Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

"Νίκος Μπελογιάννης: Τον πατέρα μου τον σκότωσαν και η Φρειδερίκη κι ο Ζαχαριάδης... - " Συνέντευξη στον Γιάννη Χατζηγεωργίου (tvxs,gr, 31/3/2019 & από τον "Φιλελεύθερο")


.................................................................



Νίκος Μπελογιάννης: Τον πατέρα μου τον σκότωσαν και η Φρειδερίκη κι ο Ζαχαριάδης...








Ο γιος του ιδεολόγου και αγωνιστή της αριστεράς, Νίκου Μπελογιάννη, που είχε εκτελεστεί το 1952 στο Γουδή, και της Έλλης Παππά, δημοσιογράφου και συγγραφέα, ανιψιός επίσης της εμβληματικής Διδώς Σωτηρίου που τον μεγάλωσε σαν παιδί της μέχρι τα δώδεκα του χρόνια, σε μια σπάνια συνέντευξή του, αποδεικνύει πως δεν ζει με «ήρωες» και «φαντάσματα».
Ξαφνιασμένος, στο σαλόνι του διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου μιας μεσοαστικής πολυκατοικίας στου Ζωγράφου (μέσα στο σπίτι, στο οποίο κάποτε έμενε μαζί με τη μητέρα του, την αγωνίστρια της Αριστεράς, Έλλη Παππά), το πρώτο που κοιτάω, επάνω σε μία κολόνα, στα αριστερά της πόρτας εισόδου, είναι το πολυφωτογραφημένο πορτρέτο του Πάμπλο Πικάσο για τον «άνθρωπο με το γαρύφαλλο», τον πατέρα-ήρωά του – σχεδόν ταυτόχρονα με το «χαίρω πολύ» μας. «Είναι το αυθεντικό;», τον ρωτάω έκπληκτος, παρατηρώντας το ιδιόχειρο σημείωμα του ίδιου του σπουδαίου ζωγράφου, που βρίσκεται στην πίσω πλευρά. «Όχι, όχι», μου εξηγεί. «Το αυθεντικό είναι πολύ μικρότερο σε μέγεθος, και ανήκε σε μια σειρά που έφτιαχνε ο Πικάσο με εκτελεσμένους από διάφορα καθεστώτα – μεταξύ αυτών, δυο Βάσκοι που είχε εκτελέσει ο Φράνκο, ένας Αλγερινός που είχαν εκτελέσει οι Γάλλοι και ο πατέρας μου. Η μόνη μαρτυρία που έχουμε για το αυθεντικό είναι απ’ τον Βασίλη Βασιλικό, που έλεγε ότι το είχε δει στο μπουντουάρ της Σιμόν Σινιορέ, παλαίμαχης ηθοποιού, Σταλινικιάς μέχρι το κόκαλο, συζύγου του Υβ Μοντάν. Έκτοτε θα πέρασε σε κάποιον από τους κληρονόμους της, αλλά ουσιαστικά δεν έχουμε ιδέα πού βρίσκεται και δεν μπορούμε καν να το πλησιάσουμε ή να το φωτογραφίσουμε».
Ο συνταξιούχος χημικός μηχανικός που κάθεται απέναντί μου, εμπεριέχει όλα όσα συνθέτουν ένα ισχυρό κεφάλαιο της νεότερης ελληνικής ιστορίας, αν και -συνειδητοποιημένα- επέλεξε να μη γίνει ποτέ κομμάτι της ενεργό, αποδομώντας την έννοια του πολιτικού «συνεχιστή»: Γιος του αγωνιστή-ήρωα και ιδεολόγου της Αριστεράς, Νίκου Μπελογιάννη, που εκτελέστηκε στις 30 Μαρτίου του 1952, στο Γουδή (ημέρα Κυριακή, στις 04:12) και της συντρόφου του, Έλλης Παππά, της αγωνίστριας δημοσιογράφου που τον μεγάλωνε για τρία χρόνια μέσα στις φυλακές προτού αναλάβει την ανατροφή του η αδελφή της και θεία του, η σπουδαία Ελληνίδα συγγραφέας Διδώ Σωτηρίου, ο (νεότερος) Νίκος Μπελογιάννης δείχνει καταρχήν να είχε συμφιλιωθεί, από τα παιδικά του σχεδόν χρόνια, με τα ασυνήθιστα μεγάλα «βάρη» των ονομάτων και τα «φαντάσματα» της ιστορίας που τον περιτριγύριζαν – ή μήπως όχι;  


- Πώς και γίνατε χημικός μηχανικός – ενώ, υποθέτω, θα μπορούσατε να κάνατε μία λαμπρή τρόπον τινά «καριέρα» στην ελληνική βουλή;
Δηλαδή τι; Να γίνει μια δυναστεία της Αριστεράς; Και μόνο στη σκέψη είναι αποκρουστικό! Να γίνω ένας Γιωργάκης ή ένας Κούλης; Προς Θεού! Θα ήταν απεχθές…
- Δεν το σκεφτήκατε ποτέ;
Ούτε κατά διάνοια! Ήδη, από τα δεκατρία μου χρόνια, είχα αποφασίσει πως θα γίνω χημικός.
- Άλλοι θα «αξιοποιούσαν» αυτό το επώνυμο…
Ναι, φυσικά. Εγώ δεν ήθελα να κάνω τέτοιο πράγμα – ήξερα πως η πολιτική είναι σκέτη μπόχα. Όπως επίσης δεν ήθελα να ασχοληθώ ούτε με τη συγγραφή, ούτε με τη δημοσιογραφία – για να μη γίνονται συγκρίσεις.
- Οι γύρω σας δεν σας έλεγαν «εσύ, που είσαι γιος ενός ήρωα της Αριστεράς…»;
Οι γύρω μου είχαν ενθουσιαστεί που το παιδί βρήκε το δρόμο του τόσο γρήγορα, έβλεπαν πως στις θετικές επιστήμες τράβαγα καλά, οπότε γιατί να πούνε κάτι άλλο;
- Οι Αριστεροί φίλοι της θείας σας, της Διδώς Σωτηρίου, δεν αποζητούσαν τον «συνεχιστή»;
Ό,τι κι αν έλεγαν οι διάφορες θείτσες, του τύπου «παιδάκι μου, να γίνεις σαν τον πατέρα σου και να τον ξεπεράσεις!», εγώ δεν υπήρχε περίπτωση να τις ακούσω. Εννοώντας όλων των ειδών τις «θείτσες».
- Πώς αντιδρούσατε όταν σας έλεγαν κάποιοι πως είστε «γιος ήρωα»;
Κάπως ενοχλημένος. Σαν να τους έλεγα: «Μήπως είμαι κι εγώ εδώ; Πρέπει να είμαι εντελώς ετερόφωτος; Μήπως υπάρχω κι εγώ;».
- Είχατε και τ’ όνομά του!
Αυτό είναι παράδοση στην Ελλάδα. Όταν ο πατέρας πεθάνει πριν από τη βάφτιση του παιδιού, το ‘χουμε να βαφτίζεται το παιδί με τ’ όνομά του. Κανονικά, είχε πει ο ίδιος, ήθελε να με βγάλουνε «Βίκτωρα». Αλλά η γιαγιά μου, η μάνα του, είχε πει «όχι, το παιδί θα βγει Νίκος!». Υποτίθεται πως κρατά τη συνέχεια…
- Τι ήταν στην παιδική σας ηλικία ο πατέρας σας;
Ήτανε ό,τι πιο σεβαστό. Αλλά εγώ, από εκεί κι έπειτα, πήρα το δικό μου δρόμο, αφοσιωμένος στις σπουδές και στη δουλειά μου.
- Ήταν σαν «βάρος» στη ζωή σας αυτό το όνομα;
Ναι. Συνέχεια.
- Δηλαδή;
Στη δεκαετία του ’60 ήτανε «πρόβλημα», με τους χαφιέδες έξω απ’ το σπίτι να παρακολουθούν. Στο σχολείο, άλλοι καθηγητές με κατατρέχανε, άλλοι έδειχναν πως συμπαρίστανται. Μετά έγινε η Χούντα και εκεί ήταν ένα γερό «πρόβλημα». Κι ύστερα, έγινε το ανάποδο – ξεκίνησαν οι πιέσεις απ’ τ’ Αριστερά: «Παιδάκι μου, να γίνεις σαν τον πατέρα σου!». Μιλάμε για γερές πιέσεις από τον Περισσό, στις οποίες δεν υπήρχε περίπτωση να ανταποκριθώ, γιατί είχα ξεκαθαρίσει τη θέση μου απέναντί τους – δεν ήθελα ούτε να τους ξέρω!
- Τόσο πολύ;
Θεωρούσα πως είχαν στρεβλώσει οποιαδήποτε Αριστερή αξία. Πως της άλλαξαν τα φώτα.
- Δεν ήσασταν ποτέ ενεργό μέλος του ΚΚΕ;
Όχι. Εγώ ήμουνα στο ΚΚΕ Εσωτερικού, στην Ανανεωτική Αριστερά. Όταν με ρωτάνε, καλή ώρα όπως εσείς, απαντώ πως «εγώ ανήκω στη μη παροπιδοφόρο Αριστερά». Να βάλω, λοιπόν, ένα ζευγάρι παρωπίδες και να πάω στον Περισσό, να με βάλουν σε ένα χρυσό κλουβί και να με περιφέρουν ανά την ύπαιθρο για να με βλέπει το κοινό και να με χειροκροτά, θα μου ήταν απεχθές! Βέβαια, θα το εξαργύρωνα πολύ ωραία: Βουλευτιλίκια, λιμουζίνες, μετά θα πήγαινα στο ΠΑΣΟΚ να βολευτώ πολύ ωραία, ύστερα στην ευρωβουλή, τέλεια όλα. Λυπάμαι, όχι! Όλα αυτά θα μου ήταν αηδιαστικά!
- Όταν λέγατε το ονοματεπώνυμό σας υποθέτω πως οι περισσότεροι θα σας αντιμετώπιζαν αν όχι με θαυμασμό, τουλάχιστον με σεβασμό…
Μπα, μην το λέτε. Μία φορά, για παράδειγμα, στη Νάουσα, μου έκανε ένας «να, έτσι θα σου στρίψουμε το λαρύγγι!». Σπάνια βέβαια συναντούσα ακραίες αντιδράσεις.
- Έχετε μνήμες μέχρι τα τρία σας χρόνια που βρισκόσασταν μαζί με τη μητέρα σας, την Έλλη Παππά, μέσα στις φυλακές, στον Πειραιά;
Ελάχιστες. Θυμάμαι μόνο το τρένο να σφυρίζει, δίπλα ακριβώς, κι εμένα να το φοβάμαι. Θυμάμαι επίσης γυναίκες τριγύρω να φωνάζουν. Τίποτε παραπάνω.
- Πώς και άφησαν ένα παιδί μέχρι τα τρία του μέσα σε μία φυλακή;
Τόσο ήταν το όριο που το παιδί έπρεπε να ζει μαζί με τη μητέρα του. Μετά έπρεπε να με πάρει κάποιος. Κι έτσι με πήρε και με μεγάλωσε η θεία μου, μέχρι τα δώδεκά μου, οπότε και αποφυλακίστηκε η μητέρα μου.
- Η θεία σας, η Διδώ Σωτηρίου...
Ακριβώς.
- Από τα τρία μέχρι τα δώδεκά σας χρόνια επισκεπτόσασταν συχνά τη μητέρα σας, μέσα στη φυλακή;
Επιτρεπόταν μία φορά στις δεκαπέντε μέρες.
- Τόσο αραιά;
Ναι.
- Πώς εκφραζόσασταν απέναντί της στη φυλακή; Με παράπονο;
Έπρεπε να της πω όλα όσα είχαν συμβεί μέσα στο δεκαπενθήμερο. Εκείνη δεν είχε πολλά πράγματα να πει, ρώταγε συνέχεια.
- Ανυπομονούσατε να τη δείτε ή είχε γίνει πια ρουτίνα;
Είχε γίνει πια ρουτίνα. Τη στείλανε στις φυλακές Αβέρωφ μετά, κι έτσι μας ήταν και πιο εύκολο να πηγαίνουμε.
- Η ίδια τι σας έλεγε για τη ζωή της στη φυλακή;
Η ζωή στη φυλακή ήτανε κάτι τόσο φρικτό, ως προς το ότι έπρεπε να συνυπάρχεις με κόσμο που δεν ήθελες ούτε να τον βλέπεις. Κόσμο που ήταν έτοιμος να σου την ανάψει, να σε καταστρέψει, να σε εξοντώσει διανοητικά, με κάθε τρόπο. Ήταν ένας ψυχικά ταλαιπωρημένος άνθρωπος η μητέρα μου – και πριν και μετά από όλη την αντιμετώπιση. Ήταν επίσης ανεπιθύμητη – και στους μεν και στους δε.
- Ουσιαστικά εσείς «γλιτώσατε» τη ζωή της μαμάς σας και δεν την εκτέλεσαν, αφού η ύπαρξη ενός παιδιού διασφάλισε τη σωτηρία της…
Ναι. Ναι. Ήμουνα ήδη επτά μηνών όταν εκτέλεσαν τον πατέρα μου… Αν και η ίδια η μητέρα μου ήθελε να την εκτελέσουν!
- Προσπαθήσατε, μετά τα δώδεκά σας, να αναπληρώσετε το κενό με τη μαμά σας ή δεν αναπληρωνόταν πια, έχοντας χάσει «επεισόδια» από τη ζωή σας;
Όχι απλώς επεισόδια, όλη τη σειρά είχα χάσει. Όταν παραλαμβάνεις έναν πιτσιρικά στα δώδεκά του πια, είναι ήδη διαμορφωμένος χαρακτήρας. Θυμάμαι ότι ακόμη και μέσα στη φυλακή, στα οκτώ, στα εννιά μου, η Έλλη μου έφτιαχνε κάτι ωραία βιβλιαράκια, κομψοτεχνήματα – καλλιτεχνικά αριστουργήματα! Και μου τα έδινε με όλη της τη χαρά! Αλλά ήτανε πολύ έξω από εμένα. Μου έδινε ένα που αφορούσε τις εθνικές φορεσιές για παράδειγμα, όταν εγώ διάβαζα Ιούλιο Βερν. Ήμασταν σε άλλο μήκος κύματος…
- Σε ποιες στιγμές σας έλειπε η μαμά σας;
Νομίζω σε καμία.
- Σας κάλυπτε απόλυτα η Διδώ;
Ναι. Έτσι κι αλλιώς, η Διδώ κοιτούσε να καλύψει την έλλειψη, το κενό. Ήταν εξαιρετική ως αυτοσχέδια μητέρα. Υπερπροστατευτική και συνεχώς αγχωμένη, διότι η ταλαίπωρη Διδώ δεν ήθελε -συνειδητά- ούτε παιδί, ούτε κατοικίδιο, γιατί ήθελε να ασχολείται με τη δημοσιογραφία, να κάνει ταξίδια, να γράφει. Και ξαφνικά, της προέκυψε ένας πιτσιρικάς -και μάλιστα «επώνυμος» μέσα στην Αριστερά- και με όλο το κόμμα πάνω απ’ το κεφάλι της να βλέπει αν με μεγαλώνει «σωστά» – όπου το «σωστά» ο καθένας το ερμήνευε κατά βούληση.
- Την ήλεγχαν;
Την κριτικάρανε. Ήταν έτοιμοι να της κάνουν εξοντωτική κριτική, για το πώς με μεγαλώνει! Έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε… Κι αν μη τι άλλο, μου μετέδωσε και πνεύμα. Θυμάμαι ανθρώπους του πνεύματος να μπαινοβγαίνουν μέσα στο σπίτι – τον Βάρναλη, τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, τον Τάσο Βουρνά, την Άλκη Ζέη που με τη θεία μου αλληλολατρευόντουσαν, πολλούς…
- Πώς ήταν η καθημερινότητά σας μαζί με τη θεία σας;
Εκτός από υπερπροστατευτική, ήταν και υπερταΐστική (γελάει). Όταν δεν έγραφε ήταν στην κουζίνα και μου έφτιαχνε υπέροχα πράγματα – έφτιαχνε την πιο ωραία σμυρναίικη κουζίνα που μπορεί να φανταστεί κανείς, κι έτσι ήμουνα συνεχώς με σουτζουκάκια, με γιουβαρλάκια, με ωραία ψάρια φτιαγμένα. Και φυσικά, το καλοκαίρι, από τέλη Ιουνίου ως προχωρημένο Σεπτέμβριο, ήμασταν στην Αίγινα, όπου νοικιάζαμε ένα δωματιάκι με την τουαλέτα κάτω, βρυσάκι για πλύσιμο, με τον νερουλά να φέρνει το νερό, και με θέα απέναντι, στο Αγκίστρι. Παράδεισος! Η Διδώ θυμάμαι ότι έγραφε δώδεκα ώρες τη μέρα, κι αυτό για μένα σήμαινε ότι θα τριγύρναγα με το ποδήλατο, θα έκανα βουτιές συνεχώς, θα έπαιζα όλη μέρα – ήταν αριστούργημα! Η Διδώ με είχε επίσης και ως ακροατήριο, επειδή ήταν και ακουστικός τύπος, κι έτσι από πολύ πιτσιρικά, από τα οκτώ μου, μου διάβαζε ό,τι είχε γράψει αρχίζοντας από το «Οι νεκροί περιμένουν». Ήθελε να ακούω… Ρουφούσα ό,τι μου διάβαζε, αλλά δεν ήξερα ακόμη να κάνω παρατηρήσεις. Τώρα που κοιτάμε το αρχείο της, θυμάμαι πράγματα που μου είχε διαβάσει τότε και που δεν είχαν ενσωματωθεί στο βιβλίο, γιατί αλλιώς θα έβγαινε πολύ μεγάλο. 
- Σας έλειπε η παρουσία του πατέρα σας στη ζωή σας;
Κάτι που δεν έχεις γνωρίσει, δεν σου λείπει! Αν τον είχα γνωρίσει και είχε πεθάνει μετά, ναι, θα μου έλειπε. Γιατί θα ήξερα πώς είναι να ζεις με έναν πατέρα. Αλλά αυτό, εγώ δεν το ήξερα. Δεν είχε νόημα. Αν δεν το δεις στην καθημερινότητά του το πράγμα… Και πού ξέρουμε, όμως, πόσο καταπιεστικός μπορεί να ήταν, για παράδειγμα;
- Ήταν ένα «φάντασμα» ο μπαμπάς σας για σας;
Προσπάθησαν οι κοντινοί μου άνθρωποι να μην μου το κάνουν «φάντασμα» και να ζω μ’ αυτό. Μόνο όταν προσπαθούσαν να μου το επιβάλουν οι παραέξω, οι εκτός σπιτιού, γινόταν τέτοιο – αλλά είχα πια τις σπουδές μου, τη δουλειά μου, ήμουν σε τελείως άλλο χώρο, με άλλες παραστάσεις στη ζωή, οπότε ήταν δύσκολο πια. 
- Από αφηγήσεις της θείας σας και της μητέρας σας, τι σας έλεγαν για τον χαρακτήρα του μπαμπά σας;
Ήταν ο διανοούμενος της Αριστεράς, το πιο φωτισμένο πνεύμα, που απλώς προέτρεξε της εποχής του πάρα πολύ. Και, φυσικά, ήταν ανεπιθύμητος σε όλους γι’ αυτόν το λόγο – και στη Δεξιά και στην Αριστερά. 
- Η συνύπαρξή σας, αργότερα, αφότου αποφυλακίστηκε και η μητέρα σας, με τις δύο αυτές γυναίκες, ήταν δύσκολη;
Μεταξύ τους είχαν και διαφωνίες. Αλλά, όχι, δύσκολη δεν ήταν. Κάποια στιγμή, η Διδώ αγόρασε ένα σπιτάκι στα Άνω Ιλίσια και φύγαμε από τον Χολαργό, με την Έλλη μέναμε στο Πεδίον του Άρεως και αργότερα αγόρασε η μητέρα μου αυτό το σπίτι εδώ, στου Ζωγράφου. Μέναμε κοντά με τη Διδώ, με τα πόδια ένα εικοσάλεπτο.
- «Έλλη» τη λέγατε, όχι «μαμά»;
Δεν θυμάμαι πώς την έλεγα.
- Μεγαλώνοντας πια, σας αφηγούνταν ιστορίες μέσα από τη φυλακή;
Γενικά, δεν ήθελε η ίδια να τα θυμάται. Ήταν τόσο φρικτό το κλίμα μεταξύ των γυναικών…
- Η εφηβεία σας πώς ήταν;
Ήμουνα ένα σπασικλάκι των θετικών επιστημών. Είχα πάει στο Βαρβάκειο, που ήταν «ιερά εξέταση» ως προς αυτά, και έπρεπε να ανταποκρίνομαι συνεχώς.
- Στο Πολυτεχνείο σπουδάσατε;
Ναι.
- Τότε που είχε γίνει και η εξέγερση του ’73;
Αυτό συνέβη όταν πια ήμουνα στο πέμπτο έτος της σχολής.
- Ένας γιος Μπελογιάννη – φαντάζομαι δεν θα ήταν και πολύ εύκολα τα πράγματα για σας, μέσα στη Χούντα…
Ήταν σχετικά πρόβλημα. Είχαμε δε συμφωνήσει με τα παιδιά στη Σχολή ότι ναι μεν θα είμαι, αλλά όχι φάτσα φόρα μπροστά, διότι θα ‘χε η Χούντα να λέει πως είναι κομμουνιστοκίνητο το πράγμα.
- Νιώθατε πως σας παρακολουθούσαν στη διάρκεια της επταετίας;
Ναι. Υπήρχαν οι χαφιέδες της Χούντας… Αλλά δεν θα έβγαζαν από μένα τίποτα. Καλούσαν κατά καιρούς και την Έλλη κι εμένα… Σιγά! Και τι έγινε! Συστάσεις… Αλλά στο Πολυτεχνείο, ιδιαίτερα από τα τέλη του ’71 και πέρα, δεν ήξεραν ποιον να πρωτοπαρακολουθήσουν.
- Όσο μένατε μαζί με τη θεία σας στην Κοδριγκτώνος, τότε που η μητέρα σας βρισκόταν στη φυλακή, ήταν πιο έντονη η παρακολούθηση;
Ναι, βέβαια! Οι χαφιέδες ήταν έξω απ’ το σπίτι, στημένοι σε μια κολόνα, με μαύρα γυαλιά, τάχαμου διαβάζανε εφημερίδα.
- Φοβόντουσαν τη Διδώ;
Ναι. Η Διδώ ήταν επίφοβη. Την έπαιρναν, θυμάμαι, τηλέφωνο και της έλεγαν διάφορα, απειλητικά, τι θα κάνουν στην Έλλη… Ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς.
- Εσείς θυμάστε να ήσασταν χαρούμενο παιδί ή σκεπτικό;
Μάλλον το δεύτερο.
- Πάντως, όσο μου τα αφηγείστε αυτά, σκέφτομαι πόσο συναρπαστικό είναι που έχετε ζήσει με τέτοιους μύθους…
Μπα… Δεν ήταν πάντα συναρπαστικό.
- Πότε δεν ήταν;
Μάλλον όποτε ανακατευόταν το κόμμα. Εκεί ήταν εξοργιστικό. Γιατί πήγαιναν να επιβάλουν πως οι νεκροί ανήκουν στο κόμμα. Όπως οι άγιοι «ανήκουν στην εκκλησία», όπως οι μάρτυρες «ανήκουν στο Ισλάμ», έτσι και οι ήρωες «ανήκουν στο κόμμα».
- Μεγαλώνοντας επενέβαιναν οι δύο αυτές γυναίκες στη ζωή σας – η μητέρα και η θεία σας;
Με τίποτα! Αυτό έλειπε… 
- Σας είχαν εκμυστηρευτεί ποτέ -η μητέρα σας ή η θεία σας- πράγματα της ζωής τους για τα οποία να είχαν αργότερα μετανιώσει;
Μου είπαν για πράγματα που θα τα είχαν χειριστεί εντελώς διαφορετικά.
- Για τον ίδιο τον αγώνα είχε μετανιώσει ποτέ η μητέρα σας;
Όχι. Και ούτε επρόκειτο να παραδεχτεί κάτι τέτοιο! Ναι μεν πολλά πράγματα έλεγε πως θα τα είχε χειριστεί διαφορετικά, αλλά όχι το συνολικό.
- Ήταν, όμως, και μία απίθανη ιστορία έρωτα η ιστορία του πατέρα και της μητέρας σας.
Ναι. Που κράτησε έξι μήνες.
- Έστω!
Έξι μήνες μάλιστα σε βαθιά παρανομία.
- Ήταν ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής της;
Ο μοναδικός μάλλον.
- Τι είχε ξεχωρίσει στον μπαμπά σας και τον είχε ερωτευτεί τόσο πολύ;
Το πνεύμα του βασικά. Μέσα από τα βιβλία του, άλλωστε, φαινόταν ότι ήταν ένας άνθρωπος που σκεφτόταν τελείως διαφορετικά. Ήταν ακριβώς το αντίθετο από τα κομματόσκυλα που ξέρουμε σήμερα.
- Θυμάστε μια ιστορία που σας είχε αφηγηθεί η μητέρα σας για εκείνον;
Θυμάμαι πως μου είπε πως είχαν συμφωνήσει, όταν θα ελευθερωνόταν πια η Ελλάδα, να κάτσουν και να γράψουν – ο ένας την ιστορία της λογοτεχνίας και η άλλη την ιστορία της φιλοσοφίας. Του πατέρα μου υπάρχει το σχέδιο του βιβλίου, με γραμμένα τα πρώτα κεφάλαια.
- Για τη Διδώ τι ήταν ο πατέρας σας;
Ένας πάρα πολύ σημαντικός άνθρωπος. Μια φορά μόνο τον είχε δει. Ό,τι ήξερε για εκείνον, το ήξερε από τις αφηγήσεις της Έλλης. Αλλά έκανε πανευρωπαϊκή κινητοποίηση η Διδώ, για να σωθούν και οι δύο.
- Ποιο είναι το αγαπημένο βιβλίο της θείας σας;
«Η Εντολή».
- Εσείς διαχειρίζεστε τα βιβλία της Διδώς;
Διαχειρίζομαι το 85% του πνευματικού έργου της Διδώς -έχοντας και το ηθικό δικαίωμα γι’ αυτό- και υπάρχει και η πρώτη μου ξαδέλφη για το υπόλοιπο 15%. Έχουν δε προκύψει επίσης, εκτός από το ήδη γνωστό έργο της, και πέντε βιβλία της Διδώς μετά το θάνατό της, που θα γίνουν επτά τελικώς (σ.σ από τις «Εκδόσεις Κέδρος», σε επιμέλεια Νίκου Μπελογιάννη), τα δύο βιβλία του πατέρα μου (σ.σ από τις «Εκδόσεις Άγρα»), τα βιβλία της μητέρας μου και ενάμιση δικό μου. Να, κάτι για το οποίο έχω σκυλομετανιώσει, ήταν που έδωσα τα «Ματωμένα Χώματα» να τα κάνει σήριαλ ο Κουτσομύτης στον Alpha.
- Δεν σας άρεσε…
Όχι απλώς δεν μ’ άρεσε. Κακοποιήθηκε!
- Εξηγήστε μου κάτι: Τελικά, ποιος σκότωσε τον μπαμπά σας, κύριε Μπελογιάννη; Και δεν εννοώ τους εκτελεστές στο Γουδή…
Η Φρειδερίκη και ο Ζαχαριάδης. Και οι δύο. Αφού ήταν ανεπιθύμητος σε όλους…
- Οι νεκροί σας σάς επισκέπτονται καμιά φορά στον ύπνο σας;
Όχι.
- Είστε ρεαλιστής…
Και κυνικός ενίοτε. 
- Να τολμήσω να υποθέσω πως τα γαρίφαλα είναι τα αγαπημένα σας λουλούδια;
(χαμογελά) Όχι. Θα σας πω όμως κάτι, μια και με ρωτάτε κάτι τέτοιο. Είχαμε φροντίσει, θυμάμαι, να κάνουμε διπλή πολιτική κηδεία στην Κοκκινιά, στο Γ’ Νεκροταφείο -και του πατέρα μου και της μητέρας μου μαζί- διότι και τον πατέρα μου τον είχαν πετάξει σ’ ένα λάκκο, μετά από τρία χρόνια πήγε η μάνα του, τον ξέθαψε και τον έθαψε στον τάφο που είναι σήμερα, οπότε ουσιαστικά δεν είχε κηδευτεί ποτέ. Στο ΚΚΕ δεν ήξεραν ότι θα τον κηδεύαμε εμείς – μαζί με την κηδεία της μητέρας μου. Και βγάλανε φιρμάνι να μην πατήσει κανείς! Βάλανε στα ψιλά «κηδεύεται σήμερα η Έλλη Παππά», χωρίς τόπο, χωρίς χρόνο, χωρίς τίποτα. Μας ήρθε πολύ ωραία αυτό και διαρρεύσαμε εντέχνως ότι θα κηδευτεί πλάι στον σύντροφό της. Στην κηδεία, λοιπόν, εμφανίζεται ένα στεφάνι, με κατακόκκινη κορδέλα και χρυσά γράμματα «η κεντρική επιτροπή του ΚΚΕ», που είχε, όμως, άσπρα χρυσάνθεμα – σημειολογία του σταλινισμού, ότι η Έλλη, ως ρεβιζιονίστρια, ήταν ανάξια να έχει κόκκινα γαρίφαλα. Από τότε, λοιπόν, σε κάθε επέτειο θανάτου της Έλλης, στις 27 Οκτωβρίου, της πηγαίνω άσπρα χρυσάνθεμα. Για να της υπενθυμίζω πόσο αφελής υπήρξε που δεν υποψιάστηκε ότι επρόκειτο για έναν στυγνό κομματικό μηχανισμό! Και για να το θυμάμαι κι εγώ…  

Πηγή: Φιλελεύθερος / Συνέντευξη στον Γιάννη Χατζηγεωργίου 




Τρία τραγούδια από τη Sia, και όχι από τη CIA!...

















"Τι να πεις για τα παιδιά..." του Πασχου Μανδραβελη ("Καθημερινή", 15/8/2012) και "ο Αυνάν, οι Τσούλες και το Διπλό Μήνυμα" (http://boukalistithalassa.blogspot.gr, 13/8/2012)

.........................................................



Τι να πεις για τα παιδιά...




Tου Πασχου Μανδραβελη

Αν θέλει κάποιος να δει το μέλλον αυτής της χώρας δεν έχει παρά να κοιτάξει τις βάσεις εισαγωγής στα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ που βγαίνουν κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Εκεί υπάρχουν εκ πρώτης όψεως περίεργα πράγματα. Οπως αναφέρει η ειδησεογραφία των ημερών, οι βάσεις στις σχολές της αστυνομίας θα ανεβούν έτι περαιτέρω· θα κερδίσουν πάνω από 1.000 μόρια.
Αυτό δεν είναι νέο φαινόμενο. Μπορεί η κρίση να ψηλώνει τις βάσεις για τις αστυνομικές και στρατιωτικές σχολές, αλλά αυτές ήταν ήδη πολύ υψηλές και πριν από την κρίση. Ακόμη και το 2008, την εποχή δηλαδή που χιλιάδες νέοι διαδήλωσαν κατά της αστυνομίας -και παρεμπιπτόντως κάηκε η Αθήνα- μετά τον φόνο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Και είναι ίσως ιστορική ειρωνεία ότι πολλά από τα δεκαπεντάχρονα και δεκαεξάχρονα του «μεγάλου ξεσηκωμού», εκείνα που φώναζαν «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι», τώρα συνωστίζονται στις εισόδους εισαγωγής στις αστυνομικές σχολές. Πού πήγε όλη αυτή η οργή; Πώς χάθηκε το μένος κατά της αστυνομίας συνολικά και κατά των αστυνομικών συλλήβδην;
Βεβαίως, για τους νέους υπάρχει μια δικαιολογία: παιδιά είναι, έτσι έμαθαν κι έτσι πιθήκιζαν τις συμπεριφορές των μεγαλύτερων. Το πρόβλημα πρέπει να εντοπιστεί στους γονείς τους. Υπάρχουν πολλοί κομπλεξικοί της Μεταπολίτευσης. Ανήκουν στη γενιά που δεν πρόκανε να ζήσει το Πολυτεχνείο κι αποφάσισε να φτιάχνει φθηνά υποκατάστατά του. Είναι οι κατά βάση πολιτικά αγράμματοι που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τη δημοκρατία από τη δικτατορία· η γενιά που φτιάχνει εξεγέρσεις ακόμη και με λάθος ιστορικά συνθήματα, όπως το «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία, η χούντα δεν τελείωσε το ’73». Ηταν πολλοί οι γονείς και δάσκαλοι που έπαιρναν τα παιδιά τους από το χέρι για να τους μάθουν την «επανάσταση», να διαδηλώσουν έξω από τα αστυνομικά τμήματα· και αν έφευγε και καμιά πέτρα, «τι να κάνουμε; Παιδιά είναι». Σίγουρα τα δύο κοινωνικά υποσύνολα (εκείνων που παρότρυναν τα παιδιά τους να «παίξουν επανάσταση» κι εκείνων που τα παροτρύνουν να εξασφαλιστούν δηλώνοντας την προτίμησή τους στις αστυνομικές σχολές) δεν ταυτίζονται. Αλλά επειδή και τα δύο φαινόμενα εμφάνισαν μαζικότητα, κάπου τέμνονται, και η τομή πρέπει να είναι μεγάλη.
Η άνοδος των βάσεων στις αστυνομικές και στρατιωτικές σχολές (όπως και παλαιότερα των Παιδαγωγικών) δείχνει ότι αναθρέφουμε μια ευνουχισμένη γενιά. Δεν μπορεί τόσοι νέοι άνθρωποι να ονειρεύονται να γίνουν αστυνομικοί ή στρατιωτικοί. Μην παρεξηγηθούμε: καλά είναι όλα τα επαγγέλματα, αλλά ο συνωστισμός σε αυτές τις σχολές δεν δείχνει μια ξαφνική παρόρμηση των νέων να ασχοληθούν με το αστυνομικό ή το στρατιωτικό έργο. Δεν είναι τα παιδιά που ανεβάζουν στο 17,5-18 τις βάσεις των συγκεκριμένων σχολών. Είναι οι γονείς τους που τα διαπαιδαγωγούν στη συντηρητική αντίληψη της εξασφάλισης, της έλλειψης ρίσκου, πρωτοβουλίας και δημιουργίας.
Το χειρότερο δε είναι ότι αυτή η γενιά, παρά την επίφαση επαναστατικότητας, αναπαράγει το σύνολο των πεποιθήσεων της προηγούμενης. Οχι μόνο σε ό,τι αφορά την επαγγελματική εξασφάλιση (διά του κράτους, φυσικά), αλλά συντηρεί ατόφια και τα συνθήματα των προηγούμενων. Πίσω από τον διάχυτο «επαναστατισμό» κρύβεται ο συντηρητισμός εκείνων που ήταν ριζοσπάστες πριν ....είκοσι χρόνια και στο μεταξύ δεν άλλαξαν ούτε μία ιδέα.


 ...........................................................................

ο Αυνάν, οι Τσούλες και το Διπλό Μήνυμα 

γράφει η jiagogina στο

http://boukalistithalassa.blogspot.gr/2012/08/blog-post_13.html

Χτες ειδοποιήθηκα για την ύπαρξη μιας σελίδας στο φβ που ονομάζεται "Οι τσούλες του φβ" (δη ορίτζιναλ ουάν). Στη σελίδα αυτή κάποιος (-οι) Αυνάν (-ες) - ηθικολόγος (-οι) - ιδιαίτερα ανορθόγραφος, πρέπει να πω, ακόμα και στα άθλια γκρίκλις του - αυτοδιορισμένος τιμητής και τιμωρός, διά της ξεφτίλας, επίδοξων νυμφιδίων,  αναρτά φωτογραφίες με διάφορα κοριτσάκια που έχουν προφίλ στο φβ και ποζάρουν στην κάμερα του κινητού τους ή του υπολογιστή τους, συναγωνιζόμενα τα  μοντέλα, ή  τις πορνοστάρ, ανάλογα. Τα κοριτσάκια από 12 έως 17 ετών, υπολογίζω εγώ -το πολύ, απολαμβάνουν την εκπλήρωση της ύψιστης φαντασίωσης, να γίνουν πρωταγωνίστριες, στα μάτια των "φίλων" τους, διόλου υποδεέστερες των διαφόρων ειδώλων που έχουν γαλουχήσει την αισθητική τους,  σε όλη τους τη μέχρι τώρα μικρή τους ζωή, και  φανερά ηδονιζόμενα με την πρωτοφανή αυτή Δημοκρατία (sic) της Εικόνας και την Ελευθερία (sic) που τους παρέχει η δικτύωση στα social media. 
Ο Αυνάν δημιουργός της σελίδας έχει υποκλέψει φωτογραφίες από τους λογαριασμούς φβ των κοριτσιών και τις παρουσιάζει όλες μαζί σε άλμπουμ  με τον τίτλο "Τσούλες". Τα κριτήρια της επιλογής του βασίζονται στη σημειολογία της πόζας: εν πρώτοις, πώς πλασάρει το κάθε κορίτσι τα οπίσθια ή το στήθος,  άλλοτε πώς προκαλεί με το χτένισμα και τα ρούχα,  ή με το -ημίγυμνο- κάλλος,  ή το οφθαλμοφανές ψώνιο, ή την κακογουστιά. Οι φωτογραφίες συνοδεύονται από σχόλια πλήρους αγλωσσίας και άνοιας, είτε επαινετικά για την ομορφιά της  κορασίδος, είτε  εμετικά.
Αυτής της ηλικίας τα κοριτσόπουλα, όπως και τα αγόρια άλλωστε, από γεννησιμιού τους,  έχουν γαλουχηθεί με  τη  βλαχο-ποπ κουλτούρα που εκπροσωπεί η Άννα Βίσση, η Δέσποινα Βανδή, η Παπαρίζου, και πάμπολλες άλλες απόλυτες σταρ, μέσω τηλεοράσεως προφανώς. Στο σχολείο κατανάλωσαν μαζί με τους λαϊκούς χορούς, αν και όπου τους διδάχτηκαν,  και το "γιου αρ μάι ουάν, μάι νάμπερ ουάν" και ό,τι αντίστοιχο τους δίδαξαν οι γυμνάστριες για τη γιορτή του σχολικού αποχαιρετισμού.  Ο χορός τους άκοπα μιμήθηκε την εκάστοτε βιντεοκλιπάδικη χορογραφία των σουξέ, εγχώριων και μη. Και η χορογραφία, χρόνια τώρα, ποντάρει στα ωραία μπούτια, στη σεξουαλική συνδήλωση (που πολλές φορές γίνεται δήλωση, π.χ. Μαντόνα), ενώ ο φακός του βιντεοκλιπά καρφώνεται σε παχιά χείλη και λικνίσματα λεκάνης.
Τα παιδιά αυτά έχουν υποστεί έναν ανελέητο βομβαρδισμό από οπτικο-ακουστικά υποπροϊόντα, μουσικά ριάλιτι,  διαγωνισμούς τόπ μόντελ, και άλλα συναφή, που τους έδραίωσαν την ιδέα ότι μπορούν να μοιράζονται αποενοχοποιημένα προσωπικές τους στιγμές με αγνώστους. Κι η λάμψη που  απολαμβάνουν στο φβ, το ξέρουν καλά, το έχουν διδαχτεί στην τηλεόραση,  είναι αναλώσιμη όπως η δόξα των πρωταγωνιστών στα ριάλιτι, όπως το λίκνισμα της Ριάνα πριν, ή μετά, τη διαφήμιση κάποιων τορνευτών οπισθίων. Το κάλλος, το σεξ απίλ, είναι μόνο εικόνα. Στο βάθος του φόντου γκρίζα μπαλκόνια, μουντά καθιστικά,  βαρετά πλακάκια μπάνιου, νεοελληνική αστική μιζέρια.  
Τι κι αν τις λένε τσούλες... Αύριο κανείς τίποτα δε θα θυμάται...
Αυτό είναι ένα από τα κομμάτια της παθογένειας. Το άλλο είναι η λειτουργία του Τιμωρού Αυνάνος, ο οποίος, διαπράττοντας ηλεκτρονικό έγκλημα, ξεμπροστιάζει την ανηθικότητα. Βέβαια, κοντά στο βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα, κι έτσι μαζί με το ξεμπρόστιασμα ο Αυνάν προσφέρει άπλετη ηδονοβλεπτική χαρά και μάλιστα ανήλικη. Αυτή είναι η αντίφαση του Αυνάνος και δεν είναι μόνο δική του. Είναι υποκρισία αρχαία κάθε καθυστερημένης κοινωνίας (βλέπε "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται" και τη μοίρα της καζαντζάκειας πόρνης), είναι το ήθος όλης της σκουπιδοτηλεόρασης (από την εποχή που η Τατιάνα Στεφανίδου και άλλες συν αυτή έβγαζαν κάθε σούργελο στο γυαλί, και κράζοντάς το ανέβαζαν θεαματικότητα, μέχρι το Δελτίο Καιρού της Πετρούλας και τις "Ειδήσεις" του Σταρ, μέχρι και άλλα πολλά, δε θα κάτσω τώρα να τα απαριθμήσω). Η Αντίφαση τούτη, η ταυτόχρονη συνύπαρξη απόλυτης ελευθεριότητας και ηθικής κατακραυγής από το ίδιο στόμα, αυτό το διπλό μήνυμα, είναι ένα  φαινόμενο κοινωνικής οπισθοδρόμησης που το συναντάμε σε κοινωνίες, και δημοκρατίες, που αποδομούνται. 
Το τρίτο κομμάτι της παθογένειας, είναι η στάση της ελληνικής οικογένειας. Υπεισέρχεται  η επιρροή της οικογένειας στον κόσμο του φβ; Σαν απαγόρευση, σα νουθεσία, σαν επέμβαση; Και σε ποιο βαθμο; Ποιο είναι το αντίπαλο δέος μέσα σε μια κοινωνία πνευματικής ύφεσης; 
Πολύ φοβάμαι ότι σε μεγάλο βαθμό οι ενήλικοι το ίδιο υπνωτιστικό μάντραμ αντίστοιχο με των παιδιών τους επαναλαμβάνουν, κλίνοντας την κεφαλή για να την παραχώσουν βαθιά στο χώμα:
Ας τις λένε τσούλες... Αύριο κανείς τίποτα δε θα θυμάται...

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

"Ἡ δύσκολη Κυριακή" ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη (1919 - 2005). Απεδήμησεν σαν σήμερα, 29.3.2005

.............................................................


Ἡ δύσκολη Κυριακή


Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά
Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα - κεντημένος ἕνας ἀετός -
πράσινος παπαγάλος - κλείνω τὰ μάτια - κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο
Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ



Μίλτος Σαχτούρης (1919 - 2005)

"Ανοίγω το στόμα μου" - Λάκης Παππάς (Ανέκδοτη ηχογράφηση)

................................................................


"Ανοίγω το στόμα μου" - Λάκης Παππάς (Ανέκδοτη ηχογράφηση)

 (Μίκης Θεοδωράκης - Οδυσσέας Ελύτης) 

Τραγουδά και παίζει κιθάρα ο Λάκης Παππάς. Ανέκδοτη ηχογράφηση από εκπομπή του Δημήτρη Λέκκα στο Γ' Πρόγραμμα ΕΡΑ το 1980. Προλογίζει ο Δημήτρης Λέκκας.

(youtube, 9 Νοε 2015)



Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019

Μήνυμα του Ιάκωβου Καμπανέλλη Για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου (2001) Από τη φίλη και θυγατέρα του συγγραφέα, Katerina Kambanelli (facebook, 27.3.2019)


.............................................................





     Ιάκωβος Καμπανέλλης (1921 - 2011)

 




Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου

Μήνυμα του Ιάκωβου Καμπανέλλη Για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου (2001)

Νομίζω πως το θέατρο δε θα πάψει ποτέ να υπάρχει. Νομίζω, όσο κι αν αυτό μπορεί να ακούγεται σαν παράδοξο, πως αυτή η πανάρχαιη Τέχνη, είναι και Τέχνη του μέλλοντος. Όχι επειδή θα το θέλουν αυτό οι δημιουργούντες το θέατρο, συγγραφείς, ηθοποιοί, σκηνοθέτες και λοιποί συντελεστές κάθε θεατρικής παράστασης, αλλά επειδή θα το θέλει και στο μέλλον το κοινό, οι θεατές, εσείς.
Πού στηρίζω αυτή την αισιόδοξη πρόβλεψη για το μέλλον του θεάτρου; Στη σκέψη πως το θέατρο είναι δημιούργημα μιας ψυχικής ανάγκης του ανθρώπου που δε θα την αποβάλλει ποτέ. Σας καλώ να σκεφτούμε αυτή τη στιγμή όλοι μαζί, κάτι που – κατά κάποιο τρόπο – δικαιολογεί αυτά που σας λέω: μοιάζει κιόλας με παλιά ιστορία το ότι ο άνθρωπος περπάτησε στο Φεγγάρι! Δε μας κάνει πια εντύπωση το ότι ένα διαστημόπλοιο πήγε στον Άρη κι έφερε δείγματα του εδάφους του! Έχει αρχίσει η κατασκευή του τεράστιου διαστημικού σταθμού που θα δέχεται ακόμη και τουρίστες του διαστήματος, καθώς και νεόνυμφους για το γαμήλιο ταξίδι τους. Είναι πια κατάσταση ρουτίνας το ότι κάποια άλλα διαστημόπλοια εξερευνούν πλανήτες που βρίσκονται στα άκρα του ηλιακού μας συστήματος και στέλνουν φωτογραφίες τους στη Γη! Παρ’ όλο λοιπόν που σήμερα ζούμε στην εποχή κατάκτησης του διαστήματος, ταυτόχρονα πηγαίνουμε και στο θέατρο, στο χώρο μιας Τέχνης που υπάρχει και λειτουργεί με τα ίδια λιτά μέσα από τους καιρούς που το μέτρημα των ωρών με το ηλιακό ωρολόγιο ήταν μέγα τεχνολογικό επίτευγμα.
Την αποδεδειγμένη πια διαχρονική σχέση του ανθρώπου με το θέατρο, εγώ την θεωρώ σαν αιώνια σχέση. Γιατί πιστεύω πως το θέατρο εξελίχθηκε σε κοινωνικό φαινόμενο, αλλά, άρχισε σαν φυσικό φαινόμενο από τα χρόνια που ο πρωτόγονος ακόμα άνθρωπος άρχισε να απομνημονεύει τα βιώματά του και να τα αναπαριστά στη φαντασία του. Να προσχεδιάζει τις πράξεις του και να φαντάζεται πώς θα τις εκτελέσει. Ο πρώτος θίασος και οι πρώτες θεατρικές παραστάσεις σχηματίστηκαν στο νου του ανθρώπου. Είναι μια έμφυτη ανάγκη και ικανότητα του κάθε ανθρώπου να δημιουργεί παραστάσεις. Έχετε ποτέ συνειδητοποιήσει πως ο καθένας μας, χωρίς εξαίρεση, διαθέτει έναν ιδιωτικής χρήσεως θίασο στον οποίο εμείς οι ίδιοι είμαστε ο πρωταγωνιστής και ο θεατής. Και αρκετά συχνά μάλιστα και συγγραφέας και σκηνοθέτης και σκηνογράφος αυτού του θιάσου; Πότε και πώς; Μα αυτό δεν κάνουμε όταν προετοιμαζόμαστε για μια ενδιαφέρουσα ή κρίσιμη συνάντηση και τη φανταζόμαστε για να επιλέξουμε πώς θα συμπεριφερθούμε; Παραστάσεις του ιδιωτικής χρήσεως θιάσου μας δεν είναι οι αναμνήσεις μας; Καθώς και τα καθ’ ύπνον όνειρά μας;
Αν λοιπόν νομίζω πως το θέατρο δε θα πάψει ποτέ να υπάρχει, είναι γιατί πιστεύω πως ο άνθρωπος δε θα πάψει ποτέ να ζει χωρίς την αγωνία αυτής της αυτογνωσίας... Χωρίς την υπαρξιακή ανάγκη να γίνεται θεατής του εαυτού του και των πράξεών του... Τα ψυχικά συστατικά μας δηλαδή, απ’ τα οποία προέκυψε η Τέχνη του Θεάτρου, η οποία αναγεννιέται επί χιλιάδες χρόνια, και θα αναγεννιέται όσο θα υπάρχουν επί γης άνθρωποι – αλλά άνθρωποι όπως εμείς, παιδιά του έρωτα ενός πατέρα και μιας μάνας και όχι προϊόντα επιστημονικών εργαστηρίων.

Ι.Κ.

Το μήνυμα της Παγκόσμιας Ημέρας του Θεάτρου από τον Carlos Celdrán


.............................................................





Το μήνυμα της Παγκόσμιας Ημέρας του Θεάτρου από τον  Carlos Celdrán






"Το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου τιμά κάθε χρόνο την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου καλώντας μια διεθνώς αναγνωρισμένη προσωπικότητα του θεάτρου για να γράψει το μήνυμα. Tο φετινό έγραψε ο Κουβανός σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας, θεατροπαιδαγωγός και καθηγητής Carlos Celdrán. Το μήνυμα της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου είθισται να διαβάζεται σε κάθε θέατρο πριν από την παράσταση της 27ης Μαρτίου.

«Πριν την αφύπνισή μου στο θέατρο, οι δάσκαλοί μου ήταν ήδη εκεί. Είχαν χτίσει τα σπίτια τους και την ποιητική προσέγγισή τους πάνω στα ερείπια της δικής τους ζωής. Πολλοί από αυτούς είναι άγνωστοι ή ελάχιστα τους θυμόμαστε: εργάζονταν σιωπηρά, στην ταπεινότητα των δωματίων πρόβας τους και στις γεμάτες από θεατές θεατρικές αίθουσες τους και σιγά-σιγά, μετά από χρόνια δουλειάς και εξαιρετικών επιτευγμάτων, αποσύρθηκαν σταδιακά από αυτά τα μέρη και εξαφανίστηκαν. Όταν κατάλαβα ότι το προσωπικό μου πεπρωμένο ήταν να ακολουθήσω τα βήματά τους, κατάλαβα επίσης ότι είχα κληρονομήσει αυτή την καθηλωτική, μοναδική παράδοση που ζούσε στο παρόν χωρίς καμία προσδοκία, πέρα από την επίτευξη της διαφάνειας μιας μη επαναλαμβανόμενης στιγμής· μιας στιγμής συνάντησης με κάποιον άλλο στο σκοτάδι ενός θεάτρου, χωρίς καμία άλλη προστασία πέρα από την αλήθεια μιας χειρονομίας, μιας αποκαλυπτικής λέξης.
Η θεατρική μου πατρίδα βρίσκεται σε εκείνες τις στιγμές της συνάντησης με τους θεατές που έρχονται κάθε βράδυ στο θέατρό μας, από τις πιο διαφορετικές γωνιές της πόλης μου, για να ενωθούν μαζί μας και να μοιραστούμε μερικές ώρες, μερικά λεπτά. Η ζωή μου είναι φτιαγμένη από αυτές τις μοναδικές στιγμές όταν παύω να είμαι ο εαυτός μου, όταν παύω να υποφέρω για τον εαυτό μου και ξαναγεννιέμαι και κατανοώ το νόημα του θεατρικού επαγγέλματος: το να ζούμε στιγμές αγνής εφήμερης αλήθειας, όπου γνωρίζουμε ότι αυτό που λέμε και κάνουμε, εκεί κάτω από τα φώτα σκηνής, είναι αλήθεια και αντανακλά το πιο βαθύ, το πιο προσωπικό, μέρος των εαυτών μας. Η θεατρική μου χώρα, η δική μου και αυτή των ηθοποιών μου, είναι μια χώρα που υφαίνεται από τέτοιες στιγμές, όπου αφήνουμε πίσω μας τις μάσκες, τη ρητορική, το φόβο του να είμαστε αυτοί που είμαστε και ενώνουμε τα χέρια στο σκοτάδι.
Η θεατρική παράδοση είναι οριζόντια. Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να επιβεβαιώσει ότι το θέατρο βρίσκεται σε οποιοδήποτε κέντρο του κόσμου, σε οποιαδήποτε πόλη ή προνομιούχο κτίριο. Το θέατρο, όπως το έχω λάβει, εξαπλώνεται μέσα από μια αόρατη γεωγραφία που συνδυάζει τις ζωές εκείνων που το υπηρετούν με την ίδια τη θεατρική τέχνη σε μια χειρονομία ενοποίησης. Όλοι οι μεγάλοι δάσκαλοι του θεάτρου πεθαίνουν μαζί με τις στιγμές τους, στιγμές ανεπανάληπτης διαύγειας και ομορφιάς· όλοι ξεθωριάζουν με τον ίδιο τρόπο, χωρίς καμία άλλη υπέρβαση για να τους προστατεύσει και να τους καταστήσει ενδόξους. Οι θεατρικοί δάσκαλοι το γνωρίζουν, καμία αναγνώριση δεν είναι έγκυρη όταν αντιμετωπίζεται με αυτή τη σιγουριά, η οποία είναι η ρίζα του έργου μας: η δημιουργία στιγμών αλήθειας, ασάφειας, δύναμης, ελευθερίας εν μέσω μεγάλης αβεβαιότητας. Τίποτα από αυτά δεν επιβιώνει, εκτός από τα δεδομένα ή τα αρχεία της δουλειάς τους σε βίντεο και φωτογραφίες που θα αποτυπώσουν μόνο μια ωχρή ιδέα για το τι έπραξαν. Ωστόσο, αυτό που θα λείπει πάντα από αυτά τα αρχεία είναι η σιωπηλή ανταπόκριση από το κοινό που καταλαβαίνει σε μια στιγμή ότι αυτό που συμβαίνει δεν μπορεί να μεταφραστεί ή να βρεθεί έξω, ότι στην αλήθεια που μοιράζεται εκεί υπάρχει μια εμπειρία ζωής, για λίγα δευτερόλεπτα, πιο διάφανη ακόμη και από την ίδια τη ζωή.
Όταν συνειδητοποίησα ότι το θέατρο ήταν μια χώρα από μόνο του, μια μεγάλη περιοχή που καλύπτει ολόκληρο τον κόσμο, μια αποφασιστικότητα γεννήθηκε μέσα μου, η οποία ήταν και η συνειδητοποίηση μίας ελευθερίας: δεν χρειάζεται να πας μακριά ή να φύγεις από όπου και αν βρίσκεσαι, δεν χρειάζεται να τρέξεις ή να μετακινηθείς. Το κοινό είναι οπουδήποτε υπάρχεις. Έχεις τους συναδέλφους που χρειάζεσαι στο πλευρό σου. Εκεί, έξω από το σπίτι σου, έχεις όλη την αδιαφανή, αδιαπέραστη καθημερινή πραγματικότητα. Έπειτα, δουλεύεις από αυτή τη φαινομενική ακινησία για να σχεδιάσεις το μεγαλύτερο ταξίδι απ’ όλα, να επαναλάβεις την Οδύσσεια, το ταξίδι των Αργοναυτών: είσαι ένας ακίνητος ταξιδιώτης που δεν παύει να επιταχύνει την πυκνότητα και την ακαμψία του πραγματικού του κόσμου. Το ταξίδι σου είναι προς το στιγμιαίο, προς το παρόν, προς την άνευ προηγουμένου συνάντηση μεταξύ των ομοίων σου. Το ταξίδι σου είναι προς αυτούς, προς την καρδιά τους, προς την υποκειμενικότητά τους. Ταξιδεύεις μέσα τους, στα συναισθήματά τους, στις αναμνήσεις τους που εσύ ξυπνάς και κινητοποιείς. Το ταξίδι σου είναι ιλιγγιώδες, και κανείς δεν μπορεί να το μετρήσει ή να το αποσιωπήσει. Ούτε κανείς μπορεί να το αναγνωρίσει στο σωστό βαθμό, είναι ένα ταξίδι μέσα από τη φαντασία του λαού σου, ένας σπόρος που σπέρνεται στα πιο απομακρυσμένα εδάφη: την πολιτική, ηθική και ανθρώπινη συνείδηση των θεατών σου. Επομένως, δεν κινούμαι, θα παραμείνω στο σπίτι, ανάμεσα στους πιο κοντινούς μου ανθρώπους, σε φαινομενική ακινησία, μέρα και νύχτα να εργάζομαι, επειδή κατέχω το μυστικό της ταχύτητας»

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

"ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ" ποίημα του Τίτου Πατρίκιου από τη συλλογή "Μαθητεία" (1963)

...............................................................







 Τίτος Πατρίκιος (γ.1928)
 









ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 

Τι έγιναν οι νικημένοι;
Ποιος σκέφτηκε ποτέ γι' αυτούς,
ποιος μας σκέφτηκε;
Αδελφή Ισπανία, μόνη μες στον ήλιο σου
μαύρο και πυρωμένο σαν το θάνατο
που λίγοι πια τον βλέπουν, τον θυμούνται.
Αδέρφια σκοτωμένα, νικημένα αδέρφια μου
πού πήγατε, πώς σκορπίσατε;
Άλλοι νεκροί, χωρίς τάφο, χωρίς πλάκα
παράνομοι ακόμα και στο θάνατο.
Άλλοι χαμένοι στις απέραντες πόλεις
στα στενάχωρα σπίτια, ανυπόταχτοι και μονάχοι
με ξεχασμένο το επαναστατικό ψευδώνυμο.
Άλλοι ακόμα στη φυλακή
χτυπώντας όλο πιο κουρασμένα τις πέτρες
περιμένοντας μιαν απάντηση, λησμονημένοι απ' όλους.


Κι οι άνθρωποι ξεχνάνε, οι άνθρωποι ζούνε
δεν είναι πια στη μόδα οι ήρωες,
τα βασανιστήρια, τα συγκλονιστικά ντοκουμένα.
Χιλιάδες τα γνώρισαν, τ' άκουσαν, τα διάβασαν, τα βαρέθηκαν.
Τώρα κάτω απ' τα τείχη των φυλακών
παραθερίζουν άλλοι μ' αδύνατη μνήμη -
είναι μια ανάγκη να ξεχνάς στις μέρες μας.
Ανοίγουν τα σύνορα, ξένοι ανακαλύπτουν γραφικότητες
σε νησιά που αφήσαμε τα κόκκαλά μας,
η ζωή ξέχειλη σε χρώματα τόσο κοινά, τόσο απαραίτητα
κι η ποίηση αυτού του είδους που κάποτε συγκίνησε
τώρα φαντάζει σαν παράταιρη, έξω από σύγχρονες αναζητήσεις.


Είμαστε οι νικημένοι.
Το φέρνω, το ξαναφέρνω στο μυαλό μου
το ξέρω χρόνια τώρα κι όμως ακόμα
μου είναι σχεδόν αδύνατο να το δεχτώ
όπως εκείνος που του 'κόψαν το πόδι
κι ύστερα από καιρό πάει να το ξύσει μες στη νύχτα.
Έτσι στο ίδιο κενό πέφτει η ψυχή μου
όταν κοιτάω τα χτήρια που κάποτε ήταν η έδρα μας
και τώρα στεγάζουν κρατικές υπηρεσίες.
Τους χώρους που κάποτε μας άνηκαν
και τώρα καλύπτονται από ξενόγλωσσες επιγραφές,
όταν κοιτάω τους ανθρώπους που κάποτε είσαν έτοιμοι για όλα
και τώρα αντιπροσπερνιούνται με βάδισμα προβάτου.
Νικηθήκαμε. Ακόμα αρνιέμαι να το παραδεχτώ
με μιαν αντίδραση σχεδόν βιολογική.
Κι όμως νικηθήκαμε.



Αλήθεια, μες στην ήττα πώς αλλάζουν όλα.
Τα πράγματα κρατάν στα χέρια τους οι υπεύθυνοι της ήττας
μεθυσμένοι από νύχτα και χαμένη δόξα
αντιστρέφουν τις ευθύνες, επιβάλλουν αποφάσεις
διέπουν τύχες αγωνιστών, καταδικάζουν, ανυψώνουν
στριμώχνουν την ιστορία στα μέτρα τους -
κι αρχίζουν τα ομαδικά παραληρήματα.
Μεταστροφές, αποστασίες, ξεπεράσματα,
επαναστάτες πειθαρχούν, εκχωρούν τη σκέψη τους
στον παραπάνω καθοδηγητή, άλλοι τρελλαίνονται,
άλλοι αντιστέκονται, απομονώνονται, συντρίβονται
άλλοι γίνονται δήμιοι των ίδιων των συντρόφων τους
άλλοι σκεπάζουν τις φωνές με ποιήματα δοξαστικά στο Στάλιν
άλλοι ρίχνουν βουβοί τις νύχτες προκηρύξεις
άλλοι ανοίγουν μαγαζιά, πάντα ικανοί,
κλέβουν, κερδοσκοπούν, άλλοι μοιχεύουν,
αφήνουν ξαφνικά ελεύθερα τα ένστιχτά τους
άλλοι φορούν τις επαναστατικές τους ρεντικότες
σε κάθε επέτειο του κινήματος
εκφωνούν τους κεκανονισμένους λόγους
επιτηρούν μη θίξεις τις νεκρές αλήθειες τους, μην τους θίξεις
άλλοι διαμαρτύρονται, παραλογίζονται, εξαχρειώνονται,
άλλοι τους καταγγέλουν, βρίσκουν την ευκαιρία να δικαιωθούν
ανακαλύπτουν ξάφνου τη βρωμερή προσωπικότητά τους.


Αλήθεια, μες στην ήττα πώς αλλάζουν όλα.
Κι εσύ που καλόπιστα θα πεις: "Πάει κι αυτός
τα σκάτωσε, δεν ξέρει πια τι λέει",
και συ που θα με κατηγορήσεις
πως κάνω ζημιά μ' αυτά που γράφω,
σκέψου πως ύστερα από τόσα χρόνια
σακατεμένος, γεμάτος στέρηση, με τη σάρκα μου να φλέγεται
κι όμως από μένα τον ίδιο καταδικασμένη να νεκρωθεί
μπρος στις ανάγκες του κινήματος,
σκέψου πως δεν κουράστηκα να γυρνάω
από κρατητήριο σε κρατητήριο, από στρατόπεδο
σε στρατόπεδο, από άγονη συνεδρίαση σ' άλλη,
να βυθίζομαι σ' ελπιδοφόρες συζητήσεις
που δε βγάζαν αποτέλεσμα,
να βλέπω τίποτα σχεδόν να μην αλλάζει,
να καταντάω ανεπιθύμητος, μόλις ανεκτός,
γι' άλλους επικίνδυνος, όταν όχι ν' αλλαξογύριζα
μα κάπως λιγότερο να νοιαζόμουν
με περιμέναν δρόμοι βολικοί προσωπικής ανάδειξης
που δε λείψανε ποτέ, κι αλλοίμονο
θα μ' έκαναν στα μάτια σου πιο σεβαστό
όπως τόσους που τιμάς και καμαρώνεις.


Τώρα λοιπόν είναι που περσότερο θα επιμένω, θα ουρλιάζω,
έστω κι αν μένω μόνος, μι' ανίσχυρη μειοψηφία,
έστω κι αποδιωγμένος, στιγματισμένος, ύποπτος,
γιατί η στάση μου δεν εξαρτήθηκε ποτέ
από κομματικό μισθό ή πόστο
και στο χαράκωμα της επανάστασης
δε με διόρισε ποτέ κανείς
κι ούτε μπορεί να μ'απολύσει.
Θα ήτανε βολικό να σώπαινα. Μα δεν μπορώ.
Αρχίζω πάλι ως να κολλήσει η γλώσσα στο λαρύγγι:
Το δρόμο, πρέπει να βρούμε το δρόμο
η σκέψη απλώνεται σ' όλο το κορμί
κάθε στιγμή αργοπορίας είναι θάνατος
η ιστορία μας κινδυνεύει να σαπίσει
η χώρα μας, ο λαός μας κινδυνεύει να σαπίσει.
Κι εμείς, μ' όλες τις αδυναμίες,
η μόνη ελπίδα σωτηρίας.



Αυτό το ποίημα υπάρχει στη συλλογή με τίτλο "Μαθητεία" των εκδόσεων "πρίσμα" 1963 που τυπώθηκε για λογαριασμό του ίδιου του Πατρίκιου.

"Η φρικτή πραγματικότητα όπως θα έπρεπε να είναι..." (tvxs.gr, 25/3/2019)

..............................................................

Η φρικτή πραγματικότητα όπως θα έπρεπε να είναι...  



(https://tvxs.gr/news/alles-texnes/i-frikti-pragmatikotita-opos-tha-eprepe-na-einai, 25/3/2019)
 


Ο Abdulla -Al- Morshed είναι 26 ετών. Γεννήθηκε και ζει στο Μπαγκλαντές και από το 2012 εργάζεται με το ψευδώνυμο “Morshed Mishu”. Έχει εργαστεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες της χώρας του, ενώ σήμερα εργάζεται για το μεγαλύτερο σατιρικό περιοδικό της Νοτίου Ασίας, το UNMAD και είναι επικεφαλής της ομάδας σκιτσογράφων του Μπαγκλαντές, Cartoon People.
Ο “Morshed Mishu” έγινε παγκοσμίως γνωστός από την εκπληκτική σειρά σκίτσων με τίτλο “Global Happiness Challenge”, στην οποία παρουσίασε εμβληματικές εικόνες από τη φρίκη των πολέμων και της τρομοκρατίας, όπως θα έπρεπε να είναι... εικόνες καθημερινής ευτυχίας.
“Δεν μπορούσα να δεχτώ τη σκληρότητας και αρχικά προσπάθησα να αποφύγω αυτές τις εικόνες. Όμως αυτό δεν ήταν εφικτό. Μπορούσα να μην τις βλέπω, αλλά δεν  μπορούσα να τις βγάλω από το μυαλό μου. Για αρκετές ημέρες δεν μπορούσα να κοιμηθώ και έτσι ένα βράδυ μου ήρθε στο μυαλό μια ιδέα. Ρώτησα τον εαυτό μου: Αντί για αυτές τις εικόνες, τι θα ήθελες να δεις; Και έδωσα την απάντηση: Θέλω να βλέπω ανθρώπους να χαμογελόυν. Να βλέπουν τους δικούς τους ανθρώπους χαρούμενους”, αναφέρει ο δημιουργός, σημειώνοντας πως η ευτυχία στις μέρες μας αποτελεί μια “πρόκληση” και για αυτό ονόμασε την σειρά σκίτσων “Παγκόσμια Πρόκληση Ευτυχίας”.
Η ευτυχία βρίσκεται στις απλές στιγμές, όπως η αγάπη ενός πατέρας για το παιδί του, όταν μια παρέα φίλων κερδίζει έναν αγώνα, όταν ένα παιδί διαβάζει ένα παραμύθι και χάνεται στον φανταστικό του κόσμο. Πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι και θέλουν αυτές τις στιγμές και τις αξίζουν”, τονίζει.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΚΛΗΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ