Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Θεόδωρος Τερζόπουλος : "Γινόμαστε ακραίοι υμνώντας ή μαινόμενοι" απόσπασμα συνέντευξης στη Μυρτώ Λοβέρδου ("Το Βήμα", 20/8/2017)

..............................................................



 Θεόδωρος Τερζόπουλος :

"Γινόμαστε ακραίοι υμνώντας ή μαινόμενοι"

απόσπασμα συνέντευξης στη Μυρτώ Λοβέρδου ("Το Βήμα", 20/8/2017)






- Κύριε Τερζόπουλε, σας απασχολεί ο χρόνος;

- Ξέρετε με τα χρόνια έχει χαθεί η αμεσότητα με τον κόσμο, η απλή συνομιλία και η σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Γι' αυτό και όσο μεγαλώνουμε θέλουμε να χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας σωστά. Να είναι χρήσιμος και δημιουργικός, να αποφέρει κάτι. Κι έτσι αρχίζουμε την αφαίρεση. Κι όμως: Εδώ και πολλά χρόνια, αλλά κυρίως τώρα με την κρίση, έχουμε περάσει στη σφαίρα του ανούσιου, του ανώφελου, του μη ουσιαστικού.

- Μα, η κρίση δεν μας οδηγεί στην ουσία;

- Όχι, δημιουργεί το αντίθετο. Ένα επιφαινόμενο των κρίσεων, όλων των κρίσεων, μας κάνει να κινούμαστε στην περιφέρεια, ή και στο περιθώριο. Χάνουμε το κέντρο αυτοσυγκέντρωσης, την ουσία. Γι' αυτό και στην καθημερινότητά μας μπορούμε να εξοργιστούμε και μέσα από μικρές μορφές βίας.

- Θέλετε να γίνετε πιο συγκεκριμένος;

- Συναντάς, ας πούμε, στον δρόμο, έναν επαίτη και του δίνεις μισό ευρώ. Όταν όμως συναντήσεις στο δρόμο είκοσι επαίτες, αυτό είναι μια μορφή συσσωρευμένης βίας, η οποία σε βγάζει από την ησυχία σου, σε απορρυθμίζει και πολλές φορές σε εκνευρίζει.

- Αυτός δεν είναι ο στόχος; Να μας βγάλει από την ησυχία μας;

- Κοιτάξτε, αυτό μπορεί να είναι ένα ακραίο παράδειγμα. Ωστόσο, ακόμα και μορφές συζητήσεων, διαλόγων ή επαφών με άτομα που γνωρίζαμε και είχαμε άλλη μορφή επικοινωνίας, με την κρίση έφεραν τη βία. Ο εαυτός μας, νομίζω, έχει χάσει το κέντρο του, όλο μας το σύστημα το σωματικό και το πνευματικό χάνει το κέντρο του και κινείται στην περιφέρεια, προσπαθώντας να μας θυμίσει κάτι. Εμείς δεν θέλουμε να θυμόμαστε.

- Σε ποια βία αναφέρεστε;

- Σήμερα υπάρχει η πολιτική βία, η βία των πολλών είδήσεων, των πολιτικών, των μικρών λεπτομερειών, κι αυτό μας απορρυθμίζει, μας τρελαίνει... Λέμε "φτάνει πια". Γιατί στην κυριολεξία επαναλαμβάνεται ένα σενάριο, ένα θέμα, σε διαφορετικές εκδοχές εδώ και πολλά χρόνια. Τώρα φαντάζει γκροτέσκο. 
   Στο θέατρο, βία για μένα είναι και όταν ο θεατής μού κάνει ένα υπέρμετρο κομπλιμέντο. Το θεωρώ μια μορφή μικρής βίας. Το ίδιο όταν μού γράφουν μια ακραία θετική κριτική - είναι έμμεση βία. Τι να πει κανείς στο "Είσαι Θεός", πώς να απαντήσει;

- Αναφέρεστε σε ακραίες συμπεριφορές;

- Μα φτάνουμε στα άκρα, γιατί έχουμε χάσει το μέτρο. Είναι πιο σοφό να είσαι μέσα στην κλίμακα του μέτρου. Όταν ένας θεατής σου λέει ότι "είσαι Θεός" ή σ' το λέει με το κείμενό του ένας κριτικός, υπάρχει μια διαδικασία ταύτισης ή ενδοβολής. Σε βάζει δηλαδή σε ένα βάθρο και στέκει ο ίδιος μαζί σου. Ικανοποιεί και το εγώ του μαζί. Στην κακή κρτική ουσιαστικά σού υπενθυμίζει τη δική του εξουσία. Όλα θέμα εξουσίας είναι. Γινόμαστε ακραίοι υμνώντας ή μαινόμενοι. Η κριτική πέρασε από την Ελλάδα και δεν άγγιξε. Ζούμε μέσα σε παραμύθια, σε μυθεύματα, σε σενάρια...

Nica's dream - Wes Montgomery 1965. (youtube, 25 Φεβ 2011)

..............................................................


Nica's dream - Wes Montgomery 1965.

Δημοσιεύτηκε στις 25 Φεβ 2011
Nicas dream - Wes Montgomery 1965
 
A nice jazz standerd where the 4/4 jazz is exchanged with latin rhythms was written by master jazz pianist Horace Silver.
Wes Montgomery is accompanied by a group of young Dutch musicians, probably all still in their early twenties. Although unknown in the larger part of the world these are Pim Jacobs piano, his younger brother Ruud on bass and drummer Han Bennink who can compete with the best in the larger part of that world.

"Wes" Montgomery (1923 - 1968) Montgomery is often considered the greatest of modern Jazz guitarists.Montgomery toured with Lionel Hampton early in his career, however the combined stress of touring and being away from family brought him back home to Indianaopolis. To support his family of eight, Montgomery worked in a factory from 7:00 am to 3:00 pm, then performed in local clubs from 9:00 pm to 2:00 am.
Instead of using a guitar pick, Montgomery plucked the strings with the fleshy part of his thumb, using downstrokes for single notes and a combination of upstrokes and downstrokes for chords and octaves. This technique enabled him to get a mellow, expressive tone from his guitar. Wes had a corn on his thumb, which gave his sound that point. He would get one sound for the soft parts, and then that point by using the corn. That's why no one will ever match Wes. And his thumb was double-jointed. He could bend it all the way back to touch his wrist, which he would do just to shock people."
He didn't have a very long to live to enjoy his commercial success, he died of a heart attack at age 45 in 1968

 










Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

"Το τέλος του εναλλακτικού τουρισμού" (γ'. και τελευταίο μέρος) Του Χρήστου Α. Χωμενίδη ((Από τις «Αληθινές Ιστορίες», περιοδικό «Η Λέξη», τ.188, απρ.-ιούν. 2006)

..............................................................


·      


       Το τέλος του εναλλακτικού τουρισμού





  

Του Χρήστου Α. Χωμενίδη










   
 (Από τις «Αληθινές Ιστορίες»,  περιοδικό «Η Λέξη», τ.188, απρ.-ιούν. 2006)



(συνέχεια από το προηγούμενο)





...Δήλωνα, εν μέρει από αντίδραση, θαυμαστής του Ωραίου Κοιμωμένου και παράλληλα πίστευα – και πιστεύω – ακράδαντα πως ο Θεός, εάν υπάρχει, είναι ο μέγας φαρσέρ του σύμπαντος. Γιατί να εκπλαγώ με αυτό που μού συνέβη; Που ήρθαν έτσι τα πράγματα, ώστε να ανέβω – εκών άκων – στην σκηνή και από παρατηρητής να γίνω συμμέτοχος στον τραγέλαφο;
   Όλα ξεκίνησαν απ’ την ολέθρια έμπνευση του συμπαθούς νεαρού που υποδυόταν τον Ωραίο Κοιμωμένο να νοικιάσει στη Φλώρινα μηχανή. Και τι μηχανή, μηχανή «στριτ»! Δεν πρόφτασε ούτε δέκα χιλιόμετρα να τρέξει, ούτε μια σούζα να κάνει, ούτε με το τρακτέρ καν – που ερχόταν απ’ το αντίθετο ρεύμα του επαρχιακού δρόμου – να συγκρουστεί. Τόσο ατζαμής ήτανε ώστε μόλις το αντίκρυσε ταράχτηκε, ντελαπάρισε και κατέληξε στο νοσοκομείο με σπασμένο πόδι.
   Σύσσωμος ο θίασος συγκεντρωμένος στο προσκέφαλο του τραυματία, εκείνος να ψελλίζει διάφορα ψέμματα για να καλύψει το ρεζιλίκι της άδοξης πτώσης – «είχε λάδια η άσφαλτος, πετάχτηκε και μια γριά από ένα χωράφι…» - κι ο θιασάρχης να βλαστημάει μέσ’ απ’ τα δόντια του… «…Και βρισκόμαστε στην καλύτερη φάση της περιοδείας, γαμώ το φελέκι μου! Μες στη βδομάδα που ‘ρχεται, έχω κλείσει τέσσερις διπλές και μια τριπλή παράσταση!» «Και οι ατυχίες στη ζωή είναι…» δοκίμαζε να τον παρηγορήσει η γυναίκα του. «Σκάσε κι εσύ, μωρή! Σιγά μην σκύψω το κεφάλι στην ατυχία! Έχω ήδη προπωλήσει χίλια διακόσια εισιτήρια, έχω συνεννοηθεί εγώ με ανθρώπους! Δεν υπάρχει περίπτωση: Και στην Έδεσσα θα παίξουμε και στις Σέρρες και στο Κιλκίς!» «Χωρίς Ωραίο Κοιμωμένο;». Κοίταξε γύρω του με απόγνωση και ξαφνικά το βλέμμα του έπεσε πάνω μου και το πρόσωπό του έλαμψε. «Αυτός εδώ θα κάνει τον Ωραίο Κοιμωμένο!» αποφάσισε. «Θα αστειεύεσαι βέβαια! Εγώ δεν είμαι ηθοποιός!» «Γιατί; Σάμπως οι άλλοι είναι;».
   Δεν θα αποπειραθώ να αποσείσω τις ευθύνες μου για τα όσα ακολούθησαν. Κανέναν απολύτως λόγο δεν είχα να ενδώσω στην επιθυμία του απίθανου εκείνου ανθρώπου. Κανέναν απολύτως λόγο, εκτός… Εκτός από την τυχοδιωκτική μου δήθεν φύση, από την «έμφυτή» μου τάση να εκτίθεμαι και να «συλλέγω εμπειρίες», απ’ τη φιλοδοξία μου να επαληθεύσω μια φορά κι εγώ τον ρομαντικό μύθο που θέλει τους συγγραφείς όχι μονάχα να αφηγούνται αλλά και να βιώνουν περιπέτειες. Η διαρρήδην άρνησή μου έδωσε ταχύτατα την θέση της στην αμφιταλάντευση. Όχι ότι η ιδέα να υποδυθώ τον Ωραίο Κοιμωμένο μού φάνταζε τώρα λιγότερο εξωφρενική. Μα το εξωφρενικόν του πράγματος ήταν εκείνο ακριβώς που με κέντριζε. «…Την εποχή που αλώνιζα την επαρχία και πρωταγωνιστούσα σε μια μπουλουκτσίδικη παράσταση…» άκουγα ήδη τον εαυτό μου να κομπάζει στις αθηναϊκές παρέες, ασκώντας την πιο πατροπαράδοτη τέχνη, το να κάνεις την πορδή βροντή.
   Ο θιασάρχης, εν τω μεταξύ, με είχε στενά μαρκάρει κι αγωνιζόταν για να κάμψει τις όποιες αντιρρήσεις μου. «Κι άμα χάσω τα λόγια μου;» «Σιγά τα λόγια, δέκα ατάκες θα λες όλες κι όλες. Κι αν τις ξεχάσεις, θα αυτοσχεδιάσεις!». «Κι άμα κομπλάρω και μπλοκάρω εντελώς;». «Εσύ να κομπλάρεις; Τέτοιο θρασίμι;». «Μα πείθω για Ωραίος Κοιμωμένος;». «Γιατί δεν πείθεις; Έχεις παράστημα, αρχοντιά, ακτινοβολίά…». «Δεν αφήνεις την πλάκα;» τον έκοβα μα, κατά βάθος-βάθος-βάθος, κολακευόμουν.
«Καλώς το πριγκιπόπουλο!» μού πέταξε περιφρονητικά η Δ. «Για ποιο λόγο ξινίζεις;» της απάντησα. «Εσύ δεν είχες φαγωθεί τόσο καιρό ότι η όλη φάση είναι σκέτη παρωδία; Πηδάω κι εγώ στο σανίδι και το αλαλούμ ολοκληρώνεται!» «Ένα πράγμα σου λέω: Έτσι τυχόν και παίξεις τον Ωραίο Κοιμωμένο, θα σε χωρίσω». «Δεν δέχομαι όρους και απειλές! Χωρίζουμε από τώρα!» Βρόντηξα πίσω μου την πόρτα κι έσπευσα στον θιασάρχη, να κάνουμε πρόβα.
Η Κοπέλα των Αγρών έβαλε όλη τη μοδιστρική της τέχνη – κληρονομημένη απ’ τη μαμά της – για να φαρδύνει τα ρούχα του πριγκιπόπουλου και μολοντούτο το σαλβάρι εξακολουθούσε  να μου ‘ρχεται βία μέχρι τους αστραγάλους και το λαμέ πουκάμισο να με στενεύει. Ποιος νοιαζόταν όμως για τέτοιες λεπτομέρειες, το βροχερό εκείνο πρωινό που η μαθητιώσα νεολαία της Εδέσσης γέμιζε το μοναδικό κινηματοθέατρο κι εγώ κάπνιζα απανωτά τσιγάρα κοιτώντας πίσω απ’ τις κουίντες και αδημονώντας να σημάνει το τρίτο κουδούνι;  Με είχε κυριεύσει η ίδια ακριβώς φούρια που καταλαμβάνει μερικούς πρωτάρηδες στην είσοδο του καζίνο ή μερικούς εφήβους παλαιότερων εποχών καθ’ οδόν προς το μπουρδέλο. Η Δ. με σκούντησε περνώντας δίπλα μου και μου ‘ριξε μια θανατηφόρα ματιά κι εγώ παραδόξως – μες στην υπερδιέγερσή μου – αντί να θυμώσω, ερεθίστηκα και σεξουαλικά.
Το πρώτο ημίωρο του θεατρικού μου ντεμπούτου κύλησε υπεράνω πάσης προσδοκίας. Δεν ξέρω βέβαια πώς θα με έκρινε το κοινό, εγώ πάντως ένιωθα κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε όλο και πιο άνετα, να κυριαρχώ σχεδόν επάνω στη σκηνή, τόσο που όταν ήρθε η στιγμή να φαρμακωθώ από το δηλητηριασμένο βέλος και να ταβλιαστώ στο κρεβάτι, απογοητεύθηκα. «Μπας και διαθέτω τελικά ταλέντο και ηθοποιού;» αναρωτιόμουν, καθώς κειτόμουν ανάσκελα με κλειστά μάτια και η δράση εξελισσόταν γύρω μου. Και φανταζόμουν τον εαυτό μου να ενσαρκώνει διάφορους ρόλους, πρωταγωνιστικούς φυσικά, κλασικούς κατά προτίμησιν…
   Ο ρεμβασμός μου διακόπηκε με το βιαιότερο δυνατό τρόπο. Ο Μ.. ο δευτερότοκος ζηλόφθων, έσκυψε από πάνω μου και μού άστραψε ένα χαστούκι. Το σοκ ήταν τέτοιο ώστε μου πήρε κάμποσα δευτερόλεπτα εωσότου συνειδητοποιήσω τι ακριβώς είχε συμβεί.
   Στο μεταξύ, το έργο είχε διακοπεί και ο Βασιλιάς-θιασάρχης είχε πιαστεί στα χέρια με τον «γιό» του. «Ποιος είναι επιτέλους αυτός ο μαλάκας;» ωρυόταν ο Μ. «Με ποιο δικαίωμα παίζει; Είναι ηθοποιός; Έχει άδεια εργασίας;». «Τι σε νοιάζει εσένα, ρε γελοίε;» «Τι λόγος σού πέφτει;». «Δεν λες «ευχαριστώ» που σας ξελάσπωσα και γλιτώσατε τα μεροκάματά σας;» μπήκα κι εγώ στον καβγά, ενώ οι γυναίκες του θιάσου υποχωρούσαν προς το βάθος της σκηνής και οι υπόλοιποι δυο άντρες προσπαθούσαν να μας χωρίσουν. «Ποια μεροκάματα, άσχετε, συγγραφέα της κακιάς ώρας; Τα λεφτά μας τα δικαιούμαστε έτσι κι αλλιώς, όταν η παράσταση αναβάλλεται χωρίς δική μας ευθύνη!» ξύπνησε η συνδικαλιστική συνείδηση του Μ. «Όχι όταν αναβάλλεται για λόγους ανωτέρας βίας!» τον διόρθωσε ο θιασάρχης. «Ποιους λόγους ανωτέρας βίας; Που χτύπησε ο συνάδελφος και μπήκε στο νοσοκομείο; Για εργατικό ατύχημα πρόκειται – θα σε καταγγείλω!». «Τα αρχίδια θα μου κλάσεις!».
   Πλακώνονταν κανονικότατα στο ξύλο – οι μικροί θεατές από κάτω είχαν μείνει κάγκελο. Αίφνης ο Μ. αποφάσισε να απευθυνθεί και σε εκείνους: «Ακούστε, παιδιά μου, τι συμβαίνει και πείτε το – όπως σας το λέω – στους γονείς σας. Ο κύριος Β. από δω, θεατρικός μαφιόζος, λαδώνει, χρηματίζει, πληρώνει παράνομα τους δασκάλους σας για να σας κουβαλάνε στις εκτρωματικές του παραστάσεις! Πρόκειται για σκανδ…». Δεν πρόφτασε να τελειώσει τη φράση του – είχε προ πολλού υπερβεί τα εσκαμμένα. Ο Β. του έριξε μια τόσο δυνατή κλωτσιά στα μαλακά, που έχασε την ισορροπία του και προσγειώθηκε από τη σκηνή στην πλατεία.
   Δεν θυμάμαι πώς βρεθήκαμε – πώς μας κουβάλησαν για την ακρίβεια σηκωτούς – στο αστυνομικό τμήμα. Ένιωθα ξαφνικά φρικτά απέναντι σε όλους τους – ένα συναίσθημα ντροπής και αποξένωσης -, αφού ήμουν ο μόνος που δεν είχα τίποτα να χάσω, που δεν είχα από την αρχή ρισκάρει τίποτα, ούτε καν την αγάπη της Δ. Ένιωθα παρατηρητής, τουρίστας, αφρόψαρο στα δικά τους ταραγμένα νερά και δραπέτης παράλληλα απ’ τη δική μου προσωπική περιπέτεια… Έδωσα στον αξιωματικό υπηρεσίας μια «ήξεις-αφίξεις» κατάθεση και έφυγα άρον-άρον με ταξί για τη Θεσσαλονίκη κι από εκεί με την πρώτη πτήση για Αθήνα.
   Δεν ξανάδα από τότε κανέναν τους – ο «Ωραίος Κοιμωμένος» είχε οριστικά μάλλον ξυπνήσει.


                                 - ΤΕΛΟΣ -

                     

"Το τέλος του εναλλακτικού τουρισμού" (β' μέρος) Του Χρήστου Α. Χωμενίδη (Από τις «Αληθινές Ιστορίες», περιοδικό «Η Λέξη», τ.188, απρ.-ιούν. 2006)

............................................................

 

·       Το τέλος του εναλλακτικού τουρισμού 






Του Χρήστου Α. Χωμενίδη  












 (Από τις «Αληθινές Ιστορίες»,  περιοδικό «Η Λέξη», τ.188, απρ.-ιούν. 2006)







...Αρχές Σεπτεμβρίου, ανήμερα στα γενέθλιά της, τής έγινε μια καινούργια πρόταση. Να επωμιστεί έναν από τους κύριους ρόλους στο θεατρικό παραμύθι  Ο Ωραίος Κοιμωμένος. Όχι κοιμώμενος, κοιμωμένος! Μου το ανακοίνωσε σαν αστείο. «Για ξανασκέψου το…» προσπάθησα να την προσγειώσω. «Τι έχει δηλαδή το παιδικό θέατρο; Τα πιτσιρίκια είναι οι καλύτεροι, οι πιο αγνοί θεατές. Δεν τα ενδιαφέρουν καν οι ατέλειες του έργου, εισπράττουν ανόθευτη τη μαγεία που εκπέμπουν οι ηθοποιοί. Κι έπειτα…», έγινα μέχρις ωμότητος ρεαλιστής, «…το ζήτημα για σένα είναι να πάρεις επιτέλους το βάπτισμα του πυρός. Έχεις – πιστεύεις – σε αυτή τη φάση την πολυτέλεια να απορρίπτεις δουλειές;» «Μα πρόκειται για δουλειά του ποδαριού!». «Αργότερα θα έρθουν και οι καλύτερες!». «Άσε που θα ξεσπιτωθώ. Θα παίζουμε μονάχα δυο βδομάδες στην Αθήνα και μετά θα ξεκινήσουμε περιοδεία, τουρνέ σε όλη την Ελλάδα. Περιφερόμενος θίασος δηλαδή. Μπουλούκι!». «Θα πληρώνεσαι λοιπόν και εκτός έδρας! Τι προτιμάς; Να σαπίσεις όλο το χειμώνα απ’ τα Πατήσια στα Εξάρχεια;». «Θα σ’ αφήσω κι εσένα ελεύθερο, να κάνεις τις τσάρκες σου…» μού είπε ζηλιάρικα. «Αν θέλεις, έρχομαι μαζί σου!», ξεστόμισα την κρίσιμη φράση και ο κύβος ερρίφθη.

   Έτσι λοιπόν βρέθηκα, στα τριανταπέντε μου, να περιοδεύω στην ελληνική ύπαιθρο, όχι παρουσιάζοντας κάποιο βιβλίο μου αλλά ως αρραβωνιαστικός (έτσι με αποκαλούσαν καυστικά πίσω από την πλάτη μου) της καλής μάγισσας Καλημάτζικας!

   Δεν ξέρω ειλικρινά αν περισσότερο ευτράπελα ήταν όσα διαδραματίζονταν κατά τη διάρκεια των παραστάσεων ή ανάμεσά τους. Ο θεατρικός επιχειρηματίας και θιασάρχης ήταν ένας ανεκδιήγητος γεροντογκόμενος, ο οποίος είχε πρωταγωνιστήσει επί χούντας σε ένα σίριαλ στην ΥΕΝΕΔ κι έκτοτε η καριέρα του είχε πάρει την κατιούσα. Είχε δουλέψει σε επιθεωρήσεις, σε αναψυκτήρια, για ένα φεγγάρι το ‘χε γυρίσει στο τραγούδι και είχε καμαρώσει το όνομά του να αναβοσβήνει σε αρκετές μαρκίζες σκυλάδικων της εθνικής οδού, είχε διατελέσει – λέγανε οι κακές γλώσσες – και συνοδός ακόμα πλούσιων κυριών ή και κυρίων… Όλα τα παραπάνω ώσπου να ανακαλύψει την φάμπρικα που ονομάζεται παιδικό θέατρο: Μισή ντουζίνα ηθοποιοί (που το κυριότερο προσόν τους ήταν ότι αρκούνταν στο βασικό μισθό), ένας εξοπλισμός της κακιάς ώρας – αποτελούμενος από ζωγραφισμένα πάνω σε υφάσματα τοπία, σαραβαλιασμένα έπιπλα «εποχής» κι αποκριάτικες ενδυμασίες – κι ένα ταλαίπωρο πουλμανάκι, μέσα στο οποίο στιβάζονταν καλλιτέχνες και αντικείμενα και ξεκινούσαν το μεγάλο τους ταξίδι.

   Στην Ελλάδα του εικοστού πρώτου αιώνα – όπου η τηλεόραση φτάνει ως τον πιο απομακρυσμένο οικισμό και μπουχτίζει τους ανθρώπους με θέαμα κιτς πλην φαντασμαγορικό – δικαίως κανείς θα απορούσε πώς θα ‘ταν δυνατόν μια τόσο μίζερη παράσταση να έχει την παραμικρή απήχηση. Κι όμως, όπου κι αν έπαιζαν, οι αίθουσες ήταν ασφυκτικά γεμάτες – καρφίτσα δεν έπεφτε! Η εξήγηση δεν είχε τίποτα να κάνει με την αμεσότητα της θεατρικής τέχνης είτε με τις φιλότιμες προσπάθειες των συντελεστών. Μοναδικός υπεύθυνος για τους αλλεπάλληλους θριάμβους ήταν ο ίδιος ο θιασάρχης, ο οποίος είχε καταφέρει – ένας θεός ξέρει με πόση μεθοδικότητα και μαλαγανιά – να φτιάξει ένα πανελλαδικό δίκτυο «ιδιαίτερων» σχέσεων μ’ εκείνους που του εξασφάλιζαν το κοινό του. Εξηγούμαι: Στην ογκωδέστατη ατζέντα του – που την φυλούσε ως κόρην οφθαλμού – υπήρχαν εκατοντάδες ονόματα δασκάλων, με τους οποίους επικοινωνούσε εκ των προτέρων και συμφωνούσε να του κουβαλήσουν σύσσωμες τις τάξεις τους στο θέατρο, με αντάλλαγμα ένα ποσοστό από τις εισπράξεις! Η διαφήμιση συνεπώς που έκανε – οι αφίσς που τοιχοκολλούσε στις πλατείες των πόλεων και τα σποτ που πλήρωνε για να μεταδοθούν από τους τοπικούς ραδιοσταθμούς – ήταν εντελώς για τα μάτια του κόσμου.  Ο θιασάρχης μας το είχε σίγουρο ότι, βρέξει-χιονίσει, κοπάδια από μαθητές του δημοτικού – ενίοτε και γυμνασιόπαιδες – θα περνούσαν μπροστά από το ταμείο του. Και μόλις έσβηναν τα φώτα για να ξεκινήσει η παράσταση, η σύζυγός του – πρώην μπαλαρίνα επίσης των επιθεωρήσεων, που κρατούσε το ρόλο της άσπλαχνης Μητριάς – θα πλησίαζε με τρόπο τους καλούς ποιμένες και θα τους πάσαρε τον φάκελο με το δωράκι τους…

   Μού τα εξομολογήθηκε ένα βράδυ, που έτυχε να τα πίνουμε οι δυο μας σε ένα τσιπουράδικο στον Βόλο. «Γιατί σοκάρεσαι, ρε παλικάρι;» με ρώτησε, αντικρίζοντάς με άναυδο. «Έτσι δεν λειτουργεί το σύστημα σε όλα τα επίπεδα; Στο κάτω-κάτω εγώ ούτε ναρκωτικά εμπορεύομαι ούτε αλλοιωμένα τρόφιμα. Λίγη αναψυχή προσφέρω στους πιτσιρικάδες που κόβουν φλέβες μες στις τάξεις και μια μικρή ενίσχυση στους δόλιους τους εκπαιδευτικούς – ξέρεις ποιος είναι σήμερα ο μισθός του δασκάλου; τρεις κι εξήντα!». «Μια χαρά κάνεις!» τον δικαίωσα και του τσούγκρισα το ποτήρι. «Ο καθένας τη βγάζει όπως μπορεί…» «Το ζήτημα είναι να τη βγάζεις καθαρή…». Απ’ τις αμπελοφιλοσοφίες που ανταλλάσσαμε, προέκυπτε σαφώς πως είχαμε αρχίσει να μεθάμε. «Μονάχα σε θερμοπαρακαλώ – μην τα κουβεντιάσεις αυτά με την Δ.». «Τα κρατάς κρυφά από τους ηθοποιούς σου;». «Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον… Απλώς υπάρχουν πράγματα που λέγονται αλλά δεν γίνονται και πράγματα που γίνονται αλλά δεν λέγονται…».

   Από τον Βόλο πήγαμε στη Λάρισα, από εκεί στα Τρίκαλα και ύστερα ανηφορίσαμε για Ήπειρο. Θα διατρέχαμε έπειτα τη Μακεδονία από τα δυτικά προς τα ανατολικά, θα φτάναμε στη Θράκη (μέχρι και στα πομακοχώρια ήταν στο πρόγραμμα να παίξουμε), κατόπιν δε, θα μπαίναμε στο πλοίο και θα επισκεφτόμασταν τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου, Θάσο, Σαμοθράκη, Χίο, Μυτιλήνη… Μιλάω σε πρώτο πληθυντικό, διότι ενώ η αρχική μου πρόθεση ήταν να συμπαρασταθώ στην Δ. ώσπου να πάρει το κολάι, η ιδιόρρυθμη όσο και διδακτική εκείνη περιήγηση με είχε τόσο γοητεύσει, ώστε είχα αποφασίσει να τους ακολουθήσω μέχρι τον τελευταίο τους σταθμό. Τι καλύτερο δηλαδή θα ‘κανα στην Αθήνα; Θα έπινα καφέδες και τζιν τόνικ στην οδό Σκουφά ή θα παρακολουθούσα τα πολιτιστικά δρώμενα;

   «Εσένα μια χαρά σού ‘κατσε – πού να τον φανταζόσουν τέτοιον εναλλακτικό τουρισμό; Αλί σ’ εμάς, που κάνουμε τα μεροκάματα του τρόμου!» μού επιτέθηκε μελοδραματικά ένα απόγευμα η Δ. «Ποιανού τρόμου, μωρό μου; Δυο ώρες την ημέρα δουλεύετε – άντε τέσσερις όταν έχει διπλή παράσταση…». «Και τι νομίζεις, ότι τέλειωσα με άριστα τη σχολή για να υποδύομαι την Καλημάτζικα; Για να συμμετέχω σ’ αυτό το έκτρωμα; Μια και έχεις τόσο κολλητέψει με το αφεντικό και γίνεστε παρέα κάθε βράδυ λιάρδα, συμβούλεψέ τον να αλλάξει τουλάχιστον έργο – όποτε πατάω στη σκηνή με πιάνει ναυτία!»

   «Γράψε μου εσύ ένα παιδικό κι εγώ στο ανεβάζω αβλεπί!» μού έταξε ο θιασάρχης μόλις του διαβίβασα το αίτημα της αγαπημένης μου, αποσιωπώντας βέβαια τις γκρίνιες της. «Μα γιατί Ο Ωραίος Κοιμωμένος; Γιατί να το διασκευάσεις το παραμύθι;» «Για λόγους, αγορίνα μου, καθαρά πρακτικούς. Η θεατρική μεταφορά της Ωραίας Κοιμωμένης στα ελληνικά έχει γίνει πριν από καμιά τριανταριά χρόνια από έναν συνάδελφό σου, συγγραφέα, ο οποίος και κατοχύρωσε την πνευματική του ιδιοκτησία. Απ’ το να του πληρώνω λοιπόν δικαιώματα, προτίμησα να αλλάξω απλώς το φύλο της ηρωίδας – το προσάρμοσα, έτσι και στο πνεύμα των καιρών μας, όπου οι γυναίκες κυνηγάνε και οι άντρες παριστάνουν τις μωρές παρθένες! Σωστός;».

   Δεν θυμόμουν παρά αμυδρά το κλασικό παραμύθι, παρακολουθώντας ωστόσο την παράσταση, ήμουν βέβαιος ότι ο καινούργιος φίλος – ή μάλλον συμπότης – μου είχε επέμβει πολύ δραστικότερα από όσο ισχυριζόταν. Κατ’ αρχήν η δράση ξετυλιγόταν στη μαγεμένη Ανατολή, ώστε να αξιοποιούνται τα μεγάλα τελάρα που ‘χαν ζωγραφισμένους πάνω τους μιναρέδες και ιπτάμενα χαλιά και τα ‘στηναν στο βάθος της σκηνής ως φόντο. Ο Ωραίος Κοιμωμένος ήταν ένα πριγκιπόπουλο με σαλβάρι, σαρίκι και λαμέ πουκάμισο, πρωτότοκος γιος του Βασιλιά, τον οποίον υποδυόταν ο ίδιος ο θιασάρχης. Στην αρχή του έργου, ο Δευτερότοκος ζηλόφθων γιος συνωμοτεί με την άσπλαχνη Μητριά με σκοπό την εξόντωση του νόμιμου διαδόχου του θρόνου. Δηλητηριάζουν τα βέλη με τα οποία το πριγκιπόπουλο συνηθίζει να κυνηγάει πέρδικες και φασιανούς, όχι για να τα φάει ο ίδιος, μα για να τα μοιράσει στους φτωχούς. Το πριγκιπόπουλο τσιμπιέται, φαρμακώνεται αλλά δεν πεθαίνει. Γίνεται ο Ωραίος Κοιμωμένος. Ο Βασιλιάς πέφτει σε μαύρη απελπισία, ώσπου η καλή μάγισσα Καλημάτζικα να τον διαβεβαιώσει ότι υπάρχει ελπίδα, ότι το πριγκιπόπουλο θα ξανάρθει στα συγκαλά του, αρκεί να βρεθεί ο κατάλληλος αφυπνιστής. Ο Βασιλιάς βγάζει φιρμάνι πως όποιος καταφέρει να ξυπνήσει το παιδί του, θα αμειφθεί με το βάρος του σε χρυσάφι. Ξεκινάει έτσι μια σωστή παρέλαση μες στη πριγκιπική κρεβατοκάμαρα. (Οι ηθοποιοί άλλαζαν ρούχα και ρόλους).  Εμφανίζεται ένας μάγος που ψέλνει ξόρκια, τον διαδέχεται ένας κομπογιαννίτης δόκτωρ που κάνει διάφορα γιατρικά, ένας τραγουδιστής που ξελαρυγγιάζεται κρούοντας ταυτόχρονα το μαντολίνο του και μια γυναίκα εξώλης και προώλης, η οποία χορεύει μπροστά στον κοιμισμένο το χορό της κοιλιάς. (Το τελευταίο επεισόδιο κόπηκε μετά την Άρτα εξαιτίας του σκανδαλισμού κάποιων γονέων.) Οι προσπάθειες αφύπνισης δεν φέρνουν προφανώς κανένα αποτέλεσμα, ο Βασιλιάς αρρωσταίνει από τον καημό του, η άσπλαχνη Μητριά και ο ζηλόφθων Δευτερότοκος τρίβουν τα χέρια τους και τότε μόνον εμφανίζεται ως από μηχανής θεά μια αγνή χωριατοπούλα, μια Κοπέλα των Αγρών (την έπαιζε η Ρ., γνωστή της Δ. από την Αθήνα και κρυφή ερωμένη του θιασάρχη), η οποία δίνει στον Ωραίο Κοιμωμένο το φιλί της ζωής, τον συνεφέρνει και τον παντρεύεται. Το φινάλε είναι φυσικά θριαμβευτικό και συμφιλιωτικό, όλοι λικνίζονται αγκαλιασμένοι στον ρυθμό της σάμπας και πετάνε στους μικρούς θεατές καραμέλες και μπαλόνια…

    «Εμένα δεν μού φαίνεται και τόσο χάλια… Έχει το γούστο του…» τόλμησα να παρατηρήσω στην Δ. «Εσύ το αντιμετωπίζεις σαν πλάκα – σαν παρωδία!». «Ενώ στις παραστάσεις, που με κουβαλούσες στην Αθήνα και τις έπαιρνα στα σοβαρά, τι κατάλαβα; Στις περισσότερες σκυλοβαρέθηκα…» την κούρντισα επίτηδες. «Αφού είσαι αθεάτριστος! Άσχετος! Ποπ και λαϊκιστής! Δίκιο έχουν οι κριτικοί που σε βρίζουν!». Στην τελευταία της κουβέντα διέκρινα πεντακάθαρα τον δάκτυλο του Μ., του ηθοποιού που έπαιζε τον Δευτερότοκο: Ενός χολερικού τυπάκου, ο οποίος περνιόταν για βαθιά μορφωμένος και ταλαντούχος, που η πρωτοποριακή ακριβώς ιδιοσυγκρασία είχε σταθεί εμπόδιο στην καριέρα του. Συμμετείχε στην περιοδεία ζώντας ασκητικότατα – στα εστιατόρια που καθόμασταν, παράγγελνε μονάχα σκέτα μακαρόνια -, αποταμίευε για να χρηματοδοτήσει μια ταινία μικρού μήκους, το σενάριο της οποίας επεξεργαζόταν αενάως κατά τις ελεύθερες ώρες του. Ποθούσε επιπλέον φανερά τη Δ. και ενοχλούνταν απ’ την παρουσία μου. Αποφάσισα να μην χοντρύνω την κόντρα. «Εγώ πάντως αμφιβάλλω αν θα έγραφα καλύτερο παιδικό από τον Ωραίο Κοιμωμένο…» είπα σχεδόν απολογητικά. «Αν συνεχίσεις να μπεκροπίνεις και να σχλαμαρίζεις, όσο το τελευταίο διάστημα, και τα μυθιστορήματά σου σαν τον Ωραίο Κοιμωμένο θα καταντήσουν!» με κάρφωσε η Δ. και, για να υπογραμμίσει την απαρέσκειά της, μού απαγόρευσε να την αγγίζω ερωτικά για το επόμενο διήμερο. Μπας και το φλερτ του Μ. είχε αρχίσει να αποδίδει καρπούς;...

(συνέχεια)