Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Λευτέρης Βογιατζής (1945 - 2013) Ένα δικό μου απάνθισμα του λόγου του...

...........................................................

                 Λευτέρης Βογιατζής
                                             (1945 - 2013)





Προσωπικό απάνθισμα ενός λόγου που ήταν μεγάλη παρηγοριά να ξέρεις ότι έχει μιληθεί και ανά πάσα στιγμή να μπορείς να προσπέφτεις εκεί...



‘’- Την πολιτική κατάσταση την παρακολουθείτε;

-Πολύ, αλλά χωρίς να βγάζω συμπέρασμα. Τίποτα δεν είναι διαφανές, τίποτα δεν πάει καλά. Πώς δεν κουράζονται οι πολιτικοί με τον εαυτό τους; Εγώ βγαίνω το πρωί έξω και μόνο με τον ήλιο που με χτυπάει στο κεφάλι, εισπράττω την πρώτη απογοήτευση της μέρας. Εκείνοι πού βρίσκουν τόσο κουράγιο και χρόνο για το κυνήγι της εξουσίας ;’’


 Λευτέρης Βογιατζής

 (συνέντευξη στην «Ε»,11/11/2007)




‘’…Η υποκριτική πρέπει με κάποιο τρόπο να μεταφέρει αυτή την αγωνία του ανθρώπου που προσπαθεί να εκφραστεί χωρίς να ξέρει με ποιο τρόπο ακριβώς…

…- Τι ζητάς από τους ηθοποιούς σου;

- Εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, όσο γίνεται, και στην κοινή προσπάθεια, όχι σιγουριά. Γιατί ακόμη κι αν υπάρχει ταλέντο, αν δεν υπάρχει δεκτικότητα, τα πράγματα γίνονται δύσκολα. Και θέλω και την «αθωότητα» του να αντιμετωπίζουν ως κάτι φυσικό το γεγονός της άγνοιάς τους – θέλω να πω, μπορεί να μην κατέχουν κάτι τη δεδομένη στιγμή, το οποίο μπορεί να κατακτήσουν σε λίγο. Αυτό τι σημαίνει; Με το να μοιράζονται αυτή την άγνοια, τη χρησιμοποιούν, την αντιμετωπίζουν δημιουργικά.

-         Πόσο χρειάζεται το μυαλό, πόσο σημαντική είναι η ευφυΐα του ηθοποιού;

- Η κατανόηση στο θέατρο δεν έχει να κάνει με την εκλογικευμένη κατανόηση. Άλλωστε, και σ’ αυτό το είδος κατανόησης υπάρχουν συμβατικά όρια, δεν είναι ποτέ εντελής. Στο σχολείο έξυπνοι μαθητές δεν τα καταλαβαίνουν όλα, αλλά έχουν την ευχέρεια να πείθουν ότι κατάλαβαν. Υπάρχουν άνθρωποι στον χώρο μας που μιμούνται την τρέχουσα γλώσσα της κριτικής ή της διανόησης, κι ενώ έχουν επιφανειακές γνώσεις περνιούνται για ευφυείς και καλλιεργημένοι…


Λευτέρης Βογιατζής
(από το «LIFO», 15/10/2009)


‘’…ίσως τελικά ποιότητα να σημαίνει πως ο δημιουργός εξέφρασε μέσα από το έργο του μια προσωπική ανάγκη, ότι δημιούργησε πρώτα για τον εαυτό του κι ύστερα για τους άλλους…

…εμείς όλοι πάνω στη σκηνή πρέπει να χάσουμε σε μεγάλο βαθμό ότι παίζουμε για τους άλλους. Όμως αν δεν παίζουμε για τους άλλους, τότε δεν θα υφίσταται αυτό που κάνουμε. Έχουμε ανάγκη από μάτια… Άρα – και ίσως φανεί αλαζονικό αυτό που θα πω – οι θεατές είναι ένα εργαλείο την ώρα της παράσταση, χάρη στο οποίο εγώ κάνω αυτό που κάνω. Χρησιμοποιώ την αντίληψή τους, τα μάτια τους, την ύπαρξή τους, για να δω εγώ ο ίδιος τι μου συμβαίνει. Και αν είμαι τυχερός να αντιλαμβάνομαι τι μου συμβαίνει επί σκηνής χωρίς ταυτόχρονα να αποκτώ συνείδηση του γεγονότος, τότε και ο θεατής αποκτάει εκατονταπλάσια επαφή με την παράσταση. Και εκεί είναι όλη η δυσκολία…

…- Ποιο είναι το ζητούμενο στην τέχνη του θεάτρου;

- Είναι ίδιο με το ζητούμενο της ζωής : η συγκίνηση από κει ξεκινάς για οτιδήποτε…

- …η δυσκολία είναι μια μέθοδος για  να ξαναπάει κανείς στο όνειρο;

- Ναι. Διότι αυτό που ονομάζεις «όνειρο» δεν μπορείς να το ξαναπλησιάσεις με τρόπο. Πρέπει κάθε φορά να επινοηθεί ένας καινούργιος τρόπος – επειδή η ίδια η ζωή τοποθετεί το όνειρο σε διαφορετικό σημείο κάθε φορά. Πρέπει να βρίσκουμε πάντα έναν τρόπο να διατηρήσουμε την ανάγκη αυτής της δυσκολίας. Ώστε να μη γίνονται όλα τόσο ανόητα, εύκολα και χύμα…

…Το ένστικτο, οι συνήθειες, η προσοχή σου σε οδηγούν στο να βλέπεις τι είναι σωστό, για να στηριχτείς εκεί και να προχωρήσεις… Και συνήθως, το σωστό είναι εμπόδιο. Διότι όπως σε όλες τις ενέργειες των ανθρώπων έτσι και στο θέατρο, υπάρχει μόνο μια στιγμή που όλα είναι σωστά. Δεν γίνεται να είναι συνεχώς σωστά – διότι δεν γίνεται να «παγώσεις» τη στιγμή και να την επαναλάβεις. Δεν μπορείς να βάλεις τη στιγμή σε μια γυάλα και να πεις  στους ηθοποιούς : «παιδιά ακινητοποιήσαμε το σωστό». Ο χρόνος περνάει, από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο όλα αλλάζουν. Οι αλλοιώσεις μπορεί να είναι απειροελάχιστες αλλά είναι. Άρα μία και μοναδική μορφή του σωστού δεν μπορεί να υπάρξει… Όλο το ζήτημα που με απασχολεί τα τελευταία χρόνια είναι το πώς να μην ακούνε οι ηθοποιοί αυτά που τους λέω, να βρουν τον τρόπο τον δικό τους, ώστε διαρκώς να υπάρχει μια αίσθηση ζωντάνιας μέσα τους. Πίσω από κάθε θεατρική πράξη κρύβεται το μεγάλο μυστήριο της φυσικότητας, με όλες τις πτυχές της. Το αληθινό είναι μια μήτρα που γεννάει όλες τις μορφές.

- Πώς εννοείτε τη «φυσικότητα»;

- Νομίζω ότι οι όροι, αν και έχουν ανακαλυφθεί για μια ευκολία συνεννόησης, εντέλει είναι σε βάρος της συνεννόησης. Στη δική μου αντίληψη η φυσικότητα είναι ένα πολύπλοκο πράγμα. Όλη η ιστορία είναι να βρεις αυτό που μπορεί να βγάλει στην επιφάνεια τη δύναμη του κειμένου, με έναν τρόπο που ο θεατής να τον χρησιμοποιήσει για να μπει πιο μέσα στην παράσταση. Με δυο λόγια: Φυσικότητα είναι αυτό που δίνει στο θεατή την αίσθηση ότι είναι παρών εκεί που συμβαίνει το δράμα…

…- ...οι άνθρωποι είμαστε «κινούμενες ευαισθησίες»;

- Κινούμενες ενέργειες. Δεν μ’ αρέσει πια η λέξη ευαισθησία. Έχει χάσει κι αυτή το νόημά της…Κινούμενες ζωντάνιες είμαστε που όσο πιο πολύ αντιδρούν, τόσο μαθαίνουν τον τρόπο…’’

 Λευτέρης Βογιατζής

(από το «FAQ», 12/11/2009)    



                                                                      


Πέθανε ο Λευτέρης Βογιατζής (02 Μάιος 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

..........................................................

Πέθανε ο Λευτέρης Βογιατζής

tvxs.gr/node/127523
 
 
Πιο φτωχός είναι από σήμερα ο καλλιτεχνικός κόσμος της χώρας μας καθώς μια σπουδαία μορφή του θεάτρου ο Λευτέρης Βογιατζής έφυγε από την ζωή, σε ηλικία 68 ετών.
Με το χέρι στην καρδιά και βαθιά συγκινημένος, ο Λευτέρης Βογιατζής υποκλίθηκε τον Αύγουστο- μπροστά στο όρθιο κοινό της Επιδαύρου που χειροκροτούσε με ενθουσιασμό, θέρμη και ευγνωμοσύνη έναν άνθρωπο που έχει αφιερώσει τη ζωή του στο θέατρο- μετά το τέλος της πρεμιέρας του Μολιερικού «Αμφιτρύωνα», που έμελλε να είναι και το τελευταίο έργο που σκηνοθέτησε. Τον Απρίλιο θα επανερχόταν στη σκηνή του θεάτρου της οδού Κυκλάδων με το «Θερμοκήπιο» του Πίντερ, με ανανεωμένο καστ και τον ίδιο να ερμηνεύει τον ρόλο του Ρουτ. Η πρεμιέρα είχε προγραμματιστεί για τις 8 Απριλίου αλλά λόγω αδιαθεσίας του ηθοποιού ακυρώθηκαν οι παραστάσεις.
Καλλιτέχνης που μοιάζει να επέλεγε πάντοτε τον δύσκολο δρόμο για να κάνει θέατρο, για τον Λευτέρη Βογιατζή κάθε συγγραφέας, κάθε έργο ήταν άλλη μια συνάντηση, άλλος ένας κόσμος, άλλη μια απόπειρα να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του.
«Λειτουργεί μια περίεργη συμμαχία κάθε φορά, γίνεται μια αλληλεπίδραση. Ο συγγραφέας σε κάνει να ανακαλύψεις πράγματα για τον εαυτό σου και μετά περπατάς πάνω στα δικά σου χνάρια, τα οποία όπως παραδέχθηκες χάρη σ΄ αυτόν. Τα έργα που κάνω είναι σαν να έχουν τελειώσει. Δεν έχω και καλή μνήμη» είχε δηλώσει στο παρελθόν σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Το Βήμα».
«Δεν υπάρχει τελειομανία. Η τελειομανία είναι κάτι στείρο…Η λεπτομέρεια είναι η ραχοκοκαλιά. Χωρίς τη λεπτομέρεια, το επίκεντρο, η βάση, δεν αποκτά φως. Το ένα είναι βοηθός του άλλου. Κάποτε μπορεί να έλεγα ασχολούμαι με λεπτομέρειες και χάνω την ουσία. Δεν υπάρχει αυτό. Σημασία έχει ο τρόπος που ασχολείσαι με ό,τι ασχολείσαι. Και όχι μια γενική εντύπωση του τι είναι σωστό και τι είναι καλό. Αυτά δεν ισχύουν στη δημιουργία ούτε στη διδασκαλία. Κάνουν κακό. Τα παιδιά συνηθίζουν σε μια ομαδοποίηση και όχι στην ατομικότητα. Κι εννοώ την ατομικότητα που δεν διαθέτει την έπαρση του "εγώ είμαι και κανείς άλλος δεν είναι". Αντιθέτως. Δεν πρέπει να τονίζεται, αλλά να γίνεται. Και για να γίνει, θέλει ταλέντο...», προσθέτει στην ίδια συνέντευξη.
Ο Λευτέρης Βογιατζής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παρακολούθησε για δύο χρόνια το Ράινχαρτ Σεμινάρ στη Βιέννη και τελείωσε τη Σχολή Κ. Μιχαηλίδη στην Αθήνα.
«Μικρός ήμουν το καλό παιδί στην οικογένεια, από σύμβαση. Κλειστός, εσωστρεφής. Ήταν σαν να είχα ένα σύννεφο μπροστά μου. Είχα ανάγκη να διαλυθεί. Όταν ασχολήθηκα με το θέατρο κατάλαβα ότι η μεγαλύτερη ευκολία είναι η ιδιάζουσα σκηνική συμπεριφορά, γιατί αρέσει. Πρέπει όμως να είναι μεγάλου βεληνεκούς ο καλλιτέχνης για να είναι το ιδιάζον, κάτι πραγματικά ξεχωριστό. Καλύτερα λοιπόν να το σβήσεις, να αρχίσεις από την αρχή και να προσπαθήσεις να είσαι κανονικός. Μεγάλη λέξη. Τι είναι το κανονικός; Ξέρω 'γω; Κανονικός. Αυτό», είχε πει σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Καθημερινή.
Στο θέατρο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1973, στον ρόλο της Γιαγιάς, στον «Κυριακάτικο Περίπατο», σε σκηνοθεσία Γ. Μιχαηλίδη. Ακολούθησαν συνεργασίες με τον Σπύρο Ευαγγελάτο, και αργότερα με την Ελεύθερη Σκηνή, σε μια προσπάθεια ανανέωσης του επιθεωρησιακού κώδικα, καθώς και με την Έλλη Λαμπέτη.

Τα χρόνια αυτά, έπαιξε πολλούς ρόλους του κλασικού κυρίως ρεπερτορίου, μεταξύ άλλων: τον 'Αλφρεντ, στις «Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης», την επώνυμη ηρωίδα στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, τον Ευρυπίδη στους «Βατράχους», τον Ταρτούφο, στον «Ταρτούφο» του Μολιέρου κ.ά.

Το 1981 ίδρυσε την Εταιρία Θεάτρου «Η ΣΚΗΝΗ» με τη συνεργασία έξι ακόμα ηθοποιών. Από το 1982 έως το 1987 που λειτούργησε η «ΣΚΗΝΗ», ο Λευτέρης Βογιατζής σκηνοθέτησε και έπαιξε στα έργα: «Η Σπασμένη στάμνα» του Χ. φον Κλάιστ, «Οι Αγροίκοι» του Κάρλο Γκολντόνι, «Συμφορά από το πολύ μυαλό» του Α. Γκριμπογιέντοφ, «Σε φιλώ στη μούρη...» του Γ. Διαλεγμένου για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας Κάρολου Κουν για την περίοδο 1986-87.
Το 1988 ίδρυσε τη «Νέα Σκηνή», όπου με τη συμμετοχή νέων ηθοποιών, παρουσίασε συστηματικά έργα που καλύπτουν το τρίπτυχο: κλασικό έργο, σύγχρονο έργο αιχμής και νεοελληνικό έργο.
Παράλληλα, το 1989, στην απαρχή της ενασχόλησής του με το αρχαίο ελληνικό δράμα, ιδρύει το Εργαστήριο Αρχαίου Δράματος, , σκηνοθετώντας την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Μια Αντιγόνη κλειστού χώρου, όπου κυριάρχησε «η ένταση του τραγικού ψιθύρου».
Με τους μαθητές του εργαστηρίου, συνεχίζει τη διερεύνησή του στον ελληνικό ποιητικό λόγο και την «παιδική ηλικία του θεάτρου», ανεβάζοντας αυτή τη φορά την αναγεννησιακή κρητική κωμωδία «Κατσούρμπος», του Γ. Χορτάτζη.
Επιστρέφοντας στους επαγγελματίες ηθοποιούς, το 1995, ανεβάζει ένα ακόμα σύγχρονο ελληνικό έργο, τη σατιρική κωμωδία των Δημήτρη Κεχαΐδη - Ελένης Χαβιαρά, «Με δύναμη από την Κηφισιά».
Ακολουθούν επιτυχημένες παραστάσεις όπως: «Ο Μισάνθρωπος» του Μολιέρου (1996), «Ελένη» του Ευριπίδη, «Η νύχτα της κουκουβάγιας» του Γιώργου Διαλεγμένου (1998) για την οποία τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας «Φώτος Πολίτης» και το βραβείο Κάρολος Κουν, βραβείο της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών, «Οι Πέρσες» του Αισχύλου (1999), «Τέφρα και σκιά» του Χάρολντ Πίντερ (2000).
Το 2001 ανεβάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα Σάρα Κέην, το «Καθαροί πια», όπου κρατά τον ρόλο του Τίνκερ. Το 2003, σκηνοθετεί το έργο, της Λούλας Αναγνωστάκη, «Σ' εσάς που με ακούτε» και για δεύτερη φορά Σάρα Κέην, το «Crave» (Λαχταρώ).
Ακολουθεί το 2004, ένας δεύτερος Μολιέρος, «Το Σχολείο των γυναικών».Το 2005 σκηνοθέτησε και έπαιξε σ' ένα ακόμα έργο του Γιώργου Διαλεγμένου, το «Bella Venezia», για το οποίο απέσπασε το βραβείο Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής, Κάρολος Κουν.
Το 2006 έκλεισε το Φεστιβάλ Επιδαύρου με την νέα του παράσταση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή, ενώ το καλοκαίρι του 2007 η παράσταση άνοιξε, αυτή τη φορά, το ίδιο Φεστιβάλ.
Το 2007, σε συνεργασία με τον Γ. Σκεύα, ανεβάζει και πρωταγωνιστεί στην «Ήμερη» του Φ. Ντοστογιέφσκι. Ακολουθούν τρία θεατρικά έργα: το «Υστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ, το «Θερμοκήπιο» του Χάρολντ Πίντερ και «Ο Τόκος» του Δημήτρη Δημητριάδη, τα οποία σκηνοθετεί και ανεβάζει ο ίδιος στο ανακαινισμένο θέατρο της Οδού Κυκλάδων.
Στον κινηματογράφο συμμετέχει σχεδόν αποκλειστικά στις ταινίες του Νίκου Παναγιωτόπουλου, με τον οποίο τον συνέδεε μία μεγάλη φιλία («Τα οπωροφόρα της Αθήνας», «Αθήνα- Κωνσταντινούπολη», «Beautiful people», «Ονειρεύομαι τους φίλους μου», «Η γυναίκα που έβλεπε τα όνειρα», «Βαριετέ», «Μελόδραμα»).
Μιλώντας για τη σημερινή Ελλάδα στη "Lifo", ανέφερε: «Δεν μπορεί ν' αλλάξει τίποτα σε αυτήν τη χώρα. Είναι συνηθισμένος ο πυρήνας των ανθρώπων σε λειτουργίες συμφεροντολογικές. Είναι διχασμένοι οι άνθρωποι. Με τον ίδιο τρόπο που μπορεί ένας κριτικός θεάτρου να γράψει τα καλύτερα για τους φίλους του, χωρίς να το πιστεύει. Να το υποστηρίζει, χωρίς να το πιστεύει. Με την ίδια ευκολία που απογειώνει μετριότητες, καταβαραθρώνει αυτούς που αξίζουν.
Έτσι οι άνθρωποι χάνουν το γούστο τους. Δεν έχουν πια γούστο κι αυτό γίνεται συνήθεια. Αποκτάς μια σιγουριά και γίνεσαι πρόχειρος. Δεν μπορείς να γράφεις ψέματα ότι σου αρέσει κάτι που στην πραγματικότητα δεν αξίζει. Για να μπορέσω να σε πείσω για κάτι που δεν αξίζει, μπαίνω στην ίδια διαδικασία που μπαίνει ένας ηθοποιός. 'Αμα το κάνω εκατό φορές, γίνομαι στο τέλος αυτό που παριστάνω. Έτσι, εγώ μεν πιστεύω αυτό που γράφεις, αλλά η τιμωρία σου είναι ότι γίνεσαι κακόγουστος».
«Δεν με συγκινούν τα ωραία. Με συγκινεί η χώρα μου γιατί την έχω συνηθίσει..... Είχα κάθε ευκαιρία, και πολύ καλές καλλιτεχνικά, να φύγω εξωτερικό. Σχεδόν δεν θέλησα. Έβρισκα τρόπους να μην πηγαίνω. Θα ήταν ενδιαφέρον να πήγαινα, αλλά δεν ένιωσα ποτέ ότι έχω λύσει κάτι βασικό εδώ. Μια φορά, ένα πολύ μεγάλο θέατρο μου έκανε μια πρόταση και μου έστειλε ηθοποιούς να διαλέξω. Όταν τους είδα, έκανα την πολύ ηλίθια σκέψη ότι με αυτούς θα έχω τελειώσει την παράσταση σε δεκαπέντε μέρες. Μα, είναι δυνατόν να κάνω εγώ παράσταση σε δεκαπέντε μέρες;», κατέληξε.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Ανώνυμο ποίημα του Μιχάλη Γκανά (1944 - )

.........................................................




Μιχάλης Γκανάς 

(1944 -)















Θά 'χουμε σε παλιό καθρέφτη γνωριστεί 
κι έμεινε αυτό το ράγισμα στα μάτια.

Μιχάλης Γκανάς


Από τη συλλογή "Μαύρα Λιθάρια",
ενότητα "Ακαριαία", εκδ. Καστανιώτης 1993

από το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ" της "ΑΥΓΗΣ" (8/3/2013)
με ανθολόγο του Μαρτίου του 2013 την Αριστέα Παπαλεξάνδρου

Οι συνέπειες του σχεδίου Μάρσαλ ("Τρίτη ματιά" στην "Εφημερίδα των Συντακτών" (3/4/2013)

..........................................................


Οι συνέπειες του σχεδίου Μάρσαλ


Τρίτη ματιά στην "Εφημερίδα των Συντακτών" (3/4/2013)

Της Πέπης Ρηγοπούλου


Το τρένο είναι συνδεδεμένο με την παιδική μου ηλικία. Επειδή είχαμε εισιτήριο δωρεάν λόγω του ότι η μητέρα μου ήταν υπάλληλος στους σιδηροδρόμους, στους ΣΕΚ. Θυμάμαι με νοσταλγία τον οδοντωτό των Καλαβρύτων και με αναδρομική βουλιμία το Λιανοκλάδι με τα σουβλάκια του που μύριζαν από μακριά. Το τρένο δεν είναι ωστόσο συνδεδεμένο μόνο με τα δικά μου παιδικά χρόνια. Αλλά και όλων των άλλων τέως παιδιών, λίγο πριν από το φτου ξελευτερία που έζησαν με τις συνέπειες του σχεδίου Μάρσαλ. Του σχεδίου αυτού που ανιστόρητα χείλη επαναφέρουν σήμερα ως παράδειγμα για μια εναλλακτική πορεία εξόδου από την κρίση.

Του σχεδίου που, όπως με αδιάσειστα στοιχεία μού απέδειξε η Κωνσταντίνα, παλιά μου φοιτήτρια με πάθος για την αλήθεια των τρένων και για την αλήθεια γενικώς, απαγόρευε να αναπτυχθεί το σιδηροδρομικό μας δίκτυο, προς όφελος των –εισαγόμενων εννοείται- αυτοκινήτων, που όχι μόνο κατέκλυσαν τη χώρα μας, αλλά και έγιναν τα κατ’ εξοχήν σύμβολα της καταναλωτικής ευμάρειας του homo aftokinitus. Του σχεδίου των ευγενών χορηγών της ελευθερίας μας για μια διάσωση που εμφανιζόταν ως απολύτως απελευθερωτική, αλλά που είχε μια γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Μέσα στην τρικυμία της μετεμφυλιακής Ελλάδας οι ξένοι ναυαγοσώστες μας και ο εθνάρχης Καραμανλής ο Α’ χάραξαν δρόμους και ξερίζωσαν ράγιες υποθηκεύοντας μέσα στην εξαρτησιακή ευωχία των χρόνων εκείνων το μέλλον των ελληνικών σιδηροδρόμων αλλά και το μέλλον μας γενικότερα στο όνομα της κατανάλωσης όλο και περισσότερων αυτοκινήτων από τις αγορές του κόσμου. Κράισλερ και Κάντιλακ ή Μπέντλεϊ για τους ήδη πλούσιους και τους χθεσινούς μαυραγορίτες, Σεβρολέτ για τους νεόπλουτους, Μερσεντές για τους μετανάστες που γύριζαν με ένα πνευμόνι από τη Γερμανία. Με μια γεύση τετράτροχου κοσμοπολιτισμού που δεν φάνταζε καταθλιπτικός και αγοραίος, όπως τα μαγαζιά με τα τσιμπλιασμένα φώτα της εθνικής, αλλά ως κάτι -αν μη τι άλλο- το εκσυγχρονισμένο.

Από εκσυγχρονισμού εις εκσυγχρονισμόν η ζωή μας. Δεν είναι να μιλήσουμε τώρα κρίνοντας τους τεθνεώτας. Αυτοί κρίνονται στα διάφορα συνέδρια αλήστου μνήμης μέσα από ένα γενικό συγχωροχάρτι για να αρχίσει και πάλι να κάνει τον επόμενο κύκλο της έστω και με δάνεια γράσα η μηχανή της μνήμης, η μηχανή της πολιτικής ζωής. Για τους επιγόνους πρέπει να βρούμε έναν λόγο να πούμε. Οχι τους επιγόνους εκείνου, του Κωνσταντίνου Καραμανλή θείου, αλλά τους δικούς μας που βρίσκονται και σήμερα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Και βλέποντας και πάλι τα τρένα να περνούν σε άλλα χέρια, ισχυρά και αξονικά, διερωτώμαι για το τι είναι δίκαιο και τι όχι, τι σημαίνει ανάπτυξη για τους λίγους και εξάρτηση για τους πολλούς, τι είναι δημόσιο και τι κράτος για τους εξουσιαστές και τι για τους εξουσιαζόμενους.

03/04/2013

"Οδικά έργα"ποίημα της Μαρίας Κέντρου - Αγαθοπούλου (1930 - )


..........................................................







 Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου (1930 -  )
















Οδικά έργα


Έφευγαν το πρωί οι νέοι εργάτες
Με τα σαραβαλιασμένα φορτηγά

Καθισμένοι απάνω στην πίσσα
Κάπνιζαν άσπρα τσιγάρα

Οι τραγιάσκες κατεβασμένες ως τα μάτια
Τα πρόσωπα στην πίσσα

Έλαμπαν άγρια οι μαύροι κόκκοι
Κολλημένοι στα σακάκια στα χέρια

Έλαμπαν τ' άσπρα δόντια τους
Τα στόματα στη σιωπή

Έτσι έφευγαν οι νέοι εργάτες
Ρίχνοντας εδώ κι εκεί πίσσα βλέμματα

Πήγαιναν κατά τους μαύρους δρόμους
Χωρίς φωνή


ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ - ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

Θαλασσινό ημερολόγιο, 1981


από το ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ της "ΑΥΓΗΣ" (29/3/2013) 
με ανθολόγο του Μαρτίου 2013 την Αριστέα Παπαλεξάνδρου   

Δημήτρη Νόλλα "Το ταξίδι στην Ελλάδα" / Διάβασα προσφάτως και το συνιστώ (Ένα απόσπασμα και μια κριτική))

 ...........................................................


Δημήτρη Νόλλα "Το ταξίδι στην Ελλάδα" (εκδ. "Ικαρος", 2013)     

                                      (απόσπασμα)




...Ήταν φαίνεται νωρίς για να το καταλάβει, ίσως ήταν και η πρώτη του επαφή μετά από τόσο καιρό με τον γενέθλιο τόπο, που τον δυσκόλευε. Προς επίρρωση της δυσφορίας του, η Χρυσάνθη είπε, "Μην ακούς τι λεει ο κόσμος. Για πόλεμος, για ειρήνη, έντβεντερ όντερ, μόνη σημασία έχει να μπορείς να ζήσεις τη δικιά σου ζωή και να μπορείς να την αλλάζεις όταν έρχεται ή ώρα. Τη δικιά σου ζωή, και να το κάνεις κάθε φορά ριζικά και αποφασιστικά. Τότε είσαι άνθρωπος", είπε και σηκώθηκε απότομα, καθώς ο σταθμάρχης είχε αρχίσει να σφυρίζει την αναχώρησή τους. "Άιντε", ειπε, "ήρθε η ώρα μας. Τώρα είναι η δικιά μας ώρα".
"Άι γαμήσου, μουρλέγκω", μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο Αρίστος, περπατώντας πίσω της για να περιεργάζεται το κορμί της, αλλά η ουσία είναι πως θα περάσουν αρκετές ώρες για να αντιληφθεί το νόημα που 'χαν τα λόγια της και η εν τω μεταξύ εξαφάνισή της. Κι όμως συνέχιζε να αναρωτιέται, τι είδους άνθρωπος ήταν αυτη η γυναίκα που, όταν μίλησε για τον τόπο όπου μεγάλωσε, είχε μιλήσει μ' αυτά τα επικριτικά λόγια που δύσκολα έκρυβαν τη νοσταλγία της και είχε πει, "Αυτό που δεν μ' άρεζε ήταν που έβλεπα να γεννιούνται οι άνθρωποι και να ξέρουν από την πρώτη στιγμή, σαν να ειχε ήδη αποφασιστεί από την κοιλιά της μάνας τους, πως τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει στη ζωή τους. Σε μια κατάσταση απόλυτης ηρεμίας και ευτυχίας, την οποία τίποτα και με κανένα τρόπο δεν μπορούσε κάποιος να διαταράξει. Απ' αυτό ήθελα να φύγω..." Και κουνώντας το κεφάλι της μελαγχολικά είχε συμπληρώσει, σαν γιαγιά που τελειώνει το παραμύθι της, χωρίς να παραλείψει το επιμύθιο, "για να βρεθώ στη Βαυαρία... αν και, το παραδέχομαι", είχε συνεχίσει σαν να έκανε δεύτερο φινάλε, "ακόμη και σ' εκείνο το βάλτο έβρισκαν τρόπο οι άνθρωποι να ισορροπούν. Δακρύζω σαν θυμάμαι τους άντρες να γυρνούν απ' τα χωράφια ή απ' τα ζωντανά και ν' αράζουν στον καφενέ πριν πάνε σπίτι τους και τα εύθυμα τραγούδια τους, αλλά και τα πονεμένα, να πηγαινοέρχονται σαν κύματα σε μια παραλία ανοιχτή σαν αγκαλιά, όπου έρχονταν κι απάγκιαζαν τα παράπονά τους, τα όνειρα και η οργή που τους πλημμύριζαν, αλλά και η ελπίδα πως τίποτα δεν είναι υποχρεωτικό να παραμείνει αύριο ίδιο με χτες. Κι όλη αυτή η μαυρίλα ήταν το κέφι τους που την καταλάγιαζε, μαζί μ' ένα μεθύσι ήπιο σαν μαλακό κι ευωδιαστό κερί που τη γλύκαινε, και δεν την άφηνε ποτέ να μετατραπεί σε κάτι κακό, σε μια αυτοκαταστροφική ή δολοφονική χειρονομία. Γι' αυτό και δεν τους είχα δει ποτέ μου, ούτε κανείς άλλος μπορεί να πει πως τους είχε δει, να πέφτουνε ξεροί απ' το μεθύσι καταμεσής στο δρόμο, όσο βαρύ και να 'τανε το ζόρι που τραβούσαν. Ήθελα κι απ' αυτό να φύγω", είχε πει, κι ο Αρίστος την είδε για μια στιγμή-αστραπή, όσο πεταρίζει το βλέφαρο, να κάνει μια γκριμάτσα, κοροϊδευτική του φάνηκε ή νόμισε πως του φάνηκε, λίγες ώρες πριν εξαφανιστεί και τη χάσει απ' τα μάτια του, αφού είχε προσθέσει, "δεν ξέρω, μπορεί και να μην έκανα καλά"...     
  

Διάβασε το άρθρο:
"Ο εμφύλιος των ανθρώπων, όχι των γεγονότων" 
από τον Κωστή Παπαγιώργη   εδώ: http://www.lifo.gr/mag/columns/5594



Στάθης Τσαγκαρουσιάνος & Παναγιώτης Τσεβάς / Απάνθισμα από τη lifo.gr (1/5/2013)

...........................................................


 
Απάνθισμα από τη lifo.gr, 1/5/2013





...Αργά ή γρήγορα όλοι μαθαίνουν τη δύναμη του θανάτου. Χάνουν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο, το αίμα τους. Για πάντα. Και νιώθουν στην πλάτη τους έναν καγχασμό και μια απειλή.Όλα όσα ζουν, πάγος λεπτός, ξαφνικά κάτω από τα πόδια τους. Μια αδιανόητη μπλόφα.

Δεν πενθούμε πια όπως παλιά. Ειδικά στις πόλεις. Το ξέρω από μένα. Δεν πάω στους τάφους των δικών μου, ούτε στα μνημόσυνα. Απεχθάνομαι τις εκκλησίες, με αγριεύει το ξενύχτι του νεκρού - αλλά εκεί που τρώω μια τυρόπιτα στην κουζίνα, όλως απροειδοποίητα, μπορεί να με πιάσει το παράπονο για μια απουσία, χρόνια πριν. Ένα πυκνό πένθος, αδιαπέραστο. Όχι, κατ' ανάγκην με δάκρυα και στεναγμούς. Το πένθος έχει γίνει πια ένας πεζός ιστός, ημιδιάφανος, που όλα τα τυλίγει και πουθενά δε δηλώνεται.

Αλλά ο θάνατος υπάρχει, όπως και η γιγαντιαία, μάλλον κυνική μπίζνα του...


... Όλοι όσοι διδάσκουν δημοσιογραφία στις ελεεινές σχολές των τηλεαστέρων λένε ότι στη γενιά του τουίτερ οφείλεις να απευθύνεσαι με  σύντομα κείμενα, γλώσσα διάστικτη από ευφυολογήματα και μεγάλες φωτογραφίες.

Βρίσκω την άποψη βλακώδη. Τα έντυπα που μιμούνται το τουίτερ αυτοκτονούν, απλώς διότι δεν έχουν μπαταρία. Τα έντυπα (όπως και τα καλά σάιτ) οφείλουν να γίνουν το αντίθετο του τουίτερ: να έχουν περιεχόμενο. Και αισθητική. Τέλος...

...Δεν απέφυγα τους συνειρμούς. Για τα δικά μου. Θανάτους της οικογένειας, απερίγραπτους και άδικους, παιδιά φίλους - σκόνη όλα. Ποτέ καμία θρησκεία ή σκέψη δεν μπόρεσε να καταλαγιάσει την οργή μου γι' αυτήν την κωμωδία, ούτε να με παρηγορήσει για ό,τι συμβεί και σε μένα.

Πεθαίνουμε σαν τις μύγες - εμείς που τρώμε το μέλι της ζωής με το κουτάλι. Τι γελοία κατάληξη!

Σας εύχομαι Καλό Πάσχα! Τώρα που ζείτε, ζήσετε!

Στάθης Τσαγκαρουσιάνος   

.......................................................



...Αυτό που άλλαξε μέσα στα χρόνια είναι ότι εξαφανίστηκαν κάποιοι μερακλήδες άνθρωποι. Νιώθω ότι πλέον άσχετοι άνθρωποι είναι σε άσχετα πόστα. Άνθρωποι που δεν ξέρουν από μουσική βγάζουν δίσκους και άνθρωποι που ξέρουν μόνο να ντύνονται έχουν τα κεντρικότερα θέατρα της Αθήνας. Μια σουπερμαρκετίλα ήρθε και στην τέχνη...

Παναγιώτης Τσεβάς  μουσικός που παίζει ακορντεόν...

Μια σπουδαία ταινία : Federico Fellini, Amarcord (1973)

.......................................................

Μια σπουδαία ταινία

Federico Fellini, Amarcord (1973)

 (Subs en castellano, português and English)



"Εξουσία και Αριστερά" του Περικλή Κοροβέση (30 Απρ 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr)

............................................................

Εξουσία και Αριστερά

του Περικλή Κοροβέση

tvxs.gr/node/127236
 
 


Υπάρχει μια καραμέλα που δεν λιώνει ποτέ. Αυτή είναι ο σοσιαλισμός με ελευθερία και δημοκρατία. Για όποιον γνωρίζει στοιχειωδώς τα ελληνικά, καταλαβαίνει ένα πράγμα: Ο σοσιαλισμός δεν έχει ούτε ελευθερία ούτε δημοκρατία. Αρα είναι ένα ανελεύθερο καθεστώς, που θα παραμείνει στον πυρήνα του τέτοιο και θα τον πασπαλίσουμε με τα προσθετικά «ελευθερία» και «δημοκρατία» για να φαίνεται πιο νόστιμο. Στο βάθος αυτό λέγεται κυβερνητική εξουσία ή πιο απλά, εξουσία. Δηλαδή ένα κόμμα της Αριστεράς μάς προτείνει να το κάνουμε κυβέρνηση για να μας εξουσιάσει καλύτερα από τα άλλα κόμματα της Δεξιάς (τα κεντρώα κόμματα έχουν εξαφανιστεί μαζί με τη μεσαία τάξη).
Και έτσι η εξουσία γίνεται αυτοσκοπός. Κάτι σαν πρωτάθλημα που όποιος κερδίσει τον τελικό αγώνα θα είναι πρώτος για έναν χρόνο. Στην προκειμένη περίπτωση θα είναι κυβέρνηση (θεωρητικά) για τέσσερα χρόνια.
Και έχουμε το παράδειγμα της ΔΗΜΑΡ. Τα ιδρυτικά της κείμενα, στην αοριστία τους, ήταν, θα έλεγα, ειδυλλιακά. Στην πράξη έγινε συνιστώσα της Δεξιάς, με δύο υπουργούς και δύο υφυπουργούς και με αρκετά στελέχη της χωμένα στην κρατική μηχανή, σε θέσεις-κλειδιά.
Μετέχει σε μια κυβέρνηση που είναι αυταρχική και η σχέση της με την κοινωνία είναι η αστυνομική καταστολή και τα βασανιστήρια. Μεθοδεύει συστηματικά την καταστροφή αυτής της χώρας, φτάνοντας στο επαίσχυντο σημείο να παραχωρεί τμήματα της ελληνικής επικράτειας σε όποιον τα θελήσει. Αυτό σημαίνει το ξεπούλημα των ελληνικών νησιών.
Τι νόημα έχει λοιπόν η συμμετοχή μιας Αριστεράς σε μια τέτοια κυβέρνηση; Είναι η εξουσία για την εξουσία και για τα οφέλη που αυτή παρέχει στους υπηρέτες της. Ο εγωκεντρισμός και το προσωπικό όφελος υπερτερούν του κοινού καλού.
Και εύκολα κάποιος καταλήγει στο συμπέρασμα: Η εξουσία δεν είναι δημοκρατία. Είναι η δύναμη που έχει κάποιος να σε κάνει να τον υπακούς (εξ ου και ο υποτιμητικός όρος υπήκοος). Σε περίπτωση που δεν συμμορφωθείς, τότε υποπίπτεις σε ποινικό αδίκημα και κολάζεσαι. Στον κοινοβουλευτισμό, που η εξουσία μοιράζεται, δεν παύει να είναι εξουσία. Και το δικαίωμα της καθολικής ψήφου είναι για να επιλέξεις μόνος σου ποιος θα σε διατάζει.
Και εδώ ας θυμηθούμε μερικά οικεία κακά. Οταν έγινε η πρώτη μεγάλη διάσπαση του ΚΚΕ, το 1968, στην ουσία ήταν μια διάσπαση του σταλινισμού. Δεν ήταν μια ρήξη με τον σταλινισμό, αλλά δύο εκδοχές του. Η λεγόμενη ανανεωτική εκδοχή του ήθελε συμμετοχή στην υπάρχουσα εξουσία. Η δε δογματική ήθελε μια δική της εξουσία στο απώτερο μέλλον. Κάτι σαν τον παράδεισο που εκεί με την επιφοίτηση του «Αγίου Σοσιαλισμού» όλα τα προβλήματα θα λύνονταν αυτομάτως.
Ομως η ιστορική εμπειρία άλλα έδειξε. Οπου υπήρξε σοσιαλισμός ή κομμουνισμός, ήταν ολοκληρωτικά καθεστώτα, που δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τα φασιστικά καθεστώτα. Οι ιδεολογικές αναφορές άλλαζαν. Αλλά η καταπίεση ήταν ίδια. Και ο Στάλιν έσφαξε τόσο πολλούς κομμουνιστές όσους δεν έσφαξαν όλα τα φασιστικά καθεστώτα μαζί.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, που προέρχεται από την ανανεωτική διάσπαση του σταλινισμού, κατά πόσο έχει αποποιηθεί την κληρονομιά του; Θα έλεγα πως ναι, όσον αφορά την ονομαστική του αξία. Οχι όμως την αντικειμενική του. Και εδώ αυτοπαγιδεύεται και τυφλώνεται. Ορέγεται την εξουσία. Θέλει να κυβερνήσει και δηλώνει πως είναι πανέτοιμος.
Ας κάνουμε την υπόθεση πως αυτό θα πραγματοποιηθεί. Αυτοδυναμία δεν φαίνεται να διαθέτει και μάλλον έχει φτάσει στα όριά του. Ας θυμηθούμε τη δυναμική που είχε το ΠΑΣΟΚ πριν γίνει εξουσία. Θα χρειαστεί συμμάχους που ίσως τους βρει στους Ανεξάρτητους Ελληνες, σε αποστάτες από τη Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ, τη ΔΗΜΑΡ (η εξουσία είναι πειστικό επιχείρημα). Και με το καλημέρα που θα πει στη Βουλή θα αρχίσει να πληρώνει όλες τις συνέπειες των Μνημονίων. Γιατί σε αυτόν θα φτάσει ο λογαριασμός.
Η φασίζουσα κυβέρνηση έχει μπροστά της τρία χρόνια. Και θα κοιτάξει να τα εξαντλήσει για να ολοκληρώσει την καταστροφή, αν η κοινωνία δεν βγει από τον γύψο της. Η κυβέρνηση της Αριστεράς θα παραλάβει μια χώρα-ερειπιώνα. Θα επαναδιαπραγματευτεί τα Μνημόνια; Με τι όπλα; Το πρόβλημα είναι ένας καλύτερος διαπραγματευτής; Αυτό θα δώσει δουλειά στα περίπου τέσσερα εκατομμύρια που ζουν στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό;
Και εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ, αν δεν θέλει να γίνει ένα υποτονικό ΠΑΣΟΚ, πρέπει να πάει στα βαθιά:
Αρνηση πληρωμής του χρέους. Λογιστικός έλεγχος για το πώς δημιουργήθηκε. Ακύρωση όλων των μνημονιακών νόμων και των συμβάσεων που ξεπούλησαν τον εθνικό πλούτο. Μεγάλα δημόσια έργα για να απορροφηθεί η ανεργία, στροφή στην πρωτογενή παραγωγή και την τεχνολογία. Και πολλά άλλα.
Αυτό ίσως να σημαίνει έξοδο από την ευρωζώνη και την Ε.Ε. Και αυτό ίσως αποδειχτεί καλύτερο από την πτώχευση της κοινωνίας που προχωράει σαν τυφώνας. Την καταστροφή τη ζούμε καθημερινά. Ας ανοίξουμε το παράθυρο στην ελπίδα.

perkor29@gmail.com

To άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών