Δευτέρα 31 Ιουλίου 2023

Τρία ποιήματα του ποιητή Ηλία Κεφάλα (Από τη συλλογή «γραφέας του φυσικού έπους» Εκδόσεις Θράκα, Ιούλιος 2021)

 ..............................................................





                 Ηλίας Κεφάλας (γ.1951) 



ΛΥΠΗΣΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

 

Λυπήσου πατέρα

Λυπήσου μόνο

Και κάθισε μονήρης

Κι αρκέσου στη σιωπή

Το όραμά σου ήταν ωραίο

Αλλά καθόλου αληθινό

Γιατί έμοιαζε εξαρχής χαμένο

Όπως και να ‘ρχονταν τα πράγματα

Με όποια πλευρά κι αν ήσουν

Εσύ θα ήσουν πάντα ο ηττημένος

Επειδή το δίκαιο και το ορθό

Δεν βρίσκονται σ’ αυτόν τον κόσμο

Στον κόσμο που βρίθει από αδυναμίες

Ασύγγνωστες πλάνες και κακοτοπιές

Λυπήσου λοιπόν πατέρα

Λυπήσου μόνο και μείνε στη σιωπή σου

Εκεί στη μουσκεμένη θλίψη σου

Βήμα μην κάνεις παραπέρα

 

                                       20 Αυγούστου 2016

 


ΑΣΤΕΓΟΣ


Τόσα χρόνια

Στοιβάζοντας τις λέξεις

Τη μια δίπλα στην άλλη

Δεν κατάφερα να φτιάξω

Ούτε ένα σπίτι

 

Έφτιαχνα τοίχους βέβαια

Και κολόνες από βιβλία

Όμως χωρίς κεραμίδι πάνω τους

 

Τόσα χρόνια μέσα

Στους σωρούς των λέξεων

Κι ούτε μια λέξη

Δεν βρέθηκε να με στεγάσει

Ολόκληρον

 

                        2 Οκτωβρίου 2019

 

ΤΟ ΓΗΡΑΣ ΣΕ ΓΕΡΑΣ

 

Κρυφός βοριάς φυσά μέσα στα κόκαλα

Κι ένα συχνό ψιλόβροχο μας ψαύει

Στις μουδιασμένες φόδρες του κορμιού

Η αφή σαν ραφή αντιστέκεται σθεναρή

Προσπερνώντας  τις άλλες αισθήσεις

Κι ο νους σφριγηλός επιθυμεί

Να μετατρέψει το γήρας σε γέρας

Κάνοντας τα τέλη του βίου

Ένα μικρό – πλην όμως τίμιο –

Πανηγύρι

 

Ποιος θα μας πει όχι;

Ποιος θ’ αρνηθεί;

Μήπως δεν αγαπήσαμε πολύ;

 

                            15 Ιανουαρίου 2021


ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

 

Από τη συλλογή «γραφέας του φυσικού έπους»

Εκδόσεις Θράκα, Ιούλιος 2021

 

 


Tous Les Matins Du Monde (1991) - Jordi Savall (youtube, 9.7.2023)

 ...............................................................


Tous Les Matins Du Monde (1991) - Jordi Savall


Tous Les Matins Du Monde (1991) 

(00:00) - Marche Pour La Cérémonie Des Turc 
(02:22) - Improvisation Sur Les Folies D'Espagne 
(03:38) - Gavotte Du Tendre 
(05:08) - Concert à Deux Violes "Le Retour" 
(13:33) - Muzettes I - II (3e Livre De Pièces De Viole) 
(16:46) - Troisième Leçon De Ténèbres À 2 Voix 
(29:35) - Sonnerie De Ste Geneviève Du Mont-de-Paris 
(37:28) & Requiem, K.626 - Lacrimosa 
(40:32) & Concerto pour clavecin en ré mineur, BWV 1052_ III. Allegro 
(48:30) & Corelli: Folia




Κυριακή 30 Ιουλίου 2023

"Εν οίδα ότι τα πάντα οίδα" έγραψε ο Απόστολος Λακασάς ("Καθημερινή, 30.7.2023)

 ............................................................



             Εν οίδα ότι τα πάντα οίδα



έγραψε ο Απόστολος Λακασάς ("Καθημερινή, 30.7.2023)


Το καινοφανές στις αντιδράσεις του κοινού δεν είναι η εκδήλωσή τους αλλά η οξύτητά τους. Τελευταίες καταγραφές, οι «Σφήκες» σε σκηνοθεσία Λένας Κιτσοπούλου και η «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Φρανκ Κάστορφ. Προκάλεσαν διότι ήταν διασκευές των κλασικών έργων, οι οποίες δεν άρεσαν σε μερίδα του κοινού. Το πεδίο εκδήλωσης αντιδράσεων εμφανίζεται να είναι οι παραστάσεις σε μεγάλα θέατρα –όπως το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου– με τα πολυπληθή και άρα ετερογενή ακροατήρια. Η χαρτογράφηση των θεατών δύσκολη, αλλά συμμερίζομαι το επιχείρημα πως ο θεατής πρέπει να είναι ενήμερος για την οπτική δουλειά του σκηνοθέτη, το ύφος του, τη ματιά του. Διότι για τον γνώστη θεατή, η πιθανή έκπληξη –καλή ή κακή– που θα εισπράξει από μια παράσταση είναι όχι τόσο αυτόνομη, αλλά κυρίως σε σύγκριση με τις προηγούμενες δουλειές του σκηνοθέτη. Ωστόσο, για εκείνον που δεν γνωρίζει το έργο του σκηνοθέτη, η έκπληξη είναι πάντα με βάση τις δικές του προσλαμβάνουσες.

Ως παιδιά του δημοκρατικού 5 στα μαζικά πανεπιστήμια (όπου όλοι με μέτρια προσπάθεια αποκτούν τον τίτλο του επιστήμονα – ειδήμονα), την εποχή του Διαδικτύου, της άπλετης γνώσης και έκφρασης κυρίως διά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, φαίνεται πως «κατακτήσαμε την ελευθερία να κάνουμε πράγματα που δεν ξέρουμε», όπως είπε πρόσφατα ο σκηνοθέτης, ηθοποιός και διανοούμενος Βασίλης Παπαβασιλείου (εφημερίδα «Το Βήμα» 23/7).

Τις συνέπειες αυτής της «κατάκτησης» τις διαπιστώνουμε στην πολιτική ζωή και στον δημόσιο λόγο. Αλήθεια, πόσο συχνά διαπιστώνουμε τεκμηριωμένες θέσεις ως προς τις πολιτικές που καλούμαστε να αξιολογήσουμε, χωρίς να διαφαίνεται το στοιχείο του προσωπικού οφέλους ή ακόμη και των στερεοτύπων που αναπαράγονται από γενιά σε γενιά; Κανένα μέτρο, διδακτισμός από πολλούς, ξερόλες παντού. Καθένας μας προβάλλει δικές του παγιωμένες θέσεις και φυσικά δεν κατανοεί την αξία της μετατόπισης προς την πλευρά του άλλου, προς όφελος του δημόσιου καλού. Ετσι οδηγούμαστε στην πόλωση και στη διάβρωση των όποιων συνεκτικών ιστών υπάρχουν στην κοινωνία.

Στην τέχνη, η «κατάκτηση» της ελευθερίας να κάνουμε πράγματα που δεν ξέρουμε έχει καταλυτικό αποτέλεσμα τόσο στο παραγόμενο προϊόν όσο και στο κοινό. Η ελευθερία της έκφρασης προβάλλει ως ύψιστο δικαίωμα, χωρίς να υπάρχει η συστολή που βασίζεται στη βαθιά γνώση, στην παιδεία, στην εξάσκηση.

Λέει ενδεικτικά ο Παπαβασιλείου στην ίδια συνέντευξη: «Η δουλειά του θεάτρου είναι μια υπόθεση που ξεκινάει κάποιος εκτοξευόμενος στην πασαρέλα. Μέχρι τα 40 διαμορφώνει την προσωπικότητά του, 40 με 60 τη σφυρηλατεί, την εμπεδώνει. Από τα 60 και μετά είναι καλλιτέχνης». Απευθύνεται σε εκείνους που λειτουργούν ερήμην, με εγωπάθεια;

Το πλατύ κοινό –αν όχι και το σινάφι– θεωρεί ότι η τέχνη κατά κύριο λόγο είναι μια προβολή της δικής του «κατακτημένης» γνώσης (;). Μα έτσι χάνεται η ουσία της τέχνης, η σύνδεση του θεατή με το καλλιτεχνικό έργο, η χαρά και η αγαλλίαση που δημιουργεί αυτό. Κάποτε ήμουν παρών σε μια συνομιλία του Δημήτρη Παπαϊωάννου με θεατή παράστασής του. Δεν τον ρώτησε πώς του φάνηκε η παράσταση, αλλά απλώς «περάσατε όμορφα;».

Κι εδώ η συνέντευξη του σκηνοθέτη Βασίλη Παπαβασιλείου στην οποία αναφέρεται το άρθρο του Α.Λ.: https://www.tovima.gr/print/culture/oi-neoi-ithopoioi-einai-paidia-lftou-monotonikoucr/

"ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ" ποίημα του Θωμά Γκόρπα (1935 - 2003) από τον ποιητή και φίλο στο fb Γιώργο Χ. Θεοχάρη (facebook, 30.7.2023)

 .............................................................





             Θωμάς Γκόρπας (1935-2003)


ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ


Στην Ελλάδα
πλειοφηφούν συντριπτικώς τα ερείπια
δεξιά κι αριστερά και μεταξύ αυτών πάλι ερείπια
όπως λόγουχάρη οι Δελφοί
Ντέλφι για τους ξένους μας...
Ψυχές σωφέρ ταλαιπωρούνται
πηγαίνοντας αμάξια μέσα από τοπία ονειρεμένα.
Θυμάμαι τώρα το σκληρό χώμα της πλαγιάς
που το πατούσαν άσπρα αρνιά σαν μεθυσμένα.
Παντού πωλούνται οικόπεδα παντού
πωλούνται φάρμακα ακριβά για τις αρρώστιες που δεν
ήρθανε ακόμα.
Ήδη οι "τυχεροί" και οι "έξυπνοι" ψάχνουν πυρετωδώς
μες στις αυριανές μας σκέψεις...
Ήδη αποθηκεύονται νέες πουστιές νέες ρουφιανιές
και Δυστυχώς ακόμα...
Δελφοί πού είναι λοιπόν οι γκάγκστερς
που θα διανυκτερεύσουνε στα μπιχλιμπιδωτά οτέλς σου
πού είναι των μεγαλομπακάληδων οι κόρες
που τις κατατρυπάνε εσατζήδες και ποδοσφαιριστές
πού είναι οι σαφρακιασμένοι κινηματογραφικοί αστέρες
που πίνουνε χασίσι για όλους τους μπουζουκτσήδες
της Ελλάδας
πού ειναι οι "κορυφαίοι" μας ζωγράφοι και ποιητές
που τους κατατρυπάνε εσατζήδες και ποδοσφαιριστές
πού είναι οι ήρωες των γαργαλάτων
πού είναι τα τέκνα των αθανάτων
παρέα με τέκνα συμμάχους και τα λαχταριστά σκυλιά τους
πού είναι ο ηλίθιος βασιλομήτωρ που μας κυβερνά
πού είναι η δανεική βασίλισσα που δεν την κυβερνά
πού είναι λοιπόν οι σκιές εκείνων που φωτίζουν
τον άνοστο μαντράχαλο και λάμπει;
Βλέπω κάποια νθρωπάκια... σβήνουν μέσα στ' αρώματα
και στα απεριτίφ
κι όσο κι αν εψαξα την Κασταλία δεν την βρήκα
όπου κι αν ρώτησα κανείς δεν τους θυμόταν
τον τσαρλατάνο το Σικελιανό και την Αμερικάνα του...
Έφυγα πήγα στο Δίστομο κ' έκανα γκάλοπ
ιδού τ' αποτελέσματα: Πλειοψηφούν συντριπτικώς
οι δεξιοί
οι κεντρώοι μαζεύουν κάτι λίγα
οι περισσότεροι αριστεροί έγιναν κεντρώοι
και δεξιοί
και οι εναπομείναντς βάλαν το κόμμα να τους βρει
δουλιά στην Λειβαδιά ή στην Αθήνα...

Σάββατο 29 Ιουλίου 2023

"Οι εχθροί της άνοιξης" & "Η πληγωμένη Άνοιξη" δύο ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη (1919 - 2005) [Πηγή: www.doctv.gr]

 ...............................................................




          Μίλτος Σαχτούρης (1919 - 2005)


Οι εχθροί της Άνοιξης Έρχεται φέτος κουρασμένη η Άνοιξη (να) κουβαλάει τόσα χρόνια τα λουλούδια πάνω της. [Πηγή: www.doctv.gr]
Οι εχθροί της άνοιξης

Έρχεται φέτος κουρασμένη
η Άνοιξη
(να) κουβαλάει τόσα χρόνια
τα λουλούδια πάνω της.
Σκοτεινοί άνθρωποι
στις γωνιές την παραμονεύουν
για να την τσακίσουν.


Αυτή όμως
με κρότο
ανάβει ένα-ένα
τα λουλούδια της
στα μάτια τους τα ρίχνει
(για) να τους στραβώσει.

Η πληγωμένη Άνοιξη

Η πληγωμένη Άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της 
οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους 
κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα 
συνάζει στάλα-στάλα το αίμα 
απ' όλες τις σημαίες που πονέσανε 
από τα κυπαρίσσια που σφαχτήκαν 
για να χτιστεί ένας πύργος κατακόκκινος 
μ' ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες 
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα 'ρχεται ένα σύννεφο 
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα 'ρχεται ένα ξίφος 
το σύννεφο θ' ανάβει τα γαρίφαλα 
το ξίφος θα θερίζει το κορμί της 



ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
 
[Πηγή: www.doctv.gr]


C.Debussy - Clair de Lune / John Williams & Julian Bream (youtube, 24.7.2006)

 ...............................................................


C.Debussy - Clair de Lune / John Williams & Julian Bream




"O φύλακας των κοπαδιών" ποίημα του Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935) από "Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καεϊρο" (μτφ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Gutenberg)

 ..............................................................




          Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935)


Ύστερα εγώ του διηγούμαι ιστορίες μόνο για τα
πράγματα των ανθρώπων
κι αυτός χαμογελάει γιατί όλα είναι απίστευτα.
Γελάει με τους βασιλιάδες και μ' αυτούς που δεν είναι
βασιλιάδες,
και λυπάται σαν ακούει να μιλάν για τους πολέμους,
και για εμπόρια, και καράβια
που μένουν καπνός στον αέρα της ανοιχτής θάλασσας.
Γιατί αυτός ξέρει πως απ' όλα αυτά λείπει εκείνη
η αλήθεια
που έχει το άνθος όταν ανθίζει
και το φως του ήλιου
σαν αλλάζει τα βουνά και τις πλαγιές
και κάνει τους ασβεστωμένους τοίχους να πονάν τα
βλέφαρα.

Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935)

"O φύλακας των κοπαδιών" από "Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καεϊρο" (μτφ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Gutenberg)

Παρασκευή 28 Ιουλίου 2023

Chopin - Piano Sonata No. 2 (Hélène Grimaud) (youtube, 12.9.2015)

 ...............................................................


Chopin - Piano Sonata No. 2 (Hélène Grimaud)


Frédéric Chopin - Piano Sonata No. 2 in B-flat minor, Op. 35, "The Funeral March"

Piano: Hélène Grimaud 

0:01 - Grave – Doppio movimento

7:32 - Scherzo

14:13 - Marche funèbre

23:34 - Finale: Presto



Ξανά από τον "Αίαντα" του Γιάννη Ρίτσου (1909 - 1990) (Ποιήματα ΣΤ΄: Τέταρτη διάσταση (1956–1972). 25η έκδ. Αθήνα: Κέδρος, 2009)

 ...............................................................


Ξανά από τον "Αίαντα" του Γιάννη Ρίτσου (1909 - 1990)




Στην αρχή: 

(Ένας μεγαλόσωμος, πολυδύναμος άντρας κείτεται χάμου στο πάτωμα, ανάμεσα σε σπασμένα πιατικά, κατσαρόλες, σφαγμένα ζώα, γάτες, σκυλιά, κότες, αρνιά, κατσίκια, ένα άσπρο κριάρι δεμένο όρθιο στον πάσσαλο, ένα γαϊδούρι, δυο άλογα. Φοράει μιαν άσπρη νυχτικιά σκισμένη, καταματωμένη —κάτι σαν αρχαίος χιτώνας— που αφήνει ακάλυπτο σχεδόν το ρωμαλέο του σώμα. Δείχνει κουρασμένος, σαν μόλις να συνέρχεται από ολονύχτιο μεθύσι. Στο πρόσωπό του μια έκφραση ανημπόριας και θλίψης, ολότελα αταίριαστη, και μάλιστα ανάρμοστη, με τις σωματικές του διαστάσεις, τους προτεταμένους μυώνες στους βραχίονες, στους μηρούς, στις κνήμες. Μια γυναίκα, με ξαφνικά χαρακτηριστικά, χλωμή, ξαγρυπνισμένη, τρομαγμένη, κι ίσως μυστικά οργισμένη, στέκεται αμίλητη μπροστά στην πόρτα. Η στάση της κάπως παράξενη — σα να κρύβει πίσω της ένα μικρό παιδί. Έχει ξημερώσει απ’ ώρα. Έξω θα πρέπει να ’χει δυνατό φως. Εδώ, μια άρρωστη ανταύγεια σέρνεται στους τοίχους απ’ τις κλεισμένες γρίλιες. Ακούγονται στο δρόμο φωνές απ’ τους οπωροπώλες, τους τροχιστάδες, τους ιχθυοπώλες, και λίγο πιο κάτω στ’ ακρογιάλι φωνές ναυτών που πλένουν και συγυρίζουν τ’ αραγμένα καράβια. Ο άντρας ασάλευτος καταγής. Δεν ξέρεις πού κοιτάει, τί βλέπει. Μιλάει αργά, κουρασμένα και πότε πότε πυρετικά ή και κάπως φοβισμένα)...

«…Λίγο πιο πάνω απ’ τ’ ακρογιάλι, λόφοι ολόκληροι, σαπίζουν
τα ρούχα των νεκρών πολεμιστών· σκεβρώνουν τα παπούτσια, σκουριάζουν οι πόρπες
απ’ τις μεγάλες υγρασίες και τις βροχές· λίγο λίγο έχει γίνει
ένα στρώμα παχύ, μαλακό· με την άνοιξη ξεπροβαίνουν κει πέρα
χιλιάδες πολύχρωμα αγριολούλουδα — μπορεί να παίρνουνε τα χρώματά τους
από κείνα τα ρούχα των νεκρών. Αν περπατήσεις πάνω τους θα νιώσεις
κάποια βαθιά, γαλήνια μαλακότητα — όχι αυτή της φθοράς και της αραίωσης, όχι,
μιαν άλλη μαλακότητα, του τελειωμένου και του ανύπαρκτου. Δαγκώνεις ένα φύλλο
κι αυτό δεν έχει γεύση. Κόβεις ένα λουλούδι· το κοιτάζεις·
βλέπεις μέσ’ απ’ τα πέταλά του ένα διάφανο τοπίο στο χρώμα και στο σχήμα
του λουλουδιού· — όλα είναι κοίλα, σε βαθιά κοιλότητα· μπορεί μ’ ένα βήμα
να περάσεις αντίπερα με τις ήσυχες λεύκες και τ’ άσπρο ποτάμι.

Αυτοί που φύγαν γυρίζουν αθόρυβα κοντά μας, απ’ τους δρόμους
τους πιο κοντινούς, πάνω απ’ τους λόφους με τα λιόδεντρα, μέσ’ απ’ τ’ αμπέλια, —
τους είδα όπως γυρνούσα σπίτι. Μου έγνεφαν. Οι καπνοδόχοι
ήταν σα μαύρα αγάλματα πάνω στις στέγες. Περνούσαν
σκοτεινοί, σκοτεινοί και μουγγοί, σαν τα δέντρα της όχθης γραμμένα
στο φωτεινό κομμάτι των νερών. Ένα άσπρο φεγγάρι
στέκεται πάνω τους ολημερίς — δεν τους φωτίζει. Διασχίζουν το δρόμο,
κοιτούν μες στα ψιλικατζίδικα τις καραμέλες σκεπασμένες με τουλπάνι,
κοιτούν τις χαρτονένιες κούκλες με τους σπάγγους, τα τσιγάρα, τα σπίρτα,
τα τσιμπιδάκια, τις εφημερίδες — δε διαβάζουν μήτε τους τίτλους. Κοιτιούνται
στη σκονισμένη βιτρίνα του ψωμάδικου. Σαν ξερά χόρτα
τους πέφτουν τα μαλλιά στα μάγουλα, στο πηγούνι, στους ώμους.

Τα χέρια τους είναι μακριά και μαραμένα —δεν μπορούν να κρατήσουν
ασπίδες και τόξα— μήτε που το σκέφτονται· μήτε διορθώνουν
την έκφραση των χαλαρών χειλιών τους. Ανεξέλεγκτοι, αόρατοι,
μ’ εκείνη την ευφρόσυνη αυστηρότητα χυτή στη στάση τους, αρμονισμένη
με την ωραία κίνησή τους, με την έλλειψη κάθε αδημονίας,
με τον αργό, διαρκή χρόνο τους. Απρόσβλητοι. Τους ζήλεψα.

Στη γέφυρα διασταυρωθήκαν μ’ ένα μπουλούκι τσιγγάνων. Κανένας
δεν τους διέκρινε. Μονάχα που το θρόισμα απ’ τα κίτρινα φουστάνια
σταμάτησε μεμιάς, κι οι μύλοι του καφέ σπιθίσαν άξαφνα
με χρυσοκόκκινες σπίθες. Τα εφτά κατάμαυρα άλογα
έσκυψαν το κεφάλι τους στο χώμα· τέντωσαν το αυτί. Μονάχα
η θεόρατη αρκούδα με τους κρίκους στάθηκε στα πισινά της πόδια
καταμεσής στη γέφυρα, εμποδίζοντας την κίνηση του κόσμου.

Δεν έλεγε να το σαλέψει από κει, —κοίταζε πίσω, οσμιζόταν τον αέρα—
μια μυρωδιά από θειάφι και λιβάνι και σταφύλι. Τα μάτια της
μεγάλα, μαύρα, αδιαπέραστα. Χρειάστηκε να της τραβήξουν
πολλές φορές το λουρί· σηκώσανε και τα μαστίγια. Έφυγε
στρέφοντας κάθε τόσο το κεφάλι πίσω, βλέποντας μαζί μου.

Ο ίσκιος ενός πουλιού πέρασε τότε μπρος στα πόδια μου —δε σήκωσα τα μάτια·—
συμπάθεια μακρινή και συχώρεση. Κι ευχήθηκα μέσα μου
λίγη γαλήνη — όχι δόξα, όχι δόξα. Πάρτε τα τούτα τα σφαγμένα αρνιά και τα βόδια —
αρνιά και βόδια, ναι· — κι εχθροί μου αλώβητοι να με χλευάζουν.
Πάρτε τα από δω πέρα — δεν μπορώ να τα βλέπω. Αχ, έτσι πάντα,
όλη τη δύναμή μου ξόδεψα πολεμώντας φαντάσματα, κερδίζοντας νίκες
ολότελα φανταστικές, κυριεύοντας χρυσές πολιτείες
ανύπαρκτες, ανύπαρκτες, ανύπαρκτες. Λοιπόν, αρνιά και βόδια. Τίποτ’ άλλο…»




Στο τέλος: 

(Φεύγει. Η γυναίκα μένει ασάλευτη πλάι στην πόρτα. Ακούγεται βουερό καμπάνισμα, σαν κάποιο σφυρί να χτύπησε έναν μετάλλινο δίσκο κρεμάμενον σε μια άλλη κάμαρα. Ίσως ένα αόρατο πόδι να χτύπησε την πεσμένη ασπίδα με τις εφτά αδιαπέραστες δίπλες. Ο ήχος συνεχίζεται. Μπαίνουν οι υπηρέτες. Μαζεύουν τα σφαγμένα ζώα. Και τ’ άσπρο κριάρι με τα λυπημένα μάτια. Έρχεται αμίλητη μια ψηλή, χοντροκόκαλη δούλα με μια μεγάλη σκούπα. Σαρώνει τα σπασμένα πιατικά, τ’ αποτσίγαρα, τα πατημένα μπρίκια. Το μαύρο της λυτό μαντίλι τής κρύβει το πρόσωπο. Φεύγει. Το δωμάτιο άδειασε. Φάνηκε μονομιάς πολύ μεγάλο. Ο ήχος του μετάλλινου δίσκου σώπασε. Τώρα ακούγονται πολύ καθαρά έξω οι φωνές του δρόμου, η κίνηση του λιμανιού — γερανοί, τροχαλίες, αλυσίδες. Κι άξαφνα μπαίνει τρέχοντας ένας ναύτης. «Ο αφέντης», λέει· "πάει ο αφέντης· — το σπαθί μπηγμένο στα πλευρά του". Η γυναίκα ασάλευτη στην πόρτα· κι η ψηλή δούλα, στο βάθος του διαδρόμου, ορθή, πετρωμένη, με τα δυο της χέρια ακουμπισμένα στο ξύλο της μεγάλης σκούπας).

ΛΕΡΟΣ, ΣΑΜΟΣ, Αύγουστος 1967–Ιανουάριος 1969

Ποιήματα ΣΤ΄: "Τέταρτη διάσταση" (1956–1972). 25η έκδ. Αθήνα: Κέδρος, 2009


"Αλυσίδες" ποίημα της Βισουάβα Σιμπόρσκα (1923 - 2012 - Νόμπελ Λογοτεχνίας 1996) Από την ποιητική της συλλογή "Αρκετά" (2012) στο βιβλίο "Η ζωή εδώ και τώρα" (μτφρ. Μπεάτα Ζουλκίεβιτς, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2021).

 .............................................................





Βισουάβα Σιμπόρσκα (1923 - 2012)


 "Αλυσίδες"*


Μια πολύ ζεστή μέρα, ένα σκυλόσπιτο κι ένας σκύλος δεμένος εκεί με αλυσίδα.
Μερικά βήματα πιο πέρα ένα μπολάκι γεμάτο νερό.
Η αλυσίδα όμως είναι πολύ κοντή κι ο σκύλος δεν φτάνει.
Ας προσθέσουμε σ΄ αυτή την εικόνα μια ακόμη λεπτομέρεια:
τις δικές μας, πολύ πιο μακριές
και λιγότερο ορατές αλυσίδες,
που μας επιτρέπουν ελεύθερα από δίπλα να περνάμε.


*Από την ποιητική της συλλογή "Αρκετά" (2012) όπως εμπεριέχεται στο βιβλίο "Η ζωή εδώ και τώρα" (μτφρ. Μπεάτα Ζουλκίεβιτς, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2021).

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2023

[ Αστόχαστη «δουλίτσα» ] έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή", 26.7.2023)

 ..............................................................


Αστόχαστη «δουλίτσα»





έγραψε ο Παντελής Μπουκάλας ("Καθημερινή", 26.7.2023)



«Τα μεσογειακά δάση είναι επιρρεπή στις πυρκαγιές», γνωστοποίησε προχθές ο πρωθυπουργός στη Βουλή, όπου και παρατόνισε δις το επίρρημα «ένδον». Συμβαίνουν αυτά. Δεν υπάρχει, λοιπόν, λόγος να σπεύσουν οι πρωθυπουργικοί φτιασιδωτές να κόψουν το στιγμιότυπο από το σχετικό βίντεο, για να μην απαθανατιστεί το λαθάκι. Αλλωστε το θέμα δεν είναι το «ένδον» που έγινε «ενδόν», ίσως επειδή είχε προηγηθεί το οξύτονο «εντός», αλλά το γεγονός ότι η φράση του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη «τα μεσογειακά δάση είναι επιρρεπή στις πυρκαγιές» είναι άλλη μία εκδοχή ενός δόγματος που εισάγεται σαν πραγματιστικό, αποδεικνύεται όμως μοιρολατρικό. Το έχουμε ακούσει και στις μορφές «τα δάση καίγονται και θα καίγονται», και «αφού θα καεί που θα καεί το δάσος, καλό είναι και το τσιμέντο». Η κυνικότερη εκδοχή του δόγματος αυτού ξέφυγε από το έρκος των πρωθυπουργικών χειλέων στις 22.7, στην επίσκεψη του κ. Μητσοτάκη στην αεροπορική βάση της Ελευσίνας. Τα χείλη αυτά, ανάρμοστα χαμογελαστά και για την ειδική περίσταση (επίσημη ενημέρωση για την προγραμματισμένη δράση των αεροσκαφών) αλλά και για τη γενική εικόνα (η Ελλάδα κατακαιόμενη), συλλάβισαν δίχως να κομπιάσουν μια φράση δραματικά άπρεπη: «Εκεί στη δυτική Πελοπόννησο μονίμως μάς βγάζει δουλίτσα, ε;». Σχεδόν αμέσως έπιασαν δουλειά οι εξωραϊστές του Μαξίμου: έκοψαν τις λέξεις αυτές «κι όλα καλά». Ολα καλά;

Ναι. Θα μπορούσαμε να δεχτούμε ότι ο πρωθυπουργός δοκίμασε να αλαφρώσει μιαν ατμόσφαιρα βαριά από την ευθύνη και τον κάματο και να εγκαρδιώσει, χαριτολογώντας, τους πιλότους, που διακινδυνεύουν συνεχώς τη ζωή τους, ενόσω οι «πυροσβέστες του πληκτρολογίου» δίνουμε εξ αποστάσεως τις συμβουλές μας. Μέχρι πού έφτανε, όμως, η μνήμη του κ. Μητσοτάκη όταν αναφερόταν στη «δουλίτσα» της Ηλείας; Εως το 2022, οπότε ο νομός αυτός αναδείχθηκε πρωταθλητής Πελοποννήσου σε δασικές πυρκαγιές; Εως το 2015, οπότε αναδείχθηκε δευτεραθλητής Ελλάδος, μετά τη Λάρισα, σε μελέτη του αντιστρατήγου ε.α. Ανδρ. Γκουρμπάτση;

Μακάρι να μην πηγαίνει πιο πίσω η μνήμη του κ. Μητσοτάκη. Καλύτερα να μη θυμάται το φονικότατο 2007 παρά να το θυμάται και να του ξεφεύγει η απερίσκεπτη «δουλίτσα», καθαρή ύβρις. Ναι, μάλλον δεν θυμάται τον όλεθρο εκείνον. Αλλιώς τι; Θ’ άνοιγε την αγκαλιά του για να ξαναδεχτεί τον δι’ ολίγον φαρσικώς αποπεμφθέντα κ. Πέτρο Δούκα; Που καυχιόταν για τις «σακούλες με τα ευρώ» της εξαγοράς ψήφων στην αποτεφρωμένη Ηλεία;


"ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ" Από το ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΘΕΛΟΝΤΩΝ HELPHELLAS ΕΣΚΕΘ. (facebook, 26.7.2023)

...............................................................

 

ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ

Ένας ολοκληρωμένος, απλός, σωστός, οδηγός για επιβίωση από μια δασική πυρκαγιά -πράγματα που όλοι πρέπει να γνωρίζουμε.

■ Οι Πιο Δύσκολες Καταστάσεις Πυρκαγιάς είναι:

-Σπίτια μέσα σε πευκόφυτο δάσος.
-Ακαθάριστα οικόπεδα.
-Στενοί δρόμοι.
-Δύσβατη για την Πυροσβεστική περιοχή.
-Μια μόνο οδός διαφυγής
-Δυνατός αέρας.
-Μακρινή απόσταση από νερό.
-Πολύς κόσμος μαζί.
-Καμιά ψύχραιμη αντίδραση.
-Άτακτη διαφυγή πολιτών χωρίς κανένα οργανωμένο σχέδιο με τραγικά αποτελέσματα.
 
■ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΑΠΟ ΠΥΡΚΑΓΙΑ:

● (1) Φεύγεις όταν η Φωτιά είναι ακόμα Μακριά:
Πήγαινε έναντι του Ανέμου. Με τον δυνατό αέρα, την φωτιά την βλέπεις να είναι στα 1000 μέτρα και σε λίγα λεπτά είναι στα πόδια σου. Μην κάτσεις να βλέπεις. Μην σκέφτεσαι το σπίτι σου ή το κτήμα σου. Ειδοποίησε τον κόσμο και φύγετε. Θα φύγεις προς την κατεύθυνση που έρχεται ο άνεμος - δηλαδή να έχεις τον άνεμο να σου κτυπά στο πρόσωπο. (Αν ο άνεμος φυσά προς τη φωτιά από όπου βρίσκεστε, τρέξτε κόντρα στον άνεμο. Αν ο άνεμος φυσάει πίσω από τη φωτιά προς εσάς, τρέξτε κάθετα της φωτιάς)
● (2) Πυρκαγιά στα Πεύκα - να την πάρεις πολύ στα σοβαρά, να βγεις από την περιοχή αμέσως:
Το πεύκο είναι το πιο δύσκολο, είναι ξηρό με ρετσίνι, φλεγόμενα κουκουνάρια που σκάνε και με το έδαφος γεμάτο πευκοβελόνα. Ο πιο φυσικός εύφλεκτος συνδυασμός! Αν συνδυάσεις και τις εκρήξεις από τα καύσιμα των καμένων αυτοκινήτων μιλάμε για τον πιο δύσκολο συνδυασμό. Πρέπει να βγεις από το δάσος. Κινήσου προς χαμηλότερο υψόμετρο! Αυτό επειδή οι ζεστές μάζες αέρος της πυρκαγιάς κινούνται προς τα πάνω.
● (3) Η Φωτιά Ακολουθεί τον Καπνό:
Όταν βλέπεις την φωτιά στο απέναντι βουνό και ο καπνός έρχεται κατά εσένα είναι βασική αρχή οτι η φωτιά θα ακολουθήσει την ίδια πορεία. Αν έρχεται ο καπνός πάνω σου, τρέξε φύγε. Αν δεν καταλαβαίνεις προς τα που πάει ο καπνός: Κοίτα ψηλά στον ουρανό όπου είναι πιο σωστή η κίνηση του.
●(4) Αν σου έχει κοντέψει ήδη ο καπνός:
Βρέξε τον Εαυτό σου/Κάλυψε το στόμα σου. Βασική αρχή -Δεν Χάνεις την Ψυχραιμία σου. Βάζεις σε σένα και σε όποιον έχεις δικό σου μαζί βρεγμένη πετσέτα η μπλούζα στο πρόσωπο και φεύγεις όσο η φωτιά είναι ακόμα μακριά.
● (5) Πιάνεις πορεία προς στην Θάλασσα:
Πας Κατηφορικά. Προχωρείς προς την θάλασσα εάν είναι κοντά. Οσο πιο χαμηλά τόσο πιο λίγη η βλάστηση και τόσο πιο ανθεκτικοί οι θάμνοι στην φωτιά. Πέσε στην θάλασσα αν χρειαστεί. Εάν δεν υπάρχει θάλασσα κοντά, πάλι προχωρείς κατηφορικά, ποτέ δεν ανεβαίνεις ανήφορο ή βουνό. Μόνο να το κατεβαίνεις. Η πυρκαγιά συνήθως ανηφορίζει.
Επίσης η φωτιά τρέχει πιο γρήγορα στο ανήφορο. Μόνο μια επιπλέον κλίση 10 μοιρών μπορεί να διπλασιάσει την ταχύτητα της φωτιάς.
● (6) Εαν βρίσκεσαι σε κατοικημένη περιοχή πας όπου υπάρχει Τσιμέντο ή σώμα Νερού:
Πυλωτές σπιτιών, πλακόστρωτες πλατείες, γήπεδα μπάσκετ, δρόμους κλπ. Ξάπλωσε στο τσιμεντένιο έδαφος. Η φωτιά θα περάσει από πάνω σου. (Ο δρόμος να είναι η τελευταία επιλογή). Αλλιώς: βρες πισίνα, δεξαμενή, λίμνη, ποτάμι και ξάπλωσε μέσα .
● (7) Μπες σε Αμπέλι για να σωθείς:
Αν μπείτε σε κτήματα που εχει αμπέλι έχετε πιθανότητες να σωθείτε. Πιάνει πιο δύσκολα φωτιά γιατί έχει υγρασία.
● (8 ) Εαν βρίσκεσαι μέσα σε Αυτοκίνητο και η φωτιά έχει κοντέψει Άσε το:
Το θερμικό που δημιουργείται μπορεί να φτάσει μέχρι και τους 800 (Οκτακόσιους) βαθμούς Κελσίου. Όλα λιώνουν. Το αυτοκίνητο θα λιώσει, δεν θα σε σώσει, και θα ανατιναχθεί. Βγες έξω, κλείσε την μηχανή, μην μπεις από κάτω, απομακρύσου. Άσε το να καεί.
● (9) Μην Προσπαθήσεις να Παραβγείς στο Τρέξιμο την Φωτιά. Μην την αφήσεις να σε κυνηγήσει. Ένα τείχος φωτιάς μπορεί να κινηθεί με ταχύτητα 33 χιλιόμετρα την ώρα ή πιο γρήγορα και να προσπεράσει εύκολα έναν δρομέα. Επιπλέον, τα φλεγόμενα κάρβουνα μπορεί να εκτοξευθούν σε απρόβλεπτες κατευθύνσεις, πολλά μέτρα μακριά αναφλέγοντας νέες εκρήξεις μπροστά σου καθώς εσύ προσπαθείς να ξεπεράσεις σε τρέξιμο την φωτιά. Μάταια προσπάθεια!
● (10) Όταν σε φτάσει η φωτιά - Σταμάτα να τρέχεις. Τρέξε να Μπεις Μέσα στα Καμένα:
Εάν δεν προλάβεις, και σε φτάσει η φωτιά...και σε πιάσει μέσα σε δασική έκταση ή χωράφι, με χαμηλή βλάστηση κάνεις το για πολλούς αδιανόητο: Τρέχεις αντίθετα, δηλαδή μπαίνεις μέσα στα καμένα! Μπορεί να κάψεις τα πόδια σου αλλά μπορεί να σωθείς. Τρέχοντας ψάχνεις πάλι τσιμέντο, δρόμο κάτι.. Ποτέ δεν τρέχεις να σε κυνηγήσει η φωτιά! Είναι δεδομένο θα σε φτάσει και θα σε κάψει.
● (11) Σε περίπτωση Αποκλεισμού - Εάν έχεις περικυκλωθεί:
Σκάψε Λάκο. Εαν έχεις τσάπα, ένα εργαλείο η ένα ξύλο, σκάβεις στο χώμα ένα λάκο και μπαίνεις μέσα με το πρόσωπο προς το χώμα. Αν προλαβαίνεις, κάλυψε το σώμα σου με το χώμα που μόλις έσκαψες. Τα πόδια σου να είναι προς το μέρος της φωτιάς που έρχεται. Πάνω από το κεφάλι σου βάλε ένα ρούχο ή μια πατανία και από πάνω χώμα.
Υπάρχει οξυγόνο από το πορώδες του εδάφους. Κράτησε την μύτη και το στόμα κολλημένα στο χώμα. Η φλόγα θα περάσει από πάνω και γύρω γύρω. Μόλις περάσει από πάνω σου, σήκω και ανέπνευσε. Αν δεν μπορείς να σκάψεις, η καλύτερη επιλογή σου είναι να εντοπίσεις μια τάφρο ή βαθύ ρέμα ή λακκούβα ή τρύπα και να πέσεις μέσα.
● (12) Πάρε Αλουμινόχαρτο μαζί σου:
Εάν έχεις σπίτι αλουμινόχαρτο πάρε το μαζί σου, δεν πιάνει φωτιά. Είναι εύφλεκτο μόνο σε πολύ ψηλές θερμοκρασίες των 660 βαθμών Κελσίου! Τουλάχιστον κάπως θα προστατέψεις το κεφάλι σου. Τυλίχτου το ! Επίσης κάνει τέλεια ασπίδα και το σκριν ηλιοπροστασίας αυτοκινήτου παρμπρίζ αλουμινίου για τον ήλιο.
● (13) Εισπνοή καπνού:
Επικίνδυνη για λιποθυμία επί του χώρου, αλλά και για αναπνευστικά μετά. Τα πιο πολλά θύματα πυρκαγιών πρώτα έπεσαν λιπόθυμα από τον πυκνό καπνό και μετά σε αναίσθητη κατάσταση κάηκαν. Όσοι ανέπνευσαν καπνό στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν, πρέπει άμεσα να επικοινωνήσουν με τον ιατρό τους, να τους χορηγηθεί οξυγόνο, υγρά.
● (14) Άλλες μικρές οδηγίες:
• Βγάλε οτιδήποτε μεταλλικό από πάνω σου επειδή θα αρχίσει να καίει και θα πάθεις έγκαυμα.
• Δέσε τα μαλλιά σου.
• Για σβήσιμο της φωτιάς από πάνω σου, χρησιμοποίησε πατανίες.
• Μην προσπαθήσεις να σώσεις υλικά αγαθά, σπίτια, αυτοκίνητα κλπ
• Όσα ζώα δεν μπορείς να πάρεις μαζί σου, άσε τα ζώα ελεύθερα πριν φύγεις, για να μην παγιδεύτουν.
• Κλείσε το γκάζι πριν φύγεις από το σπίτι.
• Μόνο αν έχεις χρόνο και αν η φωτιά είναι πολύ μακριά: Ραντισε τη στέγη του σπιτιού και τις κορφές των κοντινών σου δέντρων, όπως και τους κάδους σκυβάλων, και όποια ξηρά χόρτα τριγύρω, με το λάστιχο.
• Στο αυτοκίνητο πάντα να έχεις μια μάλλινη πατανία, σακάκι, αλουμινόχαρτο, νερό.
• Εάν αποφασίσεις να βοηθήσεις στην κατάσβεση: Πάρε μαζί σου μάσκα N95, ή φόρεσε διπλές χειρουργικές μάσκες.
• Μην παίξεις τον ήρωα!

*ευχαρίστουμε την Δρ Έλενα Χαπέσιη (μέλος οικογένειας πυροσβεστών) για της πολύτιμες πληροφορίες. https://m.facebook.com/story.php?story_fbid=10158110744707385&id=599367384




"ΛΟΓΟΚΛΟΠΗ" ποίημα του ποιητή και φίλου στο fb Χάρη Μελιτά (facebook, 25.7.2023)

 .............................................................




                 Χάρης Μελιτάς (γ. Πειραιάς)


ΛΟΓΟΚΛΟΠΗ


Αλλάζω καφετέριες
να κλέψω δυο κουβέντες
πες το αν θες λογοκλοπή
άκρα του τάφου σιωπή
μην ψάχνεις λεπτομέρειες
τα κινητά αφέντες.


Μαύροι καθρέφτες και γυαλιά
τι να συμβαίνει
έγινε ο κόσμος μια σταλιά
κι όλο μικραίνει.
Μαύροι καφέδες και πουλιά
υπνωτισμένα
στων αριθμών την αγκαλιά
φυλακισμένα.


Αλλάζω καφετέριες
να δανειστώ μια φράση
πες το αν θες λογοκλοπή
στον βρόντο η ανατροπή
μην ψάχνεις λεπτομέρειες
τα κινητά εν δράσει.


Μαύροι καθρέφτες κι η ζωή
τυφλή οθόνη
έβγαλε δόντια το πρωί
και με δαγκώνει.
Μαύροι καφέδες και παιδιά
σάπιου αιώνα
κάποιος κρεμάει την καρδιά
σε μια βελόνα.


"Οι αόριστες θέσεις Μαραντζίδη και ο νέος αρχηγός" γράφει ο Απόστολος Διαμαντής (tvxs.gr., 26.7.2023)

 ...............................................................


Οι αόριστες θέσεις Μαραντζίδη και ο νέος αρχηγός



γράφει ο Απόστολος Διαμαντής (tvxs.gr., 26.7.2023)





O Nίκος Μαραντζίδης έκανε το δικό του κατάλογο θέσεων ενόψει της εκλογής προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ. Εν συντομία έγραψε τα εξής:
- Ο Τσίπρας έθεσε το κριτήριο βάση του οποίου θα αξιολογηθεί η επόμενη ηγεσία: την προοπτική της διακυβέρνησης.
- Η ανανέωση επιβάλλεται να προχωρήσει.
- Ο λόγος του κόμματος παρουσίασε έλλειμμα συνοχής
- Ο πολιτικός οργανισμός χώλαινε σε μεθοδικότητα και επαγγελματισμό.
- Η εκλογική ήττα έχει σύνθετες αιτίες, και μακροχρόνιες και συγκυριακές.
- Οι συνθήκες είναι πιεστικές και επείγουσες.
- Η νέα ηγεσία θα κριθεί από την ικανότητα της να παρουσιάσει σύντομα έναν πειστικό αντιπολιτευτικό λόγο και να συγκροτήσει μια εξίσου αξιόπιστη προοπτική διακυβέρνησης.
- Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πρέπει να πείσει και για το διαφορετικό του ήθος.
- Η νέα ηγεσία οφείλει να εγγυηθεί την ενότητα και να ανατάξει οργανωτικά το κόμμα.
- Κάθε υποψήφιος για την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πρέπει να πείσει πως διαθέτει πραγματικά τα εχέγγυα για να οδηγήσει το κόμμα προς την διακυβέρνηση.

Με αυτές τις αόριστες και γενικόλογες προτάσεις ο Μαραντζίδης καλεί τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ να επιλέξουν ως πρόεδρο την Έφη Αχτσιόγλου, η οποία κατά τη γνώμη του πληρεί τις προϋποθέσεις επιτυχίας, όπως ο ίδιος τις έθεσε με τα κριτήριά του.

Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα προβλήματα στον τρόπο αυτό πολιτικής συλλογιστικής. Δεν είναι και τόσο πολιτικός, αλλά μάλλον κινείται στη σφαίρα του πολιτικού μάρκετινγκ. Εξυπονοεί πως ο Μητσοτάκης κέρδισε τις εκλογές επειδή είχε επικοινωνιακή υπεροπλία, ενώ δεν συνυπολογίζει πως η εκλογική συμπεριφορά εξαρτάται πρωτίστως από την πραγματική πολιτική και δευτερευόντως από τον τρόπο προβολής των πολιτικών θέσεων.


Ο Μητσοτάκης κέρδισε επειδή ο λαός τρόμαξε από την ανακοίνωση του Δραγασάκη και του Κατρούγκαλου για νέα φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών, από την ανακοίνωση του Τσακαλώτου για τοπικά νομίσματα, από την πρόθεση του Τζανακόπουλου να ρίξει τον φράχτη στον Έβρο, από την αναγνώριση του Φίλη της τουρκικής μειονότητας στη Θράκη και από τις προτάσεις Μπίστη για κυβέρνηση συνεργασίας που δεν ήταν εφικτή ούτε καν επιθυμητή.

Η πολιτική λοιπόν απουσιάζει από τις προτάσεις Μαραντζίδη. Σύμφωνα μ΄αυτές δεν πάμε να επιλέξουμε πρόεδρο με βάση τις θέσεις του για τα συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα της συγκυρίας, αλλά με βάση αόριστες θέσεις, όπως “πειστικός λόγος”, “μεθοδικότητα και επαγγελματισμός” ή “έλλειμμα συνοχής” και “ήθος”.

Αυτές οι θέσεις όμως μπορεί να αφορούν την εκλογή ενός προέδρου κόμματος, αλλά μπορεί εξίσου να αφορούν και την εκλογή ενός διευθύνοντος συμβούλου στη ΔΕΛΤΑ. Είναι γενικόλογες προτάσεις σωστής προβολής ενός εμπορεύματος. Εδώ όμως δεν έχουμε να κάνουμε με προβολή προϊόντων, αλλά με εκλογή πολιτικού αρχηγού. Ο επίδοξος αρχηγός λοιπόν πρέπει να απαντήσει στα εξής συγκεκριμένα πολιτικά ερωτήματα.
- Συμφωνεί ή διαφωνεί με την ελληνοτουρκική προσέγγιση και τι ακριβώς πιστεύει για τα ζητήματα αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο που θέτει η Τουρκία και το ζήτημα της αφοπλισμού των νησιών;
- Τι κατά τη γνώμη του πρέπει να κάνει η Ελλάδα, ως προς τον πόλεμο στην Ουκρανία; Να συνεχίσει να στέλνει οπλισμό ή να τηρήσει ουδέτερη στάση και να φροντίσει για τον τερματισμό του πολέμου;
- Τι γνώμη έχει για τις γενικευμένες ιδιωτικοποιήσεις των ελληνικών λιμανιών και αεροδρομίων. Συμφωνεί;
- Ποια είναι η συγκεκριμένη θέση του για την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού προβλήματος;
- Ποια είναι η θέση του για το εκλογικό σύστημα;
- Τι σκοπεύει να κάνει για την πρόθεση της κυβέρνησης να εγκρίνει την ίδρυση ιδιωτικών ΑΕΙ;
- Ποια είναι η θέση του για την μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη και πως σκοπεύει να αντιμετωπίσει τον αλβανικό εθνικισμό και τις διώξεις των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου;
- Σκοπεύει να προτείνει συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ στις αυτοδιοικητικές και στις εθνικές εκλογές;
- Θεωρεί πως η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων στα 12 μίλια;
- Πως σκέφτεται να αντιμετωπίσει τις αξιώσεις της Τουρκίας στην Κύπρο και το ζήτημα της ίδρυσης δύο κρατών;

Αν τοποθετηθεί σαφώς σε όλα αυτά, τότε θα μπορέσουμε κι εμείς να αποφασίσουμε εάν συμφωνούμε και εάν μας κάνει για αρχηγός.

Τρίτη 25 Ιουλίου 2023

Monteverdi's "Lamento della ninfa" - Seconda Prattica - Pinchgut Opera (youtube, 25.6.2020)

 ...............................................................


Monteverdi's "Lamento della ninfa" - Seconda Prattica



Lamento della ninfa

Eighth book of Madrigals

Claudio Monteverdi (c1620)


Pinchgut Opera

Taryn Fiebig - soprano

Eric Peterson - tenor

David Greco - baritone

Mark Donnelly - bass

Erin Helyard - harpsichord, chamber organ

Simon Martyn-Ellis - theorbo


Constantine Costi - Director

"Το φάντασμα του τρίτου Μνημονίου" γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 25.7.2023)

 ..............................................................



Το φάντασμα του τρίτου Μνημονίου






γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 25.7.2023)




Στη δεύτερη παράγραφο ενός από τα πιο πολυσυζητημένα έργα του, της «18ης Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» (1852 - δεύτερη έκδοση: 1869), βρίσκουμε ένα από τα πιο σημαντικά αποφθέγματα του Μαρξ. Στην πρώτη παράγραφο είχε πει το περίφημο για την Ιστορία που επαναλαμβάνεται σαν φάρσα. Αμέσως πιο κάτω λοιπόν λέει: «Οι άνθρωποι φτιάχνουν τη δική τους Ιστορία, αλλά όχι με τη δική τους ελεύθερη βούληση - όχι υπό συνθήκες που έχουν επιλέξει οι ίδιοι αλλά υπό τις δεδομένες και κληρονομημένες συνθήκες που έχουν να αντιμετωπίσουν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών επικάθεται σαν εφιάλτης στα μυαλά των ζωντανών».

Ο Μαρξ βέβαια αναφερόταν στην ιστορία των κοινωνικών σχηματισμών εν γένει και σε σχετικά μεγάλες διάρκειες - εξ ου και η φράση «η παράδοση όλων των νεκρών γενεών». Οπως όμως ισχύει για πολλές από τις θεωρητικές προτάσεις του ιστορικού υλισμού, τούτη η θέση θα μπορούσε να ισχύει και σε μικρότερη κλίμακα - με αναφορά στην ιστορική διαδρομή ενός κόμματος της Αριστεράς, για παράδειγμα. «Νεκρές γενεές» στην ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ προφανώς δεν υπάρχουν, υπάρχουν όμως τομές και ορόσημα που σηματοδοτούν ως τέτοιες τις διαφορετικές φάσεις της περιπετειώδους πορείας του μέσα στον ιστορικό χρόνο.


Θα ξεχώριζα δύο γεγονότα-ορόσημα ως τα πιο σημαντικά στην ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ μετά την ίδρυσή του. Πιο σημαντικά υπό την έννοια ότι είναι οι τομές εκείνες που έχουν προσδιορίσει πιο αποφασιστικά την ταυτότητά του, όχι μόνον από ιδεολογικής αλλά και από οργανωτικής/πρακτικής πλευράς. Το πρώτο είναι η εκλογική εκτίναξή του στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης το 2012. Και το δεύτερο ορόσημο είναι η περίοδος 2015-16, όταν άρχισε να εφαρμόζει ως κυβέρνηση το τρίτο Μνημόνιο.

Εκ πρώτης όψεως, το πρώτο ορόσημο είναι πασίδηλα θετικό. Και όντως σηματοδοτεί την έναρξη μιας αισιόδοξης και ελπιδοφόρας περιόδου του κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς, την οποία οι περισσότεροι/ες θυμόμαστε με νοσταλγία. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά της τόσο απότομης εκλογικής ανόδου. Οτι ο ΣΥΡΙΖΑ ξαφνικά κατέστη αριστερό κόμμα εξουσίας, χωρίς να είναι δομικά έτοιμος για κάτι τέτοιο. Αλλά αυτό δεν είναι το κύριο θέμα του παρόντος άρθρου. Εδώ με απασχολεί πιο πολύ το δεύτερο ορόσημο. Δεν θα μείνω στο γνωστό δεδομένο που έχει ήδη επισημανθεί - όχι μόνο από εμένα βέβαια. Οτι από τους πρώτους μήνες του 2016, όταν είχε αρχίσει να εφαρμόζει το τρίτο Μνημόνιο, όπως δείχνουν οι σχετικές δημοσκοπήσεις, ο ΣΥΡΙΖΑ έπαθε μια καθίζηση στη δημοτικότητά του από την οποία ποτέ δεν κατάφερε να συνέλθει. Πέραν αυτού, το ζήτημα είναι πως έκτοτε έχει σφραγιστεί αναλόγως η ιδεολογική και οργανωτική του φυσιογνωμία. Σε παλαιότερο άρθρο μου («Η παντοδυναμία της ηγεσίας» - «Εφ.Συν.», 19.4.2022) είχα υποστηρίξει πως μέχρι και ο αρχηγισμός του ΣΥΡΙΖΑ εξηγείται από το γεγονός ότι η ηγεσία του, από την πρώτη περίοδο της κυβερνητικής του θητείας αλλά και αργότερα, είχε να αντιπαλέψει και να διαπραγματευτεί με «θεούς και δαίμονες» και γι’ αυτό είχε σε τεράστιο βαθμό αυτονομηθεί από το υπόλοιπο κόμμα όσον αφορά τις κρίσιμες αποφάσεις που έπρεπε να παίρνει.

Το «φάντασμα» του τρίτου Μνημονίου, που ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να «στοιχειώνει» το κόμμα, είχε συνολικότερες επιπτώσεις. Δεν θα ήταν υπερβολικό να υποθέσουμε πως ο ΣΥΡΙΖΑ, στη συνείδηση του πολλού κόσμου, έχει καθιερωθεί ως «μονοθεματικό κόμμα». Ως μια πολιτική δύναμη που αναδείχτηκε έξαφνα ως κόμμα εξουσίας σε μια πολύ ειδική ιστορική συγκυρία, εκείνη των μνημονίων και της κρίσης της συναφούς με αυτά. Με μια ηγεσία και κάποια στελέχη που αρχικά αντιστάθηκαν στη λαίλαπα των μνημονίων και κατόπιν αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να συμβιβαστούν εφαρμόζοντάς τα.

Φαίνεται άδικο -και είναι- αλλά η Ιστορία συχνά είναι άδικη απέναντι στους αδύναμους. Ακριβώς επειδή τα μνημόνια δεν συνάδουν με την ιδεολογία του, όπως ίσχυε με τα κόμματα της Δεξιάς και του Κέντρου, ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίστηκε απλώς ως ο -κατ’ όνομα «αριστερός»- εγχώριος διαχειριστής του Μνημονίου το οποίο εφάρμοζε. Πρόκειται για μια εικόνα που έχει εισχωρήσει και στο συλλογικό ασυνείδητο του κόμματος, συγκροτώντας την ίδια την αυτο-αντίληψή του. Με επιπτώσεις τόσο την αδυναμία άσκησης αποτελεσματικής αντιπολίτευσης στη Δεξιά, όσο και την αδυναμία ουσιαστικής επίλυσης του ζητήματος ηγεσίας που προέκυψε πρόσφατα. Αντί να επανέλθει η αρμοδιότητα εκλογής προέδρου και Κεντρικής Επιτροπής στο συνέδριο, συζητιούνται υποψηφιότητες για εκλογή προέδρου «από τη βάση», που συμβολικά (όχι πραγματικά, ας μην παρερμηνευτώ) εκπροσωπούν τον αρχηγισμό, την πασοκοποίηση και τη διαπραγμάτευση του τρίτου Μνημονίου.

*Ο Κύρκος Δοξιάδης είναι ομότιμος καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Τρία μικρά διηγήματα του Τηλέμαχου Κώτσια (γ. 1951, Βόρεια Ήπειρος) από τη συλλογή διηγημάτων «Περιστατικό τα μεσάνυχτα» (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 1991)

 ...............................................................



   Τηλέμαχος Κώτσιας (γ. 1951, Βόρεια Ήπειρος)


·       Τρία μικρά διηγήματα του Τηλέμαχου Κώτσια (γ. 1951, Βόρεια Ήπειρος) από τη συλλογή διηγημάτων «Περιστατικό τα μεσάνυχτα» (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 1991)

 

·        «ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΟΥΡΚΩΜΕΝΟ ΟΥΡΑΝΟ»

 

Η ΒΡΟΧΗ ΕΠΕΦΤΕ ΑΚΑΤΑΠΑΥΣΤΑ ψιλοκοσκινισμένη και κανείς δεν θυμόταν από πότε είχε που έβρεχε. Έτσι το ‘χει ο Νοέμβρης, τι να του κάνεις. Όλοι είχαν συνηθίσει με το βουρκωμένο ουρανό, λες και τον θυμόνταν πάντα να ‘βρεχε. Άνθρωποι σκεπασμένοι με κάπες, με ομπρέλες, με αδιάβροχα, ή απλώς μ’ ένα σακί στο κεφάλι κυκλοφορούσαν καταβρεγμένοι στους λασπωμένους δρόμους και προσπαθούσαν να βρουν προστασία για λίγες στιγμές κάτω από τις στέγες.

   Κάτι νέοι είχαν χωθεί σ’ ένα υπόστεγο κοντά στο φούρνο του χωριού και πυρώνονταν στη φωτιά. Έψεναν κάστανα στη στάχτη και κοίταζαν τους περαστικούς στη βροχή. Δυο κορίτσια είχαν ξυποληθεί, είχαν πάρει τα παπούτσια τους στα χέρια και βάδιζαν στις λάσπες με τα φουστάνια τους ανασηκωμένα με το ένα χέρι για να μη λασπωθούν. Οι νέοι τις κοίταζαν στα πόδια που είχαν πάρει ένα χρώμα τριανταφυλλί.

   -Βρε, ποδαράκια που λασπώνονται! παρατήρησε ένας νεαρός ακουμπισμένος στον τοίχο. Κοιτάξτε! Κοίτα και συ, μπάρμπα-Στέφο!

   - Άσ’ τον μπάρμπα-Στέφο, Γιάννη, του αποκρίθηκε ο διπλανός. Είναι ηλικία μεγαλύτερη, κατόπι ο μπάρμπα-Στέφος είναι κομμουνιστής, δεν τον μαθαίνει το Κόμμα να κρυφοκοιτάζει.

   - Τι μας είπες και συ! Να ‘ξερες πόσα του σταλίζουν του μπάρμπα! Ας κάνει το φρόνιμο τώρα που γέρασε. Στα νιάτα του ήξερε αυτός τι έκανε. Ή όχι, μπάρμπα-Στέφο;

   - Έχετε όρεξη γι’ αστεία, βρε παιδιά, τους απάντησε ο μπάρμπα-Στέφος.

   - Και τι να κάνομε άλλο;

   - Αφού βρέχει, δε λέω. Φωτιά έχομε, κάστανα έχομε, μια χαρά είμαστε.

   Τα παιδιά τον αγαπούσαν τον μπάρμπα-Στέφο. Ήταν ένας γλυκομίλητος γεροντάκος και πάντα έκανε αστεία μαζί τους.

   -Πες μας κάτι να περνάει η ώρα! του είπε ο Θωμάς, ένα λιανόψηλο αγόρι με αραιά ξανθά μαλλιά.

   - Τι να σας πω; τους λέει ο ηλικιωμένος, εσείς έχετε αλλού τη γνώμη, εμείς αλλού. Γεράσαμε πια.

   Το μικρό ακροατήριο από πέντε έξι άτομα ήταν εύθυμο. Διηγόνταν τις καθημερινές τους περιπέτειες, τις πονηριές τους, τις διαβολές που έκαναν στη δουλειά, τις κοροϊδίες και όλα τα ασήμαντα μικροπράγματα.

   -Μια φορά το ’48, άρχισε να διηγείται ο μπάρμπα-Στέφος, δούλευα στην Κρατική Ασφάλεια, στα χωριά του Πωγωνιού.

   Όλοι σώπασαν και περίμεναν να αφουγκραστούν τις ιστορίες του με ενδιαφέρον.

   -Πες μας καμιά πούστικη, μπάρμπα-Στέφο, τον διέκοψε ο Θωμάς. Άσ’ την Ασφάλεια και τις δουλειές του κράτους στη δουλειά της.

   - Σώπα! του είπαν οι άλλοι.

   - Και τι θα πούμε άλλο, βρε Θωμά; απάντησε χαμογελώντας ο γέρος. Είχε κάτι κοπελάρες εκείνο το χωριό, σαν τα στοιχειά. Εδώ κι απάνω.

   - Ντροπαλές ήταν ή ξεβγαλμένες;

   - Ας πούμε ντροπαλές. Έκαναν και κάνα κρυφό.

   - Και συ τις παρακολουθούσες

   Ο γέρος πιάστηκε λιγάκι στενά.

   -Έλα, έλα! Πες μας! Τις παρακολουθούσες. Σάμπως παρακολουθούσες μόνον τους εχθρούς εσύ; Πες τα μας, γερο-μπαγάσα, του είπε γελώντας ο Γιάννης.

   Όλοι γέλασαν.

   -Σου μιλούσαν καμιά στάλα ή όχι;

   - Καθόλου. Με φοβόνταν. Ήταν το ρούχο μου που τις ξεμάκραινε. Θυμάμαι μια που την έλεγαν Φωτεινή. Σαν να την έχω τώρα μπροστά μου. Είχε ένα σώμα που δεν έχω δει άλλο. Μια κορμοστασιά λεβέντικη. Ήταν πολύ σοβαρή. Ούτε καλημέρα δε μου ‘λεγε, μολονότι κατοικούσε κάτι μέτρα πιο κάτω απ’ το δωμάτιο που έμενα εγώ. Εκείνον τον καιρό δεν ήταν τα σπίτια σαν σήμερα. Ούτε ηλεκτρικά είχαν, ούτε μπάνια είχαν, ούτε κουρτίνες, ούτε τίποτα. Γι’ αυτό αυτή τα καλοκαίρια λούζονταν έξω στην αυλή το βράδυ, όταν οι άλλοι πήγαιναν να κοιμηθούν. Στους δρόμους δεν κυκλοφορούσε κανείς τότε τη νύχτα χωρίς φανάρι. Ήταν απαγορευμένο γιατί ήταν μεθοριακό χωριό. Μπορούσες να ‘τρωγες μια σφαίρα τη νύχτα αν ήσουν χωρίς φως, που να πήγαινες σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Γι’ αυτό σ’ αυτά τα χωριά δεν είχε τη νύχτα ούτε κλεψιές, ούτε ανηθικότητες. Οι άνθρωποι κοιμόνταν μόλις νύχτωνε, νωρίς. Με τις κότες, που λέμε. Υπήρχε ησυχία. Αυτή ήταν η αιτία που η κοπέλα δεν υποψιάζονταν ότι την παρακολουθούσε κανείς όταν λούζονταν. Τι να ‘βλεπες, βρε παιδιά! Να σου ‘ρθει ζάλη από την ομορφιά.

   -Την έβλεπες εντελώς; τον ρώτησε κάποιος.

   - Όχι. Αυτό ήταν το κακό, γιατί αυτή άφηνε το φανάρι στη σκάλα και λούζονταν κάτω από τη συκιά. Αυτό μ’ έκανε κι έσκαγα. Έβλεπα σκιές από το κορμί της που φεγγίριζε πότε-πότε απ’ τη φέξη του φαναριού. Τι τον ήθελες τον κινηματογράφο, δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’ αυτό το θέαμα! Την είδα για μια στιγμή μόνον ολόκληρη από πίσω, όταν έμπαινε γυμνή με τα ρούχα παραμάσχαλα. Έλπιζα άλλη φορά να τη δω καλύτερα.

   - Τέτοια παρακολουθούσες, βρε πουστόγερε! φώναξε γελώντας με την αγριοφωνάρα του ο Γιάννης.

   - Αυτή ήταν η δουλειά μου. Έπρεπε να επαγρυπνώ στο χωριό μήπως σηκωθεί κανείς και φύγει από το σύνορο. Τότε ήμουν νέος σαν εσάς, όλος δύναμη και τρέλα. Παρακολουθούσα όπου είχα υποψία και όπου μισούσα.

   - Αυτούς που μισούσες εσύ ήταν οι εχθροί; τον ρώτησε ο Θωμάς.

   - Εγώ μισούσα αυτούς που με μισούσαν. Αυτοί που μισούσαν εμένα μισούσαν όλο το καθεστώς. Έχω κρυφακούσει, που λέτε εσείς, συζητήσεις στις οικογένειες την ώρα του δείπνου, μαλωμούς στ’ αντρόγυνα στο κρεβάτι και πού να ξέρετε τι μυστικά ήξερα του ενός ή του άλλου. Μια μέρα όμως με ειδοποιούν να παρουσιαστώ στο Τμήμα την άλλη μέρα το δειλινό για κάποια σοβαρή υπόθεση. Θα ‘ταν μαζεμένοι όλοι οι συνάδελφοί μου από την επαρχία. Περίμεναν κάποιον επιθεωρητή από το υπουργείο. Και δεν ήταν λίγο τότε αυτό. Τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα και έπρεπε να κάνω πέντε ώρες δρόμο με τα πόδια. Όλο το πρωί σκεφτόμουν το δρόμο που έπρεπε να κάνω, όταν άκουσα τη Φωτεινή με μια άλλη ξαδέρφη της από το διπλανό χωριό που της έλεγε: «Μείνε εδώ απόψε και αύριο φεύγεις μαζί μας!» «Τι λες; της λέει η άλλη. Θέλω να λουστώ και ν’ αλλάξω. Θα φύγω». «Λούσου εδώ! την παρακάλεσε η Φωτεινή. Έχω εγώ ν’ αλλάξεις από τα δικά μου ρούχα! Κάτσε απόψε να τα πούμε!» «Ουφ, και συ, Φωτεινή! Πώς να κάτσω!» «Κάτσε καημένη! Έλα! Εντάξει;» «Καλά, της είπε η άλλη»

    »Σκεφτόμουν ότι ποιος ξέρει πού ήθελαν να πάνε. Ίσως κάπου μουσαφίρισσες. Για να δραπετεύσουν αποκλείονταν.

   »Λοιπόν εκείνο το δειλινό δεν πήγα στο Τμήμα. Στάθηκα και παρακολουθούσα τα κορίτσια. Κι εγώ δεν ξέρω τι μ’ έσπρωχνε προς  αυτές. Όταν λούζονταν το βράδυ ήταν ωραίο θέαμα. Είχαν ξεγυμνωθεί από τη μέση και πάνω και έριχναν νερό η μια στην άλλη. Τα στήθια τους σφιχτά σαν ροδάκινα γυάλιζαν πότε-πότε απ’ το φως του φαναριού σαν φεγγαράκια. Άλλο πράμα!...» – και πήρε ένα αθράκι από τη φωτιά ν’ ανάψει το τσιγάρο που μόλις είχε στρίψει.

   -Συνέχα, μπάρμπα-Στέφο, μας άνοιξες καλές ιστορίες! του είπε ο Γιάννης.  

   - Τι να συνεχίσω! Αυτές συνέχιζαν να λούζονται, εγώ έβλεπα. Ξεγυμνώθηκαν εντελώς και λούζονταν η καθεμιά χώρια. Μου ‘ρχονταν να πάρω ένα τσεκούρι και να κόψω τη συκιά που δε μ’ άφηνε να δω καλά μες στη νύχτα. Είχαν γυρίσει τις πλάτες η μια της άλλης και μετά μπήκαν εντελώς γυμνές στο σπίτι για να ντυθούν. Αυτή ήταν όλη η ταινία.

   Τα παιδιά χαχάνιζαν διεγερμένα από τη σαγηνευτική ιστορία του γέρου. Φαίνονταν χαρούμενα γύρω από τη φωτιά· τα μάτια τους έλαμπαν. Όλοι οι μύες του προσώπου που μπορούσαν να εκφράσουν ξενοιασιά και χαρά ήταν επιστρατευμένοι. Η φαντασία των νέων δημιουργούσε φανταστικές σκηνές. Συγχρόνως κάπου στο βάθος ήταν και λίγο ενοχλημένοι για τον τρόπο που τους τα παρουσίαζε ο μπάρμπας εκμεταλλευόμενος αυτό το όχι τόσο τίμιο μέσο, την παρακολούθηση, που σου δίνει τέτοια ευχαρίστηση στο κάτω-κάτω.

   -Και μετά; τον ρώτησε κάποιος. Με το καθήκον τι έγινε; Το παράτησες δηλαδή;

   - Αστειεύεσαι; Να παρατήσει κανείς αυτό το καθήκον έτσι στα καλά καθούμενα έχεις συνέπειες. Είναι ίσια με προδοσία. Δεν είναι σκάλο (σημ.: σκάλισμα φυτών) καλαμπόκι που αν δεν πας σήμερα χάνεις το μεροκάματό σου μόνο. Έχει επακόλουθα. Τέλος πάντων, πήγα την άλλη μέρα στο Τμήμα και με περίμεναν με ανυπομονησία γιατί δεν παρουσιάστηκα. Αφτού πρέπει να σκαρώσεις και κάνα ψέμα, αλλιώς δεν γίνεται. «Πού ήσουν, σύντροφε Στέφανε; με ρώτησε ο υπεύθυνος. Τι έχουμε από τον τομέα σου; Γιατί δεν ήρθες στη συγκέντρωση;» «Δεν μπορούσα να παρουσιαστώ, σύντροφε υπεύθυνε, μου παρουσιάστηκε κάτι το έκτακτο.» «Λέγε.» «Τέσσερις οικογένειες από το χωριό είχαν σκοπό να φύγουνε χθες, και έμεινα φυλάγοντας. Δεν είχα ούτε ποιον ν’ αφήσω, ούτε πώς να σας ειδοποιήσω. Χρειάστηκε να μείνω εκεί.» «Τι λες;  Αυτό είναι πολύ σοβαρό. Περίμενε.» Και φώναξε τον υπεύθυνο που ήταν ειδικά γι’ αυτή τη δουλειά. Εκείνος με πήρε σ’ ένα γραφείο ξεχωριστό και με ανάκρινε από την αρχή βαστώντας τις σημειώσεις. Με ρωτούσε κάπως λεπτομερειακώς. «Πού το άκουσες;» μου είπε. Κι εγώ κατασκεύασα μια ιστορία. Έπρεπε το ψέμα να πήγαινε ως το τέλος.

   »«Τυχαίως, στη βρύση του χωριού. Άκουσα δυο κορίτσια που μιλούσαν κρυφά στο δρόμο και η μια έλεγε στην άλλη να καθήσει εκεί για να ‘ναι πιο κοντά. Θα περίμεναν και τους υπόλοιπους, φαίνεται. Δεν ξέρω γιατί εμποδίστηκαν. Ίσως δραπετεύσουν αύριο ή σήμερα.» «Ποιες οικογένειες είναι;» Εγώ του είπα τις οικγένειες.

   Τα παιδιά είχαν σοβαρευτεί και βρίσκονταν σε αμηχανία γι’ αυτά που άκουγαν. Όλων τα πρόσωπα ήταν μαργωμένα. Ήθελαν να μάθουν για την τύχη των αθώων οικογενειών».

   Ο μπάρμπα-Στέφος συνέχισε:

   -Σε δυο μέρες και τις τέσσερις οικογένειες τις σήκωσαν εξορία στα χωριά της Λιούσνιας. Μια απλή κατάθεση δική μου ήταν αρκετή. Αιτία ήθελαν να τις εξορίσουν γιατί ήταν οικογένειες κουλάκων που δεν το ήθελαν το καθεστώς. Κι εγώ επίτηδες ανάφερα αυτές τις οικογένειες για να γίνω πιο εμπιστευτικός. Ούτε που με ξαναρώτησαν πάλι, ούτε με πήραν μάρτυρα σε δικαστήριο. Ακόμα σήμερα εκεί βρίσκονται, στην εξορία. Έχουν φτιάξει οικογένειες τα παιδιά τους, έχουν πληθύνει – και γέλασε δυνατά με ικανοποίηση.

   Κανείς όμως δεν τον  ακολούθησε. Στα πρόσωπά τους το γέλιο φαίνονταν απολιθωμένο. Δε φαντάζονταν ότι κάτω από το συμπαθητικό αυτό πρόσωπο κρύβονταν μια τέτοια ψυχή.

   -Εχ, βρε παιδιά, συνέχισε ο μπάρμπα-Στέφος, τι έχομε τραβήξει εμείς για τούτες τις μέρες! Πού να το ξέρετε εσείς!

   Δεν απάντησε κανένας. Όλοι τους συγκαθίζονταν . Κάποιου του ‘φταιγε η πέτρα που κάθονταν, ο άλλος δεν ήξερε τι να κάνει τα χέρια του.

   -Εγώ να φεύγω, είπε ο μπάρμπα-Στέφος σε λίγο, αφού κατάλαβε ότι η γλυκιά κουβέντα στέρεψε. Έχω συγκέντρωση του Κόμματος σε μισή ώρα. Να μην αργήσω σαν τότε και δε βρίσκω δικαιολογία – και χαμογέλασε μ’ ένα τεχνητό χαμόγελο. Άντε, καλό σας βράδυ.

   Δεν του απάντησε κανένας. Τα γέλια τρίφτηκαν σαν το χώμα στην παγωνιά. Όλοι σκέφτονταν χωρίς να ξέρουν τι και κοίταζαν την άδεια πέτρα που άφησε ο γέρος σα σηκώθηκε δίπλα από τη φωτιά. Μόλις είχε σηκωθεί από κει ένα κάτι περισσότερο από αγρίμι. Κανένας τους δεν ήθελε να μιλήσει γιατί δεν είχε τίποτα να πει, ή είχε πάρα πολλά, και να μη λερώσει το στόμα του και… άι σιχτίρ! Άχρηστα λόγια!

   Τα κάστανα κάηκαν χωρίς να θυμηθεί κανείς να τα βγάλει και σκορπούσαν μια μυρουδιά από καμένο. Η βροχή συνέχιζε αδιάκοπα κάτω απ’ το βουρκωμένο ουρανό και κανένας δεν ήξερε πότε θα σταματήσει. 

 

·        «Ο ΝΕΟΣ ΑΝΑΚΡΙΤΗΣ»

 

ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ είχαν μαζευτεί στο μεσοχώρι και συζητούσαν υψηλόφωνα. Ο συνεταιρισμός  είχε μοιράσει πρόβατα στο χωριό και τα είχαν κάνει κοπάδι ξεχωριστό, αλλά δεν τους παραχωρούσε και το χωριανικό λιβάδι (Σημ. λιβάδι κοινοτικό). Κάποιος εκπρόσωπος μίλησε με τον πρόεδρο του συνεταιρισμού και συμφώνησαν να φύγει το κοπάδι, αλλά το πρόβλημα σκάλωνε στον τσομπάνο. Αυτός ήταν ξενοχωρίτης και την καλύβα την είχε στέκι. Κάνοντας αυτός αντίσταση να φύγει, εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του συνεταιρισμού.

   Τότε οι χωρικοί σηκώθηκαν όλοι και πήγαν να του γκρεμίσουν την καλύβα. Πολλοί ήταν εκείνοι που τη μισούσαν την καλύβα αυτή. Σ’ αυτήν ο πιστικός έκρυβε ό,τι έκλεβε από το χωριό και έμπασε και κάποια αγαπητικιά συγχωριανή τους.

   -Και τι θα κάνουμε, θα παρακαλούμε τον Καρακίτσιο τώρα; φώναζαν οι νέοι.

   - Αφού ο πρόεδρος δεν μπορεί να διατάξει, το κάνουμε μόνοι μας. Ή όχι, μπάρμπα-Φώτη;

   - Τι να κάνουμε; ρώτησε κάποιος.

   - Να του γκρεμίσουμε την καλύβα, αυτό να κάνουμε. Να βρει τόπο να σταθεί. Άμα είναι η καλύβα εκεί, εκεί θα μείνουν και τα πρόβατα.

   - Εμπρός, παιδιά!

   - Θα ‘χουμε μπλεξίματα, είπε κάποιος.

   - Πάνε τα μπλεξίματα πια. Ο λαός κάνει ό,τι θέλει. Ας φύγει με το καλό, αν θέλει να μη γίνει καβγάς. Να κάνει ό,τι θέλει ένας ψωρο-Καρακίτσιος.

   - Μπάρμπα-Φώτη, μη φοβάσαι, δεν έχουν τι να σου κάνουν άλλο.

   - Πάμε, είπε ο μπάρμπα-Φώτης. Έχω πληρωμένα εγώ με τα δέκα μου χρόνια φυλακή εκατό καλύβες σαν κι αυτή.

   Τόσο ήθελαν τα παιδιά. Έτρεξαν για να πάνε στη ράχη πάνω. Πίσω τους πήγαιναν οι πιο γέροι. Όσο να πάρει την ανηφοριά ο μπάρμπα-Φώτης, τα παιδιά πήγαν, έδειραν το βοσκό, τον έδιωξαν και του γκρέμισαν την αχυροκαλύβα. Ο μπάρμπα-Φώτης δεν είχε παρά να βάλει φωτιά στο άχυρο και να μη μείνει τίποτα.

   Γύρισαν στα σπίτια τους και ο βοσκός πήγε και διαμαρτυρήθηκε ότι τον έδειραν και του έκαψαν την καλύβα, όπου εκτός των άλλων, μέσα είχε κι ένα κουστούμι και δεκαπέντε χιλιάδες λεκ. Ο αστυνόμος φώναξε τους χωριανούς έναν-έναν, αλλά δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα. Όταν σε δέρνουν όλοι, πες πως δε σ’ έδειρε κανένας, ενώ για την καλύβα έπρεπε να ανακαλύψει ποιος έβαλε το σπίρτο.

   Κανένας δεν είχε δει τον μπάρμπα-Φώτη, αλλά όλοι ήταν σίγουρο ότι μαγείρεμα δικό του ήταν αυτή η δουλειά. Και ο αστυνόμος το ‘ξερε, παρ’ όλο που πολλοί χωριανοί είπαν πως πρέπει ν’ απαλλαχτεί ο μπάρμπα-Φώτης από μια τέτοια κατηγορία, γιατί θα τον βάραινε εξαιρετικά. Ένας άνθρωπος που ήταν δέκα χρόνια φυλακή είναι πιθανό να κατηγορείται περισσότερο από τους άλλους και να πέφτουν πάνω του όλες οι υποψίες κι ας είναι αθώος.

   Μια μέρα τον φώναξαν στον ανακριτή. Η λέξη ανακριτής για τον μπάρμπα-Φώτη σημαίνει θεριό ανήμερο, σημαίνει βούρδουλα στο ανακριτήριο, πάτημα στα νύχια, σφίξιμο των χειροπέδων κι αμέτρητα ψυχολογικά βασανιστήρια. Όλα αυτά του πέρασαν σαν ταινία από τη μνήμη κι ένιωσε ανατριχίλα. Του ‘πεσε ένα βάρος στο στομάχι και παρολίγο να κάνει εμετό.

   Αποφάσισε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ψύχραιμα και σωστά και να ξεμπλέξει. Υπολόγισε ότι οι καιροί είχαν αλλάξει και ίσως να έδειχναν περισσότερο κατανόηση αυτοί οι άνθρωποι του νόμου.

   Αντάμωσε με τον ανακριτή στο γραφείο του, κάθησε κι άρχισε να του διηγείται το συμβάν.

   -Ως εδώ εντάξει, του λέει ο ανακριτής, αλλά τη φωτιά γιατί την έβαλες;

   - Δεν έβαλα φωτιά.

   - Και ποιος την έβαλε τότε;

   - Κανένας δεν την έβαλε. Η καλύβα κάηκε μόνη της. Πέφτοντας μέσα τα άχυρα, στη γωνιά υπήρχαν αθράκια κι άναψαν.

   - Να το πιστέψω;

   - Όπως θέλεις. Μπορείς και να το διαπιστώσεις ότι υπήρχε γωνιά με κάρβουνα στη μέση της καλύβας.

   - Αυτός ισχυρίζεται ότι είχε κουστούμι και δεκαπέντε χιλιάδες λεκ μέσα.

   - Αυτός κουστούμι δεν είχε όταν παντρεύτηκε, όχι να το ‘χε μέσα στην καλύβα. Μια κάπα που είχε την πήρε.

   - Αν είχε κουστούμι;

   - Αν είχε, θα το έπαιρνε, δε θα το άφηνε να καεί

   - Τα λεκ;

- Κι αυτά θα τα έπαιρνε. Η καλύβα αυτή δεν είχε ούτε κλειδωνιά, και ο βοσκός θα σου άφηνε χρήματα μέσα! Αυτό δε θα το πίστευαν ούτε τα μωρά. Ας τα έπαιρνε όταν έφυγε.

   - Λογικά συμφωνώ μαζί σου, αλλά νομικά όχι. Θα χρειαστεί να στείλουμε ειδικό για τη φωτιά επί τόπου. Κατόπι θα χρειαστεί να ξανάρθεις πάλι εδώ.

   - Εσύ ξέρεις ότι το χωριό μου είναι μακρινό κι εγώ δεν έρχομαι εύκολα. Πρέπει να μείνω στο ξενοδοχείο.

   - Αυτό λέω κι εγώ, θα παιδευτείς πάνω κάτω.

   - Και τι να κάνουμε; Για μια αχυροκαλύβα. Πάνει σαρανταπέντε τ’ άλογο κι εξήντα το σαμάρι.    

   - Λοιπόν, εγώ το ‘χω στο χέρι να την κλείσομε την υπόθεση. Δεν είναι και καμιά μεγάλη δουλειά.

   - Τότε, αφού δεν είναι τίποτε το σοβαρό, κλείσ’ τη.

   - Το ‘χεις και συ στο χέρι, του είπε ο ανακριτής.

   - Και τι θέλεις να κάνω εγώ;

   - Ό,τι καταλαβαίνεις κάνε.

   Ο γέρος το μυρίστηκε αμέσως.

   -Εντάξει, του λέει, θα ‘ρθω πάλι αύριο.

   Την άλλη μέρα πήρε ένα σακούλι, έβαλε μέσα τρία μπουκάλια ρακή τσίπουρο, μια πλάκα τυρί και τα πήγε στον ανακριτή.

   -Πάρε τούτα εδώ, παιδί μου, του είπε, και μη με ταλαιπωρείς. Είμαι και γέρος άνθρωπος, βλέπεις.

   - Ευχαριστώ, μπάρμπα. Δεν υπάρχει πια αυτή η υπόθεση. Έκλεισε.

   Ο μπάρμπα-Φώτης γύρισε. Δεν το φανταζόταν ότι η υπόθεσή του θα ήταν τόσο σύντομη και εύκολη. Απορούσε κι ο ίδιος πώς τα κατάφεραν έτσι.

   «Πώς καταντήσαμε», σκέφτηκε. «Να ζητιανεύει και ο ανακριτής. Πάει το κράτος». Μέσα του τον έτρωγε και η υποψία πως δεν υπήρχε καθόλου υπόθεση, και για να τον εκβιάσουν και μόνο τον φώναξαν. Όλα γίνονται.

   -Παιδιά, βοσκάτε τα πρόβατα ήσυχοι, τους λέει σα γύρισε στο χωριό. Όσο για τα αγρίμια, τα ημερεύω εγώ. Τώρα έμαθα τέχνη.

   - Μπάρμπα-Φώτη, του λένε, είναι τέχνη του καιρού, δεν είναι δική σου.

 

·        «Ο ΦΙΛΟΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ»

 

   ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΔΙΑΔΟΘΗΚΕ ότι και ο Θύμιος Κωσταράς πήρε βίζα για την Ελλάδα.

   -Δηλαδή και οι κομμουνιστές πηγαίνουν, δεν υπάρχουν πια περιορισμοί, έλεγε κάποιος.

   - Θα ‘ρθει η ώρα που θα πάνε όλοι σιγά-σιγά, απάντησε ο άλλος.

   - Ποιος ξέρει πώς τα κατάφερε, ψιθύριζαν άλλοι. Μ’ αυτούς (δηλαδή με το Τμήμα Εσωτερικών) ένα είναι αυτός.

   Και πραγματικά. Ο Θύμιος είχε μια ιδιότητα να πιάνει φίλους αστυνομικούς, τους ασφαλίτες και διάφορους κρατικούς υπαλλήλους. Ήταν η κλίση του. Παρ’ όλο που αυτό του κόστιζε γιατί έπρεπε πάντα να τους καλεί στο σπίτι και όταν στρώνονταν στο τραπέζι αυτοί δεν αστειεύονταν, ο Θύμιος πάλι καλό είχε. Τον είχαν κάνει και οπλίτη, του είχαν βρει και δουλειά και τα βόλευε μια χαρά. Στο χωριό κατείχε πάντα κάτι το διακριτικό, θα ‘ταν γραμματέας του Κόμματος, πρόεδρος της εξουσίας, του Μετώπου και πάντα το σπαθί του θα ‘κοβε. Αλίμονο αν έπεφτε κανείς στα χέρια του την  περίοδο που αυτός ήταν δικαστής. Ήταν αδίστακτος. Πάντα αυστηρός. Η στάση του ήταν πάντοτε άκρως σκληρή στην πάλη των τάξεων, στην επαγρύπνηση έναντι των πιθανών εχθρών και στο καθετί που απαιτούσε μαχητικότητα.

   Όταν έβλεπε ότι πήγαιναν άνθρωποι στο εξωτερικό και έφερναν πράγματα, στην αρχή τους κατηγορούσε που καταντούσαν ζητιάνοι στον καπιταλισμό και παινεύονταν που δεν είχε κανέναν στο εξωτερικό. Είχε πεντακάθαρη βιογραφία. Μα οι καιροί αλλάζουν, με την πολιτική πρέπει να ‘σαι έξυπνος και να μπορείς να καταλάβεις τι θα γίνει αύριο.

   Λοιπόν το βγάλσιμο του διαβατήριου και της βίζας σχολιάστηκαν πολύ από τους χωριανούς, αλλά περισσότερο η μυστικότητα με την οποία έπραξε. Βρήκε κι αυτός κάτι ξαδέρφια της γυναίκας, επικοινώνησε μ’ αυτούς, τους ζήτησε να τους δει, του έκαμαν πρόσκληση, έβγαλε διαβατήριο μετά βιάς, γιατί στους κομμουνιστές υπήρχαν περιορισμοί. Μα οι περιορισμοί χάριν φιλίας ξεπεράστηκαν και ο Θύμιος ετοίμασε τις βαλίτσες χωρίς καθυστέρηση.

   -Αφού η Ελληνική Πρεσβεία δίνει βίζες αδιακρίτως σ’ όλους, έλεγαν καμπόσοι, τι τις θέλει που τις βγάζει, ας τους αφήσει όλους να πάνε! Αν πρόκειται να εμποδιστεί κάποιος, είναι ο Θύμιος, γιατί αυτός ως χθες, να μην πούμε και σήμερα, έμεινε βρίζοντας τους μοναρχοφασίστες και όσους ήθελαν να περάσουν με το μέρος τους. Είχε βοηθήσει να πιαστούν πολλά παιδιά που θέλησαν να δραπετεύσουν.

   Και όμως, ο Θύμιος ξεκίνησε, και να του πάρουν το κακό οι εχθροί του!

   -Να δούμε, έλεγαν κάμποσοι. Να δούμε, θα ζητιανεύει τώρα από τους φασίστες ή θα κάνει τον νταή;

   Μετά από κάνα μήνα ο Θύμιος έστειλε μήνυμα στην οικογένειά του να τον περιμένουν στο τελωνείο γιατί είχε πολλά πράγματα. Και τι δεν ξεφόρτωσε όταν ήρθε. Ψυγεία, τηλεοράσεις, φορέματα και ό,τι του ήταν χρήσιμο. Το σπίτι δεν του τα έπαιρνε και άρχισε να τα πουλάει. Ήταν πολύ ευτυχισμένος. Είχε αλλάξει. Στους χωριανούς μιλούσε από μακριά και τους χαιρετούσε όλο χαρά. Είχε αλλάξει τον τρόπο ομιλίας λες και ήταν κουναρημένος στην Ελλάδα.  Διηγόνταν σε πολλούς διάφορα περιστατικά από την Ελλάδα και για τους νέους φίλους που είχε αποκτήσει.

   Πολλοί φίλοι τού είχαν κάμει διάφορα δώρα επειδή τον είχαν συμπαθήσει, μα περισσότερο ένας. Ήταν αστυνομικός και του είχε κάμει και πολλά δώρα. Κι ένας άλλος τον είχε βοηθήσει και τον είχε υποστηρίξει πολύ. Κι αυτός αστυνομικός ήταν. Ο Θύμιος είχε το αίμα του τέτοιο. Ρέζους αστυνομικό.

   Οι χωριανοί έμειναν κατάπληκτοι.

   Την άλλη χρονιά, όταν βρήκε ευκαιρία, ο Θύμιος έφυγε και βρήκε δουλειά στην Αθήνα, με τη βοήθεια των φίλων του, και αργότερα πήρε και την οικογένεια μαζί. Όπως φαίνεται, οι χωριανοί του άρχισαν να του γίνονται πολύ ενοχλητικοί.