Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

"Ο θάνατος του γέλιου" - Από την ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ (http://www.lifo.gr, 2/8/2017)

..............................................................





                  Ο θάνατος του γέλιου







Από την ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ 

 http://www.lifo.gr, 2/8/2017

Όλα είναι διπλά στην «Άλκηστη». Όλα έχουν δύο όψεις. Η μία συμπληρώνει και ταυτόχρονα αναιρεί την άλλη.

Η ίδια η ηρωίδα παρουσιάζεται ταυτόχρονα ζωντανή και νεκρή: «και ζει ακόμη η δύστυχη, και είναι πεθαμένη» απαντά η Τροφός στο αγωνιώδες ερωτήμα του Χορού. «Τα μάτια μου θολώνουν» λέει η Άλκηστη, στη σκηνή του αποχαιρετισμού, και στη συνέχεια την ακούμε να εξηγεί, με απόλυτη ψυχραιμία και αξιοζήλευτη λογική, όλους τους λόγους για τους οποίους επέλεξε να πεθάνει στη θέση του συζύγου της, ενώ δεν αμελεί να ζητήσει ανταλλάγματα για τη θυσία της.

Κανένας και τίποτε δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται στο ευριπίδειο κείμενο. Όλες οι προσδοκίες ανατρέπονται. Ένας σύζυγος υπόσχεται να τιμά τη μνήμη της νεκρής συντρόφου του, να μην ξαναγγίξει άλλη γυναίκα, και αμέσως μετά την κηδεία δέχεται μια μυστηριώδη άγνωστη στο σπίτι του, αυτή που του «χαρίζει» ο Ηρακλής. Η Άλκηστη, πεθαίνει παρακινούμενη από αισθήματα γνήσιας αφοσίωσης στον σύζυγό της · ο ηρωισμός της ανταμείβεται με ένα κακόγουστο παζάρι μεταξύ δύο ανδρών: «θα την πάρεις ή δε θα την πάρεις;», «δεν μπορώ να την πάρω, εντάξει θα την πάρω». Η γυναίκα που γνωρίσαμε στην αρχή του έργου, σίγουρη και αποφασισμένη, γεμάτη αγάπη για τα παιδιά και τον άνδρα της, επιστρέφει ως φάντασμα, ένα είδωλο του εαυτού της, τυλιγμένο με πέπλα που κρύβουν το πρόσωπό της. Είναι η ίδια; Γυρίζοντας από τους νεκρούς φέρει κάτι από την αύρα τους: βρίσκεται και πάλι ανάμεσα σε δύο κόσμους. Μένει σιωπηλή, ένα μυστήριο: δεν μαθαίνουμε ποτέ τι περνάει από το μυαλό της, ενώ παρακολουθεί τον Άδμητο, τον άνδρα για τον οποίο κατέβηκε στον Άδη, να την προδίδει τόσο εύκολα. «Η Άλκηστη έχει και δεν έχει ξανάρθει, η ωραία άγνωστη είναι και δεν είναι η Άλκηστη. Η αμφισημία συνιστά τη θεμελιακή αρχή του έργου» γράφει ο Γιαν Κοτ.

Αυτή η ακροβασία, αυτή η «ανάμνηση» της χαμένης τραγωδίας, που δεν μπορεί να βρει τον ατόφιο εαυτό της και γελά για να ξεχαστεί, για να κρύψει την οδύνη της, αυτή η πολυπλοκότητα απουσιάζει από την παράσταση: τα πράγματα ζωγραφίζονται είτε άσπρα είτε μαύρα, ποτέ και τα δύο ταυτόχρονα.

Ο θάνατος ακολουθείται από ανάσταση αλλά το θαύμα δεν φέρνει καμία χαρά. Η γενναία ηρωίδα μετατρέπεται σε βωβό «δώρο» που αλλάζει χέρια σα να μην έχει δική της βούληση. Η τραγικότητα της θυσίας αναιρείται. Ο θρήνος δίνει εν ριπή οφθαλμού τη θέση του στο ξεφάντωμα. Ο Απόλλων αποχωρεί και τον αντικαθιστά ο μεθύστακας Ηρακλής.

Όλα ξεπέφτουν, όλα εκπίπτουν. Το οικείο γίνεται ανοίκειο. Ο άνθρωπος που παντρεύτηκες είναι ένας άλλος, ένας άγνωστος. Ποτέ δεν τον γνώρισες πραγματικά. Κλείνεις για ένα λεπτό τα μάτια, κι όταν τ' ανοίξεις ο κόσμος σε κοροϊδεύει. Δεν μπορείς από πουθενά να κρατηθείς, τόσο ολισθηρό νιώθεις το έδαφος. Ακόμη και η τραγωδία γλιστράει και σπάει το όμορφο πρόσωπό της: γίνεται γκροτέσκα κωμωδία, γίνεται φάρσα εφιαλτική, γίνεται κάτι τρομερά πολύπλοκο. «Αν αυτό το έργο είναι τραγωδία, τότε είναι μια τραγωδία που κατατρώει τον εαυτό της» λέει ο Κοτ στην εξαιρετική Θεοφαγία του. «Υπάρχουν μόνο δύο πιθανότητες: να δούμε την Άλκηστη είτε σαν αποτυχημένη τραγωδία και σαν μια μεγάλη παρανόηση, είτε σαν έργο που χαρακτηρίζεται από έναν άγνωστο στην αρχαία τραγωδία βαθμό δηλητηρίου και πονηριάς». Στην παράσταση δεν επιτρέπεται να αναδυθεί ο συναισθηματικός κόσμος της ετοιμοθάνατης (Κίττυ Παϊταζόγλου): τη βλέπουμε χαμένη, σχεδόν ανέκφραστη. Δεν υπάρχει καμία μεταβολή στην πορεία της, είναι μια αμέτοχη, άψυχη κούκλα. Στην παράσταση δεν επιτρέπεται να αναδυθεί ο συναισθηματικός κόσμος της ετοιμοθάνατης (Κίττυ Παϊταζόγλου): τη βλέπουμε χαμένη, σχεδόν ανέκφραστη. Δεν υπάρχει καμία μεταβολή στην πορεία της, είναι μια αμέτοχη, άψυχη κούκλα.

Αν η αμφισημία βρίσκεται στην καρδιά του έργου, τότε η Κατερίνα Ευαγγελάτου φρόντισε για τα καλά να την εξοβελίσει από την παράσταση, να την εξοντώσει προς χάριν εντυπωσιασμού. Το δηλητήριο, για το οποίο μιλά ο Κοτ, χρειάζεται χρόνο για να δράσει. Είναι ύπουλο, δε φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού. Εδώ όλα κραυγάζουν: κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο Άδμητος ξεγυμνώνεται με το που πατάει το πόδι του στη σκηνή: ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, ασύλληπτα υπερβολικός στις χειρονομίες του, στον τρόπο που τεμαχίζει τον λόγο, στην «έξαλλη» παρουσία του, θέλει να μας δείξει τη γελοιότητα του ήρωα. Πράγματι, ο Άδμητος είναι γελοίος και δειλός: ποιος άνδρας θα επέτρεπε στη γυναίκα του να πεθάνει, ενώ εκείνος συνεχίζει να απολαμβάνει τη ζωή; Η σκηνοθέτις, όμως, δεν μας επιτρέπει να το ανακαλύψουμε μόνοι μας ακολουθώντας μια πορεία, την πορεία της παράστασης: φροντίζει να μας το κάνει «νιανιά» από την πρώτη στιγμή. Μας στερεί το δικαίωμα διεξαγωγής συμπερασμάτων. Έχει ήδη αποφασίσει εκείνη για εμάς και πρέπει να βροντοφωνάξει την απόφασή της, μήπως και δεν την καταλάβουμε: ο Άδμητος όχι μόνο είναι ο «κακός» του έργου αλλά είναι και δικτάτορας, σε περίπτωση που αμφιβάλλατε για το ποιόν του. Δεν διαφέρει πολύ από το να του κρεμούσε μια ταμπέλα στον λαιμό.
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι αυτό είναι σκηνοθετική «άποψη», «ερμηνεία» του ρόλου. Τι νόημα όμως έχει η άποψη, όταν καταστρατηγεί το βασικότερο συστατικό της θεατρικής εμπειρίας: το ταξίδι της ανακάλυψης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ευριπίδης τοποθετεί την αντιπαράθεση του Άδμητου με τον Φέρητα σε προχωρημένο σημείο της δράσης: εκεί ξεμπροστιάζεται ολοκληρωτικά ο ήρωας, όταν ο ίδιος ο πατέρας του τον αποκαλεί άνανδρο και τον ειρωνεύεται. Στην παράσταση, όμως, η σκηνή αυτή δεν έχει τίποτε καινούργιο να μας πει: το έχουμε πάρει το «μήνυμα» εδώ και ώρα. Για την ακρίβεια, έχουμε ήδη στουμπώσει. Το ξανακούμε απλώς με τη βοήθεια του Γιάννη Φέρτη. 




Η Άλκηστη διαγράφεται κι αυτή, περισσότερο από τον Άδμητο, μονοσήμαντα. Ακόμη και ο ανατρεπτικός, ακραίος Ευριπίδης στέκεται με συμπόνια στη σκηνή του χωρισμού, όταν η ηρωίδα αποχαιρετά το φως, το σπίτι, το νυφικό κρεβάτι, και προπαντός τα παιδιά της. Στην παράσταση, όμως, δεν επιτρέπεται να αναδυθεί ο συναισθηματικός κόσμος της ετοιμοθάνατης (Κίττυ Παϊταζόγλου): τη βλέπουμε χαμένη, σχεδόν ανέκφραστη. Δεν υπάρχει καμία μεταβολή στην πορεία της, είναι μια αμέτοχη, άψυχη κούκλα. Από την αρχή ως το τέλος.

Δεν είναι το γέλιο που συχνά προκαλεί η παράσταση το πρόβλημα · αυτό είναι θεμιτό. Αλλού βρίσκεται το επίμαχο σημείο: «... στην Άλκηστη αυτή η κωμική κατάσταση ενέχει κάτι τρομακτικό. Είναι ακριβώς η στιγμή που πεθαίνει το γέλιο» γράφει ο Κοτ. Μπορεί ο Ευριπίδης να τσαλακώνει εκκωφαντικά την έννοια της τραγωδίας, μας καλεί όμως να αναρωτηθούμε τι αναδύεται από το τσαλάκωμα αυτό. Όταν κηδεύεται ο νεκρός δεν σημαίνει ότι ξεχνιέται. Δεν σημαίνει ότι η ανάμνησή του δεν ποτίζει τα πάντα. Αυτή η ακροβασία, αυτή η «ανάμνηση» της χαμένης τραγωδίας, που δεν μπορεί να βρει τον ατόφιο εαυτό της και γελά για να ξεχαστεί, για να κρύψει την οδύνη της, αυτή η πολυπλοκότητα απουσιάζει από την παράσταση: τα πράγματα ζωγραφίζονται είτε άσπρα είτε μαύρα, ποτέ και τα δύο ταυτόχρονα.

 Έτσι, ακόμη και όταν η χοντροκομμένη φάρσα με τα υστερικά καρτούν και εσάνς από τσίρκο εγκαταλείπεται ξαφνικά, είναι πια αργά. Προς στιγμήν, ωσάν θαύμα, η παράσταση δίνει χώρο στον Άδμητο να αναπνεύσει: σε μια συγκλονιστική σκηνή, όπου θρηνεί κρεμασμένος στο χείλος του τάφου, ενώ τα μέλη του Χορού βουτάνε με μανία πάνω στις πλαγιές του μικρού χωμάτινου λόφου, σαν skaters που ερωτοτροπούν παθιασμένα με τον ίλιγγο υπό τους ήχους δυνατής μουσικής. Πραγματικά, καταπληκτική σύλληψη. Για πρώτη φορά τα πράγματα σταματούν να είναι μονοδιάστατα: η ζωή κι ο θάνατος ανταμώνουν σε μια ολοζώντανη θεατρική μεταφορά. Ο Άδμητος εκτονώνει την οδύνη του με μια άγρια σωματικότητα (πολύ καλός εδώ ο ηθοποιός) και καταλήγει, αποκαμωμένος να αγκαλιάζει το κυπαρίσσι που φυτεύεται στην κορυφή του λόφου. Τι κρίμα, που λίγο αργότερα επιστρέφουμε στο business as usual (ή μήπως στο farce as usual;). Μπήκαμε φευγαλέα σε ένα σύμπαν ποιητικό και ταραχώδες: Τι να το κάνουμε, όμως, όταν μας έχουν ήδη πετάξει από το πλοίο κι έχουμε υποστεί τέτοια ψυχρολουσία; Δεν μπορεί να στριμώχνεται ο θεατής σε έναν κόσμο φάρσας και μετά, για παρηγοριά, να του μοιράζονται λίγα «ψίχουλα» τραγωδίας...

Το κλείσιμο διεκπεραιώνεται στο ίδιο, γνώριμο νευρωτικό μοτίβο, μια απόλυτη παρωδία που σιδερώνει εκ νέου την αμφισημία, τον γρίφο που μας καλεί ο Ευριπίδης να αναλογιστούμε. Πόσο αινιγματικό μπορεί να είναι ένα «σακί» με πατάτες; Αυτό το εύρημα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, μέχρι εξαντλήσεως. Και δυστυχώς, έτσι φαίνεται πως θα τη θυμόμαστε τη δύσμοιρη την Άλκηστη αυτής της παράστασης.

Το λιτό, γοητευτικό σκηνικό της Εύας Μανιδάκη (τόσο οργανικά ενταγμένο στο χώρο, θα έλεγε κανείς πως ήταν από πάντα εκεί), καθώς και η υποβλητική μουσική του Γιώργου Πούλιου συγκαταλέγονται, τέλος, στα θετικά στοιχεία του εγχειρήματος.



 


Πηγή: www.lifo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: