Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Σκέψεις με αφορμή δύο άρθρα για τον Λεωνίδα Κύρκο: "Η χαμένη ευκαιρία της Μεταπολίτευσης" του Γιάννη Βούλγαρη ("ΤΑ ΝΕΑ", 29/8/2011)και [Η αριστερά, ο Λ. Κύρκος και η «αριστερά»] του Δημήτρη Κ. Ψυχογιού (http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=416901) Μέρος α'.

...........................................................
  

                                                                                                              
       Εδώ ο Λεωνίδας Κύρκος με τον Μανώλη Γλέζο, το 1949, στο έκτακτο
      Στρατοδικείο. Όταν καταδικάστηκαν σε θάνατο, αλλά οι διεθνείς αντιδράσεις
      εμπόδισαν την εκτέλεση της απόφασης.

Ναι, δε λέω ο νεκρός δεδικαίωται, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι νιώθω λίγο περίεργα να διαβάζω άρθρα τιμητικά για τον Λεωνίδα Κύρκο, αναρτημένα στις "ναυαρχίδες", έντυπες και ηλεκτρονικές, ενός δημοσιογραφικού οργανισμού (του Δημ. Οργ. Λαμπράκη) που κατ' εξοχήν αυτός (από τον μη αριστερό τύπο) πολέμησε, διαστρέβλωσε, χλεύασε, συκοφάντησε τις πολιτικές θέσεις του εκλιπόντος. Ενώ ακόμη και τώρα, ενώ ο άνδρας έχει αποχωρήσει, τον "τιμά" για την "ξεχωριστή του παρρησία" να αναγνωρίζει τα λάθη του (βλ. "Με ξεχωριστή παρρησία", άρθρο του Γιώργου Παπαχρήστου στα "ΝΕΑ"), δε βρίσκει να πει μια κουβέντα αναγνώρισης ότι τις θέσεις του Κύρκου και του κόμματός του, π.χ. για την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ τις ακολούθησαν στην πράξη όλα, μα όλα, τα κόμματα ανεξαιρέτως...!  Και ιδιαίτερα οι δημαγωγοί και λαοπλάνοι του ΠΑΣΟΚ που τόσα χρόνια υπηρέτησαν (και αλληλοεξυπηρέτησαν) και ο Παπαχρήστος και το συγκρότημα που του δίνει τη δυνατότητα να "μεγαλουργεί". Αλλά είπαμε η πολιτική στην Ελλάδα δεν έχει αρχές, όπως και οι άλλες εξουσίες που θα έπρεπε να την ελέγχουν. 
   Σταματάω εδώ την γκρίνια για το εκ των πρασινοφρουρών εκπορευόμενο και συνεχιζόμενο θράσος (τώρα να δούμε και να δουν τι θα κάνουν, που το τέρας της χρεωκοπίας ετοιμάζεται να μας φάει) και σκοπεύω να ασχοληθώ με δύο άρθρα αν μη τι άλλο καλοπροαίρετα απέναντι στην "πολιτεία" του Κύρκου. Αλλά πρώτα τα άρθρα και επανέρχομαι... 

...........................................................

Η χαμένη ευκαιρία της Μεταπολίτευσης

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα "ΝΕΑ",Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

Ο Λεωνίδας Κύρκος συμβόλισε την κριτική αυτογνωσία της μετεμφυλιακής Ελλάδας και τη χαμένη ευκαιρία της Μεταπολίτευσης. Παιδί του ΕΑΜικού αντιφασισμού έζησε τον κομμουνισμό σαν ενσαρκωτή των οικουμενικών προταγμάτων του Διαφωτισμού στον 20ό αιώνα. Οταν τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» διέψευσαν την προσδοκία, πρωτοστάτησε στην υπόθεση της ανανέωσης της Αριστεράς με άξονα την άρρηκτη σύνδεση της Δημοκρατίας με τον σοσιαλισμό. Βίωσε την πολιτική ως αποστολή στην υπηρεσία του έθνους και των κοινωνικά αδύναμων. Στοχάστηκε την πολιτική, ως παρόν στο οποίο συναντώνται η Ιστορία της πατρίδας με τις γενικές τάσεις που ωθούν τον κόσμο στο μέλλον. Αντίστοιχη η προσωπική του ζωή, λιτή, σεμνή και πνευματική. Συνδύαζε το ηγετικό χάρισμα και την επικότητα με την περιπαιχτική διάθεση και τη φιλοσοφημένη αυτοειρωνεία του ανθρώπου που ακούμπησε πολλές φορές τον θάνατο. Συγκλονισμένος από την τραγωδία της δικτατορίας και της Κύπρου, αντιμετώπισε τη Μεταπολίτευση ως ευκαιρία παλιγγενεσίας της Ελλάδας και της Αριστεράς. Από κοινού και συνδεδεμένα. Παλιγγενεσία που θα συνίστατο στον αναστοχασμό της εμφυλιοπολεμικής Ελλάδας ώστε να μετριασθεί το πολιτικό και ψυχικό χάσμα και να θεμελιωθεί η Δημοκρατία όχι ως απλή διαδικασία, αλλά ως ήθος και νοοτροπία που θα απέρριπτε τη στείρα πόλωση, τη μικροπολιτική, την ελαστική πολιτική ηθική και την ευκολία του λαϊκισμού. Εχασε. Και μαζί του έχασε μια ευκαιρία η μεταπολιτευτική Ελλάδα. Σήμερα πληρώνουμε όλοι το κόστος της δικής του ήττας, εξακολουθώντας να μην καταλαβαίνουμε. Ο θάνατος του Λεωνίδα Κύρκου υπογραμμίζει την απίστευτη ανικανότητα κριτικού αναστοχασμού που δείχνει η Ελλάδα στο χείλος της χρεοκοπίας.


Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

...........................................................



Η αριστερά, ο Λ. Κύρκος και η «αριστερά»





«Είστε η Αριστερά των σαλονιών», είχε απευθύνει προσωπικά στον Λεωνίδα Κύρκο από το βήμα της Βουλής ο Ανδρέας Παπανδρέου. Πρέπει να ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1970, τότε που το ΠαΣοΚ οργάνωνε το «ραντεβού με την ιστορία», αυτό που είχε χάσει η ελληνική αριστερά κατά τη δεκαετία του 1940. Είκοσι χρόνια αργότερα, το 1989, η αριστερά των σαλονιών και των εργοστασίων έστελνε τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο. Δεν ήταν η εκδίκηση του Λεωνίδα Κύρκου, στο Εκτελεστικό Γραφείο της ΕΑΡ είχε ψηφίσει λευκό όταν τέθηκε θέμα να αποφασίσουμε αν ήμασταν υπέρ της παραπομπής ή όχι.

Ήταν η εκδίκηση της ιστορίας: το ΠαΣοΚ των σκανδάλων του 1989 δεν θύμιζε σε τίποτα το αντικαπιταλιστικό, αντιιμπεριαλιστικό, αντιευρωπαϊκό κόμμα που το 1981 δεν είχε επιτρέψει στον Κώστα Σημίτη να είναι υποψήφιος βουλευτής επειδή είχε γράψει κείμενο υπέρ της «Ευρώπης τωνΛαών». Κατά την πρώιμη μεταπολιτευτική περίοδο έπρεπε κανείς να είναι υπέρ του Καντάφι, του Χουσεΐν και του Ασάντ (πατέρα του νυν) για να είναι «αριστερός». Το ΠαΣοΚ δεν ήθελε να ακούσει καν για σοσιαλδημοκρατία και αντιμετώπιζε περιφρονητικά τη Σοσιαλιστική Διεθνή, της οποίας προεδρεύει σήμερα ο Γιώργος Παπανδρέου.

Ο Λεωνίδας Κύρκος, αρνήθηκε να είναι τέτοιος «αριστερός»: Παραμένοντας «κομμουνιστής», χαρακτηρισμός που για αυτόν ήταν περισσότερο ηθικός παρά πολιτικός, ήταν ευρωπαϊστής και μεταρρυθμιστής. «Ήταν η ευρωπαϊκή ιδέα σε πράξη, ο εκσυγχρονισμός της Αριστεράς σε μαχητική έκδοση», μπορούμε να πούμε για αυτόν, παραφράζοντας την περιγραφή του Κώστα Σημίτη για το άλλο σπουδαίο πρόσωπο που χάσαμε τούτες τις ημέρες, τον Νίκο Θέμελη. Συμμετείχε, όπως και όλο το ΚΚΕ (εσωτερικού), στο εγχείρημα του ευρωκομμουνισμού, στην προσπάθεια των κομμουνιστικών κομμάτων της Ιταλίας, της Ισπανίας και (λιγότερο) της Γαλλίας να αναπτύξουν εθνικούς δρόμους προς τον σοσιαλισμό, ερχόμενα σε σύγκρουση με τη Σοβιετική Ένωση. Το εγχείρημα απέτυχε, τα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης ουσιαστικά έσβησαν από τον πολιτικό χάρτη, με εξαίρεση το ΚΚΕ που ήδη είχε κερδίσει τη μάχη του «ένα είναι το ΚΚΕ» από τη δεκαετία του 1970, παρά το γεγονός ότι το ΚΚΕ (εσωτερικού) είχε πρωτοστατήσει στον αντιδικτατορικό αγώνα.

Δεν ήταν μόνο ότι το ΚΚΕ είχε την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης, ήταν και ότι ουσιαστικά το ΚΚΕ συνέχιζε με «το όπλο παρά πόδας», σαν να μην είχε τελειώσει ο εμφύλιος πόλεμος. Συμβολικά, ο Χαρίλαος Φλωράκης συμπεριφερόταν σαν καπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο Λεωνίδας Κύρκος ήταν ειρηνοποιός, ήθελε να τελειώσουν οι βίαιες πολιτικές συγκρούσεις στη χώρα μας, αυτή του η πεποίθηση του είχε κοστίσει τον χαρακτηρισμό «του σαλονιού». Για τη συγκρουσιακή πολιτική κουλτούρα της χώρας μας, το να πιστεύει κανείς στην αξία του συμβιβασμού, στη διαπραγμάτευση, στην ανάγκη ουσιαστικών πολιτικών συνθέσεων ήταν «συμπεριφορά σαλονιού» _ άρα δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει ο Λεωνίδας Κυρκος «λαϊκός ηγέτης», ανυποχώρητος απέναντι σε εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς.

Ομοίως, το να αγαπάς την κλασική μουσική, να σφυρίζεις κομμάτια, να παίζεις φυσαρμόνικα και να προτείνεις ο Ύμνος στη Ζωή της Ενάτης του Μπετόβεν να γίνει ο εθνικός ύμνος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι συμπεριφορά του σαλονιού και του Μεγάρου _ σε χώρα που το αντριλίκι συνιστά ύψιστη πολιτική αξία και οι γνήσιοι λαϊκοί ηγέτες χορεύουν ζεϊμπέκικο, κουμπαριάζουν με τον Τόλη Βοσκόπουλο και ομνύουν στη Ρίτα Σακελλαρίου. Ομοίως, το να έχεις το άγχος να αποχωρήσεις από την πολιτική ζωή από τα 65 σου επειδή όλοι οι συνομηλικοί σου του ΚΚΕ (εσωτερικού) έχουν αποχωρήσει και φοβάσαι μήπως κατηγορηθείς ότι τους ξωπέταξες για να κυριαρχήσεις, αποτελεί ήθος σπάνιο για την πολιτική ζωή της χώρας.

Φυσικά, ο Λεωνίδας Κύρκος έκανε λάθη και συμβιβασμούς, ήταν υποχωρητικός ακόμα και σε περιπτώσεις που ίσως δεν έπρεπε _ για τούτο και ήμασταν πολλοί, ακόμα και στον χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς που τον θεωρούσαμε «δεξιό». Σκέφτομαι σήμερα πως έφταιγε το ότι δεν είχαμε καταλάβει το πόσο μισούσε τον εμφύλιο πόλεμο, πόσο ήθελε να κλείσει οριστικά αυτή η σελίδα• ίσως επειδή αυτός είχε λάβει μέρος, είχε βιώσει την αγριότητά του, ένιωθε πως είχε ευθύνες, ενώ για μας ήταν μακρινή ιστορία. Δεν καταλαβαίναμε ότι με την πολιτική μας πρακτική τον συνεχίζαμε, ενώ πιστεύαμε ότι είχε λήξει.

Σύναψε συμμαχίες με κράτη, πρόσωπα και κόμματα που δεν έπρεπε, και το πολιτικό εγχείρημα του οποίου ηγήθηκε απέτυχε _ εννοώ δεν κατάφερε να υλοποιήσει ο ίδιος τις βασικές ιδέες που ευαγγελιζόταν, άλλοι και άλλα κόμματα τις έκαναν πράξη, τον ευρωπαϊσμό του, για παράδειγμα. Δεν του αναγνώρισαν τη συνεισφορά του. Σε εκείνο όμως στο οποίο απέτυχε παταγωδώς ήταν η προσπάθειά του για εξημέρωση των πολιτικών ηθών, για λιγότερη βία στις κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις _ για αυτή την προγραμματική πίστη του τον μισούν βαθιά ακόμη και σήμερα πάμπολλοι στο ΠαΣοΚ, στο ΚΚΕ, στη Δεξιά, ακόμη (αν όχι κυρίως) και στον Συνασπισμό.

Μακάρι και αυτή την πίστη του στον συμβιβασμό και την αποφυγή της βίας να την κάνουν πράξη κάποιοι άλλοι πολιτικοί, και ας μην του αναγνωρίσουν ούτε αυτή τη συνεισφορά, δεν πειράζει. Κάποιοι θα θυμόμαστε ότι ο Λεωνίδας Κύρκος υπήρξε πρωτοπόρος στην Αριστερά και σε αυτό το πεδίο.
..........................................................


Παραλίες... σε μουσική απόγνωση ("ΑΥΓΗ", 20/08/2011) ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΔΑΓΚΛΗ


...........................................................

Παραλίες... σε μουσική απόγνωση
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 20/08/2011
ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΔΑΓΚΛΗ


Μια (όχι μόνο)... ρομαντική προσέγγιση
Αφορμή για τις παρακάτω σύντομες σκέψεις αποτελεί η καλοκαιρινή μουσική κυριαρχία σε χιλιάδες χιλιόμετρα παραλιών (beach bars) του είδους εκείνου της μουσικής που λαϊκά ονομάζεται «μπιτάκια». Η όποια αιτίαση στην παρακάτω διαφαινόμενη αρνητική κριτική ως «ντεμοντέ» έχει, εκτός των άλλων, να αντιμετωπίσει τουλάχιστον το γεγονός της σχεδόν καταναγκαστικής επιβολής αυτού του είδους μαζί με την παρατηρούμενη, συχνά ασυνείδητη, ανοχή του κόσμου.
Αν επιχειρήσουμε έναν συλλήβδην ορισμό του είδους αυτού, ανεξάρτητα από τις όποιες ενδο-διακρίσεις του, που δεν θεωρώ ότι έχουν εδώ ιδιαίτερη σημασία, το είδος αυτό αποτελεί θορυβοποιημένη μουσική με τον κρότο - ρυθμό να κυριαρχεί επί της νότας χαρακτηριζόμενος από έντονη βραχυ-περιοδικότητα. Μάλλον βασανιστικό, τουλάχιστον σε αρχική ακροαστική εμπειρία, το είδος αυτό φαίνεται να «συνηθίζεται» από τις τρυφερές ηλικίες, ιδιαίτερα όταν συμπλέκεται με άλλες συνυπάρχουσες ευχάριστες αισθήσεις και συναισθήματα (θάλασσα, διακοπές κ.λπ.), ενίοτε υποστηριζόμενες, βέβαια, και από το λανθάνον ερωτικό στοιχείο (σωματική έκφραση - χορός).
Δύο πρώτες παρατηρήσεις μιας περισσότερο «επιστημονικής» προσέγγισης είναι οι εξής:
Α. Παρά την κυρίως κοινωνικο-ανθρωπολογική μεγάλη ανεκτικότητα και προσαρμοστικότητα του ανθρώπου σε σχέση με άλλα είδη, θα πρέπει να αναφέρουμε εδώ την πιθανή δυσμενή επίδραση αυτού του «κροτοποιημένου» μουσικού ήχου στον οργανισμό, σε αναλογία με την ήδη υπάρχουσα στο επιστημονικό πεδίο της φυσιολογίας, της βιολογίας κ.λπ. πειραματική εμπειρία από την επίδραση σε άλλους οργανισμούς (π.χ. «καχεξία» των φυτών, βίαιη συμπεριφορική αλλαγή ανώτερων οργανισμών κ.ά.). Η επιστημονική έρευνα είναι εδώ εμβρυακή και ουσιαστικά ακόμα παρατηρησιακή.
Β. Από άλλη οπτική, λόγω της φύσης του μουσικού αυτού είδους, παρατηρούμε ότι η δυνατότητα σκέψης να παρακολουθήσει την όποια μουσικο-στιχουργική «αφήγηση” του τραγουδιού δυσκολεύεται δραματικά ή και ακυρώνεται, όταν αυτή, όπως συχνά παρατηρείται, είναι απούσα. Επίσης, σε κάθε περίπτωση και βέβαια περισσότερο στην τελευταία, μπορούμε να ανιχνεύσουμε την ουσιαστική αδυναμία εμφάνισης εκείνης της δημιουργικής νοητικής - φαντασιακής ικανότητας για πλήρωση του αφηγηματικού κενού με δικό της περιεχόμενο (μνήμη - συναισθηματικοί συνειρμοί κ.λπ.), λόγω έντονου συνεχούς κατακερματισμού του όποιου καθαρά μελωδικού περιεχομένου που προκαλεί η υποβαστάζουσα αλλά κυρίαρχη και συνεχής κροτοποίηση. Έτσι μάλλον ακυρώνεται και κάθε ευνοϊκή - καταλυτική επιρροή του φυσικού και ψυχολογικού περιβάλλοντος της στιγμής (φύση - ξεγνοιασιά κ.ά.) για τέτοιες εσωτερικές διεργασίες.
Όμως πλέον ενδιαφέρουσα αναλυτική προσέγγιση, αναγωγική και γενικεύουσα, που διανοίγει και αποκαλύπτει βαθύτερες αιτίες, είναι η εξής:
Εμφανέστερα ίσως από κάθε νέο είδος ευρείας λαϊκής κατανάλωσης - διασκέδασης εδώ εκδηλώνεται πλέον καθαρά ως αποτέλεσμα η δρομολόγηση μιας βαθιάς αλλαγής στη δομή του «μουσικού αισθήματος” αλλά και στη σημασία της «μουσικής αρμονίας». Σημασιολογικά τουλάχιστον στο πεδίο αναφοράς της τελευταίας δύσκολα μπορεί να ενταχθεί το είδος αυτό. Με διάθεση βαθύτερης ανάλυσης μπορεί να οδηγηθεί κανείς στις θεμελιώδεις έννοιες του χρόνου και της διάκρισης σημαίνοντος - σημαινόμενου. Αν δεχθούμε ως βασικό αισθητικό κριτήριο ενός τραγουδιού την επίτευξη της πληρότητας του συνολικού χρόνου του μέσω του γίγνεσθαι και όχι του είναι, εδώ συμβαίνει μάλλον το αντίθετο.
Ο κροτοποιημένος ρυθμός, που δεν υποβαστάζει απλώς αλλά επικυριαρχεί στο όποιο μελωδικό στοιχείο, εκφράζει σειριακά πολυάριθμα παρόντα (-«είναι»). Επίσης, όπως κάθε κρότος ή θόρυβος υποδηλώνει ένα φυσικό (ή ανθρωπογενές) γεγονός, δηλαδή αποτελεί το σημαίνον και όχι το σημαινόμενο, έτσι και εδώ κυριαρχεί το σημαίνον. Απλό παράδειγμα από την κοινή εμπειρία αισθητοποίησης των παραπάνω είναι η περίπτωση κατά την οποία, λόγω σχετικής απομάκρυνσης από το σημείο εκπομπής της μουσικής, γρήγορα εξαφανίζεται το όποιο μουσικό - μελωδικό και αφηγηματικό συστατικό της, απομένοντας μόνον ο μονότονος κροτοποιημένος ρυθμός.
Τέλος κατά την… «πάγια αριστερότροπη» αναλυτική πορεία (που συχνά χαρακτηρίζεται υπερβολική ή και… «αριστερή γκρίνια» αλλά συνήθως αποδεικνύεται δικαιολογημένη, γιατί είναι εξηγητικά ολοκληρωμένη) γενικεύοντας και μεταφερόμενοι από το αισθητικό στο πολιτισμικό και στο ιδεολογικο-πολιτικό πεδίο ανάλυσης, μπορούμε επιγραμματικά να ανιχνεύσουμε τα αντίστοιχα πολιτισμικά και ιδεολογικοπολιτικά στοιχεία της εποχής, των οποίων το μουσικό αυτό είδος μαζί με άλλα καταναλωτικά προϊόντα αποτελεί ταυτόχρονα αντανάκλαση και παράγωγο.
Έτσι στο πεδίο της μουσικής, εμφανέστερα εδώ, αναγνωρίζουμε τα τρία χαρακτηριστικά που αποδεχόμαστε σήμερα ως τα τρία βασικά συστατικά του λεγόμενου «μεταμοντέρνου», δηλαδή τον ακρωτηριασμό ή την έλλειψη της αφήγησης, τον κατακερματισμό και την κυριαρχία του σημαίνοντος. Δύσκολα μπορεί κανείς να μη διακρίνει (και) εδώ «τον θρίαμβο τον αποτελέσματος επί της αιτίας, του στιγμιαίου επί του χρόνου ως βάθους, τον θρίαμβο της επιφάνειας και της καθαρής αντικειμενοποίησης επί του βάθους της επιθυμίας» (J. Baudrillard). Συνιστά την καθαρότερη ίσως, σήμερα, μουσικο-ηχητική αντανάκλαση και έκφραση των καταναγκαστικά επιβαλλόμενων φερόντων κυμάτων, που εκφράζουν συστημικά επιδιωκόμενες ατομικές και κοινωνικές συμπεριφορές και λειτουργίες.
Ο κατακερματισμός της μουσικής αρμονίας συνεκφράζει μαζί με άλλα φαινόμενα της εποχής μας την πολιτιστική πλευρά της επιδιωκόμενης «μεταμοντέρνας» κοινωνικής και οικονο-παραγωγικής δομής. Με εξηγητικά θεμελιακή την έννοια του χρόνου, εφόσον δεχθούμε ότι «Συγκεκριμένοι κοινωνικοί σχηματισμοί συνδέονται με συγκεκριμένη αίσθηση του (ατομικού και κοινωνικού) χρόνου» (G. Gurvitch) εδώ αντανακλάται και εκφράζεται η ιλλιγιώδης αύξηση του ρυθμού, η βία του ρυθμού, με τον οποίο το σημερινό άτομο οφείλει να διεκπεραιώνει τους παραγωγικούς και κοινωνικούς του ρόλους.
Κλείνοντας αυτή τη σύντομη κριτική ανάλυση με τη γνωστή… αριστερή «υπερβολή και καχυποψία», θα πρέπει και πάλι να τονίσουμε ότι «η ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία σε οποιαδήποτε κοινωνία εξαρτάται από την ικανότητα έλεγχου του υλικού πλαισίου της προσωπικής και κοινωνικής εμπειρίας. Γι' αυτόν τον λόγο οι υλοποιήσεις και τα νοήματα που δίνονται στο χρήμα, τον χρόνο και τον χώρο έχουν μεγάλη σημασία για τη διατήρηση της πολιτικής εξουσίας» (D. Harvey)

Επιμύθιο:
«Στη χώρα που ανθούν στις αμμουδιές οι κόρες… και τα άστρα ξυπνούν και φέγγουν άναυδα τη νύχτα»1

...πρέπει να αλαργέψεις πολύ από αυτές τις ακρογιαλές που κατάκτησαν οι βάρβαροι ήχοι, για να μπορέσεις...

«να προφέρεις καθαρά τη λέξη θάλασσα, έτσι που να γυαλίζουν μέσα της όλα τα δελφίνια…»2


1. Α. Εμπειρίκος: «Το γάλα του αιγιαλού» (Ενδοχώρα)
2. Ο. Ελύτης: «Θάνατος και ανάστασις Κωνσταντίνου Παλαιολόγου» (Τα ετεροθαλή)

"Σωστά και λάθη" του Βασίλη Παπαβασιλείου ("ΤΑ ΝΕΑ",Πέμπτη 01 Σεπτεμβρίου 2011)


...........................................................

Σωστά και λάθη


του Βασίλη Παπαβασιλείου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα "ΝΕΑ",Πέμπτη 01 Σεπτεμβρίου 2011

    Γιατί η φιλόσοφος Χάνα Αρεντ υποστήριζε λανθασμένα ότι η πολιτική δράση μοιάζει με «τα δίχτυα που ρίχνεις στο νερό χωρίς να ξέρεις τι ψάρια θα πιάσεις» - και ότι, άρα, δεν τίθεται θέμα σωστού ή λάθους; Γιατί αγνόησε ότι υπάρχουν πρόσκοποι της πολιτικής που ή θα κάνουν το σωστό ή δεν θα κάνουν καθόλου πολιτική; Απόδειξη: στήνεις και υπηρετείς επί δεκαετίες ένα σύστημα που οδηγεί σε κοινωνίες πελατών και όχι πολιτών - σωστό ή λάθος; Διορίζεις στο Δημόσιο και τον τελευταίο ανωφελή κώνωπα επειδή είναι πελάτης σου - σωστό ή λάθος;

    Διαχειρίζεσαι τα θέματα εξωτερικής πολιτικής με όρους εσωτερικής κατανάλωσης και εξανεμίζεις έτσι το όποιο διπλωματικό κεφάλαιο της χώρας - σωστό ή λάθος; Συμμαχείς με τους πρωταθλητές του παρασιτισμού εξουδετερώνοντας τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου - σωστό ή λάθος;
   Κάνεις σπονδές με δανεικά στον βωμό ενός απατηλού διονυσιασμού, οδηγείς το καράβι στα βράχια και μετά, σαν καλός κυβερνήτης, στέλνεις τον λογαριασμό στους ναυαγούς - υπηκόους - σωστό ή λάθος; Συμπέρασμα: αν κάποιος έχει υποπέσει σ' όλ' αυτά τα σωστά, πώς να μην τρέμει σήμερα το λάθος;

"Ενα τραγούδι μια ιστορία /1947: Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι" Του Δημήτρη Ν. Μανιάτη "ΤΑ ΝΕΑ", Πέμπτη 01 Σεπτεμβρίου 2011

...........................................................

Ενα τραγούδι μια ιστορία

1947: Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι

Του Δημήτρη Ν. Μανιάτη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα "ΝΕΑ", Πέμπτη 01 Σεπτεμβρίου 2011


Κάποιες φορές ο δημιουργός λέει τα πράγματα μια κι έξω, χωρίς τη χρήση μεταφοράς.

Κάποιες άλλες, η παράθεση εικόνων - με όχημα τον στίχο πάντα - παραπέμπει αλλού εννοώντας άλλο πράγμα ή μάλλον αφήνοντας την αμφισημία της ερμηνείας στον ίδιο τον δέκτη του δημιουργήματος. Το ζεϊμπέκικο (χιτζάζ) του Απόστολου Καλδάρα «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» είναι μια τρανταχτή περίπτωση τέτοιου τραγουδιού. Γράφτηκε μέσα στις φλόγες του Εμφυλίου, λατρεύτηκε από τον κόσμο - λέγεται πως ήταν το αγαπημένο του Σταύρου Κουγιουμτζή - και έχει δύο διαστάσεις: μία κοινωνική, την οποία αποκάλυψε μεταγενέστερα ο ίδιος ο τρικαλινός δημιουργός, και μία ερωτική που ανέδειξε ο νεαρός (τότε) Μάνος Χατζιδάκις στην περίφημη Διάλεξη για το Ρεμπέτικο στο Θέατρο Τέχνης το 1949 - και σε εκδήλωση που είχε διοργανώσει ο συγγραφέας Κώστας Κοφινιώτης.

Το τραγούδι σχεδόν αμέσως - και με την εξαίρετη πρώτη εκτέλεση της Στέλλας Χασκίλ - γνώρισε επιτυχία ενώ δεν ξέφυγε και από τη μέγγενη της λογοκρισίας της εποχής. Ας δούμε όμως τους αρχικούς στίχους του κομματιού:

«Νύχτωσε και στο Γεντί/ το σκοτάδι είναι βαθύ/ κι όμως ένα παλικάρι/ δεν μπορεί να κοιμηθεί». Και παρακάτω: «Αραγε τι περιμένει/ Ολη νύχτα έως το πρωί/ Στο στενό το παραθύρι/ Που φωτίζει το κελί».

Οπως καταλάβατε από τους παραπάνω αρχικούς και χωρίς λογοκρισία στίχους, ο Καλδάρας άντλησε έμπνευση από τον σκληρό καμβά της εμφυλιακής λαίλαπας, γράφοντας ένα κομμάτι που θα γνωρίσει δεκάδες επανεκτελέσεις - από την Μπέλλου και τον Νταλάρα μέχρι τον Πουλόπουλο - με πολύ ξεχωριστή εκείνη της Γιώτας Λύδια. Ας δούμε όμως τι είχε διηγηθεί στον Παναγιώτη Κουνάδη ο Καλδάρας για το πώς εμπνεύστηκε το τραγούδι:

«Δεν μου έδωσε κάποιος τον στίχο για να βάλω τη μελωδία εγώ. Το έζησα, τότε με τις συλλήψεις του 1945, μετά τους Γερμανούς, όταν ξέσπασε ο Εμφύλιος. Ημουν στη Θεσσαλονίκη φοιτητής και εργαζόμουν για να εξοικονομώ τα προς το ζην σε ένα κέντρο, μ' έναν φίλο - απ' τη βιογραφία του Καλδάρα που συνέγραψε ο Νίκος Χατζηνικολάου μαθαίνουμε πως επρόκειτο για τον μπουζουξή Χρήστο Μίγκο - του οποίου το σπίτι ήταν στην Ακρόπολη κάτω από το Γεντί Κουλέ. Πήγαινα συχνά στο σπίτι του... Τότε μαζεύανε όλους τους αριστερούς στο Γεντί Κουλέ. Ενα σούρουπο, φεύγοντας από το σπίτι αυτό και βλέποντας το περίγραμμα του κάτεργου, μου ήρθε η ιδέα».

Και επειδή παραπάνω μίλησα για τη διττή διάσταση του στίχου, ας δούμε πώς αποκωδικοποιεί ο Μάνος Χατζιδάκις, το 1949, το τραγούδι στην διάλεξή του για το ρεμπέτικο: «Ο ερωτισμός προχωράει και θίγει ακέραια το ανικανοποίητο, δίνοντας μια τόσο λεπτή μα έντονη αίσθηση μιας βαριάς ατμόσφαιρας, λες και προμηνούσε ένα άγχος, μια καταιγίδα».

Από όποια πλευρά και να το πιάσεις λοιπόν, το τραγούδι αναφέρεται στον ηττημένο - είτε κοινωνικά είτε ερωτικά -, με θλίψη αλλά χωρίς μιζέρια. Και η μεταγενέστερη ερμηνεία της Γιώτας Λύδια - το ευρύ κοινό «ξαναδιάβασε» το τραγούδι από τον δίσκο της στη Minos με τίτλο «14 Χρυσά Τραγούδια» - επανανοηματοδότησε τον πυρήνα του με την άρτια και λυγμική ερμηνεία της.







Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι


ΣΥΝΘ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΛΔΑΡΑΣ 1947
ODEON GA 7385


Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι
το σκοτάδι είναι βαθύ
κι όμως ένα παλικάρι
δεν μπορεί να κοιμηθεί

Άραγε τι περιμένει
απ' το βράδυ ως το πρωί
στο στενό το παραθύρι
που φωτίζει με κερί

Πόρτα ανοίγει πόρτα κλείνει
με βαρύ αναστεναγμό
ας μπορούσα να μαντέψω
της καρδιάς του τον καημό


"Επιστροφή στους αγρούς" του Κωστή Παπαγιώργη ("Αθηνόραμα", τ.590, 1=7/9/2011)


............................................................

Επιστροφή στους αγρούς

γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης

   Καθώς οι ταξιτζήδες ετοιμάζονται πιθανότατα για τη δεύτερη σταυροφορία τους οι μικροεπιχειρήσεις κλείνουν και οι θέσεις εργασίας μειώνονται όπως οι ελπίδες της γεροντοκόρης, είναι διακριτό ένα ρεύμα νέων ανθρώπων (κάτω των σαράντα και πιθανώς των τριάντα), οι οποίοι - απογοητευμένοι από την άγονη πρωτεύουσα και τα "όχι" που δέχονται κατάμουτρα - αποφασίζουν να πάρουν το δρόμο της επιστροφής στα πάτρια χώματα. Δεν πρόκειται, βέβαια, για εύκολη απόφαση. Όπως ξέρουμε οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, αντί να στρ΄λεψουν  τους αγρότες προς την έξυπνη παραγωγικότητα και τις νέες μεθόδους, τους απομάκρυναν από τα χωράφια, καθώς το εύκολο χρήμα, η κουτοπονηριά, τα αλβανικά χέρια, οι επιδοτήσεις και τα σκυλάδικα με τις όμορφες ξένες αποδείχτηκαν ισχυρές σειρήνες. Μια ζωή την έχουμε, άλλωστε!    
   Πλην όμως η νέα γενιά, που πρόλσβε να σπουδάσει σε κάποιες τεχνικές σχολές, αποδεικνύει έντιμη αποφασιστικότητα και βάζει στοίχημα. Μπορούμε να εκμεταλλευτούμε την εγκαταλειμμένη ή αδικημένη γη, να εφαρμόσουμε ό,τι μάθαμε στα θρανία ή κοντά στους πατεράδες μας, να παίξουμε τέλος πάντων το ζάρι μας, αντί να κλαίμε τη μοίρα μας στα καφενεία και στον τζόγο. Η γη είναι γνωστό ότι γεννοβολάει - αρκεί να τη μάθεις να τη σεβαστείς και να αποφασίσεις ότι το ξεροχώραφο μπορεί κάλλιστα να αποδειχτεί χρυσωρυχείο! Ένας φίλος που κατάγεται από τη Δράμα κι είχε κατέβει προ πολλού στην Αθήνα, τελικά (μετά το ψάξε ψάξε και το ρώτα ρώτα) πήρε των ομματιών του κι επέστρεψε στη γενέτειρά του με την απόφαση να αφοσιωθεί στην εκτροφή σαλιγκαριών. Στην αρχή όλα ήταν δύσκολα: τα δάνεια, οι κατάλληλοι χώροι, η γνώση της διαδικασίας, τα ειρωνικά και αποθαρρυντικά λόγια γνωστών και αγνώστων... Στη συνέχεια καθώς η εκτροφή άρχισε να αποδίδει, η αισιοδοξία έφερε τη συνεργασία, την επέκταση, τη συνεργατικότητα κι εντέλει τις εξαγωγές.
  Ανάλογη επιτυχία είχαν και τα βιβάρια μιας άλλης παρέας νεαρών από τη Δυτική Στερεά, οι οποία κατάφεραν σε σχετικά σύντομο χρόνο χάρη στην ειδική γνώση που είχαν αποκομίσει από τις σπουδές τους - να έχουν λαμπρή παραγωγή και να προσφέρουν επιπλέον και θέσεις εργασίας.  Σε όλες τις νάλογες απόπειρες (μανιτάρια, φυτά για φαρμακευτική εκμετάλλευση. ρόδια, κτηνοτροφία, οινοπαραγωγή) η απαρχή είναι δύσκολη όσο τα λόγια είναι εύκολα, αλλά στη συνέχεια - αν υπάρχουν σθένος και βούληση - η γη και η θάλασσα αρχίζουν να γεννοβολούν επιβραβεύοντας τους τολμηρούς. Όσο για την άποψη ότι αυτοί οι νεαροί μοιραία θα καταθέσουν τα όπλα με την πρώτη δυσκολία, μάλλον δεν ευσταθεί. Η ζωή σδτην επαρχία, όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν παρέχει τις απολάυσεις και τις ευκαιρίες της μεγαλούπολης, από την άλλη όμως ακριβώς επειδή στρέφεται προς τη σωματική προσπάθεια και τη σχέση με τη γη, παρέχει ένα ισχυρό φρόνημα αγάπης για τον τόπο, για την οικογένεια και την έννοια της κοινότητας. Μάλιστα, παρατηρείται μια γενικευμένη ροπή προς τις πάλαι ποτέ εστίες, που όσο κι ανείναι ισχνή ακόμη, υπόσχεται κάποια αξιοποίηση του ελληνικού χώρου, ο οποίος εδώ κι  έναν αιώνα εγκαταλείφθηκε σταδιακά με την ελπίδα του επαρχιώτη να ζήσει στην πρωτεύουσα.