Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Από την "Ελευθεροτυπία" σήμερα (6/12/2010)...




Έντυπη Έκδοση 

Για τα παιδιά

ΠΡΙΝ από δύο χρόνια, σαν σήμερα, μια σφαίρα πυροδοτούσε τον ξεσηκωμό του πιο άδολου, του πιο αδιάφθορου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας: της νεολαίας της.
Ο ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ εκείνος, αυθόρμητος και ανοργάνωτος, αντλώντας ορμή από την αστραπιαία μετάδοση συναισθημάτων και συνθημάτων μέσα από τα τηλέφωνα και τα κομπιούτερ, ταρακούνησε τις μεγάλες πόλεις και την πρωτεύουσα, κυρίως, για μέρες, μέχρι τις παραμονές των Χριστουγέννων.
ΕΚΕΙ, εντελώς ξαφνικά, έτσι ακριβώς όπως εξερράγη, ξεφούσκωσε. Εξαφανίστηκε. Χάθηκε μέσα στις αργίες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς σαν σχολική χρονιά, σαν εκδρομή, σαν διάττων αστέρας.
ΠΙΣΩ της είχε αφήσει ερειπωμένα μαγαζιά, καμένα αυτοκίνητα, εμπρηστικά συνθήματα, τρομοκρατημένους φύλακες και πρώην διώκτες, μισοκακόμοιρους εξουσιαστές, που ψέλλιζαν συγγνώμες, γονείς που καμάρωναν τα παιδάκια τους και καταριόντουσαν την κάθε είδους εξουσία και μια χώρα ολοφυρόμενη, που ανακάλυπτε σε πόσο άδικα χέρια είχε αφήσει την τύχη της ζωής της.
ΤΙ απογίναν όλα αυτά; Πού πήγαν τόσο πάθος, τόση πίστη, τόση ορμή, τόση ρητορεία; Πού πήγαν τόσα συνθήματα και ελπίδες; Σε τι εξελίχθηκε η εξέγερση εκείνου του Δεκέμβρη για όλους εκείνους που μετείχαν και όλους εκείνους που καμαρώναν από πίσω απ' τις κουρτίνες;
ΟΙ τράπεζες κλέβουν τον ίδιο τόκο και με τους ίδιους όρους όσους έχουν γραπώσει για τα καλά απ' τους πολίτες. Ολους μας δηλαδή. Κι οι αστυνόμοι δέρνουν με το ίδιο μένος μικρά παιδιά και συνταξιούχους, καθηγητές, εργάτες και υπαλλήλους. Οι μεγαλέμποροι αισχροκερδούν το ίδιο κι οι βιομήχανοι κινούν τις μηχανές με το διπλάσιο και τριπλάσιο περιθώριο κέρδους από τους Γερμανούς και Σουηδούς ομολόγους τους.
ΟΙ ανάξιοι κι οι ράθυμοι και οι επιπλέοντες φελλοί επικρατούν στο ίδιο ποσοστό μες στα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τις υπηρεσίες, τα δημόσια πράγματα και τους κοινωφελείς οργανισμούς, όπως και πριν, εντεταγμένοι τώρα και σε κινήματα αντίστασης κατά του Μνημονίου και της ξενόφερτης ακρίδας.
ΚΑΙ οι πολιτικοί, που αρχικά φοβόντουσαν και να κυκλοφορήσουν ανοιχτά, τώρα ξεθάρρεψαν και μας κουνάν το δαχτυλάκι δασκαλίστικα, αυτοπωλούμενοι ως σωτήρες κι αντιστασιακοί στις τρόικες και τα μεγάλα funds, που απειλούν να καταπιούν τη χώρα.
ΤΟΤΕ, πριν από δύο χρόνια, η πλήρης οπισθοχώρηση του κράτους, μπροστά στο έγκλημα που είχε κάνει, άφησε την ορμή των νέων να παρασύρει σαν ποτάμι ό,τι πιο σάπιο είχε να επιδείξει. Ισαμε τις γιορτές των Χριστουγέννων. Γιατί μετά, η ίδια η σαπίλα ξανασκαρφάλωσε στο θρόνο και κυβερνά από παντού, κουνώντας με θράσος το δαχτυλάκι δασκαλίστικα.
ΤΟ ερώτημα δεν είναι πού πήγαν τα παιδιά, που ήτανε ήδη οργανωμένα, ούτε εκείνα, τα λίγα, που διάλεξαν το δρόμο του αντάρτικου. Το ερώτημα είναι πού πήγαν οι δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες νέοι, που έλεγαν ή ήλπιζαν ή εμείς ελπίζαμε ότι μια μέρα θα γίνονταν κάποιοι άλλοι. Καλύτεροι από αυτούς που σιωπούν, κλέβουν, λουφάρουν και κυβερνάνε. Και προπαντός, καλύτεροι από μας.

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

"Γραμμή υποστήριξης" του Κωστή Παπαγιώργη (από τη "Λαϊκή Απογευματινή" του "Αθηνοράματος" τ.551,2-8/12/10)

           ΓΡΑΜΜΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ...


  Σύμφωνα με τα έγκυρα δεδομένα της Γραμμής Παρέμβασης (1018), οι αυτοκτονίες στη χώρα μας έχουν διπλασιαστεί - και πιθανότατα τριπλασιαστεί. Το "πιθανότατα" δεν αποτελεί σχήμα λόγου. Αν λάβουμε υπόψη τον αποτροπιασμό που προκαλεί η αυτοχειρία ακόμη και σε φίλους και σε συγγενείς, είναι ευνόητο ότι - ειδικά σε κλειστές κοινωνίες - η πράξη περνάει σαν δυστύχημα, ασθένεια, θάνατος αγνώστου αιτίου και τα παρόμοια. Άλλωστε, όπως ξέρουμε, η εκκλησία αρνείται να ψάλει τη νεκρώσιμο ακολουθία και να κηδέψει σύμφωνα με τους τύπους τον αυτόχειρα. Στην περίπτωση δε που δεχτεί να ψάλει την ακολουθία, αυτή τελείται εκτός ναού - για το φόβο των Ιουδαίων.
   Ένα άλλο ανατριχιαστικό δεδομένο είναι ότι οι περισσότεροι αυτόχειρες ανήκουν σε νεανικές ηλικιακές ομάδες. Ένας γέροντας δύσκολα καταφεύγει σε ακραία μέσα. Μπορεί να ζει σαν αυτοκτονημένος, αλλά ζει. Τα παλιά κόκαλα, παρά τις ασθένειες και τα βάσανα, εντέλει τα βρίσκουν με τη ζωή και υπομένουν. ντίθετα οι νέοι (από 20 και 30 μέχρι και 50 ετών, όσο δηλαδή η φιλοδοξία για καλύτρη ζωή αντέχει), όταν διαψευστούν - πράγμα που συμβαίνει αρκετά συχνά-, καταφεύγουν στα φάρμακα και τα φαρμάκια, στον αυτοπυροβολισμό, τον απαγχονισμό, στην πτώση στο κενό, τον πνιγμό, την ένεση ινσουλίνης στη φλέβα, την υπερβολική ταχύτητα κλπ.
    Ένα από τα οχληρά οξύμωρα της αυτοκτονίας αφορά, βέβαια, τη μαύρη υστεροφημία. Δεν φτάνει που ο αυτόχειρ δίνει τέλος στη ζωή του, γίνεται δηλαδή δήμιος του εαυτού του, επιπλέον θα πρέπει να σκέφτεται και την κοινωνική κατακραυγή. Ειδικά στις παλιές κοινωνίες ο αυτοκτόνος προκαλούσε μεγαλύτερο αποτροπιασμό από τον αδελφοκτόνο ή τον πατροκτόνο. Στους "Νόμους" ο Πλάτων ορίζει τι ο αυτόχειρ θα πρέπει να θάβεται χωριστά από το ίδιο του το χέρι. Αλλού το θύμα αλλού ο θύτης! Τυχαία μήπως στα ευαγγέλια το πιο αισχρό πρόσωπο είναι ο Ιούδας που τελικά απαγχονίζεται (και απελθών απήγξατο);
   Επιβάλλεται πάντως να τονίσουμε ότι στους νεότερους χρόνους, βοηθούσης και της λογοτεχνίας, η αυτοχειρία άρχισε να προσλαμβάνει χαρακτηριστικά ευγένειας, έστω κι αν συνέχισε να προκαλεί ψυχική συσκότιση. Η αυτοκτονία του Χεμινγουέι, για παράδειγμα, ο οποίος έβαλε στο στήθος του την κάννη της καραμπίνας και πυροβόλησε, ταυτίστηκε με το σθένος ισχυρού ατόμου που δεν ήθελε να συμβιβαστεί με την εγκατάλειψη στα γηρατειά. 
   Αλλά και η αυτοκτονία του Καρυωτάκη - παρά τη σύφιλη που έφαγε πολλούς ρομαντικούς - προσέδωσε σε αυτόν τον νέο γνωρίσματα έκτακτης ψυχικής ανωτερότητας και μιας διαμαρτυρίας που ξέφευγε από τα όρια του προσωπικού  του βίου.
   Ένα άλλο ζήτημα που δεν πολυαναφέρεται από τους ειδικούς είναι ότι με τους φονιάδες κάποια μέτρα μπορεί να ληφθούν, αλλά με τους αυτόχειρες αυτό αποκλείεται. Όταν η ίδια η ζωή σκοτώνει τον εαυτό της, δεν ξέρουμε ούτε καν να πενθήσουμε. Χώρια που νιώθουμε προδότες απλώς και μόνο επειδή επιμένουμε να ζούμε και να επιβιώνουμε.









Δικαίωσις

Τότε λοιπόν αδέσποτο θ' αφήσω
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.

Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου
«Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου»
θα πω στον τελευταίο που θ' αντικρύσω.

Όταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
-- πρώτη φορά -- σε τέσσερων τον ώμο.

Ύστερα, και του βίου μου την προσπάθεια
αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει
ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.