Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

[H 13η επιστολή της Έμμα Ρέγιες από το βιβλίο «Αναμνήσεις δι'αλληλογραφίας»]. Και ένα σημείωμα για την ηθοποιό Μαρία Πρωτόπαππα που την ενστερνίστηκε και την ενσάρκωσε στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας (β' σκηνή) στη φετινή θεατρική σεζόν...


..............................................................





H 13η επιστολή της Έμμα Ρέγιες από το βιβλίο «Αναμνήσεις δι'αλληλογραφίας»*





   Αγαπημένε μου Χερμάν,
εμείς προερχόμασταν από έναν κόσμο τόσο ξένο σ' εκείνον του μοναστηριού, ώστε η προσαρμογή μας ήταν πολύ αργή και δύσκολη. Υπακούαμε, ακούγαμε, αλλά καταλαβαίναμε πολύ λίγα απ' όλ' αυτά που συνέβαιναν γύρω μας. Αυτή η έλλειψη προσαρμοστικότητας και κατανόησης μας εμπόδιζε να επικοινωνούμε με τις άλλες κοπέλες, που μας ενέπνεαν περισσότερο φόβο παρά αγάπη. Εμείς έπρεπε να τα μάθουμε όλα κι εκείνες επωφελούνταν από την άγνοιά μας για να γίνουν σκληρές μαζί μας. Κανείς δεν μας φώναζε με τ' όνομά μας, όλες απευθύνονταν σ' εμάς φωνάζοντάς μας «Καινούργιες». «Να πλύνουν οι Καινούργιες τα πιάτα, το έσπασαν οι Καινούργιες, το έκλεψαν οι Καινούργιες»... Και δεν λέω τίποτα για κείνες που περνώντας δίπλα μας μάς πατούσαν τα πόδια, μας τσιμπούσαν, μας τραβούσαν τα μαλλιά ή απλά μας έβγαζαν τη γλώσσα. Είχαν περάσει πια πολλές μέρες που βρισκόμασταν εκεί, και μια μέρα, την ώρα του διαλείμματος, η αδελφή Τερέζα έστειλε την Ελένα να σκουπίσει το αρτοποιείο και να βοηθήσει να μαζέψουν ένα σακί αλεύρι που είχε ανοίξει. Εγώ ήμουν μόνη μου, πολύ κοντά, ακουμπισμένη στον τοίχο να την περιμένω. Υπήρχε μια παρέα που έπαιζε ένα παιχνίδι σε κύκλο, όλες πιασμένες χέρι χέρι. Εγώ δεν ξέρω πώς βρέθηκα ξαφνικά μέσα στον κύκλο, που άρχισε να στενεύει, να κλείνει πάνω μου, την ίδια στιγμή που μου φώναζαν όλες: «Βρομιάρα, χεσμένη, χεσμένη, βρομιάρα!...»

   Ο κύκλος έκλεισε και με πέταξαν κάτω και μου έβγαλαν το μοναδικό βρακάκι που είχα. Ασφαλώς και ήταν βρόμικο, φορούσα ακόμη εκείνο που μου είχε βάλει η κυρία Μαρία όταν φύγαμε από τη Φουσαγασουγά. Μια πολύ χοντρή κι αλλήθωρη, όπως εγώ, κρέμασε το βρακί μου σ' ένα σκουπόξυλο και, μ' εκείνη μπροστά με υψωμένη τη σκούπα, σχημάτισαν μια μεγάλη σειρά που παρέλασε απ' όλα τα προαύλια φωνάζοντας εν χορώ: «Τα χεσμένα βρακιά της Καινούργιας, τα χεσμένα βρακιά της Καινού...»

   Η Ελένα πρόλαβε ν' ακούσει την τελευταία φράση και βγήκε έξω σαν τρελή, με φώναζε τρέχοντας παντού, εγώ ήμουν κρυμμένη σε μια από τις τουαλέτες τρέμοντας από φόβο. Για καλή μας τύχη, χτύπησε η καμπάνα και τελείωσε το διάλειμμα. Η αδελφή Τερέζα ρώτησε τι ήταν εκείνο το τσόλι στη σκούπα και της απάντησαν με μια φωνή: «Τα χεσμένα βρακιά της Καινούργιας».

   Η αδελφή Τερέζα θύμωσε πολύ γιατί ήταν ντροπή ν' αφήνεις ένα κοριτσάκι χωρίς το βρακάκι του. Την ίδια μέρα διέταξαν την αδελφή Μαρία να μου φτιάξει δυο ζευγάρια.

   Το πρόγραμμα ήταν πολύ σκληρό, κάθε ώρα της ημέρας αντιστοιχούσε σε μια καθορισμένη δράση, συγκεκριμένη, απαράλλαχτη. Στις πέντε και μισή το πρωί χτυπούσαν την καμπάνα για να σηκωθούμε· καθισμένες στο κρεβάτι, το πρώτο που κάναμε ήταν να προσφέρουμε στο Θεό και στην Παναγιά Παρθένα όλες και κάθε μία χωριστά τις πράξεις της ημέρας που άρχιζε, για να μας συγχωρήσουν, με την απέραντη ευσπλαχνία τους, τις αμαρτίες μας, να μας φυλάξουν απ' το να πεθάνουμε έχοντας διαπράξει θανάσιμα αμαρτήματα και να μας δώσουν φώτιση και δύναμη να διαβούμε μονάχες το μονοπάτι της αρετής, για ν' αξιωθούμε να μπούμε μαζί τους στη Βασιλεία των Ουρανών. Χριστέ μου!... Πόσες και πόσες λέξεις δεν είχαν για μας κανένα νόημα. Η Ελένα κι εγώ κοιταζόμασταν, ανασηκώναμε τους ώμους και γελούσαμε.

   [Οι προσευχές που λέγαμε ήταν όλες στα λατινικά και τις μαθαίναμε απέξω χωρίς κανείς να μας έχει εξηγήσει ποτέ το νόημα αυτών που λέγαμε, το σημαντικό ήταν να τις απαγγέλλουμε με αφοσίωση, σε τόνο δυνατό ή γλυκό παρακλητικό ή δραματικό που μας είχαν διδάξει εκείνες.]

   Για να ντυθούμε, να στρώσουμε το κρεβάτι, να κάνουμε την toilette μας και, αυτό που ήταν το πιο δύσκολο, να κάνουμε πιπί, είχαμε μονάχα μισή ώρα. Να κάνουμε πιπί ήταν πια ένα tour de force. Όταν μας άνοιγαν τις πόρτες των κοιτώνων, βγαίναμε σαν αληθινές φοράδες, ολοταχώς για να φτάσουμε πρώτες στις μοναδικές πέντε τουαλέτες που υπήρχαν. Κανείς δεν σεβόταν κανέναν, στις σκάλες ρίχνονταν η μια πάνω στην άλλη για να κερδίσουν την πρωτιά. Φυσικά, αυτές που έφταναν τελευταίες δεν προλάβαιναν να κάνουν την toilette· περνούσαν τη μισή ώρα στην ουρά, ήταν σχεδόν κωμικό να τις βλέπεις ν' αναπηδούν στο ένα πόδι, να κάνουν κουτσό, όπως λέγαμε, για να συγκρατήσουν την ανάγκη τους καθώς έφτανε η σειρά τους. Ασφαλώς εγώ, με όλ' αυτά και με το φόβο που τους είχα, δεν μπορούσα να περιμένω και κατέληγα να κάνω πιπί στο πάτωμα μπροστά σε όλες, που μ' έλεγαν βρομιάρα, γουρούνα... πρωτόγονη Ινδιάνα. Θεωρούνταν προσβολή να σε λένε Ινδιάνα.

   Στις έξι η καμπάνα χτυπούσε μονάχα μία φορά για να σχηματίσουμε γραμμή και να μπούμε στο παρεκκλήσι. Μπαίναμε δυο δυο και περνώντας μπροστά από την Αγία Τράπεζα, στη μέση του παρεκκλησιού, έπρεπε να κάνουμε τη γονυκλισία, ακουμπώντας στο πάτωμα με το δεξί γόνατο ενώ ταυτόχρονα κάναμε το σταυρό μας. Στημένη σαν στρατιώτης πίσω μας βρισκόταν πάντα η αδελφή Τερέζα, η πιο σκληρή κι απάνθρωπη απ' όλες τις καλόγριες, με τρομερά ξεσπάσματα θυμού. Ήταν η προϊσταμένη του πλυσταριού, του ιματιοφυλακίου, νοσοκόμα και υπεύθυνη για τις γραμμές μας, και ως τέτοια έπρεπε να φροντίζει για την εμφάνιση της καθεμιάς χωριστά. Εκείνη έλεγχε αν είχαμε χτενιστεί, αν τα πόδια μας ήταν καθαρά (όλες, με εξαίρεση κάποια ηλικιωμένη, ζούσαμε ξυπόλυτες) κι αν η ποδιά που φορούσαμε στη λειτουργία δεν ήταν βρόμικη, σκισμένη ή κακοσιδερωμένη. Έλεγχε επίσης αν η γονυκλισία γινόταν σωστά· αν κάποια δεν έκλινε το γόνατο ώσπου ν' ακουμπήσει στο έδαφος, τη σήκωνε απ' τις κοτσίδες και την ανάγκαζε να την επαναλάβει τρεις και τέσσερις φορές. Στο παρεκκλήσι, όπως και στην τραπεζαρία, οι θέσεις ήταν καθορισμένες, οι μικρότερες ήμασταν πιο κοντά στην Αγία Τράπεζα. Οι καλόγριες είχαν από ένα γονατιστήριο κι ένα στασίδι η καθεμιά, τοποθετημένα στρατηγικά στο πέρασμα της εισόδου, έτσι ώστε να μπορούν να εποπτεύουν όλες τις κινήσεις και τις χειρονομίες μας.

   Οι προσευχές που λέγαμε ήταν όλες στα λατινικά και τις μαθαίναμε απέξω χωρίς κανείς να μας έχει εξηγήσει ποτέ το νόημα αυτών που λέγαμε, το σημαντικό ήταν να τις απαγγέλλουμε με αφοσίωση, σε τόνο δυνατό ή γλυκό παρακλητικό ή δραματικό που μας είχαν διδάξει εκείνες.

   Όλες τις μέρες χωρίς εξαίρεση ερχόταν ένας ιερέας για να τελέσει τη λειτουργία, συνήθως ήταν ο ίδιος. Όταν φτάσαμε, ιερέας ήταν ο πάτερ Μπακάους, έτσι το προφέραμε εμείς, αλλά ήταν Γερμανός. Ψηλόλιγνος σαν βελόνι, πάντα βρόμικος κι αναμαλλιασμένος, το σώμα του ανάδινε μια δυνατή οσμή από βάμμα ιωδίου, Μενθολάτουμ ανακατεμένο με λιβάνι και καμένο κερί. Εκείνος ήταν ο μοναδικός άντρας κι ο μοναδικός άνθρωπος που ερχόταν από τον κόσμο και είχαμε δικαίωμα να δούμε. Ο πάτερ Μπακάους τελούσε τη λειτουργία με ταχύτητα ανεμοστρόβιλου, έτρεχε τόσο γρήγορα απ' τη μια μεριά της Αγίας Τράπεζας στην άλλη, ώστε όταν γύριζε για να πει το dominus bobiscum ή για να δώσει την ευλογία του, οι μικρούλες που ήμασταν δίπλα στην Αγία Τράπεζα ακούγαμε το θόρυβο που έκαναν το φαιλόνιο και το στιχάριο σκίζοντας τον αέρα. Δεν έλεγε μόνο τη λειτουργία με μεγάλη ταχύτητα, αλλά ήταν και τόσο ατσούμπαλος που δεν υπήρχε μέρα που να μη ρίξει ή ένα βάζο ή ένα κηροπήγιο ή το Μισάλ απ' το αναλόγιο, ή ν' αναποδογυρίσει τα κανατάκια με το κρασί και το νερό πάνω στην Αγία Τράπεζα. Η σόλα στο ένα του παπούτσι ήταν πάντα ξεκολλημένη και πιανόταν στο χαλί, ανελλιπώς, κάθε φορά που έμπαινε μέσα· κρατώντας και με τα δυο χέρια το Δισκοπότηρο, τον βλέπαμε να πέφτει μπροστά, σχεδόν μέχρι ν' ακουμπήσει κάτω, αλλά πάντα την τελευταία στιγμή κατάφερνε να ισιώσει το κορμί και να βρει την ισορροπία του, και φυσικά εμείς πεθαίναμε απ' τα γέλια. Εκείνος, ναι, έκανε τις γονυκλισίες ακουμπώντας το γόνατο στο πάτωμα τόσο βίαια, που η Αγία Τράπεζα και τα φωτοστέφανα των αγίων δονούνταν για κάμποση ώρα. Οι καλόγριες είχαν ζητήσει πολλές φορές να τον αλλάξουν, αλλά τους απαντούσαν πως υπήρχε έλλειψη κληρικών.

   Τις Κυριακές μας εξηγούσε το Ευαγγέλιο σε ισπανοποιημένα γερμανικά, μιλούσε με την ταχύτητα που κινούνταν. Μετά τη λειτουργία μάς έδινε την Ευχαριστιακή ευχή· όταν χρησιμοποιούσε το θυμιατό, το έστελνε σχεδόν ως το ταβάνι, εμείς κλείναμε τα μάτια και κατεβάζαμε το κεφάλι περιμένοντας το χτύπημα.

   Κατά τη διάρκεια της Ευχής, τα κορίτσια που ανήκαν στη χορωδία σηκώνονταν και στεκόντουσαν γύρω από το αρμόνιο που έπαιζε η διευθύντρια, η αδελφή Ντολόρες. Οι ύμνοι ήταν κι αυτοί στα λατινικά, εκείνη ήταν η στιγμή που μου άρεσε περισσότερο και δεν μπορούσα να σταματήσω να κοιτάζω πίσω για να βλέπω πώς τραγουδούσαν. Φυσικά, η αδελφή Τερέζα μου γέμιζε τα χέρια τσιμπιές. Αφού ήμουν η πιο μικρή, η θέση μου ήταν δίπλα της για να μου μαθαίνει όλα όσα έπρεπε να κάνω.

   Όταν ηχούσε το όργανο, δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά μου κι έπεφταν πάνω στα χέρια μου, που έπρεπε να τα έχω σταυρωμένα πάνω στον πάγκο. Εκείνο το αρμόνιο μου θύμιζε πάντα την πιανόλα του θεάτρου στη Φουσαγασουγά και μου φαινόταν πως εκείνη η εποχή ήταν η πιο ευτυχισμένη απ' όλες γιατί ήμουν ελεύθερη κι έκανα ό,τι ήθελα, το μοναστήρι μού φαινόταν φοβερά θλιβερό και τα υπόλοιπα κορίτσια δεν μ' ενδιέφεραν καθόλου.

   Βγαίναμε από το παρεκκλήσι στις επτά, αλλάζαμε τις ποδιές της λειτουργίας μ' εκείνες της δουλειάς και κάναμε σειρά για να μπούμε στην τραπεζαρία. Για πρωινό μάς έδιναν μια κούπα ζαχαρόνερο, που συνήθως ήταν κρύο, κι ένα μαύρο ψωμάκι στην καθεμιά. Τελειώνοντας μία μία, έβγαινε για ν' αρχίσει τις δουλειές, την καθαριότητα του οίκου δηλαδή.
   Την πρώτη κάθε μήνα διάβαζαν τη λίστα με τις δουλειές για ολόκληρο το μήνα. Όσες είχαν συμπεριφερθεί καλά όλο το μήνα, τις αντάμειβαν δίνοντάς τους τις πιο εύκολες δουλειές: το σκούπισμα κάποιου διαδρόμου ή μιας από τις τέσσερις σκάλες, να καθαρίσουν τα κάγκελα, τα τζάμια, να σκουπίσουν την αίθουσα του κεντήματος ή τους κοιτώνες. Σ' αυτές που κεντούσαν καλά έδιναν επίσης εύκολες δουλειές για να μην καταστρέφουν τα χέρια τους. Η εργασία που ήταν το μεγαλύτερο βραβείο ήταν η απασχόληση στο σκευοφυλάκιο και το παρεκκλήσι, σ' εκείνο το πόστο έφταναν μονάχα οι μεγαλύτερες και με την προϋπόθεση της άψογης συμπεριφοράς. Οι δουλειές της τιμωρίας ήταν η κουζίνα, να πλύνουμε τις τεράστιες κατσαρόλες του φαγητού, να πλύνουμε τους κάδους των σκουπιδιών, να σφουγγαρίσουμε γονατιστές τις αυλές και τους διαδρόμους, αλλά το χειρότερο απ' όλα, που το φύλαγαν για τις πιο ατίθασες, ήταν το καθάρισμα των καμπινέδων. Όπως σου έλεγα, υπήρχαν μονάχα πέντε για σχεδόν διακόσια άτομα, που επιπλέον μπορούσαν να τους χρησιμοποιήσουν μόνο την ίδια ώρα, εκείνο το θέαμα δεν μπορώ να στο περιγράψω. Ήταν πολύ μικροί, χωρίς τρεχούμενο νερό, τρύπες στο δάπεδο, τσιμεντένιο το δάπεδο πάνω από τις τρύπες, και κολλημένα στο τσιμέντο κάτι κιβώτια τετράγωνα με μια στρογγυλή τρύπα στο κέντρο. Τα περισσότερα κορίτσια προέρχονταν από την ύπαιθρο και συμπεριφέρονταν όπως στην ύπαιθρο. Οι καλόγριες, σίγουρα από ντροπή, δεν έκαναν τίποτα για να μας εκπαιδεύσουν σ' αυτό τον τομέα, οπότε εκτός από τ' αποπατήματα υπήρχαν και στοίβες πανιών σε όλα τα χρώματα. Σε διαβεβαιώ πως είναι ό,τι πιο αηδιαστικό έχω δει στη ζωή μου. Και κάθε μέρα φυσικά έπρεπε να μαζεύουμε όλα εκείνα τα πανιά και τις ακαθαρσίες και να πλένουμε με πολύ νερό και με τη σκούπα και να στέλνουμε όλη τη βρομιά ως το σιφόνι της κοντινής αυλής, ύστερα να ετοιμάζουμε ζεστό νερό με κρεολίνη μέσα για ν' απολυμάνουμε τους καμπινέδες και την αυλή. Οι δουλειές, με εξαίρεση τις τουαλέτες, έπρεπε να έχουν τελειώσει στις οκτώ, που ήταν η ώρα που μπαίναμε στα εργαστήρια. Τα εργαστήρια ήταν τέσσερα, το πιο σημαντικό κι εκείνο που έφερνε τα περισσότερα χρήματα στο μοναστήρι ήταν το εργαστήριο των χειροποίητων κεντημάτων. Το δεύτερο, της μοδιστρικής και κοπτοραπτικής, βρισκόταν επίσης, όπως και του κεντήματος, στο δεύτερο όροφο. Στο ισόγειο, μοιρασμένες σε διαφορετικές αυλές, βρίσκονταν η αίθουσα μανταρίσματος και πλεκτικής και το ιματιοφυλάκιο, και στην τέταρτη αυλή, κοντά στο αίθριο, το πλυσταριό με το σιδερωτήριο.

   [Οι δικές μας οι ζωές δεν είχαν μέλλον και η μοναδική μας φιλοδοξία ήταν να περάσουμε από το μοναστήρι κατευθείαν στον Παράδεισο χωρίς ν' ακουμπήσουμε τον κόσμο.]

Οι ζωές μας ήταν προσανατολισμένες σε δυο μοναδικούς παράλληλους στόχους: δουλειά στο μέγιστο για να κερδίσουμε αυτό που τρώγαμε και, σύμφωνα με τις μοναχές, να σώσουμε τις ψυχές μας, προστατεύοντάς τες από τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά το αντίτιμο που πληρώναμε για να σώσουμε τις ψυχές μας αντιπροσώπευε για μας δέκα ώρες δουλειάς καθημερινά. Δεν είχαν σημασία ούτε η ηλικία ούτε οι ικανότητες, για όλες υπήρχε πάντα μια δουλειά. Εμείς δεν βλέπαμε ποτέ τους ανθρώπους που αγόραζαν τον καρπό της δουλειάς μας, οι καλόγριες ήταν εκείνες που μιλούσαν μαζί τους. Γνωρίζαμε εξ ονόματος κάποιες πελάτισσες, επειδή οι καλόγριες μας μιλούσαν για κείνες για να μας πουν πως ήταν πολύ απαιτητικές και πως εξέταζαν λεπτομερώς κάθε προϊόν. Υπήρχε μια κυρία Σιέρρα που παράγγελνε σεντόνια και κεντητά τραπεζομάντιλα, αλλά οι καλύτερες πελάτισσες ήταν κάποιες κυρίες που τις ονόμαζαν «οι Τουρκάλες»· εκείνες έφερναν ατελείωτα μέτρα από τα ομορφότερα λινά για να τους κάνουμε τραπεζομάντιλα και σεντόνια. Οι δουλειές για τις Τουρκάλες ήταν οι πιο σημαντικές, έφερναν οι ίδιες τα σχέδια, που ήταν πάντα πολύπλοκα· στα τραπεζομάντιλα δεν έμενε ούτε ένα εκατοστό λινού που να μην ήταν δουλεμένο. Παράγγελναν επίσης μεταξωτά εσώρουχα και νυχτικά κεντημένα ως τα νύχια. Για τους κοσμικούς γάμους της Μπογκοτά, του Κάλι και του Μεδεγίν, μας ανέθεταν όλο το προικιό, το ίδιο και τα βαφτιστικά για τις κοσμικές βαφτίσεις. Από τις εκκλησίες κι από άλλα μοναστήρια μάς ανέθεταν φαιλόνια, μανδύες, στιχάρια, επιμανίκια, καλύμματα για την Αγία Τράπεζα. Μία από τις ειδικότητες του μοναστηριού ήταν τα χρυσά μπροκάρ. Στο κέντημα με χρυσό, όχι μονάχα ο χειρισμός της κλωστής και του καρουλιού είναι πολύ δύσκολος και λεπτός, αλλά και πολύ λίγες είχαν καλό χέρι... Δηλαδή, σε πολλές η χρυσοκλωστή μαύριζε στα χέρια τους. Οι μοναχές το έλεγαν αυτό δυσκρασία· εκείνη που είχε δυσκρασία δεν μπορούσε ν' ακουμπήσει τον χρυσό, παρότι ήξερε να τον χειριστεί, γιατί έχανε όλη του τη λάμψη. Ο στρατός μάς έστελνε πολλή δουλειά για σημαίες και εμβλήματα για τις γιορτές και τις παρελάσεις, κάθε σύνταγμα χρειαζόταν μια σημαία με το όνομα του τάγματος κεντημένο με χρυσό και τα αντίστοιχα διακριτικά. Οι καθολικές οργανώσεις του Σαν Βισέντε, του Σαν Αντόνιο, οι Καρμελίτας, οι Θυγατέρες της Καρδιάς του Ιησού, οι Θυγατέρες της Καρδιάς της Μαρίας, κτλ. κτλ., όλες μάς ανέθεταν λάβαρα για τις λιτανείες. Είχαμε επίσης δουλειές από το Προεδρικό Μέγαρο.

   Σ' εσένα, αγαπημένε Χερμάν, όλα αυτά μπορεί να φαίνονται πολύ κατανοητά, αλλά για μας, που ποτέ δεν είδαμε ούτε την άκρη της μύτης των ανθρώπων που έπαιρναν τη δουλειά μας και αγνοούσαμε τα πάντα για τα πάντα, εκείνο το συνονθύλευμα, η δουλειά, οι Τουρκάλες, οι αξιωματικοί του πεζικού, οι Θυγατέρες της Καρδιάς της Μαρίας, η μπάντα για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η μίτρα του Επισκόπου, οι κεντημένες πιτζάμες των διπλωματών, όλη εκείνη η πολυλογία μαζί με τις δεήσεις στα λατινικά και τη μόνιμη φράση σαν μουσική στο βάθος, «στον κόσμο», «για τον κόσμο», «έρχεται ο κόσμος», επειδή όλα όσα συνέβαιναν στο μοναστήρι δεν συνέβαιναν στον κόσμο... όχι, δεν ήταν. Τα πάντα ήταν του κόσμου εκτός από μας... Δεν είχαμε δικαίωμα να ζητήσουμε εξηγήσεις για τίποτα, ο κόσμος ήταν αμαρτία, τελεία και παύλα· γι' αυτό στις προσευχές μας, τόσο πριν αρχίσει η δουλειά όσο και το βράδυ, πάντα λέγαμε μερικά πατερημών για τους αμαρτωλούς πελάτες μας που μας ευεργετούσαν με τις δουλειές τους για να μπορούμε εμείς να τρώμε και να σώνουμε τις ψυχές μας.

   Φυσικά, εκείνη η επιμονή πάνω στο ίδιο θέμα είχε καταφέρει να μας πείσει πως ήμασταν τα πιο τυχερά και ευτυχή πλάσματα. Γι' αυτό το λόγο δεν μας πέρασε από το μυαλό ποτέ ούτε να διαμαρτυρηθούμε ούτε ν' απαιτήσουμε δικαιοσύνη. Οι δικές μας οι ζωές δεν είχαν μέλλον και η μοναδική μας φιλοδοξία ήταν να περάσουμε από το μοναστήρι κατευθείαν στον Παράδεισο χωρίς ν' ακουμπήσουμε τον κόσμο. Στον Παράδεισο μας περίμεναν, με ανοιχτές αγκάλες και ουράνιες ψαλμωδίες, οι άγιοι, οι άγγελοι, οι αρχάγγελοι και τα χερουβείμ, που θα μας οδηγούσαν μέσ' από τα σύννεφα στους αιώνες των αιώνων προς τη Βασιλεία του Θεού και της Παναγιάς Παρθένας.

   Ο μοναδικός μας εχθρός ήταν ο Διάβολος. Για το Διάβολο τα ξέραμε όλα, ξέραμε περισσότερα για το Διάβολο παρά για το Θεό. Γνωρίζαμε όλα του τα τεχνάσματα, όλα τα μέσα που χρησιμοποιούσε για να μας ρίξει στην αμαρτία. Την Κόλαση τη γνωρίζαμε επίσης ως την τελευταία της γωνιά. Είχαμε την εντύπωση ότι μπορούσαμε να τη διασχίσουμε με κλειστά τα μάτια, γνωρίζαμε πώς ήταν τα καζάνια με το βραστό λάδι όπου ο Διάβολος έριχνε τους αμαρτωλούς γυμνούς κι ύστερα τους έβγαζε και τους έγδερνε κομμάτι κομμάτι. Είχε τεράστιες σιδερένιες τρίαινες με τις οποίες ανακάτευε τις ψυχές στα καμίνια της φωτιάς, σαν να ήταν κομματάκια κρέας μέσα στην κατσαρόλα. Διέθετε εκατομμύρια αλυσίδες με τις οποίες σε έδενε για να σε σύρει σε δρόμους και βουνά που ήταν σπαρμένα με σπασμένα γυαλιά κι αγκάθια. Ο Διάβολος ήταν σπουδαίος, πολύ ευέλικτος, μπορούσε να κάνει διασκελισμούς πολλών μέτρων, ήταν πάντα ντυμένος στα κόκκινα ή με φωσφοριζέ πράσινα, τα μαλλιά του ήταν πάντα ανασηκωμένα προς τα πάνω κι είχε και κέρατα όπως οι ταύροι, τα μάτια του ήταν κίτρινα και πετούσαν φωτιές, τα νύχια του πολύ μακριά και πράσινα, τα δόντια μεγάλα όπως των γαϊδουριών κι όταν άνοιγε το στόμα του έβγαιναν φρικτές οσμές από θειάφι. Η Κόλαση ήταν γεμάτη σκοτεινές σπηλιές όπου κρατούσε κλεισμένα τρομερά ζώα που εμείς δεν γνωρίζαμε αλλά που τα έλεγαν λιοντάρια, ερπετά, κροκόδειλους και πολλά άλλα, μεγάλα και μικρά, όλα όμως τρομερά. Αν κάποιος είχε αμαρτήσει με τα μάτια, ο Διάβολος του τα έβγαζε με κάτι πυρωμένες βελόνες, κι αν είχε αμαρτήσει με το στόμα, εκείνος του έκοβε τη γλώσσα κομματάκια. Τίποτα δεν αγνοούσαμε για το Διάβολο, και δεν μας άφηναν να τον ξεχάσουμε κιόλας... Αν τραβούσαμε τις ίνες από τις κλωστές, μας έλεγαν πως ο Διάβολος θα τις έπαιρνε για να μας βασανίσει μ' αυτές στην Κόλαση, το ίδιο κι αν πετούσαμε κάτι φαγώσιμο. Αν δεν εξομολογιόμαστε και κοινωνούσαμε εν αμαρτία, το κορμί μας θα γέμιζε απαίσιες πληγές όπου ο Διάβολος θα έβαζε πράσινα, κόκκινα και κίτρινα σκουλήκια που θα μας καταβρόχθιζαν.

   Η αδελφή Ντολόρες Καστανιέδα ήταν η Ηγουμένη. Ψηλή, πολύ ντελικάτη, με λευκό δέρμα, σχεδόν διάφανο, κάτι θεϊκά χέρια που τα είχε πάντα σταυρωμένα πάνω στο στήθος σφίγγοντας τον Εσταυρωμένο που κρεμόταν απ' το λαιμό της με μια αλυσίδα, ήταν αυτή που έπαιζε αρμόνιο στο παρεκκλήσι. Δεν μας χτύπησε ποτέ, δεν μας φώναξε ποτέ, δεν μας ταπείνωσε ποτέ, στα χείλη της υπήρχε πάντα ένα αγγελικό χαμόγελο γεμάτο καλοσύνη. Εμείς τη λατρεύαμε. Εκείνο το αγγελικό πλάσμα μάς έδινε κάθε βράδυ (πριν μπούμε στο παρεκκλήσι για τις τελευταίες νυχτερινές προσευχές) ένα είδος ομιλίας ή διάλεξης, εμείς το λέγαμε «η καληνύχτα της διευθύντριας». Ευθυτενής, με την κομψή της περπατησιά και το αιώνιο χαμόγελό της, έβγαινε από το γραφείο της στο διάδρομο όπου, σε σειρές των έξι, την περιμέναμε κάθε βράδυ. «Καλησπέρα, αδελφή Ηγουμένη», φωνάζαμε όλες μαζί· εκείνη ύψωνε το πανέμορφο λευκό της χέρι και μας ευλογούσε. Περίμενε να κάνουμε απόλυτη ησυχία κι άρχιζε τη διάλεξή της. Αν κατά τη διάρκεια της ημέρας κάποια ή κάποιες είχαν διαπράξει κάποιο σοβαρό ατόπημα, μιλούσε γι' αυτό, μαλώνοντάς μας την ίδια στιγμή που μας συμβούλευε, και μας ορμήνευε με μια εκπληκτική καλοσύνη. Αν την επόμενη μέρα ήταν η γιορτή κάποιου σημαντικού αγίου, του Σαν Χοσέ, του Σαν Αντόνιο, του Σαν Ιγνάσιο ή του Σαν Χουάν Μπόσκο, τότε μας μιλούσε για κείνους τους αγίους και μας αφηγούνταν περιστατικά από τους βίους τους. Αν ήταν ο μήνας της Παναγίας, μας μιλούσε για την Παρθένο· αν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, μας μιλούσε για το πώς είχε γεννηθεί ο μικρός Ιησούς· αν ήταν Πάσχα, για τα πάθη του Χριστού. Αλλά όταν δεν ήταν τίποτα, πράγμα που συνέβαινε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, τότε μας μιλούσε για το αγαπημένο της θέμα: το Διάβολο.

   Τι εκπληκτική φαντασία! Για είκοσι λεπτά κάθε φορά μας μιλούσε για κείνον χωρίς να επαναλαμβάνεται ποτέ· πάντα έβρισκε καινούργια παραδείγματα, καινούργια σχήματα και χρώματα για να μας εξηγήσει πώς ήταν η Κόλαση. Κάθε φορά μας αποκάλυπτε όλο και περισσότερους τρόπους βασανισμού, τον ένα χειρότερο απ' τον άλλο. Αναμφίβολα ο Διάβολος ήταν ο αγαπημένος της χαρακτήρας και ρόλος. Οι ικανότητες της μεγάλης δραματικής ηθοποιού έφταναν στην υπέρβαση στο ρόλο της ως Διαβόλου· το στόμα της στράβωνε σε χίλιες κατευθύνσεις για να μιμηθεί τα πιο μακάβρια μουγκρητά και βρυχηθμούς· τα μάτια της, συνήθως γλυκά, εκτροχιάζονταν και γυρνούσαν γύρω γύρω· η φωνή της έπαιρνε κάθε δυνατό τόνο, οι παύσεις ήταν μεγάλες, τα όμορφα χέρια της μεταμορφώνονταν σε αποτρόπαια εργαλεία βασανισμού κι εμείς την ακούγαμε χωρίς ν' ανοιγοκλείνουμε τα βλέφαρα και σχεδόν χωρίς ν' αναπνέουμε, με το καρδιοχτύπι του τρόμου. Θυμάμαι πως ένα βράδυ, κατά τη διάρκεια μιας από τις περίφημες περιγραφές της του Διαβόλου και της Κόλασής του, ακριβώς στο πιο μακάβριο σημείο της αφήγησης, τα δυο γατιά που είχαν πάντα κλειδωμένα στο αρτοποιείο το έσκασαν, και με φοβερή ταχύτητα, κυνηγώντας το ένα το άλλο, πέρασαν σαν τρελά ανάμεσα στα πόδια μας. Φυσικά, κανείς μας δεν είδε τα γατιά ούτε τα σκέφτηκε, όλες σκεφτήκαμε το Διάβολο κι άρχισε ο πανικός· πέσαμε όλες πάνω στην Ηγουμένη σαν χιονοστιβάδα, η οποία έπεσε κάτω, πάει το βέλο κι ο Εσταυρωμένος, κομμάτια τα μανίκια της, αφού καθεμιά από μας της είχε σκίσει ένα κομματάκι από κάτι για ν' αμυνθεί απέναντι στο Διάβολο. Εκείνη ήταν για μας η ίδια η αγιοσύνη και ο μοναδικός τρόπος να σωθούμε ήταν να πάρουμε ένα κομμάτι της, όλα αυτά μέσα σε κραυγές, φωνές κι αποσπάσματα από διάφορες προσευχές. Όταν οι άλλες μοναχές ήρθαν να την τραβήξουν κάτω από τα πόδια μας, η καημένη ήταν περισσότερο νεκρή παρά ζωντανή. Δεν την ξαναείδαμε για τρεις μέρες.

   Και μη με μαλώνεις, γιατί αν εσύ νομίζεις πως αρκεί κάποιος να έχει τις ιδέες, εγώ σου λέω πως αν δεν ξέρει πώς να τις γράψει για να γίνουν κατανοητές, είναι σαν να μην είχε καθόλου ιδέες. Το κεφάλι μου είναι σαν δωμάτιο γεμάτο με παλιά πράγματα όπου δεν ξέρει κανείς πια τι υπάρχει και σε τι κατάσταση βρίσκεται. Αν δεν είχα κατά νου την απολαβή του ταξιδιού με την εξοχότητά σας στη Ρωσία, σου ορκίζομαι πως δεν θα συνέχιζα. Μη θλίβεσαι όμως, γιατί από τους θλιμμένους ανθρώπους επίσης επωφελείται ο Διάβολος. Φιλιά στις Γκαμπριέλες σου και μια μεγάλη αγκαλιά.

                                                        ΕΜΜΑ, Παρίσι, 28/2/70


Ευχαριστούμε τις Εκδόσεις Ίκαρος για την άδεια αναδημοσίευσης


Πηγή: www.lifo.gr


 Η Μαρία Πρωτόπαππα θα υποδυθεί την Έμμα Ρέγιες στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας


*Σημείωση: Η Μαρία Πρωτόπαππα υποδύθηκε την Έμμα Ρέγιες στην παράσταση "Έμμα" στη β' σκηνή του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας από τις 26/2 μέχρι και τις 3/4 του 2018. Την ηθοποιό είδα στην τελευταία της (ελπίζω και εύχομαι μόνο γι' αυτή τη σεζόν) παράσταση. 
   Πώς μπορεί κάποιος θεατής να αντιδράσει όταν παραβρέθηκε μπροστά σε ένα  θ α ύ μ α ; Μόνο έκθαμβος μπορεί να μείνει. Για την ενσάρκωση μιας ανθρώπινης ύπαρξης που μέχρι χτες ήταν στις σελίδες μιας αλληλογραφίας. Για την εκπληκτική δημιουργία που κρύβει μια λιτή, και μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια δουλεμένη, κατάθεση ψυχής και ενός μονάκριβου σκηνικού  ήθους. Και φυσικά και προσωπικού. Μιας σοφίας που δωρίζεται στους συνανθρώπους της απλόχερα χωρίς να αναζητά την επίδειξη, την επιδοκιμασία, την επιβράβευση, χωρίς κανένα, μα κανένα, ναρκισσισμό. Που δωρίζεται στον κατεστραμμένο κόσμο μας έτσι, εν πλήρει αθωότητι. Που αναζητά την αθωότητα, αν έχει περισωθεί στις φθαρμένες ψυχές των συνανθρώπων της, για να λάμψει σαν την τελευταία τους ελπίδα. Ό,τι καλύτερο είδα στο θέατρό μας τα τελευταία χρόνια. Αν υπάρχει Θεός, να έχει καλά την Μαρία Πρωτόπαππα. 

                                                       Μεθόδιος Αργουμέντης



Μάνος Χατζιδάκις : Rhythmology, Op. 26 (Piano: Danae Kara) (youtube, 3 Αυγ 2017)

.............................................................

 

Μάνος Χατζιδάκις : Rhythmology, Op. 26 (Piano: Danae Kara)


(youtube, 3 Αυγ 2017)

In 5/8 • 1:56 Hasapiko to Aries • 5:05 In 7/8 • 8:06 Hasapiko to Taurus • 9:36 In 9/8 (in the style of Eric Satie) • 11:47 Hasapiko to Gemini • 13:43 In 11/8 • 16:22 Hasapiko to Aquarius • 18:42 In 13/8 • 20:13 Hasapiko to the Moon • 22:48 In 15/8 • 24:41 Hasapiko to Virgo


Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

Vivaldi: Sonate a Tre (youtube, 23 Μαρ 2018)

..............................................................


Vivaldi: Sonate a Tre

(youtube,  23 Μαρ 2018)

 

Composer: Antonio Vivaldi 
Artist:  
Lorenzo Cavasanti (recorder) 
Manuel Staropoli (recorder) 
Linda Murgia (cello) 
Claudio Ferrero (harpsichord) 
Ugo Nastrucci (guitar) 


00:00:00 Sonata in E Minor, RV 72, for two recorders & b.c.: I. Preludio: Largo  
00:03:03 Sonata in E Minor, RV 72, for two recorders & b.c.: II. Allemanda: Allegro 
00:05:27 Sonata in E Minor, RV 72, for two recorders & b.c.: III. Air-Menuet: Allegro 
00:07:19 Sonata in E-Flat, RV 78, for two recorders & b.c.: I. Preludio: Adagio  
00:08:49 Sonata in E-Flat, RV 78, for two recorders & b.c.: II. Allemanda: Allegro  
00:11:25 Sonata in E-Flat, RV 78, for two recorders & b.c.: III. Gavotta: Presto  
00:13:30 Sonata in B Minor, RV 35, for recorder & b.c.: I. Preludio: Largo  
00:16:38 Sonata in B Minor, RV 35, for recorder & b.c.: II. Allemanda: Allegro 
00:19:12 Sonata in B Minor, RV 35, for recorder & b.c.: III. Corrente: Allegro  
00:21:22 Sonata in C Minor, RV 74, for two recorders & b.c.: I. Andante 
00:25:28 Sonata in C Minor, RV 74, for two recorders & b.c.: II. Allegro  
00:28:27 Sonata in C Minor, RV 74, for two recorders & b.c.: III. Andante 
00:31:26 Sonata in C Minor, RV 74, for two recorders & b.c.: IV. Allegro assai 
00:33:17 Sonata in C, RV 61, for two recorders & b.c.: I. Adagio  
00:34:39 Sonata in C, RV 61, for two recorders & b.c.: II. Allemanda: Allegro – Adagio 
00:37:27 Sonata in C, RV 61, for two recorders & b.c.: III. Sarabanda: Allegro  
00:38:54 Sonata in E Minor, RV 67, for two recorders & b.c.: I. Grave  
00:40:39 Sonata in E Minor, RV 67, for two recorders & b.c.: II. Corrente: Allegro  
00:42:40 Sonata in E Minor, RV 67, for two recorders & b.c.: III. Giga: Allegro  
00:44:44 Sonata in E Minor, RV 67, for two recorders & b.c.: IV. Gavotta: Allegro  
00:45:45 Sonata in B-Flat, RV 46, for recorder & b.c.: I. Largo  
00:47:44 Sonata in B-Flat, RV 46, for recorder & b.c.: II. Allegro  
00:50:08 Sonata in B-Flat, RV 46, for recorder & b.c.: III. Largo 
00:52:38 Sonata in B-Flat, RV 46, for recorder & b.c.: IV. Allegro 
00:55:11 Follia in G minor, RV 63, for two recorders & b.c.



Κυριακή 1 Απριλίου 2018

"Σύγχρονος ελληνικός "κοινοτισμός"..." από τον φίλο στο fb Κώστα Κουτσουρέλη (facebook, 1/4/2018)

...............................................................


Σύγχρονος ελληνικός "κοινοτισμός"...








από τον φίλο στο fb Κώστα Κουτσουρέλη (facebook, 1/4/2018)

Παλιό αλλά πάντοτε ισχύον συμπέρασμα: Στους κόλπους του ελληνικού "κοινοτισμού" (και υπό τον όρο εδώ εννοώ όλες τις μορφές συνομάδωσης του συλλογικού μας βίου: από την οικογένεια και την παρέα ώς την μικρή, τοπική κοινωνία, την επαγγελματική συντεχνία και την πολιτική φατρία) κριτήριο ιεράρχησης καθοριστικό δεν είναι η έννοια της αξίας όπως αυτή τεκμαίρεται από τις επιδόσεις των μελών και τον ελεύθερο ανταγωνισμό μεταξύ τους, αλλά η εύνοια. Η ιεραρχία στους κόλπους της κοινότητας προκύπτει υποκειμενικά: από την ποσότητα και την ποιότητα των προσωπικών δεσμών του εκάστοτε ατόμου με τους λοιπούς εταίρους του στην κοινότητα, από τη δικτύωσή του στους κόλπους της, όχι από το τι το ίδιο αντικειμενικά συνεισφέρει στην ευδοκίμησή της.
Από την άποψη αυτή, η ευνοιοκρατούμενη κοινότητα εχθρεύεται εκ προοιμίου την αξιολόγηση: αποθαρρύνει την αριστεία, προκρίνει τη μετριότητα, θεωρεί την άμιλλα ανεπιθύμητη, και απαξιώνει συστηματικά τα αντικειμενικά κριτήρια που αποτιμούν την αξία ενός έργου. Ακόμη και όσοι αριστείς στους κόλπους της αναγνωρίζονται, το επιτυγχάνουν όχι για το ουσιαστικό έργο τους, αλλά για τις δεξιότητές τους στον τομέα των διαπροσωπικών σχέσεων, γι' αυτό και είναι η εξαίρεση στη γενική μετριοκρατία. Μολονότι συχνά τα μέλη των διαφόρων ομάδων επικαλούνται κι εκείνα "κανόνες" και "αρχές", το κάνουν αφηρημένα ή προσχηματικά. Στην πράξη, δεν θεωρούν την προσβολή τους παράβαση, η ατιμωρησία είναι ο κανόνας. Έτσι η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος από τους πολιτικούς, η αργομισθία στο δημόσιο, η παράνομη είσπραξη επιδομάτων, η πλαστογράφηση προσόντων, η λογοκλοπή στους κόλπους της δημοσιογραφικής ή της ακαδημαϊκής συντεχνίας, κ.ο.κ., δεν κολάζονται.
Το αντίθετο μάλιστα. Παρότι στο εσωτερικό αυτών των κοινοτήτων ο ανταγωνισμός είναι οξύτατος, αυτός διευθετείται εσωτερικά. Προς τα έξω, η συντεχνία εμφανίζεται συμπαγής. Όποτε το καλό της όνομα διακυβεύεται, ή θίγονται συμπεριφορές που γνωστοποιούμενες μπορούν να τη βλάψουν (κρούσματα λογοκλοπής λ.χ.), οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις σταματούν και ισχύει ο κανόνας της αλληλοϋποστήριξης των μελών της κοινότητας προς τα έξω: τα εν οίκω μη εν δήμω. Ακόμη και πρόσωπα υπεράνω υποψίας τα ίδια συμβαίνει ενίοτε να παίρνουν το μέρος των καταγγελλόμενων, ακριβώς επειδή προσβλέπουν στα οφέλη που η αλληλέγγυα ενδοσυντεχνιακή συμπεριφορά τους μπορεί να τους προσπορίσει.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι δημόσιες συζητήσεις μας στην ουσία είναι εικονικές, κυριολεκτικά για το θεαθήναι. Πρακτικά, για τους περισσότερους διαλεγόμενους, αποβλέπουν στο να συγκαλύψουν το πρόβλημα, και να διαιωνίσουν την παραβατική συμπεριφορά, όχι να τη παραμερίσουν. Μόνο αραιά και πού θυσιάζεται τελετουργικώ τω τρόπω κάποιος αδύναμος κρίκος της αλυσίδας, για να σωθούν οι υπόλοιποι. Οι ποικίλοι νόμοι περί ευθύνης υπουργών είναι εδώ το κλασσικό παράδειγμα. Μάλιστα, η μέριμνα για τη διατήρηση του στάτους κβο είναι τόση, ώστε εκείνος που το θέτει σε μεγάλο κίνδυνο, δημοσιοποιώντας τα κακώς κείμενα, θεωρείται όχι μόνο από τους άμεσα θιγόμενους αλλά συνολικά από τη συντεχνία "Nestbeschmutzer", άνθρωπος που ντροπιάζει και προδίδει τους οικείους του. Το λογικό επακόλουθο είναι ότι απομονώνεται.

"Υπάρχει πάλη των τάξεων;" έγραψε ο Περικλής Κοροβέσης - Εφημερίδα τών Συντακτών 31.03.2018

.............................................................



Υπάρχει πάλη των τάξεων;


 
 
 
έγραψε ο Περικλής Κοροβέσης - Εφημερίδα τών Συντακτών
Ετυχε και σε μας να λάχει μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Πριν από μας, και άλλοι είχαν αυτήν την εύνοια της τύχης. Τόσο στην ευρύτερη πατρίδα μας, την Ευρώπη, όσο και στη μακρινή Λατινική Αμερική.
Αν εξαιρέσει κανείς τη χρυσή περίοδο της Ευρώπης 1945-1975, όπου οι Σοσιαλδημοκράτες, σε μεγάλο βαθμό, διαμόρφωναν τη λεγόμενη κοινωνική Ευρώπη, οι μετέπειτα κυβερνήσεις της Αριστεράς, μετά την επικράτηση του Νεοφιλελευθερισμού, αν δεν μας έλεγαν πως ήταν αριστερές, δεν θα το καταλαβαίναμε.
Οπως πάλι δεν καταλάβαμε πως περίπου το μισό του πλανήτη που ήταν κομμουνιστικό (Ανατολικό Μπλοκ, ΕΣΣΔ, Κίνα, Βιετνάμ), μέσα σε μια νύχτα, έγινε καπιταλιστικό. Και κάποια κράτη πέρασαν στην Ακρα Δεξιά, πρωτοστατούσης της Ουγγαρίας. Και από αυτή την άποψη έχει δίκιο ο Φουκουγιάμα, όταν μιλάει για το τέλος της Ιστορίας. Πέραν του καπιταλισμού, ουδέν υπάρχει.
Αυτή η σοφία θυμίζει τη θυμοσοφία του δικού μας λαού που λέει: «Και στον δήμαρχο να πας, γαϊδουρινή θα την εφάς». Και έτσι τα πράγματα είναι μοιραία. Οσο σοσιαλισμό κι αν φυτέψεις, καπιταλισμός θα σου βγει. Βέβαια, ο διαπρεπής φιλόσοφος δεν έχει καταλάβει τίποτα από την Ιστορία. Είναι απλά προπαγανδιστής του καπιταλισμού. Και η προπαγάνδα του πιάνει.
Μήπως από τον κρατικό καπιταλισμό πήγαμε στον κανονικό καπιταλισμό και ονομαζόταν κομμουνισμός; Ρώτησαν κάποτε έναν διάσημο καπιταλιστή αν υπάρχει η πάλη των τάξεων. Και απάντησε χαμογελώντας: «Ασφαλώς και υπάρχει. Αλλά το παιχνίδι μοιάζει σαν να είναι στημένο. Κερδίζουμε πάντα εμείς».
Και αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα. Γιατί από τότε που ανακαλύφθηκε ο όρος «πάλη των τάξεων» (ο Μαρξ αποποιείται την πατρότητα του όρου) και έγινε αποδεκτός σαν μια κίνηση της Ιστορίας ή, αν θέλετε, ένας βηματισμός της, γιατί -όχι πάντα- νικάει η άρχουσα τάξη;
Οταν λέμε κοινωνική τάξη, δεν πρέπει να τη συγχέουμε με τα πολιτικά κόμματα. Η μάχη δεν δίνεται στη Βουλή (εκεί μπορεί να φτάσει ο απόηχός της), αλλά στην κοινωνία. Σε μια εποχή σύγχυσης, όπου διαδίδονται τα πιο ύποπτα πράγματα (Δεν υπάρχει πια σήμερα διάκριση μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς ή η πάλη των τάξεων είναι επινόηση;
Ακόμα, δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο άτομα κ.λπ.), καλό είναι να ξαναδούμε τα πράγματα από την αρχή. Την Αριστερά δεν θα πρέπει να τη βρίσκουμε στη ρητορική της, αλλά στην πράξη και να την αναγνωρίζουμε από κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Πρώτο, η εξάλειψη της φτώχειας και η εξασφάλιση της ευημερίας για όλους. Κοινωνία αλληλέγγυα και όχι ανταγωνιστική.
Ισες δυνατότητες για όλους, εξάλειψη κάθε δικτατορίας. Ελαχιστοποίηση του χρόνου εργασίας και μεγέθυνση του ελεύθερου χρόνου για την ευχαρίστηση ως αυτοσκοπό. Αναδιανομή του πλούτου σε αυτούς που τον παρήγαγαν.
Αυτά τα αναφέρουμε ενδεικτικά, γιατί υπάρχουν και πολλά άλλα που δεν μας επιτρέπει ο χώρος να τα εκθέσουμε. Και ακόμα δύο. Ειρήνη και Περιβάλλον. Ενας Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος είναι πιο κοντά από ό,τι φανταζόμαστε. Τώρα έχουμε περιφερειακούς πολέμους διά αντιπροσώπων.
Τι σημαίνει η περικύκλωση της Κίνας και της Ρωσίας από ΗΠΑ και ΝΑΤΟ; Ο πλανήτης μπορεί να καταστραφεί, αν συνεχισθεί η λεγόμενη ανάπτυξη με αυτούς τους ρυθμούς και με αυτά τα ορυκτά καύσιμα. Σε αυτό συμφωνούν όλοι. Οι διαφωνίες είναι για το πότε. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο θα τοποθετούσαμε την Αριστερά και στο σημείο που πολεμάει γι’ αυτά.
Η Δεξιά ορίζεται πιο απλά και με μια λέξη. Κέρδος και τίποτα άλλο. Το 1% των πλουσίων έχει το 99% του πλούτου όλου του πλανήτη (σύμφωνα με άλλους υπολογισμούς και ακόμη μικρότερο) και έχει την απόλυτη εξουσία (οικονομική, πολιτική, μιντιακή). Και, για να κρατήσει την εξουσία της, πρέπει να διαλύσει μια Αριστερά όπως την περιγράψαμε στην προηγούμενη παράγραφο. Και εδώ είναι αυτό που λέμε πάλη των τάξεων.
Σε αυτά τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε ως Αριστερά, υπάρχουν κινήματα, πολλά περισσότερα από ό,τι γνωρίζουμε σε όλο τον κόσμο. Αλλά αυτές οι ειδήσεις δεν περνούν ποτέ από τα ΜΜΕ-στυλοβάτες του συστήματος. Και η εναλλακτική πληροφόρηση φτάνει μόνο στους μεμυημένους. Ποτέ στην κοινωνία που την αφορά άμεσα.
Ισως εδώ θα πρέπει να διορθώσουμε και τον κ. καπιταλιστή που παίζει την ταξική πάλη μονότερμα. Πέρα από την Αθηναϊκή Δημοκρατία του 5ου-4ου αιώνα, που ήταν θρίαμβος της ταξικής πάλης των πολλών (σύμφωνα με κάποιους μελετητές, αυτό το μοντέλο επικράτησε και σε άλλες πόλεις μέχρι τον 2ο αιώνα π.Χ.). Εντούτοις αυτό το μοντέλο δεν μελετήθηκε στην Ευρώπη, παρά μόνον πρόσφατα. Η Ρώμη και η ολιγαρχία της στάθηκε πρότυπο (Εξ ου ο Καίσαρ, Κάιζερ, Τσάρος όλα ίδια λέξη). Υπάρχουν από την πρόσφατη Ιστορία μας, τρεις ακόμα θρίαμβοι της πάλης των πολλών.
Η Γαλλική Επανάσταση (1789), η Παρισινή Κομμούνα (1871) και η Ρωσική Επανάσταση (1917). Πέρα από την Παρισινή Κομμούνα, που κατάργησε το κράτος και που πνίγηκε στο αίμα (από τα μεγάλα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας), οι υπόλοιπες δύο δεν νικήθηκαν από κανέναν αντίπαλο, αλλά από τις ηγεσίες τους. Η Γαλλική Επανάσταση νικήθηκε από τους Ιακωβίνους και κράτησε τέσσερα έτη.
Στη Ρωσία κράτησε έναν χρόνο (1917-1918) και νικήθηκε από τους μπολσεβίκους. Δεν ξέρω αν έπεισα τον κ. καπιταλιστή, αλλά από τότε η τάξη του κοιμάται με αυτόν τον εφιάλτη. Και στη βάση αυτού του εφιάλτη χαράζουνε πολιτική οι άρχοντες. Η ζωή παλεύει παντού και πάντα. Αλλά οι νεκροί δεν το καταλαβαίνουν. Και η ταξική πάλη συνεχίζεται.

"Η αόρατη ιδεολογία" έγραψε ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 23.03.2018)

..........................................................

Η αόρατη ιδεολογία


 
 EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ
Τον παλιό καλό καιρό, η πιο αξιόπιστη και ίσως η μοναδική καταγραφή των πολιτικών μας πεποιθήσεων ήταν οι εκλογές. Εκτοτε πολλά άλλαξαν χάρη στην τεχνολογία. Σήμερα οι εταιρείες δημοσκοπήσεων στήνουν συνεχώς κάλπες για να προβλέψουν, κάθε βδομάδα σχεδόν, τις κυμαινόμενες τύχες των κομμάτων.
Και όχι μόνο. Γιατί δεν περιορίζονται στο απλό ερώτημα «Ποιο κόμμα θα ψηφίζατε αν γίνονταν τώρα εκλογές;», αλλά ανιχνεύουν και καταγράφουν τη στάση μας σε πολλά και διάφορα συναφή ζητήματα, όπως «Ποια είναι δεύτερη επιλογή σας;», «Τι ψηφίσατε την τελευταία φορά;», «Πόσο θα βαρύνει στην απόφασή σας ένα συγκεκριμένο πρόβλημα;» κ.ο.κ. Ετσι, οι δημοσκόποι παρουσιάζουν μια πληρέστερη εικόνα των απόψεων και των επιθυμιών μας.
Αν όμως δεχθούμε, και νομίζω ότι οφείλουμε να δεχθούμε, ότι η ιδεολογία αρχίζει από το σημείο όπου σταματούν οι ερωτήσεις, θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι οι δημοσκοπήσεις δεν μπορούν να εντοπίσουν, πόσο μάλλον να μετρήσουν, τις αρχικές και συχνά ανεπίγνωστες προδιαθέσεις που έμμεσα προκαθορίζουν τη γενικότερη στάση μας.
Κι αυτό μεταθέτει το πρόβλημα από το πεδίο των ενσυνείδητων πολιτικών προτιμήσεων στον ομιχλώδη χώρο όπου κυριαρχούν διάφορες αυτονόητες παραδοχές ή πρότυπα συμπεριφοράς, τα οποία επηρεάζουν τις τελικές πολιτικές επιλογές μας, ακριβώς επειδή δεν φαίνεται να έχουν καμία σχέση με την πολιτική.
Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με αριθμούς και ποσοστά, αλλά με κάτι άυλο και ταυτόχρονα καθοριστικό: την περιρρέουσα ιδεολογική ατμόσφαιρα, στην οποία καλούμαστε να προσαρμοστούμε.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, για να μιλήσουμε συγκεκριμένα, τα διάφορα τηλεοπτικά παιχνίδια που έχουν τόσο μεγάλη πέραση. Σε μια πρώτη ματιά, τα παιχνίδια αυτά ανήκουν στην κατηγορία της απλής διασκέδασης που έχει αναλάβει να μας παρέχει η τηλεόραση.
Ομως ο ανταγωνισμός και η ανάδειξη του νικητή μπορεί μεν να είναι ένα φαινόμενο διαχρονικό, από τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην αρχαιότητα μέχρι σήμερα, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να θεωρηθεί «φυσιολογικό» και συνεπώς εκτός συζήτησης. Γιατί σημασία έχει ο τρόπος του παιχνιδιού.
Στην αρχή, για να γυρίσουμε μερικές δεκαετίες πίσω, οι διαγωνιζόμενοι έπρεπε να απαντήσουν σε μια σειρά ερωτήματα αυξανόμενης δυσκολίας. Δηλαδή ήταν παιχνίδια γνώσεων. Οποιος είχε περισσότερες γνώσεις κέρδιζε.
Στην επόμενη εκδοχή οι διαγωνιζόμενοι υποβάλλονταν σε διάφορες δοκιμασίες ή, πιο συχνά, επιδείκνυαν το ταλέντο τους σε τραγούδι, χορό, μαγειρική ή οτιδήποτε άλλο, η δε ανάδειξη των νικητών καθοριζόταν με βάση μια γνωστή εκ των προτέρων βαθμολογία ή με απόφαση επωνύμων και καταξιωμένων που λειτουργούσαν ως κριτές.
Εως εδώ τα πράγματα ήταν μάλλον απλά, όπως και στην αρχαία Ολυμπία. Οι παίκτες, με κριτήρια σαφή και αδιάβλητα, προσπαθούν «να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους» (όπως λένε οι ποδοσφαιριστές), για να νικήσουν.
Τελευταία όμως έχει αρχίσει να διαδίδεται η εξής νέα παραλλαγή του τηλεοπτικού παιχνιδιού: νικητής στέφεται όποιος παραμείνει στο παιχνίδι μέχρι το τέλος αφού οι υπόλοιποι έχουν αποβληθεί ένας ένας, όχι για παράβαση των κανόνων ή για χαμηλή βαθμολογία, αλλά επειδή οι συμπαίκτες τους –κι εδώ ταιριάζει ο όρος ανταγωνιστές– αποφασίζουν με ψηφοφορία την αποπομπή τους.
Το σκηνικό έχει αλλάξει. Σημασία δεν έχει πλέον η μετρήσιμη αξιοσύνη, αλλά οι ελιγμοί, οι τακτικισμοί, η υπονόμευση του αντιπάλου –έτσι εξηγούνται οι κατ’ ιδίαν μπηχτές κατά των άλλων αλλά μπροστά στην κάμερα–, οι ευκαιριακές συμμαχίες για να αποβληθεί ο πιο ικανός και συνεπώς πιο επικίνδυνος αντίπαλος. (Σε παιχνίδι που παρακολούθησα, ένας από τους διαγωνιζόμενους δήλωσε απερίφραστα ότι βαθμολόγησε με μηδέν την απόδοση του ανταγωνιστή του με μόνο κριτήριο να τον σταματήσει.)
Μια γενική σύρραξη χωρίς αρχές, όλοι εναντίον όλων, εφόσον ο σημερινός σύμμαχος θα γίνει ο αυριανός εχθρός. Στο τέλος φυσικά θα αναδειχθεί ο νικητής, όπως και στα παλιότερα παιχνίδια, αλλά δεν θα είναι ο καλύτερος· θα είναι ο πιo πονηρός και αδίστακτος.
Οσο για εμάς τους θεατές, αριστερούς τε και δεξιούς, περνάμε καλά γιατί το παιχνίδι μάς κάνει να ζούμε πιο έντονα. Eχοντας διαλέξει ποιους συμπαθούμε και ποιους δεν χωνεύουμε, αγωνιούμε για το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, πανηγυρίζουμε όταν οι δικοί μας κερδίζουν κι όταν χάνουν στιγματίζουμε την αδικία.
Και δεν μας περνάει καν από το μυαλό ότι αυτό που βλέπουμε δεν συνιστά απλή ψυχαγωγία που τη χρειαζόμαστε τις δύσκολες τούτες μέρες, αλλά λειτουργεί ως έμμεση και γι’ αυτό αποτελεσματική υποβολή ενός πρότυπου κοινωνικής συμπεριφοράς περιβεβλημένου με τον μανδύα του αναπόφευκτου. Οι άλλοι είναι εκείνοι που πρέπει με κάθε μέσο να χάσουν για να βγούμε εμείς κερδισμένοι.
Κι αν νομίζετε ότι προσπαθώ να βγάλω ιδεολογικό ξίγκι από τη μύγα ενός αθώου παιχνιδιού, σας υπενθυμίζω ότι αρχικά η λέξη «ψυχαγωγία» σήμαινε την αγωγή της ψυχής.

Minore Suite | K. Gouventas | N. Ordoulidis | Handmade Piano (youtube, 30 Οκτ 2016)

................................................................

 

Minore Suite | K. Gouventas | N. Ordoulidis | Handmade Piano

(youtube, 30 Οκτ 2016)


Μινόρε Σουίτα: 1) Όταν πίνεις στην ταβέρνα (Τσιτσάνης) 2)Διασκευή από μία χόρα του Παπαγεωργίου 3) Nihavend Longa Bioλί: Κυριάκος Γκουβέντας Πιάνο: Νίκος Ορδουλίδης Η ηχογράφηση έγινε σε πιάνo σχεδιασμένo και κατασκευασμένo από τον Πάνο Ιωαννίδη, στου οποίου το εργαστήριο έγινε και η ηχογράφηση.