Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έσω τόποι.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έσω τόποι.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

"Εναντίον της νοσταλγίας" έγραψε ο Θωμάς Τσαλαπάτης ("Εφημερίδα των Συντακτών" - "ΝΗΣΙΔΕΣ" / "ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ", 31.05.25)

 ...............................................................



               Εναντίον της νοσταλγίας



έγραψε ο Θωμάς Τσαλαπάτης ("Εφημερίδα των Συντακτών" - "ΝΗΣΙΔΕΣ" / "ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ", 31.05.25) 


Σκέφτομαι όλο και περισσότερο τη νοσταλγία. Τη συναντώ σε κείμενά μου και κείμενα φίλων μου. Σε ταινίες και παραστάσεις. Σε τραγούδια και κουβέντες. Διαρκώς νοσταλγούμε. Τόσο που μοιάζει να ζούμε περισσότερο σε κάτι που έχει φύγει και λιγότερο σε κάτι που βρίσκεται εδώ. Και το μέλλον; Πώς μπορεί να δημιουργηθεί από ανθρώπους που περπατούν με το κεφάλι μονίμως στραμμένο προς τα πίσω;

Η νοσταλγία μας είναι η διαδικασία που ενεργοποιεί όλα τα σημεία. Περασμένα τραγούδια που ανεξάρτητα με το αν μας άρεσαν ή όχι τώρα χάνουν την όποια τους σήμανση, το όποιο αισθητικό ή άλλο φορτίο. Αναπαριστούν κυρίως την εποχή που τα έβγαλε και όχι όσα λένε. Μάρκες παιχνιδιών και παγωτών, μαγαζιά της γειτονιάς που τώρα έχουν κλείσει, τηλεοπτικές φιγούρες και τρόποι, μόδες και λεπτομέρειες συμπεριφορών. Δάσκαλοι και τυχαίες συναντήσεις. Ανασύρουμε το παρελθόν με ένα κλαδί από τη σκόνη. Και νοσταλγούμε, διαρκώς νοσταλγούμε.

Προφανώς, στην καρδιά της νοσταλγίας βρίσκεται η εξιδανίκευση. Οσο πιο πολύ απομακρυνόμαστε, τόσο πιο πολύ λειαίνουμε τις γωνίες, ξεχνάμε τις χροιές, ξεχνάμε τις υποσημειώσεις. Το παρελθόν, όταν το επισκέπτεσαι με αναπόληση, έχει κάτι το άκακο. Δεν δαγκώνει. Δεν φέρνει στον νου την άλλη πραγματικότητα. Τη μοναξιά, τις αποτυχίες, τους αποκλεισμούς, τους κενούς χρόνους. Φιλτράρει και συμπυκνώνει. Επισκέπτεται όσα οφείλει να επισκεφτεί. Και συγχωρεί, διαρκώς συγχωρεί.


Η νοσταλγία είναι το τελευταίο καταφύγιο. Προβάλλει ένα παρελθόν (που σε αυτή τη μορφή ποτέ δεν υπήρξε) και το προβάλλει ως ένα μόνιμο παρόν. Υπάρχει η θεωρία πως η ανάμνηση δεν είναι ποτέ η ανάκληση ενός γεγονότος όπως συνέβη. Είναι κάθε φορά η ανάκληση της τελευταίας φοράς που θυμηθήκαμε αυτό το γεγονός. Δημιουργώντας έτσι μια σειρά από διαδοχικές ανακλήσεις που διαρκώς απομακρύνονται από το αρχικό γεγονός, που διαρκώς αγγίζουν το παρόν ενώ διαρκώς απομακρύνονται από το παρελθόν. Η νοσταλγία είναι περισσότερο παρόν και επιθυμία παρά παρελθόν και ενατένιση. Γεμίζει τον εδώ μας χρόνο και όχι τον χρόνο μας που πέρασε.

Ακόμα συχνότερα νοσταλγούμε συλλογικά. Κυρίως όταν μαζευόμαστε αρκετοί, κυρίως όταν έχουμε καιρό να μαζευτούμε. Θυμόμαστε και ανασυνθέτουμε. Οχι χρόνους αλλά τόπους. Το σχολείο, το πανεπιστήμιο, το οριοθετημένο πεδίο μιας παρέας, ενός καλοκαιριού, μιας γενιάς. Είναι εντυπωσιακό πόσο εύκολα κατευθυνόμαστε προς αυτό το σημείο. Αρκεί κάποιος να πετάξει μια φράση από τα παλιά και ο καθένας ξεχωριστά αρχίζει να συμβάλλει στη μαγική επίκληση. Και είναι φορές που έχεις την αίσθηση πως δεν συναντιόμαστε τελικά στο τραπέζι αλλά σε αυτή τη νοσταλγία που παύει να εξατομικεύεται και γίνεται μια κοινή νοσταλγία.


Η νοσταλγία είναι ανασύσταση μιας εποχής μέσα από τα εξωτερικά της στοιχεία. Τα αντικείμενα και τα τοπία της, τα πρόσωπα και τους ήχους της. Μια απότομη επαναφορά των παρελθουσών επιφανειών. Είναι όμως έτσι; Τολμώ να πω… δεν είναι η ανασύσταση μιας εποχής. Είναι η ανασύσταση μιας ηλικίας. Φωλιάζει μέσα στα οικεία σημεία και μοιάζει να μην αφορά εμάς ακριβώς. Κρύβεται για να κρύψει τις πραγματικές μας ανάγκες. Τη συνειδητοποίηση πως μεγαλώνουμε. Ολο και πιο απότομα. Αντί να επαναφέρουμε την τότε ηλικία -την προστατευμένη, την απλή, αυτή που είχε όλο το μέλλον μπροστά της- επαναφέρουμε όλα όσα την περιτριγύριζαν. Σαν να έχει μείνει κάτι από αυτήν επάνω τους, σαν μια στρώση του επιμέρους που εμπεριέχει το όλο. Μα, αυτό που νιώθω είναι πως δεν θέλω άλλο τη νοσταλγία του παρελθόντος. Αυτό που έχω ανάγκη είναι η νοσταλγία του μέλλοντος. Θέλουμε ένα μέλλον που θα μοιάζει με παρελθόν, ένα μέλλον που δεν θα σταματήσουμε ποτέ να αναπολούμε. Σαν ένα σημείο που δεν είναι εδώ αλλά εμείς κατοικούμε μέσα του. Με την ομορφιά της ασφάλειας, με την πληρότητα ενός καταφυγίου. Ικανού να μεταμορφώσει το παρόν μας.


Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2024

"Σημειώσεις από το πουθενά" έγραψε ο συγγραφέας Μισέλ Φάις ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.12.24)

 ...............................................................



Σημειώσεις από το πουθενά





έγραψε ο συγγραφέας Μισέλ Φάις   ("Εφημερίδα των Συντακτών", 27.11 & 12.12.24)









1.Η ομορφιά (που δεν έχει επίγνωση της ομορφιάς της), η καλοσύνη (που δεν έχει επίγνωση της καλοσύνης της) και η σοφία (που δεν έχει επίγνωση της σοφίας της) - αυτά μας κρατάνε στη ζωή.


2. Κάποιοι νομίζουν πως με το να ασχολούνται συνεχώς με το τι κάνουν οι άλλοι (και σχεδόν ποτέ με το τι κάνουν οι ίδιοι: τις οικείες, δηλαδή, ανεπάρκειες, ανικανότητες, απωθημένα κτλ.), μ’ άλλα λόγια με το να αυτοχρίζονται «άτεγκτοι» τιμητές των άλλων (και ποτέ αυτοτιμητές), κερδίζουν χώρο και χρόνο. Χαμηλόφωνα τους λέω στο αυτί: Μια τρύπα στο νερό κάνετε. Και μεγαλόφωνα: Συνεχίστε.

3. Οπως υπάρχουν αποφασισμένα πρόσωπα να πετύχουν (με ό,τι συνεπάγεται αυτό), υπάρχουν και αποφασισμένα να αποτύχουν (με ό,τι συνεπάγεται αυτό). Και τα δύο έχουν ενδιαφέρον στην αφήγηση. Για τη ζωή, θα σας γελάσω.

4. Περιεργάζομαι μια κρεμάστρα κοντά εξήντα χρόνων. Εκ Κομοτηνής. Εδώ κρεμούσε ο μπαμπάς μου το ψαροκόκαλο παλτό του. Λες και είναι χθεσινή. Οταν το ξύλο ήταν ξύλο, το σίδερο σίδερο, το μάλλινο μάλλινο. Πρώτα έφευγαν οι άνθρωποι και μετά τα πράγματα.

5. Να μην κάνεις ό,τι έχεις τραβήξει από τον προηγούμενο στον επόμενο. Να σπάσεις τη σκυταλοδρομία του Κακού. Η πιο δύσκολη, η πιο κρίσιμη επιμέλεια εαυτού.

6. Κάποιες φωτογραφίες κόβουν βαθύτερα από τις λέξεις ή τις σιωπές.

7. Αχ, να χαρείτε, να ζήσουν τα αποθαμένα σας που λένε, μη μετράτε αντίστροφα για το πότε θα ’ρθουν τα Χριστούγεννα…

8. Να μη σας πω ότι με πιάνει μια χριστουγεννιάτικη φωτοφοβία με τόσα πολύχρωμα φώτα έξω στους δρόμους και στα σπίτια, ένα απειλητικό αίσθημα διάχυτης (στανικής) ευτυχιοκρατίας, ψέματα θα πω... Γι’ αυτό, ειδικά αυτές τις μέρες, υγεία, αγάπη, σθένος. Οι καιροί είναι περίπλοκοι και μοναχικοί.

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2024

"Ο καθρέφτης και ο ουρανός" γράφει ο Θωμάς Τσαλαπάτης ("Εφημερίδα των Συντακτών" - ΝΗΣΙΔΕΣ", 13.10.24)

 ..............................................................



Ο καθρέφτης και ο ουρανός

















γράφει ο Θωμάς Τσαλαπάτης ("Εφημερίδα των Συντακτών" - ΝΗΣΙΔΕΣ", 13.10.24) 








Όλο το γαλάζιο παραμένει στη θάλασσα. Και δεν είναι καν δικό της.


«Πατέρα, γιατί είναι γαλάζια η θάλασσα;», ακούω ένα κορίτσι να ρωτάει κάπου δίπλα στην παραλία. «Είναι γιατί καθρεφτίζει τον ουρανό. Κοίτα…», λέει ο πατέρας, «όταν την παίρνεις στο χέρι σου το χρώμα της χάνεται». «Μα αυτό δεν είναι θάλασσα, είναι μόνο νερό». «Και που είναι η θάλασσα;», ρωτάει ο πατέρας. «Να εκεί. Ολο το γαλάζιο παραμένει στη θάλασσα». «Και θα είναι εκεί για πάντα», επιβεβαιώνει καθησυχαστικά ο πατέρας.


Ολο το γαλάζιο παραμένει στη θάλασσα. Και δεν είναι καν δικό της. Είναι δάνειο του ουρανού. Χωρίς μνήμη, χωρίς αιτία. Γιατί η θάλασσα δεν είναι άλλο από ένας καθρέφτης στραμμένος προς τον ουρανό. Απέραντη στην προσπάθειά της να τον χωρέσει. Γαλάζια απλώνεται επιβεβαιώνοντας τον ουρανό για τα χρώματά του. Και αν τα βάθη της σκουραίνουν είναι γιατί εκεί αποθηκεύεται περισσότερο γαλάζιο.

Η θάλασσα είναι ένας ανεστραμμένος ουρανός. Και άσχετα με όλες τις ενδείξεις εμείς κολυμπούμε στον ουρανό. Γι’ αυτό και το κολύμπι είναι ό,τι πιο κοντινό μπορεί να σου συμβεί στο να πετάς. Τα ψάρια σε ακολουθούν εκεί. Μπλέκονται μέσα στα σύννεφα και φιλτράρουν τις βροχές στα βράγχιά τους. Κάποια θα σε δαγκώσουν, άλλα θα σε τσιμπήσουν σαν μικροί κεραυνοί που χωράνε στην τσέπη σου. Τα καράβια μες στο γαλάζιο. Προσπαθούν να αποφύγουν τη βιασύνη των αεροπλάνων. Και όσοι βουτούν από εκεί χάνονται. Οποιος πνιγεί στη θάλασσα, πνίγεται μαζί και στον ουρανό.


Και ο ορίζοντας. Αυτό είναι το μόνο σημείο που έχει σημασία. Εκεί που δύο ατελείωτες ευθείες μοιάζουν να συναντιούνται καταργώντας τους νόμους της γεωμετρίας. Ας μην μπερδευόμαστε όμως. Ο ορίζοντας δεν είναι το σημείο που ο ουρανός και η θάλασσα σταματούν. Είναι το σημείο που ομολογούν την ένωσή τους. Εκεί που δεν μπορείς να τα ξεχωρίσεις. Εκεί που είναι μάταιο να πεις τι από τα δύο βλέπεις. Γιατί αυτό που ομολογεί ο ορίζοντας -ουρανός και θάλασσα μαζί- είναι πως κάθε καθρέφτισμα είναι αγκάλιασμα. Το πρόσωπο μαζί και τα απείκασμά του.

Η θάλασσα. Ο πρώτος καθρέφτης. Ο πριν από την ιστορία. Ο ακόμα και πριν από το βλέμμα. Το πρώτο βλέμμα. Η θάλασσα, ένας καθρέφτης στο μέγεθος του κόσμου. Που διαρκώς περίμενε τον κόσμο αυτό τον δικό μας ώστε να τον κοιτάξει. Και να κοιταχθεί μέσα του. Γιατί η δίψα του καθρέφτη είναι άσβεστη. Οσα και να χωρέσει διαρκώς ζητά παραπάνω. Αρκεί να πλησιάσεις έναν καθρέφτη και να κοιτάξεις πίσω από τον ώμο σου. Σου εμφανίζονται διαρκώς όλο και περισσότερα. Σαν η πραγματικότητα να μην είναι ποτέ αρκετή. Σαν ο καθρέφτης να χωράει πάντοτε περισσότερα απ’ όσα μπορούμε να του δώσουμε. Μαζί και ο πρώτος καθρέφτης. Ο πρωταρχικός.

Είναι γι’ αυτό που κάθε καθρέφτης -κάθε μικρό καθρεφτάκι, κάθε τεράστιο γυάλινο κτίριο- χρωστάει και κάτι στη θάλασσα. Αυτή είναι η καταγωγή του καθρέφτη. Εκεί ξεκινούν οι τρόποι του, εκεί επιβεβαιώνονται οι προθέσεις του. Κάθε καθρέφτης κουβαλά λίγη από τη θάλασσα. Και μαζί κάτι από τον ουρανό. Αν σταθείς μπροστά του, αν σταθείς χωρίς να ασχολείσαι με το πρόσωπό σου ίσως να μπορέσεις να το ακούσεις. Λίγο από τρικυμία και λίγο από πνιγμό. Και μαζί λίγο από νόστο και λίγο από ταξίδι.

Κοίτα τον εαυτό σου εκεί μέσα. Δεν είναι το είδωλό σου. Είσαι εσύ που αγκαλιάζεις ουρανό και θάλασσα μαζί.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2023

"Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου..." έγραψε ο Πέτρος Μανταίος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 7-8.1.2023)

 ..............................................................


         Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου...




έγραψε ο Πέτρος Μανταίος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 7-8.1.2023)


Όλοι θυμόμαστε, μέσες-άκρες, το άγχος της βασίλισσας-μητριάς της Χιονάτης, που ολοένα ρωτούσε τον καθρέφτη της παραβγαίνοντας σε ομορφιά τη μισητή της αντίζηλη. Και, βέβαια, ο «καθρέφτης καθρεφτάκος της» πάντα την έβγαζε ωραιότερη. Τι μου κόλλησε με τον καθρέφτη στα καλά καθούμενα; Τι να μου κολλήσει; Αμα στηθείς απέναντι στον καθρέφτη, δεν ξεκολλάς με τίποτα. Ξεκινάς από τον Νάρκισσο που πνίγηκε αυτοθαυμαζόμενος στα νερά μιας λίμνης και φτάνεις, ας πούμε, στη σημερινή εργαζόμενη μητέρα, που φεύγει πρωί πρωί και βιαστικά για τη δουλειά της και μονολογεί στο ασανσέρ: «Ευτυχώς που υπάρχει και ο καθρέφτης του ασανσέρ…», ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στην εμφάνισή της, προτού βγει στη ζωή και στον κόσμο…

Αν θέλεις, περνάς και λίγο από την αρχαία Κόρινθο, τότε που η διάσημη Λαΐς έπαιρνε να γερνάει και το πρώτο της μέλημα ήταν να αφιερώσει τον καθρέφτη της στον ναό της Αφροδίτης μονολογώντας: «Εσύ, άτιμε, δεν με ξαναβλέπεις!»· κορυφαία εκδήλωση γυναικείας φιλαρέσκειας· τότε τη λάτρεψα! Κι από την αρχαία Κόρινθο στις Βερσαλίες του Λουδοβίκου 14ου (δεν τον γράφω ΙΔ’, γιατί αυτό ήταν το Αστυνομικό Τμήμα των Αμπελοκήπων, όπου μια φορά κι έναν καιρό δεν ήθελες να δεις τη μούρη σου στον καθρέφτη). Αυτός λοιπόν ο βασιλιάς, που πίστευε πως έλαμπε ως ο Ηλιος και θεωρούσε εαυτόν προσωποποίηση του κράτους: L’ État, c’ est moi, βαυκαλιζόταν, είχε επίκεντρο του υπεροπτικού του σύμπαντος, σύμβολο εξουσίας απαράμιλλο, την τεράστια, μήκους 70 μέτρων, Αίθουσα των Κατόπτρων (φωτογραφία), όπου αντανακλάτο η δύναμη της δόξας του (ή της ματαιοδοξίας του· στους ηγεμόνες αυτά συνυπάρχουν), μέσα από διάκοσμο άκρας πολυτέλειας, που να προκαλεί δέος σε πρεσβευτές, αλλά και σε άλλους ηγεμόνες. Ουδείς αναρωτιόταν πώς και με τόση χλιδή απουσίαζαν από τις Βερσαλίες οι… τουαλέτες και ό,τι είχε σχέση με την καθαρότητα του σώματος. Ισως αυτά έκρυβαν οι καθρέφτες. Πανάκριβο υλικό βέβαια τότε. Απλησίαστο στους πολλούς.

Πώς την είδα σήμερα με καθρέφτες (θέμα άλλωστε πολυπαιγμένο, άλλο τόσο και ανεξάντλητο…); Αφορμή, ένα κείμενο, ομότιτλο: «Καθρέφτες», του Πεσόα, στο βιβλίο του «Το βιβλίο της ανησυχίας» που διάβασα πρόσφατα: «Ο άνθρωπος», γράφει ο Πεσόα, «δεν πρέπει να μπορεί να βλέπει το πρόσωπό του. Είναι το πιο τρομερό απ’ όλα. Η Φύση τού έδωσε το δώρο να μην μπορεί να το βλέπει, όπως και να μην μπορεί να κοιτάζει τα ίδια του τα μάτια. Μόνο στο νερό των ποταμών και των λιμνών μπορούσε να κοιτάζει το πρόσωπό του. Ακόμη και η στάση που έπρεπε να πάρει ήταν συμβολική. Επρεπε να σκύψει, να χαμηλώσει, για να διαπράξει το όνειδος να δει τον εαυτό του. Ο δημιουργός του καθρέφτη δηλητηρίασε την ανθρώπινη ψυχή».

Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

"Τη Μέρα της Πεντηκοστής" Στίχοι: Κ.Χ Μύρης / Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος / Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης (youtube, 12.1.2014)

..............................................................

Τη Μέρα της Πεντηκοστής


Στίχοι: Κ.Χ Μύρης 
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος 
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης 

Τη μέρα της Πεντηκοστής, 
τη νύχτα της γονατιστής 
πάν' οι ψυχές και κάθονται 
βουβές στα περιβόλια. 
Τρυπώνουν στις κρυφές γωνιές 
μαζί με τις αράχνες 
και μας κοιτούν αμίλητες 
αθώρητες και μόνες. 

Τη μέρα της Πεντηκοστής, 
τη νύχτα της γονατιστής 
πάν' οι ψυχές και κρέμονται 
στα ρούχα και στο φράχτη. 
Φωλιάζουν στο καλό κρασί 
και στο παλιό πυθάρι γ
εμίζουν τις ραγισματιές 
κι ανοίγουν τους φεγγίτες.
Τη μέρα της Πεντηκοστής, 
τη νύχτα της γονατιστής 
μη κόψετε ξερό κλαρί 
ούτε χλωρό βλαστάρι. 
Μη μάσετε τ' ασπρόρουχα 
και διώξετε τσ' αράχνες 
μην πίνετε γλυκό κρασί 
και φοβηθούν και φύγουν.

youtube, 12.1.2014

Κυριακή 19 Απριλίου 2020

Αντώνη Σουρούνη (1942-2016), "Κάποιος δεν ανέστη" διαβάζει ο Μανώλης Γιούργος (youtube, 19.4.2020)

..........................................................




Αντώνη Σουρούνη (1942-2016), "Κάποιος δεν ανέστη"

Ο Μανώλης Γιούργος διαβάζει το αφήγημα ΚAΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΑΝΕΣΤΗ του Αντώνη Σουρούνη από τη συλλογή αφηγημάτων του "Μισόν αιώνα άνθρωπος" (Καστανιώτης 1996)



Τρίτη 7 Απριλίου 2020

"Το σπίτι κι ο κόσμος" γράφει η Άννα Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 7.4.2020)

.............................................................

                 Το σπίτι κι ο κόσμος




γράφει η Άννα Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 7.4.2020)

Χωρίς την πόλη το σπίτι είναι παράξενο. Δεμένο μαζί της εκ γενετής, διαμέρισμα ορόφου επειδή η πόλη θέλει πολύ κόσμο μαζεμένο για να είναι πόλη. Και ο κόσμος θέλει την πόλη διακαώς, η πόλη είναι στόχος και εκκίνηση. Οι επαρχιώτες ξεκινάνε τη γνωριμία της από τη στρογγυλή πλατεία, την Ομόνοια, που δεν μπορεί χρόνια τώρα να ομονοήσει με τον εαυτό της.

Επαρχιώτες απ’ όλο τον κόσμο πλέον, σοκάρουν τους πρώην επαρχιώτες, που δεν καταλαβαίνουν σε τι χρησιμεύει μια στρογγυλή ακτινοβόλα δήθεν πλατεία στο κέντρο της πόλης. «Θα καταφέρει το ωραίο αυτό σιντριβάνι να διώξει τους κατοίκους της περιοχής;» αναρωτιόταν νοσταλγικά μια κυρία πριν από ένα μήνα.

Χωρίς το μπες-βγες από τις πόρτες των διαμερισμάτων, αυτό το μπαμ και μπαμ κάθε τόσο, το σφυροκόπημα, τα άσφαιρα πυρά του οικιακού θυμού, χωρίς τα βήματα για τη δουλειά, για τα ψώνια, για το χάζι, για την ελπίδα που κάθε έξοδος από το σπίτι κρύβει, η πόλη δεν βγάζει νόημα.


Οι στενοί της δρόμοι δεν βγάζουν νόημα, πιο αφόρητη από ποτέ η στενότης όπως αναιδώς μοστράρεται στα παράθυρα, αλλά κι οι μεγάλοι κι ωραίοι ούτε κι αυτοί βγάζουν νόημα. Οι στενοί είναι για να περνάς γρήγορα, οι φαρδιοί για περίπατο. Τώρα πρέπει να κάνεις περίπατο στους στενούς, όχι, ατομική άθληση, θέλει ειδικό παπούτσι κ.λπ. Και στους φαρδιούς πώς να φτάσεις που είναι λίγοι και σε απόσταση ύποπτη;

Στις οθόνες προσπαθεί να χωρέσει ο κόσμος, να μεταφερθεί στο σπίτι. Μια χαρά τα πηγαίναμε πολλοί από μας με δαύτες, θα μπορούσαμε να μένουμε μέσα από μόνοι μας, για τη βολή μας. Αλλά κάπως ισορροπούσε η καθημερινότητα ανάμεσα στον αληθινό κόσμο και τον ψηφιακό, ήταν οι αισθήσεις που το απαιτούσαν, η αδηφάγα όραση, η επιρρεπής σε πειρασμούς ακοή, η προδότρα η όσφρηση, και η αφή, η αίσθηση του αιώνα, η τελευταία και πιο συγκλονιστική μας ανακάλυψη.

Αχ αυτή η αφή, που έχει γίνει πλέον η μεγάλη αδυναμία, που δεν μπορεί να καταλάβει όταν πιάνει τους ιούς, που λαχταρά πλάτες και λαιμούς και στόματα, και κροτάφους, γυαλάδες και απαλότητες, ανεκπαίδευτη στα βασικά, μας έβαλε σε μπελάδες. Να τη γαντοφορέσουμε, να τη μασκοφορέσουμε, να βάλουμε πάλι πέπλα, γάντια, φερετζέδες, πάνε τα φιλιά που χρόνια μάς πήρε να μάθουμε, πάει και η σοφία αποτίμησης των χειραψιών.

Πώς θα ξαναβρεθούνε άραγε το σπίτι κι ο κόσμος;

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019

"Άντε γαμήσου!" έγραψε ο Γιώργος Παραδείσης (https://www.talcmag.gr 2/9/2019)

..............................................................


                      Άντε γαμήσου!


έγραψε ο Γιώργος Παραδείσης (https://www.talcmag.gr 2/9/2019)

Μάθε στην κόρη σου να γαμιέται. Ασύστολα. Σε οποία στάση φανταστεί, με όποιον άνθρωπο την καυλώσει, τον θέλει και τη θέλει, μάθε της να γαμιέται μόνο και μόνο επειδή έτσι της ήρθε και αυτό γουστάρει αυτή τη στιγμή.
Μάθε στο γιο σου να γαμιέται. Ασύστολα. Σε οποία στάση φανταστεί με όποιον άνθρωπο τον καυλώσει, τον θέλει και τον θέλει κι αυτός, μάθε του να γαμιέται μόνο και μόνο επειδή έτσι του ήρθε και αυτό γουστάρει αυτή τη στιγμή.
Μάθε στο έφηβο παιδί σου να μαλακίζεται όταν έχει καύλες και να γαμιέται όταν συντονίζεται με άλλους που έχουν καύλες και θέλουν κι αυτοί. Χωρίς σκέψη, αναστολή, κουβέντα, πίεση, δισταγμούς, ρητορική. Μάθε στο παιδί σου να γαμιέται επειδή, και μόνο επειδή, εκείνη τη στιγμή θέλει να γαμηθεί.
Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, όταν του μαθαίνεις να κάνει σεξ μόνο σε σχέση, να κάνει σεξ αν αγαπάει, να κάνει σεξ επειδή κατέκτησε κάποιον η κάποια, να κάνει σεξ αν το ένα και αν το άλλο, του μαθαίνεις ότι το σεξ είναι ΝΟΜΙΣΜΑ.
Του μαθαίνεις ότι το σεξ είναι κάτι που δίνουμε ή παίρνουμε για να πάρουμε ή να αποδείξουμε αγάπη, αφοσίωση, μαγκιά, θελκτικότητα.
Του μαθαίνεις να κάθεται επειδή του είπαν ότι το αγαπούν και να ζητάει μετά αγάπη γιατί έδωσε σεξ. Να ξοδεύεται έτσι επειδή του είπαν ότι είναι μαγκιά και να ζητάει αναγνώριση.
Μάθε στο παιδί σου να γαμιέται επειδή γουστάρει να γαμηθεί. Μάθε του την αξία τού να επιτρέψει στον εαυτό του φρέσκο ζεστό φαγητό την ώρα που πεινάει, ένα ποτήρι δροσερό νερό την ώρα που διψάει, την αξία μιας σεξουαλικής συνεύρεσης την ώρα που ο πόθος του συντονίζεται με τον πόθο κάποιου άλλου.
Μάθε του ότι αυτή η αξία σταματάει εκεί. Ότι σταματάμε να σκεφτόμαστε πως φάγαμε και να συζητάμε το φαγητό όταν δεν πεινάμε, ότι σταματάμε να σκεφτόμαστε πως ήπιαμε και να συζητάμε το νερό όταν δεν διψάμε, ότι σταματάμε να σκεφτόμαστε πως γαμηθήκαμε και να συζητάμε το σεξ όταν δεν έχουμε καύλες. Μάθε του ότι το σεξ είναι ένα υπέροχο κομμάτι και όχι το επίκεντρο της ζωής.
Μάθε στο παιδί σου ότι όταν ένας άνθρωπος μας προσεγγίζει ερωτικά, δεν «θέλει εμάς», έχει καύλες και θέλει αυτή τη στιγμή να τις μοιραστεί και να τις χαρεί «με εμάς» και είμαστε απόλυτα ελεύθεροι να κάνουμε το ίδιο ή να αρνηθούμε, χωρίς να χτίζουμε φαντασιώσεις μεγαλείου για το πώς τον κατακτήσαμε ή πως οι καύλες του οφείλονται σε μας ή πως μόνο εμείς μπορούμε να του δώσουμε αυτό που θέλει.
Μάθε στο παιδί σου να γαμιέται επειδή θέλει και όχι επειδή «αγαπάει», «κατακτά», «δίνεται», αποδεικνύει κάτι.
Μάθε του ότι δεν υπάρχει «γαμάω ή γαμιέμαι καλά». Το είδος μας υπάρχει εδώ και εκατομμύρια χρόνια ακριβώς επειδή το σεξ είναι κάτι που μπορεί να το κάνει οποιοσδήποτε, είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο μαζί με το κατούρημα.
Υπάρχει ίσως «γαμιέμαι ειλικρινά» και σημαίνει ότι κάνω σεξ τη στιγμή που θέλω, χωρίς να ψάχνω ανταλλάγματα, με κάποιον άνθρωπο που θέλει το ίδιο εκείνη τη στιγμή χωρίς να ψάχνει ανταλλάγματα. Δε με αφορά να κοινοποιήσω, να υπονοήσω, να αντλήσω οποιασδήποτε μορφής υπεραξία από αυτό.
Μάθε στο παιδί σου ότι δεν έχει σημασία ποσό μεγάλο ή σκληρό είναι το πουλί του, ποσό μεγάλο ή σφιχτό είναι το στήθος του. Το σώμα μας δεν είναι «θέλγητρο», ούτε «εργαλείο», το σώμα μας είμαστε εμείς και έχει σημασία να ακούμε τις ανάγκες του να το σεβόμαστε, να το αγαπάμε και όχι να το χρησιμοποιούμε σαν διαφήμιση για να προσελκύσουμε «δυνητικούς/ες εραστές».
Αυτό που θα κάνει τους ανθρώπους να γαμηθούν μαζί μας είναι οι ανάγκες του δικού τους σώματος και μια υπάρχουσα σεξουαλική χημεία, και όχι κάτι που κάνουμε εμείς.
Αν πιστεύεις ότι μπορείς εσύ να αποπλανήσεις, να σαγηνεύσεις, να γοητεύσεις κάποιον γίνεσαι χειριστικός για να πάρεις σεξ.
Το σεξ δεν είναι νόμισμα, στο ξαναλέω.
Οι άνθρωποι γαμιόμαστε επειδή μας αρέσει να γαμιόμαστε, όχι επειδή μας «έκανες κούκου» ή κάτι ιδιαίτερο εσύ, που δε μπορεί εξίσου πανεύκολα να το κάνει ο διπλανός άνθρωπος. Να το μάθεις στο παιδί σου αυτό, αλλιώς θα αγχώνεται γιατί θα νομίζει ότι το σεξ είναι κάτι που πρέπει να καταφέρει κι όχι κάτι που πρέπει να επιτρέψει στον εαυτό του να χαρεί.
Μάθε στο παιδί σου να γαμιέται για τη χαρά που του προσφέρει το γαμήσι και για τίποτα άλλο πέρα από αυτό.
Αλλά μη δουλευόμαστε.
Δεν μπορείς.
Κανένας δεν μπορεί να μάθει στο παιδί του να γαμιέται. Το μόνο που μπορείς είναι να μάθεις στον εαυτό σου να γαμιέται. Χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς περιστροφές, χωρίς βαυκαλισμούς πως είσαι δήθεν κάτι ιδιαίτερο και γαμιέσαι καλά ή κατακτάς συντρόφους. Χωρίς ενοχές και χωρίς επάρσεις. Όπως ακριβώς όταν κάνεις οτιδήποτε άλλο που το θεωρείς νορμάλ.
Τα παιδιά μαθαίνουν από το παράδειγμά μας, όποτε, σε παρακαλώ παρά πολύ, να πας να γαμηθείς.
Άντε γαμήσου τη στιγμή που θα έχεις καύλες, με κάποιον/α που το αντιμετωπίζει εξίσου ειλικρινά και σταματά να το σκέφτεσαι μετά. Και καν’ το ξανά και ξανά και ξανά, μέχρι να περάσει παρά πολύ βαθιά μέσα σου:
Ότι το άντε γαμήσου δεν είναι βρισιά.
Ότι το άντε γαμήσου δεν είναι ευχή.
Ότι το άντε γαμήσου δεν είναι μαγκιά
Ότι το άντε γαμήσου δεν πρέπει να προξενεί ταραχή.
Άντε γαμήσου σα σκυλί,
Δηλαδή καν’ το σωστά,
χωρίς μαγκιά ή ενοχή,
Μα μετά άσε το θέμα να λήξει εκεί.
Και τότε, όταν θα έχεις μάθει να αντιμετωπίζεις πραγματικά το σεξ σαν κάθε άλλο κομμάτι της ζωής χωρίς να του δίνεις ανταλλακτική αξία, θα αλλάξει η στάση σου, θα αλλάξει το λεξιλόγιο στην καθημερινότητα σου, θα αλλάξει το περιεχόμενο των βρισιών σου (που τώρα είναι κατά κύριο λόγο σεξουαλικές αναφορές), θα αλλάξει ο τρόπος που κοιτάς τους ανθρώπους όπως κι αν είναι ντυμένοι, θα αλλάξουν τα πάντα σε σένα. Γιατί θα έχει αλλάξει η τρομερή ισχύς που δίνεις σε μια απλή φυσιολογική, όμορφη ή πολλές φορές ίσως και άσχημη διαδικασία.
Αυτές οι αλλαγές, οι μη παρατηρήσιμες από το ανυποψίαστο μάτι, του πώς κινείσαι μέσα στη μέρα σου, οι αλλαγές στην καθημερινή σου γλώσσα και στο βλέμμα, είναι αυτές που θα μάθουν στα παιδιά ότι το σεξ είναι σεξ: Τίποτα περισσότερο, μα και τίποτα λιγότερο από αυτό.
Ο Γιώργος Παραδείσης είναι ψυχοθεραπευτής και ιδρυτής του Εργαστηρίου Συστημικής ψυχολογίας και παιδαγωγικής «Ροδάκινο»
Ο πίνακας είναι του Francis Bacon.



Παρασκευή 7 Ιουνίου 2019

"Περί διαβάσματος και φιλαναγνωσίας: Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" έγραψε η ΒΙΒΙΑΝ ΣΤΕΡΓΙΟΥ (www.lifo.gr 3.5.2019)

................................................................



Περί διαβάσματος και φιλαναγνωσίας: Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο








Το διάβασμα είναι σαν το τρέξιμο. Χρειάζεται, για αρχή, μόνο να θέλεις να το κάνεις. Δεν θα γίνουν όλοι δρομείς. Δεν χρειάζεται.

Έγραψε η ΒΙΒΙΑΝ ΣΤΕΡΓΙΟΥ www.lifo.gr  3.5.2019 


Γίνεται να παρηγορηθείς με ένα καλό βιβλίο. Η δουλειά των καλλιτεχνών είναι, μεταξύ άλλων, να ανακουφίζουν τον πόνο.

Στην καθημερινότητά μας, ακόμα και οι άνθρωποι που δεν λένε ιστορίες, σκαρφίζονται κάτι όταν παρηγορούν, όταν κάνουν παρέα σε κάποιον που υποφέρει, όταν δρουν ως ερασιτέχνες θεραπευτές.

Έτσι και με τα καλά βιβλία, είναι σύντροφοι που σε στηρίζουν να αντέξεις τα πιο ανθρώπινα συναισθήματα, τον πόνο, το φόβο, τη μελαγχολία, την απώλεια.

Γίνεται κάτι πολύ κακό και τα πράγματα μετατοπίζονται − μια καλή ιστορία δεν θα τα βάλει πίσω στη θέση τους, αλλά θα κάνει τα πάντα λιγότερο ξένα, λιγότερο εχθρικά.

Μια καλή ιστορία σού δείχνει ότι το ανθρώπινο μυαλό έχει υπερδυνάμεις. Μπορεί να εστιάζει στην ιστορία που του λένε κι έτσι να ακυρώνει την ασχήμια γύρω του. Μπορεί να το νοιάζει εάν η Μαντάμ Μποβαρί θα ζήσει στο Παρίσι ή στην επαρχία κι έτσι να μην τρώγεται από κάτι που το βασανίζει.

Σε καιρούς που δεν χρειάζεσαι παρηγοριά, ένα καλό βιβλίο μπορεί να σε μεθύσει. Πρέπει όμως να του αφεθείς, να συγκεντρωθείς χωρίς ανυπομονησία. Δηλαδή να καθίσεις να ακούσεις τι έχει να σου πει. Να του θέσεις τα ερωτήματα που σε απασχολούν.

Τα καλά βιβλία μπορείς να τα ρωτάς τα πιο δύσκολα πράγματα, όπως «πώς να ζήσω;». Δεν θα σου πουν ακριβώς. Μπορούν, όμως, να σε πάνε σ' αυτήν τη διάσταση όπου όλα ανοίγουν και απλώνουν και όπου πολλά απ' αυτά που θες γίνονται.

Τα καλά γραμμένα βιβλία σε βάζουν στους κόσμους τους, δεν σε εξετάζουν ούτε σε αποκλείουν χωρίς λόγο. Αν είναι και καλά και δύσκολα, θα έχουν τους λόγους τους και τότε γίνονται προκλήσεις, αιτίες για να βελτιωθείς αναγνωστικά και να φτάσεις στο επίπεδο όπου μπορείς να τα απολαύσεις, αν θέλεις.

Όταν δεν έχεις ανάγκη απ' αυτά, μπορείς να αφεθείς σε μια γαλήνια περιπλάνηση. Εγώ για τέτοιες περιπτώσεις επιλέγω έργα πολλών τόμων. Όχι το έργο του Προυστ οπωσδήποτε, που δίνει τον τίτλο του σ' αυτό εδώ το κείμενο. Μπορεί να διαβάσω Κασκ ή Κνάουσγκορντ.

Μερικές φορές χαλαρώνω διαβάζοντας περιοδικά για χόμπι που δεν έχω. Περιοδικά για αναρρίχηση ή περιοδικά για περιποίηση κήπων.

Ηρεμώ με τις προσεκτικές παραινέσεις προς αυτούς που θέλουν να βάψουν ένα βάζο. Μ' αρέσουν τα περιοδικά που παίρνουν πάρα πολύ στα σοβαρά την κατασκευή ενός ραφιού. Τα βιβλία που αναλύουν τα χρώματα σε έναν πίνακα του Γκογκέν. Τα προτιμώ απ' την ψυχαναγκαστική βόλτα σε σελίδες που σου γεμίζουν τον ύπνο ασυνάρτητο κουτσομπολιό, γκρίνια και σαχλαμάρα.

Όταν νιώθεις ότι βάλτωσες, ένα σωστά διαβασμένο βιβλίο μπορεί να σε ενεργοποιήσει, να σε επαναφέρει στο θαύμα της ζωής σου. Μπορεί να σε κάνει να θες να μυρίσεις κορμούς δέντρων, να θες να κολυμπήσεις σε λίμνες, να θες να ξαπλώσεις σε γρασίδια και να ρουφάς τις ηλιαχτίδες.

Εμένα πιο πολύ μ' αρέσουν τα βιβλία που σε κάνουν να θες να διαβάσεις κι άλλα βιβλία. Όπως στον «Γαλατά» (εκδόσεις Gutenberg), όπου η ηρωίδα περπατάει και διαβάζει.

Όμως, μου αρέσουν και τα βιβλία που δείχνουν τη ζωή ως μια αλληλουχία επιλογών. Κάποια πράγματα σου τυχαίνουν, άλλα τα επιλέγεις.

Μου αρέσουν οι ιστορίες όπου ο ήρωας ξεπέφτει, χάνει τον εαυτό του και τελικά όλα καταστρέφονται. Και μου αρέσουν κι αυτές που ούτε ξεπέφτει, ούτε πετυχαίνει, αλλά ζει τη ζωή του κανονικά, με αποτέλεσμα άλλοτε να πετυχαίνει κι άλλοτε να ξεπέφτει, ενώ η ιστορία αρθρώνεται με μαστοριά ως ένα σύνολο από επιλογές και τυχαιότητες, όπως στο μυθιστόρημα «Στόουνερ» (εκδόσεις Gutenberg) ή στο «4321» (εκδόσεις Μεταίχμιο).

Όταν ξεκινάς το διάβασμα, δεν χρειάζεται να ξέρεις κάτι. Και όσοι λένε το αντίθετο, μιλούν από μια δική τους ανάγκη να παραστήσουν πως κάνουν κάτι που «δεν είναι για όλους».

Όμως, το διάβασμα είναι σαν το τρέξιμο. Χρειάζεται, για αρχή, μόνο να θέλεις να το κάνεις. Να ξέρεις να κουνάς τα πόδια σου και ν' ανασαίνεις. Δεν θα γίνουν όλοι δρομείς. Δεν χρειάζεται.

Αλλά κανείς δεν έχασε ποτέ επειδή έτρεξε ένα εικοσάλεπτο το πρωί. Και κανείς δεν συμπάθησε ποτέ αυτούς τους περίεργους στα πάρκα που σου υποδεικνύουν τη βέλτιστη διαδρομή, το βέλτιστο κολάν και τον σωστό τρόπο να βάζεις το ένα πόδι μπροστά από τ' άλλο.

Τα καλά γραμμένα βιβλία σε βάζουν στους κόσμους τους, δεν σε εξετάζουν ούτε σε αποκλείουν χωρίς λόγο. Αν είναι και καλά και δύσκολα, θα έχουν τους λόγους τους και τότε γίνονται προκλήσεις, αιτίες για να βελτιωθείς αναγνωστικά και να φτάσεις στο επίπεδο όπου μπορείς να τα απολαύσεις, αν θέλεις.

Δεν είχα στόχο να γράψω ένα εγκώμιο των βιβλίων. Τα κείμενα για τη «φιλαναγνωσία» και τον «χώρο του βιβλίου» μπορούν να ξεκάνουν και τον πιο καλόπιστο, μετρίως έξυπνο αναγνώστη.

Ήθελα να γράψω κάτι για τη ζωή με νόημα. Στο τέλος ενός καλού βιβλίου τίποτα δεν είναι το ίδιο. Κι αυτό με κάνει να σκέφτομαι ότι ίσως η απάντηση στην ερώτηση «τι έχει νόημα τελικά» να βρίσκεται στον ξανακερδισμένο χρόνο, στον χρόνο που τον κάνεις κάτι, ενώ περνά, στη σωστή εστίαση της προσοχής, σε μια σειρά από περήφανες αρνήσεις σε χίλια δυο πράγματα που διεκδικούν το ενδιαφέρον μας και μας αδειάζουν.

 Οι ώρες θα περάσουν έτσι κι αλλιώς. Όμως είναι επιλογή μας πώς θα 'μαστε στο τέλος διαφόρων μικρών διαδρομών στον χρόνο.

Πηγή: www.lifo.gr