Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

«Το έβδομο διαμάντι» ένα παραμύθι του Μάκη Πανώριου (από τα «Ξαφνικά παραμύθια», εκδ. Εταιρείας Συγγραφέων και της «Εφημερίδας των Συντακτών», 2017)

..............................................................

 



·       «Το έβδομο διαμάντι»






 

 ένα παραμύθι του Μάκη Πανώριου (από τα «Ξαφνικά
  παραμύθια», εκδ. Εταιρείας Συγγραφέων και της «Εφη-
  μερίδας των Συντακτών», 2017)








   Η Νεφέλη η Ωραία ήταν η μοναχοκόρη του Άρχοντα του Σύμπαντος· το βασίλειό του βρισκόταν πλάι στη θάλασσα και τα γαλάζια κύματά της τραγουδούσαν: Νεφέλη, Νεφέλη, Νεφέλη, είσαι η πιο όμορφη του κόσμου. «Τι άλλο θέλω», έλεγε η Νεφέλη και γελούσε. «Να παντρευτείς», είπε ο Άρχοντας πατέρας της, «για να συνεχιστεί το βασίλειό μας». «Θα παντρευτώ αυτόν που θα μού φέρει τα εφτά διαμάντια του Σύμπαντος», είπε η Νεφέλη. Κι ο βασιλιάς έστειλε μήνυμα στη Γη και στα Ουράνια: «Αυτός που θα φέρει τα εφτά μαγικά διαμάντια του Σύμπαντος θα πάρει την κόρη μου γυναίκα του και προίκα του το βασίλειό μου». Κι ήρθανε βασιλιάδες, άρχοντες, πριγκιπόπουλα, ποιητές, τραγουδιστές, σοφοί και μάγοι να πάρουν την Ωραία και το Βασίλειο. Όμως τα διαμάντια που έφερναν ήταν ψεύτικα, φτιαγμένα από μάγους κι η Νεφέλη το καταλάβαινε αμέσως μόλις τα ‘βλεπε, και τότε αυτοί έφευγαν ντροπιασμένοι με το κεφάλι σκυμμένο, κι η Νεφέλη γελούσε κι ο κόσμος που την άκουγε ανατρίχιαζε.
   Λοιπόν, μια μαγεμένη νύχτα, σ’ ένα μακρινό αστέρι που τα λουλούδια του άνθιζαν όλο το χρόνο και τα πουλιά κελαηδούσαν ακόμα και τη νύχτα τη στολισμένη με τρία ασημένια φεγγάρια, ο Ίμπου, το όμορφο παλικαράκι, είδε στο όνειρό του τη Νεφέλη και η καρδιά του σπάραξε. Ξύπνησε με δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του και του φάνηκε πως η νύχτα και τα φεγγάρια και τα πουλιά και οι θάλασσες και τα βουνά και τα δάση τραγουδούσαν Νεφέλη, Νεφέλη, Νεφέλη, είσαι η πιο όμορφη του κόσμου. Και τότε ο Ίμπου έκοψε το πιο ωραίο λουλούδι του ανθόκηπού του, έβαλα μέσα την καρδιά του και πήγε να της το δώσει. Ήταν ένα γκρίζο πρωινό όταν έφτασε στη Γη των Ανθρώπων, κι ο ουρανός ήταν σκεπασμένος με θυμωμένα σύννεφα πάνω απ’ το χρυσό  παλάτι του βασιλιά κι από μέσα του έβγαινε μια σιωπή σα φοβέρα. Ο Ίμπου προσευχήθηκε στους θεούς να τον βοηθήσουν, ύστερα πήρε το άνθος της καρδιάς του και πήγε να το δώσει στη Νεφέλη. Μπήκε μέσα στο παλάτι και δεν ήξερε ότι πήγαινε στη μοίρα του. Την ήξεραν μόνο οι θεοί, αλλά το μόνο που έκαναν ήταν να τον κοιτάζουν. Έφτασε, λοιπόν, στην αίθουσα της Νεφέλης. Κι η Νεφέλη καθόταν στη χρυσαφένια καρέκλα της και τον κοιτούσε αλλά δεν τον έβλεπε. Ο Ίμπου, το παλικαράκι των άστρων, την προσκύνησε και είπε: «Κυρά των λογισμών μου», κι η φωνή του φθινοπωρινό ποίημα, «σου φέρνω την καρδιά μου που ανθίζει μόνο για σένα», και τ’ άφησε μπρος στα  πόδια της. Εκείνη σα να μην άκουσε καλά έσκυψε και τον κοίταξε συλλογισμένη αλλά δεν τον έβλεπε. Κι ύστερα σα να μονολογούσε είπε: «Μα εγώ δεν θέλω ούτε την καρδιά σου ούτε τα λουλούδια σου. Θέλω μόνο τα εφτά μαγικά διαμάντια του Σύμπαντος. Αυτά μου τα ‘φερες;» «Όχι», είπε ο Ίμπου κι η καρδιά του άρχισε να νυχτώνει. «Πήγαινε, λοιπόν, να μου τα φέρεις», είπε η Νεφέλη και του Ίμπου του φάνηκε πως άκουσε μια μακρινή βροντή και μετά τίποτα, παρά μόνο μια απέραντη σιωπή που έμοιαζε με αόρατο άγριο σύννεφο φορτωμένο αστραπές κι η Νεφέλη ένα σκοτεινό άγαλμα βουβό και μακρινό και κρύο. Κι ο Ίμπου έφυγε και πια δεν άκουγε παρά μόνο τα βήματά του, και βγήκε έξω να συναντήσει τη μοίρα του, κι η μοίρα του τον ακολουθούσε σα λύκαινα. Κι έξω έβρεχε κι ο Ίμπου δεν ήξερε πως ήταν τα δάκρυά του, κι έτσι σήκωσε τα πικρά του μάτια ψηλά και είπε σαν προσευχή:
   -Βροχή του άγιου ουρανού, δώσε μου, σε παρακαλώ, το διαμάντι σου για την αγάπη μου.
   Κι η βροχή έγινε αμέσως ένα διάφανο διαμάντι στο απλωμένο χέρι του Ίμπου, κι ύστερα έφυγε και πήγε μακριά, σε άλλους τόπους, να ποτίσει άλλα λιβάδια, περιβόλια και κήπους. Κι ο Ίμπου την ευχαρίστησε και να που είχε κιόλας το πρώτο διαμάντι, κι έτσι χαρούμενος τώρα, διάβηκε κάμπους και βουνά και πήγαινε κι ένας έφηβος ήλιος του χαμογελούσε από το διάφανο στερέωμα, κι ο Ίμπου άπλωσε τα χέρια του και είπε:
   -Ήλιε μου, βασιλιά του ουρανού, δώσε μου, σε παρακαλώ, το διαμάντι σου, για την αγάπη μου.
   Κι ο ήλιος μάζεψε τις λαμπερές αχτίδες του και τις απόθεσε στο απλωμένο χέρι του Ίμπου, κι ήταν το δεύτερο διαμάντι  κι έλαμπε κατακίτρινο του χρυσού. Κι ο Ίμπου ευχαρίστησε τον ήλιο κι ο ήλιος τού χαμογέλασε και συνέχισε το ουράνιο ταξίδι του, κι ο Ίμπου το δικό του στις ερημιές του κόσμου. Και πέρασε φαράγγια και ρουμάνια κι έφτασε σ’ ένα μικρό λόφο, στην κορφή του μια πορτοκαλιά και ήταν φορτωμένη ώριμους καρπούς κι ήταν λες και τον περίμενε, κι ο Ίμπου είπε:
   -Πορτοκαλιά μου, αρχόντισσα, δώσε μου, σε παρακαλώ, το διαμάντι σου για την αγάπη μου.
   Και το θαυμαστό δέντρο έγειρε το πιο ψηλό κλαρί του και το ωραιότερο πορτοκάλι έπεσε στη φούχτα του Ίμπου κι ήταν το τρίτο ποροκαλόχρωμο διαμάντι, ο Ίμπου ευχαρίστησε την πορτοκαλιά, την αποχαιρέτησε και πήρε πάλι το δρόμο της αναζήτησης. Ανέβηκε βουνά, πέρασε ρέματα, διάβηκε ποτάμια, γέφυρες, μονοπάτια, χαράδρες, και μια μέρα έφτασε μπροστά στον βαθυγάλανο ωκεανό, στάθηκε μπροστά στη μουσική ακρογιαλιά του κι είπε:
   -Ωκεανέ , Αφέντη μου, με τις γοργόνες σου και τις σειρήνες σου και τα κοράλλια σου, δώσε μου, σε παρακαλώ, το διαμάντι σου για την αγάπη μου.
   Κι από τα μυστικά βάθη του ωκεανού ήρθε ένα τρυφερό κυματάκι, χάιδεψε τα πόδια του Ίμπου κι έγινε το τέταρτο μπλε διαμάντι. Ο Ίμπου έσκυψε, το πήρε συγκινημένος και προσκύνησε τον πόντο, κι ο βασιλιάς ο Ποσειδώνας τον αποχαιρέτησε αναταράζοντας τα γαλανά κύματα με τη χρυσή τρίαινά του. Κι ο Ίμπου δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει και πάει, και διάβηκε, που λέτε, βαθύσκιωτα  δάση, ανηφόρισε πέτρινες πλαγιές, πέρασε χαράδρες κι έφτασε σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι κι ο Ίμπου είπε:
   -Λιβάδι μου ωραίο, δώσε μου, σε παρακαλώ, το διαμάντι σου, για την αγάπη μου.
   Και το λιβάδι τού το ‘δωσε· μέσα από τα πράσινα φύλλα του βγήκε ένα πράσινο ξωτικό και πρόσφερε στον Ίμπου το πέμπτο βαθυπράσινο διαμάντι. Κι ο Ίμπου ευχαρίστησε το μαγικό Λιβάδι κι αυτό του ‘στειλε ένα πράσινο αεράκι να τον ξεπροβοδίσει κι ο Ίμπου πήρε ξανά το δρόμο κι ο χρόνος έφευγε κι άρχισε να σουρουπώνει κι οι σκιές σέρνονταν εδώ κι εκεί σα δεντρογαλιές, κι ο ήλιος άρχισε να κατεβαίνει στον ορίζοντα κι ήρθε το δειλινό κι ο Ίμπου είπε:
   -Ηλιοβασίλεμα σπλαχνικό της ζωής μου, δώσε μου, σε παρακαλώ, το διαμάντι σου, για την αγάπη μου.
   Κι ο ήλιος έστειλε στον Ίμπου την τελευταία αχτίδα του, κι ήταν το έκτο σαπφείρινο μοβ διαμάντι, κι αμέσως μετά η νύχτα σκέπασε τον κόσμο, κι ο Ίμπου ξάπλωσε να κοιμηθεί.
   - Αύριο θα βρω το έβδομο διαμάντι, είπε και κοιμήθηκε. Κι όταν ξημέρωσε, ο Ίμπου ξύπνησε κι ήταν μπροστά στο παλάτι της Νεφέλης. Η αναζήτησή του είχε τελειώσει κι είχε μόνο έξι διαμάντια και σκέφτηκε πως δεν υπήρχε άλλο, κι έτσι πήγε να της τα δώσει. Η Νεφέλη καθόταν στη χρυσή πολυθρόνα της σα να μην είχε σηκωθεί ποτέ και τον κοιτούσε και περίμενε. Κι αυτός έβγαλε απ’ το δισάκι του τα έξι διαμάντια και της τα πρόσφερε με κουρασμένα χέρια. Η Νεφέλη έσκυψε, τα μέτρησε κι ύστερα, σήκωσε το μυθικό κεφάλι της και τον κοίταξε, μα βέβαια ούτε και τώρα τον έβλεπε, κι ύστερα από αιώνες έκρωξε:
   -Είναι μονάχα έξι. Πού είναι το έβδομο;
   - Δεν υπάρχει, Κυρά των Λογισμών μου, είπε ο Ίμπου κι η φωνή του χλιαρό φθινοπωρινό αεράκι, κι ας το ζήτησα στη γη και στα ουράνια. Αντί γι’ αυτό σου δίνω την καρδιά μου που είναι κεντημένη μ’ όλα τα τριαντάφυλλα του παραδείσου.
   - Δεν θέλω την καρδιά σου, θέλω το έβδομο διαμάντι, και δεν μου το ‘φερες. Λοιπόν καλύτερα να φύγεις.
   - Μα πού να πάω και πώς να ζήσω χωρίς την αγάπη σου;
   - Εσύ ξέρεις. Άντε στο καλό.
   - Φεύγω, λοιπόν, είπε ο Ίμπου κι έβγαλε το μαχαίρι του, το κάρφωσε στην καρδιά του, και μια μεγάλη σταγόνα κύλησε μπροστά στα πόδια της Νεφέλης κι ήταν το έβδομο διαμάντι. Τώρα έχεις και τα εφτά διαμάντια, είπε ο Ίμπου και καθώς ξεψυχούσε ήρθαν τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και πήραν την ψυχή του και την πήγαν στα άχραντα ουράνια. Κι η Νεφέλη κοιτούσε άφωνη και για πρώτη φορά είδε τον Ίμπου με το μπρούτζινο δέρμα και τα χρυσαφένια μάτια  κι άκουσε  το τραγούδι της φωνής του, κι ο Ίμπου βυθιζόταν ολοένα και πιο βαθιά μέσα στο θάνατό του και ο καιρός περνούσε κι η Νεφέλη γέρασε και στο τέλος έρημη χάθηκε μέσα στον έρημο θάνατό της και το παλάτι ερήμωσε και κάθε χίλια χρόνια, πάνω απ’ τα ερείπια ερχόταν ένα μαύρο πουλί κι έκρωζε Νεφέλη, Ίμπου και πια δεν υπήρχε πουθενά ψυχή να το ακούσει, μόνο η ερημιά και τίποτ’ άλλο.
   Κι έτσι, λοιπόν, τέλειωσε κι αυτό το παραμύθι, κι όπως ακούσατε δεν έζησαν αυτοί καλά, και, φυσικά, ούτε κι εμείς καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: