οι χρυσοποίκιλτοι
Καθένας με μια κούκλα νεωτερισμού 
        στην αγκαλιά του.




...25

                                                              Σκαιές πύλες

Απ' ολομέλεια σ' ολομέλεια
Η ζωή σκοτεινιάζει
                                  Κι ο ποιητής
Πώς να ηλεκτρίσει τα πλήθη
Αδελφοί λέγει περάσαμε
Τις Σκαιές πύλες
Όμως πού είν' εκείνη που μου 'ταξες
Πού είναι η αναμενόμενη;

Ο ποιητής άναυδος στην εξέδρα
Μισός χλιμίτρισμα
Μισός ιαχή
Π ο ύ  είναι η αναμενόμενη αυγή;
Αγέννητοι τη δακτυλοδεικτούν
Πένητες την προγεύονται
Χωρίς χαλινάρι καλπάζοντας
Για ποια λειβάδια γνωρίζοντας
Την πίκρα του εξερευνητή
Τάχα για ποια προϋπάντηση
Ποια ανύπαρκτη γη της επαγγελίας
Και μένει η πλατεία έρημη
Μανιτάρι των παρελάσεων
Καθώς μαδήθηκε η ιαχή
Χωρίς αντήχηση

Ο ποιητής βιάζεται να κρυφτεί

(Για πού το 'σκασε αυτός ο σκίουρος;)

Π ί σ ω  α π'  τ ο  δ  ά σ ο ς  τ ω ν  π ρ ο τ ο μ ώ ν.




26

Επειδή η νεότητά μας ήταν κάποτε ευαγγελι-
σμός της ζούγκλας     Και τώρα το αύριο πάν-
τα το αύριο είναι το κλουβί μας μ' ανοιχτές 
τις πόρτες   Επειδή είμαι ο Γιάννης ο τυφλός
οιωνοσκόπος και μου δείχνει ένα παιδί πώς
στρίβει το κλειδί         Βγαίνει ο Μιχάλης* που
τζακίστη πρώτος νεύοντας αντισταθείτε με φτε-
ρά άλμπατρος       Η Ελένη η Νίκη πόσες νί-
κες σαν αυγά αντιλόπης κι αποκάτω ο Μαξ ο-
νείρων φαροφύλακας   Επειδή 'σαι συ ο Μα-
νόλης σ' εποχή λιμού κι έμεινε ο Μίλτος μα-
τωμένος και κυνηγός     Επειδή 'ναι ο Άρης
σε διπλά πριονιστήρια επειδή το δάσος δεν α-
πανθρακώθηκε επειδή  Πετάγομαι μες απ' την 
πάχνη του ύπνου και φωνάζω στο παιδί Φυλά-
ξου Κωνσταντίνε μου      Εσύ 'σαι κληρονόμος 
των κλουβιών μη μας κοιτάς με φρίκη τώρα 
που ένας-ένας ημερέψαμε    Να πάρε το ρα-
βδί και φύτεψέ το μες στην άνυδρη αγορά μπο-
ρεί και να πετάξει ένα κλαδί           Μπορεί πριν 
να σφυρίξει η σφαίρα ν' ακουστεί μια τελευ-
ταία φωνή που δεν εξαγοράζεται
                Μπορεί - 



...31

                                                        Στο στυλ του Μ.Α.

Σ' αυτόν που έδωσε τη γραμμή και δραπέτευσε
Στα διαβούλια μ' αποικιακές Εταιρείες
Στα μεροκάματα και τη συναλλαγή του κορμιού
Σε μένα που δεν φυτεύω σαν σφαίρες τις λέξεις
Ανάμεσα στον εφιάλτη και το φως στο φεγγίτη
Στο πόδι και το σκαλοπάτι στο ναι το όχι

Είμαι παντού διάχυτος παντού συσπειρωμένος.


       

*Σημείωση του ποιητή: "Βγαίνει ο Μιχάλης [  ] - τα ονόματα είναι πραγματικά. Το τζακίστη να διαβαστεί με το ιδίωμά του προς τα μέσα (όχι χαριστική βολή, αλλά  ζ ω ν τ α ν ή  δοκιμασία) όπως δηλώνει πολλές φορές η λ. στον Μακρυγιάννη. Τα αντισταθείτε, εποχή λιμού, ματωμένος και κυνηγός, διπλά πριονιστήρια είναι φράσεις - σήματα εμπειρικών καταγραφών των ποιητών Μιχάλη Κατσαρού, Μανόλη Αναγνωστάκη, Μίλτου Σαχτούρη και Άρη Αλεξάνδρου. Το ποίημα, χωρίς να απομυθοποιεί, προσπαθεί να περιγράψει την περιπέτεια μιας καταδικασμένης γενιάς. 

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

"Κική Δημουλά - Η ποίηση και το πληθυντικό της νόημα, ή η Κική Δημουλά «αριστερή» ποιήτρια" ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ ("ΑΥΓΗ"-"ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ", 29.2.2020)

............................................................


Κική Δημουλά

Η ποίηση και το πληθυντικό της νόημα, ή η Κική Δημουλά «αριστερή» ποιήτρια




ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ ("ΑΥΓΗ"-"ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ", 29.2.2020)

Σ’ ένα ποίημά της, από την καθ’ όλα σημαδιακή συλλογή της, Το λίγο του κόσμου (1971), σημαδιακή κυρίως γιατί με τα ποιήματα αυτού του βιβλίου συναντήθηκε-μεταφορικά και κυριολεκτικά- με τα τότε νεαρά μέλη των ποιητών του ΄70, το «Πληθυντικού αριθμού», η Κική Δημουλά θεωρεί πληθυντικού νοήματος τρία ουσιαστικά ονόματα, τον έρωτα, το φόβο και τη νύχτα, ενώ εξαιρεί ένα και μόνο ουσιαστικό: τη μνήμη. Θα μπορούσε ο κατάλογος αυτός να είναι μακρύς και τα πληθυντικού νοήματος ουσιαστικά αναρίθμητα, αλλά ας αρκεστούμε σ’ αυτά τα τρία, θεωρώντας τα δείγματα των υπόλοιπων άλλων. Πράγματι, λοιπόν, ο έρωτας, ο φόβος και η νύχτα τείνουν προς την πολλαπλότητα και κάποια στιγμή φωλιάζουν, πράγματι, στην αίσθηση του πληθυντικού. Δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς την πληθυντικότητα. Ενώ η μνήμη, όπως λέει η ποιήτρια, είναι «μόνον ενικού αριθμού», δηλαδή μόνο αυτή μάς ανήκει, μόνο αυτή υπάρχει όσο υπάρχουμε και μόνο μέσω αυτής, βέβαια, μπορούμε να νιώσουμε –ως μνήμη των σπλάχνων μας- τον έρωτα, το φόβο και τη νύχτα.
Αντίθετα προς άλλους «ειδικούς» αναγνώστες της ποίησης της Δημουλά, οι οποίοι συνήθως στάθηκαν κριτικά απέναντι στα «νεύματά» της, απέναντι στις δήθεν ευκολίες των θεμάτων της, με τις οποίες καταργούσε το άβατο του ναού της ποιήσεως και δεχόταν έναν μεγάλο σχετικά αριθμό, έναν πληθυντικό αριθμό προσερχομένων, πολλές φορές ανίδεων για το τι ισχύει στον παρασιτικό ποιητικό μας κανόνα, αντίθετα λοιπόν προς άλλους εγώ είμαι με το μέρος αυτών των ανίδεων! Οι οποίοι συναντήθηκαν με τα ποιήματά της όχι μετά από κάποια προσενεννόηση, όχι με την ιδεολογική αναδοχή και την πολιτική στήριξη, όχι με τη βοήθεια και το σπρώξιμο της μελοποίησης που σε άλλους καιρούς ανέβασαν διαμιάς προς τον πληθυντικό ορίζοντα τις μείζονες φωνές που ονομάζονται Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Γιάννης Ρίτσος. Η Δημουλά, αντιθέτως, με την χαμηλής έντασης φωνή της, που περισσότερο πλησίαζε στην εσωτερική, υπόκωφη αναταραχή του σαχτουρικού πανικού, δεν «ευεργετήθηκε» καθόλου από αυτά. Θα πήγαινα λίγο πιο πέρα ακόμα: δεν ήταν δυνατό να ευεργετηθεί, διότι απλούστατα μιλούσε μια διαφορετική γλώσσα, μιλούσε μέσα από μια άλλη οπτική, μια χαμηλού βαρομετρικού προοπτική που δεν μπορούσε να ανεβεί τις κλίμακες και να ακουστεί. Διότι, ενδεχομένως, η εποχή τότε, στα χρόνια του ΄60 και του ΄70, δεν τη χρειαζόταν. `Ηθελε άλλα, καθώς η κάθε εποχή ακούει, διαβάζει και θέλει διαφορετικά.



Όποιος ξεφυλλίσει απλώς τη συγκεντρωτική έκδοση των Ποιημάτων (1998) της, νομίζω ότι θα αντιληφθεί χωρίς καμιά απολύτως δυσκολία, ότι η Δημουλά δεν απίστησε σε τίποτε από όσα συνιστούν την γλωσσική, τη θεματική και την πραγματολογική ταυτότητά της. Η αίσθηση της ξενότητας, η απόσταση ελέγχου που επιβάλλει ως απαραίτητη το ποιητικό υποκείμενο, με τον φόβο ότι ακόμα και το πιο παραδείσιο περιβάλλον, η θάλλουσα φύση, οι γραφικές εικόνες που προσελκύουν το βλέμμα, είναι μια σκηνογραφία που υποδύεται το παραδείσιο περιβάλλον. Και επίσης, οι τεχνικές της: η αστραπιαία, αέρινη μεταφορά, οι παρηχήσεις, οι αιφνιδιασμοί ως προς τις αλλαγές γένου, μεταμορφώνοντας κάτι που το γνωρίζαμε αλλιώς, η γλωσσοπλαστική της δεινότητα. Προπάντων όμως η ικανότητά της να ονομάζει τα πράγματα βαφτίζοντάς τα στη δική της κολυμβήθρα, χωρίς παραταύτα οι παριστάμενοι να έχουν απορίες για την όλη διαδικασία. Εκεί βρίσκεται το «μυστικό» την αναμάγευσης που δημιούργησε (ίσως χωρίς καλά καλά να το ξέρει) η Δημουλά. Αν εξαιρέσουμε την αρκετά νεώτερή της Κατερίνα Αγγελάκη, η οποία ωστόσο βρήκε τη φωνή και τα πατήματά της της πολύ αργότερα, ποιά άλλη ήταν η ποιήτρια που όταν εκείνη έβγαζε το Ερήμην (1958) και το Επί τα ίχνη (1963) είχε ήδη την τόλμη να στρέψει το βλέμμα της προς τα «χαμηλότερα», προς όσα ονομάστηκαν αργότερα, ενίοτε περιφρονητικά, καθημερινότητα, μιλώντας όμως γι΄αυτά με τη μελαγχολική βεβαιότητα ότι είναι τα μόνα κτερίσματα που η αφή μας, η παρουσία μας, η μνήμη μας τα κάνει να υπάρχουν.
Δεν είναι λίγο. Η Δημουλά, γνωρίζοντας ή (το πιθανότερο) μη γνωρίζοντας, κατέβασε τον πήχυ της υψηλόφωνης, αναπεπταμένης και ενορατικής ποίησης, αυτής που στα καθ’ ημάς επέζησε ως νεκροφάνεια, λόγω της εξαχρειωμένης μεταπολίτευσης και του ιδεολογικού μίσους. Όπως επίσης, της ποίησης που ταύτιζε το ιερό με το εκφραστικά δύσβατο. Θα μπορούσε, αν δεν υπήρχαν οι αγκυλώσεις, οι ιδεοληψίες και οι νοσηρές εξαρτήσεις από το παρελθόν, να είναι μια ποιήτρια «αριστερή»! Δηλαδή, μια ποιήτρια που ήξερε να μεταμορφώνει το προσωπικό σε πληθυντικό, βρίσκοντας τις αφανείς συνδέσεις των φαινομένων, μιλώντας θαρραλέα για πάθη, αγωνίες, πανικούς και δίνοντας μια απόλυτη σωματική, θερμή υπόσταση σε όνειρα, αισθήματα και φόβους που συνήθως η πριν από αυτήν ποίηση των γυναικών τα έκρυβε πίσω από μάσκες, ετερότητες και παντοειδείς αφαιρέσεις. Γιατί όχι, μια ποιήτρια «αριστερή»; Γιατί τη στιγμή εκείνη, στα τέλη της δεκαετίας του ΄70, μόλις ανεπαισθήτως αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε ότι ολοένα και λιγότερο νερό κυλούσε στις κοίτες της ποιητικής παράδοσης, όπως την ξέραμε και την ακολουθούσαμε ως υπνοβάτες! `Οτι ήταν εξαντλημένη τόσο η γραμμή της υψιπετούς ρητορικής όσο και η επικράτεια του άβατου που κρατούσε ως απαραίτητο δεδομένο του ο χρησμικός λόγος. Τα πράγματα άλλαζαν.
Δεν λέω ότι η ποίηση της Δημουλά, ως το παράξενο άλλο, της φωνής που έδινε ζωή στα μικρά και στα αφανή της κάθε μέρας, είχε μόνο αυτή ανοίξει από νωρίς αυτό το άβατο. Ασφαλώς μαζί της υπήρχαν κι άλλες γυναικείες φωνές, της Αμαλίας Τσακνιά, της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου, της Γιολάντας Πέγκλη, της Μαρίας Καραγιάννη. Αλλά στέκομαι κυρίως σ΄αυτήν, γιατί σ’ αυτήν «έλαχε», στα ποιήματα της αναγνωρίζονται καλύτερα μερικά χαρακτηριστικά που νομίζω ότι, ξεκινώντας από τα χρόνια της μεταπολίτευσης, διασταυρώθηκαν με τις γενικότερες ζητήσεις ενός κόσμου, προπάντων γυναικών. Ενός κύματος που ερχόταν από κάτω και που «ανίδεο» για την ως τότε επικρατούσα λογοτεχνική τάξη -για τα πρωτεία και δευτερεία των γραμματολόγων- είχε αφυπνιστεί πολιτισμικά, αλλά με διακριτό τρόπο. Είχε αρχίσει να αισθάνεται τις ταυτοτικές διαφορές του και ήθελε να βρει μια άλλη μορφή και γλώσσα συνομιλίας. Αυτός ήταν ο προπάντων γυναικείος κόσμος που ένιωσε την Κική Δημουλά ως «δική» του, αναγνωρίζοντας αυτό που ήταν ή κάτι σαν αυτό που ήταν (και είναι) στα αγχωδώς αεικίνητα ποιήματά της. Και μην ξεχνάμε ότι προτού αυτός ο κόσμος πυκνώσει τις τάξεις των αναγνωστών της, είχε αφήσει πίσω του τη θρυμματισμένη ευστάθεια του μεταπολέμου, το δήθεν συμπαγές της ιστορίας, το ψευδεπίγραφο των οραμάτων.

"Η Ευρώπη και ο Έβρος" γράφει ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή", 3.3.2019)

..............................................................


Η Ευρώπη και ο Έβρος





γράφει ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή", 3.3.2019)

Με τρόπο στυγνό, ο «πολέμαρχος των τριών ηπείρων» Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εκμεταλλεύεται την απελπισία μεταναστών και προσφύγων και τους μεταχειρίζεται σαν ανθρώπινο πολιορκητικό κριό. Η απελπισία είναι προνομιακό έδαφος για την ευπιστία. Οι ξεριζωμένοι πιστεύουν ό,τι έχουν ανάγκη να πιστέψουν. Ας μην το παραβλέπουμε. Ωστε να μην γλιστράμε στην απολύτως άδικη γενίκευση, που εμφανίζει σαν ενεργούμενα του τουρκικού καθεστώτος ή δυνάμει πράκτορες όλους όσοι συρρέουν στον Εβρο ή ριψοκινδυνεύουν στο Αιγαίο. Φυγάδες παραμένουν. Με δικαιώματα. Οσα ορίζει το γραπτό διεθνές δίκαιο και η άγραφη ηθική του ουμανισμού.

Η αίγλη του Τούρκου προέδρου στο εσωτερικό της οικονομικά καταρρέουσας χώρας του ξεθωριάζει. Οι σχεδιασμοί του πολεμόχαρου μεγαλοϊδεατισμού του σε Συρία και Λιβύη αποδεικνύονται υπερβολικά ανεδαφικοί. Το παιχνίδι της τυχοδιωκτικής εναλλαγής συμμάχων έφτασε στα όριά του. Η βεβαιότητά του πως η Τουρκία αποτελεί μια τρίτη υπερδύναμη, μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ, αποκαλύφθηκε παιδαριώδης. Δεν του απέμεινε σαν όπλο παρά η απόγνωση όσων εγκλωβίστηκαν στην Τουρκία, εκπατρισμένοι λόγω των πολέμων, της ανελευθερίας και της έσχατης ανέχειας.

Με την ίδια αναίδεια που υποκρίνεται τον προστάτη τους, ενώ με την πολεμική πολιτική του και τη βάρβαρη δράση των χαλιφατικών μισθοφόρων του παράγει προσφυγιά, ο Ερντογάν εκβιάζει την Ελλάδα. Δηλαδή την Ευρώπη. Αν όντως ισχύει η εξίσωση Ελλάδα ίσον Ευρώπη. Μια Ευρώπη που δεν φαίνεται να νιώθει εκβιαζόμενη. Η Λέσβος και ο Εβρος είναι μακριά από το Βερολίνο. Δηλαδή από τις Βρυξέλλες. Γι’ αυτή τη δεύτερη εξίσωση, Βερολίνο ίσον Βρυξέλλες, δεν χωρεί αμφιβολία. Επί του παρόντος, λοιπόν, «η Ευρωπαϊκή Ενωση συμπαρίσταται στην Ελλάδα». Με δηλώσεις και υποσχέσεις. Περίπου όπως συμπαρίσταται επί δεκαετίες και στην Κύπρο.

Η κυβέρνηση ανακαλύπτει αργοπορημένα ότι δεν στέκει καμία από τις «ερμηνευτικές» εμμονές της και αρπάζεται από το δόγμα της μικροβιολογικής προσφυγοφοβίας. Χρέος της να προστατεύσει τα σύνορα, χωρίς όμως και να παραδοθεί στον πανικό. Ας μην πάρει γραμμή από τους μισαλλόδοξους «φαντασμένους αρθροτυμπανιστές» (παλαμική η ορολογία) της ηλεκτρονικής και της έντυπης δημοσιογραφίας, που αξιώνουν «να γαζώσουμε τους εισβολείς», και από τους λιγοστούς πατενταρισμένους ακροδεξιούς των νησιών, που απαιτούν «να τους βουλιάξουμε».

Αν αυτό είναι ο «καθαρός πατριωτισμός», τότε μόνο ο «νοθευμένος» θα μας επέτρεπε να περισώσουμε αντρόπιαστο το πρόσωπό μας.

"Δεν είναι πόλεμος, δεν είναι εισβολή" γράφει ο Κωστής Παπαϊωάννου (www.lifo.gr, 3.3.2020)

..............................................................



   Δεν είναι πόλεμος, δεν είναι εισβολή




               γράφει ο Κωστής Παπαϊωάννου (www.lifo.gr, 3.3.2020)


Ανθρώπινα σώματα συνωθούνται στους φράχτες των συνόρων, καύσιμη ύλη σε ασκήσεις γεωπολιτικής. Η επένδυση στο φόβο και η εργαλειοποίηση της απελπισίας δείχνουν το απεριόριστο του ερντογανικού αμοραλισμού. 

Βρισκόμαστε σε δοκιμασία, ως κοινωνία και ως οργανωμένη πολιτεία. Πώς αντιμετωπίζεται η υποκινούμενη από άλλη χώρα προσπάθεια ανεξέλεγκτης και ασύντακτης εισόδου μεγάλου αριθμού ανθρώπων; Φυσικά το κράτος δικαιούται να δράσει. Οι χώρες έχουν νόμιμο δικαίωμα να ελέγχουν τα σύνορά τους, να διαχειρίζονται τις παράτυπες μετακινήσεις. Το δήλωσε χτες η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Πώς όμως γίνεται αυτό σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου; Πώς, κυρίως, γίνεται με αδιαπραγμάτευτη την αξία της ανθρώπινης ζωής; 

Ο Ερντογάν ακολουθεί πολιτική αντάξιά του: εξάρθρωση της δημοκρατίας, πολεμικές επιχειρήσεις που γεννούν πρόσφυγες, εργαλειοποίηση των ανθρώπων αυτών για να αποκομίσει οφέλη. Η ΕΕ, ακέφαλη και πολυδιασπασμένη, αναιρεί κάθε έννοια κοινοτικής αλληλεγγύης και σεβασμού σε αρχές ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τεκμήρια ακλόνητα η εμπλοκή χωρών στον πόλεμο της Συρίας, το εμπόριο όπλων, η υποκρισία στο προσφυγικό. 

Σε αυτό το περιβάλλον καλούμαστε να σταθούμε όρθιοι. Να προστατεύσουμε την εθνική μας κυριαρχία χωρίς να χαθούν αξίες που νοηματοδοτούν αυτή την κυριαρχία. Να αντιμετωπίσουμε το τέρας του ανθρωποφάγου γεωπολιτικού κυνισμού χωρίς να γίνουμε σαν αυτό. Η χώρα αντιμετωπίζει μια εξαιρετικά δύσκολη συνθήκη. Δεν αντιμετωπίζει όμως ούτε πόλεμο ούτε εισβολή. Εισβολή ήταν ο Αττίλας το '74. Πόλεμο είχαμε το '40. Απέναντί μας δεν έχουμε μεραρχίες. Έχουμε απελπισμένους ανθρώπους. Η εργαλειοποίηση της απελπισίας τους ασκεί βεβαίως αποσταθεροποιητική πίεση. Θεμιτό να αντιδράσουμε για να αποτρέψουμε την αποσταθεροποίηση. 

Εν προκειμένω, η αντίδραση είναι προβληματική για τρεις λόγους. Πρώτον, θέτει εν αμφιβόλω τις αρχές της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της αξιοπρέπειας. «Ούτε η σύμβαση του 1951 που σχετίζεται με το καθεστώς των προσφύγων ούτε η νομοθεσία της Ε.Ε για τους πρόσφυγες προσφέρουν τη νομική βάση για την αναστολή υποδοχής αιτήσεων ασύλου» τόνισε η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ. 

Πρόσφυγες ή μετανάστες δικάζονται σε 4 χρόνια φυλάκιση χωρίς αναστολή και 10.000 ευρώ ποινή για παράνομη είσοδο στη χώρα. Διενεργούνται παράνομες βίαιες επαναπροωθήσεις προσφύγων ή μεταναστών. 

Δεύτερος λόγος: η αντίδραση είναι μακροπρόθεσμα αναποτελεσματική. Ενώ δηλώνουμε ότι η κοινή δήλωση ΕΕ-Τουρκίας είναι νεκρή, συνεχίζουμε να στοιβάζουμε κόσμο στα νησιά. Στο όνομα μιας νεκρής δήλωσης βάζουμε μπουρλότο στην κοινωνική συνοχή. 

Τρίτος λόγος: η χώρα γίνεται Αλαμπάμα του '60. Περιπολίες αυτόκλητων ένοπλων εθνοφρουρών. Μιλίτσιες που κάνουν κυνήγι κεφαλών. Τάγματα εφόδου και ξυλοδαρμοί όσων αποκλίνουν της «εθνικής γραμμής». Στοχοποίηση δημοσιογράφων και «φίλων των μεταναστών». Ρητορική μίσους, εθνικιστικά παραληρήματα από κυβερνητικούς βουλευτές. Οι νησιώτες που έβριζαν και απειλούσαν γυναικόπαιδα στη βάρκα δεν ήταν μεμονωμένη ψυχοπαθολογία. Τα push backs από το λιμενικό δεν είναι υπερβάλλων ζήλος. Το λιντσάρισμα φωτορεπόρτερ δεν είναι «ξέσπασμα αγανάκτησης των κατοίκων». Είναι εκφασισμός της κοινωνίας. 

Η αφαίρεση της ανθρώπινης ιδιότητας από τον «άλλο», πριν χαρακτηριστεί εχθρός, είναι το πρώτο βήμα του φασισμού. Στον κυρίαρχο λόγο δεν έχουμε πια πρόσφυγες, έχουμε «ορδές, απολίτιστους, ασύμμετρη απειλή, ποινικούς στα σύνορα». Όσοι τα λένε, βουλευτές, δημοσιογράφοι, παπάδες, παίζουν το παιχνίδι του Ερντογάν. Εξυπηρετούν το εμπόριο φόβου και την αποσταθεροποίηση. Ο Ενρτογάν πουλάει, οι ομιλούσες κεφαλές αγοράζουν και μας μεταπωλούν. 

Ακούω τον αντίλογο; «Τι προτείνεις; Ποια είναι η λύση;» Κατ' αρχήν, όποιος τάζει λύση λέει ψέματα. Το έκανε η κυβέρνηση προεκλογικά και βλέπουμε πού κατέληξε. Κλωνοποίησε Μουτζούρηδες. Αναζητούμε τρόπους διαχείρισης. Ούτε ανοιχτά σύνορα, ούτε να τους πνίγουμε στον Έβρο ή στο Αιγαίο. Είναι εύκολο; Όχι. Είναι το μόνο βιώσιμο. Και να είμαστε καθαροί. Αν το δίλημμα είναι αποτροπή με κάθε μέσο ή ανθρώπινες ζωές, η απάντηση είναι ανενδοίαστα υπέρ της ζωής. 

Αυτό σημαίνει διαχείριση της ανθρωπιστικής κρίσης που ενσκήπτει. Σημαίνει καμπς στην ενδοχώρα. Όχι κλειστά κέντρα, είναι η πιο αδιέξοδη και ανεφάρμοστη επιλογή. Σημαίνει αίτημα διεθνούς συνδρομής. Άμεση απεμπλοκή από το δόγμα του εγκλωβισμού στα νησιά. Μετεγκατάσταση σε όλη την Ελλάδα. Οι αριθμοί το επιτρέπουν και το επιβάλλουν. Σημαίνει διεθνοποίηση του προβλήματος, πρωτοβουλίες, παζάρεμα, πιέσεις, εκβιασμούς. Με αμφίβολα φυσικά αποτελέσματα. Από την άλλη, ίσως κλονιστεί η ευρωπαϊκή αταραξία με τα νέα δεδομένα. 

Ο χρόνος, βέβαια, είναι εναντίον μας. Ακόμα κι αν υπάρξουν βελτιώσεις στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, θα είναι μικρότερες και πιο αργές του επιθυμητού. Άρα η κυβέρνηση πρέπει να πει την αλήθεια στον κόσμο, όχι παραμύθια. Πρέπει να εμπνεύσει ασφάλεια και ένα μήνυμα αλληλεγγύης. Όχι να καλλιεργεί τον φόβο και το μίσος. Πρέπει να καταστείλει όσους «παίρνουν τον νόμο στα χέρια τους». Όχι να τους ενθαρρύνει. 

Κυρίως: πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με όσους ανθρώπους είναι εδώ και όσους θα έρθουν. Γιατί θα έρθουν. Η χώρα δεν αντέχει να πνίγει ή να πυροβολεί ανθρώπους στα σύνορα. Αλλά να σας πω ένα μυστικό; Θα έρθουν ακόμα κι αν η χώρα πνίγει ή πυροβολεί. 

Έχουμε μπροστά μας διμέτωπο αγώνα. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε συντεταγμένα τον επιθετικό κυνισμό του Ερντογάν. Πρέπει ταυτόχρονα να πατήσουμε το φίδι του εθνικισμού και του ρατσισμού. Όσο επικίνδυνος είναι ο ένας, άλλο τόσο κι ο άλλος. Αν ο ρατσισμός πάρει κεφάλι, ο Ερντογάν θα έχει καταφέρει το στόχο του. 

Αυτή πρέπει να είναι η «εθνική γραμμή», η μόνη στην οποία μπορούμε να συνταχθούμε: να μην καταντήσουμε μια χώρα για την οποία ντρεπόμαστε. 

"Για την Κική Δημουλά και τον Γιάννη Δάλλα" Έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας («Καθημερινή», 1.3.2020)

..............................................................


Για την Κική Δημουλά και τον Γιάννη Δάλλα



Έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας («Καθημερινή», 1.3.2020)


Στο δέλτα της ποίησης, στη βιβλιοθήκη μου, η Κική Δημουλά και ο Γιάννης Δάλλας είναι πολύ κοντά, σχεδόν δίπλα δίπλα. Κι ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε να τους ξεπροβοδίσουμε σε κοντινές μέρες, προς το τέλος του Φλεβάρη. Ετών 89 η Δημουλά, 96 ο Δάλλας. «Πλήρεις ημερών»; Η πείνα του καθενός για ζωή δεν κάμπτεται με τέτοια στερεότυπα. Είχα τη χαρά να γνωρίσω προσωπικά και τον Δάλλα και τη Δημουλά. Το λίγο που τους ήξερα με κάνει να πιστεύω ότι και οι δυο τους θα έλεγαν σαρκαστικά πως η «πληρότης ημερών» είναι παραμυθητικός θρύλος. Ναι, «είμαστε στιγμιαίοι», όπως συμπεραίνει η Δημουλά στον «Δημόσιο καιρό» (2014), η δίψα μας όμως για χρόνο είναι λυσσωδώς διαρκής.

Ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς ο Δάλλας, που αποκλήθηκε «γενιά της ήττας», της δεύτερης η Δημουλά, που χαρακτηρίστηκε «χαμένη». Αν υποθέσουμε ότι προσδοκία κάθε ποιητικής γενιάς είναι ν’ αλλάξει τον κόσμο, με τη μαγγανεία των λέξεων και των ρυθμών, τότε κάθε γενιά πρέπει να θεωρείται ηττημένη και χαμένη. Η ορολογία εντούτοις, πάντα γενικευτική, άλλοτε διευκολύνει τη συνεννόησή μας κι άλλοτε μας ρίχνει στα βράχια της σύγχυσης.

Ξέρουμε επίσης από την αναγνωστική αυτοψία ότι η πρώτη μεταπολεμική γενιά ασκήθηκε εντατικότερα στην πολιτική ποίηση σε σύγκριση με τη δεύτερη, που ο λυρισμός της καλλιεργήθηκε αντιμέτωπος με ερωτήματα υπαρξιακού τύπου. Και πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η δημοτικότητα της ποίησης της Δημουλά ελάχιστα ευνοήθηκε από παραμέτρους ισχυρότατες σε άλλες περιπτώσεις: τη μελοποίηση και το πολιτικό περιεχόμενο.




Στα τέλη του 1994, γράφοντας στην «Κ» για την «Εφηβεία της λήθης», στεκόμουν στην ευγενή μελαγχολία των ποιημάτων της Δημουλά. Στη στωική πίκρα, που δεν εκπίπτει σε ανθρωποφοβία ή μισανθρωπιά. Από συλλογή σε συλλογή, η Δημουλά κατέκτησε έναν ονομαστικό, αμέσως αναγνωρίσιμο τρόπο ιστόρησης της λύπης και εναντίωσης στον βραχνά της παραίτησης. Οι στίχοι της, που η ίδια τους αποκαλούσε «ισχνούς» και «αδύναμους» στο «Ερεβος» (1956), απέκτησαν με τον καιρό ισχύ και λαμπερή μειλιχιότητα που δεν τις προοικονομούσαν οι πρώτες της καταθέσεις.

Νοησιαρχούμενη η ποίησή της, μολονότι εμβαπτίζεται διαρκώς στο υγρό αίσθημα και της απώλειας, είναι κατάστικτη από τεχνάσματα που καθιστούν όντως «πολυμήχανο το ταξίδι της φωνής» και της προσδίδουν έναν δελεαστικό χρησμικό τόνο: νεολογισμοί, αιφνιδιαστικά συμπλέγματα ζεύγη λέξεων (σκόρπια: «πολιούχοι χωρισμοί», «χήρα στιγμή», «δουλοπάροικος παλμός», «τοκογλύφος μνήμη», «μεσίστια η λιακάδα πατρίς», «τυμβωρύχος θυμηδία»), εκφραστική αντισυμβατικότητα εν γένει, ανθρωπομορφισμός. Ολα αυτά δεν είναι στολίδια προς διακόσμηση του πένθους. Είναι τεκμήρια της εμπιστοσύνης στη μαγική διάσταση της γλώσσας, άρα στην ίδια ποίηση. Εμπιστοσύνη που σπάνια τραυματίζεται. Σ’ αυτές τις σπάνιες στιγμές η επιμονή στα λαμπερά επινοήματα υποδηλώνει ότι, για να συνεχιστεί το μέγα παίγνιο της ποίησης, για να μην ανακοπεί ηττημένο από μια πνιγηρή αίσθηση ματαιότητας, ίσως πρέπει να αναλαμβάνεται ακόμα και το σοβαρό ρίσκο της μανιέρας και της ανταπόκρισης στις προσδοκίες του αναγνωστικού κοινού. Ως προς αυτό, η στάση της Δημουλά μοιάζει να έχει κοινά γνωρίσματα με τη στάση του Γιάννη Ρίτσου.

Στον «Ηχο απομακρύνσεων» του 2001, το ποίημα της Δημουλά «Οικοδόμημα» δίνει στην αυτοκριτική τον τολμηρό τόνο του αυτοσαρκασμού. Το θυμίζω: «Πώς πήγε αλήθεια η μεγάλη εκείνη επιχείρηση αισθήματος / που άνοιξες. / Μαθαίνω σε γονάτισε. / Τουλάχιστον ξεμπέρδεψες με τις υποχρεώσεις; / Βοήθησε τη λήθη να χτίσει; / Χρόνια ονειρευότανε / δική της οικογένεια / δικό της σπιτικό / μακριά / μακριά από τη μνήμη / όσων τις αγάπησαν και τις δυο». Πάλι και πάλι το ζεύγος Μνήμη - Λήθη λοιπόν. «Μάντιδα» η μνήμη, έτσι αποκαλείται στο «Χαίρε ποτέ» (1988), και «διπλανή ιέρεια» η Λήθη. Ψυχοπνευματικές συγκάτοικοι, μέσα στις πολεμικές διαφορές τους, και συνεργοί.

Στο ερώτημα προς εαυτόν (αλλά και προς τον αναγνώστη) του ποιήματος, «Πώς πήγε αλήθεια / η μεγάλη εκείνη επιχείρηση αισθήματος / που άνοιξες», η ποιήτρια ιδιοποιείται ευθαρσώς τη γλώσσα της αγοράς και σφετερίζεται την ωμότητά της, αλλά για να την υπονομεύσει. Η ποίηση ορίζεται ως «επιχείρηση», δηλαδή ως επίμονη και συστηματική παραγωγή και διακίνηση ενός μοναδικού προϊόντος, του αισθήματος. Ή μήπως καταγγέλλεται σαν μηχανή μελοδραματισμού, σαν βιοτεχνία οργάνωσης και καλλωπισμού του αισθηματικού υλικού; Είναι σχεδόν αναπόφευκτο να θέσει κάθε ποιητής, ωριμάζοντας, το ερώτημα αυτό στην τέχνη του.




Τα έργα του Γιάννη Δάλλα δεν βρίσκονται μόνο στη βιβλιοθήκη με τα ποιήματα, όπου η βαθιά πολιτική φωνή του συνομιλεί με τον Αναγνωστάκη, τον Σινόπουλο και τον Κατσαρό. Πολυσχιδής προσωπικότητα, υπήρξε λόγιος με πλούσια ποιητική, μεταφραστική και δοκιμιογραφική παραγωγή. Ενας ελληνιστής που –όχι και τόσο αυτονόητο ή συνηθισμένο– γνώριζε βαθιά και τα νεοελληνικά γράμματα και τα αρχαιοελληνικά. Το φανερώνουν οι μελέτες του για τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Καβάφη, τον Βάρναλη, τον Σαχτούρη, τον Θεοτόκη, τον Φιλύρα, τον Οικονόμου. Ολες τους υπήρξαν αποτέλεσμα μιας αναγνωστικής-ανασκαφικής μεθόδου που τολμά, ξέρει να εκμεταλλεύεται και το ταπεινότερο στοιχείο και, χάρη στην πολύ γερή εποπτεία του λογοτεχνικού φαινομένου, προβαίνει σε πρωτότυπες συσχετίσεις και συγκρίσεις.

Το μεταφραστικό του έργο ωφελείται ιδιαίτερα από την απόφαση του φιλολόγου να υπηρετήσει τον ποιητή, να μην τον πνίξει, αλλά και από την ταυτόχρονη απόφαση του ποιητή να ακούει προσεχτικά τον φιλόλογο, να μην τον περιφρονεί παρεξηγώντας τα δικαιώματα της «έμπνευσης». Δεσπόζει εκεί η σχολιασμένη μεταφορά στα νέα ελληνικά (σε τέσσερις τόμους) του έργου όλων των αρχαίων Ελλήνων λυρικών, πράγματι πολύτιμη προσφορά. Μετάφρασε επίσης τα (λιγοστά δυστυχώς) σωζόμενα δημώδη των αρχαίων, επιγράμματα του Πλάτωνα, του Καλλίμαχου και του Ρουφίνου, καθώς και Ρωμανό Μελωδό.



Ταιριάζει πιστεύω εδώ, αντί τέλους, μια εγγραφή από τους εξαιρετικούς «Χρονοδείκτες» του Δάλλα (Γαβριηλίδης, 2004): «Μέσα τη Χούντα ο Φίλιππας [ο Βλάχος] και το εργαστήρι του, στα “Κείμενα”. Παλαιοί και νέοι μπαινοβγαίνοντας και συζητώντας με τις ώρες, ανταλλάσσοντας ιδέες, χαρμανιάζοντας τις εμπειρίες και τις ηλικίες τους. Δίπλα στις κάσες με στοιχεία, πρωτογράμματα, βινιέτες, όλα σπάνια. Και με την πράξη ζωντανή της στοιχειοθεσίας μπροστά στα μάτια μου. Στα πρώτα ράφια η παραγωγή: Το μάτι ν’ αγκιστρώνεται στον Μπρεχτ με τα θεατρικά του, στη νωπή μετάφραση του Μάρκαρη. Και δίπλα εμείς οι μεταπολεμικοί: Σαχτούρης, Κακναβάτος, Αλεξάνδρου, Κατσαρός και Γονατάς. Πιο πίσω η Χατζηλαζάρου, ο Λίκος και ο Φιλητάς και μπρος να διαγράφεται η συνέχεια: ο Γκανάς και ο Μπράβος· και μ’ άλλη γλώσσα και ποιητική η Δημουλά, η Λαϊνά, και απ’ τους νεότατους ο Γιώργος Κακουλίδης. Σαν να προτείνεται καινούρια αφετηρία και εντολή για τη γραφή και την ανάγνωση της ποίησης». Αενάως έτσι.