Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2024

"Τέμπη, ένας χρόνος μετά" έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή", 27.2.2023)

...............................................................


 

Τέμπη, ένας χρόνος μετά




έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή", 27.2.2023)




Ένα χρόνο μετά την τραγωδία των Τεμπών, πολλά κρίσιμα ερωτήματα για την αδιανόητη σύγκρουση των δύο τρένων, που έκλεψε τη ζωή 57 συνανθρώπων μας, την υγεία δεκάδων άλλων και τη γαλήνη εκατοντάδων συγγενών τους, μένουν αναπάντητα. Κάποια άλλα έλαβαν πολιτικάντικη «απάντηση» από τη νεοδημοκρατική πλειοψηφία της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής, γεγονός προσβλητικό για τη μνήμη των νεκρών. Ακολουθώντας σεβαστικά τη θλιβερή παράδοση, η επιτροπή έδειξε προς τα πού τής είχε ταχθεί να οδεύσει ήδη με την επιλογή ως προέδρου της ενός από τους πλέον επιθετικούς και ρηχούς λαϊκιστές της Ν.Δ. Λειτουργώντας με συνοπτικές διαδικασίες, δεν σκόπευε να αναδείξει έστω το πλατωνικό «εν τρίτον από της αληθείας» αλλά να ψευτογιατρέψει (με τη συγκαλυπτική εμμονή στο «ανθρώπινο σφάλμα») τη βαριά τραυματισμένη εικόνα της κυβέρνησης. Και να φτιασιδώσει το προφίλ του Κ. Αχ. Καραμανλή, ο οποίος, σαν εταίρος της κληρονομικής δημοκρατίας μας, φρονεί ότι γεννήθηκε απαλλαγμένος ισόβια από την υποχρέωση της λογοδοσίας και της ευθύνης.

Ως εκ τούτου, δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες όσοι γνώστες των προβλημάτων του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας προειδοποιούσαν από καιρό ότι οι συρμοί κινούνται σε ράγες καταστροφικές. Η αδιαφορία για τις προειδοποιήσεις γεννάει αναπόφευκτα τη σκέψη ότι ο χαρακτηρισμός «δυστύχημα» δεν είναι απλώς υποτιμητικός αλλά αθωωτικός. Οι κυβερνήσεις (η ίδια η πολιτική συγκρότηση του ανθρώπινου βίου εντέλει) υπάρχουν για να περιορίζουν μέχρι μηδενισμού τις πιθανότητες του «τυχαίου», της «κακιάς στιγμής». Πάνε αιώνες που δεν έχουμε πια στις πόλεις μας αγάλματα της θεοποιημένης Τύχης. Γι’ αυτό και οι επιζήσαντες και οι οικείοι τους στις μηνύσεις τους καταγγέλλουν το «μαζικό έγκλημα των Τεμπών».

Ενα από τα ερωτήματα που θέτουν επίμονα οι συγγενείς των θυμάτων, παρά τους «συμβουλάτορες πόνου», που τους προτρέπουν να ζήσουν σιωπηρά το πένθος τους, αφορά το μπάζωμα του πεδίου της τραγωδίας με χαλίκια και άσφαλτο. «Το μπάζωμα έγινε με επιμελή και μόνιμο τρόπο», γράφει στο πόρισμά του ο τεχνικός σύμβουλος του συλλόγου των συγγενών. Ποιος ο στόχος της κατεσπευσμένης «επιμέλειας», αν όχι «η αλλοίωση και η μόλυνση του σημείου», όπως παρατηρεί ο ειδικός πραγματογνώμονας; Μια τόσο βαριά απόφαση, στα όρια της ύβρεως, μπορούν άραγε να τη φορτωθούν οι σχετικώς αδύναμοι ώμοι του περιφερειάρχη Κ. Αγοραστού ή του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ Χρήστου Τριαντόπουλου;

"28/02/23 23:22 «Στείλε όταν φτάσεις»" | CNN Greece (youtube, 27.2.2024)

 ...............................................................


28/02/23 23:22 «Στείλε όταν φτάσεις» | CNN Greece...

"Η λίγη ζωή μας" ποίημα του ποιητή ΡΩΜΟΥ ΦΙΛΥΡΑ (1889 - 1942) Άπαντα [1939]

 ..............................................................





ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ (1889 - 1942)


Η λίγη ζωή μας


Ποζάτοι χαχαμίκοι, κοκορίκοι
και ρητορίσκοι φουσκωμένοι,
άβαθοι χαλκοσκούφηδες τη νίκη
ζητούν στην πολιτεία οι ξιπασμένοι.


Δε το νογούν ή τάχα από τα μήκη
ως με τα πλάτη των Σφαιρών δεμένοι
πως τα κορμιά ολονών θα φάνε οι λύκοι
και πως απ’ όλα τίποτα δε μένει.


Μονάχα μιαν αγάπη, η καλοσύνη,
ένα γλυκό χαμόγελο, μια εικόνα
αυγής ή δύσης, ψυχική γαλήνη,


το θέαμα του πελάου στον Παρθενώνα,
μια κλασική γραμμή λευκού μαρμάρου
και το Τραγούδι, ωδή και θρήνος χάρου.





ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ (1889 - 1942)


Άπαντα [1939]

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2024

Bach 6 Clavier Suiten [Partiten] BWV 825 826 827 828 829 830 - András Schiff (youtube, 5.3.2023)

 ...............................................................


Bach 6 Clavier Suiten [Partiten] BWV 825 826 827 828 829 830 - András Schiff

(youtube, 5.3.2023)

Johann Sebastian Bach
Clavierübung Teil I & II: die Partiten für Cembalo
Partitas for harpsichord
András Schiff, piano

0:00:00 Partita I B-Dur Partita No 1 In B Flat Major BWV 825
 
0:17:20 Partita II c-Moll Partita No 2 in C minor BWV 826

0:37:09 Partita III a-Moll Partita No 3 A minor BWV 827

0:54:30 Partita IV D-Dur Partita No 4 D major BWV 828

1:25:48 Partita V G-Dur Partita No 5 G major BWV 829

1:46:06 Partita VI e-Moll Partita No 6 E minor BWV 830


Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

Nocturne No. 3 in D Minor · Mily Balakirev (1837 - 1910) - Alexander Paley (youtube, 8.11.2014)

 ...............................................................



Nocturne No. 3 in D Minor · Mily Balakirev (1837 - 1910) - Alexander Paley

(youtube, 8.11.2014)


13.12.43 - Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005)

 ...............................................................


13.12.43 - Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 - 2005)




13.12.43 

Θυμάσαι που σου ’λεγα: όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι. 
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δεν θα θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε. 
Ένα μαντίλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού 
Κι έβρεχε αλήθεια πολύ κι ήτανε έρημοι οι δρόμοι

Με μια λεπτήν ακαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση 
Κλεισμένα παράθυρα κι οι άνθρωποι τόσο λησμονημένοι 
—Γιατί μας άφησαν όλοι; Γιατί μας άφησαν όλοι; 
Κι έσφιγγα τα χέρια σου 
Δεν είχε τίποτα τ’ αλλόκοτο η κραυγή μου. …
Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε

Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες 
Με μιαν επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας 
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν 
Ξεχνούσες τα δάκρυα, τη χαρά και τη μνήμη μας 
Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ ανεμίζονται.

Ίσως δε μένει τίποτ’ άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε. 
Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο Γιατί. 
Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης 
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και δεν προσμένω απάντηση 
Κανείς δεν θ’ αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου.

Κι εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται 
Μια μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει 
Κι ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου 
Τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά.

(youtube, 8.3.2015)

"Ακόμα μία σκηνή στο δράμα" έγραψε ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 24.2.2024)

 ...............................................................



Ακόμα μία σκηνή στο δράμα


Ο Στέφανος Κασσελάκης είναι το ακραίο αποτέλεσμα μιας πορείας του ΣΥΡΙΖΑ προς τη δημοψηφισματική αποθέωση του αρχηγού με το πρόσχημα των επιθυμιών του κόσμου.




έγραψε ο Νικόλας Σεβαστάκης (www.lifo.gr, 24.2.2024)


ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ, και από διάφορες πλευρές, μέσα στη χώρα και διεθνώς, η πολιτική μετατρέπεται σε έναν ανταγωνισμό προσώπων και μικρών επιτελείων για την επιρροή. Τα κόμματα είναι πια ένα πρόσχημα, ένα θολό φόντο, η μία επίσημη εκδοχή που διατηρείται όπως τα οικόσημα των δυναστειών. Ανεπισήμως, και στην πραγματικότητα, «ψηφίζονται πρόσωπα» και οι «ομάδες τους».

Αυτή η τάση, που έχει πολλές αιτίες και ρίζες, μπορεί να ελεγχθεί και να μετριαστεί όταν ενισχύονται τα ενδιάμεσα θεσμικά όργανα, όταν στα κόμματα συζητιούνται ιδέες και κοινωνικά σχέδια ή και όταν ο εκάστοτε αρχηγός έχει μια παιδεία πολιτικής σύνθεσης. Όλα αυτά όμως θεωρούνται πια παρωχημένα ή ξέφτια άλλων εποχών.

Ο Στέφανος Κασσελάκης είναι το ακραίο αποτέλεσμα μιας πορείας του ΣΥΡΙΖΑ προς τη δημοψηφισματική αποθέωση του αρχηγού με το πρόσχημα των επιθυμιών του κόσμου. Η ιδέα που στηρίζει αυτήν τη φιλοδοξία είναι απλή: σκηνοθετεί διαρκώς μια αντιπαράθεση μεταξύ των αγνών προθέσεων ενός προσώπου (του νέου αρχηγού) και των πονηρών, αραχνιασμένων και σκοτεινών όψεων μιας παλιάς κομματοκρατικής κάστας.


Αυτό συντελείται τώρα στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης: ο νέος πρόεδρος θέλει να πάει στα άκρα τις συνέπειες της θριαμβευτικής εκλογής του πριν από λίγους μήνες.

Ο «άσχετος νέος» γίνεται έτσι επιθετικό αντεπιχείρημα κατά των γραφειοκρατών του μηχανισμού και των ειδικών της κομματικής γλώσσας. Ο Κασσελάκης εξαρχής επιδίωξε να τον ταυτίσουν με τον εκτός τειχών άνθρωπο της κοινωνίας, με αυτόν που δεν έχει ιστορία πίσω του, αλλά ήρθε για να σώσει τον ΣΥΡΙΖΑ από το ναυάγιο.

Η περίοδος του Αλέξη Τσίπρα είχε κατασκευάσει ήδη αυτήν τη λογική, διατηρώντας την όμως σε ένα πλαίσιο με ιστορικές φορτίσεις και κομματικές αναφορές: άνθρωποι σεβαστοί και με πείρα αγώνων μέσα στην αριστερά εμφανίζονταν ως γκρούπις του Αλέξη, φανατισμένοι «τσιπρικοί» που δεν άντεχαν καμιά κριτική στο είδωλό τους. Αυτό ήταν ήδη μια παρακμή, αν και πολλοί το είχαν αγκαλιάσει ως στάση, γιατί αναζητούσαν επειγόντως πολιτική απάντηση στην κυριαρχία του Μητσοτάκη. Κουρασμένοι ή θυμωμένοι με αναλύσεις που επαναλαμβάνονταν από το 1968 ή το 1988, είδαν σε ένα πρόσωπο τη λύση του γρίφου και τα αδιέξοδα των κληρονομημένων ιδεών και πλάνων.

Από μια τέτοια μαγιά κούρασης και τη μετάλλαξή της σε απεγνωσμένη ανάγκη για χειροκρότημα και κατάφαση, από αυτή την πορεία προς ένα ιδιότυπο star-system προέκυψε και ο Κασσελάκης και όλα όσα έρχονται μαζί του. Ακούγοντας την προχθεσινή ομιλία του στο συνέδριο, αντιλαμβάνεται κανείς το κεντρικό μήνυμα: εγώ είμαι εδώ για σας, για τον λαό (μου). Οι άλλοι, οι κομματικοί και οι παλαιοί, είναι υπονομευτές, θεσιθήρες και αποξενωμένοι γραφειοκράτες. Την ίδια στιγμή, όμως, όπως κάνει κάθε σύγχρονος λαϊκιστής, ο Κασσελάκης αποτάσσεται τους «μεσσίες» και τους «μεσσιανικούς ηγέτες». Γιατί όμως το κάνει αυτό;

Όχι προφανώς επειδή δεν πιστεύει στον σωτήριο ρόλο του (είναι προφανές πως έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του) αλλά γιατί η εποχή του ΤikΤοk υποχρεώνει τους πάντες να φαίνονται και να μιλούν κατά του ελιτισμού, των διακρίσεων, των ιεραρχήσεων. Κανένας μηχανισμός δεν έχει ελπίδες σήμερα αν δεν στρέφεται κατά των «μηχανισμών» (των άλλων φυσικά), παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως ανιδιοτελή και σχεδόν αθώα επιδίωξη νίκης.

Αυτό συντελείται τώρα στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης: ο νέος πρόεδρος θέλει να πάει στα άκρα τις συνέπειες της θριαμβευτικής εκλογής του πριν από λίγους μήνες· είτε να υποτάξει πλήρως τα όποια άλλα κέντρα ισχύος είτε να αναδημιουργήσει, διαλύοντας ένα κόμμα με ανθρώπους που θα μπουν μέσα τώρα και θα είναι και αυτοί «δίχως κομματική ιστορία».

Το τι θα συμβεί, άραγε, με τις αντίπαλες υποψηφιότητες και την τελική στάση του Αλέξη Τσίπρα έχει φυσικά σημασία. Όπως και το πώς θα διαταχθούν τα «στρατόπεδα» στην κομματική μάχη, πράγματα που θα απασχολήσουν τη δημοσιογραφική κοινότητα (μάλλον περισσότερο απ' όσο θα παθιάσουν την κοινωνία).

Από τη σκοπιά, όμως, της περίφημης προοδευτικής παράταξης, μια πορεία ανάμεσα σε φουσκωμένα Εγώ και δημοψηφισματικές αποθεώσεις δείχνει πάντα προς την έρημο. Ακόμα και αν συνοδευτεί διακοσμητικά με ομάδες εργασίες ή θεματικά συνέδρια, από συνθήματα και προτάσεις που παραπέμπουν στην κανονική πολιτική (και στην αριστερά), αυτή η πορεία μοιάζει περισσότερο με υπόσχεση διάλυσης παρά με υπόσχεση ανανέωσης.

Από έναν λόγο χιλιάδων λέξεων μένει μόνο ένα «ελάτε να μετρηθούμε». Σαν να απευθύνεται κάποιος στους άλλους με τη φράση «ελάτε, ρε, αν είστε μάγκες» και δίπλα σε αυτό να παρατάσσει απερίσκεπτα τα εμβληματικά λόγια περί αλληλεγγύης και συντροφικότητας, σαν ένα είδος προσευχής στους θεούς της παράταξης.

Αυτή η ιστορία έχει προφανώς κάτι γκροτέσκο και πικρό, είναι όμως το τίμημα μιας εξέλιξης που δεν συνάντησε σοβαρά αντίβαρα και αντιδράσεις στον δρόμο της και τώρα αυτονομείται, απαιτώντας είτε την ολική συμμόρφωση είτε τη διάλυση.

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

"Η ελληνική Αριστερά και οι διαχωριστικές" έγραψε ο Χρήστος Λάσκος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 23.02.24)

...............................................................



Η ελληνική Αριστερά και οι διαχωριστικές


έγραψε ο Χρήστος Λάσκος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 23.02.24)




Η εκδήλωση της «Εφ.Συν.», την Τρίτη 13 Φεβρουαρίου, από τη σύνθεση κιόλας του πάνελ -ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ΝεΑρ- έδειχνε μια ουσιώδη διαχωριστική, που διαμορφώνει την κατάσταση στο πλαίσιο αυτού που -κακώς, κατά τη γνώμη μου- ονομάζεται «προοδευτικός χώρος».


Τα τρία κόμματα που εκπροσωπήθηκαν στην εκδήλωση είναι, πράγματι, από πολλές απόψεις κοντινά. Για μια σειρά από λόγους το καθένα, βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από τη ζωηρή κινηματική Αριστερά, όπως και από τη μαχόμενη νεολαία, η οποία πολιτικά δεν εκπροσωπείται πλέον από κάποια κοινοβουλευτική δύναμη - για το ΚΚΕ θα πω παρακάτω.

Δεν κομίζω γλαύκα ες Αθήνας, πρόκειται για εμπειρική παρατήρηση. Οποιος βρεθεί, π.χ., στις μεγάλες εκπαιδευτικές διαδηλώσεις βλέπει με τα μάτια του την ανυπαρξία αυτών των χώρων - το προοδευτικό, μάλιστα, ΠΑΣΟΚ αντιτίθεται στις καταλήψεις και το συζητάει, μια χαρά, για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Ενώ δεν είναι λίγοι στο κόμμα του Κασσελάκη -και ο ίδιος, αν αφαιρέσουμε τον γελοίο πολιτικαντισμό του- που το βλέπουν.

Βέβαια, στη διάρκεια της εκδήλωσης φάνηκε πως οι προτάσεις τους δομικά συγκλίνουν: ο καθείς και η καθεμιά προτείνουν τον εαυτό τους ως επίδοξο νικητή του Μητσοτάκη. Οι πασόκοι προτείνουν πασόκο, οι συριζαίοι συριζαίο και οι νεαρίτες νεαρίτη. Το όλοι μαζί, λοιπόν, μεταφράζεται σε όλοι πίσω μου. Λογικό, άλλωστε, αν σκεφτούμε πως και τα τρία κόμματα παίζουν την ίδια τους την επιβίωση. Αυτό για πολιτικούς οργανισμούς, που έχουν ως θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητάς τους τον κυβερνητισμό και είναι ισχυρά συνδεδεμένα με το κράτος -κόμματα, δηλαδή, καρτέλ, που έλεγε και ο Mair- είναι καθοριστικό για τη διαμόρφωση της ταυτότητάς τους.

Πρόκειται, βέβαια, για πράγματα -η κινηματική στεγνότητα, η μεγάλη απόσταση από τους νέους, τον πυρήνα της σημερινής εργατικής τάξης, ο κυβερνητισμός, η «σοβαρότητα», ακόμη και η καθεστωτική αισθητική των περισσότερων- που, εκτός από τον επιβιοτικό ανταγωνισμό, διαμορφώνουν και κοινότητα μεταξύ τους.


Οπως διαμορφώνουν και μια μεγάλη διαχωριστική όλων τους με την άλλη Αριστερά, την εκλογικά αδύναμη, αλλά με πολύ καλύτερες σχέσεις με τα κινήματα, τους νέους, τις στάσεις πολιτικής ανυπακοής και αληθινής αντιπολίτευσης - λάθος λέξη, συστημική, καλύτερα είναι, ίσως, να μιλάμε για εναντίωση.

Η άλλη Αριστερά, εξάλλου, δεν αποτελείται, σε κανένα επίπεδο της δράσης της, από επαγγελματίες πολιτικούς, όπως συμβαίνει με το «προοδευτικό» κοινοβούλιο. Και ξέρει, πολλές φορές «πρωτόγονα», ότι από θέσεις «εκτός» του πολιτικού συστήματος ή της κυβέρνησης το παγκόσμιο εργατικό κίνημα -αλλά και τα υπόλοιπα- έχουν κερδίσει το σύνολο σχεδόν των κατακτήσεων επί δύο αιώνες.

Αυτή η διαχωριστική είναι, πραγματικά, αβυσσαλέα. Φτιάχνει ταυτότητες που τέμνονται όλο και λιγότερο. Πράγμα που καθόλου δεν θα πείραζε αν δεν δημιουργούσε στεγανά ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους της εκλογικής -αλλά, κάποιες φορές, και της κομματικής- βάσης των χώρων αυτών. Θέλω να πω ότι, π.χ., άνθρωποι που αισθάνονται, για πολλούς και σημαντικούς λόγους, κοντά στη ΝεΑρ, απομονώνονται πολιτικά - κι αυτό δεν είναι καλό.

Αλλά, υπάρχει και το ΚΚΕ.

Το οποίο, βέβαια, είναι μια κατηγορία μόνο του - σε διεθνές και παγκόσμιο επίπεδο.

Η άρνησή του να επικοινωνήσει με οτιδήποτε δεν ελέγχει ασφυκτικά είναι παροιμιώδης. Ο λόγος, όμως, που κάνει αδύνατη τη συμπόρευση της Αριστεράς μαζί του δεν είναι ο σεχταρισμός του - ας τον έχει, αρκεί να το κάνει χαρούμενο.

Η αδυναμία επαφής είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης πραγματικότητας. Το ΚΚΕ είναι, απλώς, σταλινικό.

Δεν καταλαβαίνω, λοιπόν, πώς οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς στέκονται πολλές φορές «απολογητικά» απέναντί του ή και το ψηφίζουν. Αν ο σταλινισμός είναι αντεπανάσταση, η στάση αυτή δεν στέκει. Δεν βγάζει νόημα.

Είναι η σταλινική φύση του ΚΚΕ που εξηγεί γιατί σε όλους τους μεγάλους αγώνες βρέθηκε απέναντι. Το 2008 στα Δεκεμβριανά, το 2011 στις πλατείες, το 2012 απέναντι στη δυνατότητα να ηττηθεί εκλογικά ο σαμαροβενιζελισμός, το 2015, στη διάρκεια της κορυφαίας ταξικής σύγκρουσης του 21ου αιώνα. Αλλά και ενάντια στις Πρέσπες ή, σήμερα, στα δικαιώματα των «άλλων» ζευγαριών. Οπου το κύριο ζήτημα δεν είναι η απόρριψη της επικίνδυνης συχνά εμπορευματοποίησης της παρένθετης μητρότητας -και για τα ετερόφυλα-, αλλά η υπεράσπιση των «φυσικών», λέει, ρόλων του άνδρα και της γυναίκας. Οσοι ξέρουν την τρομερή αντιδραστική υποστροφή που συνέβη τη δεκαετία του ’30 στην ΕΣΣΔ, σε σχέση με την πρωτοφανή, παγκοσμίως, ελευθεριακή νομοθεσία της Επανάστασης, καταλαβαίνουν απολύτως.

Οι διαχωριστικές καθορίζονται, κατεξοχήν, από τις επιδιώξεις. Η άλλη Αριστερά, με όλες τις διαφορές της και τις γελοίες συχνά διαφοροποιήσεις, συμφωνεί πως η επιδίωξη μιας ριζικής κοινωνικής αλλαγής είναι, τώρα όχι στο μακρό μέλλον, όρος επιβίωσης των ανθρώπινων κοινοτήτων. Και, στη μεγάλη της πλειοψηφία, θεωρεί πως ο σοσιαλισμός είναι το ακριβές αντίθετο στου σταλινισμού. Ενώ και στα μεταβατικά αιτούμενα, που ανοίγουν τον δρόμο, οι διαφορές είναι αμελητέες. Δεν βάζει άκρη, λοιπόν, η μανία διαχωρισμού. Θα επανέλθω.

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

"Γεωστρατηγικός και ενεργειακός κόμβος ή city-break τουριστικός προορισμός;" γράφει ο Ανδρέας Καφετζής* ("Εφημερίδα των Συντακτών", 20.02.24)

 ...............................................................



Γεωστρατηγικός και ενεργειακός κόμβος ή city-break τουριστικός προορισμός;






γράφει ο Ανδρέας Καφετζής* ("Εφημερίδα των Συντακτών", 20.02.24) 


Τα Σαββατοκύριακα, αν περπατήσεις στην παραλιακή λεωφόρο της Αλεξανδρούπολης, τα περισσότερα αυτοκίνητα που θα συναντήσεις είναι τουρκικά. Και διακρίνονται εύκολα γιατί οι πινακίδες τους διαφέρουν κι έχουν αριθμούς. 34 είναι η Κωνσταντινούπολη (Istanbul), 35 η Σμύρνη (Izmir), 06 η Αγκυρα (Ankara), 16 η Προύσα (Bursa). Oι τέσσερις αυτές πόλεις έχουν πληθυσμό γύρω στα 30 εκατ. κατοίκους της μεσαίας εισοδηματικής τάξης που συχνά έρχονται στη θρακική πόλη. Ενας ήσυχος τόπος, όπου ηρεμούν και απολαμβάνουν τη θάλασσα, τη γαστρονομία και μια άλλη ατμόσφαιρα σε σχέση με τις μεγαλουπόλεις από τις οποίες προέρχονται. Και εάν οι υπηρεσίες κατά τη διέλευση από τα σύνορα δεν ήταν αυτές του 1964, όταν πρωτολειτούργησε η ελληνοτουρκική γέφυρα στους Κήπους, η παρουσία των γειτόνων θα ήταν πολυπληθέστερη. Συμπερασματικά, η πόλη ζει οικονομικά, κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος, από την κατανάλωση των τουριστών. Τα ξενοδοχεία είναι πλήρη, airbnb κατασκευάζονται καινούργια συνεχώς, η εστίαση καλύπτεται εν πολλοίς από τους γείτονες και τα εμπορικά ακολουθούν (λέγεται ότι το γνωστό Zara της Αλεξανδρούπολης είναι πρώτο σε πωλήσεις μεταξύ των ομοίων του σε όλη την Ελλάδα).

Αυτή είναι η τοπική πραγματικότητα, μια δραστηριότητα που γεννήθηκε σιγά σιγά από μόνη της και δίνει ζωή στους ντόπιους, άμεσα ή έμμεσα. Αν σκεφτείτε ότι στις γειτονικές Κομοτηνή και Ξάνθη πωλούνται σημαντικές ξενοδοχειακές μονάδες και δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον, στην Αλεξανδρούπολη αυτό που συνέβη ήταν σαν μάννα εξ ουρανού.

Και η κεντρική κυβέρνηση πώς αντιδρά; Με γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς και οραματικές υπερβολές. Ενα λιμάνι περίπου νεκρό, που μία φορά τον μήνα φορτώνει και ξεφορτώνει τανκς και ελικόπτερα για την Ουκρανία και κατά τα άλλα δεν έχει γερανούς για να ικανοποιήσει εμπορικές δραστηριότητες του λιμένα. Μεγαλεπήβολες σκέψεις για τρένα DGV που θα πηγαίνουν στην Οδησσό σε 5 ώρες, ενώ εδώ και πολύ καιρό δεν υπάρχει σιδηροδρομική διασύνδεση με τη Θεσσαλονίκη. Συν τοις άλλοις, πίπτει επί των κεφαλών μας η ενεργειακή καταιγίδα LNG (επεξεργασία στη θάλασσα του υγροποιημένου φυσικού αερίου) μαζί με την κατασκευή τεράστιων θαλάσσιων αιολικών πάρκων με γιγαντιαίες ανεμογεννήτριες σταθερής βάσης και το εργοστάσιο ηλεκτροπαραγωγής 840MW πέριξ της πόλης.

Με γειτνιάζουσα περιοχή RAMSAR και NATURA, χωρίς καμιά διαβούλευση με την τοπική κοινωνία, χωρίς να ενημερωθούμε για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, χωρίς να δοθούν αντισταθμιστικά οφέλη, πορευόμαστε προς το άγνωστο. Ως ιθαγενείς απέναντι σε αποικιοκράτες. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα γίνουμε μια νέα «Ελευσίνα», να βλέπουμε τη θάλασσα από φωτογραφίες.

* Τ. αντιδήμαρχος Αλεξανδρούπολης

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Τόμας Χάρντι (1840 – 1928) «Η Τρισαγαπημένη» (μτφ. Νίκος Φωκάς, εκδ. Κρύσταλο, Αθήνα, 1989)

 ............................................................





Τόμας Χάρντι (1840 - 1928)


·        Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Τόμας Χάρντι (1840 – 1928) «Η Τρισαγαπημένη» (μτφ. Νίκος Φωκάς, εκδ. Κρύσταλο, Αθήνα, 1989)

  

«…Την επομένη ήταν ένα ωραίο πρωινό. Σεργιανίζοντας ολόγυρα και τραβώντας κατά την πύλη, είδε την Έιβις να μπαίνει στο νοικιασμένο πύργο του μ’ ένα πλατύ αυγόσχημο ψάθινο καλάθι σκεπασμένο μ’ ένα άσπρο πανί, και κάνοντας γύρο να μεταφέρει το φορτίο της στην πίσω πόρτα. Φυσικά, έπλενε και για το προσωπικό του· δεν το είχε σκεφτεί. Στην πρωινή λιακάδα έμοιαζε περισσότερο με συλφίδα παρά με πλύστρα· και δεν μπορούσε παρά να σκέπτεται ότι η λυγερή της γραμμή ήταν τόσο αταίριαστη με την ασχολία αυτή όσο υπήρξε και της μητέρας της.

   Επιτέλους όμως, δεν ήταν η πλύστρα που έβλεπε τώρα. Στο πρόσωπό της, απάνω της ακτινοβολούσε αυτό το αληθινό, διαπεραστικό πλάσμα που γνώριζε τόσο καλά! Το επάγγελμα της υποταχτικής υπηρέτριας, τα ελαττώματα του παροδικού προσώπου που αποτελούσε το πλαίσιο, είχαν τόση σπουδαιότητα για την προβολή της Μοναδικής, όση έχουν οι πάσσαλοι υποστήριξης και η σκαλωσιά για την επίδειξη πυροτεχνημάτων.

   Η κοπέλα βγήκε από το σπίτι και τράβηξε κατά το δικό της από ένα μονοπάτι που ο ίδιος δεν ήξερε, αλλάζοντας προφανώς διαδρομή καθώς τον είδε να στέκεται εκεί. Δεν σήμαινε τίποτε αυτό, διότι ελάχιστη γνωριμία είχε μαζί του· ωστόσο το ότι τον απέφυγε ήταν μια νέα εμπειρία. Δεν του δόθηκε άλλη ευκαιρία να τη μελετήσει  περισσότερο από απόσταση, και σοφίστηκε ένα πρόσχημα για να τη φέρει πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του. Βρήκε κάποιο ψεγάδι στα ασπρόρουχά του και έδωσε εντολή να του φέρουν την πλύστρα.

   «Είναι ακόμα μικρή η καημενούλα» είπε με ύφος απολογητικό η καμαριέρα. «Αλλά από το θάνατο της μάνας της έχει πολλά να κάνει για να τα βγάζει πέρα και δεν παραπονιόμαστε μαζί της. Αλλά θα της μιλήσω, κύριε.»

   «Θέλω να τη δω ο ίδιος. Στείλε μού την όταν έρθει» είπε ο Πίερστον.

   Ένα πρωί, λοιπόν, ενώ απαντούσε σε μια κακόβουλη κριτική για κάποιο πρόσφατο έργο του, του είπαν ότι περίμενε στην είσοδο ν’ ακούσει τις επιθυμίες του. Σηκώθηκε και βγήκε.

   «Σχετικά με το πλύσιμο» είπε ο γλύπτης αυστηρά «είμαι πολύ σχολαστικός. Δε θέλω διάλυση με ασβέστη.»

   «Δεν ήξερα ότι τη μεταχειρίζονται» είπε η κόρη, με φοβισμένο και επιφυλακτικό τόνο, χωρίς να τον κοιτάξει.

   «Καλά, καλά. Και τα κουμπιά σπάνε στην πρέσα.»

   «Δεν έχω, κύριε, πρέσα» μουρμούρισε.

   «Α, εντάξει τότε. Και δε μ’ αρέσει τόσο πολύ νάτριο στην κόλλα.»

   «Μα δε βάζω καθόλου» αποκρίθηκε η Έιβις με τον ίδιο απλησίαστο τρόπο· «ποτέ δεν άκουσα αυτή τη λέξη.»

   «Α!»

   Σ’ όλο αυτό το διάστημα ο Πίερστον σκεφτόταν το κορίτσι – ή, όπως θα έλεγαν οι επιστήμονες, η Φύση προωθούσε τα σχέδιά της όσον αφορά την επομένη γενεά με το πρόσχημα ενός διαλόγου για ασπρόρουχα. Δεν μπορούσε να διαγνώσει τον ατομικό της χαρακτήρα εξαιτίας της σύγχυσης που του δημιουργούσε η ομοιότητά της με μια γυναίκα που είχε εκτιμήσει πολύ αργά. Δεν μπορούσε παρά να βλέπει σ’ αυτήν όλα όσα του ήταν γνώριμα από μιαν άλλη, και να συγκαλύπτει όλα όσα δεν εναρμονίζονταν με την αίσθηση της μετενσάρκωσης που τον κατείχε.

   Το κορίτσι δεν έμοιαζε να σκέπτεται τίποτε άλλο παρά το συζητούμενο. Υπήρξε ακριβολόγα στις απαντήσεις της, και δεν είχε συνείδηση ούτε του φύλου της ούτε της μορφής του.

   «Γνώριζα τη μητέρα σου, Έιβις» είπε. «Θυμάσαι που σου το είπα;»

   «Ναι.»

   «Λοιπόν… πήρα αυτό το σπίτι για δυο-τρεις μήνες και θα μου είσαι πολύ χρήσιμη. Ζεις πάντα εκεί, από την άλλη μεριά του τοίχου;»

   «Μάλιστα, κύριε» είπε η ερμητική κι αυτάρκης κοπέλα.

   Συνεσταλμένη κι ατάραχη έκανε να φύγει – ένα όμορφο πλάσμα με ήρεμα χαρακτηριστικά. Υπήρχε κάτι παράδοξο στο να βλέπει να αναχωρεί η μορφή που γνώριζε τόσο καλά, αυτή που κάποτε η παρουσία του έκανε να πάλλεται με τέτοια ζωντάνια ώστε, όχι πολύ μακριά από κει, είχε ρίξει τα χέρια της γύρω του και του ‘χε δώσει ένα φιλί, φιλί που, περιφρονημένο όταν ακόμα ήταν νωπό, ξαναζούσε μέσα του τελευταία σαν το πιο αγαπημένο φιλί της ζωής του. Και τώρα, αυτή που ήταν φτυστή η μάνα της, τέλειο αντίγραφό της, πώς έστριβε έτσι να φύγει;

   «Η μητέρα σου ήταν εκλεπτυσμένη και μορφωμένη γυναίκα, καθώς θυμάμαι.»

   «Ναι, κύριε, ήταν· όλοι το έλεγαν.»

   «Ελπίζω να της μοιάζεις.»

   Κούνησε το κεφάλι της παιχνιδιάρικα και απομακρύνθηκε με επιφυλακτικότητα.

   «Α, και κάτι ακόμα, Έιβις. Δεν έχω φέρει πολλά ασπρόρουχα, και πρέπει να ‘ρχεσαι σπίτι κάθε μέρα.»

   «Πολύ καλά, κύριε.»

   «Δε θα το ξεχάσεις!»

   «Όχι, όχι.»

   Και την άφησε να φύγει. Ήταν άνθρωπος της πόλης κι ήταν μια άδολη νησιωτοπούλα· ωστόσο της είχε ανοιχτεί σαν θαλάσσια ανεμώνη (σημ.: περίπου σαν μέδουσα) χωρίς να πειράξει την επιδερμίδα της. Ήταν τερατώδες, μια κόρη που είχε πάρει την προσωπικότητα της πιο τρυφερής του ανάμνησης να  είναι τόσο αδιαπέραστη. Ίσως να ήταν δικό του φταίξιμο. Η Έιβις ίσως να ήταν ένα Πάθος μεταμφιεσμένο σε Αδιαφορία, επειδή κατ’ επίφαση είχε τόσο μεγάλη διαφορά ετών από αυτήν.

   Αυτό τον οδήγησε στη ρίζα του ζητήματος. Στην καρδιά δεν ήταν ούτε μια μέρα πιο μεγάλος από τότε που κατάκτησε τη μητέρα όταν ήταν στην τωρινή ηλικία της κόρης. Η εμφάνισή του είχε αλλάξει με τα χρόνια, τα αισθήματά του έμεναν τα ίδια.

   Όταν έβλεπε κάποιους από τους συνομηλίκους του που τους λέγαν ξεπερασμένους και αρτηριοσκληρωτικούς – ατάραχους, προσγειωμένους, ελαφρά γελοία όντα, αρχιμάστορες άλλης εποχής στην τέχνη να αυξάνουν τον πληθυσμό σπιτιών, σχολείων, κολλεγίων, και σημερινούς εμπειρογνώμονες στο να παντρεύουν κόρες – πώς τους φθονούσε, υποθέτοντας ότι αισθάνονται όπως έδειχναν ότι αισθάνονται, με τα εμπόριά τους, την πολιτική τους, τα γυαλιά τους και τις πίπες τους. Είχαν πάει πέρα από τα παροξυντικά ρεύματα του πάθους και βρίσκονταν στα γαλήνια νερά της μεσόκοπης φιλοσοφίας. Αλλά αυτός, σύγχρονός τους, κλυδωνιζόταν σαν φελλός εδώ κι εκεί πάνω στους αφρούς κάθε φαντασίας, ακριβώς όπως κλυδωνιζόταν όταν είχε τα μισά χρόνια από σήμερα, με το βάρος διπλής οδύνης, καθώς αύξανε το θέαμα της ματαιότητας των πάντων.

   Η Έιβις είχε φύγει, και δεν την είδε άλλο τη μέρα εκείνη. Εφόσον δεν μπορούσε να της χτυπήσει ξανά την πόρτα, ήταν γι’ αυτόν τόσο απρόσιτη όσο αν είχε κλειστεί στο φρούριο στην κορυφή του λόφου πέρα.

   Το βραδάκι βγήκε περίπατο στο δρόμο προς το Κάστρο του Κόκκινου Βασιλιά, που κρέμεται πάνω από τον γκρεμό. Σε σύγκριση με τα χρόνια του κάστρου αυτού το κάστρο που έμενε εκείνος ήταν χτεσινή υπόθεση. Στα πόδια του κατακόρυφου γκρεμού κείτονταν τεράστιοι ογκόλιθοι που είχαν αποκοπεί απ’ αυτό, και κάμποσοι ανάμεσά τους είχαν σκαλισμένα πάνω τους ονόματα και αρχικά. Ήξερε καλά το μέρος και την παλιά αυτή συνήθεια, και ψάχνοντας βρήκε δυο ονόματα, που είχε ο ίδιος χαράξει όταν ήταν παιδί. Τα ονόματα ήταν ΕΪΒΙΣ και ΤΖΟΣΕΛΥΝ – της Έιβις Κάρο και το δικό του. Τα γράμματα είχαν σχεδόν φθαρεί τώρα από τους καιρούς και την αλμύρα. Αλλά πολύ κοντά εκεί, αρκετά πρόσφατα χαραγμένα ήταν το όνομα ΑΝΝΑ-ΕΪΒΙΣ ζευγαρωμένο με το όνομα ΙΣΑΑΚ. Δεν ήταν δυνατό να βρίσκονται εκεί περισσότερο από δύο ή τρία χρόνια και η «Άννα Έιβις» ήταν προφανώς η Έιβις η νεότερη. Ποιος ήταν ο Ισαάκ; Χωρίς αμφιβολία κάποιο αγόρι, παιδικός της θαυμαστής.

   Επιστρέφοντας από τον ίδιο δρόμο, πέρασε το σπίτι των Κάρο τραβώντας για το δικό του. Η αναστημένη Έιβις έδινε ψυχή στην κατοικία και το φως του δωματίου έπεφτε πάνω στο παράθυρο. Εκείνη βρισκόταν ακριβώς πίσω από το στόρι.

 

   Κάθε φορά που η κοπέλα ερχόταν απροσδόκητα στο κάστρο αναπηδούσε κι έχανε την αταραξία του. Δεν ήταν γι’ αυτή καθ’ εαυτήν την παρουσία της, αλλά για τη νέα κατάσταση που έμοιαζε να περιέχει κάτι το δυσοίωνο.  Από την άλλη μεριά, και η πιο αιφνίδια συνάντηση μαζί του δεν της προκαλούσε καμιά συγκίνηση, όπως προκαλούσε στο πρωτότυπό της τον παλιό καιρό. Ήταν αδιάφορη, σχεδόν ασύνειδη για τη γειτνίασή του. Δεν ήταν παρά ένα άγαλμα γι’ αυτήν· γι’ αυτόν εκείνη ήταν μια φωτιά που δυνάμωνε.

   Ένας ξαφνικός τρόμος από τη σαπφική σφοδρότητα του έρωτα κυρίευε πότε-πότε το γλύπτη, όταν η ώριμη πια λειτουργία της κρίσης του επέμενε να τον ειδοποιεί ότι το ξεμυάλισμα αυτό ήταν μια επίφοβη παρέκκλιση από τον ορθό δρόμο. Ιδρώτας τον περιέλουζε. Κι αν τώρα πλέον του ήταν γραφτό να εξαγοράσει τις περασμένες αισθηματικές περιπλανήσεις του (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης) προσδεμένος για πάντα, με μια μοιραία πίστη, σ’ ένα αντικείμενο που η διάνοιά του περιφρονούσε; Μια νύχτα ονειρεύτηκε ότι είδε αμυδρά μεταμφιεσμένη πίσω από την όψη της νεαρής γυναίκας την ίδια δολοπλόκο με το πονηρό της πρόσωπο να γελάει δυνατά.

   Οπωσδήποτε, η Τρισαγαπημένη ήταν και πάλι ζωντανή· είχε χαθεί και ξαναβρέθηκε. Έμεινε κατάπληκτος από τη μέσα του αλλαγή. Είχε λάβει ως τώρα την όψη παράξενων γυναικών· υπήρξε γυναίκα όλων των τάξεων, από την αξιοπρεπή κόρη κάποιου ιερωμένου ή ευγενούς ως τη νουβιανή χορεύτρια που ανέμιζε το μαντίλι της στο ρυθμό του ταμ ταμ· αλλά όλες αυτές οι ενσωματώσεις ήταν προικισμένες με κάτι το εξαιρετικό, είτε στη σάρκα είτε στο πνεύμα· ορισμένες είχαν ευφυΐα, κάποιες ταλέντο, ακόμα και ιδιοφυΐα. Αλλά η νέα προσωποποίηση δεν ήταν κατά τα φαινόμενα τίποτα περισσότερο από ένα νόστιμο θηλυκό. Δεν ήξερε πώς να χρησιμοποιήσει μια βεντάλια ή ένα μαντίλι, σχεδόν δεν ήξερε πώς να βάλει ένα γάντι.

   Αλλά η ζωούλα της ήταν αγνή, κι αυτό άξιζε πολλά. Φτωχούλα Έιβις! εικόνα της μητέρας της. Όλα από εδώ ξεκινούσαν. Στο κάτω-κάτω, η καταγωγή της ήταν όσο καλή ήταν κι η δική του· στην κακοτυχία οφείλονταν η σημερινή της κατάσταση. Όσο παράδοξο κι αν φαινόταν, ο λόγος που την αγαπούσε ήταν ακριβώς ο στενός της ορίζοντας. Η αναζωογονητική της επίδραση απάνω του είχε άρρητη γοητεία. Αισθανόταν όπως είχε αισθανθεί όταν στεκόταν δίπλα στην προκάτοχό της· μα, αλίμονο! ήταν τώρα είκοσι χρόνια πιο κοντά στο σκοτάδι.

 

Από το δοκίμιο «Η ΤΡΙΣΑΓΑΠΗΜΕΝΗ – Ο καταναγκασμός να σταματήσει η επανάληψη» του Τζ. Χίλλις Μίλλερ. (μτφ. Άρης Μπερλής, στην ίδια έκδοση)

 

«…Τα μυθιστορήματα και τα ποιήματα του Χάρντι όχι μόνο επαναλαμβάνουν το ένα το άλλο τη θεματική τους, έχοντας ως μόνιμο θέμα την προδοσία, την τραγελαφική ασυμφωνία αντιμαχομένων επιθυμιών και τη συνεχή ερωτική απογοήτευση· οι αιτίες του ερωτικού πόνου συνδέονται επίσης με την επανάληψη. Όλα τα μυθιστορήματα του Χάρντι θέτουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το ερώτημα: «Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι διαβαίνουν μέσ’ απ’ τη ζωή σαν υπνοβάτες, υποχρεωμένοι να επαναλάβουν στις ερωτικές τους σχέσεις τα ίδια λάθη, προξενώντας στον εαυτό τους και στους άλλους τον ίδιο πόνο, πάλι και πάλι;»…»      

  


"Κόρη που 'φαίνεις τ' αργαλειό..." Δημοτικό τραγούδι από την Κάρπαθο. Για την παράσταση "Γελούσε άραγε ο κυρ-Αλέξανδρος;" στον Χώρο Τέχνης "Ιδιόμελο" στο Μαρούσι...

 ..............................................................


"Κόρη που 'φαίνεις τ' αργαλειό..."

Δημοτικό τραγούδι από την Κάρπαθο

Εδώ στο τραγούδι η Γεωργία Δεληγιαννοπούλου.

Οι φωτογραφίες του βίντεο είναι από την παράσταση "Γελούσε άραγε ο κυρ-Αλέξανδρος;..." που παίζεται αυτήν την περίοδο τα Σαββατοκύριακα μέχρι και τις 17 του Μαρτίου στον Χώρο Τέχνης "Ιδιόμελο" στο Μαρούσι.

Πρόκειται για την παράσταση τριών δραματοποιημένων διηγημάτων, σατιρικών και καλοκάγαθου χαμόγελου, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911). Είναι τα διηγήματα "Οι Κουκλοπαντρειές", "Το Κουκούλωμα" και ο "Πανδρολόγος" με τους ηθοποιούς Γεωργία Δεληγιαννοπούλου, Δήμητρα Κωνσταντινοπούλου, Πάνο Πανάγου και τον Μανώλη Γιούργο που σκηνοθέτησε την παράσταση.

Σημ.: Το τραγούδι "Κόρη που 'φαίνεις τ' αργαλειό"  ακούγεται στην παράσταση σε μία από τις πρώτες του ερμηνείες με την Ρίτα Αμπατζή...

Ελευθ. Βενιζέλου 17 & Βασ. Κωνσταντίνου, πολύ κοντά στον σταθμό του ΗΣΑΠ. Σάββατο 9.15 μ.μ. Κυριακή 7.30 μ.μ. Τηλ. κρατήσεων θέσεων 2106817042..






Κι εδώ το τραγούδι με τη Ρίτα Αμπαζή και τον Δημήτρη Σέμση στο βιολί σε ηχογράφηση του 1932

"ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ" ποίημα του ποιητή Αντώνης Φωστιέρης (γ. 1953,Αθήνα, καταγωγή Αμοργός) (από τη συλλογή "Πολύτιμη Λήθη" - εκδ. Καστανιώτη, 2003

 ...............................................................






Αντώνης Φωστιέρης (γ. 1953, Αθήνα, καταγωγή Αμοργός)


ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ


Μαθαίνω πάντα κάνει παγωνιά.
Κι εσύ δεν πήρες φεύγοντας
ούτε κουβέρτα.


Να σκεπάζεσαι καλά.
Με το χώμα σου.



Αντώνης Φωστιέρης - "Πολύτιμη Λήθη" - εκδ. Καστανιώτη, 2003

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

Fast Car - Tracy Chapman (1988) (youtube, 9.11.2015)

 ..............................................................


Fast Car - Tracy Chapman


You've got a fast car
I want a ticket to anywhere
Maybe we can make a deal
Maybe together we can get somewhere
Any place is better
Starting from zero got nothing to lose
Maybe we'll make something
Me myself I've got nothing to prove

You've got a fast car
I've got a plan to get us out of here
Been working at the convenience store
Managed to save just a little bit of money
Won't have to drive too far
Just 'cross the border and into the city
You and I can both get jobs
And finally see what it means to be living.

You see my old man's got a problem
He live with the bottle, that's the way it is
He says his body's too old for working
I say his body's too young to look like his
My mama went off and left him
She wanted more from life than he could give
I said somebody's got to take care of him
I quit school and that's what I did.


You've got a fast car
But is it fast enough so we can fly away?
We gotta make a decision
We leave tonight or live and die this way

So remember when we were driving, driving in your car
Speed so fast I felt like I was drunk
City lights lay out before us
And your arm felt nice wrapped 'round my shoulder
And I had the feeling that I belong
And I had a feeling I could be someone, be someone, be someone

You've got a fast car
And we go cruising entertain ourselves,
You still ain't got a job
Now I work in the market as a checkout boy
I know things will get better
You'll find work and I'll get promoted
We'll move out of the shelter
Buy a bigger house and live in the suburbs

So remember when we were driving, driving in your car
Speed so fast I felt like I was drunk
City lights lay out before us
And your arm felt nice wrapped round my shoulder
And I had the feeling that I belong
And I had a feeling I could be someone, be someone, be someone

You've got a fast car
And I've got a job that pays all our bills
You stay out drinking late at the bar
See more of your friends than you do of your kids
I'd always hoped for better
Thought maybe together you and me would find it
I got no plans and I ain't going nowhere
So take your fast car and keep on driving

So remember when we were driving, driving in your car
Speed so fast I felt like I was drunk
City lights lay out before us
And your arm felt nice wrapped round my shoulder
And I had the feeling that I belong
And I had a feeling I could be someone, be someone, be someone

You've got a fast car
Is it fast enough so you can fly away?
We gotta make a decision
Leave tonight or live and die this way

"Fast Car" from 'Tracy Chapman' (1988) 

(youtube, 9.11.2015)





"Είμαστε οι συνήθειες μας. Και οι εθισμοί μας" έγραψε ο Κωστής Παπαγιώργης (www.lifo.gr, 29.1.2018)

 ...............................................................



Είμαστε οι συνήθειες μας. Και οι εθισμοί μας.


Τη μισή ζωή τη ζούμε προσπαθώντας να ξεφύγουμε από συνήθειες που αποκτήσαμε στην άλλη μισή.


 έγραψε ο Κωστής Παπαγιώργης (www.lifo.gr, 29.1.2018)


Τη μισή ζωή τη ζούμε προσπαθώντας να ξεφύγουμε από συνήθειες που αποκτήσαμε στην άλλη μισή. Παρευθύς πάει ο νους μας στη χαρτοπαιξία, στη διψομανία, στα τσιγαριλίκια, στα φουστάνια, αλλά και σε πιο ευγενείς - ο λόγος το λέει - επιδόσεις.

Αλλά γιατί σε μια στιγμή του βίου το εγώ μπαίνει στα κακά στενά και «πρέπει» να κάνει τάμπουλα ράζα, να γίνει καψοκαλύβας και να αρχίσει μιαν άλλη ζωή;

Ορισμένα γνωρίσματα αφήνουν «εποχή» στις ζωές των ατόμων. Παρακολουθούμε για παράδειγμα πώς διαμορφώνεται μέσα στα χρόνια η φυσιογνωμία γνωστών και φίλων. Το μαλλί ήταν πυκνό τα πρώτα χρόνια, μετά γύρισε σε χωρίστρα, άρχισε να αραιώνει, ξεθώριασε το χρώμα του μέχρι να καταλήξει σε δυο κολπίσκους πάνω από τα μάτια που άφησαν ακρωτήρι ανάμεσά τους. Μέτωπο, μάτια, στόμα και πηγούνι δεν έχουν ύλη, απεναντίας πλάθονται από συγκινήσεις και μεταστάσεις. Μια ματιά του ‘ριξα, λέμε, και τα είδα όλα.


Το κορμί δεν ξεκορμίζει - πού να πάει άλλωστε; -, όπως και οι μυστικοί συντονισμοί που καλλιεργήθηκαν στο πρώτο μισό της ζωής δεν γίνεται να αποσυντονιστούν, λες και ξανακουρδίζουμε ένα όργανο.




Η περπατησιά με τη σειρά της είναι το πιο προσωπικό γνώρισμα. Ενώ τη θεωρούμε φυσιολογική κίνηση, δοθέντος ότι όλα τα έμψυχα κινούνται, ουδέποτε μοιάζει με την περπατησιά του άλλου. Το πόδι αλαφροπάτητο που έχει ο ένας, στον άλλον είναι βαρύ και ατσούμπαλο, ενίοτε παίρνει μαζί και τους ώμους, καμιά φορά μοιάζει με βήμα παρελάσεως, με κίνηση ακροποδητί, με ό,τι βάλει ο νους μας. Από μακριά πρώτα βλέπουμε την κίνηση και μετά τον άνθρωπο.

Κάτι ξέρουν οι Γάλλοι που με τη λέξη αλύρ δεν εννοούν μόνο το βάδισμα, αλλά και το στυλ. Ιλ α λεζ αλύρ ντ' εν μιλιοναίρ: συμπεριφέρεται σαν εκατομμυριούχος. Αβουάρ λ' αλύρ ντ' εν κλοσάρ : μοιάζω με αλήτη. Αν ρωτήσουμε κάποιον γιατί περπατά έτσι, απάντηση δεν παίρνουμε. Ο τρόπος γεννήθηκε από μόνος του, βγήκε από μέσα του.

Όσο για το ιδιάζον της φωνής, εκεί πια απάντηση δεν υπάρχει. Ο καθένας είναι η φωνή του. Η αξία της μάλιστα είναι ότι δεν μπορούμε να την περιγράψουμε.

Ακούς μετά από χρόνια τη φωνή ενός χαμένου φίλου στο τηλέφωνο και στη στιγμή βγαίνει από το σύρμα η φάτσα του. Δεν είναι τυχαίο ότι, αδυνατώντας να προσδιορίσουμε τον ήχο, αναγκαζόμαστε να προσφύγουμε στην όραση μιλώντας για «ηχόχρωμα», σάμπως να πρόκειται για κάτι που ακούνε τα μάτια.

Η φωνή βγαίνει από τα βάθη του αλλού, είναι ψυχική αντιπροσώπευση και σπατάλη. Μιλάει σαν ισόβιο παγιδευμένο τραγούδι που εξωτερικεύεται χωρίς να αναλώνεται. Άλλωστε και η λέξη χάδι κατάγεται από το «ηχάδιον», που σημαίνει τραγουδάκι.

Οι φυσιογνωμιστές μπήκαν στα κακά στενά προσπαθώντας να βρουν αντιστοιχίες ανάμεσα στο μέσα και στο έξω και να καταλήξουν στην ταύτιση του προσώπου.

Ο Μπαλζάκ, όπως ξέρουμε, ακολουθούσε ανθρώπους στο δρόμο και, μιμούμενος την κίνησή τους, πίστευε ότι κρυφοκοιτάζει το «μέσα» τους, ότι η ψυχή του τρύπωνε μέσα στη δική τους. Μιμούμενοι ξένες φωνές, ξένες κινήσεις και τρόπους, πιθανώς έχουμε την αυταπάτη ότι (τραβάμε την κουρτίνα του σώματος και επιτέλους) έχουμε τον άλλον μπροστά μας - ζωντανό και ακάλυπτο.

Μάταιη ψευδαίσθηση βέβαια, που αποδεικνύεται όταν παρακολουθούμε κάποιον να προσπαθεί να ξεφύγει από τις παλιές του συνήθειες και να το σκάσει κατά κάποιον τρόπο από τον παλιό του εαυτό. Θέλει να απαλλαγεί από τις βαριές δουλείες της νεότητάς του. Το λέει και το πιστεύει. Επιχειρεί ταξίδια μακριά από τον τόπο του -και τον εαυτό του, έτσι τουλάχιστον νομίζει-, αλλάζει τρόπους, συγχρωτίζεται διαφορετικούς ανθρώπους, λες και θέλει να κάνει ένα βήμα έξω από τη βαρύτητα.

Η αυτοεξορία εν προκειμένω ακολουθεί ιατρικές επιταγές. Σε άλλο τόπο θα γίνεις άλλος άνθρωπος, με άλλους ανθρώπους θα αποκτήσεις άλλες συνήθειες. Η συνταγή δεν είναι κακή, μόνο που παραβλέπει τη βαθύτητα των συνηθειών.

Κάθε καταργημένη συνήθεια κάνει τον τέως εθισμένο να νιώθει σαν «τραβηγμένο» πρόσωπο. Κάποιο βέβηλο χέρι απλώθηκε πάνω του και τον βελτίωσε, κόβοντας ένα κομμάτι του εαυτού του.

Ο θεραπευτής πιθανώς δεν γνωρίζει ότι οι εθισμοί είναι μεταμορφώσεις μιας βαθύτητας η οποία συγκροτεί εσωτερικά την προσωπικότητα. Το στραβόξυλο -τον καθένα μας δηλαδή- το ισιώνει μόνο η φωτιά, κατά συνέπεια δεν γίνεται να βγεις από τους εθισμούς για να εθιστείς σε μια ζωή χωρίς εθισμούς.

Το κορμί δεν ξεκορμίζει -πού να πάει άλλωστε;-, όπως και οι μυστικοί συντονισμοί που καλλιεργήθηκαν στο πρώτο μισό της ζωής δεν γίνεται να αποσυντονιστούν, λες και ξανακουρδίζουμε ένα όργανο.

Ο αυτοβασανιζόμενος κυνηγάει λαγό και διαρκώς βρίσκεται μπροστά σε αρκούδα. Να παραιτηθεί από τον εξαχρειωμένο εαυτό του· ναι, δεν διαφωνεί. Αλλά τι θα κρατήσει; Πρόσωπο, φωνή, μάτια, κίνηση, νοοτροπία έχουν διαποτιστεί από τον βιωθέντα χρόνο. Η αλήθεια του κατοικεί στο παρελθόν.

Αν δραπετεύσει -πράγμα που δεν αποκλείεται- μοιάζει πλέον με μεσήλικα που ανανεώνει την παιδικότητά του.

Υπάρχουν όμως και νεοπαγείς συνήθειες. Ορειβασία, χειμερινή κολύμβηση, κιθάρα, σκάκι, γυμναστική, συλλογή γραμματοσήμων. Η περπατούρα για τον νεοπαγή «υγιή» είναι πολλαπλή. Μήπως θυμίζει λιγάκι λοβοτομημένο που πάει από δωμάτιο σε δωμάτιο πιάνοντας τους τοίχους; Μπράβο το καλό παιδί, έβαλε μυαλό, έγινε σαν όλους τους ανθρώπους!

Ο περίγυρος είναι στοιχειωμένος από την έμμονη ιδέα του φυσιολογικού. Κατά περίεργο τρόπο όμως ο «φυσιολογικός» σπουδάζει με απλανές βλέμμα την απάθεια.