Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Μουσική και τραγούδια για τη μελαγχολία των εορταστικών ημερών...












Δουλεία έχουμε. Δουλειά δεν έχουμε..." πικρό χιούμορ από τον Σταμάτη Φασουλή



Στο δουλοπάζαρο

Σταµάτη Φασουλή


ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα "ΝΕΑ" 22 Δεκεμβρίου 2010

Αν έχετε λίγο χρόνο ελεύθερο (σε λίγο θά ‘ναι ο µόνος ελεύθερος επί της γης, ο χρόνος και η οικονοµία), συντονιστείτε στο κανάλιτης Βουλής. Θα µείνετε άναυδοι. Οι Πατέρες συζητούν για τον προϋπολογισµό! Αυτό από µόνο του είναι ένα ωραίο, αν και λίγο χοντρό ανέκδοτο,αλλά το ευγενές της υποθέσεως είναιότι προσφέρει στον Ελληνα σήµερα µια πολύ ωραία εικονική πραγµατικότητα. Γιατί όλοι, µα όλοι, δεν µιλούν µε κανέναν οικονοµικό όρο, σχέδιο, πρόταση, αλλά εξανίστανται, µελλοντολογούν, καταγγέλλουν, οργίζονται, παθιάζονται, οραµατίζονται, αλληλοϋβρίζονται, σαν πέρσι, σαν πρόπερσι, σαν πριν από δέκα χρόνια. 


Η κορυφή όµως του χριστουγεννιάτικου αυτού πολιτικού δέντρου,το άστρο που συµπληρώνει την εικόνα είναι οι«φάτσες». ∆εν λέω πρόσωπα, χρησιµοποιώ το «φάτσα» και για να‘χω ένα πιολαϊκό έρεισµα, να είµαι και πιο κοντά στο «ούνα φάτσα - ούνα ράτσα», αλλά τελικά και για ν’ αποφύγω το «όλα τα γουρούνια την ίδια µούρη έχουνε», το οποίο δεν είναι και πολιτικά ορθόν, διότι πρώτον είναι αντιφιλοζωικό και δεύτερον όχι δεν έχουνε την ίδια µούρη, το κάθε τετράποδο έχει κάτι που το ξεχωρίζει. 


Οι «φάτσες» λοιπόν, για να επανέλθω στη Βουλή, είναι αυτές οι ίδιες ακριβώς που µας οδήγησαν στην κρίση. Αντε να φορούν άλλη γραβάτα. Αυτοί που από οικονοµία δεν ξέρουν την τύφλα τους θα µας βγάλουν απ’ την οικονοµική κρίση όπου µας έβαλαν. Βάλαµε τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα. 

Αυτά για τους Πατέρες του Εθνους κι εµάς το ποίµνιον. ∆ιότι οι άγιοι Πατέρες, οι της Εκκλησίας µας, µάς θέλουν αλλιώς. Βγάλανε φιρµάνι όπου καταγγέλλουν ότι δεν είναι δυνατόν να είµεθα«δούλοι του ∆ΝΤ», διότι είµεθα «δούλοι του Θεού». 

Το λέει και το µυστήριον: «Παντρεύεται ο δούλος τουΘεού». 

Πώς έρχεται τώρα ο καραευρωπαίος και µου παίρνει τον δούλο µέσα απ’ τα χέρια; 

Τι κατάσταση είναι αυτή. Ή έχουµε δουλεία ή δεν έχουµε. 

– «∆ουλεία έχουµε. ∆ουλειά δεν έχουµε». Πετάχτηκε η Μαριέττα, και συνεχίζει: «Επίσης δουλειά δεν είχε ο διάολος, πουλούσε τα παιδιά του. Που µε κάνουνε και αµαρτάνω διά της γλώσσης χρονιάρες µέρες, και πώς θα κοινωνήσω την Παρασκευή; Αλλά την Παρασκευή, πώς θα πάω; Μήπως έχει καµιά απεργία; 

Ποδαράτο θα το κόψω για τον Οίκο του Θεού η δούλη του Θεού και του ∆ΟΥΝΟΥΤΟΎ συγχρόνως, για ν’ ακούσω από το στόµα του παπά, αλλά και να το βροντοφωνάξω η ίδια, να µ’ ακούσει όλο το εκκλησίασµα της Ελλάδος: Ελάτε όλοι. Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώµα µου. Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το αίµα µου».Είπε κι έφαγε µονοµπουκιά ένα µελοµακάρονο. Τι να της πεις; Ερχονται και άσκηµες µέρες. Και δεν είναι µόνο αυτό, είναι και ότι αυτή η κατάσταση θα κρατήσει, λέει, χρόνια. Χρόνια Πολλά. 



Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Ένα εξαιρετικό "παραμύθι" του Κ. Γεωργουσόπουλου [από "ΤΑ ΝΕΑ" (23/12/2010)]




Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Ιστορία σαν παραμύθι

Κώστα Γεωργουσόπουλου

Ενα νεαρό ζευγάρι, ένα βρέφος, τρεις άντρες με δώρα. Σήμερα όπως χθες, όπως και στα παραμύθια. 
Θα σας αφηγηθώ μια ιστορία σαν παραμύθι. 

Ο Γιουσούφ ζούσε στα μέρη της βαθιάς Ανατολίας στο πάλαι ποτέ Κουρδιστάν, τώρα τουρκική επαρχία. Ηταν παλικάρι εργατικό αλλά πότε πότε ζωνόταν τα φισεκλίκια και άραζε στον ώμο του το Καλάσνικοφ για να μετάσχει στις άτυπες αντάρτικες ομάδες που ακροβολίζονταν και απομάκρυναν του τούρκους ζαπτιέδες που ανηφόριζαν πάνοπλοι σαν αστακοί προς τα έρημα κατατόπια τους. Ο Γιουσούφ ερωτεύτηκε τη γειτόνισσά του τη Μύριαμ, δεκαέξι χρονών, το στερνοπαίδι του μουεζίνη του χωριού. Κατά τα έθιμα της φυλής η Μύριαμ έπρεπε να περιμένει να ζητηθούν σε γάμο οι μεγαλύτερες αδελφές. Το αίμα της όμως έβραζε και στα κρυφά, λυσσασμένα από ερωτική έξαψη σμιξίματα με τον Γιουσούφ του δόθηκε χωρίς αναστολές, ενοχές και υστεροβουλίες. Και καθώς ήταν χωράφι γόνιμο και καρπερό δεν άργησε να βλαστήσει. Η τιμωρία της φατρίας για τέτοια προσβολή της οικογενειακής τιμής είναι πανάρχαια και αναπόφευκτη: χωμένη ώς τον λαιμό στον λάκκο που σκάβουν πατέρας και αδέλφια πεθαίνει με λιθοβολισμό ώσπου το έκθετο κεφάλι να γίνει μια μάζα αίματος και οστών. Ο Γιουσούφ δεν δίστασε. Απήγαγε τη Μύριαμ. Σε μια απόμερη ακτή που έλεγχαν οι λαθρέμποροι χασίς και ανθρώπων δωροδόκησαν με τις οικονομίες τους το αφεντικό και μαζί με άλλους ομόφυλους και ομόθρησκους βρέθηκαν σε μια φουσκωτή λέμβο στριμωγμένοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά και κίνησαν για να φτάσουν σε μια, όποια, γη επαγγελίας. 

Ο καιρός ήταν καλός και ύστερα από λίγων ημερών ταξίδι οι λαθρέμποροι τούς ξέβρασαν σε μια έρημη ακτή που τους δήλωσαν πως είναι η Μυτιλήνη. Εκεί τους ανακάλυψε η ελληνική ακτοφυλακή, τους παρέδωσε στην αστυνομία και το ίδιο βράδυ στριμώχνονταν σε μια παλιά στρατώνα μαζί με άλλους παράνομους μετανάστες. Οι συνθήκες απάνθρωπες και το συσσίτιο λίγο και μπαγιάτικο. Οι μέρες περνούσαν χωρίς προοπτική και χωρίς ελπίδα, αφού τους εξηγήθηκε πως το κράτος δεν προβλέπει διαδικασία ασύλου. Εξάλλου ο Γιουσούφ έπρεπε να προσκομίσει χαρτιά πως διωκόταν για λόγους πολιτικούς, ενώ οι εμφανείς λόγοι ήταν θρησκευτικοί, οικογενειακοί και εθιμικοί. Η εγκυμοσύνη της Μύριαμ ήταν πλέον δακτυλοδεικτούμενη και δεν φαινόταν να εμπνέει ούτε τον σεβασμό των ομοθρήσκων. Το ζευγάρι ήταν παράνομο και έκθετο ηθικά. 

Οταν τα σχόλια και οι προθέσεις κάποιων θερμόαιμων έγιναν απειλητικές, ο Γιουσούφ με τη Μύριαμ δραπέτευσαν νύχτα και οδοιπορώντας έφτασαν και κρύφτηκαν σ΄ ένα εγκαταλειμμένο ελληνικό ερειπωμένο μοναστήρι. Τρεις μήνες μετά, η 17χρόνη Μύριαμ με το θείο ένστικτο που την είχε προικίσει η Εύα και το προπατορικό αμάρτημα, με γοερές κραυγές, δαγκώνοντας τις παλάμες του ιδρωμένου Γιουσούφ που της παραστεκόταν απέθεσε με μια βαθιά εκπνοή ένα αγοράκι στα κουρέλια της. Ακολουθώντας κι αυτός παραμύθια της φυλής και το άγιο ένστικτο έσκυψε και με τα δόντια του έκοψε τον λώρο, τον έδεσε κόμπο στον αφαλό του μωρού και με τα κουρελάκια που περίσσευαν σκούπισε τη φύση της έφηβης μητέρας. 

Ξεθεωμένος ο Γιουσούφ πλάγιασε δίπλα στον γιο του και χαμογέλασε στον βαθύ ύπνο. Αλλά πάντα κάποιος φθονεί έστω και την εφήμερη ευτυχία. Τους πέταξε ξαφνιασμένους από τον ύπνο το τρομερό μαρσάρισμα μιας μοτοσικλέτας στην αυλή του μοναστηριού. Ο Γιουσούφ έντρομος σηκώθηκε, βγήκε στη θύρα του ιερού, και αντίκρυσε τρεις άντρες που μόλις είχαν σβήσει τις δύο μηχανές και προχωρούσαν έκπληκτοι κι αυτοί προς το μέρος του Γιουσούφ. Του απευθύνθηκαν σε άγνωστη γλώσσα, τους απάντησε χωρίς να έχει καταλάβει στη δική του. Η συνάντηση έγινε στα λίγα δικά του ελληνικά και στα αρκετά δικά τους. Ηταν ρουμάνοι κλέφτες, κυνηγημένοι από τις αρχές. Οι μοτοσυκλέτες ήταν, φυσικά, κλεμμένες και κάτι πάνινες σακούλες ζάχαρης ήταν κατάφορτες από κλοπιμαία. Ο Γιουσούφ στάθηκε στην αρχή επιφυλακτικά εχθρικός στην εισβολή στο «σπιτικό» του. Εξάλλου κλέφτης δεν ήταν και τον χώριζε από τους εισβολείς όχι μόνο η φυλή αλλά και η πίστη. Οι τρεις παρείσακτοι όταν έμαθαν πως πίσω στην κόγχη υπήρχε μια μητέρα και ένα ανυπεράσπιστο μωρό, ζήτησαν να τους δουν. Πλησίασαν με σεβασμό έκαναν τον σταυρό τους ορθόδοξα, φίλησαν το χέρι της λεχώνας και σταύρωσαν στο στηθάκι το παιδί. Υστερα πρόσφεραν τα δώρα τους. Ο πρώτος, ένα ντερέκι δύο μέτρα, έβγαλε από τον καρπό του αριστερού χεριού ένα χρυσό Rolex και το απόθεσε στο κουρελάκι-μαξιλαράκι του μωρού, ο δεύτερος ένας κοντός μαυριδερός, πιθανόν αθίγγανος, έτρεξε στη σακούλα και γύρισε με ένα μπουκαλάκι περίτεχνο με γαλλικό άρωμα, κλεμμένο ποιος ξέρει από ποιο πλούσιο μπουντουάρ μυτιληνιάς κυρίας. Ο τρίτος, αμήχανος, δίσταζε, στο τέλος έβγαλε από τον κόρφο του ένα μικρό σακουλάκι, σαν πουγκί. Το έβαλε στην παλάμη του Γιουσούφ και του είπε: «Είναι τριάντα δόσεις άσπρης. Πούλα τη να φάτε καλά». 

Είχε νυχτώσει και στον ουρανό της Μυτιλήνης διέγραφε την τροχιά του ένας τηλεπικοινωνιακός δορυφόρος λάμποντας, που έσπερνε στην οικουμένη τις ευχές των χριστιανών προκαθημένων για τα Χριστούγεννα. 

Ο Γιουσούφ έντρομος σηκώθηκε και αντίκρυσε τρεις άντρες που μόλις είχαν σβήσει τις μηχανές τους.


Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

"Οι αφηγητές" του Κωστή Παπαγιώργη ("Αθηνόραμα", 16-22/12/10, τ.553)

   Πάλαι ποτέ είχαν τους θεούς, τους μάγους ή τους προφήτες, αντίθετα στις μέρες μας αυτά που κυριαρχούν άμεσα ή έμμεσα είναι οι μεγάλες αφηγήσεις και οι αφηγητές. Μεγάλες αφηγήσεις αλλά και μικρές αφηγήσεις / εθνικές αφηγήσεις αλλά και ηπειρωτικές αφηγήσεις / φυλετικές αφηγήσεις αλλά και φυλικές αφηγήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν σύμπας ο πλανήτης επιμένει να αναφέρεται στη Βίβλο, παρά το γεγονός ότι τόσο η Παλαιά όσο και η Καινή Διαθήκη δυσκολεύονται να καλύψουν όχι μόνο τους αλλόθρησκους αλλά και τους ομόθρησκους που ξέρουν το γράμμα, αλλά έπαυσαν να υπολογίζουν το πνεύμα. 
   Για να είμαστε πιο σαφείς, το ζήτημα της "αφήγησης" που ριζώνει στην ψυχή κάθε έθνους δεν αφορά την ακρίβεια και την τεκμηριωμένη εγκυρότητα / απεναντίας, εφ' 'οσον ο μύθος έχει μεγάλα φτερά, το ζητούμενο είναι το βάθος πεδίου, η πειστική ιερότητα του λαού, η αλυσίδα των συμβάντων που δένει το παρελθόν με το παρόν. Επ' αυτού τα παραδείγματα παραμένουν υποβλητικά. Χωρίς το μύθο της Γης της Επαγγελίας, η Αμερική πιθανότατα δεν θα έφτανε ποτέ εκεί που έφτασε. Το Σάλεμ είναι η συντόμευση της Ιερουσαλήμ / όπως άλλωστε και οι Γάλλοι δεν θα επαναστατούσαν αν οι φιλόσοφοι δεν τους πρότειναν νέο ημερολόγιο, νέο υπέρτατο ον, νέα έννοια του πολίτη. Να πούμε για την αφήγηση των Ρώσων και του Λένιν, για τη μεγάλη αφήγηση - και τη Μεγάλη  Πορεία - του Μάο;
   Η τελευταία εμφάνιση του Στρος Καν στο ημέτερο κοινοβούλιο δεν έθιξε - όπως νομίζουν πολλοί - το γόητρο της χώρας, όσο την καθιερωμένη αφήγηση περί υπερήφανου έθνους, χώρας του αρχαιοελληνικού μύθου και του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Τίποτε από όλη αυτή την χρυσόσκονη. Το μόνο που ήξερε να ξεστομίσει ο εντεταλμένος αξιωματούχος ήταν οι σκληροί υπαινιγμοί περί γενικευμένης διαφθοράς, ανεύθυνου και εγκληματικά σπάταλου κράτους, αλλά και κακομαθημένης αντιπολίτευσης, η οποία κάνει πως δεν βλέπει τον γκρεμό από τον οποίο γλίτωσε (;) η χώρα.
   Γεννιέται λιοπόν το ερώτημα: με ποιο δικαίωμα ο Στρος Καν πρότεινε δική του εκδοχή για την ντόπια αφήγηση; Αν το κοινοβούλιο αποτελεί το δημοκρατικό άδυτο πάσης εκδημοκρατισμένης χώρας, τότε η αποτυχία της θα πρέπει να αρχίζει από κει. Όπερ και εγένετο. Ξέροντας ότι η κυβέρνησή μας απώλεσε την περηφάνια της, η μείζων αντιπολίτευση πιπιλάει νεκρά συνθήματα  και οι ελάσσονες αντιπολιτεύσεις κοκορεύονται χωρίς λειρί, ο ξένος έπληξε το ντόπιο καθεστώς κατάκαρδα. Και βέβαια δεν είναι υποψήφιος πολιτικός. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η επιστροφή των δανεισμένων χρημάτων, το ταμείο των ανωτέρων του, η υποψιθυρίζουσα οικονομική αφήγηση περί δανείων, τοκοχρεολυσίων, παρατάσεων και επιμηκύνσεων. Μπορεί να μας θίγει αυτή η στάση, αλλά πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο επισκέπτης ήξερε τι έκανε.
  




Στάθης από την "¨Ελευθεροτυπία" - 15/12/2010

του ΣΤΑΘΗ

Μόνο λάθος...;

Μας συγχωρείτε, λάθος  της ρούλας γεωργακοπούλου (ΤΑ ΝΕΑ, 15/12/2010)


   Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο είχα δυσοιωνιστεί και πέρυσι στη γιορτή εγκαινίων του Κτιρίου Τσίλερ του Εθνικού Θεάτρου, όπου αντί για γιορτή παρακολούθησα µια πεθαµενατζήδικη επίδειξη δεξιοτεχνίας σωµάτων τε και µηχανηµάτων, εντελώς άσχετη µε χρώµατα και αστική παράδοση του χώρου. 



   Αν ήµουνα λίγο πιο τυχερή κι αρκετά πιο απρόσεχτη θα είχα βγει κι εγώ συγκινηµένη από τα εγκαίνια της Στέγης Γραµµάτων και Τεχνών. Ελα όµως που µε έβαλε ο διάβολος να εντοπίσω στις γωνίες των φουαγιέ κάτι πεντακάθαρους και κόντρα ξυρισµένους πακιστανούς και ινδούς εργάτες να στέκονται ασάλευτοι πάνω σε ξύλινες παλέτες οικοδοµής τριγυρισµένες από σύρµα. 


   Με θράσος τους ρώτησα και µε µεγάλο δισταγµό µού απάντησαν. Ετσι έµαθα ότι αυτό που έβλεπα ήταν µια «εγκατάσταση», ένα εικαστικό συµβάν για «σύρµα και µαστοράντζα», κι ότι αργότερα οι ίδιοι εργάτες θα γίνονταν οι πρωταγωνιστές της παράστασης, υπενθυµίζοντας στο αθηναϊκό κοινό ότι αυτοί ήταν Χτίστες και Ψυχή του νέου κτιρίου. Εντόπισα του δυο δικούς µου στο stage και έσπασα τις παλάµες µου στο χειροκρότηµα, η ντροπή όµως από το σκηνοθετικό φαλτσάκι δεν υποχωρούσε µε τίποτα. 

   Στις ουράνιες µουσικές που ακούστηκαν στον Αγιο Παντελεήµονα δεν έπιασε το αυτί µου ούτε ένα τονικό λάθος. 

   Ισα ίσα που όλα έγιναν όπως είχαν προγραµµατιστεί, εκτός ίσως από τον στόχο της εκδήλωσης, που αν κατάλαβα καλά ήταν χειρονοµία αγάπης και ανεκτικότητας σε µια γειτονιά που χρόνια κάνουν συλλείτουργο ο φόβος του «άλλου» και ο πόλεµος των θρησκειών. 

   Λυπάµαι, αλλά το κατ’ εξοχήν χριστιανικό ιδίωµα της εκδήλωσης µε τους ψαλτάδες, το Κοντσέρτο Γκρόσο των Χριστουγέννων και την dance Μίσα Κριόλα δεν βοήθησε καθόλου στην καταλαγή µε το µουσουλµανικό στοιχείο. Ισα ίσα που αποξένωσε ακόµη περισσότερο τους ξένους και γέµισε τους «δικούς» µε ακόµη πιο «δικά µας» αισθήµατα. 

   Παρακολουθώντας τα εγκαίνια της Στέγης Γραµµάτων και Τεχνών και την εκδήλωση στον Αγιο Παντελεήµονα πείστηκα πως έχουν δίκιο αυτοί που λένε ότι ο δρόµος για την κόλαση είναι στρωµένος µε καλές προθέσεις. Προσωπικά θα πρόσθετα και τις «προϋποθέσεις», διότι εκτός από τον «καλό µας εαυτό» τι άλλο καλύτερο έχουµε από τον Παπαϊωάννου, τον Μαρµαρινό, την Καµεράτα; Κι όµως... 

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Η βία στους δρόμους, ο φόβος και η αξιοπρέπεια των πολιτικών. [Από το άρθρο του Κώστα Καναβούρη "Ποια αξιοπρέπεια;" ("Αυγή", 12/12/2010)]

Αντιγράφω από το άρθρο του καίριου, τις περισσότερες φορές, αρθρογράφου της "Αυγής":


"...Ας διαβάσουμε ένα μόνο απόσπασμα από την ανακοίνωση του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του 35ου Δημοτικού Σχολείου Εξαρχείων: "(...) θεωρούμε ότι το σχεδόν καθημερινό θέαμα εξοπλισμένων ειδικών μονάδων στη γειτονιά, και συγκεκριμένα γύρω από το 35ο Ολοήμερο Δημοτικό, συνιστά ιδιαιτέρως βίαιο θέαμα για παιδιά. Μάλιστα, ενώ επιλέγουμε να μην εκθέτουμε τα παιδιά μας στη βία, με ευθύνη του υπ. Προστασίας του Πολίτη συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο (...)". Με άλλα λόγια οι άνθρωποι λένε ότι τα παιδιά τους, αντί να διδάσκονται ελευθερία, μαθητεύουν στον τυφλό φόβο. Μαθητεύουν στην υποταγή και στις μελλοντικές φασιστικές εκφάνσεις του. Ήθελα να ήξερα, ο Χρήστος Παπουτσής, μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου που ξεκίνησε με αιτήματα ελευθερίας, την ελευθερία των ροπαλοφόρων ονειρευόταν; (Ας αφήσουμε την Άννα Διαμαντοπούλου, υπουργό Παιδείας, και για την ακρίβεια ιδιωτικής παιδείας αυτή τότε διάβαζε). Ο Χρήστος Παπουτσής, που ως πρόεδρος κάποτε της ΕΦΕΕ κρατούσε την αιματοβαμμένη σημαία του Πολυτεχνείου στις πορείες, στο σημερινό αιματοκύλισμα βρίσκει τη δικαίωσή του, οπότε να δούμε αλλιώς το παλιό σύνθημα του ΠΑΣΟΚ "Ο αγώνας τώρα δικαιώνεται"; Το παράδειγμα δεν είναι προσωπικό, είναι αποδεικτικό: Η δημοκρατία έχει καταντήσει μπαίγνιο στα χέρια (τόσα χρόνια) ποικίλων όσων Παπουτσήδων. Και αιμορραγεί. Ακατάσχετα. Θέλετε κι άλλο παράδειγμα κατάντιας; Η Μαρία Δαμανάκη, εκφωνήτρια του ραδιοφωνικού σταθμού του Πολυτεχνείου, είχε τουλάχιστον την αξιοπρέπεια να αρνηθεί το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Ο Χρήστος Παπουτσής όχι. Αλλά ποια αξιοπρέπεια να περιμένεις από τον άνθρωπο που ως υπουργός Ναυτιλίας "ξανάπνιξε" τους δεκάδες πνιγμένους του "Σαμίνα"; Ποια αξιοπρέπεια να περιμένεις από μια δημοκρατία με το χέρι στη λαβή το ροπάλου και το δάχτυλο στη σκανδάλη για να τσακίσει και κάποιες φορές να σκοτώσει τα καλύτερα παιδιά της;"

Σχόλιο δικό μου: Ένα μόνο ερώτημα προκύπτει από τις επισημάνσεις του Κ. Καναβούρη... Πώς επέτρεψαν στον εαυτό τους τόσοι και τόσοι εκπρόσωποι της λεγόμενης "Γενιάς του Πολυτεχνείου" (από τους επιφανείς "ήρωες"  μέχρι τους αφανείς και τους ανώνυμους που εξαργύρωσαν τις αγωνιστικές τους περγαμηνές με δημόσια αξιώματα οι πρώτοι, με θεσούλες στον κρατικό μηχανισμό οι δεύτεροι) ούτε καν να πενθήσουν, ούτε καν να ψελλίσουν μια συγγνώμη για τα - ακούσια, έστω - θύματα της εγκληματικής τους ανεπάρκειας; Ποια ηθική πώρωση μπορεί να οδηγήσει έναν πολιτικό να συνεχίσει να κρατάει το δημόσιο αξίωμα, τον συνδικαλιστή να εκπροσωπεί τους συναδέλφους του, χωρίς ίχνος ντροπής παρά τις τόσες καταστροφές που έχουν επισωρεύσει επάνω μας; Τι είδους είναι η δική μας αδράνεια που τους κάνει ασυγκίνητους στις τραγωδίες που έχουμε ζήσει  τα τελευταία 35 χρόνια; Θέλαμε άραγε να τους μοιάσουμε; Το θέλουμε ακόμα; Μήπως ήρθε ή ώρα να τους ξεφωνίζουμε;

Αντιγράφω από την "Ελευθεροτυπία" (13/12/2010):

Ντουφεκιές με άσφαιρα

ΚΑΙ τώρα το ερώτημα είναι: «Ποιος θα μας υπερασπιστεί από τους βαρβάρους;» Και ακόμα βαθύτερα: «Από ποιους απ' όλους τους βαρβάρους;».
Α ΠΟ σήμερα ξεκινάει ένα απεργιακό πολυήμερο, μετά την προώθηση, από την κυβέρνηση, των νομοσχεδίων που περικόπτουν όχι μόνο αποδοχές, αλλά και δικαιώματα εργαζομένων. Χωρίς, μάλιστα, να έχουν έρθει τα επαχθέστερα μέτρα κατά των αμοιβών, τα οποία μέλλει να δούμε μέσα στο 2011.
ΟΠΩΣ ξέρει καλύτερα η καμπούρα των εργαζομένων, οι περικοπές δεν περιορίζονται σε έναν τομέα, αλλά περιλαμβάνουν και τον ιδιωτικό και τον δημόσιο. Να μη μένει καμία αμφιβολία στον αναγνώστη ότι η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων θα περικοπεί κατά 20-30% ώς το τέλος του 2012. Οχι μόνο των Ελλήνων. Ολων των Ευρωπαίων της ζώνης του Ευρώ, πλην Σκανδιναβών και Γερμανών.
ΤΟ ερώτημα, όμως, παραμένει: «Ποιος θα υπερασπιστεί τους εργαζόμενους;». Μήπως οι συνδικαλιστές, που εδώ και τουλάχιστον 30 χρόνια δεν ήταν παρά συνεταίροι των κυβερνήσεων σ' ένα αλισβερίσι πάρε-δώσε, με κερδισμένους χύδην όσους απλώς χτυπούσαν μια κάρτα το πρωί (και αν) είτε πρόσφεραν έργο είτε όχι;
ΜΗΠΩΣ οι συνδικαλιστές, που θησαύρισαν και θησαυρίζουν σε απολαβές και δικαιώματα, με τρύπες νόμων και κανονισμών, που κέρδισαν απλόχερα από τις κυβερνήσεις;
ΜΗΠΩΣ οι συνδικαλιστές, που ντουφεκάνε ακόμα μια απεργία στη χάση και στη φέξη (με εξαίρεση, την περίοδο διακυβέρνησης Κ. Μητσοτάκη) μόνο και μόνο για να μην ενοχλήσουν πιο πολύ τους κυβερνήτες, αλλά να δείξουνε ταυτόχρονα κι ότι υπάρχουν; Για να μη χάσουνε καμιά καρέκλα;
ΚΡΑΤΙΚΟΔΙΑΙΤΟΙ αυτοί και φανερά κομματικοδίαιτοι, έχοντας ξεπουλήσει χίλιες φορές τους εργαζόμενους, άμεσα συνυπεύθυνοι για τη μεγάλη τρύπα του Δημόσιου στο έλλειμμα και αφερέγγυοι στη συνείδηση του κόσμου, είναι ανίσχυροι τώρα να κάνουν αυτό που πιο πολύ έχει ανάγκη ο κάθε εργάτης, κάθε υπάλληλος, κάθε μικρομεσαίος: Να τον επωμιστούν και να παλέψουνε γι' αυτόν.
ΕΤΣΙ διαπλεκόμενοι, ίδια απαξιωμένοι στη συνείδηση του κόσμου με τα κόμματα, καλύτερο θα ήταν να προσφέρουν τις παχυλές καρέκλες τους σε ένα καθαρό συνδικαλιστικό κίνημα λαού. Πριν προχωρήσουν και σε νέο ξεπούλημα των εργαζόμενων.























































Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

Sunday, December 12, 2010


Αν υπάρχουν ακόμη παρέες ας κάνουν κάτι





Ο Διονύσης Σαββόπουλος, στην εποχή του Μνημονίου και της τρόικας, μας θυμίζει ξανά τη γοητεία των ποιητών και των παραμυθιών




  • της Γιωτας Συκκα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010
  • «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας/ ποτέ δε λένε την αλήθεια/ ο κόσμος υποφέρει και πονά/ και ’σεις τα ίδια παραμύθια./ Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας/ είναι πολύ ζαχαρωμένα/ ταιριάζουν για σοκολατόπαιδα/ μα δεν ταιριάζουνε για μένα».
Στα αυτιά μου ηχούν ακόμη οι αυστηροί στίχοι του Ντίνου Χριστιανόπουλου απέναντι στον εφησυχασμό. Οχι, όμως, από τα «Δέκα χρόνια κομμάτια» του μακρινού 1975, όπου ο Διονύσης Σαββόπουλος τα τραγουδούσε με τη Δόμνα Σαμίου, αλλά από το Μέγαρο της Μουσικής, την περασμένη εβδομάδα όπου με περισσότερα χρόνια στη πλάτη και κατάλευκα μαλλιά, με πολύχρωμα μπαλόνια και λαμπερά χαρτάκια να αιωρούνται, τραγουδούσε ανάμεσα σε δεκάδες πιτσιρίκια. Τα περισσότερα άκουγαν για πρώτη φορά αυτούς τους στίχους. Οι γονείς τους, αντίθετα, ξέρανε απ’ έξω και ανακατωτά και αυτό και τ’ άλλα του τραγούδια, όπως φαινόταν από τα χαμόγελα, τη γλύκα στα μάτια, τη νοσταλγία και το πόδι που κρατούσε τον ρυθμό.
Ομως, οι στίχοι είναι στίχοι και νομιμοποιούν κάποιον να πει ότι ο αυστηρότερος κριτής του Σαββόπουλου είναι ο ίδιος ο νεανικός του εαυτός. Τι δουλειά έχει ο αμφισβητίας τεσσάρων δεκαετιών να μας λέει παραμύθια για τη γέννηση του χρόνου έτσι όπως τη φαντάζονταν την εποχή του Ησίοδου, τη στιγμή ακριβώς που το Μνημόνιο έχει κάνει άνω κάτω τη ζωή μας ποδοπατώντας το ηθικό μας; Αν κι εκείνοι που στέκονταν πάντοτε αδέσμευτοι απέναντι στην εξουσία, τώρα μας καλούν με τα παιδιά μας να μας μιλήσουν για το Χάος και τη Νύχτα από το οποίο ξεπήδησε ο έρως με χρυσά φτερά, ποιος θα μας παρηγορήσει που οι οικονομικοί τιτάνες της Ευρώπης τρώνε την ψυχή μας μέχρι να πτωχεύσουμε ή να σωθούμε;
Η αλήθεια είναι ότι ο Σαββόπουλος έχει ακούσει και σκληρότερη κριτική κατά καιρούς. Οταν το 1989 ξυρίστηκε και τόλμησε να υποστηρίξει μια λύση Μητσοτάκη απέναντι στους «τσιφτετέλληνες», βρέθηκε στο περιθώριο από το ίδιο το πιστό κοινό του. Ομως, ο χρόνος για τους μεγάλους καλλιτέχνες είναι σύμμαχος. Πολλοί απόρησαν όταν ο Μάνος Χατζιδάκις μελοποιούσε ερωτικά ποιήματα της Σαπφούς και της Μυρτιώτισσας, το 1972, μες στην άγρια χούντα. Αλλά σήμερα ξεθώριασε η απορία και μας έχει μείνει ο «Μεγάλος Ερωτικός», από τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής δισκογραφίας.
Εκείνο το βράδυ στο Μέγαρο της Μουσικής, ο πιο γοητευτικός παραμυθάς του ελληνικού τραγουδιού δεν δίστασε να μας θυμίσει ο ίδιος τους στίχους του Χριστιανόπουλου. Γιατί γνωρίζει πολύ καλά, ότι χάρη σε ανεξάρτητους και φωτισμένους καλλιτέχνες σαν εκείνον και σαν εκείνους που δίδαξαν κι εκείνον, μπορούμε να τα περιέχουμε όλα. Στιγμές για την αμφισβήτηση, τη διεκδίκηση, τη διαμαρτυρία, αλλά και ανάγκη για συνάντηση με τον διπλανό, για την παρήγορη καταφυγή στον κοινό μύθο, για μια οικογενειακή αγκαλιά.
Στα 66 του ο Σαββόπουλος, που είχε γενέθλια μία μέρα πριν ξεκινήσει ο πρώτος κύκλος των παραστάσεων: «Για να γίνει ο χρόνος καινούριος» με υπότιτλο «Παρα - μυθία», βρήκε μέσω της «Θεογονίας» του Ησίοδου τρόπο να μιλήσει στα εγγόνια του, τον Διονύση και τον Ανδρέα, προπονήθηκε δίπλα τους ως αφηγητής πριν καλέσει τα πιτσιρίκια στο Μέγαρο. Και σίγουρα, αν τους καλούσε, θα ανέβαιναν και οι γονείς. Εκείνα το καταδιασκέδασαν. Η «Συννεφούλα», «Ο καραγκιόζης», «Η άνοιξη», το «Λαύριο» ήταν οι δικές τους αγαπημένες μελωδίες από τον κόσμο των μεγάλων, ήταν όμως και η δική μας εφηβεία. Η ακριβή συλλογική μνήμη, εκείνη που τροφοδοτεί την ελπίδα για ένα αύριο όπου δεν θα ακούμε μόνο λογιστές, αλλά θα θυμόμαστε πώς μιλούν κι οι ποιητές.
Ν’ αλλάξουν όλα, και το Σύνταγμα
– Στην παράσταση ενσωματώνετε στον μύθο του Προμηθέα την παραλλαγή που αγαπούσε ο Πλάτωνας. Οτι η μητέρα των ανθρώπων ήταν η γη της Αττικής. Τι άλλαξε και σήμερα οι ξένοι πιστεύουν ότι η γη της Αττικής είναι μητέρα σπατάλης και χρεών;
– Στην εποχή του Πλάτωνα αγαπούσαν κι έναν άλλο μύθο, τον μύθο της Νέμεσης. Σύμφωνα με τον μύθο, είχε προηγηθεί μια εποχή ξεσαλώματος του Διονύσου και ήρθε μετά η εποχή της Νέμεσης ως τιμωρία. Μετά, λέει ο μύθος, ήρθε μια εποχή όπου ανέλαβε ο Ερμής, που ήταν θεός των ταξιδιωτών, του εμπορίου και της κτηνοτροφίας, που εφηύρε και τη μουσική κι έστρωσαν σιγά σιγά τα πράγματα.
– Σε μια χώρα τόσο έντονα πολιτικοποιημένη, μια τόσο μεγάλη αποχή όπως των τελευταίων εκλογών θα φαινόταν παλαιότερα αδιανόητη. Τι πιστεύετε ότι χρειάζεται για να βρει έκφραση κι ελπίδα;
– Για μένα η απίστευτη όντως αποχή σημαίνει δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι πριονίζεται σιγά σιγά η νομιμοποίηση του παρόντος πολιτικού συστήματος. Το άλλο είναι ότι ενθαρρύνονται άνθρωποι έξω απ’ το επάγγελμα του πολιτικού να αναλάβουν δράση επιτέλους. Δεν ξέρω από πολιτική, αλλά σαν τραγουδοποιός που εδώ και πολλά χρόνια απευθύνεται στις παρέες, ένα έχω να πω: αν υπάρχουν ακόμη, αυτές οι παρέες, ας κάνουν κάτι. Ολα πρέπει να αλλάξουν, πρέπει να αλλάξει το Σύνταγμα, διότι το Σύνταγμα το έφτιαξαν για τον εαυτό τους οι πολιτικοί, ενώ εμείς χρειαζόμαστε επειγόντως ένα Σύνταγμα που να βάζει πάνω απ’ όλα τα δικαιώματα του πολίτη.
Ο φόβος... απέναντι
– Πόσο διαφορετικό είναι να λέτε παραμύθια στα εγγόνια σας από το να τα αφηγείστε σε όλους μας;
– Για μένα είναι το ίδιο. Ο δικός μου φόβος είναι μη βαρεθεί ο απέναντι, είτε είναι ενήλικος είτε είναι παιδί, γι’ αυτό είμαι πάντα στην τσίλια όταν παρουσιάζω κάτι. Και μάλιστα με τα παιδάκια είναι χειρότερα· δεν τηρούν καν τους τύπους. Σηκώνονται και πάνε στα παιχνίδια τους.
– Τι διαφορές βρίσκετε ανάμεσα στους ηλεκτρονικούς ήρωες και στους ήρωες των παραδοσιακών παραμυθιών;
– Στο παραμύθι αναπτύσσεται μια βαθύτερη σχέση ανάμεσα στον αφηγητή και τον ακροατή, γιατί δουλεύουν μαζί, ώστε να δώσουν στα πράγματα μιαν αξία που ίσως πριν δεν είχαν. Ενα δέντρο είναι ένα δέντρο, αλλά στο παραμύθι το δέντρο ήταν ένα βασιλόπουλο που δεντρώθηκε και το βουνό ένας δράκος που τον καταράστηκε ο μάγος. Ετσι τα πράγματα αποκτούν πάλι την αληθινή τους αξία, ότι δηλαδή είναι θαυμάσια, αλλά το είχαμε ξεχάσει. Στα ηλεκτρονικά, αυτά μπορεί να γίνονται με το πάτημα ενός κουμπιού. Είναι διασκεδαστικό, δεν λέω, αλλά πού είναι η σχέση; Οταν παρουσιάζω κάτι, θέλω να προκαλέσω τον θαυμασμό, όχι για μένα αλλά γι’ αυτά που παρουσιάζω, να τα κάνω πάλι σπουδαία και μέσα απ’ αυτό παλεύω να αποκτήσω μια βαθύτερη φιλία με τον άλλον είτε είναι εγγόνι μου είτε συνομήλικός μου.
– Ποιοι ήταν οι δικοί σας αγαπημένοι ήρωες παραμυθιών και ποιοι έπαιρναν τη θέση τους όσο μεγαλώνατε;
– Οταν ήμουν εννιά χρόνων, αγάπησα τον Τζακ της φασολιάς. Στα δεκατρία μου, τον Χοκ Φιν του Μαρκ Τουέν και στα δεκάξι μου τον πρίγκιπα Μίσκιν απ’ τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι. Στα 19 μου, αντικατέστησα τον Τζακ με τον Φελίνι. Στα 23 μου, τη θέση του Φιν πήρε ο Τσε Γκεβάρα. Κανείς όμως δεν πήρε τη θέση του πρίγκιπα Μίσκιν στην καρδιά μου ακόμα.

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Πού κατοικούν οι αόρατες πολιτικές δυνάμεις; Κι ένα παλιό τραγούδι του Φοίβου Δεληβοριά, από τον πρώτο του δίσκο,όταν ήταν μόνο 16 χρονών...




"Nαι στις αόρατες πολιτικές δυνάμεις»

Πήρα θέση στον καναπέ, βάλαμε το cd στον υπολογιστή και περίμενα να ακούσω τις ιστορίες που ο Φοίβος Δεληβοριάς μετέτρεψε σε καινούρια τραγούδια. Μάταια όμως. Αυτή τη φορά οι στίχοι δεν μιλούσαν για περιπέτειες φίλων, γνώριμες γωνιές της πόλης, στιγμές από την καθημερινότητά μας. Σε αυτά τα τραγούδια κυριαρχούν τα συναισθήματα.

Πρωταγωνιστής, ο «Αόρατος άνθρωπος». Εξ ου και ο τίτλος του νέου άλμπουμ, που κυκλοφορεί σε 15 μέρες, δανεισμένος από τη γνωστή νουβέλα φαντασίας του Γουέλς. Πάνε οι μπαλάντες και οι στρωτές μελωδίες. Στη θέση τους βρίσκονται έγχορδα παραμορφωμένα, όργανα που ηχούν σαν κραυγές, μουσικοί πειραματισμοί, ηλεκτρονικά ακούσματα, επιρροές από Depeche Mode. Ανάμεσα στα κομμάτια, το «Ωροσκόπιο», που ερμηνεύει η Αρλέτα, η «Αμφιβολία» (φόρος τιμής στη Λένα Πλάτωνος), ένας λιβανέζικος ύμνος («Wahabibi»), ένα «Bolero», αλλά και κάποια εξαιρετικά τρυφερά κομμάτια, όπως τα «Σκοτάδι των δυο» και «Το φεγγάρι αυτό».
«Είναι όλα γραμμένα σε δεύτερο πρόσωπο. Σαν ένα email που δεν αποστέλλεται ποτέ. Σαν σπαράγματα μονολόγων που δεν έχουν παραλήπτη» εξηγεί ο ίδιος. Διάλεξε μάλιστα να τα κυκλοφορήσει σε μια νέα μικρή εταιρεία:
«Εφυγα από μια πολυεθνική και έψαχνα για ανθρώπους που να φέρονται σαν «αριστοκράτες» της μουσικής. Κάποιους που να αντιμετωπίζουν τον δίσκο ως είδος πολυτελείας. Και πράγματι στην Inner Ear με τιμούν, γιατί θεωρούν ότι δημιουργώ έργο. Ηχογραφώ αυτά τα κομμάτια εδώ κι ένα χρόνο. Για μια πολυεθνική, αυτό θα ήταν αδιανόητο. Νιώθω αγαπητός. Κι επίσης αισθάνομαι ότι μπορώ να πιω κι έναν καφέ με τους υπόλοιπους καλλιτέχνες της εταιρείας. Δεν μπορούσα να με βλέπω πια στο ίδιο ράφι με τραγουδιστές με τους οποίους δεν είχα τίποτα κοινό».
-Πάντως, τα νέα σου τραγούδια δεν έχουν πολλές αιχμές γι' αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.
«Με ενοχλούν τα όψιμα πολιτικά τραγούδια. Το 2004 και το 2005, όταν όλα φαίνονταν ευδαιμονικά, όταν η κοινωνία συντονιζόταν με τα ριάλιτι, όταν καίγονταν όλα και δεν μιλούσε κανείς, όταν κανείς δεν έβλεπε τα σημάδια της επερχόμενης σήψης, όταν γράφονταν τραγούδια μόνο και μόνο για να εξυπηρετούν τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας, τότε ήταν η περίοδος να φωνάξεις. Το να θυσιαστεί ένα παιδί για να γίνουμε όψιμα πολιτικοποιημένοι δεν μου λέει τίποτα».
-Παρ' όλο που τα κομμάτια γράφτηκαν σε μια δύσκολη περίοδο, δεν είναι τόσο «σκοτεινά».
«Ακόμα και σήμερα επιλέγω να κρατώ τα θετικά. Μέσα στο γενικό black out της χώρας, τουλάχιστον μας δίνεται η ευκαιρία να αγγίξουμε τον άλλον στο σκοτάδι για να τον βρούμε. Μέχρι τώρα ήμασταν κάτω από τους προβολείς, αλλά ο ναρκισσισμός μας δεν μας επέτρεπε να δούμε κανέναν άλλο παρά μόνο το είδωλό μας στον καθρέφτη. Ευτυχώς ή δυστυχώς, εγώ την κρίση την αισθάνομαι από το 1974 που γεννήθηκα. Εβλεπα για παράδειγμα στα οικογενειακά τσιμπούσια θείους αριστερούς και αισθανόμουν ότι την έχουν πατήσει χοντρά. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που επέστρεψαν πολλά χρόνια μετά από το Λονδίνο με κατάθλιψη, που πραγματοποίησαν το όνειρό τους όταν απέκτησαν Καγέν. Χθες χόρευαν ζεϊμπέκικα στις τηλεοράσεις, παραμυθιάζονταν από την ψεύτικη ευημερία των Ολυμπιακών Αγώνων και σήμερα, που η Αθήνα κατάντησε γκέτο, που οι μετανάστες τρώνε ξύλο, που τα μαγαζιά διαλύονται, περιορίζονται σε μεγαλοστομίες».
-Το αποτέλεσμα των εκλογών πώς σου φάνηκε;
«Ηταν μια νίκη κατά των φαινομένων. Δυστυχώς αυτή η χώρα από την εποχή της μεταπολίτευσης και μετά ζει μια παρατεταμένη περίοδο των χαρισματικών ηγετών. Μόνο χαρά, λοιπόν, μου προκαλεί να βλέπω τον Γιώργο Καμίνη ή το Γιάννη Μπουτάρη με τη συμπαθητική τους αμηχανία και τις αντιτηλεοπτικές τους φυσιογνωμίες και φωνές. Δεν είναι επαγγελματίες πολιτικοί, ούτε επαγγελματίες ιδεολόγοι. Είναι κανονικοί άνθρωποι που τους ψηφίσαμε γιατί διαφέρουν από τα ζόμπι που κυβερνούν».
-Είσαι υπέρ του μνημονίου;
«Ούτε υπέρ, ούτε κατά. Με ενοχλούν οι βολεμένοι αριστεροί που λένε ανέξοδα ότι έχουν τη λύση στο τσεπάκι τους. Μου φαίνονται χυδαίοι όσοι υποστηρίζουν ότι σε έναν χρόνο μπορούν να κάνουν θαύματα. Ούτε το ΠΑΣΟΚ, ούτε η Ν.Δ., ούτε και η παλαιοκομματική αριστερά θα φέρουν τη λύση. Πιστεύω στις αόρατες πολιτικές δυνάμεις που ορθώνουν πολιτικό λόγο. Οσοι επενδύουν ακόμα στην παλαιά Ελλάδα και τη γραφικότητά της θα βλέπουν την επόμενη δεκαετία τα όνειρά τους να γκρεμίζονται. Δεν θα μείνει ούτε ένας χαρούμενος Ζορμπάς». *

ΣΧΟΛΙΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ: 

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Πού είναι το παιδί που δεν γεννήθηκε; Πέρασαν κιόλας 7 μήνες...Ενώ πέρασαν και 2 χρόνια από τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου...

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΣΟΣ... (Επαναλαμβάνω την ανάρτηση της 22/5/2010, το απόσπασμα, δηλαδή, της συνέντευξης του Δ. Πουλικάκου στο FAQ, ίσως η πιο εξαιρετική κουβέντα που διάβασα το 2010 από έναν outsider καλλιτέχνη, που δεν θέλει να μονοπωλεί ούτε το θυμό, ούτε το μίσος των περιθωριοποιημένων*)


...- Ποια είναι η σχέση σας με το χρήμα;
Θα πω αυτό το κλασικό, ό,τι βρέξει ας κατεβάσει, όσα έρθουν κι όσα πάνε. Δηλαδή, αρνούμαι να καθορίζει τη ζωή μου κάτι το οποίο το θεωρώ ως μία από τις πιο ποταπές εφευρέσεις του ανθρώπου.
- Αυτό είναι μια ροκ αντίληψη;
- Δεν με ενδιαφέρει αν είναι ροκ αντίληψη. Και εν πάση περιπτώσει αυτό το "ροκ" έχει καταλήξει σαν τον μαϊντανό, να πούμε. Όποιον να ρωτήσεις θα σου πει εγώ είμαι ροκ...Τώρα βλέπεις ένα παιδί με μακριά μαλλιά και λες μπράβο. Σου φαίνεται ότι έχει κάτι επαναστατικό. Και μετά το ακούς να τραγουδάει μια παπάρα στο "Ελλάδα έχεις ταλέντο"
Υπάρχει ανάγκη για επαναστατικότητα σήμερα;
-(Γέλια) Πολλή. Αλλά μας τρώει το μίσος. Η επανάσταση είναι αγάπη, δεν είναι μίσος. Αυτό δεν το βλέπουμε γύρω μας, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Αυτό που μισείς, αυτό που θες να καταστρέψεις, γίνεσαι το ίδιο. Δεν μαθαίνουμε τίποτα από την ιστορία. Βλέπουμε τι συμβαίνει με τις επαναστάσεις. Οι πρωτοστάτες είναι οι πρώτοι που εκτελούνται μέχρι που σβήνονται κι από ομαδικές φωτογραφίες! Αρρώστια!...
...- Χρειαζόμαστε στα πράγματα ανθρώπους που βάζουν φιτιλιές;
 - Θέλει μεγάλη προσοχή γιατί υπάρχουν κι εκείνοι που σκοτώνουν. Είδες τι έγινε. Κατά λάθος, επίτηδες, δεν ξέρω έγινε κι αυτό. Επί τη ευκαιρία, μια σημείωση. 
Κ α ν ο ν ι κ ά , ό τ α ν  π α ς  ν α  κ ά ν ε ι ς  κ ά τ ι  κ α ι  δ υ σ τ υ χ ώ ς  γ ί ν ε τ α ι 
κ ά τ ι  ά λ λ ο ,  π α ρ α δ ί ν ε σ α ι . Κ α ι  λ ε ς  ε γ ώ  τ ο  έ κ α ν α ,  δ ε ν  ή θ ε λ α  
ν α  π ά ρ ε ι  τ έ τ ο ι α  τ ρ ο π ή  τ ο  π ρ ά γ μ α ,  α λ λ ά  ε γ ώ  ή μ ο υ ν  π ι ά σ τ ε 
μ ε .*...
...- Πες ότι αυτή τη στιγμή διαβάζουν τη FAQ 500 δεκαοχτάχρονα. Τι θα τους έλεγες;
Θα τους έλεγα σαν βασικό δόγμα ότι η επανάσταση είναι αγάπη και όχι μίσος. Ειδεμή, γινόμαστε σαν αυτούς θέλουμε να αντικαταστήσουμε και όσον αφορά την τωρινή κατάσταση. Θα τους έλεγα "Τι τους κοιτάτε, ρε;" Να τους κράξουνε τόσο ώστε να τους αναγκάσουν να παραιτηθούν...

*: η υπογράμμιση είναι δική μου, αλλά ταυτόχρονα μου φέρνει στο νου τα παρακάτω λόγια:

"...Μπήκε στην Πλατεία των Σανάδικων. Του ήταν δυσάρεστο ν' ανοίγει πέρασμα μέσα από το πλήθος, αλλά πήγαινε ακριβώς εκεί όπου έβλεπε περισσότερο μαζεμένο κόσμο. Θα έδινε τα πάντα για να μείνει μόνος, αλλά αισθανόταν κι ο ίδιος πως πια ούτε λεπτό δεν θα έμενε μόνος. Μέσα στο πλήθος, ένας μεθυσμένος έκανε τα κόλπα του: ήθελε να χορέψει, αλλά κατρακυλούσε διαρκώς με το πλευρό. Πολλοί μαζεύτηκαν γύρω του. Ο Ρασκόλνικωφ άνοιξε πέρασμα, έμεινε πολλά λεπτά κοιτάζοντας τον μεθυσμένο, και ξαφνικά ξέσπασε σ' ένα σύντομο και τρανταχτό γέλιο. Ύστερα από μια στιγμή, είχε  ξεχάσει κιόλας τον μεθυσμένο/ μάλιστα, δεν τον έβλεπε πια, παρ' όλο που τον κοιτούσε. Τέλος απομακρύνθηκε, χωρίς μάλιστα να έχει συνείδηση για το μέρος που βρισκόταν. Όμως, όταν έφτασε στη μέση της πλατείας, έκανε άθελά του μια κίνηση, τον κυρίεψε μια αίσθηση, μονομιάς τον πλημμύρισε ολάκερο, στην ψυχή και στο σώμα.
   Είχε μεμιάς θυμηθεί τα λόγια της Σόνιας: "Πήγαινε σ' ένα σταυροδρόμι, σκύψε μπροστά στον κόσμο, φίλησε τη γη, γιατί και σ' αυτήν αμάρτησες και πες δυνατά σ' όλο τον κόσμο: "Είμαι φονιάς!" Τρεμούλιασε σύγκορμος καθώς το θυμήθηκε αυτό. Και ήταν τόσο τσακισμένος από την απελπισία των τελευταίων ημερών, προπάντων των τελευταίων ωρών, ώστε αρπάχτηκε από τη δυνατότητα αυτής της καινούργιας αίσθησης, που την πόθησε ολοκληρωμένη κι απόλυτη. Είχε ανεβεί μέσα του και τον είχε κατακλύσει ξαφνικά, σαν με έφοδο. Ήταν σαν μια σπίθα που σιγόκαιγε καταχωνιασμένη μέσα στην ψυχή του και που ξαφνικά τον είχε πυρπολήσει σαν πυρκαγιά, ολόκληρον. Όλα μέσα του έλιωσαν, και τα δάκρυά του ξεχείλισαν. Έπεσε καταγής...
   Γονάτισε στη μέση της πλατείας, έσκυψε ως τη γη και φίλησε αυτή τη βρώμικη γη με απόλαυση και ευτυχία. Ανασηκώθηκε και έσκυψε δεύτερη φορά.
   "Μωρέ αυτός τάχει πιει για τα καλά", έκανε πλάι του ένας νεαρός.
   Άκουσε ένα γέλιο.
   "Σίγουρα, πηγαίνει στα Ιεροσόλυμα, παιδιά, αποχαιρετά την πατρική του γη, τα παιδιά του. Χαιρετάει όλη την κοινότητα, φιλάει την πρώτη πόλη, την Αγία Πετρούπολη και το χώμα της", πρόσθεσε ένας άνθρωπος του λαού, που ήταν και λιγάκι πιωμένος.
   "Και είναι ακόμα νέο, το παλληκάρι!" μπήκε στη μέση ένας τρίτος.
   "Είναι ευγενής!" παρατήρησε κάποιος με σοβαρότητα.
   "Στον καιρό μας, δεν ξεχωρίζεις πια ποιος είναι ευγενής και ποιος όχι".
   Όλες αυτές οι κουβέντες και τα σχόλια συγκράτησαν τον Ρασκόλνικωφ, και η λέξη: "Σκότωσα", που ήταν ίσως έτοιμη να πετάξει από τα χείλια του, ξεψύχησε βαθιά μέσα του. Ωστόσο, υπέμεινε ήρεμα όλες αυτές τις φωνές και, χωρίς να κοιτάξει γύρω του, τράβηξε ολόισια, από το δρομάκι, προς τα εκεί που ήταν το τμήμα..."

(από το "Έγκλημα και Τιμωρία" του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, μέρος ΣΤ', κεφάλαιο 8, μτφ. Α.Μ., εκδόσεις Γαλαξία)

*: