Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

«Χριστός Ανέστη» Διήγημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τη συλλογή «Τα δεκατρία ντόμινα και άλλες ιστορίες» (εκδ. Ερατώ, 2014, επιμ. Ν. Σαραντάκος)

.............................................................





   Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888 - 1944)

 

·       «Χριστός Ανέστη»


 Διήγημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τη συλλογή «Τα δεκατρία ντόμινα και άλλες ιστορίες»
(εκδ. Ερατώ, 2014, επιμ. Ν. Σαραντάκος)



   Και τότε, ξαφνικά μες στη σιωπή, χτύπησαν οι καμπάνες. Αλλού βαριές και δυνατές, με μιαν επίσημη χαρά συγκρατημένη – αλλού με χαρωπά ξεφωνητά, σαν ασημένια κουδουνάκια μακρινά, που ξέσπαζαν με μιας το θρίαμβό τους, και γύρευαν, μες στη μαύρη νύχτα, να σκαρφαλώσουν ως τον ουρανό, να τον γιομίσουν με την άξαφνη χαρά τους.
   Εδώ-εκεί, ένα σωρό ρουκέτες, κόκκινες και γαλάζιες, διέγραψαν την τροχιά τους, κι έσκασαν, για μια στιγμή, μες στο μαύρο φόντο τ’ ουρανού, ανακατεύοντας τα ψεύτικά τους άστρα, τα παροδικά και φευγαλέα, με την αιώνια κι ατάραχη γαλήνη και το χρυσάφι των αληθινών…
   Κι έπειτα όλα πάλι σώπασαν, Πού και πού έπεφτε μόνο κανένα βαρελότο, πότε κοντά και πότε μακριά, άλλοτε μοναχικό, κι άλλοτε τρία-τέσσερα μαζί.
   Κι απ’ τους μακρινούς τους δρόμους, φάνηκε το πλήθος να γυρίζει, με τις αναμμένες του λαμπάδες, σα μια μεγάλη θάλασσα κεριών που ξεχειλίζει. Κι όλ’ αυτά τα φώτα είχαν κάτι απ’ τον ήχο της καμπάνας. Ήταν σα να ‘σπασαν οι βουερές καμπάνες, κι οι ήχοι τους να είχαν γίνει φώτα και να σκοπούσαν μες στην πολιτεία, φέρνοντας το μεγάλο μήνυμα παντού, σ’ όλα τα μέγαρα και σ’ όλα τα φτωχόσπιτα, πως ο Χριστός ήταν αναστημένος…
   Ο Γιώργος έκλεισε το βιβλίο που διάβαζε και πήγε στο παράθυρο. Είδε τις ρουκέτες, που χάραζαν το σκοτεινό διάστημα με τις βουβές τους, παρδαλές εκρήξεις. Είδε, ακόμα, τις λαμπάδες των ανθρώπων, που χωρισμένοι σε μικρές παρέες, έπαιρναν το δρόμο του σπιτιού τους. Μια σειρά μπαλκόνια, μακριά, φωτίστηκε για μια στιγμή, απ’ τις βαθιές, αιματηρές ανταύγειες ενός κόκκινου, λοξού βεγγαλικού.
   Κι έπειτα έγινε και πάλι ησυχία.
   Και τότε, στην αντικρινήν αυλή, τρομαγμένο ίσως απ’ τους κρότους, ακούστηκ’ ένα παρατεταμένο Μπε-ε-ε… Κι αυτό το «Μπεεε» δεν είχε τίποτε απ’ τη χαρά της ευφρόσυνης εκείνης νύχτας. Δεν ήταν παρά ένα κλάμα φοβερά ανθρώπινο, ένας βόγγος παραπονεμένος, ένα μονότονο τραγούδι απογνώσεως – αλλά με κάτι το βαθιά υποταγμένο, σα μιαν απόφαση που έχει πια παρθεί, και μήτε περιμένει σωτηρία… Έμοιαζε τόσο μ’ ανθρώπινη φωνή, που ο Γιώργος, δίχως να το θέλει, ένιωσε κάτι μέσα του να σφίγγεται, κα στάθηκε πίσω απ’ το τζάκι, ανήσυχος μήπως το ξανακούσει.
   Και το ξανάκουσε σε λίγο, όχι μια και δυο φορές, αλλά πολλές φορές, με διαλείμματα – και κάθε φορά που τ’ άκουγε, έλπιζε πως θα είν’ η τελευταία. Ήταν ο ίδιος βόγγος ο βαρύς, στην ίδια μονότονη χορδή, που θύμιζε, με τον υπόκωφο καημό της, μια νότα χαμηλή του βιολοντσέλου…
   Κι όλη η χαρά της νύχτας, εξαφανίστηκε με μιας απ’ το μυαλό του. Το αιώνιο σαράκι, που τον τυραννούσε, πρόβαλε πάλι μες στην έρημη καρδιά του. Η νύχτα όλη θόλωσε στα μάτια του.
   Τίναξε τους ώμους, κι άρχισε να κάνει βόλτες, κυνηγημένος απ’ τον εφιάλτη της λυπητερής φωνής εκείνης, που του διηγόταν, μες στη νύχτα, το σπαραχτικό μαρτύριό της…
   Και κάθε φορά έκοβε το βήμα, με την ελπίδα πως τοπ βογγητό θα σταματήσει, πως η φωνή θα κουραστεί στα τελευταία, θα κουραστεί να κλαίει, και θα πάψει… Κι όμως εκείνη εξακολουθούσε, αμείλικτη και καταθλιπτική, σα μια ασώπαστη, επίμονη, ακούραστη, σπαραχτική κραυγή του θανάτου!
   Κι έπειτα, ξαφνικά, σαν κάποιος ν’ άκουσε τη μυστικήν ευχή του – μόλις ξανάγινε στο δρόμο ησυχία – το θλιβερό το βέλασμα σταμάτησε.
   Ο Γιώργος δε θέλησε να βγει αυτό το βράδυ. Προτίμησε να μείνει να διαβάσει. Όλες αυτές οι φασαρίες, που τον συγκινούσαν τόσο άλλοτε, τώρα τον άφηναν τελείως αδιάφορο. Δεν έβλεπε την ώρα πότε να περάσουν οι μελαγχολικές εκείνες μέρες των επιδειχτικών Επιταφίων. Άλλοτε, οι μέρες αυτές ήταν η χαρά του. Τις περίμενε με μυστική λαχτάρα, τις αγαπούσε ταπεινά, με συντριβή, τις παρακολουθούσε με κατάνυξη. Από τότε, όμως, που μπήκε στη ζωή, και διάβασε βιβλία, όλ’ αυτά του είχαν γίνει μακρινά. Είχαν πάψει ν’ αγγίζουν την καρδιά του.
   Κι όμως εκείνο το μεγάλο σπαραγμό, που δεν μπορούσαν να του δώσουν πια οι άνθρωποι, του τον ξανάδινεν απόψε, αναπάντεχα, το βογγητό του καταδικασμένου ζώου. Αυτός ο θρήνος μες στα σκοτεινά, αυτός ο πόνος ο βαθύς κι απαρηγόρητος, αυτό το ανεξιχνίαστο παράπονο της ταπεινής ζωής που θυσιάζεται, του ξαναζωντάνευε στα μάτια του όλες τις περασμένες αγωνίες, τις αγωνίες όλων των ανθρώπων, τις αγωνίες όλων των υπάρξεων, που ήταν πεπρωμένο να χαθούν απ’ τον καιρό που πρωτοφάνηκε ζωή – χωρίς ποτέ να μάθουν το γιατί, χωρίς να βρουν ποτέ το μυστικό της μαύρης μοίρας που τα βασανίζει…
   Κι ενώ ζητούσε πριν, μ’ αδημονία, να σταματήσει το παράπονο εκείνο, τώρα που είχε σταματήσει ίσα-ίσα, το ‘νιωθε πιο πικρό μες στην ψυχή του. Τώρα που είχε πάψει μια στιγμή, γέμιζε πιο πολύ τη σιωπή – σα να ‘βγαινε απ’ όλες τις μεριές, σα να  ‘χε γίνει η κραυγή όλου του κόσμου, μες στη γη και μες στον ουρανό, μέσ’ απ’ το φως και μέσ’ απ’ το σκοτάδι.
   Ο Γιώργος πήγε και πάλι στο παράθυρο, και προσπάθησε να διακρίνει όξω.
   Οι εκκλησίες έφεγγαν ακόμα.
   Πού και πού, στους μακρινούς τους δρόμους, πρόβαλλε μια στιγμούλα, και περνούσε, καμιά λαμπάδα αργοπορημένη.
   Κάποιοι κρότοι αμυδροί, εδώ-εκεί, κάποιοι σκόρπιοι κρότοι βαρελότων, έδειχναν πως ο κόσμος αγρυπνούσε. Σ’ όλα τα σπίτια, τώρα, ήταν στρωμένο το πασχαλινό τραπέζι, κι ο κόσμος τσούγκριζε τα κόκκινα τ’ αυγά.
   Εκείνος ήταν μόνος στην Αθήνα. Οι δικοί του, κι αυτοί, στην επαρχία, θα ήταν τώρα συναγμένοι στο τραπέζι, και θα ‘τρωγαν και θα τον μελετούσαν. Κι αυτή η γνώριμη και τρυφερή ανάμνηση, τα μακρινά κι αγαπημένα πρόσωπα, που τον πονούσαν και τον αγαπούσαν, οι γνώριμες και μακρινές φωνές, που θα τον ανάφερναν μ’ αγάπη, πέρασε μ’ ένα ρίγος καλοσύνης, σα μια γλυκιά κι ονειρεμένη όαση, μες στην ερημιά της καρδιάς του.
   Δοκίμασε και πάλι να διαβάσει.
   Μα το μυαλό του ήταν τόσο ταραγμένο, που, καθώς έριξε τα μάτια του στα γράμματα, αυτά αντί να σχηματίζουν φράσεις, άρχισαν να χορεύουν μεταξύ τους και να πλάθουν διάφορες εικόνες – εικόνες απ’ τα παιδικά του χρόνια, όλο συγκινημένες αναμνήσεις, ήχους, μορφές, στιγμές λησμονημένες, πράματα για πάντα ξεχασμένα, που δεν περίμενε ποτέ να τα θυμάται, και που του ξαναγέμιζαν τη σκέψη νοσταλγία, αλλά και του φανέρωναν, συγχρόνως, όλο το άδειο κι όλη την απόγνωση της τωρινής απόμερης ζωής του… Είχε ζήσει τόσο μόνος, τόσο μόνος, τόσο πολύ σκυφτός μες στα βιβλία, που μέσα του είχαν στεγνώσει όλα, όλες οι πίστεις κι όλες οι ελπίδες, και δεν απόμενε παρά μια αγωνία, ένα τεράστιο ερωτηματικό – ένα πελώριο «γιατί» χωρίς απόκριση – και μαζί μ’ αυτή την αγωνία, μια συμπόνια για το καθετί, ένας οίκτος δακρυσμένος κι αδυσώπητος, τόσο για τους άλλους που υπόφερναν, όσο και για τον ίδιον εαυτό του…
   Κάποιο αυτοκίνητο πέρασε στο δρόμο κι η φωνή ξανάρχισε.
   Ξανάρχισε δειλά, στον ίδιον τόνο, δίχως ελπίδα, δίχως ικεσία, σπαραχτική, μονότονη και πένθιμη, σα να μη ζητούσε πια βοήθεια, ούτε και ν’ ακουστεί από κανένα – σαν ένας έρημος κι ανώφελος μονόλογος, σαν κάτι θλιβερό κι απαρηγόρητο, που χαράζει αιωνίους κύκλους, γύρω στο ίδιο κέντρο, δίχως τέλος…
   Ο Γιώργος δεν μπορούσε να βαστάξει.
   Άρπαξε το καπέλο του, και βρέθηκε στο δρόμο.
   Πήγε ίσα στην αντικρινή αυλή, κι έριξε με τρόπο τη ματιά του. Στην αρχή δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει τίποτε. Έπειτα όμως, τα μάτια του συνήθισαν, κι άρχισε να βλέπει καθαρότερα. Είδε το πρόβατο ακίνητο, δεμένο.
   Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Μες στην ταραχή του, ξαφνικά, ένα μεγάλο σχέδιο γεννήθηκε. Ήξερε πως, παντού, σ’ όλα τα σπίτια, αγωνιούσε απόψε κάποιο θύμα, κι έκλαιγε, με την ίδια τη φωνή. Εκείνα, όμως, δεν τα είχε δει, δεν είχε ακούσει τη φωνή τους. Αυτό, τουλάχιστον, αυτό που το ‘χε δει, αυτό που τύχαινε τόσο κοντά στο χέρι του – σα να το ‘βαλεν επίτηδες η μοίρα – έπρεπε, σώνει και καλά, να το γλιτώσει!
   Σκέφτηκε να πηδήσει απ’ τα κάγκελα, να λύσει σαν κλέφτης το σκοινί, ν’ ανοίξει από μέσα την αυλόπορτα, να το φορτωθεί στην αγκαλιά του, να το φέρει μια φορά στο δρόμο, κι έπειτα… «Έπειτα;» Σταμάτησε.
   Πού να πάει; Σε ποιο μέρος να το κρύψει;
   Ένα σωρό συγκεχυμένα ερωτήματα πολιόρκησαν αμέσως το μυαλό του. Να το κρατήσει μες στο σπίτι, δε μπορούσε. Έπρεπε να το πάει μακριά. Κι αν το πήγαινε στον κάμπο, τι θα το ‘κανε;… Να το χαρίσει σ’ ένα φιλικό του σπίτι, με την παράκληση να μην του το πειράξουν; Σπίτι τόσο φιλικό δεν είχε.
   Να το φέρει στο βουνό, και να τ’ αφήσει; Η ίδια μοίρα το περίμενε κι εκεί: Ποιος ξέρει σε ποιανού τα χέρια θα ‘πεφτε, και τι μαρτύρια ακόμα θα τραβούσε, ώσπου να τελειώσει πάλι έτσι…
   Ήταν πεπρωμένο να σφαχτεί! Ήταν εκείνο, το σημαδεμένο, που δεν μπορούσε να γλιτώσει μες στον κόσμο! Όλος ο κόσμος μπορούσε να γλιτώσει, εκείνο, όμως, δεν μπορούσε να γλιτώσει…
   Γύρισε τα μάτια του παντού. Κοίταξε τα σπίτια, τα παράθυρα, ζητώντας από κάπου μια βοήθεια.
   Ένιωθε πόσο γελοίος ήταν. Πόσο οι άλλοι θα γελούσαν αν τον έβλεπαν, τι κοροϊδίες που θα του πατούσαν οι φίλοι του, η γη, ο κόσμος όλος!
   Εκείνος, όμως, αδιαφορούσε…

                                                                    ***
                                                                                                                                                                                                           
   Ετοιμαζόταν ν’ ανεβεί στα κάγκελα, είχε σχεδόν ανεβασμένο το ‘να πόδι, όταν του φάνηκε πως άκουσε να πλησιάζουν βήματα.
   Κατέβασε το πόδι του, και κοίταξε.
   Κάποιος ερχόταν από πέρα μες στη νύχτα, κρατώντας έν’ αρνί στην αγκαλιά του.
   Πέρασε πολύ κοντά του. Του φάνηκε σα να του χαμογέλασε. Έπειτα έστριψε σε μια γωνιά, πιο πέρα. Θα ήταν κάποιος αργοπορημένος νοικοκύρης, κάποιος φτωχός εργατικός, ποιος ξέρει, που πήγαινε το ψώνιο του στο σπίτι. Το δύστυχο τ’ αρνάκι δε μιλούσε…
   Τότε κατάλαβε τη ματαιοπονία του.
   Κατάλαβε πως όλ’ η πολιτεία ήταν γεμάτη όλο τέτοια θύματα, πως δεν υπήρχε σπίτι στην Αθήνα, που να μην ετοιμαζόταν μια θυσία.
   Στύλωσε τα μάτια μ’ αγανάκτηση, και τότε, μακριά, μες στο σκοτάδι, του φάνηκε πως άκουσε, χιλιάδες αγωνίες – το μυστικό κλάμα των αρνιών, που καρτερούσαν, ώρα με την ώρα, το φοβερό μαχαίρι στο λαιμό…
   Κι έφυγε μες στη νύχτα σαν τρελός…
    Όλη τη νύχτα γύριζε στους δρόμους, κυνηγημένος απ’ το μαύρον εφιάλτη – κι όταν πια ξημέρωσε ολότελα, ενώ χτυπούσαν οι γιορτάσιμες καμπάνες, είδε τον ήλιο να προβάλλει στο βουνό – κι αυτός ο ήλιος ήταν τόσο κόκκινος, τόσο πλημμυρισμένος από αίμα, που, χωρίς να θέλει, ντροπιασμένος, σήκωσε το χέρι του με λύσσα, και με τις σφιγμένες του γροθιές, σκούπισε τα δάκρυα στα μάτια του…



Schubert - Piano Sonata in A minor, D. 845 (FULL)

.............................................................


Schubert - Piano Sonata in A minor, D. 845 (FULL)

(youtube, 7/1/2014)

The Piano Sonata in A minor, D. 845 (Op. 42) by Franz Schubert is a sonata for solo piano, composed in May 1825. 

I. Moderato - A minor 
II. Andante poco moto - C major. 
III. Scherzo: Allegro vivace - Trio: Un poco più lento - A minor 
IV. Rondo: Allegro vivace - A minor



"Το ανέκδοτο με τον Ιρλανδό και ο Λάκης Λαζόπουλος" γράφει ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 06.04.2018)

..............................................................
 

Το ανέκδοτο με τον Ιρλανδό και ο Λάκης Λαζόπουλος


 
Ο Λαζόπουλος εξακολουθεί να βγάζει γέλιο, 
μολονότι αυτή τη φορά δεν είναι ακριβώς εκείνο 
που θα ήθελε | ΕUROKINISSI/ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
 
 γράφει ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος
Ενας Ιρλανδός επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Λονδίνο. Αφού γύρισε όλη μέρα στην πόλη και είδε τα αξιοθέατα, το βράδυ πήγε σε καμπαρέ για να διασκεδάσει. Το πρόγραμμα είχε τραγούδι, χορευτικό και έναν κωμικό εγγαστρίμυθο με το παιδικό ανδρείκελο καθισμένο στα γόνατά του να λέει ανέκδοτα. Μεταξύ αυτών ήταν και ένα «ιρλανδικό», όπου οι κάτοικοι του γειτονικού νησιού εμφανίζονται ως όχι ιδιαίτερα ευφυείς.
Οι θαμώνες γέλασαν, αλλά ο Ιρλανδός εξοργίστηκε. «Δεν ήρθα εδώ για να με προσβάλλετε», φώναξε. «Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να υποτιμάτε τους άλλους και τι σας κάνει να νομίζετε ότι είσαστε τόσο έξυπνοι κι εμείς τόσο βλάκες;». Ο κωμικός αιφνιδιάστηκε κι άρχισε να δικαιολογείται: «Με παρεξηγήσατε», είπε. «Εδώ απλώς κάνουμε σάτιρα. Η γιαγιά μου είναι Ιρλανδέζα και πάρα πολλοί φίλοι μου είναι Ιρλανδοί. Την Ιρλανδία την αγαπώ πραγματικά, πιστέψτε με». «Εσύ να μην ανακατεύεσαι», τον κατακεραύνωσε ο Ιρλανδός. «Εγω μιλάω με τον νεαρό».
Οταν διάβασα τη συνέντευξη που έδωσε ο Λάκης Λαζόπουλος στην «Εφ.Συν.» εκεί πήγε το μυαλό μου αμέσως. Και σκέφτηκα ότι ο δημοφιλής κωμικός, παρά την αίσθηση χιούμορ που τον διακρίνει, δεν θα έπιανε το αστείο. Γιατί σε τελική ανάλυση αυτό ακριβώς ισχυρίστηκε και ο ίδιος σοβαρολογώντας: άλλο πράγμα ο εγγαστρίμυθος και άλλο το ανδρείκελο. Δηλαδή τα όσα έλεγαν οι Μήτσοι ήταν δικά τους λόγια («Αυτοί κάνουν κουμάντο»), για τα οποία προφανώς δεν φέρει καμία ευθύνη ο «δημιουργός». Σκέφτηκα επίσης το δράμα του, το οποίο εμείς οι κοινοί θνητοί αδυνατούμε να συλλάβουμε.
Επί χρόνια ολόκληρα υπέμενε στωικά το εκστασιασμένο ακροατήριο να τον χειροκροτεί για τους μικρούς Μήτσους και για τις απόψεις που διαλαλούσε επί σκηνής του «Αλ Τσαντίρι», ενώ στην πραγματικότητα τις απέρριπτε κατά 80%. Τι τραβάνε οι καλλιτέχνες! Δεν είναι όμως όλα μαύρα· ο Λαζόπουλος εξακολουθεί να βγάζει γέλιο, μολονότι αυτή τη φορά δεν είναι ακριβώς εκείνο που θα ήθελε.
Εξάλλου υπάρχει ένα επιπλέον επιχείρημα, το οποίο θα μπορούσε να επικαλεστεί και θα του συνιστούσα να το κάνει αν χρειαστεί ξανά να πάρει καμιά κλειστή στροφή: εννοώ τη γνωστή και αμιγώς αριστερή θεωρία του Μπρεχτ για την αποστασιοποίηση, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να αποφεύγεται η πλήρης ταύτιση με τον ρόλο.
Για να μιλήσουμε σοβαρά, το πρόβλημα είναι γενικότερο και βασανίζει πάρα πολλούς ανθρώπους, έντιμους και καλοπροαίρετους: πώς να διαχειριστούν το χάσμα ανάμεσα σε αυτά που ειλικρινά πίστευαν ότι θα γίνονταν κι αυτά που όντως έγιναν; Ιδίως όταν επίσης ειλικρινά πιστεύουν ότι στη συγκεκριμένη συγκυρία το mea culpa θα φέρει στην εξουσία τη Δεξιά. Εύκολη και ανώδυνη απάντηση δεν υπάρχει, ας μην κοροϊδευόμαστε.
Αν και τέτοιου είδους γενικεύσεις είναι παρακινδυνευμένες, έχω την εντύπωση ότι σιωπούν αμήχανα, όχι για να μη στενοχωρήσουν τον Παππά ή τον Καρανίκα, αλλά για κάτι πολύ πιο σημαντικό: για να μην πλήξουν την Αριστερά που παραμένει στην καρδιά τους. Τίθεται όμως το ερώτημα: Μήπως η σιωπή τους, αντί να προστατεύσει την Αριστερά τη χαντακώσει ακόμα περισσότερο;
Διότι αν η ιδεολογική ανάκαμψη προϋποθέτει την αυτογνωσία, το αντικείμενο της κριτικής δεν μπορεί παρά να είναι οι παθογένειες που τους οδήγησαν στη σημερινή αφωνία. Πράγμα όχι απλώς δύσκολο, αλλά σχεδόν αδύνατο όταν επιχειρείται στο πλαίσιο μιας πολιτικής κόντρας όπου ο αντίπαλος τους περιμένει στη γωνία. Είναι σαν να επισκευάζεις το καράβι ενώ πλέει στα βαθιά.
Υπάρχουν όμως τρόποι που ίσως βοηθήσουν, αρκεί να δεχτούν την προφανή αρχή ότι το σκεπτικό της διάγνωσης ενός λάθους δεν πρέπει να γίνεται με τους όρους που οδήγησαν στο λάθος. Και οι όροι αυτοί είναι τα διάφορα στερεότυπα, τα οποία λειτουργούν όπως τα γυαλιά μας: δεν τα βλέπουμε επειδή μέσα απ’ αυτά βλέπουμε τον κόσμο.
Αναφέρω ενδεικτικά τη βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι για τα δεινά μας πάντα ευθύνονται κάποιοι άλλοι, την ολοένα και πιο εμφανή τάση τελευταία να γυρνούν στα παλιά, ηρωικά χρόνια, «τότε που είχαμε δίκιο», παραβλέποντας το γεγονός ότι η κυβερνώσα Αριστερά θα κριθεί από το τι κάνει σήμερα και όχι με βάση το περιβόητο ηθικό πλεονέκτημα. Και πάνω απ’ όλα την ολέθρια άποψη ότι η κατάκτηση της εξουσίας από την Αριστερά είναι τόσο σημαντική, ώστε το πώς την κατέκτησε και πώς τη διατηρεί να μην αποτελούν θέμα συζήτησης.
Αυτά για τους ειλικρινά και αφιλοκερδώς αριστερούς. Οσο για εκείνους που απλώς επένδυσαν στις προ των εκλογών ανερχόμενες μετοχές του ΣΥΡΙΖΑ, δεν πειράζει. Θα βρουν κάποιες άλλες που θα υπόσχονται καλύτερο μέρισμα.

"ΤΟΠΟΙ ΑΠΟΓΕΙΩΤΙΚΟΙ" του ποιητή και φίλου στο fb Ηλία Κεφάλα (facebook, 6/4/2018)

...........................................................
 

ΤΟΠΟΙ ΑΠΟΓΕΙΩΤΙΚΟΙ


Η φωτογραφία πρόσφατη, στην χρονική απόσταση μιας εικοσαετίας περίπου, εστιάζει στον ἄξονα ενός επιμήκους βράχου σὲ παρατεταμένη στιγμή απογείωσης. Ο γρανίτης κοιτάζει κατευθείαν στην καρδιά του ουρανού και παρασύρει στην κίνησή του αυτή και το εκστασιασμένο βλέμμα. Ο χρόνος και ο τόπος στρεβλώνονται παθητικά, για να εξαφανίσουν κάθε τι το συγκεκριμένο και να το μεταβάλλουν σε μόριο μιάς αόριστης μεταλλαγής. Η πέτρα γίνεται ένας διαχρονικός μαγνήτης για να ελκύει αενάως. Να αιχμαλωτίζει. Έρχομαι ξανά και ξανά στον τόπο αυτόν και καθώς επανέρχομαι είναι σαν να μην έφυγα ποτέ. Εδώ μικρός μαθητής, εδώ έφηβος, εδώ φοιτητής, εδώ και ενήλικας συνδεδεμένος με την διαρκή αναζήτηση, με την διαρκή απορία. Επειδή εδώ κονταροχτυπιέμαι πάντα με τον τρόμο του κενού.
Βαδίζω στα ριζά, στα σχίνα και τα αρχαία θαλασσινά χαλίκια, στο σκοτάδι των σκιασμένων ατραπών. Τι γύρευαν οι πρώτοι άνθρωποι που ήλθαν εδώ και κατέφυγαν πρώτα στις στενές εσοχές κι ύστερα στις κεφαλές των πέτρινων στηλών; Τι γύρευαν, κοιτάζοντας ψηλά; Η απάντηση όσο απλοϊκή κι αν φαίνεται, άλλο τόσο είναι και αληθινή: Μα δεν γύρευαν τίποτα περισσότερο πέρα από αυτό που δείχνουν οι συμπαγείς όγκοι: τον ουρανό.
Υπέρβαση, λοιπόν, μια συνεχής ανάβαση και μια ανασυγκρότηση του είναι σε κάτι το πολύ υψηλό και άπιαστο.
Κάτω στα φιδόσυρτα μονοπάτια οι μοναχοί γίνονται κοινοί άνθρωποι: Διαβάζουμε στις φυλλάδες των ντόπιων και ξένων περιηγητών ότι εκεί χαμηλά ζούσαν και ατακτούσαν σαν μικρά παιδιά, με κλεψιές και καυγάδες. Καλλιεργούσαν μικρούς κήπους, ζήλευαν την σοδειά του γείτονα, πείσμωναν ζηλόφθονα και χαλούσε ο ένας τα φτενά αργοτεμάχια του άλλου. Όμως όταν γύριζαν στους ναούς, τα ξεχνούσαν όλα, φίλιωναν γρήγορα και κοίταζαν ψηλά. Επειδή βρίσκονταν ήδη ψηλά, εκεί στα ανώτερα στρώματα του αιθέρα.
Ο τόπος προσφέρεται για παντός είδους ψηλαφήσεις και αναδιφήσεις. Θυμάμαι τα κείμενα του Βλάση Γαβριηλίδη της πάλαι ποτέ κραταιάς “Ακροπόλεως” να προτρέπει τους αναγνώστες του: επισκεφθείτε τους βράχους υπό βροχήν για να νιώσετε το ρίγος της πραγματικής συγκίνησης. Τότε που η ομίχλη σκεπάζει τα γρανιτένια τους βάθρα και τα λίθινα αναστήματά τους αιωρούνται και γίνονται πραγματικά μετέωρα. Τότε που τα μικρά ρυάκια του βρόχινου νερού κατρακυλούν μουρμουρίζοντας αιθέριες καταβασίες. Ή ακολουθείστε το βλέμμα του Κώστα Μπαλάφα, όταν απαθανατίζει με τον φακό του τα κυκλοτερή χιονισμένα μονοπάτια σε σκληρές αντιθέσεις με τους μελανείμονας μοναχούς.
Υπέρβαση ξανά. Δηλαδή πορεία πάνω από το βατό. Στους δρόμους του ποικιλότροπου μυστικισμού. Αλλά σκέφτομαι συνεχώς και αναρωτιέμαι για το πόσο υπερβατικός μπορεί να γίνει ή μπορεί να επιθυμίσει να γίνει σήμερα ο άνθρωπος. Η καθημερινότητά μας με τα αναρίθμητα προβλήματα επιβίωσης σηκώνει τέτοιες πνευματικές πολυτέλειες; Τις επιτρέπει ηθικά; Ποιο είναι το πρώτιστο σήμερα; Να απογειωθεί κανείς για να σώσει με τον οποιοδήποτε τρόπο την ψυχή του ή να προσγειωθεί για να σώσει την ψυχή και το σώμα του διπλανού του;
Με τις σκέψεις αυτές αναλογίζομαι τους πρώτους που έφτασαν και μόνασαν εδώ, αξιοποιώντας το μόνο ίσως ενεργό εφόδιο που είχαν: την ψυχική τους δύναμη. Ο μυθικός ασκητής Βαρλαάμ στα 1350 μ.Χ. και οι Αψαράδες αδελφοί Θεοφάνης και Νεκτάριος στα 1517 μ.Χ. Ο όσιος Ιωάσαφ στα 1387 μ.Χ., πρώην Ιωάννης Ούρεσης Παλαιολόγος, γιος του Συμεών Ούρεση Παλαιολόγου, Ελληνοσέρβου βασιλιά Ηπείρου και Θεσσαλίας με έδρα τα Τρίκαλα, αδελφού του περιβόητου Στέφανου Δουσάν. Τι έψαχνε το βασιλόπουλο και το βρήκε μέσα στη γυμνότητα των βράχων, ώστε να απαρνηθεί τις εγκόσμιες δόξες και να μονάσει πεισματικά και εν τέλει πειστικά; Και τόσοι-τόσοι άλλοι στο διάβα των αιώνων, που δεν χωρούν μέσα σε αριθμούς;
Τι είναι, λοιπόν, σήμερα σημαντικότερο; Να σώσεις ή να σωθείς; Μήπως όταν σώζεις τους άλλους δεν επιτυγχάνεις κι ένα σώσιμο του εαυτού σου ταυτόχρονα; Πού μπορεί να εδράζεται σήμερα η σωτηρία του ανθρώπου; Στην κοινωνία ή στον υπερβατικό λογισμό; Το δεύτερο δεν σημαίνει και ένα είδος εκούσιας εξορίας, μιαν εγκατάλειψη του συνανθρώπου, έναν αναχωρητισμό που στην ουσία εννοείται ως άρνηση ευθυνών;
Η μετουσίωση της καθημερινότητας σε μια στιγμιαία ή διαρκή πνευματική άνωση αναμορφώνει οπωσδήποτε τον εσωτερικό μας κόσμο. Όμως τι είναι αυτό που ψάχνουμε; Την συμπαντική αλήθεια ή την ατομική μας σωτηρία; Την πνευματική ένωση με κάτι το αδιαμόρφωτο και ομιχλώδες ώστε να του δώσουμε μορφή και υπόσταση, σύμφωνα με κάποιες Αρχές, ορμώμενοι πάντα από διαισθητικές δυνάμεις; Ή εν τέλει την παραμέληση των απλών βιοτικών αναγκών, που διευκολύνουν την συνύπαρξη, ενώ η απαξίωσή τους μας προσδίδει και μας παραδίδει στην παντελή απάθεια;
Σκέψεις και σκέψεις που επαμφοτερίζουν και επιρρέπουν πότε στον έναν και πότε στον άλλο δίσκο του ζυγού. Εν τω μεταξύ οι βράχοι εξακολουθούν να σημαδεύουν τον ουρανό και να μας ταλαντεύουν με τα μυστικά τους μηνύματα. Και λέξεις πολλές, όπως ενδοσκόπηση, περιφρόνηση, παθητικότητα, παροδικότητα, συμπαντική αντίληψη, υπέρβαση αντιθέσεων, αλληλεγγύη κλπ, πέφτουν σαν φύλλα μέσα στον κήπο του μυαλού και προσπαθούν να συνθέσουν μια πειστική πρόταση. Και μέσα σε όλα αυτά κυριαρχεί το φαινόμενον της αθέατης ρυθμικότητας, δηλαδή του συντονισμού μας προς μιαν αειπάρχουσα αρμονία, απαύγασμα σταθερό των απογειωτικών αυτών τόπων.


ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ


Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

"Μετακινηθείτε λίγο" έγραψε η Άννα Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 03.04.2018)

.............................................................
 

Μετακινηθείτε λίγο

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           

 
 EUROKINISSΙ/ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
 
 έγραψε η Άννα Δαμιανίδη 
Μια μέρα ρουτίνας. Η Πανεπιστημίου είναι κλειστή από το Σύνταγμα, δεν ξέρω γιατί. Τη βλέπω άδεια να απλώνεται σε όλο της το μεγαλείο, τι κρίμα τελικά να μη γίνει εκείνη η πεζοδρόμηση, έτσι κι αλλιώς πεζοδρομείται από την Αστυνομία κάθε τρεις και λίγο, θα είχε τουλάχιστον δέντρα, ίσως κι ένα ποτάμι να κυλάει. Μπορεί να περνούσε και τραμ.
Τώρα δεν περνάει τίποτε, κάτι διαδηλωτές μόνο περνούν από τον χώρο τον λεγόμενο Προπύλαια Πανεπιστημίου στον άδειο δρόμο, προσπαθώντας να φαίνονται πολλοί. Είναι γύρω στους 150, όσο αραιά και να σταθούν δεν γίνεται να γεμίσουν και τα Προπύλαια και τον δρόμο.
Λίγο στη στάση κοιταζόμαστε, άνθρωποι γύρω μου τόσο κουρασμένοι που ούτε διαμαρτυρία δεν ακούγεται, ούτε γκριμάτσα. Παραιτημένοι κοιτάζουν στο βάθος, ανέκφραστοι, ξεχειλωμένοι από αποδοχή κάθε είδους ταλαιπωρίας που καθημερινά σκαρφίζεται όποιος έχει εξουσία κι όποιος προσπαθεί να αποκτήσει, στην πόλη αυτή.
Κατεβαίνω στο μετρό, εκεί έχουμε επίσκεψη μιας παρέας ωραίων νεαρών που μοιράζουν χαρτιά και κάθε τόσο φωνάζουν όλοι μαζί ένα δίστιχο: «Θέλουμε ελεύθερες μετακινήσεις για όλους!» Και ποιος σας εμποδίζει να μετακινηθείτε ελεύθερα, ρε παίδες, σκέφτομαι σιωπηλά, ο δρόμος είναι ανοιχτός επάνω, υπερβολικά ανοιχτός μάλιστα, και τα σκυλιά δεμένα σε γενικές γραμμές.
Πηγαίνετε όπου θέλετε και μη μας ξεκουφαίνετε! Υστερα αργά χαράζει στο μυαλό μου η δεύτερη σκέψη: όταν λένε τα παιδιά «ελεύθερες μετακινήσεις» δεν εννοούν αυτό που νομίζω, αυτό που εννοούμε στα ελληνικά δηλαδή, αλλά δωρεάν. Πώς λέμε ελεύθερη είσοδος; Αυτό. Μεταφράζουν την αγγλική έκφραση, το free. Εμ βέβαια, ξέρουν αγγλικά, όχι όπως εγώ που όταν είχα πρωτοπάει στο Λονδίνο έκανα μέρες να καταλάβω ότι το «ελεύθερο» εκεί ήταν το δωρεάν.
Αυτά είναι γαλουχημένα στην αγγλική κουλτούρα, φαίνονται εξάλλου, τόσο καλοζωισμένα, αστραφτερά νιάτα, καμία σχέση με τους ταλαίπωρους της στάσης επάνω, είναι ζήτημα αν έχουν μπει σε λεωφορείο μια φορά στη ζωή τους. Μια νεαρή με μπροκάρ σορτσάκι πάνω από διχτυωτό καλσόν κάνει να μου δώσει φυλλάδιο, γυρίζω εχθρικά από την άλλη πλευρά, πόσο ακόμα νομίζεις ότι αντέχουν σφυροκόπημα από την κακομαθημένη μανία σας οι θεσμοί και οι δομές, πόσο αντέχουμε οι άνθρωποι αυτής της πόλης, μου έρχεται να της πω, αλλά φυσικά δεν λέω τίποτε, αντίθετα εκείνη μαζί με τους άλλους πιάνουν άλλο ποίημα εν χορώ και ρυθμώ: «Ελεύθερα αγαθά σε κάθε γειτονιά».
Η λέξη «γειτονιές» με εντυπωσιάζει. Μεγαλωμένα σε λουξ διαμερίσματα με τις καλύτερες οθόνες και κάθε σύγχρονο μέσο, νοσταλγούν πιθανόν γειτονιές με ασβεστωμένα πεζοδρόμια και γριές σε καρέκλες να τα παρακολουθούν που φλερτάρουν και να τα κατσαδιάζουν - ίσως χωρίς κάτι τέτοιο τα νιάτα να είναι άνοστα. Ας μετακινηθούν ελεύθερα προς τα εξοχικά τους για λίγο, μπας και λειτουργήσει κάνα τρόλεϊ, μουρμουρίζω φουρκισμένη.
Τελικά γύρισα με τα πόδια κι αργά το βράδυ άκουσα πως έριξαν δακρυγόνα γύρω από το Πανεπιστήμιο. Εγώ πάντως δεν τα χρειάζομαι. Κλαίω από μόνη μου.

"Και πάλι για το μάθημα των Θρησκευτικών" έγραψε ο Κώστας Σταμάτης (tvxs.gr, 4/4/2018)

...............................................................

Και πάλι για το μάθημα των Θρησκευτικών 





έγραψε ο Κώστας Σταμάτης
(tvxs.gr, 4/4/2018)

Η διδασκαλία του μαθήματος θρησκευτικών κατά καιρούς επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο στη χώρα μας με αφορμή είτε κάποια νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Παιδείας είτε κάποια δικαστική απόφαση.
Πώς δέον να τίθεται το θέμα αυτό από τη σκοπιά θεμελιωδών αρχών του δημοκρατικού κράτους δικαίου στην Ελλάδα, την Ευρώπη και όχι μόνο; Το κείμενο που ακολουθεί στέκεται αποκλειστικά στη θεσμική και δικαιοπολιτική διάσταση του ζητήματος.
Διακόσια χρόνια ύστερα από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και τον Αδαμάντιο Κοραή, η δικαιοπολιτική ουσία του ζητήματος συνεχίζει να προκαλεί μέγιστη αμηχανία στις τάξεις όσων εναντιώνονται σε πεφωτισμένη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Είτε αυτοί είναι η Διοικούσα Εκκλησία είτε πολιτικοί ή δημόσιοι λειτουργοί. Συνάμα καταδεικνύεται ο βαθύς πολιτικο-διανοητικός επαρχιωτισμός, αλλά και ο καιροσκοπισμός κομμάτων και προσώπωνπου κατά τα άλλα ενδέχεται να δηλώνουν φιλελεύθεροι και ευρωπαϊστές.
Ας κάνουμε λοιπόν λίγη αγωγή του πολίτη.
Δύο σοβαρές, προκαταρκτικές παρανοήσεις
Η πρώτη από αυτές αναφέρεται στην προμετωπίδα του Συντάγματος, ενώ η δεύτερη στο νόημα της «επικρατούσας» θρησκείας. Κοινή είναι εδώ η παρερμηνεία του Συντάγματος: ότι τάχα αποτελούν ουσιαστικό κανόνα δικαίου.
α) Η προμετωπίδα του Συντάγματος αναγράφει: «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος». Η καθαρευουσιάνικη προμετωπίδα έχει χρησιμοποιηθεί το πρώτον στα Συντάγματα που θεσπίστηκαν στη διάρκεια της -αβέβαιης ακόμη ως προς την ευτυχή έκβασή της- ελληνικής Επανάστασης εναντίον του αλλόθρησκου κατακτητή. Ενδεχομένως εξέφραζε συνάμα και ένα δέος των υπόδουλων Ελλήνων μπροστά στο πρωτόγνωρο τότε εγχείρημα για κατάστρωση Συντάγματος εκ των κάτω, από τον επαναστατημένο λαό, ως συντακτικό υποκείμενο νέας Πολιτείας.
Λόγω της συμβολικής της αξίας και της ιστορικής σύνδεσής της με την ελληνική Επανάσταση, ως αφετηρία του ελληνικού συνταγματισμού, η προμετωπίδα έχει υιοθετηθεί και από τα μεταγενέστερα Συντάγματα μέχρι σήμερα, πλην εκείνου της αβασίλευτης δημοκρατίας, του 1927. Παρ’ όλα αυτά, αξίζει να γίνει από όλους αντιληπτό ότι η προμετωπίδα ούτε αποτελεί βεβαίως τμήμα του κανονιστικού περιεχομένου του Συντάγματος ούτε νοείται να ενέχει νόημα ενός κοσμοθεωρητικού προσήμου ως προς το περιεχόμενο του Συντάγματος.
Σε κοσμικό και ουδετερόθρησκο Κράτος, όπως είναι το ελληνικό, οι διατάξεις Συντάγματος κατά το περιεχόμενό τους δεν μπορεί να θεσπίζονται στο όνομα ενός μεταφυσικού δόγματος! Κατά μείζονα λόγο, αυτό είναι ανεπίτρεπτο, εάν πρόκειται για δημοκρατικό Σύνταγμα, το οποίο τίθεται και αναθεωρείται από τον ίδιο τον λαό, ως φορέα της λαϊκής κυριαρχίας, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Συντάγματος. Ανάμεσα στις εξουσίες που εκπηγάζουν από τον Λαό συμπεριλαμβάνεται και η συντακτική εξουσία όσο και η εξουσία αναθεώρησης του Συντάγματος.
β) Στο άρθρο 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού». Και στο άρθρο αυτό γίνεται απλώς τιμητική αναφορά σε «επικρατούσα θρησκεία». Με την έννοια ότι πρόκειται για την πλέον πολυάνθρωπη εκκλησιαστική κοινότητα στην ελληνική επικράτεια.
Η αναφορά σε «επικρατούσα θρησκεία» δεν σημαίνει ότι επικρατεί έναντι των άλλων θρησκευμάτων από άποψη κανονιστική! Κανένα έρεισμα δεν παρέχει, ώστε να δικαιολογείται οποιαδήποτε δυσμενής έννομη συνέπεια ή ανισότιμη μεταχείριση εις βάρος των υπόλοιπων θρησκευμάτων στη χώρα. Εξάλλου, απερίφραστα αποσαφηνίζεται τούτο και στην ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο έχει προσυπογράψει και η χώρα μας.
Γιατί το Κράτος να είναι ουδετερόθρησκο;
Πολιτικά φιλελεύθερο και δημοκρατικό κράτος δικαίου υποχρεούται να είναι ουδετερόθρησκο. Δηλαδή, όχι μόνο να τηρεί με συνέπεια στάση ανεξιθρησκείας απέναντι στις γνωστές θρησκείες. Αλλά και να σέβεται πλήρως τη θρησκευτική ελευθερία των ανθρώπων επί ίσοιςόροις. Για όλους ανεξαιρέτως. Άρα και για τον μαθητικό κόσμο επίσης, όπως βέβαια και για τους γονείς των παιδιών και των εφήβων.
Γιατί όμως τούτο είναι ηθικοπολιτικά επιβεβλημένο; Διότι μόνον έτσι η Πολιτεία μπορεί να παίρνει στα σοβαρά και σε ισότιμη βάση τους πολίτες της, δηλαδή ως πρόσωπα υπεύθυνα, με αυτόνομη κρίση και με αξιοπρέπεια.
Για να το πούμε απλά, δεν επιτρέπεται π.χ. η θρησκευτική ελευθερία του ορθόδοξου χριστιανού πολίτη να «υπερισχύει» έναντι της θρησκευτικής ελευθερίας όλων των υπολοίπων. Εξάλλου, ακόμη και για τους πιστούς της επικρατούσας θρησκείας ισχύει η απερίσταλτη ελευθερία να μεταβάλουν ή να τροποποιήσουν θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, εφόσον οι ίδιοι το επιλέξουν. Σε κάθε περίπτωση, το θρησκεύειν είναι δικαίωμα καθενός ατόμου και όχι υποχρέωση.
Πώς να είναι καμωμένη η θρησκευτική εκπαίδευση;
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα δικαιώματα του ανθρώπου κρίνει τα ακόλουθα ως αυτονόητα κοινό παρονομαστή στον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό.
Καταρχάς απαγορεύεται τα ουδετερόθρησκα Κράτη να υιοθετούν εκπαιδευτική πολιτική θρησκευτικής κατήχησης, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν σέβεται τις θρησκευτικές και τις φιλοσοφικές πεποιθήσεις των γονέων των μαθητών. Το ίδιο Δικαστήριο κρίνει ορθώς ότι η θρησκευτική εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται κατά τρόπο αντικειμενικό, κριτικό και πολυφωνικό (βλ. π.χ. την υπόθεση «Ευστρατίου κατά Ελλάδος» της 18-12-1996).
Κατηχητική δημόσια εκπαίδευση προσβάλλει βαρέως θεμελιώδη δικαιώματα του παιδιού, την προσωπικότητα των μαθητών και μαθητριών, καθώς και τις αρχές της σύγχρονης εκπαίδευσης. Μέχρι στιγμής, πάντως, η Ελλάδα δεν φημίζεται διεθνώς για τις επιδόσεις της στα ζητήματα αυτά. Δικαιολογημένα έχει επισύρει κατ’ επανάληψη καταδίκες εις βάρος της από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα δικαιώματα του ανθρώπου.
Τι επιτάσσει επ’ αυτού το Σύνταγμα;
α) Το άρθρο 16§2 στην αποστολή της παιδείας περιλαμβάνει και την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» των Ελλήνων. Πλην όμως τούτο
αναφέρεται σε θρησκευτική καλλιέργεια των μαθητών και μαθητριών ως εν
δυνάμει πολιτών και όχι ως πιστών. Μόνο αρμόδιο να χαράσσει εκπαιδευτική πολιτική για όλους τους πολίτες ισότιμα είναι το Κράτος και όχι η Εκκλησία οποιουδήποτε θρησκεύματος.
Ο κατηχητικός χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών αντιβαίνει προδήλως στη διάπλαση των νέων «σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες», όπως αντιθέτως το Σύνταγμα επιτάσσει στην ίδια διάταξη. Τα σχολεία, τα Γυμνάσια και τα Λύκεια σε κοσμικό Κράτος δεν μπορεί στην ώρα των θρησκευτικών να μετατρέπονται σε κατηχητικά σχολεία οποιασδήποτε θρησκείας.
Εδώ πλέον οι ρόλοι χωρίζουν αποφασιστικά και ευκρινώς. Η μεν Εκκλησία δικαιούται να απευθύνεται σε πιστούς της, όπως άλλωστε και κάθε άλλο θρήσκευμα, στον δημόσιο χώρο επικοινωνίας της χώρας (Oeffentlichkeit), κάτω από κοινούς πολιτειακούς κανόνες. Το δε Κράτος στην εκπαιδευτική διαδικασία οφείλει να αντιλαμβάνεται τους νέους ως μέλλοντες πολίτες, ικανούς για αυτόνομη κρίση και ελεύθερη σκέψη. Και όχι ως πιστούς του ενός ή του άλλου θρησκεύματος.
β) Το άρθρο 13§1 ορίζει ότι «η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη». Απεναντίας, όποιος τάσσεται υπέρ ομολογιακού μαθήματος θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση, και μάλιστα μονόπλευρα προς όφελος της επικρατούσας θρησκείας, ευνοεί ένα συστηματικό κρατικό πατερναλισμό πάνω στους νέους ανθρώπους.
Τους αρνείται την απαραβίαστη ελευθερία να διαμορφώνουν από μόνοι τους (αυτόνομα) θρησκευτική συνείδηση, σαν να ήσαν ανίκανοι ή εσαεί ανώριμοι για κάτι τέτοιο. Ακόμη χειρότερα, παραβιάζεται η ελευθερία συνείδησης μαθητών και μαθητριών που έχουν διαφορετικές ή και καθόλου θρησκευτικές πεποιθήσεις. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για κρατικά οργανωμένο προσηλυτισμό στα δόγματα της επικρατούσας θρησκείας! Γίνεται φανερό, όμως, ότι τούτο προσιδιάζει σε θεοκρατικό και όχι σε φιλελεύθερο Κράτος.
Γενικότερα, το νεωτερικό φιλελεύθερο Κράτος αρκείται προγραμματικά σε εξωτερική συμμόρφωση των πολιτών στους κανόνες του. Δεν μπορεί να ψαχουλεύει τον εσωτερικό τους κόσμο, να παίρνει θέση ως προς τις προτιμήσεις των πολιτών ή τις παντοειδείς πεποιθήσεις τους, δηλαδή γύρω από περιεχόμενα της ελεύθερης συνείδησης καθενός. Ούτε νομιμοποιείται να παρεισδύει σε διαφωνίες μεταξύ των πολιτών γύρω από θρησκευτικά φρονήματα, λαμβάνοντας έτσι μεροληπτικά θέση ως προς αυτές.
Μια διαφωτιστική διάκριση
Αξίζει λοιπόν σε παρόμοιες συζητήσεις να έχουμε κατά νου μια καίρια ηθικοπολιτική διάκριση σε δημοκρατική κοινωνία. Η σφαίρα του δικαιοπολιτικά ορθού (right) διακρίνεται προς τη σφαίρα του αγαθού (good): α) Το δικαιοπολιτικά ορθό αφορά σε δημόσιες ρυθμίσεις με κανόνες δικαίου, συμπεριληπτικές για όλους, πολίτες και αλλοδαπούς, εφόσον εμπλέκονται δικαιώματα του ανθρώπου. β) Το αγαθό, όμως, αφορά στο τι κρίνει έκαστος άξιο να επιδιώκει ως βιοθεωρία με ευζωία, ατομικά ή και συλλογικά, π.χ. ως μέλος σε ποίμνιο συγκεκριμένου θρησκεύματος.
Πώς πρέπει να διδάσκεται μάθημα θρησκευτικών, αυτό αφορά εξίσου όλους τους πολίτες, καθώς και όσους αλλοδαπούς διαβιούν στη χώρα. Η κρατική εξουσία οφείλει να διευθετήσει ρυθμιστικά το θέμα με πνεύμα καθολικό, δηλαδή με το να αντιμετωπίζει τους εκπαιδευόμενους ως ίσους και ελεύθερους. Δίχως να εκφράζει προτίμηση για διδασκαλία υπέρ συγκεκριμένου θρησκεύματος.
Εντούτοις, τι κρίνεται ως αγαθό και προσήκον νόημα ζωής, αυτό αφήνεται σε καθέναν από εμάς χωριστά, με πλήρη ελευθερία. Τουναντίον, ανελεύθερο είναι η κρατική εξουσία να επιβάλλει συγκεκριμένο νόημα ζωής, θρησκευτικά ή κοσμοθεωρητικά δεσμευμένο, απέναντι σε όλους. Όπως συνέβαινε ατυχώς με την αλήστου μνήμης διάταξη του Συντάγματος του 1952, η οποία όριζε ότι σκοπός της εκπαίδευσης είναι να καταστεί το μαθητικό κοινό σώνει και καλά κοινωνός απροσδιόριστων «ελληνοχριστιανικών αξιών».


* Ο Κώστας Σταμάτης διδάσκει φιλοσοφία του δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Πηγή: Αυγή

«Μόνο η φύση μπορεί να μας επαναφέρει στην αλήθεια» Η συνέντευξη της Μαρίας Πρωτόπαππα στην Έφη Μαρίνου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 18.03.2018)

..............................................................
 

«Μόνο η φύση μπορεί να μας επαναφέρει στην αλήθεια»


Μαρία Πρωτόπαππα  
Μαρία Πρωτόπαππα
 
Η συνέντευξη της Μαρίας Πρωτόπαππα δόθηκε στην Έφη Μαρίνου
Διασκευάζει, σκηνοθετεί και ερμηνεύει στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας το αυτοβιογραφικό κείμενο της Κολομβιανής ζωγράφου Εμμα Ρέγιες «Αναμνήσεις δι’ αλληλογραφίας». Μια γυναίκα χωρίς γονείς και ταυτότητα, μεγαλωμένη σε ακραίες συνθήκες φτώχειας, αναδείχτηκε σε ιδιαίτερη περσόνα και κατέκτησε τον κόσμο της τέχνης με το άγριο ταλέντο της, στο οποίο υποκλίθηκε ακόμα και ο Πικάσο.
«Ζωγραφίζω συνηθισμένους ανθρώπους του δρόμου. Οι πίνακές μου είναι σαν βουβά ουρλιαχτά, πολύχρωμα. Τα τέρατα που βγαίνουν απ’ το χέρι μου είναι άνθρωποι, θεοί ή ζώα ή κάτι απ’ όλα αυτά μαζί».


Εμμα Ρέγιες

To 1969 η Εμμα Ρέγιες στέλνει στον φίλο της, ιστορικό Χερμάν Αρσινιέγας την πρώτη από τις είκοσι τρεις επιστολές που περιγράφουν τις σκληρές συνθήκες μέσα στις οποίες κύλησε η παιδική της ηλικία. Ο Αρσινιέγας συγκλονισμένος δείχνει τα κείμενα στον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο οποίος ενθαρρύνει τη Ρέγιες να συνεχίσει το γράψιμο. Η αλληλογραφία κρατάει ώς το 1997. Ο Αρσινιέγας καταφέρνει να πείσει τη ζωγράφο να εκδοθούν οι επιστολές μετά τον θάνατό της.
Η παράσταση «Εμμα» της Μαρίας Πρωτόπαππα, σαν ένας πίνακας τρισδιάστατος ή ένα τραγούδι με πρόζα, απευθύνεται στις αισθήσεις, όχι στον νου.

«Επεσα πάνω της τυχαία, διαβάζοντας σ’ ένα περιοδικό τις επιστολές», μας λέει. «Δεν έχω συμπάθεια στα μυθιστορήματα, μου αρέσει να βρίσκω τροφή σε κείμενα που είναι βιωμένα με όλες τις αισθήσεις. Το ενδιαφέρον με την Εμμα είναι πως θυμάται όλα αυτά χωρίς καμιά πίκρα. Μεγάλωσε μέσα στο απόλυτο έλλειμμα στην υποβαθμισμένη φτωχογειτονιά Σαν Κριστόμπαλ. Ζούσε μαζί με την αδελφή της κι ένα αγοράκι, που κι αυτό από κάποια αζήτητα μαζεύτηκε, σ’ ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρο, ρεύμα, τουαλέτα. Επαιζαν δίπλα σε εργοστάσια και χωματερές».
• Τι σας γοήτευσε κυρίως στην Εμμα;
Το γεγονός ότι μιλάει για τη ζωή της χωρίς αυτολύπηση, χωρίς να κατηγορεί κανέναν. Μ’ έκανε να νιώσω ενοχή με τη μεμψιμοιρία, την γκρίνια στην καθημερινότητά μας για ανόητες ελλείψεις. Το αίσθημα διαβάζοντας την ιστορία της είναι περίεργα αμφίθυμο, κλαις και συγχρόνως απολαμβάνεις μια χαρά. Θυμάται από την ηλικία των 4 ετών και αφηγείται σαν παιδί.
Πώς ζούσαν στο καμαράκι, τις συνήθειες, τους φίλους, πώς ένα πρωί ήρθε ένας κύριος και πήρε μαζί του το αγοράκι. Ηταν ο πρώτος αποχωρισμός που την έκανε να πιστέψει ότι και η ίδια κάποτε μπορεί να φύγει με τον ίδιο τρόπο. Αλλά και ο δεύτερος αποχωρισμός, όταν άφησαν στην πόρτα ενός σπιτιού το μωρό που είχε γεννήσει η περιστασιακή της μητέρα. Τότε η Εμμα ένιωσε κάτι τρομερό για τα 4 χρόνια της. Το αίσθημα να μη θέλει να ζει, την επιθυμία να πεθάνει.
• Βρήκατε έναν ξεχωριστό ρυθμό στην αφήγηση;
Ηθελα να εκτεθώ σ’ αυτό που με είχε συναρπάσει και χρειαζόμουν έναν καινούργιο ρυθμό. Δεν αναπαριστώ κάτι στη σκηνή. Το κείμενο είναι καθαρό. Εκεί που δεν έχω να παίξω δεν παίζω, αφήνω τα κενά. Περισσότερο με κινητοποίησε η επιθυμία να αποκτήσω μια εμπειρία μέσα από τον τρόπο της Εμμα, η οποία μοιάζει σαν να κάνει διαρκώς επανεκκίνηση, αποφορτίζεται και επαναφορτίζεται από την ενέργεια της ανάμνησης για να πάει γρήγορα στην επόμενη. Για να ξεκινήσει το επόμενο «τραγούδι».
Η τεχνική λειτουργία της μουσικής, της φωνής που πηγαίνει από το ένα τραγούδι στο άλλο, με βοήθησε να βρω τη φόρμα. Να πλησιάσω αυτό το πλάσμα, που έρχεται από μια χώρα μακρινή, άλλο πολιτισμό, με μια γλώσσα τόσο ιδιαίτερης χροιάς που τρέχει σαν ρυάκι. Ηθελα να δω αν μέσα από τη δική μου δουλειά, με ό,τι ξέρω, μπορώ να συνθέσω αυτά τα στοιχεία και να τα περάσω μέσα μου.
• Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία στη θεατρική μεταφορά;
Από τότε που άρχισε να εισχωρεί ο κόσμος της σκηνής στις πρόβες, έχασα το σήμα μου. Επεσα σε μαύρη απελπισία. Το ραντάρ προσανατολισμού, της απεύθυνσης, μπερδεύτηκε με τον παρόντα χρόνο και κόσμο. Επρεπε να ξεθαρρέψω ώστε εκείνο το σήμα που με κινητοποίησε να εμφανιστεί ξανά. Να ξαναβρώ τη χαρά που μου ήταν βάλσαμο όσο διασκεύαζα το κείμενο, τότε που η φωνή ακουγόταν καθαρά. Μια διαδικασία που με κράτησε δυο μήνες σε τρομερή ευτυχία. Σαν να μπήκα σ’ ένα φωτεινό πρίσμα ζωής κι έβλεπα τα πράγματα στο φυσικό τους μέγεθος.
• Οταν κάποτε η Εμμα ρωτήθηκε από δημοσιογράφο για την αγάπη που στερήθηκε, απάντησε: «Εμείς δεν είχαμε τέτοιες έγνοιες»…
Το μητρικό χάδι, η τρυφερότητα δεν υπήρχαν ως έννοιες σε κείνο το σύμπαν. Είναι εύκολο να βγάλεις συγκίνηση από το κείμενο, αλλά το θέμα δεν είναι εκεί. Η Εμμα σού δίνει την αίσθηση ότι γελάει με ό,τι στα μάτια μας φαίνεται περίεργο, τραγικό. Εζησε πολλές περιπέτειες, σκληρές και αστείες, σ’ ένα περιβάλλον συνονθύλευμα επιρροών, καθολικισμού, μαγείας και ινδιάνικων εθίμων. Με ένστικτο επιβίωσης και αισθήσεις ενεργοποιημένες, έζησε στον δρόμο μαζί με άλλους σαν κάτι απόλυτα φυσικό.
Εμαθε να είναι κοντά στη δύναμη της φύσης, να πατούν τα πόδια στη γη, να παίρνουν ενέργεια. Το οτιδήποτε μπορούσε να τη μαγέψει. Στο μοναστήρι όπου κατέληξε ερωτεύτηκε την Παναγία και τον Χριστό, ερωτεύτηκε έναν γαλατά που δεν είχε δει ποτέ της -άκουγε μόνο τη φωνή του-, ήθελε να μονάσει αλλά της αρνήθηκαν γιατί ήταν αβάπτιστη. Μετά την παρενόχληση ενός ιερέα έφυγε. Μέχρι τότε ο κόσμος που της περιέγραφαν ήταν ο διάβολος, η κόλαση, ο φόβος. Ηθελε να δει αυτό το τερατώδες που η φαντασία της είχε γιγαντώσει αλλόκοτα.
• Στη διάρκεια αυτής της περιπλάνησης έγινε καλλιτέχνις με τον πιο πρωτόγονο τρόπο.
Γνώρισε ανθρώπους κι έζησε περιστατικά απίστευτα. Τα ζωγραφίζει σαν ζώα, σαν τέρατα, σαν θεούς. Λέει κάποια στιγμή «δεν με ενδιαφέρει τι έχεις διαβάσει αλλά τι έχεις ζήσει». Κι αυτό είναι κανονικό για όποιον έχει περιπλανηθεί στους δρόμους, έχει αφεθεί να νιώσει και να εμπνευστεί.
Ανοιχτή, διαθέσιμη, αντλούσε πληροφορίες απ’ την πηγή. «Ξέρω πολλά αλλά δεν ξέρω πώς τα έμαθα» λέει. Δίπλα στον κατοπινό άντρα της, τον Κολομβιανό ζωγράφο και γλύπτη Φερνάντο Μποτέρο, άρχισε να ζωγραφίζει. Βρέθηκε στο Παρίσι χωρίς να ξέρει τη γλώσσα, πήγε σε σχολή αλλά δεν μπήκε στο πλαίσιο. Ζωγράφιζε όπως ένιωθε κι αυτό ήταν η δική της σπουδαία τέχνη. Κι είναι κρίμα, γιατί η ιδιαίτερη περσόνα της σκίασε το καλλιτεχνικό της έργο.
Οι έπαινοι μπορεί να σε αποπροσανατολίσουν»
• Από το κεντρικό «Δημήτρης Χορν», όπου συνεχίζεται ο «Αύγουστος», ολομόναχη σε μια λιλιπούτεια αίθουσα, στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας, Δευτέρα και Τρίτη. Δεν σας κουράζει το non stop;
Ετυχε να συναντηθώ με το έργο και με τσίγκλησε η πρόταση του Αλέξανδρου Μυλωνά. Μερικές φορές δεν αντέχω την επανάληψη. Η όρεξή μου είναι μεγαλύτερη να βλέπω εγώ, να παρατηρώ, να εντυπωσιάζομαι, να ξαφνιάζομαι. Δεν είναι και πολύ ωραίο να εκτίθεσαι κάθε μέρα. Από την άλλη, η ουσία της δουλειάς με συγκροτεί. Τα άλλα είναι που με απωθούν. Γι’ αυτό κάποτε ασφυκτιώ, νιώθω την ανάγκη να το κλείσω το μαγαζί, να φύγω.
• Διατηρείτε μια απόσταση ασφαλείας από τις επαινετικές κριτικές. Σαν να μη σας ακουμπάει τίποτα. Με ποιον μηχανισμό το κατορθώνετε;
Οποιος αφοσιώνεται στη δουλειά του θα τα καταφέρει. Οι εξωγενείς παράγοντες, ακόμα και τα καλά λόγια, μπορεί να σου βάλουν χειροπέδες, να σου πάρουν ενέργεια, να σε αποπροσανατολίσουν. Σ’ αυτή τη δουλειά καραδοκεί πάντα η εγγενής αγωνία για την επιδοκιμασία, την αποδοχή. Αυτό εγώ το πολεμάω, δεν δέχομαι ότι μπορεί να αποτελεί το κίνητρό μου.
Αν μάθεις να τρέφεσαι από τα κολακευτικά λόγια, τι θα κάνεις τη στιγμή που δεν θα τα ακούς; Πώς να βοηθήσουν τα καλά λόγια όταν θα είσαι μόνη και στα δύσκολα; Σε ποιους επαίνους ν’ αράξεις, πώς να στηρίξεις πάνω τους την τέρψη σου; Γενικά είμαι καχύποπτη με ό,τι με καθοδηγεί. Δεν λέω φυσικά ότι θα μου άρεσε να ακούω κακά λόγια. Αν ο θεατής ευχαριστιέται, αυτό ναι, το χαίρομαι.
• Πηγαίνετε από παράσταση σε παράσταση, από ρόλο σε ρόλο, από επιτυχία σε επιτυχία, χωρίς παρασκηνιακούς θορύβους ή επικοινωνιακές εμφανίσεις. Λες και ό,τι σας συνδέει με το θέατρο υπάρχει μόνο πάνω στη σκηνή…
Η συνάφεια με τον καλλιτεχνικό χώρο έχει φύγει εντελώς από το πεδίο του ενδιαφέροντός μου. Είμαστε άνθρωποι ταλαιπωρημένοι που αναπτύσσουν σε υπερβολικό βαθμό άμυνες, ανασφάλειες, συμπλέγματα. Οι ίδιοι άνθρωποι έξω από το θεατρικό περιβάλλον είναι μεγάλη χαρά στη συναναστροφή. Ομως, ναι, οι ουσιαστικές αναζητήσεις μου είναι έξω από τον χώρο της δουλειάς.
• Σε ποιον χώρο;
Μου αρέσει η διδασκαλία. Διδάσκοντας προσπαθείς για να υπάρξει μια ελπίδα. Να εμπνεύσεις σ’ αυτά τα παιδιά πάθος, ενέργεια, προσήλωση σ’ αυτό που επέλεξαν. Να ενθουσιαστούν, να ζητήσουν τη χαρά αυτής της τέχνης. Ταλαιπωρούνται δουλεύοντας εδώ κι εκεί για να πληρώνουν τα δίδακτρα των σχολών. Πώς αλλιώς θα αποκτήσουν νόημα αυτές οι θυσίες; Πώς θα τα καταφέρουν χωρίς πίστη;
• Εσείς με ποια πίστη ξεκινάτε τη μέρα σας;
Δεν ξέρω, ίσως η ευγνωμοσύνη που είμαι ακόμα ζωντανή. Δεν εννοώ ότι ξυπνάω πάντα μέσα στη χαρά, ωστόσο δεν μηδενίζω τα ήρεμα και μικρά της καθημερινότητας. Αφήνομαι να τα παρατηρήσω, να τα ερευνήσω.
• Δεν χρησιμεύουν οι ψευδαισθήσεις, η περίφημη μαγεία αντί του ρεαλισμού;
Ετσι κι αλλιώς θα αφεθείς στη μαγεία. Και κάποτε θα απογοητευτείς. Ομως, συγχρόνως, θα νιώσεις και χαρά γιατί σου αποκαλύπτεται η αλήθεια, γιατί βλέπεις καθαρά. Στοχάζεσαι πάνω σ’ αυτή τη γνώση και προχωράς χωρίς να χρειάζεσαι την ψευδαίσθηση. Ενώ αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο με τις αισθήσεις, έρχονται οι απόψεις, οι συνθήκες, οι νοοτροπίες και μας μεταβάλλουν. Κανένας δεν ξεφεύγει, κανένας δεν είναι άγραφο χαρτί.
Μόνο η φύση μπορεί να μας επαναφέρει στην αλήθεια. Να, αυτά ξεψαχνίζω, μ’ αυτά έχω περιέργεια. Αυτή είναι η πίστη μου. Ακόμα και το σώμα μας, το πώς λειτουργεί αυτό το σοφό εργοστάσιο, με συναρπάζει.

«Δεν θέλω να λυπάμαι τους νέους»

• Εχετε μείνει χωρίς δουλειά όλα αυτά τα χρόνια;
Είμαι μάλλον τυχερή. Ξέρω καλά τι γίνεται με την ανεργία στον χώρο αλλά και γενικότερα. Δεν θέλω να λυπάμαι τους νέους. Οι συνθήκες πρέπει να τους κάνουν αγωνιστικούς. Φταίει και η νοοτροπία του χαϊδέματος. Δεν γίνεται να κάθεσαι με τα χέρια σταυρωμένα περιμένοντας να σ’ αγαπήσουν, να σε επιλέξουν. Και μετά να νιώθεις φτυσμένος, ότι η κοινωνία σού χρωστάει. Οχι, κανείς δεν σου χρωστάει τίποτα. Κάποιοι φοβούνται, ταλαιπωρούνται, αλλά αγωνίζονται.
Τέχνη δεν είναι να πληρώνεις για να πάρεις ένα χαρτί που σε ονομάζει ηθοποιό. Οι σημερινοί εξηντάρηδες σπούδασαν, συζήτησαν, συνεργάστηκαν, έκαναν ομάδες, δημιούργησαν ρεύματα. Δεν θέλω να λυπάμαι τα νέα παιδιά, είτε μιλάμε για ηθοποιούς είτε όχι. Ας βάλουν προτεραιότητες. Δεν γίνεται να βάφεις και τα νύχια και να κοπιάζεις για γνώση, δημιουργία. Αν κάτι σου αρέσει, πηγαίνεις προς τα εκεί με πείσμα, θα βρεις την άκρη.
• Ακόμα και σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον όπως το σημερινό;
Κι άλλοτε ήταν δύσκολα, μεταπολεμικά, μετεμφυλιακά. Δεν έχω την κατάλληλη ενημέρωση περί εθνικών θεμάτων, ωστόσο είναι εύκολο να παρατηρήσεις την υποκρισία. Πώς είμαστε τόσο ευαίσθητοι στα εθνικά μας ζητήματα και τόσο αναίσθητοι σ’ ένα σωρό θέματα της καθημερινής μας ζωής;
Για παράδειγμα, δεν είναι έλλειψη ενδιαφέροντος να μη νοιάζεσαι για τον συμπολίτη, συμπατριώτη, αδελφό, γείτονα πηγαίνοντας να ψωνίζεις στα μεγάλα πολυκαταστήματα όπου εξαναγκάζουν τους εργαζόμενους να δουλεύουν και τις αργίες; Είδα δίπλα στο θέατρο το σούπερ μάρκετ ανοιχτό την Κυριακή κι ένιωσα ένα σύγκρυο στη ραχοκοκαλιά μου. Ενιωσα σαν να γίνεται πόλεμος… Κι ας μη μιλήσουμε για το θέατρο, όπου ο μισθός πλέον δίνεται ως κουπόνια για καφέ και πίτσα…
Εδώ γιατί δεν φουντώνει ο πατριωτισμός μας; Απορώ που μένουμε κάθε φορά απορημένοι, έκπληκτοι. Λες και είμαστε αθώοι. Δεν φταίει πάντα το κράτος, φταίμε οι ίδιοι που εκμεταλλευόμαστε τον διπλανό μας, που δεν είμαστε ειλικρινείς, που δεν αποκτούμε ουσιαστική σχέση με τον εαυτό μας και με τον άλλον.
Προσπαθώ να φτιάχνω ένα πλαίσιο ηρεμίας, απαγορεύω να με δηλητηριάζουν, να με τρομοκρατούν. Οπως ενοχλούμαι όταν κλέβουν τα προσωπικά δεδομένα μου οι εταιρείες τηλεφωνίας για να μου πουλήσουν βιαίως το προϊόν τους…