Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020

W.A. Mozart: Piano Quartet No. 1 / KV 478 / Pogostkina, Hagen, Meyer, Ducros (youtube, 2016)

..............................................................


W.A. Mozart: Piano Quartet No. 1 / KV 478 / Pogostkina, Hagen, Meyer, Ducros


Wolfgang Amadeus Mozart (1756 - 1791): Piano Quartet No. 1 in G minor, KV 478 (1784) Alina Pogostkina, Violine / Veronika Hagen, Viola / Mischa Meyer, Cello / Jérôme Ducros, Piano I. Allegro (00:02) II. Andante (10:58) III. Rondo. Allegro (17:30) Recorded live at Solsberg Festival 2016



Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2020

"Η κανονικότητα δια του τρία" & Η εμπειρία του αρχηγού, υποθήκη για τα μέλη" γράφει ο Περικλής Κοροβέσης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 8.2.2020 & 1.2.2020, αντίστοιχα)

..............................................................


          Η κανονικότητα δια του τρία




γράφει ο Περικλής Κοροβέσης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 8.2.2020)

Υπάρχουν στη ζωή κάποια συμβάντα, μικρά ή μεγάλα, που σου αλλάζουν κάποια βαθιά εδραιωμένη αντίληψη και καμιά φορά και στάση ζωής. Εμπειρικά είχα την εντύπωση πως αυτός ο λαός μισεί τα αρχαία. Και αυτό το είχα στηρίξει στις καταστροφές των αρχαίων που είχαν βρεθεί σε οικόπεδα προς ανοικοδόμηση.
Και από τις επισκέψεις μου στους αρχαιολογικούς χώρους όπου, εκτός από κανένα σχολειό, σπάνια συναντούσα Ελληνα. Ακόμα και αυτή η κατηγορία που αγαπάει τα οργανωμένα ταξίδια του εξωτερικού που πάντα συμπεριλαμβάνουν στο πρόγραμμά τους κάποια επίσκεψη σε ένα φημισμένο μουσείο - αν και έχουν δει Λούβρο, Βρετανικό Μουσείο, Ερμιτάζ κ.λπ., δεν έχουν επισκεφθεί το Αρχαιολογικό μας Μουσείο.
Από αυτές τις εμπειρίες είχα καταλήξει σε αυτά τα συμπεράσματα. Μέχρι που ήρθε το «Μακεδονικό» ή «Σκοπιανό». Ολος ο πολιτικός κόσμος, ακόμα και οι πνευματικοί πατέρες του ΣΥΡΙΖΑ, στους δρόμους κατά χιλιάδες, για να υπερασπίσουν το όνομα «Μακεδονία» που το διεκδικούσε μια πρώην περιοχή της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, η οποία βρισκόταν στη γεωγραφική περιοχή που λεγόταν Μακεδονία. Και ως διοικητικό διαμέρισμα της Γιουγκοσλαβίας λεγόταν έτσι.
Οπότε, με κάποια άλλη προσέγγιση -γιατί όχι, υπάρχουν τόσες και τόσες- θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν μια νέα ανακάλυψη του αρχαίου μακεδονικού κόσμου. Μόνο που από αυτήν την ανασκαφή δεν βρέθηκε κάποιο νέο αστέρι της Βεργίνας, αλλά ο αγκυλωτός του Κασιδιάρη και τα άλλα ναζιστικά σύμβολα που για την περίπτωση «μακεδονοποιήθηκαν».
Ομως δεν είναι αυτό το θέμα μας, που έχει προ πολλού εξαντληθεί από όποια πλευρά και να το πάρεις. Το πρόβλημα είναι πως διαμορφώνεται μια αντίληψη που δεν προκύπτει από κανένα ιστορικό τεκμήριο, δημιουργεί έναν μύθο, αυτός ο μύθος πείθει και κάνει την ιστορική τεκμηριωμένη αλήθεια αίρεση και συχνά ποινικό αδίκημα. Και ανάλογα με την εποχή επιβάλλεται και η τιμωρία, που μπορούσε να φτάσει μέχρι την εσχάτη των ποινών.
Οι κοινωνίες που έχουμε γνωρίσει μέχρι τώρα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ήταν στηριγμένες στην εξουσία μιας μειοψηφικής ελίτ η οποία στηριζόταν στη βία και σε έναν μύθο-αφήγημα που δικαιώνει την παρουσία της και φροντίζει για την αναπαραγωγή της. Οσο πιο βαθιά εμπεδωμένος είναι αυτός ο μύθος στα λαϊκά στρώματα, τόσο πιο σταθερή η εξουσία και τόσο πιο εύκολα αναπαράγεται.
Ο κυρίαρχος μύθος-αφήγημα στην καθαρή του μορφή εκπηγάζει από τους θεσμούς του (Κράτος, Εκκλησία, Στρατός, ΜΜΕ κ.λπ.). Αλλά αυτός ο μύθος-αφήγημα δεν λειτουργεί από μόνος του σαν μπαλάντα που μας λέει κάποιος αγαπητός βάρδος.
Σε αυτήν την περίπτωση είναι απλά θέαμα. Πρέπει να ενσωματωθεί και να γίνει συνήθεια και παράδοση και να καθιερώσει μια ομοιομορφία που να ταυτιστεί με το σωστό, άρα το αποδεκτό από την κοινωνία. Είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση για να αναπαραχθεί το σύστημα, άσχετα από το ποιο κόμμα θα είναι στην κυβέρνηση.
Το είδαμε αυτό το έργο να παίζεται τα τελευταία τριάντα χρόνια στην Ευρώπη με τη σοσιαλδημοκρατία, που σε μερικές περιπτώσεις πήρε μέτρα που δεν θα μπορούσαν να πάρουν οι δεξιοί. Αυτήν τη χρησιμότητα της Αριστεράς τη διαπίστωσε και ο Ανιέλι. Και ο Τόνι Μπλερ αποσαφήνισε άπαξ διά παντός το σύγχρονο πρόσωπο του κόμματος που είχε κάποτε μέλη τον Μαρξ και τον Ενγκελς.
Αυτό συνέβη και στα καθ’ ημάς. Οταν λέει ο πρωθυπουργός της χώρας επιστροφή στην κανονικότητα, δεν νομίζω ότι το ανάγει σε κάποια φιλοσοφία της πολιτικής, αν υπάρχει βέβαια κάτι τέτοιο στην τρέχουσα πολιτική, αλλά είναι μια ρεαλιστική παραδοχή της πολιτικής πραγματικότητας, όπως αυτή διαμορφώνεται με τη λήξη του εμφύλιου πολέμου. Αν και δεν είμαι ιστορικός να χωρίζω την Ιστορία σε περιόδους, πιστεύω πως είμαστε ακόμα στην ίδια ιστορική περίοδο.
Είναι αυτήν την περίοδο που προφανώς ο κ. Μητσοτάκης ονομάζει κανονικότητα. Δηλαδή το καθεστώς που επέβαλε η θριαμβεύτρια πλευρά του Εμφυλίου: μια φορά νικητές, για πάντα νικητές. Και πάνω σε αυτό στήνονται η κανονικότητα και οι θεσμοί της. Αλλιώτικα δεν μπορεί να κυβερνηθεί η χώρα. Θέλεις, ΠΑΣΟΚ, να κυβερνήσεις τη χώρα; Μάζεψες τα κουκιά που σου χρειάζονται γι’ αυτήν τη δουλειά; Πάρε την κυβέρνηση και έμπα στην υπηρεσία της κανονικότητας.
Ηρθε η σειρά σου, ΣΥΡΙΖΑ, να κυβερνήσεις; Κανένα πρόβλημα. Τους κανόνες τους ξέρεις. Να πώς το είδε ο Φλαμπουράρης («Εφ.Συν.», 12.5.2019): «Ηταν αλλόκοτο τη μια μέρα να βρισκόμαστε διαμαρτυρόμενοι στις πλατείες και την επομένη να πρέπει να εφαρμόσουμε πολιτικές που καταδικάζαμε». Αυτό μας εξουσιοδοτεί να καταλάβουμε γιατί έχουμε μια Δεξιά της Δεξιάς, ένα ΠΑΣΟΚ της Δεξιάς και έναν ΣΥΡΙΖΑ της Δεξιάς. Ολα στο όνομα του ρεαλισμού και της κανονικότητας.
Η διαφορά τώρα με τον Μητσοτάκη είναι στην αυθεντικότητα της κληρονομιάς. «Η κανονικότητα είμαι εγώ, κληρονομικώ δικαίω». Και το παιχνίδι παίζεται κανονικά, με τον φίλαθλο λαό πάντα στις κερκίδες.
................................................ ενώ...
Η εμπειρία του αρχηγού, υποθήκη για τα μέλη

έγραψε ο Περικλής Κοροβέσης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 1.2.2020)
Πέρασαν πέντε χρόνια από τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ (Πρώτη φορά Αριστερά) και οι ΑΝ.ΕΛΛ. (Πρώτη φορά Ακροδεξιά) συμμάχησαν για να πάρουν την κυβερνητική εξουσία. Και κυβέρνησαν σχεδόν για μια πενταετία. Οι ΑΝ.ΕΛΛ. πλήρωσαν αυτήν την επιλογή τους, έμειναν εκτός Βουλής και είναι υπό διάλυση. Αντίθετα, ο μεγάλος εταίρος ΣΥΡΙΖΑ, για την ίδια πολιτική που διάλυσε το συνεταιράκι του, ανταμείφθηκε πλουσιοπάροχα. Καλύτερα δεν μπορούσε να πάει, σύμφωνα με τη λογική της πιάτσας.
Εγινε ο δεύτερος πόλος του δικομματικού συστήματος. Και προς το παρόν καμία πολιτική δύναμη δεν φαίνεται στον ορίζοντα που να μπορεί, έστω και δυνητικά, να απειλήσει την ηγεμονία του. Αντίθετα, οι όμοροι χώροι μεταναστεύουν μαζικά προς τον έτερο πόλο εξουσίας, χωρίς ιδιαίτερες ιδεολογικές αξιώσεις και απαιτήσεις. Μια θεσούλα, ένα οφίτσιο και ένα παραθυράκι στην τηλεόραση καλύπτουν όλα τα ιδανικά τους.
Σίγουρα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, άνθρωποι με λαμπρό δείγμα γραφής τόσο στην Προοδευτική Συμμαχία όσο και στον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι τα λεγόμενα βαρίδια που θέλουν μια «ιδεολογική καθαρότητα» και να μετασχηματίσουν το υπάρχον κόμμα εξουσίας σε κόμμα διαμαρτυρίας και να το οδηγήσουν σε κάποιο μονοψήφιο εκλογικό ποσοστό.
Το δίλημμα που μπαίνει εκ των πραγμάτων είναι: Κόμμα που να εκφράζει την κρατική μηχανή και τον καπιταλισμό με ό,τι αυτό συνεπάγεται (φτώχεια, καταστροφή του πλανήτη, πόλεμος, φυσικές καταστροφές, επιδημίες) ή κόμμα που να εκφράζει την κοινωνία και τα συμφέροντα των πολλών που τα διεκδικούν μέσα και από το δικό τους Κοινοβούλιο; Τους δρόμους και τις πλατείες. Και εδώ πια είναι η πολιτική.
Σχεδόν σε κάθε ήπειρο έχουμε μια σειρά από χώρες που παλεύουν καθημερινά στους δρόμους (Χιλή, Αλγερία, Βολιβία, Κολομβία, Ισημερινός). Ακόμα και στην καρδιά της Ευρώπης, της Γαλλίας κ.α., ο κόσμος είναι μόνιμα στους δρόμους, αν και δέχεται την κτηνώδη και απροκάλυπτη βία του κράτους. Τα δείγματα καταστολής που έχουμε από τη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση δεν είναι κάποιες, έστω και φειδωλές, παραχωρήσεις, αλλά ανοιχτή και κτηνώδης φασιστική βία. Στη Χιλή έχουμε 11.000 τραυματίες, 200 τυφλούς και 26 νεκρούς.
Και εδώ πια, στις πλατείες και στους δρόμους, έχει εγκατασταθεί η Αριστερά παγκοσμίως, αυθόρμητα, χωρίς οργάνωση, λειτουργεί με συνελεύσεις χωρίς κεντρική εκπροσώπηση ή στρατηγική. Τα παραδοσιακά κόμματα της Αριστεράς έχουν αναλάβει εργολαβίες από τον νεοφιλελευθερισμό, ενάντια στο Κοινοβούλιο του δρόμου.
Εξι μήνες μετά την παράδοση της εξουσίας στη Ν.Δ., περιμέναμε από τον ΣΥΡΙΖΑ κάποιον απολογισμό, κάποια ανάλυση, κάποια αποτίμηση. Μέχρι τώρα τίποτα. Περιμένουμε ακόμα. Μεμονωμένες αναλύσεις έχουν δημοσιευτεί. Λίγες όμως έχουν αγγίξει το πρόβλημα στο βάθος.
Οι περισσότερες εντάσσονται στη σταλινική παράδοση, όπου κυριαρχεί η στερεότυπη διαπίστωση που ισχύει για κάθε περίπτωση και κάθε εποχή. «Παρά τα λάθη μας και τις παραλείψεις μας, πετύχαμε μια σειρά από θετικά επιτεύγματα» – και αρχίζει η απαρίθμησή τους. Και αν δεν υπάρχουν, επινοούνται. Και όλα βγαίνουν ρόδινα. Ο πάπας και το κόμμα δεν κάνουν ποτέ λάθος, γιατί είναι εντολοδόχοι μιας υπέρτερης δύναμης.
Ο Θεός δεν μπορεί να κάνει λάθος, γιατί δεν υπάρχει άλλο κριτήριο του σωστού και του αληθινού. Το κόμμα, σαν εκκλησία μιας επίγειας θρησκείας-επιστήμης, έχει ένα ακόμα πλεονέκτημα. Αυτά που λέει μπορεί να τα αποδείξει, παραποιώντας την πραγματικότητα μέχρι εκείνου του σημείου που επαληθεύει τη θεωρία στις αναλύσεις του.
Αλλά μπορεί να μην είχαμε μέχρι σήμερα, έξι μήνες μετά τη λήξη της κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ, έναν τεκμηριωμένο απολογισμό για τα πεπραγμένα του κόμματος, για να δούμε τι κατάλαβε το κόμμα από αυτήν του την εμπειρία, αλλά είχαμε μια πεντασέλιδη συνέντευξη του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης («Εφ.Συν.», 25-26/1/2020», στους Τάσο Παππά και Μάριο Χριστοδούλου), που απάντησε σε κάποιες ερωτήσεις με χαρακτηριστικά απολογισμού.
Ο λόγος του αρχηγού εδώ γίνεται εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ. Και, δεδομένου του αρχηγικού χαρακτήρα του κόμματος, την έλλειψη λειτουργίας οργάνων και την απουσία κάθε συλλογικότητας, μπορούμε να πούμε πως έχουμε έναν αυθεντικό απολογισμό ενός πολιτικού μορφώματος που χρησιμοποίησε τις κρατικές δομές στις κομματικές οργανώσεις. Δηλαδή, την κλασική πολιτική της Δεξιάς που θεωρεί κανονικότητα την ιδιοκτησία του κράτους.
Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, η κανονικότητα γίνεται αριστερή ιδιοκτησία με μια σιγουριά διάρκειας χρόνων και δεν χρειάζεται να πολυσκοτιζόμαστε με το κόμμα και τα βαρίδιά του. Ο αρχηγός είναι εγγύηση για όλα και το «εγώ» του, που ακολουθεί το «εμείς των άλλων», του κόμματος δηλαδή, είναι μια επιφοίτηση ενός εγχώριου βαλκανικού Αγίου Πνεύματος που ακόμα φωτίζει πολλούς.
Και, με δεδομένη τη φθορά του κυβερνώντος κόμματος, δεν αποκλείεται να φωτίσει και μια νέα τετραετία τον ΣΥΡΙΖΑ σύμφωνα με την πιο αισιόδοξη εκδοχή. Γιατί, βέβαια, υπάρχει και ο δρόμος που χάραξε το ΠΑΣΟΚ και είναι η «Οδός Προοδευτικής Συμμαχίας», που καταλήγει στην εξαφάνιση της όποιας Αριστεράς έχει μείνει στον ΣΥΡΙΖΑ, όπου «[...] μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα [προσμένουν] ίσως κάποιο θάμα». Καμιά φινετσάτη μαρξιστική ανάλυση, όσο σωστή και να είναι, δεν μπορεί να ανατρέψει ένα ιδιόκτητο 32,5% που ανήκει στον αρχηγό και που έχει αποκτήσει τόσους «προοδευτικούς συμμάχους».
Από ’δώ και πέρα, να προετοιμαστούμε για να δούμε σημεία και τέρατα που θα εμπεδώσουν αυτό το αρχηγικό καθεστώς, χωρίς όργανα και συλλογικές διεργασίες, ενταγμένο πλήρως στον νεοφιλελευθερισμό.

"ΟΙΔΙΠΟΥΣ ή ΤΟ ΛΟΥΡΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ" έγραψε ο Πάνος Σταθόγιαννης (facebook, 8.2.2020)

..............................................................








ΟΙΔΙΠΟΥΣ ή ΤΟ ΛΟΥΡΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

έγραψε ο Πάνος Σταθόγιαννης (facebook, 8.2.2020)

… ξέρω τι λες για μένανε πίσω απ’ την πλάτη μου και, τώρα τελευταία, και μπροστά μου, σαν να μην είμαι ακόμα εδώ, σαν να ’χω ήδη πεθάνει, τάχα γι’ αυτό δεν με αναγνωρίζεις, «ποια να ’ναι ετούτη που ’ρχεται σερνάμενη σε ανόητες παντόφλες;» αναρωτιέσαι, τάχα οι ώμοι μου οι σκεβρωμένοι, τάχα είχα κάποτε φτερά εκεί, λες και δεν ξέρεις τι παθαίνουν τα φτερά στη μέγγενη που μ’ έβαλες,
εσύ,
που να μην έσωνες,
ακόμα απ’ το λουρί μου κρατιέσαι, κι ας λες πώς το ’κοψες και πας μονάχος σου, μαζί του πας, σε τρέφω ακόμα εγώ κι ας λες πως σε ταΐζει η μέσα Σφίγγα σου, απ’ το βυζί μου τρέφεσαι, και τότε που ήμουν ορφανό κοριτσάκι και χάιδευα ένα αρνί στο κατώι μας – εσένα βύζαινα, δεν με λυπάσαι μωρέ; δεν με λυπάσαι;
δαίμονα
δαίμονα,
φτιάξε τουλάχιστον το σκαλοπάτι που έπεσα και τσακίστηκα ή, έστω, πέτα το ξύλινο σπαθί πριν μπεις στο σπίτι, δεν έχουμε ανάκτορο εμείς, ψέματα σου ’λεγα πως ήσουν βασιλόπουλο, θα σου ’τριβε αργότερα τη μούρη στο χώμα η ζωή – ας είχες τουλάχιστον ωραία χρόνια παιδικά να θυμάσαι, αν και ποτέ κανέναν δεν τον παρηγόρησε που είδε κάποτε αβγά κορυδαλλού, έπιασε τζιτζίκια, κράτησε απ’ το
χεράκι τη μανούλα του,
αγόρι,
αγάπη μου,
που τώρα με κοιτάς λοξά λοξά, ενώ εγώ ξέρω ότι είσαι τυφλός, αν και ποτέ δεν σε μαρτύρησα στους άλλους, μην παριστάνεις πως δεν το θυμάσαι – τι φτενό το γυμνό σου κορμάκι το τρίχρονο και το πόδι ζαβό, με της Θήβας νερό στη λεκάνη την τσίγκινη, πλατσούριζες, άτακτο, άτακτο πολύ, σαπούνι μπήκε στα ματάκια σου, στραβώθηκες, τ’ άλλα δεν έγιναν ποτέ – κι αν σου ’πιανα τότε τ’ αχαμνά για να σε πλύνω, δε θα πει ότι πρέπει να σε παντρευτώ κιόλας,
μανάρι μου,
τύραννε,
εγώ έχω άντρα, μην τον μισήσεις, καλός κακός – αυτός μου ’λαχε, εσένα δεν σου πέφτει λόγος, εγώ τον λούζομαι και στα νοσοκομεία και στ’ αντάρτικα, τον έθαψα προχτές για να μη χρειαστεί εσύ να κάνεις φόνο, πήγαινε σ’ άλλη γειτονιά με το ραβδί σου, θα ’ρθω ξωπίσω σου, αν πράγματι δεν με αναγνωρίσεις, αν όχι στα ψέματα, θα σε βάλω και πάλι στη μήτρα μου μέσα, θα σε ξεναγεννήσω,

άντρα μου,
τράγε…


«Ένα δικό μου όνομα» ένα μικρό διήγημα της Γιούλης Ζαχαρίου. (http://www.periou.gr, 28.1.2020)

..............................................................

«Ένα δικό μου όνομα» ένα μικρό διήγημα της Γιούλης Ζαχαρίου.
(http://www.periou.gr, 28.1.2020)



Άρχισα να ζω πραγματικά όταν γνώρισα τη γάμπα της Βέρας. Γάμπα  γεροδεμένη, μονοκόμματη. Είχα αράξει δίπλα σ’ ένα παγκάκι στο παρκάκι της γειτονιάς και λιαζόμουν μισοκοιμισμένος. Με το που ανοίγω τα μάτια μου, να σου μπροστά μου η γάμπα-κολόνα. Τρόμαξα, έκανα να πεταχτώ, αλλά ήταν ακίνητη και μοναχική – δεν έβλεπα δεύτερη δίπλα της. Μαζεύτηκα σε στάση αναμονής και αναζήτησα την κάτοχο. Καθισμένη στο παγκάκι μια γυναίκα μεσήλικη, στιβαρή σαν τη γάμπα της, με κοίταζε. Δίπλα της ακουμπισμένο ένα δεκανίκι και μια νάιλον σακούλα. Μπήκα σε επιφυλακή έτοιμος να το σκάσω πριν φάω την κλωτσιά από τη γάμπα –κολόνα. Συνήθως έτσι γινόταν, ήμουν  ακριβώς το αντίθετο από το χαριτωμένο γατί που φαντασιώνεται η ανθρώπινη ζωοφιλία. Μεγαλόσωμος και άγαρμπος, χρώμα απροσδιόριστο, μαύρο με διάσπαρτες σκουριές σα καμένος πάτος κατσαρόλας  και για ουρά  μια θλιβερή κοντή απόληξη –  από ατύχημα ή από τη γέννα, δε θυμάμαι. Εκείνη όμως με κοίταζε, είπε δυο- τρεις λέξεις σε γλώσσα άγνωστη, έβγαλε από τη σακούλα ένα τάπερ και το έβαλε δίπλα μου. Μύρισα καχύποπτα, δεν ήταν ευτυχώς ψάρι – ποτέ δεν κατάλαβα τη μανία των γάτων με τα ψάρια. Το χέρι της ακούμπησε το κεφάλι μου, ένα φευγαλέο άγγιγμα ήταν, αλλά έφτανε.
Της αφοσιώθηκα αμέσως. Εδώ πρέπει να εξομολογηθώ ότι πάντα αυτό ήθελα: κάποιον να αφοσιωθώ.  Καμιά σχέση με την πολυδιαφημισμένη ανεξαρτησία των γάτων, με την τάση αυτονομίας τους, με την απόμακρη και αινιγματική φύση τους. Από την πρώτη μέρα άρχισα να πηγαίνω πίσω της, την ακολούθησα μέχρι το σπίτι της και έμεινα να την περιμένω μέχρι την άλλη μέρα που βγήκε. Έγινε η καθημερινότητα μας αυτό. Την περίμενα το πρωί να βγει, μου ακουμπούσε το τάπερ – ποτέ με ψάρι –  και μου έδινε ένα χάδι πάντα φευγαλέο. Μου μιλούσε πάντα στην άγνωστη γλώσσα της, αν και, απ’ ο,τι άκουσα αργότερα,  ήξερε κάποια ελληνικά. Δεν καταλάβαινα τίποτα, μόνο δυο λέξεις ξεχώριζα να επαναλαμβάνονται, το ‘’Βέρα’’ που υπόθεσα  ότι θα ήταν το όνομα της και κάτι που ηχούσε σαν ‘’λέκβι’’, ‘’λέκβι’’ και έλπιζα να ήταν επιτέλους ένα όνομα για μένα. Την ακολουθούσα καθημερινά μέχρι τη στροφή του δρόμου προσέχοντας μη μπλεχτώ στο δεκανίκι της και τη ρίξω. Και πάλι την περίμενα το απόγευμα εκεί στη στροφή, πηγαίνοντας πάλι με προσοχή δίπλα στη γάμπα της,  για το σπίτι. Ποτέ δε μου είπε να μπω, αλλά κι εγώ δεν το τόλμησα. Ξάπλωνα στο χαλάκι φρουρός μπροστά στην πόρτα μέχρι το πρωί.
Στη γειτονιά με χάσανε, αλλά δε νομίζω να το πρόσεξε κανένας. Οι κεραμιδόγατοι μόρτες δε με γουστάρουν,  γιατί έχω έναν φόβο  για  τις στέγες και αποφεύγω να πηγαίνω στις βόλτες τους. Δεν ήμουν ποτέ ιδιαίτερα ευλύγιστος ούτε ισορροπούσα εύκολα, ίσως να φταίει και η ουρά που λείπει. Κι ύστερα, δεν είμαι και καθόλου καυγατζής, οπότε δε μετρούσα ούτε για φίλος ούτε για εχθρός στις αιματηρές κόντρες τους.  Όταν βγαίνουν να κυνηγήσουν, ομολογώ ότι δεν πιάνω  πουλιά στον αέρα, όσο για τα ποντίκια, μου αρέσει να παίζω λίγο μαζί τους, αλλά με φοβούνται πολύ και τα αφήνω. Άλλωστε και οι θηλυκές οι γάτες δεν τρέχουν  από πίσω μου, η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρξα ποτέ ιδιαίτερα ερωτύλος και λάγνος εραστής.
Έτσι λοιπόν αφοσιώθηκα στη Βέρα. Δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτήν, μόνο ότι ζούσε στο μικρό σπιτάκι μόνη της, έλειπε όλη σχεδόν τη μέρα , μιλούσε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα και μου είχε δώσει ένα δικό μου όνομα. Μου αρκούσε να την ακολουθώ πρωί-απόγευμα, να έχω το ταπεράκι μου – ποτέ με ψάρι -, να νιώθω το φευγαλέο άγγιγμα της, να την ακούω να με φωνάζει ‘’Λέκβι’’ και να ξαπλώνω τις νύχτες στο χαλάκι. Δε μ’ ένοιαζε που περίμενα μοναχός όλη τη μέρα, πήγα κάποιες φορές να ανοίξω  παρτίδες με το σκυλί του παπά απέναντι, αλλά αυτός μου γαύγιζε απειλητικά πριν προλάβω να τον πλησιάσω. Από την πιάτσα χάθηκα οριστικά, κανείς δε με αναζήτησε και κανένα δεν αναζήτησα κι εγώ, μια χαρά ήταν η ζωή, ήταν τα πιο καλά μου χρόνια εκείνα.  ‘’Λέκβι’’, Λέκβι’’,  άκουγα  και ξεκινούσε κάθε μέρα η γιορτή…
Ένα απόγευμα δε φάνηκε. Πήγα και ξαναπήγα μέχρι τη στροφή μήπως τη δω να έρχεται. Πουθενά. Ξάπλωσα στο χαλάκι και περίμενα να ξημερώσει. Θα φανεί, έλεγα, τώρα όπου να ‘ναι θα ακούσω τη φωνή της. Δε φάνηκε ούτε εκείνη τη μέρα, ούτε τις υπόλοιπες. Ποτέ ξανά. Κάθομαι όμως στην πόρτα και περιμένω, φεύγω για λίγο να βρω κάτι να φάω – ακόμα και ψάρι – και γυρίζω πάλι πίσω. Είμαι σίγουρος ότι θα της άρεσε να ξέρει ότι φυλάω το σπίτι. Μέχρι να γυρίσει.

Λέκβι στα γεωργιανά σημαίνει ‘’σκυλάκι’’

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2020

«Ζωγραφική και επιθυμία» / Μνήμη Μίμη Κοκκινίδη - Από τον Μάνο Σ.Στεφανίδη (facebook, 5.2.2020)

..............................................................



«Ζωγραφική και επιθυμία»

Μνήμη Μίμη Κοκκινίδη

Από τον Μάνο Σ.Στεφανίδη (facebook, 5.2.2020)

Στα πόσα σώματα ξεχνιέται το ένα σώμα; Το ένα, το λατρεμένο, το μοναδικό; Στα πόσα ξεπερνιέται; Πόσος παροντικός χρόνος απαιτείται για καταστεί η μνήμη του αγαπημένου σώματος παρελθόν; Πόσο μέλλον πρέπει να καεί αλύπητα μήπως και γίνει λίγο λιγότερο ανώδυνο το τώρα;
Και τούτο όταν κάθε νέο σώμα - το παρόν - κάνει πιο οδυνηρή την ανάμνηση - το παρελθόν - εκείνου, του αξεπέραστου, αν και οριστικά χαμένου; Είναι τότε που το μέλλον οντολογικά καταργείται. Επειδή δεν υφίσταται κανένας - υπαρξιακός - λόγος για να υπάρχει.
... Κάποτε οι δύο σαν ένας - η ψευδαίσθηση. Τώρα ο καθένας μόνος του - η πραγματικότητα. Επειδή η μοναξιά ή καλύτερα η συνειδητοποίηση της μοναχικότητας είναι το, όποιο, βαθύτερο κέρδος των σχέσεων... Χωρίς μεμψιμοιρίες. Και βέβαια ποτέ δεν είναι ανυπόφορη η μοναξιά όταν υπάρχει η μουσική. Για να εξηγήσει όσα δεν εξηγούνται.

Κατά τ' άλλα παρατηρούμε - νομίζουμε - το φαινόμενο ζωή άλλοτε έντρομοι, κι άλλοτε εκστατικοί. Είμαστε μέσα σ' αυτό σαν από θαύμα αλλά δεν το συνειδητοποιούμε. Καμωνόμαστε τους παρατηρητές της ζωής μας της ίδιας ενώ είναι η ζωή μόνο που μάς παρατηρεί. Μεγάλα, διεσταλμένα μάτια, υγρό βλέμμα. Αυτό είναι το άλλο όνομα της τέχνης. Το υγρό, το συγκινημένο βλέμμα...
Μια μέρα, πριν πολλά χρόνια, μπήκαν στο μεγάλο δωμάτιο της κυρίας Ζωγραφικής οι Ιμπρεσιονιστές έτοιμοι για να ξεφαντώσουν κι άναψαν όλα τα φώτα. Λίγο αργότερα οι Εξπρεσιονιστές που ακολούθησαν, σαφώς ενοχλημένοι τα ξανάσβησαν. Πράγμα που κατά βάθος είναι ένα και το αυτό... Το φως ως διαλεκτική του σκότους. Ή, οντολογία του. Αφού η ζωή, εκείνη η λάμψη που πλέει ξυλάρμενη μέσα στο έρεβος, δεν χρειάζεται ταμπέλες, συνθήματα, φώτα, σκιές ή άλλα τέτοια υποβοηθήματα για να επιτελεί τον σκοπό της. Η ζωή βλέπει. Με τα μάτια εξ αρχής σφαλισμένα.
ΥΓ. 1 Κι ο Χριστός όταν μετέτρεψε το νερό σε κρασί, περισσότερο από θαύμα έκανε μια πράξη ζωγραφικής. Επειδή αναζητούσε το ιδανικό κόκκινο ... Κι επειδή, όσο επιμένουμε ν' αφηγούμαστε τον κόσμο, τόσο ο κόσμος γίνεται λιγότερο σκοτεινός. Παύει να είναι ακατανόητος. Και τότε το κόκκινο γίνεται το χρώμα του...
ΥΓ. 2 Σύμφωνοι, η ζωγραφική. Ο κόσμος των εικόνων που μεγεθύνει την εικόνα του κόσμου. Όμως μόνο η μουσική μπορεί να προσεγγίσει τον άλλον που ίσως είμαι. Και οι δύο αυτές μορφές τέχνης λειτουργούν πέραν του λόγου, είναι "υπέρλογες" και "αντικειμενικά" αφηρημένες. Το έμβρυο, μέσα στο αμνιακό υγρό, ακούει τον σταθερό χτύπο της καρδιάς της μάνας του. Η πρώτη μας σχέση με τη μουσική. Και βλέπει φως μέσα από τις μεμβράνες των υπό διαμόρφωση ματιών του. Η πρώτη μας σχέση με την εικόνα. Η παραδείσια μας εποχή. Έπετα ο λόγος σταθερά ορίζοντας συνεχώς τα πράγματα, σταθερά περιορίζει τους ορίζοντες. Ή όχι;
( Ο Όσκαρ Κοκότσκα ζωγραφίζει την, για λίγο χρόνο, ερωμένη του Άλμα Μάλερ, μουσικό και καταπιεσμένη συνθέτιδα, σαν μνηστή του ανέμου. Ήταν τότε που οι άνεμοι του Μεσοπολέμου πύκνωναν τα σημάδια της επερχόμενης τραγωδίας στον ορίζοντα. Και που η Άλμα ξεπερνώντας τον έναν μετά τον άλλο ερωμένο, τη μια μετά την άλλη αγάπη, έφτανε - μέσα από την απελευθερωμένη της σεξουαλικότητα - πιο κοντά σ' εκείνο το μυστήριο που λέγεται εαυτός. Και οι δύο εραστές μοιάζουν να βρίσκονται σ' έναν αμνιακό σάκο, αθώοι και προστατευμένοι. Μόνοι ανάμεσα στη ζωγραφική και τη μουσική. Σιωπηλοί στην έκσταση τους. Χωρίς εκείνα τα περιττά λόγια που ορίζουν, περιορίζουν και χωρίζουν...)




Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2020

"Τα ρέστα" διήγημα του Κώστα Ταχτσή (1927 -1988) από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων (εκδ. Ερμής, 1977, ε' έκδοση)

..............................................................







Κώστας Ταχτσής
(1927 - 1988)





"Τα ρέστα"


διήγημα του Κώστα Ταχτσή (1927 -1988) από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων (εκδ. Ερμής, 1977, ε' έκδοση)

- "Έφτυσα! Αλίμονό σου αν χαζέψεις πάλι στο δρόμο!"
   Δεν έφτυνε ποτέ στ' αλήθεια, μόνο με λόγια, μα το νόημα της απειλής ήταν καθαρό: Έπρεπε νάχεις γυρίσει πίσω πριν στεγνώσει το σάλιο.
   Το πόσο γρήγορα στεγνώνει το σάλιο το καθόριζε εκείνη σύμφωνα με τις περιστάσεις, σύμφωνα με το κέφι της. Καμιά φορά στέγνωνε ώσπου να πεις κρεμύδι, σαν πουλί πήγαινες και σαν πουλί γύριζες, μα το σάλιο είχε στεγνώσει κιόλας, κι εκείνη σε περίμενε στην πόρτα με το λουρί στο χέρι.
   Άλλοτε, γύριζες απ' το θέλημα που σ' είχε στείλει να της κάνεις και, στ' αντίκρισμα του σπιτιού απ' τη γωνιά του δρόμου, σ' έπιανε τρεμούλα, κάτι έσπαγε μέσα σου, λυνόντουσαν τα γόνατά σου, αντί να παν' μπροστά, τα πόδια σου πήγαιναν πλάγια, πίσω, μπροστά, πλάγια, πίσω... Αναρωτιόσουνα γεμάτος αγανάκτηση με τον εαυτό σου τι σ' είχε κάνει να ξεχαστείς τόσο πολύ, ποιος ζερζεβούλης σ' είχε βάλει να σταθείς και να χαζέψεις τα παιδιά πούσερναν την κάργια απ' το ποδάρι, αν άξιζε τον κόπο να φας τόσο ξύλο για μια διασκέδαση πούχε τύχει στο δρόμο σου, στην οποία δεν είχες λάβει καν μέρος, και που το χειρότερο απ' όλα, ανήκε κιόλας στο παρελθόν, ενώ η ώρα της Κρίσεως, η στιγμή της πληρωμής του λογαριασμού πλησίαζε αμείλικτα με κάθε βήμα πούκανες προς την πόρτα.
   Κι όμως, συχνά οι φόβοι σου ήταν αδικαιολόγητοι. Έμπαινες στο σπίτι τρέμοντας σαν κατάδικος που πάει ια εκτέλεση και, ξαφνικά, από την έκφραση του προσώπου της καταλάβαινες πως το σάλιο δεν είχε στεγνώσει ακόμα και το στήθος σου φούσκωνε μ' ανακούφιση, και γεμάτος αγάπη κι ευγνωμοσύνη, γεμάτος έκσταση μπροστά σ' αυτό το θαύμα, την κοιτούσες, θάθελες να τρέξεις να τη φιλήσεις, οι τύψεις σου για το χάζεμα γινόντουσαν καπνός, και ξαφνικά λυπόσουνα που δεν είχες χαζέψει λίγο περισσότερο, τολμούσες μάλιστα και της έλεγες πως τα παιδιά στον απάνω δρόμο είχαν πιάσει μια κάργια και την έσερναν απ' το ποδάρι μ' ένα σπάγγο και την κλοτσούσαν σαν τόπι, ήταν σα να ομολογούσες καθαρά πως είχες χαζέψει, σα να την προκαλούσες να σου δείξει τα χαρτιά της, αν είχε σκοπό ν α σε δείρει, να σε δείρει μια ώρ' αρχήτερα να τελειώνουμε. Μα εκείνη ή δε σούδινε καθόλου σημασία ή σούλεγε κάτι εντελώς άσχετο με το χάζεμα και την κάργια, σούλεγε: - "Άς το μπουκάλι στην κουζίνα, και πετάξου απέναντι στην κυρά-Χρυσή να της πεις νάρθει δυο λεπτά που θέλω να της μιλήσω."
   Καμιά φορά μάλιστα - αλλά σπάνια - όταν ήταν στα κέφια της, όταν είχι' έρθει αποβραδίς ο κύριος που της είχε αγοράσει το μικροσκοπικό γραμμόφωνο απ' την Έκθεση, ή ο κύριος πούφερνε πάντα τα μύδια και το κόκκινο χαβιάρι, τότε ξεχνούσε ακόμα και να φτύσει, κι όταν γύριζες από το φούρνο αγκομαχώντας απ' το βάρος της φραντζόλας που σούχε πέσει τρεις φορές στο δρόμο, όχι μόνο δε σε μάλωνε, μα σ' έπαιρνε στην αγκαλιά της και σούλεγε: - "Αχ, να χαρώ εγώ παιδί, που μεγάλωσε και μου κάνει δουλειές, τ' αγοράκι μου το καλό, που όταν γεράσω, θα με παίρνει απ' τον ίσκιο και θα με βάζει στον ήλιο!", και γελούσε με την καρδιά της.
   Τι ωραία που ήταν η ζωή τέτοιες μέρες! Το γραμμόφωνο έπαιζε συνεχώς, κι εκείνη τραγουδούσε μαζί του:

Σ' ένα ταγκό σφιχτήκαν
αγκαλιαστήκαν
μ' αυτή στον κάθε γύρο
κοιτάει τριγύρω...

   Τα πρωινά ερχόταν η κυρά-Ρωξάνη απ' την Τούμπα κι έπλενε τα ρούχα γιατί εκείνη σιχαινόταν το πλύσιμο ή σφουγγάριζε το πάτωμα, έκανε το σπίτι λαμπίκο, χαιρόσουνα να το βλέπεις, ή ερχόταν μόνο και μόνο για να σου κάνει παρέα, να σου πει παραμύθια, επειδή εκείνη έπρεπε να βγει έξω, να πάει πρώτα στο δικηγόρο για το διαζύγιο, και μετά στον οδοντογιατρό, κι από κει στου Μοδιάνου να ψωνίσει. Μ' αν έμενε στο σπίτι, έβγαινε τ' απόγεμα στο παράθυρο, και φώναζε τον παγωτατζή: - "Κυρ-Πρόδρομε, δος μου δυο παγωτά καϊμάκι, κι όχι κούφιο το χωνί από μέσα, τι έγινες βρε χριστιανέ μου, σε χάσαμε τόσες μέρες."
   Έπαιρνε τα δυο παγωτά, ένα για την κυρά-Ρωξάνη κι ένα για σένα, εκείνη δεν έτρωγε παγωτό γιατί πήγαινε στον οδοντογιατρό, αν και καμιά φορά  δεν άντεχε να σε βλέπει να το γλείφεις κι εκείνη να μην τρώει, και σούλεγε: - "Δε θα δώσεις λιγούτσ'κο στη μαμά που στ' αγόρασε;" Κι έβαζε τις παλάμες μπροστά στο πρόσωπο κι έκλαιγε, "α, α, α!"
   Κι αμέσως έτρεχες κοντά της, και σήκωνες ψηλά το χέρι με το χωνί, κι ας ήξερες πως έκλαιγε στα ψέματα, περήφανος που μπορούσες να κάνεις και συ κάτι για κείνην, αλλά, έλα, ομολόγησέ το, προσέχοντας με κομμένη την ανάσα πόσο θα δαγκώσει, γιατί στο κάτω της γραφής το παγωτό ήταν δικό σου, να φάει κι εκείνη, αλλά να μην το φάει όλο.
   Τα βράδια ήταν ακόμα πιο ωραία όταν ήταν στις καλές της. Ο τόπος μοσκοβολούσε απ' τις μυρωδιές πούφταναν απ' την αυλή του αντικρινού σπιτιού, γιασεμί κι αγιόκλημα, κι η ατμόσφαιρα είχε κάτι το εορταστικό, ήταν Πρωτομαγιά, σου φορούσε τη λουλουδένια σου ποδιά με το λάστιχο στα μπατζάκια και σ' έστελνε στο δρόμο να παίξεις όσο ήθελες αλλά να μη γυρίσεις πίσω μουτζούρης. Ύστερα έβγαζε τις γλάστρες στην εξώπορτα, τη μπιγκόνια, την ορτανσία και τους δύο φίκους, και τις πότιζε, κι έχυνε και κανα-δυο κουβάδες νερό στο πεζοδρόμιο για να δροσίσει ο τόπος, κι ύστερα καθότανε κι εκείνη στο σκαλί, πλάι στις γλάστρες, κι έπιανε κουβέντα με την κυρά-Χρυσή, ή μάζευε τα μεγάλα κορίτσια και τα μεγάλ' αγόρια που πήγαιναν στην τρίτη Γυμνασίου, και τους μάθαινε τη μπερλίνα και την κολοκυθιά - πινακωτή, πινακωτή, από τ' άλλο μου τ' αφτί, έμαθα πως έχεις μια κολοκυθιά που κάνει δέκα κολοκύθια... Μια φορά μάλιστα σηκώθηκε κι έπαιξε σκοινάκι, για να δείξει στα κορίτσια πώς πηδάνε, και δε βγήκε απ' το παιχνίδι επειδή έχασε, μα μόνο όταν φούσκωσε, και την έπιασαν τα γέλια, κι είπε: "Άστε με ήσυχη βρε σατανάδες, δεν είμ' εγώ πια για τέτοια πράματα, έχω κοτζάμ γιο!"
   Μα ήταν άλλες μέρες, όλες χειμωνιάτικες, όλες γεμάτες σύννεφα, που είχε τα μπουρίνια της, που κάπνιζε συνεχώς σα φουγάρο, κι έτρωγε τα νύχια της, και τέτοιες μέρες, όχι μόνο δεν έπρεπε να χαζέψεις στο δρόμο, μα ούτε στο σπίτι να παίξεις με τα χρυσά απ' τα τσιγάρα, ούτε να μιλήσεις. Γιατί σούλεγε: - "Πρόσεξε καλά, μη βγάλεις άχνα σήμερ' απ' το στόμα σου, γιατί θα σε σκίσω σα σαρδέλα!"
   Τέτοιες μέρες το καλύτερο ήταν να μη σε στείλει έξω για θέλημα, γιατί ήξερες πως, όσο γρήγορα κι αν γύριζες πίσω, το σάλιο είχε κιόλας στεγνώσει, κι αν δεν είχε στεγνώσει το σάλιο, είχες ξεχάσει να πάρεις αλάτι, "Τι άλλο σούπε η μαμά σου να πάρεις;" σούλεγι' ο μπακάλης, μα όσο κι αν βασάνιζες το μυαλό σου, ήταν αδύνατο να θυμηθείς, ή χάζευες στο δρόμο, ξεχνούσες εντελώς πως σήμερα είχε τα μπουρίνια της και στεκόσουνα και χάζευες τα παιδιά πούδιναν μια δεκάρα κι έβλεπαν το Πανόραμα, ή σ' έβλεπαν να κρατάς κάτι σφιχτά μέσα στη φούχτα σου, και σούλεγαν: "-Έλα να παλέψουμε και θα σ' αφήσω να με νικήσεις", και σούκλεβαν τα ρέστα χωρίς να πάρεις είδηση, κι εκείνη, αντί να βγει να δείρει τα παιδιά, έδερν' εσένα. - "Ήμαρτον μανούλα μ ου", φώναζες μέσα απ' τους λυγμούς σου, "ήμαρτον, δεν θα το ξανακάνω!", και προσπαθούσες να κρυφτείς πίσω απ' τη φούστα της, μα όσο της ξέφευγες, κι όσο περισσότερο έκλαιγες, τόσο περισσότερο σκύλιαζε, δεν της άρεσε να κλαις, ούτε να παρακαλάς, εννοούσε να δέχεσαι την τιμωρία σαν άντρας. - "Ή θα γίνεις άντρας και θα μάθεις να μην κλαις", σούλεγε αφρίζοντας και χτυπώντας όπου έβρισκε, "ή θα σε σκοτώσω από τώρα μια και καλή, να σε κλάψω και να σε ξεχάσω, άναντρους σαν τον προκομμένο τον πατέρα σου δεν χρειάζεται άλλους η κοινωνία - πες μου, θα γίνεις άντρας; Πες: "Θα γίνω άντρας!" Πες το γιατί δε θα βγεις ζωντανός απ' τα χέρια μου, σήμερα θαν' το τέλος σου!" Κι έλεγες: - "Ναι, μανούλα μου, θα γίνω." - "Και δε θα ξαναχαζέψω στο δρόμο." - "Και δε θα ξαναχαζέψω!" - "Ούτε θα με πιάνουν κορόιδο οι αλήτες να μου κλέψουν τα ρέστα μου!"- "Όχι μανούλα μου, όχι!..."- "Άντε τώρα, ξεκουμπίσου από μπροστά μου πριν μετανιώσω, τράβα να πλύνεις τα μούτρα σου, και μην ακούσω τσιμουδιά! - που να μην έσωνα και να μην έφτανα να σ' είχα γεννήσει!..."
   Τέτοιες μέρες το γραμμόφωνο ή δεν έπαιζε καθόλου ή έπαιζε συνεχώς την ίδια πλάκα...

Φτώχεια, μέσα στην πλάση ετούτη
έχεις τα πιο πολλά παιδιά...

   Κι εκείνη έβγαινε το βράδι έξω χωρίς να ειδοποιήσει την κυρά-Ρωξάνη νάρθει να σου κάνει παρέα, σ' έβαζε στο κρεβάτι κι έβγαινε, και γύριζε αργά, πόσο αργά δεν ήξερες, πολλές φορές δεν ήξερες καν ότι έλειπε, μα θάσουνα στον τρίτο ή στον τέταρτο ύπνο όταν άκουγες κουβέντες από πολύ μακριά, κι άνοιγες για μια; μόνο στιγμή τα μάτια σου κι έβλεπες τον άγγελό σου ολόγυμνο, χωρίς φτερά, μπροστά στο κρεβάτι της, κι ύστερα έσβηνε η λάμπα του πετρελαίου, έσβηναν οι κουβέντες, και το σκοτάδι ήταν σα βαρειά κουβέρτα στα μάτια σου, κι έπεφτες σα μολύβι στον πέμπτο ύπνο...

   Αχ, βρε μάνα! Έχουν περάσει - πόσα; Τριάντα χρόνια από τότε, κι ακόμα δεν έμαθα το μάθημά μου. Ακόμα δεν έγινα άντρας, ακόμα χαζεύω στο δρόμο κοιτάζοντας τα παιδιά, ακόμα μου κλέβουν οι αλήτες τα ρέστα. Κι αυτό είναι η μεγαλύτερη τιμωρία σου. Και δική μου τιμωρία - που δεν κατάλαβα, όσο ήταν ακόμα καιρός, τι υπέφερες τότε, και θέλησα να σ' εκδικηθώ. Μα που να πάρει ο διάβολος, έπρεπε να τα βάζεις μαζί μου για να ξεσπάς; Δε μπορούσες δηλαδή να κάνεις τα στραβά μάτια όταν αργούσα δέκα λεπτά ή όταν ξεχνούσα ν' αγοράσω αλάτι; Κι αν θυμάμαι καλά, τα ρέστα που μούχαν κλέψει τα παιδιά του απάνω δρόμου ήταν, στο θεό σου βρε μάνα, ή έξη ή έφτά δεκάρες!
   


   
Sometimes I feel like a motherless child - Marian Anderson



«Η πρώτη εικόνα» διήγημα του Κώστα Ταχτσή (1927 – 1988) από τη συλλογή διηγημάτων «Τα ρέστα» (εκδ. Ερμής, 1977, ε’ έκδοση)

..............................................................




Κώστας Ταχτσής
(1927-1988)





·       «Η πρώτη εικόνα»

διήγημα του Κώστα Ταχτσή (1927 – 1988) από τη συλλογή διηγημάτων «Τα ρέστα» (εκδ. Ερμής, 1977, ε’ έκδοση)


   Από πολύ μικρός, τη ζωή την είδα μέσ’ από τα μάτια των γυναικών: της μάνας μου, της γιαγιάς μου (της εκ μητρός γιαγιάς μου), της θείας μου (της εκ μητρός θείας). Το ίδιο και τους άντρες. Οι γυναίκες εξουσίασαν τα βρεφικά,  παιδικά, κι εφηβικά μου χρόνια σαν απόλυτοι μονάρχες. Όταν έκανα την Οκτωβριανή μου Επανάσταση, δεν τις εξόρισ’ απ’ τη ζωή μου. Τις αποκεφάλισα. Και από τότε ζω μόνο και μόνο για νάχω τύψεις.

   Οι δύο-τρεις άντρες, πούχουν κάποια θέση στις αναμνήσεις μου – εκτός απ’ τον πατέρα μου, που αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση – ήταν όλοι τους κομπάρσοι στην ιλαροτραγωδία που είναι σχεδόν κάθε ελληνική οικογένεια: άβουλα, κωμικοτραγικά θύματα της κανιβαλιστικής αγάπης των γυναικών, ή του διαβρωτικού μίσους των.

   Ίσως από κει ν’ άρχισε η σύγκρουση, που αργότερα κατέληξε στη διακοπή των σχέσεών μου με τη χριστιανική θρησκεία και με κάθε θρησκεία. Έν’ απ’ τα πρώτα πράματα πούμαθα στο σχολείο ήταν ότι η Εύα είχε βγει απ’ το πλευρό του Αδάμ. Μα οι ως τότε εμπειρίες μου με βεβαίωναν για το αντίθετο. Ο μύθος της Δημιουργίας, πρέπει να σκέφτηκα από τότε, είναι σαχλαμάρες. Οι γυναίκες δε βγαίνουν απ’ τα πλευρά των αντρών. Οι άντρες βγαίνουν από κάποιο μέρος του σώματος των γυναικών – ακόμα δεν ήξερα ποιο. Όλη μέρα στο σπίτι έβλεπα κι άκουγα πως οι άντρες χρωστούσαν τα πάντα στις γυναίκες, την ίδια τη ζωή τους, και, συχνά, εκαλούντο να εξοφλήσουν το χρέος τους.

   Οι άντρες, όχι μόνο είχαν βγει από τις γυναίκες, αλλ’ αντλούσαν κι όλες τους τις εξουσίες – δηλαδή το δικαίωμα να με δείρουν – απ’ αυτές. Σα να γεννήθηκα, όχι στη Θεσσαλονίκη, μα στο νησί των Τρωβριάνδων, δε γνώρισα ποτέ πατρική εξουσία, ούτ’ αγαθή, που να γεννήσει στην ψυχή μου αισθήματα ομαλής στοργής γιου προς τον πατέρα του, ούτε τυραννική, που να με κάνει να τον δω σαν αντίπαλο και να τον μισήσω. Ίσως επειδή τον έχασα από πολύ νωρίς. Πάντως, η μόνη εξουσία που γνώρισα, ακόμα κι αν ησκείτο απ’ τους θείους μου (τους εκ μητρός θείους), ήταν μητρική. Η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ πατρίδα μου, αλλά ματρίδα μου: μια Ελλάδα πολύ πριν το Δωδεκάθεο του Ολύμπου, μια βάρβαρη, πρωτόγονη μητριαρχία, γεμάτη μαύρη άγνοια, μαύρη μαγεία, μυστηριώδεις λατρείες φιδιών, κι ανθρωπο- ή μάλλον ανδροθυσίες. Κέντρο του κόσμου αυτού, πηγή απ' όπου ξεκινούσαν και κατέληγαν όλα, καλά και κακά - μου το επιβεβαίωσε αργότερα η Κασσιανή -  ήταν το γυναικείο αιδοίο. 

   Τυπικά, βέβαια, η κοινωνία μεσ' την οποία γεννήθηκα ήταν πατριαρχική. Αλλά μόνον τυπικά. Οι άντρες είχαν παντού την πρωτοκαθεδρία, αλλά μόνον όπως οι συνταγματικοί μονάρχες, πούναι απλά ξόανα. Καθόντουσαν πρώτοι στο τραπέζι, αλλά μόνο για να δώσουν τον καιρό στις γυναίκες τους ν' αποτελειώσουν τις συνωμοσίες τους: "Πρόσεξε καλά τώρα που θα καθήσουμε στο τραπέζι, μην σου ξεφύγει και ξεφουρνίσεις στο μπαμπά σου ποιος ήρθε σήμερα..." Οι άντρες εδικαιούντο τη μεγαλύτερη και την καλύτερη μερίδα κρέατος, αλλ' όπως περίπου οι χοίροι, που προορίζονται για σφάξιμο. Τους επιτρεπόντουσαν πράματα που απαγορευόντουσαν στις γυναίκες - που οι γυναίκες θεληματικά αρνιόντουσαν στον εαυτό τους - αλλά για να τους δημιουργηθούν αισθήματα ενοχής που θα τους έκαναν πιο πειθήνια όργανα των γυναικών, για να τους γεννηθεί η ψευδαίσθηση της ανωτερότητας και της ασφάλειας, που θα καθιστούσε πιο εύκολη την πτώση τους. 

   Ομολογώ πως η δική μου οικογένεια δεν ήταν εντελώς κοινή περίπτωση. Μ' αν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα σ' αυτήν και σ' άλλες ελληνικές οικογένειες, πρέπει νάναι μόνον ζήτημα βαθμού. Στη δική μου πάντως, οι γυναίκες καθόντουσαν στο σπίτι σαν τις αράχνες πίσω απ' τα δίχτυα τους, και περίμεναν νάρθουν τα ελαφρόμυαλα αρσενικά για να τα καταβροχθίσουν, κι η ηδονή τους δεν συνίστατο στο καταβρόχθισμα, αλλά στην ευκαιρία που τους έδινε να φορέσουν ύστερα μαύρα και να θρηνήσουν.

   Μα μακάρι το πράμα νάταν τόσο απλό και ειλικρινές όσο με τις αράχνες. Επειδή ήταν άνθρωποι, ο κανιβαλισμός αυτός έπρεπε αναγκαστικά να εξιδανικευτεί, το θύμα να διατηρηθεί πάση θυσία εν ζωή, για την προσεχή ιεροτελεστία ανδροφαγίας. Το αποτέλεσμα ήταν πως η σχέση τους έπαιρνε έναν οξύ σαδομαζοχιστικό χαρακτήρα, δημιουργούσε έναν φαύλο κύκλο, που μόνον ο τελειωτικός, φυσικός θάνατος μπορούσε να κλείσει. Κι επειδή, ουσιαστικά, τα θύματα ήταν οι άντρες - μολονότι από μια άλλη άποψη ήταν βέβαια και θύτες - εκείνες που ενδιαφερόντουσαν για την όσο το δυνατόν μακρότερη παράταση της φυσικής ζωής των αντρών ήταν οι γυναίκες, που έτρεμαν και λαχταρούσαν μη πάθουν τίποτα τα ζωντανά και πολύτιμα αυτά σκεύη της ηδονής τους. 
  
   Οι γυναίκες άφηναν τους άντρες να παίζουν το ρόλο του αφέντη. Αλλά πάντα μ' ένα κρυφό, ειρωνικό χαμόγελο. Τα σκήπτρα της εξουσίας τα κρατούσαν εκείνες. Κι η εξουσία αυτή ήταν ακριβώς ισχυρότερη, επειδή ήταν καμουφλαρισμένη υποταγή στους άντρες, που γι' αυτές δεν έπαυαν ποτέ νάναι παιδιά, και μάλιστα άτακτα παιδιά. Στην περίπτωση μάλιστα ενός άντρα, που ήταν παιδί και στα χρόνια, όπως ήμουν εγώ, η εξουσία αυτή ήταν τυραννικότερη, όχι μόνο επειδή οι γυναίκες είναι κατά βάθος ικανές για τις μεγαλύτερες θηριωδίες απ' τους άντρες - οι γυναίκες δεν χαρίζουν ποτέ κάστανα, και ποτέ δεν παίζουν - μα κι επειδή, στις τυπικά πατριαρχικές κοινωνίες έχουν μοιραία  την ψυχολογία του σκλάβου, και κανείς δεν είναι πιο αδυσώπητος τύραννος απ' το σκλάβο πάνω στον οποίο δίνεται η εξουσία ζωής και θανάτου πάνω σ' άλλους σκλάβους.

   Αλλ' όσο κι αν πρωτόδα τη ζωή και τους άντρες σα γυναίκα, δεν έπαψα βέβαια νάμαι και άντρας. Σα γυναίκα, χαιρόμουνα την κάθε ήττα των αντρών. Σαν άντρας ένιωθα γι' αυτούς περιφρόνηση, που αργότερα έγινε οίκτος - για να ξαναγίνει ακόμα αργότερα περιφρόνηση - και μ' έκανε συχνά να θέλω να τους ελευθερώσω από τα νύχια των δημίων τους. Η κατάσταση αυτή δημιούργησε μέσα μου μια διχοτόμηση, με τα ολέθρια, και μοιραία σ' αυτές τις περιπτώσεις, αποτελέσματα. Στην ψυχή μου άρχισαν από νωρίς να παλεύουν δυο αντίθετες δυνάμεις, που, επειδή έτειναν να ισορροπήσουν - ή ν' αλληλοεξουδετερωθούν - προσδιόριζαν η μια την άλλη. Δηλαδή, όσο περισσότερο αναπτυσσόταν μέσα μου το εμβολιασθέν θηλυκό στοιχείο τόσο περισσότερο αναγκαζόταν ν' αναπτυχθεί το αρσενικό. Κι επειδή το αρσενικό μέσα μου ήταν απ' τη φύση και την ιδιοσυγκρασία μου πολύ ισχυρό, η εκθήλυνσή μου έπρεπε αναγκαστικά νάναι βαθύτερη. Εν τέλει, κανένας απ' τους αντίπαλους δε νίκησε. Ο πόλεμός τους μέσα μου ήταν Πελοποννησιακός. Ο μόνος πούχασε - ή ίσως κέρδισε - ήμουνα εγώ.

   Μα πόσο αρρενωπότερος μπορούσα να γίνω, και πόσο θηλυκότερος; Η ανάπτυξη του αρσενικού στοιχείου δε μπορούσε να ξεπεράσει ωρισμένα όρια - φυσική διάπλαση, κληρονομικότητα κτλ. Έτσι, αντί να εκφραστεί με την υπερβολική ανάπτυξη τριχών, πέους κ.ο.κ. μετουσιώθηκε σ' οξύνοια, αντρίκιο θάρρος - τόσο κωμικοτραγικό όταν βρίσκεται σ' έν' αδύναμο κορμί - σ' αγάπη για την περιπέτεια, σε δημιουργικότητα. Το θηλυκό πάλι, μη μπορώντας να τελειωθεί, δηλαδή να μου αλλάξει το φύλο μου, ξίνιζε, γινόταν, έγινε νοσηρή ευαισθησία, οξύτατη διαίσθηση, έλξη για το "αντίθετο" φύλο - που φυσικά σ' αυτή την περίπτωση ήταν το αντρικό. 

   Γεγονός είναι πως, όσο περισσότερο αναπτυσσόταν μέσα μου το θηλυκό στοιχείο, τόσο περισσότερο αναγκαζόταν ν' αναπτυχθεί το αρσενικό, που δεν εννοούσε να το βάλει κάτω, σε τρόπο που, αργότερα, όταν ο εσωτερικός μου κόσμος έπρεπε να εξωτερικευτεί, να μεταφραστεί σε δράση, δεν ήμουνα ποτέ πιο γυναίκα απ' ό,τι όταν παρίστανα τον άντρα, και ποτέ πιο άντρας απ' ό,τι όταν παρίστανα τη γυναίκα. Επειδή μάλιστα οι δυο αυτές τάσεις έπαιρναν, όπως είπα, λόγω ιδιοσυγκρασίας, οξύτατη μορφή, ενστικτωδώς ανέπτυξα τεχνικές τέτοιες χάρη στις οποίες όταν παρίστανα τη γυναίκα φαινόμουνα τέλεια γυναίκα, όταν παρίστανα τον άντρα φαινόμουνα τέλειος άντρας. Δε μ' άρεσαν ποτέ οι ερμαφρόδιτες καταστάσεις, ούτ' οι αισθητικές, θεατρικές σαχλαμάρες.

   Αυτή η διφορούμενη θέση που πήραν από νωρίς οι γυναίκες στη ζωή μου, τ' ότι δηλαδή ήταν διώκτες μου και κρησφύγετο, δήμιοι και συγχρόνως άγγελοι παρηγοριάς, μ' έκανε από βρεφικής ακόμα ηλικίας - κι ήμουνα, φαίνεται, ένα εξαιρετικά οξυδερκές βρέφος - να στραφώ, για την ικανοποίηση της σεξουαλικής μου περιέργειας, κι αργότερα του σεξουαλικού μου ενστίκτου, προς τον Άντρα, - αν κι όχι χωρίς να κάνω προηγουμένως μερικές ύστατες προσπάθειες, που όμως απέτυχαν, ίσως από απλή ατυχία. Μπορεί στη στροφή μου αυτή προς τον άντρα να συνέτειναν κι άλλοι, δευτερεύουσας σημασίας παράγοντες, όπως λ.χ. τ' ότι απ' τον τρίτο κιόλας μήνα με ξέκοψ' η μάνα μου απ' το βυζί με κινίνο, και δεν πρόλαβα να γνωρίσω το γυναικείο κόρφο σαν πηγή ηδονής (πράμα που εξηγεί ίσως τη βαθειά περιφρόνηση που αισθάνομαι για τους άντρες πούχουν ιδιαίτερη αδυναμία κι εξάρτηση απ' τα γυναικεία βυζιά, που δε μπορούν να ικανοποιηθούν σεξουαλικά αν δεν τα πασπατέψουν). Γεγονός είναι πως από πολύ μικρός στράφηκα προς τους άντρες.

   Αλλ' όχι βέβαια προς όλους τους άντρες. Όχι προς τους εκ μητρός μου θείους μου, που όχι μόνο  μετείχαν της μητρικής ουσίας και καθίσταντο έτσι ύποπτοι στα μάτια μου, και που, άλλωστε, την εποχή εκείνη δεν έμεναν ακόμα μαζί μας, αλλά προς το μόνο άντρα που ήταν πρόχειρος και προσιτός την εποχή εκείνη, και που συγχρόνως μου φάνηκε άτρωτος απ' τα βέλη των γυναικών, κι αμέτοχος στις διάφορες τιμωρίες που μου επέβαλλαν: τον πατέρα μου. 

   Έτσι, η πρώτη ερωτική εικόνα, που αποτυπώθηκε στη μνήμη μου, ανάγεται στον πατέρα μου. Ήταν μια εκδίκηση του βρέφους-άντρα για τις αδικίες πουβλεπα, από τότε κιόλας, να γίνονται εις βάρος του φύλου μου απ' τις γυναίκες - και συγχρόνως η υπέρτατη τιμωρία μου. Ήταν μια πράξη αφάνταστης γενναιότητας, που, αλίμονο, δεν εξετίμησαν ποτέ οι άντρες ούτε οι γυναίκες, οι οποίοι δεν κατάλαβαν ποτέ - στην μακάρια άγνοιά τους - τι δουλειά είχα να σηκώσω στους αδύνατους ώμους μου έναν τόσο φονικό πόλεμο, που, έτσι κι αλλιώς, ήταν η μόνη διασκέδαση, σ' αυτή την πληκτική ζωή, και των μεν και των δε. Από υπερβολική αγάπη, έκανα τον εαυτό μου έναν άνθρωπο-τορπίλα. Διέσχισα με μεγάλη ταχύτητα το νερό, λίγο κάτω απ' την επιφάνεια, για να τορπιλίσω το θωρηκτό του εχθρού, το τορπίλισα, κι έγινα χίλια κομμάτια. Το θωρηκτό το επισκεύασαν, και σχίζει πάντα περήφανα κι απειλητικά τις θάλασσες. Μ' ας μιλήσω για κείνη την πρώτη ερωτική εικόνα.

   Ήταν χειμώνας. Πρωί. Έξω θα χιόνιζε. Η μητέρα μου σηκώθηκε απ' το κρεβάτι, και, πριν πάει στην κουζίνα να ψήσει καφέ και να βράσει το γάλα, ήρθε στην κούνια μου - ήμουνα δυο χρονώ - με σήκωσε στα χέρια της, και πήγε και με πέταξε στον πατέρα μου, που χουχούλιαζε ακόμα τεμπέλικα κάτω απ' το ζεστό πάπλωμα. - "Πάρ' το χαριτόβρυτο το γιο σου να τον κάνεις σαν τα μούτρα σου..."Ο πατέρας μου δεν της απάντησε - δεν την έπαιρνε ποτέ στα σοβαρά. Με πήρε και με κάθισε στο στήθος του καβάλα, κρατώντας με με τις δυο πελώριες παλάμες του για να μην πέσω, με χόρεψε λιγάκι, ύστερ' ανασηκώθηκε στα μαξιλάρια, με ξάπλωσ' ανάσκελα, κι άρχισε να μου παίζει το "Πάει λαγός να πιει νερό, στου Κωστάκη το λαιμό...", κι όταν τα δάχτυλά του - τα πόδια του λαγού - έφταναν στο λαιμό μου, με γαργαλούσε, κι εγώ λυνόμουνα στα γέλια. Πολλές φορές μάλιστα - ναι, η σκηνή αυτή πρέπει νάλαβε χώρα πολλές φορές - ξεκαρδιζόμουνα στα γέλια πριν τα πόδια του λαγού φτάσουν στο λαιμό μου, στ' άκουσμα και μόνο της λέξης λαγός, όπως τα σκυλιά του Παυλώφ.

   Μα την ημέρα εκείνη, ίσως επειδή χιόνιζε, κι η μάνα μου δεν είχε ανάψει ακόμα τη σόμπα, κι έκανε φοβερό κρύο, ύστερα από κάνα-δυο γαργαλητά, μ' έχωσε κάτω απ' το ζεστό πάπλωμα, κι εγώ γυρίζοντας μπρούμυτα, σαν τα γατάκια που αρνούνται να ξαπλώσουν ανάσκελα σαν άνθρωποι, έφερα μια στροφή περί τον άξονά μου, και, ωθούμενος από μια μυστηριώδη, ακατανίκητη έλξη, χώθηκα ολόκληρος, με το κεφάλι, κάτω από το πάπλωμα, και, μπουσουλώντας, στα τυφλά, τράβηξα ίσα για την εστία θερμότητος, τα σκέλια του, και πριν προλάβει να με τραβήξει έξω γελώντας απ' το γαργάλημά μου και την αμηχανία του, και να μου δώσει μια χαϊδευτική ξυλιά στον ολόγυμνο πισινό, πρόλαβα κι έπαιξα λίγο με τ' αχαμνά του, όπως έπαιζα με την κουδουνίστρα μου.

   Παρά την επίπληξη, ήμουνα έτοιμος να επαναλάβω το γλυκό παιχνίδι, μα εκείνη τη στιγμή ήρθ' η μάνα μου απ' την κουζίνα κουβαλώντας έναν κουβά ανθρακίτη και μερικά κομμάτια δαδί, τον άφησε πλάι στη σόμπα, ήρθε στο κρεβάτι, μ' απόσπασ' απ' τα χέρια του, και τούπε: "Άσε σε παρακαλώ τα σαλιαρίσματα με το γιο σου, και σήκω ν' ανάψεις τη σόμπα, μην τα περιμένεις όλα από μένα...", και μ' έριξε στην κούνια μου.

   Ο πατέρας μου σηκώθηκε τότε, φτιάχνοντας τα μακρυά του σώβρακα, ήρθε από πάνω μου, με γαργάλησε ακόμα σα να μουλεγε πως δεν έφταιγι' εκείνος για τη διακοπή του ερωτικού μας παιχνιδιού, πως ο χωρισμός μας ήταν προσωρινός, πως θα με ξανάπαιρνε μαζί του στο κρεβάτι μόλις μαλάκωνε την καρδιά της στρίγγλας, και - δε θυμάμαι τίποτ' άλλο, εδώ σβήνει η εικόνα.

   Αλίμονο, λίγο αργότερα, ο χωρισμός μας έγινε παντοτινός. Όταν πήραν το διαζύγιο, και δόθηκε η κηδεμονία των παιδιών στη μάνα μου, έχασα για πάντα τον πρώτο μου εραστή. Κι η απώλειά του πριν επέλθει ο κόρος τον εξιδανίκευσε στα μάτια μου. Έτσι  που η σύντομη, για μια βδομάδα μόνον, επανάληψη των σχέσεών μας, όταν τον ξανάδα ύστερ' από δεκαπέντε ολόκληρα λίγο πριν πεθάνει, με τη συνεπακόλουθη απογοήτευση που φέρνει στις ρομαντικές φύσεις η επαφή με την ωμή πραγματικότητα, δε στάθηκε ικανή να με κάνει να μεταβάλω τάσεις. Ήταν πια πολύ αργά.

   Όχι πως ξανάδα τον πατέρα μου σαν εραστή - θεός φυλάξοι. Μα στα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, τον είχ' αναζητήσει, και βρει, σ' άλλους άντρες. Και το μόνο πούνιωσα όταν τον ξανάδα γέρο κι άρρωστο, δεν ήταν υιική στοργή, μα οίκτος κι απελπισία στη σκέψη πως κι όλοι οι άλλοι, και φυσικά κι εγώ ο ίδιος, θα καταντούσαμε μια μέρα γέροι κι ανεπιθύμητοι όπως εκείνος.


Philippe Jaroussky records Gluck: che faro' senza Euridice