Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2019

"Ο ζόφος της Κολιμά: το στρατόπεδο όπου εξόντωναν τους τροτσκιστές στον Αρκτικό Βορρά" ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ 6.2.2019 Πρώτη δημοσίευση 3.2.2018 Πηγή: www.lifo.gr

..............................................................



Ο ζόφος της Κολιμά: το στρατόπεδο όπου εξόντωναν τους τροτσκιστές στον Αρκτικό Βορρά 


Ο Κωστής Παπαγιώργης γράφει για το συγκλονιστικό, ωμό και λεπτομερές ντοκουμέντο «Ιστορίες από την Κολιμά», εκεί όπου ο συγγραφέας Βαρλαάμ Σαλάμοφ πέρασε τη μισή ενήλικη ζωή του.

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ 6.2.2019 Πρώτη δημοσίευση 3.2.2018
Πηγή: www.lifo.gr


Είναι αποδεδειγμένο ότι η ανθρώπινη δυστυχία αποτελεί το καλύτερο υλικό για το μυθιστόρημα. Όσο φανταστικά κι αν είναι τα εξιστορούμενα βάσανα, ο αναγνώστης μετέχει συχνά με παλμό καρδίας, ταυτίζεται με τα θύματα και την κατεστραμμένη ζωή, αλλά δεν χάνει - όπως λένε - ούτε σταλαγματιά αίμα.

Το περιβόητο έπος του Σαλάμοφ, που αφηγείται με ανεπανάληπτο τρόπο την υπο-ανθρωπότητα των σταλινικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, είναι ένα έργο που, αν μη τι άλλο, ανανεώνει το είδος, ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο.

Ο συγγραφέας εξορίστηκε για ψύλλου πήδημα (διακίνησε το Γράμμα του Λένιν προς το Συνέδριο, όπου θιγόταν η προσωπικότητα του Στάλιν, και μετά, μια από τις ποινές του, τον καταδίκασε και πάλι επειδή ισχυρίστηκε ότι ο Ιβάν Μπούνιν ήταν κλασικός συγγραφέας!).

Η Κολιμά ήταν στρατόπεδο εξόντωσης στον Αρκτικό Βορρά, όπου πήγαιναν (για να μη γυρίσουν) οι «εχθροί του λαού», ήτοι οι κατηγορούμενοι ως τροτσκιστές.

Το παράδοξο είναι οτι ο Σαλάμοφ, στις 1.968 σελίδες του, δεν αναπτύσσει το αναμενόμενο πολιτικό κατηγορητήριο κατά του σταλινισμού και του κομμουνιστικού καθεστώτος. Άλλωστε, και ο ίδιος ηταν με τον τρόπο του «κομμουνιστής». Βρίσκουμε αναφορές εδώ κι εκεί, αλλά πουθενά - σε καμιά από τις 145 ιστορίες του - ο σταλινισμός δεν γίνεται καθαυτό θέμα.








Σχέδια από το Γκουλάγκ του Danzig Baldaev © FUEL Publishing (2010) ISBN: 978-0956356246 (© Danzig Baldaev / FUEL Publishing)

Αποκομμένοι ο ένας απ' τον άλλον πέθαιναν στη λευκή έρημο της Κολιμά από πείνα, κρύο, πολύωρη δουλειά, ξυλοδαρμούς κι αρρώστιες. Όσο για τις σαρκικές τους συνήθειες, οι κακοποιοί είναι όλοι παιδεραστές. Γύρω από κάθε ξακουστό κακοποιό κυκλοφορούν νεαροί με πρησμένα, θολά μάτια και γυναικεία ονόματα: διάφορες Μάνκα, Ζόικα, Βέρκα, τις οποίες ταΐζει ο προστάτης και πλαγιάζει μαζί τους. Διόλου παράδοξο το γεγονός ότι σε κάποιο στρατόπεδο οι κακοποιοί διέφθειραν μια σκύλα και πλάγιαζαν μαζί της σαν να ήταν γυναίκα.

Ο αφηγητής κατεβαίνει πολλά σκαλοπάτια για να βρεθεί στο ύψος του. Αυτό που ανακάλυψε στα στρατόπεδα ήταν ο ίδιος ο άνθρωπος. Γράφει, για παράδειγμα: «Όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα -η αγάπη, η φιλία, η ζήλια, η φιλανθρωπία, το έλεος, η δίψα για δόξα, η τιμιότητα- μας είχαν εγκαταλείψει μαζί με το κρέας που στερούμασταν στη διάρκεια της παρατεταμένης λιμοκτονίας μας. Σ’ αυτή την ασήμαντη μυϊκή στοιβάδα που παρέμενε ακόμα πάνω στα κόκαλά μας, που μας έδινε ακόμα τη δυνατότητα να τρώμε, να κινούμαστε και να αναπνέουμε, ακόμα και να πριονίζουμε κορμούς δέντρων και να γεμίζουμε με το φτυάρι τα καρότσια με χώμα και πέτρες, και μάλιστα να σπρώχνουμε τα καρότσια πάνω σε ένα ατελείωτο ξύλινο μονοπάτι μέσα στα ορυχεία του χρυσού (...), σε αυτή, λοιπόν, τη μυϊκή στοιβάδα είχε θέση μόνο ο θυμός, το πιο παλιό ανθρώπινο συναίσθημα». (σ. 76-77)

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σαλάμοφ αντιμετωπίζει με κάποια υποτίμηση τις Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων. Ο Ντοστογιέφσκι, τονίζει ο αφηγητής, δεν συνάντησε και δεν γνώρισε ανθρώπους του αυθεντικού κόσμου των κακοποιών (σ. 280).

Επίσης, παρατηρεί με μαύρο χιούμορ: «Η εποχή του Ντοστογιέφσκι ήταν διαφορετική, και το τότε κάτεργο δεν είχε φτάσει σε τέτοια αναβάθμιση, σαν αυτή που διηγήθηκα εδώ. Ό,τι συμβαίνει εδώ είναι υπερβολικά ασυνήθιστο, απίστευτο, και το φτωχό ανθρώπινο μυαλό δεν είναι σε θέση να δώσει συγκεκριμένη μορφή στην εδώ ζωή...». (σ. 179)

Περί τίνος ακριβώς πρόκειται; Ενώ θα περίμενε κανείς να διαβάσει για στυγνούς ανθρωποφύλακες του καθεστώτος - που δεν λείπουν βέβαια -, εκείνο που ανακαλύπτει είναι οι κακοποιοί, τα απίθανα ανθρωπάρια (φονιάδες, κλέφτες, ανώμαλοι, αποσαθρωμένες ψυχές, ανθρωποφάγοι στην κυριολεξία) που είχαν ειδικό ρόλο στο στρατόπεδο.

Οι κακοποιοί ήταν οι «φίλοι του λαού», ενώ οι πολιτικοί κρατούμενοι αποτελούσαν την απεχθή μάζα των «εχθρών του λαού». Ο τρόμος, με άλλα λόγια, πήγαζε από την καθημερινή συνύπαρξη με τα κατακάθια της κοινωνίας που είχαν ειδικά δικαιώματα στην Κολιμά.

Όσο για τους πολιτικούς εξόριστους, αυτούς που υπόκεινταν στην «Γκαρανιάδα», ήτοι την εκκαθάριση των τροτσκιστών, είχαν να αντιμετωπίσουν δυο μέτωπα: τους κακοποιούς που σκότωναν με το έτσι θέλω, και βέβαια τις Αρχές.



                                          Ο Σαλάμοφ στην φωτογραφία των αρχείων του γκουλαγκ


«Η απουσία ενιαίας συνδετικής άποψης αποδυνάμωνε εξαιρετικά την ηθική αντοχή των κρατουμένων. Δεν ήταν ούτε εχθροί της εξουσίας ούτε κρατικοί εγκληματίες, και πεθαίνοντας δεν καταλάβαιναν γιατί έπρεπε να πεθάνουν. Ο εγωισμός τους, ο θυμός τους, δεν είχε πού να στηριχθεί. Κι αποκομμένοι ο ένας απ’ τον άλλον πέθαιναν στη λευκή έρημο της Κολιμά από πείνα, κρύο, πολύωρη δουλειά, ξυλοδαρμούς κι αρρώστιες.

Έμαθαν αμέσως να μην υπερασπίζονται τον συνάδελφό τους, να μη στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Αυτό ακριβώς επεδίωκαν και οι Αρχές. Οι ψυχές όσων επέζησαν υφίσταντο πλήρη αποσύνθεση και τα σώματά τους δεν διέθεταν τις αναγκαίες για σωματικό μόχθο ιδιότητες». (σ. 602)

Το πλέον αποτρόπαιο βασανιστήριο του στρατοπέδου ήταν η αδυναμία του κρατουμένου ν’ απολαύσει έστω και μια ώρα μοναξιάς. Στον ύπνο και στον ξύπνιο, την ώρα της εργασίας και του φαγητού, στο νοσοκομείο ή οιαδήποτε άλλη στιγμή τη ζούσε κάτω απο τα μάτια των συγκρατουμένων.

Το ζήτημα του φαγητού ήταν κι αυτό απίθανο μαρτύριο, καθότι, λιμοκτονώντας, δεν έτρωγαν για να επιβιώσουν, αλλά για να μην πεθάνουν. Οι σελίδες του Σαλάμοφ για την τροφή αξίζουν ειδικό ανθολόγιο. Ακολουθούν φυσικά οι ασθένειες, η ηθική κατάπτωση και οι φόνοι.

Στο στρατόπεδο μόνο οι Ούρκα (οι κακοποιοί στην αργκό των ποινικών) ζουν σχετικά καλά. Αυτούς τους υπολογίζουν, αυτούς φοβάται η πολυάνθρωπη διοίκηση. Αυτοί είναι πάντα ντυμένοι, χορτασμένοι και υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον. Ενίοτε σφάζουν κιόλας κάποιον αντίπαλο.

«Οι ποινικοί έχουν υπερβολική ροπή προς τη θεατρικότητα και την εισάγουν στη ζωή τους με τρόπο που θα τον ζήλευε κι ο Γιβρέινοφ (ο θεατρικός σκηνοθέτης). Αποφασίστηκε να σκοτώσουν τον ομαδάρχη και η πρόταση ενός απο τους ποινικούς να κόψουν με το πριόνι το κεφάλι του έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Το κεφάλι πριονίστηκε μ’ ένα συνηθισμένο οριζόντιο πριόνι. Γι’ αυτό υπήρχε τώρα διαταγή που απαγόρευε να μένουν στους κρατούμενους τη νύχτα τσεκούρια και πριόνια» (σ. 705).

Το πλέον αποτρόπαιο βασανιστήριο του στρατοπέδου ήταν η αδυναμία του κρατουμένου ν' απολαύσει έστω και μια ώρα μοναξιάς. Στον ύπνο και στον ξύπνιο, την ώρα της εργασίας και του φαγητού, στο νοσοκομείο ή οιαδήποτε άλλη στιγμή τη ζούσε κάτω απο τα μάτια των συγκρατουμένων.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κανονιένκο, που σκότωνε για να τον δέχονται στο νοσοκομείο. «Με το που ερχόταν ο καιρός να βγει από το νοσοκομείο, ο Κανονιένκο σκότωνε κάποιον στη μεταγωγή, του ήταν αδιάφορο ποιον, ένα οποιοδήποτε κορόϊδο - τον στραγγάλιζε με μια πετσέτα. Η πετσέτα, μια κοινή πετσέτα του δημοσίου, ήταν το αγαπημένο όργανο δολοφονίας, η υπογραφή του. Τον συλλαμβάνανε, άνοιγαν εις βάρος του καινούργια υπόθεση, τον ξαναδίκαζαν, του έριχναν μια επιπλέον εικοσιπενταετή κάθειρξη στις πολλές εκατοντάδες χρόνια που είχε ήδη. Μετά τη δίκη, ο Κανονιένκο προσπαθούσε να βρεθεί στο νοσοκομείο για “ξεκούραση”, μετά ξανασκότωνε, κι όλα ξαναρχιζαν. Την εποχή εκείνη είχαν καταργηθεί οι εκτελέσεις των ποινικών. Επιτρεπόταν να εκτελούνται μόνο οι “εχθροί του λαού”, οι πενηνταοκτάρηδες - ήτοι οι τροτσκιστές». (σ. 555)

Το πρώτο πράγμα που δεν ισχύει στο στρατόπεδο είναι η φιλία. Ο ξεπεσμός είναι τόσο μεγάλος, ώστε ο πιο κοντινός σου είναι ικανός να σε «καρφώσει» για μια μπουκιά ψωμί, για ένα ζευγάρι κάλτσες, για ένα τσιγάρο.

Η σατανική διοίκηση ανέχεται μόνο το κατώτερο δυνατό επίπεδο ζωής, ώστε ακόμη και οι ίδιοι οι κρατούμενοι να ζουν μεν, αλλά να μην καταλαβαίνουν τρόπον τινά τον εαυτό τους.

Ανάμεσα στους κρατούμενους δεν υπήρχε ούτε ο παραμικρός δεσμός. Λίγο να έστρεφες την κεφαλή, κάτι θα σου έκλεβαν. Το στρατόπεδο ήταν ανθρωποφαγικό, ως εκ τούτου έπρεπε ν’ αναπτύξεις απίθανες δυνάμεις για να επιβιώσεις - περιέργως πώς, πρώτοι πέθαιναν οι άνθρωποι της Βαλτικής: Λετονοί, Λιθουανοί, Εσθονοί...

Επίσης, ένα θλιβερό στοιχείο του στρατοπέδου ήταν οι ξυλοδαρμοί. Δεν μιλάμε μόνο για τους ξυλοδαρμούς των ανακρίσεων, παρά για τους καθημερινούς ξυλοδαρμούς που εκμηδενίζουν το κύρος του αδύναμου. «Τον διανοούμενο-κρατούμενο τον τσακίζει το στρατόπεδο. Όλα όσα ήταν πολύτιμα ποδοπατούνται τώρα στη λάσπη, σε πολύ μικρό διάστημα, σε κάποιες λίγες εβδομάδες ο άνθρωπος χάνει τον πολιτισμό και την κουλτούρα του.

Το επιχείρημα της συζήτησης είναι η γροθιά, το στειλιάρι. Μέσο προτροπής ο υποκόπανος, το χτύπημα κατευθείαν στο πρόσωπο.

Έτσι, ο διανοούμενος μετατρέπεται σε δειλό κι ο εγκέφαλός του τού υπαγορεύει δικαιολογίες για τις πράξεις του. Μπορεί να πείσει τον εαυτό του για οτιδήποτε, να συνταχθεί με οποιαδήποτε από τις πλευρές σε μια συζήτηση. Μια σφαλιάρα, μια γροθιά μετατρέπει τον διανοούμενο σε πειθήνιο υπηρέτη κάποιου Σένιετσκα, Κόστετσκα. Η φυσική επίδραση γίνεται ηθική επίδραση. Ο διανοούμενος είναι φοβισμένος για πάντα. Το πνεύμα του έχει τσακιστεί.

Αυτόν το φόβο και το τσακισμένο πνεύμα τα κουβαλάει και στην ελεύθερη ζωή του».




                                                                        Η Κολιμά έτσι όπως είναι σήμερα











Σχέδια από το Γκουλάγκ του Danzig Baldaev © FUEL Publishing (2010) ISBN: 978-0956356246 (© Danzig Baldaev / FUEL Publishing)


Ο Σαλάμοφ επιμένει ψυχαναγκαστικά στην άποψη ότι ανέκαθεν η λογοτεχνία αντιμετώπιζε τον κόσμο του εγκλήματος με συμπάθεια, προσθέτοντάς του μάλιστα ένα ρομαντικό φωτοστέφανο, όπως συμβαίνει με τον Γιάννη Αγιάννη του Ουγκό και τους κατεργίτες του Ντοστογιέφσκι.

Αποφασίζει, λοιπόν, να υποστηρίξει οτι ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος, καταλήγοντας Ούρκα, δηλαδή του σχοινιού και του παλουκιού.

Σύμφωνα με το βίωμά του, οι άνθρωποι χωρίζονται σε δυο κατηγορίες. Στους «άντρες», τα «αλάνια», στους «ζούκι ζούκι» και στα «κορόιδα», δηλαδή τους αδύναμους.

Παρά τις απόψεις κάποιας λογοτεχνίας, «λόγος τιμής» δεν υφίσταται. Τα πάντα θυσιάζονται για τη σκοπιμότητα. Μέσα στο στρατόπεδο, αυτό που ρυθμίζει τη συμπεριφορά του κακοποιού είναι το ανατριχιαστικό «πέθανε εσύ και μετά εγώ».

Όσο για τις σαρκικές τους συνήθειες, οι κακοποιοί είναι όλοι παιδεραστές. Γύρω από κάθε ξακουστό κακοποιό κυκλοφορούν νεαροί με πρησμένα, θολά μάτια και γυναικεία ονόματα: διάφορες Μάνκα, Ζόικα, Βέρκα, τις οποίες ταΐζει ο προστάτης και πλαγιάζει μαζί τους. Διόλου παράδοξο το γεγονός ότι σε κάποιο στρατόπεδο οι κακοποιοί διέφθειραν μια σκύλα και πλάγιαζαν μαζί της σαν να ήταν γυναίκα.









Σχέδια από το Γκουλάγκ του Danzig Baldaev © FUEL Publishing (2010) ISBN: 978-0956356246 (© Danzig Baldaev / FUEL Publishing)

Η Κολιμά, μπορούμε να πούμε, είναι προσωπική ανακάλυψη του συγγραφέα που διασώζει κάτι αμιγώς ρώσικο, αμιγώς ανθρώπινο, που δεν το προέβαλαν άλλοι κατάδικοι, πιθανώς επειδή η πολιτική βάραινε περισσότερο από την ανθρωπογνωσία. Όπως γράφει, οι αντιλήψεις του άλλαξαν τις έννοιες, υπερέβησαν τα όρια του καλού και του κακού.

ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ περιοριστήκαμε σε αναφορές στις πρώτες χίλιες σελίδες, αφήνοντας το υπόλοιπο βιβλίο να το απολαύσει ο αναγνώστης με τον δικό του τρόπο.

Άλλωστε, το βιβλίο -,που έφτασε σε μας με καθυστέρηση σαράντα ετών -, αντιπροσωπεύει ένα βαρυσήμαντο γεγονός στα εκδοτικά μας πεπραγμένα, καθώς αποτελεί κι έναν «εκδοτικό» άθλο, όπου οι 2.000 σελίδες χώρεσαν σ’ έναν τόμο μέσου μεγέθους και όγκου. Τυπώθηκε λοιπόν «σε χαρτί Σαμουά Βίβλου 40 γραμμαρίων απο την EBNER & SPIEGEL GmbH Γερμανίας τον Νοέμβρη του 2011». Και μόνο εκδοτικά ο τόμος είναι ένα πολύτιμο δώρο για τον αναγνώστη.

Για τη μεταφράστρια Ελένη Μπακοπούλου έχουμε γράψει επανειλημμένα. Στην ίδια εκδοτική μορφή κυκλοφορούν ο Ηλίθιος και οι Αδερφοί Καραμάζοφ της ιδίας κι ευχόμαστε ολοψύχως να έπεται συνέχεια.

Βαρλάμ Σαλάμοφ, Ιστορίες από την Κολιμά, Μτφρ.: Ελένη Μπακοπούλου, Σελ.: 1.968, τιμή: €43,00, Εκδόσεις Ίνδικτος

Πηγή: www.lifo.gr

"ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑ" από τον ποιητή και φίλο στο fb Ηλία Κεφάλα (facebook, 8/2/2019)


..............................................................



ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑ 



(Σάμος 1922-Ἀθήνα 1987)

[...] Δὲ θὰ μιλήσω πιὰ γιατὶ μὲ γέμισαν οἱ ἀστροφεγγιὲς
Μὲ πέταξαν οἱ ἄνεμοι σὲ βάραθρα κι ἔβγαζα τὸν ἦχο μου
στο μαῦρο τους νερὸ
Ἀρκετὰ κάηκε τὸ σῶμα μου καθὼς τὸ ἄγγιξαν οἱ αἰφνίδιες
ἀλλαγὲς τῆς ἄνοιξης
Ἀρκετὰ κάηκαν τὰ σπλάχνα μου ἀπὸ τὰ δροσερὰ νερὰ
Τώρα κρατώντας τὴν καρδιά μου ὅπως ἕνα φέρετρο
Τὴνπερνῶ ἀπὸ ἰώδη περιβόλια καὶ ξέρω βροχὲς φονικὲς
Πηγάδια καὶ σπήλαια πρὶν ἀπὸ μένα ποὺ μὲ εἶπαν σκοτάδι τους [...]
(Δ. Π. Παπαδίτσας: PRINCIPIA I, ἀπόσπασμα)
Ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ποιητὲς ποὺ ἀναδείχθηκαν ποτὲ στὰ νεώτερα ἑλληνικὰ γράμματα ὑπῆρξε ὁ Δ. Π. Παπαδίτσας. Σπούδασε γιατρὸς στὴν Ἀθήνα καὶ τὸ Μόναχο καὶ ἄσκησε τὸ ἰατρικὸ ἐπάγγελμα στὴν Ἑλληνικὴ πρωτεύουσα καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ βίου του. Ἐραστὴς τῆς ἀρχαίας γραμματείας καὶ ἰδίως τῆς προσωκρατικῆς φιλοσοφίας, ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἀναζήτηση τῶν ἰδεῶν, καὶ μιᾶς ἰδιόμορφης μεταϋπερρεαλιστικῆς ἔκφρασης, ὅσον ἀφορᾶ στὴ μορφικὴ ἐκφορὰ τοῦ ποιήματος, ἀπέδωσε συνθέσεις κορυφαίων διαστάσεων μέσα στὶς ὁποῖες κυριαρχεῖ ὁ ὀντολογικὸς καὶ ὁ βαθιὰ ἐρωτικὸς προσανατολισμὸς τοῦ λόγου. Στὸ διαρκὲς στόχαστρο τοῦ Παπαδίτσα ἦταν ὁ μετὰ τὴν ὕπαρξη καὶ ὁ μετὰ τὸν ἔρωτα χῶρος.
Ξεκίνησε μὲ τὴ συλλογὴ "Τὸ φρέαρ μὲ τὶς φόρμιγγες" (1943). Ἀκολούθησαν συλλογὲς ποὺ συσσωματώθηκαν στὶς συγκεντρωτικὲς ἐκδόσεις "Ποίηση 1" (1964, α΄ κρατικό βραβεῖο) και "Ποίηση 2 (1981), ἐνῶ δὲν πρόλαβε νὰ ἐκδώσει τὴν "Ποίηση 3" μὲ τὸ ἤδη ἕτοιμο ὑλικὸ. Τὸ α΄ κρατικὸ βραβεῖο ξαναπῆρε γιὰ τὴ συλλογὴ του "Δυοειδὴς λόγος" (1981). Τιμήθηκε ἐπίσης μὲ τὸ ἔπαθλο Οὐράνη τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν γιὰ τή συλλογὴ του "Ἡ Ἀσώματη" (1983) καὶ πρὸς κέρδος τῶν πιὸ σημαντικῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν ἔγινε κτῆμα τους τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἔργου του. Ἀξιοσημείωτες ἐργασίες του εἶναι ὁ δοκιμιακὸς τόμος "Ὡς δι’ ἐσόπτρου", καὶ οἱ μεταφράσεις του ἀπό τὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Ὀρφέα.
Τὰ ἅπαντὰ του μὲ τὸν τίτλο "Ποίηση" (Μέγας Ἀστρολάβος/Εὐθύνη, 1997) ἐκδόθηκαν μὲ ἐπιμέλεια καὶ κωδικοποίηση τοῦ Κ. Ε. Τσιρόπουλου. Ὁ ὀγκώδης τόμος περιλαμβάνει ἐκτὸς ἀπὸ τὶς μέχρι τότε ἐκδοθεῖσες ποιητικὲς συλλογὲς καὶ ὅλα τὰ ἀνευρεθέντα κατάλοιπα, ἐνῶ ἔχουν τοποθετηθεῖ στὴ θέση τους ὀκτὼ ἄγνωστα ποιήματα τῆς μερικότερης συλλογῆς «Οὐσίες» τῆς "Ποίησης 1".
Ὁ Δ. Π. Παπαδίτσας ἐκαλλιέργησε ἕναν ἰδιότυπο ποιητικὸ καὶ βαθιὰ φιλοσοφικὸ λόγο, ἀπὸ τὰ ὀρύγματα τοῦ ὁποίου ξεπετάγονται οἱ ἀποφθεγματικὲς ἐπισημάνσεις του μὲ πρωτότυπες ἐννοιολογικὰ καὶ ἐκπληκτικὲς ἐκφραστικὰ καταδείξεις. Τοῦ ἀνήκει αὐτοδικαίως ὁ τίτλος τοῦ πλέον ἀποφθεγματικοῦ ποιητῆ, ἀφοῦ στὰ ποιήματὰ του οἱ στίχοι του δένονται συχνὰ σὲ κόμπους συσσωρευμένης γνώσης καὶ στιγμιαίων ἀφορισμῶν μὲ διαχρονικὸ ἐκτόπισμα.
Ἡ ἔκφρασὴ του ἐγκολπώνεται ὅλες τὶς ἱστορικὲς διαδρομὲς τῆς γλώσσας, ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἀρχαία σκοτεινὴ της ρίζα καὶ φτάνοντας μέχρι τὴ ρέουσα ἐξελικτικὴ ἐκδοχὴ τῆς σημερινῆς πραγματικότητας. Ἡ προσήλωσή του στὴ γλωσσικὴ ἀκεραιότητα τῶν κειμένων του εἶναι προφανὴς καὶ διαπνέεται ἀπὸ τὸ χαρακτηριστικὸ ὕφος μιᾶς τιθασευμένης λογιοσύνης. Τὸ ποιητικό του ἔργο καταφαίνεται ἀφαντάστως εὐρύχωρο καὶ εὐελπίστως πολυδιαστατικὸ, μὲ διαστρωματώσεις ἐπάλληλες πρὸς κάθε κατεύθυνση, καθὼς στεγάζει ρυθμοὺς πολύτροπους καὶ πολύμορφους, μὲ γεωμετρικὴ ἁρμονία καὶ ἐν γένει πρόδηλη μαθηματικὴ χάρη.
Εὐέλικτος, διεισδυτικὸς, βαθύνους, κοσμολόγος, φιλόσοφος, ψυχαναλυτὴς, θετικι-στὴς, πυθαγόρειος, ὀρφικὸς, μεμακρυσμένος, ἀλλὰ καὶ πλησιόχωρος, ἔνθεος, ὁμηρικός, ὀντολόγος, ἀνικανοποίητος τῆς ἀναζήτησης καὶ πληγωμένος τῆς γνώσης, συλλέκτης τῶν φωτεινῶν ἐκλύσεων ἀπὸ κάθε πηγὴ θανάτου ἤ ἀθανασίας, καταξιώθηκε στὴν ἀπόδοση μιᾶς ποίησης ἀνεξάντλητου κάλλους, μέσα στὴν ὁποία ἡ αὐτοκρατορικὴ ἰσχὺς τῆς
πολύσημης γλώσσας καὶ ἡ ἀκοίμητη σωματική του συνείδηση ψαύουν διαρκῶς τὴ μοίρα τοῦ ὄντος.
Ὁ Δ. Π. Παπαδίτσας διένυσε μὲ ἐντελῶς προσωπικὸ τρόπο μιὰ δύσκολη, ἐπίπονη καὶ, ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ, ὑψηλόπνοη ποιητικὴ πορεία. Ἀνέπτυξε ἀπειράριθμους τρόπους ἀνεύρεσης καὶ κατάδειξης τῆς ὀμορφιᾶς, ἐνῶ μὲ πλάγιους τρόπους φώτιζε συνεχῶς τὶς κατακτήσεις τῆς ἑλληνικῆς σκέψης καὶ παράδοσης. Σηματοδότησε κατευθύνσεις στὴ διανόηση καὶ τὴν ἔκφραση. Αὐτοδικαίως θεωρεῖται σταθμὸς στὴν ἑλληνικὴ ποίηση, ἀλλὰ καὶ σημεῖον ἐκκίνησης. Λειτούργησε σὲ πολύ ὑψηλήν ἐσχατιὰ τοῦ λόγου μὲ συνεχεῖς τάσεις ἀνόδου καὶ κανένα φαινόμενο πτώσης. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν εἶναι καὶ θὰ παραμείνει μοναδικὸς, εἴτε ὑπάρξουν μαθητὲς, εἴτε ὄχι.

Η.Κ.


Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

"Κούφια η ώρα..." Επετειακόν άσμα από και για τον Λουκιανό Κηλαηδόνη - 2 χρόνια από την αποδημία του... (youtube, 12 Φεβ 2017)

................................................................


 Κούφια η ώρα...
Aν ποτέ πεθάνω αν λέμε, αν
κάψτε ένα πιάνο κι ένα μπουφάν.

Καίτε ένα αμάξι κάθε δειλινό
θέλω και τάξη, θέλω και χαμό.

Δε θέλω φιέστες ούτε φωνές
τρεις μαζορέτες μ’ άσπρες στολές,
ξανθούλες.

Και κάποια μπάντα στο πουθενά
να παίζει "τα θερινά σινεμά".

Θέλω ένα πάρτι μες στο γκαζόν
κάποια Τετάρτη ίσως μ’ άπειρα γκαρσόν.

Θα `χει ποτά για όλους πιειτε ένα τζιν
δύο βότκες και δε θέλω μαύρα μόρτες
θέλω μπλου-τζιν.


(youtube, 12 Φεβ 2017)

"Για τους "Μοντέρνους Καιρούς" του Τσάρλι Τσάπλιν..." από τη φίλη στο fb Conta Dina (facebook, 7/2/2019)

............................................................


Για τους "Μοντέρνους Καιρούς" του

 Τσάρλι Τσάπλιν...

από τη φίλη στο fb Conta Dina (facebook, 7/2/2019)

«Οι «Μοντέρνοι Καιροί» είναι μία ιστορία για τη βιομηχανία, την ατομική εφευρετικότητα, τη σταυροφορία τής ανθρωπότητας στην αναζήτηση τής ευτυχίας» - Charlie Chaplin
«Modern Times», 1936 - «Μοντέρνοι Καιροί»
Αμερικανική ταινία που γράφηκε και σκηνοθετήθηκε από τον Charlie Chaplin, ο οποίος ενσαρκώνει το ρόλο τού Little Tramp.
Ο ίδιος έκανε και τη μουσική.
Πρωταγωνιστεί η Paulette Goddard

Πόσο «Μοντέρνοι» είναι οι «Καιροί» τού Charlie Chaplin;
https://www.youtube.com/watch?v=DfGs2Y5WJ14
Ογδόντα τρία χρόνια πριν, λοιπόν, τον Φεβρουάριο τού 1936,
ο δημιουργός αποφασίζει να αφήσει το χαρακτήρα και την εικόνα τού γνωστού Αλήτη με το καπέλλο και το μουστάκι που δημιούργησε το 1914. Έχει γίνει πλέον διάσημος και αγαπητός ο ήρωάς του, όπως και ο ίδιος. Όμως, δεν τού αρκεί αυτό ούτε επαναπαύεται στις δάφνες του. Εκείνο που έχει τώρα προτεραιότητα και σημαντικότητα, είναι η κριτική τού αστικού κόσμου, ο στυγνός και απρόσωπος χώρος τής εργασίας, οι εργάτες που αντιμετωπίζονται ώς σκέτοι αριθμοί στη μάχη για την παραγωγή και τα κέρδη. Είναι θερμά συνδεδεμένος με την Αριστερά και η καλλιτεχνική του έκφραση θα μετουσιωθεί σε ένα δριμύτατο και σαρκαστικό πολιτικό «κατηγορώ». Αυτή του η στάση θα στρέφει για δεκαετίες επάνω του το βλέμμα τού FBI.
Ο Little, Little Tramp, προσπαθεί να επιβιώσει στο μοντέρνο, βιομηχανοποιημένο κόσμο. Σε μία κοινωνία βαθειά θαμμένη μέσα στην Οικονομική Κρίση των ημερών εκείνων,
βουτηγμένη στην απελπισία μιας Μεγάλης Ύφεσης, των συνθηκών και των μοιραίων επιπτώσεών της.
Εργάτης φάμπρικας είναι, σφίγγει βίδες στο κορμί των σιδερένιων μηχανημάτων και κοιτάζει να συγχρονισθεί με τη γραμμή τής παραγωγής. Η σκηνή στο εργοστάσιο, εκεί που μπλέκεται στα γρανάζια ενός τεράστιου μηχανήματος και, τελικά, από την πολλή δουλειά, χάνει τόσο την ανθρώπινη υπόστασή του ώστε να τριγυρίζει στους χώρους σφίγγοντας τις μύτες και τα κουμπιά όσων συναντά, αποτελεί Κινηματογραφικό μνημείο έμπνευσης και συμβολισμού.

https://www.youtube.com/watch?v=AkLnj5pJtDI
Μέσα από μόνιτορ, το τυραννικό αφεντικό του παρακολουθεί το προσωπικό.
Ο «Μεγάλος Αδελφός», ας πούμε!
Ο Little, όνομα και χαρακτήρας, δεν μπορεί να ακολουθήσει τους εξοντωτικούς ρυθμούς των μηχανών, στο τέλος τον τρελλαίνουν, μαζί με συνεχή άτυχα περιστατικά και παρεξηγήσεις.
Μοιραία κατάληξη ο παροξυσμός, το αμόκ, το ψυχιατρείο.
Μέσα σε όλα, κατηγορείται και ώς κομμουνιστής ακόμα και αν κατά λάθος ανέμιζε μία κόκκινη σημαία. Η «ρετσινιά» αυτή, άλλωστε, πουλούσε και πουλάει πάντοτε, μόνον τα χαρακτηριστικά και το ανάλογο λεξιλόγιο ποικίλουν,
η κόλλα που στοκάρει τα μυαλά μάρκες απλώς και φόδρες αλλάζει.

https://www.youtube.com/watch?v=hNaGACWW4D0
Έχοντας υποστεί την απάνθρωπη μεταχείριση των εργοδοτών στις μεγάλες βιομηχανίες, ο ήρωας καταλήγει να περιπλανιέται άνεργος και πεινασμένος. Στο δρόμο συναντά μια ορφανή πάμπτωχη κοπέλα, που έχει κλέψει ένα καρβέλι ψωμί για να φάει, είναι και η τελευταία του παρτνέρ επί της οθόνης, η σύντροφός του και στη ζωή εκείνη την περίοδο, η Paulette Goddard.
Τρυφερότητα υπάρχει μόνο στον έρωτά τους, μαζί προσπαθούν να διαφύγουν από τους διώκτες τους αστυνομικούς. Η περιπλάνησή τους μέσα στην πόλη, οι αστείες αλλά και πικρές τους περιπέτειες, γλυκαίνουν την ένδοια. Γι' αυτό, το τέλος τούς βρίσκει να περπατούν πιασμένοι από το χέρι και να κατευθύνονται προς ένα φωτεινό ξέφωτο. Προς το αβέβαιο, αλλά γεμάτο ελπίδα μέλλον. Είτε προς την πλάνη είτε προς τη δικαίωση, ένα ζητούν μόνο: ν' αφήσουν πίσω τον κόσμο τής δυστυχίας, τής εκμετάλλευσης και των ταραχών.

Το φιλμ έχει φόντο το μεγάλο οικονομικό και χρηματιστηριακό κραχ τού 1929 και σχολιάζει σπαρακτικά το απεγνωσμένο κυνήγι για μία «θέση στον ήλιο» τής εργασίας. Σε μία κοινωνία με τεράστια ανεργία, καθώς και με οικτρή οικονομική κατάσταση των ανθρώπων.
Ευφυή και προφητικά σχόλια, ειρωνικές αναφορές, κοινωνική κριτική, σουρρεαλισμός, ανθρωπισμός και ψυχαγωγία, όλα μαζί σε ένα ανθρώπινα δραματικό αριστούργημα.

Η ταινία κατηγορήθηκε ότι κάνει κομμουνιστική προπαγάνδα
- τί λέγαμε πιο πάνω; -
και απαγορεύθηκε στην Ιταλία και τη Γερμανία τής εποχής. Αργότερα, στην Αμερική, θα σάρωνε ζωές, καριέρες, έργα και σπουδαίους δημιουργούς, το αποτρόπαιο κύμα τού Μακκαρθισμού και οι πρόθυμοι λακέδες του.
Είναι η πρώτη ηχητική ταινία τού Chaplin, αλλά ο ήχος χρησιμοποιείται με ιδιαίτερο τρόπο, ένας συνδυασμός «βωβής» και ήχου. Ακούγονται φωνές να μιλάνε, προερχόμενες από μηχανικές συσκευές. Ένας συμβολισμός για την κατάργηση τού ανθρωπισμού που επιφέρει η πρόοδος τής τεχνολογίας. Οι «Μοντέρνοι Καιροί» δεν είναι ταινία διαλόγων, αλλά ένα ακουστικό κολάζ από τους ήχους της πόλης και των εργοστασίων, με ελάχιστες ηχογραφημένες ομιλίες και με κάρτες ανάμεσα στις σκηνές που εξηγούν.
Τη χαρακτήρισαν Μαρξιστική ταινία, προοδευτική, το βέβαιον είναι πως πρόκειται για απέραντα ανθρωπιστικό έργο.
Η σκηνή που ανοίγει την ιστορία, με τους εργαζόμενους να παραλληλίζονται με ένα κοπάδι προβάτων, οι αυτόματες ταΐστρες των εργατών, τα γιγάντια γρανάζια που τούς ρουφούν, όλα αποδίδουν την ιδεολογία και τις ανησυχίες τού Chaplin, εδώ έρχεται και δένει η Μαρξιστική σκέψη.
Η μουσική τής ταινίας είναι δημιουργία τού «Σαρλό», ο ίδιος ακούγεται να τραγουδά έστω και ακατάληπτα, επίσης και αυτό ανάγεται στην αλληγορία του.
Αν μάς ακούς, Charlie, να σού πούμε πως οι «Καιροί» σου εξακολουθούν να είναι «Μοντέρνοι».
Φτώχεια, ανεργία, απεργίες και απεργοσπάστες, πολιτική αδιαλλαξία, οικονομικές ανισότητες, τυραννία των μηχανών, ναρκωτικά.
Όλα αυτά κι άλλα τόσα, παραμένουν Μοντέρνα και παντός Καιρού!


https://www.youtube.com/watch?v=y9pkxTLDsBg

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

«Ένα κουβέρ» Διήγημα του Γιάννη Ευσταθιάδη από τη συλλογή διηγημάτων «Δωμάτιο παντού» (εκδ. Μελάνι, 2005)

..............................................................





 

 Γιάννης Ευσταθιάδης (γ. 1946, Αθήνα)





 



·       «Ένα κουβέρ»
Διήγημα του Γιάννη Ευσταθιάδη από τη συλλογή διηγημάτων  «Δωμάτιο παντού» (εκδ. Μελάνι, 2005)


      Πηγαίνεις να φας μόνος.
   Πρέπει να ξέρεις εκ των προτέρων – και να το αποδεχθείς - , πως το τραπέζι σου θα είναι σε μειονεκτική θέση (έξω από την τουαλέτα ή έξω από την κουζίνα).
   Πρέπει να ξέρεις, επίσης, ότι τα μισά δεύτερα πιάτα του καταλόγου θα είναι απρόσιτα σ’ εσένα, γιατί, όπως ρητώς αναφέρεται, είναι «για δύο άτομα» ή «minimum δύο κουβέρ».
   Μη πτοηθείς.
   Παράγγειλε από την υπόλοιπη κάρτα ένα πλήρες μενού και μη διανοηθείς να απεμπολήσεις όλα σου τα δικαιώματα: και απεριτίφ στην αρχή και τυρί πριν από το γλυκό και καφέ με πτι-φουρ μετά, ακόμα  και χωνευτικό ποτό στο τέλος.
   Μη διανοηθείς να αποδεχθείς την εφημερίδα ή το περιοδικό που θα σου προσφέρουν (συμβαίνει συχνά).
   Μη βγάλεις το κομπολόι σου (αν έχεις), μην ανάψεις τσιγάρο (ακόμα κι αν είσαι καπνιστής).
   Κάθε φορά που έρχεται ένα πιάτο αφιερώσου σ’ αυτό.
   Παρατήρησέ το πρώτα εικαστικά, σαν πίνακα (η όραση, πολλές φορές ανοίγει την όρεξη περισσότερο από τη γεύση).
   Διαχώρισε νοερά τα υλικά κι αποφάσισε με ποια σειρά θ’ αρχίσεις να τρως (και τι θ’ αφήσεις για το τέλος).
   Δοκίμασε την πρώτη μπουκιά σκέτη. Η δεύτερη, ας είναι με λίγη από την προτεινόμενη σος. Η Τρίτη, με συνδυασμό των συνοδευτικών που βρίσκονται στο πιάτο.
   Φάε αργά και με ρυθμό ράθυμο (τουλάχιστον στο διπλάσιο χρόνο που θα έτρωγες με παρέα). Δώσε άνεση στη γεύση και στις άλλες αισθήσεις σου.
   Ανάλυσε. Παρατήρησε. Στοχάσου.
   Όχι σαν ερευνητής, σαν φυσιοδίφης, σαν εγκεφαλικός παρατηρητής, αλλά σαν εραστής που η αυγή αργεί να προβάλει απ’ τα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα.
   Συνειδητοποίησε το προνόμιο της μοναχικότητας και αξιοποίησέ το επικεντρωνόμενος με αφοσίωση στο πιάτο σου.
   Για να μην πλήττεις στην αναμονή των πιάτων, άσκησε την παρατηρητικότητά σου.
   Εξέτασε τις φυσιογνωμίες που σε περιτριγυρίζουν. Ταξινόμησέ τες. Προσπάθησε να θυμηθείς σε ποιους μοιάζουν. Προσπάθησε να μαντέψεις ποιο είναι το επάγγελμα των ανδρών. Αξιολόγησε το ντύσιμο των γυναικών. Εξέτασε τη διαφορά ηλικίας των ζευγαριών. Προσπάθησε να ερμηνεύσεις τα πραγματικά τους συναισθήματα.
   Παρατήρησε τα σερβίτσια. Δες τα μαχαιροπίρουνα και πρόσεξε αν είναι ασήμι ή αλπακάς.
   Χτύπησε με το νύχι το ποτήρι για ν’ ακούσεις τον ήχο του. Παρατήρησε το σχέδιο που είναι αποτυπωμένο στο πιάτο σου (μη το γυρίσεις για να δεις τη μάρκα, είναι εξαιρετικά κοινότοπο).
   Κοίταξε το ντεκόρ. Δες τι σ’ αρέσει. Αποσαφήνισε αυτό που σ’ ενοχλεί. Ξανασχεδίασέ το και κάνε τις δικές σου προσθήκες. Κοίταξε τα φώτα. Χαμήλωσέ τα ή δυνάμωσέ τα, ανάλογα με τη διάθεσή σου.
   Κοίταξε έξω από το παράθυρο ή τη σέρα.
   Αυξομείωσε τη φωτεινότητα του ουρανού. Πρόσθεσε ή αφαίρεσε δέντρα. Μέτρησε τ’ αυτοκίνητα που περνούν ή αγνόησέ τα και αφοσιώσου στους διαβάτες. Μελέτησε το ύφος, τα ρούχα και τις προθέσεις τους.
   Αλλά πάνω απ’ όλα, σκέψου πως δεν είσαι κάτι μοναδικό.
   Είσαι απλώς μόνος (όπως εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο).
   Γι’ αυτό θυμήσου. Θυμήσου παλιούς έρωτες. Θυμήσου παιδικές ασθένειες. Νεανικές συνήθειες. Άλλα γεύματα, σε άλλες εποχές, σε άλλους χώρους. Ανοιξιάτικες καταιγίδες και ηλιόλουστους τσουχτερούς χειμώνες. Πιάτα ένοχης δίαιτας και πιάτα ανέμελου χορτασμού. Εκκρεμότητες εφηβείας και τελεσιδικίες ωριμότητας.
   Με την ευγενική συνηγορία του αλκοόλ, συγχώρεσε τις γυναίκες που σε εγκατέλειψαν και, ανάλογα με το ποσοστό της ήπιας μέθης σου, καταράσου τους φίλους που σε έχουν προδώσει.
   Μετά, ανακάλεσε τους αγαπημένους σου νεκρούς, κλείνοντας απλώς τα μάτια (όλοι θα νομίσουν πως είναι απ’ την απόλαυση).
   Συζήτησε μαζί τους. Ζήτα τη γνώμη τους. Διαφώνησε. Αντιδίκησε. Μετά, χαμογέλασέ τους, όπως τότε.
   Άπλωσε κι ακούμπησε το χέρι τους (με πρόσχημα ότι θέλεις την παρακείμενη αλατιέρα).
   Απρόσεκτα χύσε μια σταγόνα κόκκινο κρασί – σπονδή στο ιδεώδες τετελεσμένο.
   Τότε, επιτέλους, θα έρθει ο λογαριασμός.





Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

"ΔΙΠΤΥΧΟ ΧΑ'Ι'ΚΟΥ" από τον ποιητή και φίλο στο fb Χάρη Μελιτά (facebook, 4/2/2019)

..............................................................

















Χάρης Μελιτάς 












ΔΙΠΤΥΧΟ ΧΑ'Ι'ΚΟΥ


Η ΣΚΑΛΑ (1)

Ανεβαίνοντας
κοιτάζω προς τα κάτω.
Βουβό πηγάδι. 


Η ΣΚΑΛΑ(2)

Κατεβαίνοντας
κοιτάζω προς τα πάνω.
Πλάνος ουρανός.