Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

"Διακήρυξη Μπάλφουρ: Η αρχή του κακού" (tvxs.gr, 2/11/2017)

..............................................................


Διακήρυξη Μπάλφουρ: Η αρχή του κακού






(tvxs.gr, 2/11/2017)

Στις 2 Νοεμβρίου 1917 ο επικεφαλής της βρετανικής διπλωματίας Άρθουρ Μπάλφουρ υπογράφει ένα κείμενο, σύμφωνα με το οποίο «η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας είναι ευνοϊκά διακείμενη στην ίδρυση στην Παλαιστίνη μιας εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό».
Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος εισερχόταν στον τελευταίο χρόνο του και το Λονδίνο επιδίωκε να ενισχύσει τις θέσεις του και να εξασφαλίσει την υποστήριξη του σιωνιστικού κινήματος, το οποίο αναπτυσσόταν στους κόλπους των εβραϊκών κοινοτήτων της Ευρώπης και της Αμερικής.
Η λεγόμενη Διακήρυξη Μπάλφουρ ήταν αυτή που τότε, πριν από έναν αιώνα, άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ και την κατοχή της Παλαιστίνης, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Πολιτικός σιωνισμός
Το κίνημα του Σιωνισμού αναπτύχθηκε κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στη Δυτική Ευρώπη και στην τσαρική Ρωσία και έκτοτε απέβλεπε στη δημιουργία ενός εβραϊκού εθνικού κράτους στην περιοχή της Παλαιστίνης. Στο πλαίσιο αυτό, από το 1882 έως το 1914, δεκάδες χιλιάδες Εβραίοι μετανάστευσαν στην αρχαία κοιτίδα τους, όπου σταδιακά αγόρασαν μεγάλες εκτάσεις γης και ανέπτυξαν τους δικούς τους θεσμούς.
Στα τέλη Αυγούστου του 1897, ένα χρόνο μετά την έκδοση του βιβλίου του «Το εβραϊκό κράτος», ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τίοντορ Χερτσλ συγκαλεί στη Βασιλεία, στην Ελβετία, το πρώτο σιωνιστικό συνέδριο, στο οποίο συμμετέχουν κάπου 200 εκπρόσωποι, προερχόμενοι στην πλειονότητά τους από την ανατολική Ευρώπη και κυρίως από τη Ρωσία.
«Ο σιωνισμός φιλοδοξεί να δημιουργήσει, για τον εβραϊκό λαό, μια εστία στην Παλαιστίνη την οποία θα εγγυάται το δημόσιο δίκαιο», διακηρύττει το συνέδριο.


Το συνέδριο θέλει ιδίως να ενθαρρύνει «τον αποικισμό της Παλαιστίνης από εβραίους αγρότες, εργάτες και τεχνίτες», να ενισχύσει το «εβραϊκό εθνικό αίσθημα» και να εξασφαλίσει από διάφορες κυβερνήσεις «την απαραίτητη συναίνεση για την υλοποίηση των πόθων του σιωνισμού».
Παράλληλα, ο αντισημιτισμός και τα πογκρόμ στη Ευρώπη επιτάχυναν την άφιξη των Εβραίων στην Παλαιστίνη: ήταν 47.000 στο 1895 έναντι 24.000 το 1882.
Από αραβικής πλευράς, μετά τις διαμαρτυρίες παραγόντων της Ιερουσαλήμ, οι πρώτες πολιτικές οργανώσεις  για να αγωνιστούν κατά του σιωνισμού δημιουργήθηκαν το 1911 στη Χάιφα και στη Γιάφα.
Τα βρετανικά συμφέροντα
Στα τέλη του 1915, η Γαλλία και η Βρετανία συζητούν έναν διαμοιρασμό των αραβικών εδαφών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Παράλληλα βρετανοί απεσταλμένοι διαπραγματεύονται με τον Χουσεΐν, σαρίφη της Μέκκας, τον οποίο δελεάζουν με το όνειρο της αραβικής ανεξαρτησίας.
Το 1916, ο βρετανός σερ Μαρκ Σάικς και ο γάλλος Φρανσουά Ζορζ-Πικό αποφασίζουν να θέσουν την Παλαιστίνη υπό διεθνή διοίκηση, στο πλαίσιο ενός μελλοντικού διαμοιρασμού, μεταξύ των χωρών τους, των αραβικών επαρχιών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Όμως η Βρετανία δεν περιορίζεται σε αυτήν τη διεθνοποίηση, ακόμη κι αν αποκτά τον άμεσο έλεγχο των λιμανιών της Χάιφα και του Αγίου Ιωάννη της Άκρας. Θέλει να κατευθύνει προς όφελός της τις σιωνιστικές φιλοδοξίες και θεωρεί πως η αναγνώριση μιας «εβραϊκής εθνικής εστίας» μπορεί να την εξυπηρετεί προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντά της στη Μέση Ανατολή.
Από την πλευρά του, το σιωνιστικό κίνημα ξεκινά διαπραγματεύσεις με τη βρετανική κυβέρνηση. Το βοηθά ο διορισμός στο Φόρεϊν Όφις, στα τέλη του 1916, του Άρθουρ Μπάλφουρ, που βλέπει με συμπάθεια την εβραϊκή υπόθεση.
Μια απλή φράση
Στις 2 Νοεμβρίου 1917 λοιπόν, ο Άρθουρ Μπάλφουρ απευθύνει στον λόρδο Γουόλτερ Ρόθτσιλιντ, ύπατο εκπρόσωπο της βρετανικής εβραϊκής κοινότητας, δακτυλογραφημένη επιστολή εγκεκριμένη από το υπουργικό συμβούλιο, με την οποία του ζητά να γνωστοποιήσει στη σιωνιστική Ομοσπονδία πως:
«Η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας είναι ευνοϊκά διακείμενη στην ίδρυση στην Παλαιστίνη μιας εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό και θα καταβάλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να διευκολύνει την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού, νοουμένου ότι τίποτα δεν θα γίνει που να μπορεί να πλήξει τα πολιτικά και θρησκευτικά δικαιώματα των μη εβραϊκών κοινοτήτων στην Παλαιστίνη, ή τα δικαιώματα και το πολιτικό καθεστώς που απολαμβάνουν οι Εβραίοι στις υπόλοιπες χώρες».


Αυτή η απλή φράση αποτελεί μια μεγάλη νίκη για τον Χάιμ Βάιτσμαν, επικεφαλής των σιωνιστών της Βρετανίας και μελλοντικό πρώτο πρόεδρο του Ισραήλ, ο οποίος κατηύθυνε όλες τις προσπάθειές του προς την επίτευξη αυτού του σκοπού.
Στην προκειμένη περίπτωση, το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ότι οι Βρετανοί μοίραζαν εδάφη που δεν τους ανήκαν· το πρόβλημα ήταν ότι δύο χρόνια νωρίτερα είχαν «προσφέρει» τα ίδια ακριβώς εδάφη και στους Αραβες, προκειμένου να τους προσεταιρισθούν στον αγώνα εναντίον των Τούρκων.
Βέβαια, στη Μέση Ανατολή, οι Άραβες ποτέ δεν ρωτήθηκαν για τη διακήρυξη αυτή, ούτε καν ενημερώθηκαν για την ύπαρξή της. Κι όμως, το 1917 οι Εβραίοι αποτελούσαν μόλις το 7% του πληθυσμού της Παλαιστίνης.
Έτσι, οι πρώτες διαδηλώσεις κατά της διακήρυξης Μπάλφουρ πραγματοποιούνται τον Φεβρουάριο του 1920 στην Ιερουσαλήμ, στη Γιάφα και στη Χάιφα.
Η γέννηση του κράτους του Ισραήλ
Τον Απρίλιο του 1920, η διάσκεψη του Σαν Ρέμο αναθέτει στο Λονδίνο την εντολή για την Παλαιστίνη. Σύμφωνα με το κείμενο της εντολής αυτής, που εγκρίθηκε οριστικά το 1922 από την Κοινωνία των Εθνών, η Βρετανία «θα αναλάβει την ευθύνη να δημιουργήσει στη χώρα μια πολιτική, διοικητική και οικονομική κατάσταση που θα εξασφαλίσει την εγκαθίδρυση μιας εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό». Είναι μια τεράστια επιτυχία για τους σιωνιστές.
Το 1936 ξέσπασε η λεγόμενη «Αραβική Εξέγερση», που στρεφόταν τόσο εναντίον των Βρετανών όσο και των Εβραίων κατοίκων της Παλαιστίνης.


Με την άνοδο του ναζισμού και μετά το Ολοκαύτωμα στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η εβραϊκή μετανάστευση στην Παλαιστίνη αποκτά αξιοσημείωτη έκταση ενώ μυστικές ένοπλες σιωνιστικές ομάδες επιταχύνουν την πίεση.
Την ίδια περίοδο, η υποχώρηση της βρετανικής ισχύος ανά την υφήλιο έμελλε να επηρεάσει την ισορροπία δυνάμεων και στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Αντιμέτωπη με τα τεράστια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που της κληροδότησε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η Εργατική κυβέρνηση του Κλέμεντ Ατλι δεν ήταν σε θέση να διατηρήσει άθικτη την αχανή βρετανική αυτοκρατορία, ιδιαίτερα μάλιστα όταν το αίτημα των αποικιακών λαών για ελευθερία έβρισκε θετική ανταπόκριση και από τις δύο νέες υπερδυνάμεις: τις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ενωση. Ετσι, το 1946, οι Βρετανοί αποχώρησαν από την Ιορδανία, ενώ το καλοκαίρι του επόμενου έτους θα αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν ακόμα και την Ινδία.
Η εξασθένηση της Βρετανίας κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, σε συνδυασμό με την αδυναμία της να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις εβραϊκές παραστρατιωτικές οργανώσεις (όπως η Χαγκανά, η Ιργκούν κ.ά.), οδήγησαν το Λονδίνο στην απόφαση να εγκαταλείψει την Παλαιστίνη.


Πράγματι, τον Φεβρουάριο του 1947, η Βρετανία ζήτησε από τον νεοσύστατο Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών να αποφανθεί σχετικά με την τύχη της Παλαιστίνης που, μετά την αποχώρηση των Γάλλων από τη Συρία και τον Λίβανο, αποτελούσε την τελευταία δυτική «εντολή» στη Μέση Ανατολή. Τον Μάιο του ίδιου έτους, ο ΟΗΕ συγκρότησε ειδική επιτροπή η οποία, αφού μελέτησε διεξοδικά την κατάσταση έτσι όπως είχε διαμορφωθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες, υπέβαλε δύο σχέδια για το μέλλον της Παλαιστίνης: το πρώτο σχέδιο, που συντάχθηκε από την πλειοψηφία των μελών της επιτροπής, εισηγείτο τη διαίρεση της Παλαιστίνης με τη δημιουργία ενός εβραϊκού και ενός αραβικού κράτους. Αντίθετα, το σχέδιο της μειοψηφίας προέκρινε την ομοσπονδιακή ένωση των δύο κρατών και την άσκηση μιας κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.


Η εβραϊκή πλευρά αποδέχθηκε την πρόταση της πλειοψηφίας, ενώ οι Αραβες απέρριψαν και τα δύο σχέδια. Ετσι, στις 29 Νοεμβρίου 1947, η Γενική Συνέλευση ΟΗΕ με 33 ψήφους υπέρ, 13 κατά (μεταξύ αυτών και της Ελλάδος) και 10 αποχές ψήφισε το σχέδιο διαχωρισμού της Παλαιστίνης σε δύο κράτη, το εβραϊκό και το αραβικό, με την πόλη των Ιεροσολύμων υπό ειδικό διμερές καθεστώς ως corpus separatum.
Στις 14 Μαΐου του 1948, ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν ανακηρύσσει την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ αμέσως μετά το τέλος της βρετανικής εντολής στην Παλαιστίνη - η 15η Μαΐου έχει καταγραφεί δε από τους Παλαιστίνιους ως η «Νάκμπα», η Καταστροφή, καθώς βλέπουν να εγκαθιδρύεται στην ιστορική Παλαιστίνη το εβραϊκό κράτος.

Ο αραβικός κόσμος, όμως, δεν ήταν διατεθειμένος να δεχθεί τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ σε μια περιοχή που πίστευε ότι του ανήκε, αλλά είχε δοθεί στους Εβραίους από τη Δύση ως «αποζημίωση» για το Ολοκαύτωμα. Στις 15 Μαΐου, μία μόλις ημέρα μετά την ανακήρυξη της ίδρυσης του Ισραήλ, στρατιωτικές δυνάμεις της Αιγύπτου, της Ιορδανίας, του Λιβάνου, του Ιράκ και της Συρίας επιτέθηκαν εναντίον του νεοσύστατου κράτους. Ο πρώτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος είχε μόλις ξεκινήσει...
 
Η στάση της Ελλάδας
Η Ελλάδα ήταν η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που το 1947 ψήφισε εναντίον της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ. Όπως εξηγεί ο Μανόλης Κούμας, καθηγητής Ιστορίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, οι παραδοσιακοί δεσμοί με τον αραβικό κόσμο, τα γενικότερα συμφέροντα στη Μέση Ανατολή και στα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Αντιοχείας, καθώς και ο φόβος αντιποίνων εις βάρος της ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας, οδήγησαν την κυβέρνηση Σοφούλη στην απόφαση να αντιταχθεί στη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ.
Αν και τον Μάρτιο του 1949 η Ελλάδα αναγνώρισε de facto το Ισραήλ, οι σχέσεις των Αθηνών με την Ιερουσαλήμ δεν αποκαταστάθηκαν πλήρως παρά μόνο το 1990, όταν η ελληνική πλευρά, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, προχώρησε στην de jure αναγνώριση του ισραηλινού κράτους, θέτοντας τις βάσεις για τη σημερινή συνεργασία των δύο κρατών. Πρώτη επίσημη επίσκεψη ισραηλινού προέδρου στη χώρα μας είχαμε μόλις τον Φεβρουάριο του 2006, όταν λίγες ώρες μετά την ανάθεση καθηκόντων υπουργού των Εξωτερικών στην Ντόρα Μπακογιάννη, η τελευταία υποδεχόταν τον πρόεδρο του Ισραήλ τιμώντας τον ως επίτιμο δημότη της πόλεως των Αθηνών υπό την ιδιότητά της ως δημάρχου.


 Εδώ μπορείτε να δείτε κι ένα συνοδευτικό βίντεο:

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

"Μα, εγώ εννοούσα άλλο - Για την υποκρισία του μικρο-ηγεμόνα" γράφει ο ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ (www.lifo.gr, 1.11.2017)

...............................................................





               Μα, εγώ εννοούσα άλλο

                 Για την υποκρισία του μικρο-ηγεμόνα 


 
Ξέρουμε καλά πως το στοιχείο της εξαπάτησης, της προσποίησης και της διπροσωπίας ήταν πάντα παρόν στην πολιτική, όπως ακριβώς στις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις που ενσωματώνουν αναρίθμητα τεχνάσματα, υπεκφυγές και «μπλόφες». Πηγή: www.lifo.gr



Ξέρουμε καλά πως το στοιχείο της εξαπάτησης, της προσποίησης και της διπροσωπίας ήταν πάντα παρόν στην πολιτική, όπως ακριβώς στις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις που ενσωματώνουν αναρίθμητα τεχνάσματα, υπεκφυγές και «μπλόφες». Πηγή: www.lifo.gr


                            γράφει ο ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ   www.lifo.gr, 1.11.2017  




   Ο Νίτσε, στο Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, έλεγε πως όταν υποδύεσαι συνέχεια έναν ρόλο, στο τέλος γίνεσαι αυτός ο ρόλος. Κάποιος που υποκρίνεται κάνοντας φιλανθρωπίες και διάφορα «καλά», μεταβάλλεται σε φιλάνθρωπο. Με άλλα λόγια, μια ορισμένη υποκρισία είναι η αφετηρία της κατοπινής αλήθειας.



   Σήμερα, βέβαια, ζούμε κάτι άλλο. Ζούμε στον αστερισμό ενός «μα, όχι εγώ δεν εννοούσα αυτό». Κάποιοι εμφανίζονται στο προσκήνιο παίζοντας έναν ρόλο και στη συνέχεια αρνούνται να αναλάβουν κάποια σοβαρή ευθύνη γι' αυτόν. Όταν προσκρούσουν στις δυσκολίες και στα εμπόδια προσποιούνται στην ουσία τους ανίδεους για τη βαρύτητα όσων υποσχέθηκαν. Σαν να μην το εννοούσαν ποτέ στ' αληθινά, να μην έχουν αίσθηση της ρητορική τους. Καταλήγουν συχνά ότι όλα είναι επινοήσεις των αντιπάλων τους, αν όχι σκοτεινές σκευωρίες.



   Σκέφτομαι, για παράδειγμα, αυτόν τον Πουτζδεμόν και τους άλλους του καταλανικού αυτονομισμού που πήγαν να ξεκινήσουν ανένδοτο κατά της Μαδρίτης και για να αποφύγουν τη σύλληψη βρέθηκαν στις Βρυξέλλες. Δεν είναι θέμα δειλίας αυτό. Είναι η γενική τάση ανθρώπων που τρέφονται από ένα ρεύμα και τους οπαδούς του. Γίνονται προσωπικότητες στον αφρό κινημάτων, διαθέσεων και παθών της κοινής γνώμης. Καλούν συχνά σε αντίσταση, αλλά την ίδια στιγμή έχουν κατά νου το «δεν το εννοούσα έτσι». Πάντοτε, βεβαίως, εννοούν κάτι διαφορετικό και εμείς έχουμε παρεξηγήσει τις προθέσεις τους. Η χώρα τους είναι αυτή όπου η φαντασίωση δεν έχει να δώσει λογαριασμό σε κανέναν.



Η δωρεάν χρήση των λέξεων που γυρεύουν να ξεσηκώσουν τα πλήθη έχει τεράστιο κόστος. Δίνει εν τέλει την εντύπωση πως κανένας δεν εννοεί όσα λέει, πως ο κόσμος είναι ένα freak show όπου διάφοροι παλιάτσοι διαπραγματεύονται την επιβίωσή τους.



   Σκέφτομαι πόσο αυτή η στάση έχει γίνει τετριμμένη και πέρα από τους ρόλους και τα τοπία της πολιτικής. Είναι το παιχνίδι ανάμεσα στην ευθύνη και στην ανευθυνότητα, ανάμεσα στις φλογερές ρητορικές και στις κρύες συμπεριφορές, στο πώς κάποιος δίνει μια υπόσχεση κι αμέσως μετά αθετεί την υπόσχεση, μα δεν το παραδέχεται πως αθετεί: επιμένει, αντίθετα, ότι τηρεί τα συμφωνηθέντα, αλλά με έναν τρόπο που θα τον καταλάβει τελικά η Ιστορία.



   Πέφτουμε, νομίζω, έξω αν μιλήσουμε εδώ για κλασική υποκρισία και double speak. Έχουμε να κάνουμε περισσότερο με ελαφρότητα και μια βαθύτερη έλλειψη συναίσθησης της κατάστασης. Οι λέξεις, έτσι κι αλλιώς, είναι σοβαρό πράγμα, ειδικά όταν σχηματίζουν πεποιθήσεις, συνθήματα και προσκλήσεις για δράση.



   Η δωρεάν χρήση των λέξεων που γυρεύουν να ξεσηκώσουν τα πλήθη έχει τεράστιο κόστος. Δίνει εν τέλει την εντύπωση πως κανένας δεν εννοεί όσα λέει, πως ο κόσμος είναι ένα freak show όπου διάφοροι παλιάτσοι διαπραγματεύονται την επιβίωσή τους.



   Ξέρουμε καλά πως το στοιχείο της εξαπάτησης, της προσποίησης και της διπροσωπίας ήταν πάντα παρόν στην πολιτική, όπως ακριβώς στις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις που ενσωματώνουν αναρίθμητα τεχνάσματα, υπεκφυγές και «μπλόφες». Όμως πού τελειώνει το θεμιτό παιχνίδι ρόλων και πού αρχίζει ο καθαρός κυνισμός;



   Τώρα νομίζω πως βρισκόμαστε σε αυτό τον κυνισμό, στο σημείο όπου κάποιος αδιαφορεί γι' αυτά που υπόσχεται και για όσα υποτίθεται ότι εκπροσωπεί. Να έχεις πάρει το ρίσκο μιας σύγκρουσης και την κρίσιμη ώρα να φεύγεις από το πεδίο όπου παίχτηκε το δράμα της σύγκρουσης. Αυτό μου φέρνει στον νου κάτι που έλεγε ο Άγγελος Ελεφάντης, άνθρωπος που ήξερε καλά τους κώδικες της πολιτικής. Έλεγε ότι επανάσταση σημαίνει μια κατάσταση όπου κάποιος (ο επαναστάτης) είναι διατεθειμένος να σκοτώσει και συγχρόνως είναι και ανοιχτός στο ενδεχόμενο να σκοτωθεί. Ήθελε να πει ότι χωρίς την αποδοχή του βίαιου θανάτου επανάσταση δεν υπάρχει. Με αυτή την έννοια, τα καρναβάλια των εξεγέρσεων και των ανατρεπτικών περφόρμανς δεν έχουν τίποτα το επαναστατικό.



   Προφανώς και δεν ζητάει κανένας από τους διάφορους μεταμοντέρνους αντιστασιακούς να είναι επαναστάτες με την παραδοσιακή, θυσιαστική απόχρωση του όρου. Θα ήμασταν όμως σε καλύτερη μοίρα αν αυτοί μιλούσαν λιγότερο, σκέφτονταν περισσότερο και νοιαζόταν περισσότερο τον κόσμο τον οποίον κινητοποιούν. Για έναν νάρκισσο ηγέτη δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμωρία από το να τον δεις ως πεζό οπορτουνιστή που δεν θα καταφέρει ποτέ να γίνει ένας Τζουζέπε Μαντσίνι.



   Διότι οι ευρωπαϊκοί μικρο-εθνικισμοί της εποχής του 2000 δεν μπορεί να γίνουν ποτέ όπως τα μεγάλα εθνικά κινήματα αφύπνισης του 19ου αιώνα. Τότε οι εθνικισμοί ακολουθούσαν τα μεγάλα κύματα των δημοκρατικών επαναστάσεων. Σήμερα μοιάζουν με επιστροφή στις φεουδαρχικές κατατμήσεις με διάφορους μικρο-ηγεμόνες και τα φαιδρά τους επιτελεία. Το παιχνίδι με την ιδέα της διωκόμενης ταυτότητας, του έθνους-θύματος, είναι συχνά η τελευταία λέξη του τυχοδιωκτισμού.

 Πηγή: www.lifo.gr

"Η αβάσταχτη ματαιότητα του επικήδειου" γράφει ο Ρημ Χατίμπ ("Εφημερίδα των Συντακτών", 31.10.2017)

...............................................................


Η αβάσταχτη ματαιότητα του επικήδειου


 
Dreamstime
 
Το Σάββατο ο Η. πήδηξε από το μπαλκόνι. Το χέρι που πήγε να τον πιάσει τελευταία στιγμή από τη μπλούζα δεν πρόλαβε να τον σώσει. Όπως τα 33 του χρόνια σ’ αυτόν τον κόσμο δεν πρόλαβαν να τον πείσουν πως αξίζει τον κόπο να τα κάνει περισσότερα.
Αν η αυτοκτονία διαφέρει σε κάτι από τις άλλες μορφές θανάτου είναι στ’ ότι, εκτός από το αυτονόητο κενό, αφήνει πίσω της και μια βασανιστική αμηχανία. Δεν υπάρχει κανένας δολοφόνος για να κατηγορήσεις και κανένα τυχαίο συμβάν που θα μετέθετε την ευθύνη σε κάτι ανώτερο από μας.
Ακόμη κι αν τα πραγματικά αίτια των αυτοκτονιών μπορούν να εντοπιστούν στην ψυχολογία, τη βιολογία και την ίδια την κοινωνία, την τελευταία εκείνη στιγμή ο μόνος που επωμίζεται την ευθύνη της πράξη του είναι ο άνθρωπος που την επόμενη στιγμή δε θα υπάρχει πια.
Όλοι εκείνοι, λοιπόν, που μένουν πίσω καλούνται να διαχειριστούν τις αμέτρητες υποθέσεις που θα μείνουν αναπάντητες και την ψυχρή συνειδητοποίηση πως το πένθος μπορεί να βοηθήσει μόνο τους πενθούντες. 
Αυτή είναι όμως απλά μια κυνική διαπίστωση. Αν θέλουμε να  τη μετατρέψουμε σε κάτι καλύτερο, ας αντικαταστήσουμε όλους τους επικήδειους με ειλικρινείς συζητήσεις κι ας αφιερώσουμε όλο το χρόνο που σπαταλάμε σε υποθέσεις, για να κατανοήσουμε τα θλιμμένα μάτια και το αργό περπάτημα των ανθρώπων που έχουν την τύχη – ή τη δύναμη – να ζουν σήμερα δίπλα σ’ εμάς.
 

"Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού" έγραψε η Μαργαρίτα Ικαρίου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 29.10.2017)

............................................................

Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού


 
Dreamstime
Mνήμη, αυτή η άθλια γεροντοκόρη. Την πιάνει συχνά η μανία να πετά βότσαλα βαριά στην ακύμαντη επιφάνεια της βαλτωμένης καθημερινότητας. Ρυτιδιάζουν οι σκέψεις, μεταφέρονται οι κυματισμοί.
Άλλοτε πάλι, σα παστρική κυράτσα, ανοίγει διάπλατα τα σεντούκια και τα συρτάρια και πετάει στο ξέστρωτο κρεβάτι της θύμησης, ανάκατα τα κιτρινισμένα παλιά «προικιά», τα πλουμιστά μα και τα λερά. Τα φορεμένα κατάσαρκα, ποτισμένα από την αντρική μυρωδιά του κορμιού του, σωρό κουβάρι. Τα τακτοποιημένα, μαζί με τα τσαλακωμένα. Τα τσακωμένα, με τα τσιτωμένα.
Η αλήθεια τότε, χτυπά δυνατά. Όπως πέφτει ένα βότσαλο, στρογγυλό και βαρύ, στου βυθού την άμμο και χώνεται βαθιά. Σα πόνος από γυναίκα που απρόσμενα στράφηκε εναντίον του γιατί ένοιωθε απειλούμενη από ένα μυαλό που δεν κατάφερνε να μπει στους λαβυρίνθους του. Κι αυτό… δεν του το συγχώρησε ποτέ! Παλιά, μνησίκακη έχθρα.
Παραμόνευε, κατέγραφε όλα του τα αδύναμα σημεία κι ήξερε πως και πότε να εφορμήσει.  Κατέστρωνε τις απρόβλεπτες επιθέσεις της και τα γιουρούσια στα μισογκρεμισμένα τείχη των αντιστάσεών του, ψύχραιμη, οργανωμένη, άγρια και δραστικά εκδικητική. 
Οι στίχοι του Ελύτη, του ήρθαν στο νου και πετάχτηκε από το καναπεδάκι. «Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς;…» Βάλθηκε να βηματίζει πέρα δώθε, σαν κάτι να ήθελε να ξορκίσει, ή κάτι να πρόσμενε, που αργούσε να φτάσει… Κρατώντας ως σημαία τα «όχι» που βρήκε το θάρρος να αρθρώσει.
Ξαφνικά, του ήρθε η διάθεση να μυρίσει άρωμα νύχτας, ανάκατο με το βαρύ αχό των άστρων. «Όρθιος θέλω να βλέπω τα δέντρα» σχηματίστηκε η φράση στο μυαλό του. «Να νιώθω παράλληλος στον κορμό τους, να αισθάνομαι την εναρμόνιση μέσα από του σκοταδιού το φίλτρο».
Παρ’ όλες τις κρύφιες ενοχές για εκείνα που δεν είχε κάνει μα τα κουβαλούσε σα βαρίδια στο μυαλό, παρά τα πολλαπλά «πρέπει-δεν πρέπει», εμπρός του -αν και όχι εντελώς αντικριστά- μα σε κάποια απόσταση, έτσι που να παραλλάσσονται όσα έβλεπε από κείνον, ανοιγόταν το είδωλό του σε ιδεατό καθρέφτη. 
Είδε τις γραμμές του προσώπου, το χνάρι της ύπαρξής του στο χωροχρόνο και στα μάτια του την αναίτια προσμονή και τη μεγάλη θλίψη. Κάτι όφειλε να ξεπληρώσει ή να τελειώσει. Να προσφέρει και να νοιώσει. Στον εαυτό του και τους άλλους. Ή… την άλλη.
Πήρε μια έκφραση αδημονίας. Ήθελε να θυμηθεί. Πιο πολλά, πιο σημαντικά, πιο αιχμηρά, μα με κάθε λεπτομέρεια. Να ανασύρει από το βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού τα βότσαλα της ύπαρξής του, με πάνω τους βεντουζωμένα πλοκάμια σκέψεων. Αυτά να αυλακώνουν το δέρμα των χεριών του, να απλώνονται σα μαλλιά γυναικεία στο μαξιλάρι του, με δική τους ζωή, δική τους θέληση.
Τα περιστέρια πετούσαν καθώς η σκιά μου τα τρόμαζε. Ξέχασα τα ψώνια της μάνας μου και στάθηκα να χαζέψω τον αητό μιας σταματημένης μοτοσυκλέτας στον κεντρικό δρόμο. Εκείνα τα χρόνια, των νιάτων μου, το μόνο που ονειρευόμουνα ήταν να να πάρω οπωσδήποτε μηχανή. Να κατεβαίνω στην παραλία. Να την κλειδώνω έξω από τα στέκια της εποχής και να μπαίνω μέσα, σαν αρχηγός. Να έχει το κάθε βήμα, βαρύ νόημα. Όπως στις ταινίες.
Κινήθηκε παρομοίως. Πίεζε το κορμί του να θυμηθεί την παλιά υποκριτική στάση. Αυτήν του αήττητου. Μα η παιδική του καρδιά έμενε χωρίς κοθόρνους, χωρίς υποβολείς. Είχε ανάγκη από ένα χέρι κι ένα χάδι. Μόνος φωτισμός οι αμυδρά σχηματιζόμενες εικόνες που σχηματοποιούνταν τμηματικά.
Περιχαράκωσε συμβολικά τον ζωτικό του χώρο, όπως ορίζει ένα κυνηγιάρικο σκυλί την απαράβατη ζώνη του. Όπως το κολεόπτερο αφήνει το στίγμα του στο άνθος  που τρύγησε, για να δηλώσει το τετελεσμένο της κυριότητάς του και να μην χρονοτριβήσουν κι άλλοι στο στήμονα.
Το βράδυ κυμάτιζε λιγάκι αυτάρεσκα, με χρυσαφιές ανταύγειες ενός δύοντος αρτ ντεκό ήλιου, σπαράγματα ελληνικής φύσης και κίτρινες μαρμαρυγές (ή μαργαρίτες ήταν;) εδώ κι εκεί. Με αναφορές στο κόκκινο, ανάμεσα σε αυτό που οι ζωγράφοι αποκαλούν του καδμίου κι εκείνο της φιλοσοφικής λίθου ή της προσωπικής του λήθης.
«Κάποτε πίστευα ότι κάποιοι, είμαστε πλασμένοι από τη στόφα των «άλλων». Φτιαγμένοι από εκείνο το παλιό αντρικό στοιχείο που ο λόγος είχε μπέσα. Της γενιάς πατεράδων και παππούδων, υλικό. Με σεβασμό  και ευγένεια ορθόπλωρη-όχι πλαστή και καμπυλόγραμμη.
»Από ιδέες που θα μας έδιναν φτερά. Με έμαθαν εκείνοι οι παλιοί πως ο άντρας είναι μαχητής. Να κυνηγώ το τέλειο μα και τον εαυτό του. Να γεμίζω απαλά φτερά τα μαξιλάρια της διαβίωσης για να απλώνουν τα καλοθρεμμένα τους εγώ οι γύρω μου. Μα ξεχνούσα να αναπαύω που και που κι εγώ το πνεύμα μου το ανήσυχο, της καρδιάς μου τα θέλω»
«Έχω ξεχάσει πια τις λεπτομέρειες» παραδέχτηκε. « Κι όμως, θυμάμαι ένα άρωμα, που διαπότιζε την εφηβεία μου κι ακόμη, το μυρίζω…»
Δαγκώθηκε. Με τη χαρακτηριστική εκείνη φιγούρα που έδινε στην όψη του μια παιδικότητα, σα χαμίνι που γέμισε λάσπες από το παιχνίδισμα στις βροχονερένιες γούρνες του δρόμου, μα παρά τα μαλώματα της μαμάς, το απόλαυσε τόσο που ανυπομονεί να το ξανακάνει. Συνοφρυώθηκε κι αμέσως έγινε μάλλον θαμπός, ελαφρά οξειδωμένος. 
Ο χρόνος, έμενε σχεδόν ακίνητος. Σα να έβλεπε το όνειρο κάποιου άλλου. Και σα να του ζωγράφιζε ρολόι στο χέρι.
Ξύπνησε. Και το ξύπνημα, κάποιες μοναχικές μέρες, πιο βαρύ κι από τον ύπνο του ήταν. Ανοίγοντας τα μάτια, από τα βλέφαρά του κατρακύλησαν μαζεμένα τα όνειρα τόσων ημερών. Μια κούραση σκίρτησε και απλώθηκε στα πάντα σε εγρήγορση μέλη. Η ανάσα της θλίψης που είχε φωλιάσει μέσα του για καιρό, ακόμη διεκδικούσε επικυριαρχία. 
Κοίταξε έξω από την παρηγορητική καλύπτρα της κάμαρης. Χάθηκε στην άγρια ησυχία και σκέφτηκε πως όσα του συμβαίνουν είναι τόσο συνήθη, τόσο προβλεπόμενα, που έπαψαν να τον ελκύουν. Άνθρωποι χάρτινοι και διαφανείς, όχι μόνο να τους διαβάζει στο λεπτό μα και να βλέπει ως την πίσω σελίδα.
Άνθρωποι αριθμοί, με τα μυστικά τους ολοφάνερα στα μάτια. Άνθρωποι αρπακτικά, με νύχια γαμψά μα χωρίς σκέψης φτερά. Πράγματα καθημερινά που μπορεί για τους περισσότερους ανθρώπους στον κόσμο να είναι συμβατά, επιθυμητά, ίσως και προσδοκίες, όχι όμως για κείνον.
«Δικά μου είναι, μόνο τούτα έχω. Κι αν με ταράζουν είναι το μέτρο μου και βάσει τούτων θα κριθώ», λέει η εσωτερική του φωνή. «Μόνο που θέλω… θέλω κάποτε, σε χρόνο πιο αληθινό, όλα αυτά να εξηγηθούν και εκεί να κάνω την αποκατάστασή μου. Και να πω και να ειπωθώ… και να πάρω και να παρθώ… να αλώσω και να αλωθώ… Μια για πάντα, ή… για πάντα…»
Ξαφνικά του ήρθε η διάθεση να σηκωθεί και να πάει στο παράθυρο να δει πέρα μακριά. Του αρέσει να ταξιδεύει μακριά. Να χτυπιέται από κυματισμό έντονο, να βλέπει, να νιώθει σκληρός σαν το κατάρτι της θέλησης και με το πνεύμα του σαν ιστίο τεζαρισμένο και ανοιχτό, να το φυσούν δυνατοί άνεμοι για να σαλπάρει η καρδιά. 
Τι φοβάται και τι νιώθει, είναι το ίδιο: Πως κάτι του λείπει, πως κάτι θέλει. Μα, αν το βρει, θα το αντιληφθεί πως ήταν αυτό που έψαχνε; αναρωτιέται. Μήπως το προσπεράσει, το απολέσει, το αγνοήσει;
Κι αν το βρει και το αποκτήσει, πως είναι σίγουρος πως θα διατηρήσει τη στίλβη του για καιρό και δεν θα ξεθωριάσει; Πως δεν θα γίνει σαν κι εκείνα που πόντισε μεσοπέλαγα, καιρό πριν, βγάζοντάς τα από τη ζωή του; 
Χάνει συχνά κομμάτια όσων αποτελούσαν κάποτε στοιχεία του. Τα πετάει στην αποθήκη, ανάκατα με σπασμένα μάρμαρα και μαρμαρωμένα συναισθήματα. Θέλει να ξεχάσει. Κι όμως θυμάται. Κλείνει την ένταση του ήχου στις μελωδίες που αγαπά, μα οι συγχορδίες αντηχούν στου μυαλού τα πλήκτρα.
Κρότος!
Σαν ένα κομμάτι του σύμπαντος που κόπηκε κάποτε εντός του, να έπεσε ξάφνου από τον ουρανό και σα βότσαλο να βυθίστηκε μέσα του. Απλώθηκε ο κυματισμός σα κηλίδα αίματος από μια χρόνια πληγή που αιμορραγούσε ακόμη. 
Βούτηξε στο μέσα του για να το ξαναβρεί, να το ανασύρει, να το αγγίξει. Του ξέφευγε και κυλιόταν στην άμμο. Το διεκδίκησε αφήνοντάς το να φύγει, συνεχίζοντας το προκλητικό του τρύπωμα στην άμμο. Κι όμως… σαν άνοιξε τη χούφτα του, είδε πως είχε κουρνιάσει από μόνο του εκεί. Και χαμογέλασε, γιατί αυτό το καθαρό βότσαλο διατηρούσε του ήλιου τη θερμότητα και του ζέσταινε, ήδη, τη ψυχή….

"...Χρειάζεται να διαβάζεις με την ψυχή..." - Λευτέρης Πούλιος ("Το Τεταρτο" ~ ιουλιος 1986)

 .............................................................


 "...Χρειάζεται να διαβάζεις με την ψυχή..." 





[....]
Η ποίηση είναι ένας σπινθήρας που ανάβει κι ύστερα σβήνει. Αν δεν υπάρχει πάλι αυτό το ράβε-ξήλωνε δεν μπορεί να βγει οτιδήποτε καλό. Γράφει εκείνος που θέλει να ξεφύγει,
εκείνος που το ’χει ανάγκη. Η ποίηση δεν είναι επάγγελμα ούτε χρησιμεύει συγκεκριμένα σε κάτι.
Μαθαίνει κανείς μαθηματικά για να ωφεληθεί.
Δεν διαβάζει ποίηση για τους ίδιους λόγους.
Αλλά και το διάβασμα είναι επικίνδυνο·σε κάνει αλαφροΐσκιωτο. Ύστερα, κι εκείνος που διαβάζει
πρέπει να έχει ταλέντο.
Είναι λίγοι αυτοί που διαβάζουν πραγματικά.
Η ποίηση δεν πρέπει να είναι δούλα σε οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Δεν μπορεί να αποτελεί συμπλήρωμα τού πολιτικού λόγου η οποιουδήποτε άλλου σκοπού.
Η ποίηση είναι αυτοσκοπός. Όταν φορτώνεται με ξένα μηνύματα (θρησκεία, προπαγάνδα) χάνεται.
Άλλωστε, όταν προσαρμόζεται στις μάζες χάνει το βάθος της. Έτσι κι αλλιώς δεν απευθύνεται στους πολλούς.
Όταν οι Λαμπράκηδες διάβαζαν την ΑΡΝΗΣΗ τού Σεφέρη, έκαναν μιά πολιτική πράξη, δεν προσχωρούσαν στην ποίηση. Βέβαια, τα δημοτικά τραγούδια είναι θαυμάσια πράγματα και σκοπός τους είναι να τραγουδιούνται, όπως των ομηρικών επών να απαγγέλλονται· έτσι το απαιτούσε η εποχή τους· μετά ήρθαν τα χρόνια, που τη θέση τού ποιητή-τραγουδιστή κατέλαβαν η μοναξιά και η ανάγκη της επικοινωνίας.
Ο κόσμος διαβάζει πάντα ποίηση.
Αλλά ο πολύς κόσμος δεν πρέπει να διαβάζει.
Είναι ανώφελο όταν δεν καταλαβαίνεις.
Χρειάζεται να διαβάζεις με την ψυχή.
Η ποίηση απευθύνεται σε μιάν ελίτ, όχι κοινωνική ούτε μορφωτική: σε μιάν αριστοκρατία της φύσης.
Για να διαβάσεις πρέπει να ’σαι απλός σαν περιστέρι.
Όσο πιο πολλά ξέρεις, τόσο περισσότερο
σού διαφεύγει το ποίημα.
[...].


Λευτέρης Πούλιος


(πηγη ~ Το Τεταρτο ~ ιουλιος 1986)

"Τι είν’ η σημαία μας..." γράφει ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ ("Καθημερινή", 31.10.2017)

..............................................................
 

Τι είν’ η σημαία μας...




Παντελής Μπουκάλας γράφει ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ   
                                 ("Καθημερινή", 
Το ερώτημα «Τι είν’ η σημαία μας;» επιδέχεται τόσες απαντήσεις όσες και το ερώτημα «Τι είν’ η πατρίδα μας»: πολλές. Και σίγουρα αλληλοσυγκρουόμενες, ακόμα κι αν προέρχονται από μέλη των ίδιων ιδεολογικών, κοινωνικών ή και αιματικών οικογενειών. Δεν εννοούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο τον όρο «πατρίδα», την Ελλάδα ή όποια άλλη. Για τους στοιχειωδώς ενημερωμένους, για όσους εννοούν την Ελλάδα με ενσωματωμένη την ιστορία της, οι άνθρωποι που εμψυχώνουν τον τόπο δεν έζησαν και δεν ζουν σε κάποιο κλειστό μικροσύμπαν, παράλληλο προς τον υπόλοιπο πλανήτη. Πορεύτηκαν και πορεύονται σε διαρκή επαφή, πολεμική ή ειρηνική, σε ατελεύτητο δούναι και λαβείν, εξαναγκαστικό ή εθελοντικό, με τους σύνοικους λαούς αλλά και με τους περιοίκους. Κι αυτό ούτε την αντίληψή τους για τον κόσμο αφήνει ανεπηρέαστη ούτε τα γονίδιά τους.
Η δοκιμασία της σημαίας, με επετειακή συνήθως αφορμή, είναι μόνιμη τα τελευταία χρόνια στον δημόσιο βίο. Η «ατυχία» για τους εθνικιστές μας, σαφώς περισσότερους απ’ όσους ψηφίζουν ακροδεξιά κόμματα, ήταν ότι υπήρξαν μαθητές αλβανικής καταγωγής που αρίστευσαν. Και δεύτερη ατυχία ότι υπήρξαν και δάσκαλοι ή καθηγητές που, είτε είχαν τον Ισοκράτη στα μυαλό τους είτε όχι, έκριναν –ορθότατα– ότι όφειλαν να μην αδικήσουν τους αριστούχους. Και τους όρισαν σημαιοφόρους ή παραστάτες, προκαλώντας την «ιερή οργή» όσων ούρλιαζαν «Δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ, Αλβανέ». Ελληνας θα γίνει ο Αλβανός που θα το θελήσει, για τους δικούς του λόγους και με τον δικό του τρόπο. Περίπου όπως συνέβη, σε άλλους καιρούς, με τους Αρβανίτες, ορισμένοι από τους οποίους ίσως είναι παππούδες των φανατικών μας ελληνοφυλάκων· αν δεν φοβούνται, ας είναι πιο τίμιοι με τον εαυτό τους όταν ζωγραφίζουν το γενεαλογικό τους δέντρο.
Ο εντεκάχρονος Αφγανός Αμίρ, μαθητής του 6ου Δημοτικού της Δάφνης, ο οποίος κληρώθηκε να κρατήσει τη σημαία του σχολείου του, είχε πει χαρούμενος ότι θέλει να ζήσει στην Ελλάδα, και ας είναι ο πατέρας του στη Γερμανία. Τη χαρά του την έκανε πίκρα μια φοβική διευθυντική απόφαση, που ακύρωσε το αποτέλεσμα της κλήρωσης. Την ίδια πίκρα γεύτηκε η Αλβανοπούλα σημαιοφόρος στο Εμπορειό της Σαντορίνης, όπου οι χρυσαυγίτες, φιλοναζιστές πλην ναρκισσευόμενοι σαν ούλτρα πατριώτες, προσπάθησαν να διαλύσουν την παρέλαση. Το μάθημα ήρθε και πάλι από τη Μυτιλήνη: Εκεί παρέλασαν έντεκα ασυνόδευτα προσφυγόπουλα, από το Αφγανιστάν και το Πακιστάν. Ανάμεσά τους ο Χαντί. Αριστούχος. Αν θελήσει να γίνει Ελληνας (ή Γερμανός ή...), κανένας «καθαρός» δεν θα μπορέσει να τον εμποδίσει.