Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

"Ο Brecht κι ο ελληνικός εμφύλιος" έγραψε η Ελένη Καρασαββίδου (tvxs.gr, 26/6/2017)


..............................................................


Ο Brecht κι ο ελληνικός εμφύλιος








έγραψε η Ελένη Καρασαββίδου (tvxs.gr, 26/6/2017)


Η Ελλάδα, την δεκαετία του 50, υποδεχόταν ράθυμη ηλιόλουστες ταινίες στο σινεμά και τραγωδίες στα ξερονήσια. Και διαπραγματευόταν την επανεφεύρεση του συλλογικού της εαυτού, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στον φόβο ενός σπαρακτικού εμφυλίου που μόλις τελείωνε και στην ανάγκη μιας νέας εποχής που ερχόταν κρατώντας στα χέρια μια θνησιγενή κι ερατεινή ελπίδα. Η ελληνική πολιτική σκηνή, μέσα σε μια οικονομία που κάλπαζε παγκόσμια, έφτιαχνε μέσω του (πολύτιμου κατά τα άλλα) σχεδίου Μάρσαλ βιομήχανους αλλά όχι βιομηχανία.
Και η ελληνική αριστερά, κυνηγημένη κι άρα ανίκανη να δει ‘φλεγμονές’ που ’χαν κακοφορμίσει στο εσωτερικό της, ετοιμαζόταν την ίδια ώρα να σηκώσει με γενναίο, (εκείνη την εποχή), ανάστημα που ξεπερνούσε τις αδυναμίες της, την πρόκληση ενός παγκόσμιου  κινήματος Ειρήνης που θα δημιουργούσε αδικοχαμένα θύματα όπως τον Νικηφορίδη και τον Λαμπράκη. Λίγα χρόνια πριν, στην Ελεύθερη Ελλάδα της Κατοχής (Κατοχή κι Ελευθερία… σ' αυτόν τον τόπο είμαστε οι αντιφάσεις μας..) η συλλογικότητα αυτή θα σηκώσει κεφάλι έχοντας ως ομπρέλα ένα συλλογικό όνειρο. Θα είναι η τελευταία ίσως τόσο ομαδική αναλαμπή σε αυτόν τον τόπο αφού θα νικήσουν τον πόλεμο μα θα τους νικήσει η ειρήνη.
Σε αυτήν την πολιτική συγκυρία στην οποία επιβραβεύεται (από τότε) η διαπλοκή ενώ κυνηγιέται ο αγώνας και γραφικοποιείται η αφελής έστω ιδεολογία (κλείνοντας έτσι το μάτι στην δόμηση ενός κυνικού κοινωνικού υποκειμένου), εισάγεται ο Μπρεχτ (ο μέγας μύστης και σκαπανέας της πολιτικής ετερότητας) σε μια κλειστοφοβική Ελλάδα: «Όταν έμπαινε σε ξένο σπίτι, ο κύριος Κ. έκανε μόνο ένα: εντόπιζε τις εξόδους του σπιτιού, πριν πέσει για ύπνο. Και όταν του έγινε η σχετική ερώτηση, απάντησε αμήχανα: «Πρόκειται για παλιά και ελεεινή συνήθεια. Απλώς είμαι υπέρμαχος του δικαίου, και γι’ αυτό καλό είναι να μην έχει μόνο μία έξοδο το σπίτι μου». Όπως έγραψε ο ίδιος στις Ιστορίες του κ. Κούνερ. (σε μετάφραση: Ι. Παπάζογλου). Ο Μπρεχτ υπενθύμιζε σε τρομοκρατημένους και τρομοκράτες πως μπορείς ή μάλλον πως επιβάλλεται, πάντα να ψάχνεις για μια έξοδο κινδύνου. Και (ακόμη δυσκολότερο) υπενθύμιζε στους οπαδούς όλων των στρατών μιλώντας στον Γαλιλαίο για την, εύθραυστη όπως αποδεικνύεται μα σπαρακτικά αναγκαία, δυνατότητα εξόδου: «Στρατηγέ… ο άνθρωπος ξέρει και να κουβαλάει ξέρει και να πυροβολάει… έχει όμως ένα ελάττωμα: Ξέρει να σκέφτεται».
Ιντερμέδιο ή Χαρώνειες κλίμακες

Η πρώτη φορά που το όνομα του Μπρεχτ αναφέρθηκε στον ελληνικό τύπο και στις θεατρικές στήλες ήταν στις 2 Απρίλη του 1955. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον πως είναι η εφημερίδα του συντηρητικού κέντρου «Το Βήμα» που τον συστήνει σε μια απόπειρα θα ’λεγε τραβηγμένα κανείς να ελεγχθεί ο αντίκτυπος του ολοένα κι αυξανόμενου θρύλου του. Ο τίτλος είναι ‘Νέες Προσεγγίσεις στο Θέατρο: το Επικό ενάντια στο κλασσικό’. Ο ανώνυμος συγγραφέας συμπεραίνει πως η δραματουργική προσέγγιση του Μπρεχτ στην σκηνή πρέπει να είναι ρεαλιστική αλλά όχι εντελώς σχηματική, όπως αναφέρει, αφού δεν πρέπει να συγχέεται με τον Σοβιετικό Ρεαλισμό, κι αυτό εξηγεί το γιατί «παρά τις ιδεολογικές του επιλογές, δεν έγινε ποτέ μέλος του Κόμματος, ούτε εγκατέλειψε την Αυστριακή του υπηκοότητα.’ Η 2η περίεργη αναφορά είχε να κάνει με την ευρέως διαδεδομένη εκείνη την εποχή εικόνα περί του άπατρη κομμουνιστή που  θα πρόδιδε σε πρώτη ευκαιρία την Ελλάδα.
Στα απόνερα της σεισμικής σε επίδραση συμμετοχής του Berliner’s Ensemble στο 2ο Φεστιβάλ Δραματικής του Παρισιού, τον Ιούνιο του 55, που εκτίναξε την φήμη του Επικού Θεάτρου παγκόσμια, μια άλλη συντηρητική εφημερίδα, η Καθημερινή, δημοσίευσε ένα 2ο άρθρο που τιτλοφορείται ‘ο Πειρασμός του Καλού’, τίτλος λες από μελλοντικό βιβλίο του Τσβετάν Τοντόροβ. Σε αυτό η συγγραφέας, η Κωστούλα Μητροπούλου, συνάγει το συμπέρασμα ότι παρόλες τις θεωρητικές  προσεγγίσεις του Μπρεχτ περί αποστασιοποίησης, οι ήρωες του πάνω στην σκηνή μας ενεργοποιούν συναισθηματικά, μας ‘συγκινούν’, οπότε δεν υπάρχει τίποτε δυνατότερο, συμπεραίνει, ‘από τον πειρασμό του καλού’. Παρόλες τις διαφοροποιήσεις που οι ιδεεολογίες και οι θρησκείες προκαλούν, γράφει, υπάρχουν μερικοί που τολμούν να πάρουν το δύσαβατο μονοπάτι της καλοσύνης…
Η Μητροπούλου, που δεν έχει άδικο σε ό,τι γενικό γράφει, έχει άδικο στο ειδικό, μεταφέροντας ή μάλλον μεταφράζοντας, έναν θεατρικό πολιτικό όρο, την Μπρεχτική αποστασιοποίηση, στο πεδίο της ηθικής ή ίσως της ηθικολογίας. Γεγονός που θα μπορούσε να καταδείξει, από εκείνη την εποχή, την ανάγκη δημιουργίας σχολών θεάτρου που ιδρύθηκαν πολλά χρόνια αργότερα στην Ελλάδα.
Αλλά αυτή η προσπάθεια να τοποθετηθεί η πολιτική σκέψη του Μπρεχτ στην γωνία υπερ μιας θεωρητικής, γενικόλογης ανθρωπιστικής στάσης, (και μάλιστα από τις ίδιες εφημερίδες που ‘αποτύχαιναν’ να δουν ή να καταδικάσουν τις βαρβαρότητες ενάντια στον πολιτικό ‘άλλον’ στα στρατόπεδα συγκέντρωσης που λειτουργούσαν στην Ελλάδα σε όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 50) δημιούργησε την ανάγκη για μια απάντηση. Έναν μήνα αργότερα στης 19/20 Ιουλίου του 1955, ένα άρθρο με τίτλο «Ένας Σπουδαίος Μαχητής της Ειρήνης» που αποτελούσε όπως είπαμε, το σπουδαίο πολιτικό πρόταγμα της εποχής, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αυγή»  υποστηρίζοντας την θέση πως υπάρχει μια συνεχής παραπλάνηση σε σχέση με την ιδεολογία του Μπρεχτ. Και πως, σε αντίθεση με όσα μερικοί υποστηρίζουν, ο Μπρεχτ δεν είναι κήρυκας μιας αφηρημένης μεταφυσικής χριστιανικής ηθικής, μα ένας συνεπής Μαρξιστής, ένας καθημερινός απολογητής της προοδευτικής ανθρωπότητας… Στο άρθρο αυτό ο συγγραφέας (Σταματίου) δεν αποφεύγει την μεγαλοστομία των πολιτικών ρητορικών της εποχής αλλά αντίθετα, χρησιμοποιεί τον Μπρεχτ με σκοπό να παρέμβει στην πολιτική διαμάχη ανάμεσα στην Δεξιά και στην Αριστερά, αλλά και ανάμεσα στην Αριστερά την ίδια, τονίζοντας πχ το επίθετο Μαρξιστής:
Είναι αξιοπρόσεκτο πως ο ίδιος ο τίτλος προβάλλει τον Μπρεχτ σαν έναν μαχητή της Ειρήνης, και πως η Ειρήνη’ είναι η ιδέα γύρω από την  οποία η ηγεμονική σύγκρουση της εποχής εξελισσόταν. Για να καταλάβουμε την σημασία που έχει αυτό το γεγονός αξίζει να αναφέρουμε πως μόλις έναν χρόνο νωρίτερα, το ελληνικό μετεμφυλιακό κράτος, σε μια από τις πιο υστερικές του στιγμές, είχε εκτελέσει τον Νικηφορίδη, έναν νέο 22 μόλις  χρονών, 12 χρονών όταν λευτερώθηκε η Αθήνα, γιατί μάζευε υπογραφές για την περίφημη διακήρυξη της Στοκχόλμης, την διακήρυξη υπέρ της Ειρήνης που νομπελίστες φιλόσοφοι κι εκπαιδευτικοί όπως ο Μπ. Ράσελ είχαν συγγράψει λίγα χρόνια πριν.
Το άρθρο επισημαίνει ακόμη ότι παρόλο που το Μπρεχτικό Θέατρο στα πρώιμα στάδια του αποτελείται από κραυγές οργής που αποκαλύπτουν τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού κόσμου, στα ύστερα στάδιά του, όταν ο Μπρεχτ αποδέχεται τον Μαρξισμό, είναι ικανός να αποκηρύξει την ομίχλη του αναρχισμού… Για να καταλάβουμε επίσης την σημασία αυτής της φράσης πρέπει να επισημάνουμε ότι στην διάρκεια της Μεταξικής χούντας, αλλά φοβάμαι ακόμη και στην διάρκεια της κατοχής, οι ορθόδοξοι Μαρξιστές ήταν σε μια συνεχή αντιπαλότητα με άλλες εκδοχές της αριστεράς ή και του ίδιου του Μαρξισμού, με αποτέλεσμα ακόμη και την εκπαραθύρωση, ή και την φυσική εξόντωση εκπροσώπων του αρχειομαρξισμού, και η συνήθης κατηγορία ήταν αυτή του «αναρχισμού»…
Έναν χρόνο μετά (9.6.1956), ξανά στο Βήμα, ένα άρθρο που προσπαθεί να παρέμβει σε αυτήν την πόλωση εμφανίζεται. Συγγραφέας, αυτήν την φορά, ο Λέων Καραπαναγιώτης, χρησιμοποιώντας ως πηγή την μονογραφίες για τον Brecht που γραφτήκαν από τον Eric Bentley και την Genevieve Serreau (όπως επισημαίνει ο Χαβιάρας το 1987 στα Θεατρικά Τετράδια της Πειραματικής Σκηνής της Τέχνης, που αποτέλεσαν την ‘κιβωτό’ αυτού του υλικού), ισχυρίζεται ότι «αυτό είναι ένα Θέατρο Ελευθερίας» που κάνει το κοινό να συνειδητοποιεί πως δεν υπάρχουν προκαθορισμένες μοίρες και πως (εν αντιθέσει με την ιδεολογία της πνευματικής ήττας που βιώνουμε εμείς σήμερα, βαρύτερης ηθικά –όχι σωματικά- από την ήττα της γενιάς του Αναγνωστάκη) μονάχα εμείς, με τις πράξεις μας, μπορούμε να καθορίσουμε την ζωή μας. Ποια ακριβώς θα πρέπει να είναι αυτή η μοίρα σύμφωνα με τον Brecht δεν είναι ακόμη καθαρό διότι, σύμφωνα με τον συγγραφέα, είναι πολύ νωρίς να το κατανοήσουμε δίχως παρανοήσεις.
Είναι χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίον ο Brecht χρησιμοποιήθηκε δημιουργικά κάποτε στις πολιτικές διαμάχες της εποχής πως όταν 2 μήνες αργότερα αυτός ο θεατρικός μύθος πέθανε, και σε μια χώρα και εποχή με καταφανέστατη έλλειψη ανοχής απέναντι στον πολιτικό και όχι μόνο ‘άλλον’, η Επιθεώρηση Τέχνης, το περίφημο περιοδικό που επανακαθόρισε τις σχέσεις Τέχνης και Αριστεράς, περιοδικό που βρισκόταν σε μια διαρκή επικοινωνία με το “Theatre Populaire” (το σημαντικό Γαλλικό περιοδικό, προσδοκώντας να μεταγγίσει κάποια από τα πλέον αξιόλογα και πρωτοπόρα ρεύματα στην Ελλάδα), δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο: “Brecht ένας εχθρός της μισαλλοδοξίας». Όπως π Χαβιαράς επισημαίνει τον Μάρτη του 1987 οι διανοούμενοι της αριστεράς, και πολύ σωστά σύμφωνα με  τις ευρύτερες ιστορικές και τοπικές συνθήκες, αισθάνονταν τον Brecht σαν έναν κρίσιμο σύμμαχο στις δικές τους μάχες.
Σε σχέση με την εύθραυστη αίσθηση της συλλογικής ελευθερίας και το επικίνδυνο τότε πρόταγμα της προσωπικής δημιουργικότητας και συμμετοχής που χαρακτηρίζουν την εποχή, είναι χαρακτηριστικό ένα ακόμη επεισόδιο, μια ακόμη λεπτομέρεια. Όταν ο Κάρολος Κουν καταφέρνει να ανεβάσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον Κύκλο με την Κιμωλία, ή αλλιώς “Caucasian Chalk Circle” όπως είναι το όνομά του έργου, παραλείπει στον επεξηγηματικό πρόλογο του έργου πως το έργο λαμβάνει χώρα σε ένα Σοβιετικό Κολχόζ…
Όταν ο θάνατος του Μπρεχτ ανακοινώθηκε, πολύ σύντομα μετά την πρώτη ουσιαστική γνωριμία του με το ελληνικό κοινό, μια καινούργια μάχη ξεκίνησε. Για τους αριστερούς «ο πρωτοπόρος μαχητής της Ειρήνης έφυγε την στιγμή που τον χρειαζόμασταν περισσότερο από ποτέ το λαμπρό του πνεύμα» (Αυγή, 18/8/1956) ενώ για τους αντίπαλους εκπροσώπους του πολιτικού κέντρου ο Brecht εκφράζει όχι μια ιδεολογία αλλά την αγωνία του ανθρώπου παγκόσμια (όπως γράφτηκε στην Ελευθερία, στης 24/8/1956).
Θα ήταν ίσως περιττό να αναφέρω πως για τον τύπο της δεξιάς και μάλιστα της άκρας δεξιάς εκείνης της εποχής ο Brecht ήταν αποκρουστικός: «Τα έργα του Brecht είναι τόσο ψυχρά που δεν θα επιβιώσουν στον χρόνο» όπως γράφεται στην Βραδυνή στης 14 Σεπτέμβρη του  1956. Ή «Σας δίνω τον λόγο της τιμής μου: Στο τέλος ο θεατής δεν ξέρει αν βλέπει ένα θεατρικό έργο ή ένα επιφανειακό μελό σήριαλ, πολύ αφελές για να συνεισφέρει με σοβαρότητα στις πολιτικές τους επιδιώξεις».
Ενώ ο Άλκης Θρύλος στη Νέα Εστία υποστηρίζει την ιδέα ότι «ο Brecht είναι πολύ ατάλαντος για να γράψει ένα αξιόλογο θεατρικό έργο γιατί προσεγγίζει το υλικό μέσα από την επίδειξη ενός ανάξιου κειμένου». Θα πάρει χρόνο, και πολύ διάλογο, ώστε η Ελλάδα να βρει μια νέα σχέση με τον Brecht και να κατανοήσει λίγο περισσότερο τις θεατρικές προσεγγίσεις του και τις προσπάθειες του.

Αυλαία

Οι τρόποι με τους οποίους ο Μπρεχτ έγινε αντιληπτός και η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε γύρω από το έργο του την δεκαετία του 50 (δεκαετία έτσι κι αλλιώς γνωριμίας του με το ευρύ κοινό όσον αφορά τον Μπρεχτ αλλά και της ανάγκης επανεφεύρεσης του συλλογικού εαυτού μας όσον αγορά την Ελλάδα) φέρνουν στην επιφάνεια ζητήματα όπως την εσωτερική μας, ελληνική, εκδοχή ετερότητας εκείνης της εποχής, της Ανεκτικότητας ή Μισαλλοδοξίας, της έννοιας του πολίτη και του καλλιτέχνη.
Παρά τους κινδύνους που υπάρχουν σε κάθε υπεραπλουστευμένη ανάγνωση, αλλά και σε κάθε μεταφορά παραμέτρων της φυσικής στην κοινωνική πραγματικότητα, δεν θα είχαμε άδικο να ισχυριστούμε ο Μπρεχτ χρησιμοποιήθηκε από την ελληνική θεατρική κοινότητα ως ένα ‘μεταβατικό αντικείμενο’, ως το αντικείμενο που, σύμφωνα με τον Winnicott, χρησιμοποιεί το παιδί για να αποστασιοποιηθεί από την μητέρα για να πετύχει ένα καινούργιο στάδιο στην προσωπική του ανάπτυξη. Η ίδια η Τέχνη και τα σημαντικότερα των δημιουργημάτων της μπορεί να λειτουργεί γενικότερα έτσι για μια κοινωνία ή για μια ολόκληρη εποχή (βλ. Το Ουρλιαχτό του Ginsberg).
Όμως κάθε μελέτη του είδους, κάθε μελέτη που διαπλέκει έργα τέχνης που ξεπερνούν τον χρόνο με την μιντιακή επικαιρότητα μιας εποχής, θέτει (όπως γράφει ο Zima, 1995) το ζήτημα της αξιοποίηση των μεθοδολογικών εργαλείων της λογοτεχνικής με την ευρύτερη έννοια κριτικής, ως μέρος μιας διευρυμένης κοινωνικής κριτικής.
Εάν αναλύσουμε τις ρητορικές και τις κατασκευές λόγου, τότε ενδέχεται να συμφωνήσουμε πως η αριστερή προσέγγιση απέναντι στον Brecht ίσως να περικλείεται στην φράση που γράφτηκε στην εφημερίδα Αυγή τον Αύγουστο του 56:  «με το έργο του βοήθησε τον μέσο άνθρωπο να συνειδητοποιήσει την δύναμη και το καθήκον του».  Ενώ η δεξιά προσέγγιση του Μπρεχτικού, επικού θεάτρου ίσως να περικλείεται στην φράση της Αγλαΐας Μητροπούλου η οποία δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στης 12 Ιουλίου του ’55, αναφερόμενη κυρίως στην δεύτερη συγγραφική περίοδο του συγγραφέα την οποία χαρακτηρίζει ως «υποταγή της τέχνης του στα κομμουνιστικά κηρύγματα». Με άλλα λόγια (παρόλο που δεν αποφεύγονται γενικόλογες πολιτικές μεγαλοστομίες) στην πρώτη περίπτωση η γλώσσα είναι συχνά προσωπική, εκφράζοντας την ανάγκη του έλληνα διανοούμενου της αριστεράς που είχε γνωρίσει την ήττα από την άκρα δεξιά (αλλά φοβάμαι και από την Σταλινική εκδοχή της αριστεράς) να χρησιμοποιήσει ως πχ τον Μπρεχτ ώστε να βρει την δύναμη να συνεχίσει τον αγώνα σε μια εποχή που αυτό σήμαινε βαρύτατες τιμωρίες και ενδεχόμενο κίνδυνο ζωής.
  
Η κεντρώα προσέγγιση, με δεδομένο το θρυλικό στάτους του συγγραφέα κυρίως από τα Φεστιβάλ του Παρισιού το 54 και το 55 κι έπειτα, που δεν μπορούσαν εύκολα να ακυρώσουν, ήταν διττή. Για τους κεντρώους ο Brecht δεν έχει στ’ αλήθεια μια συγκεκριμένη ιδεολογία, αφού μπορούμε να εντοπίσουμε αντιφάσεις ανάμεσα σε αυτό που λέει πως πρεσβεύει, τον Μαρξισμό, και σε αυτό που συμβαίνει επί σκηνής, το οποίο πολλές φορές προσεγγίζει την χριστιανικότητα. Είναι χαρακτηριστική ως προς αυτό η φράση του Άγγελου Τερζάκη στο Βήμα στης 26 Γενάρη του 1957: «Ο Μπρεχτ αξίζει, και το μόνο που έχει να του παρατηρήσει κανείς είναι πως αξίζει στα σημεία ακριβώς όπου διαψεύδει την θεωρία του…». Ενώ ο Πλωρίτης επισημαίνει στην Ελευθερία τον ίδιον μήνα πως παρόλο που παραστρατίζει προς το κήρυγμα η μεγαλύτερη γοητεία του είναι όχι η τεχνική του ιδιορρυθμία (φράση που δείχνει την δύσκολη σχέση του ελληνικού θεάτρου με την αποστασιοποίηση) αλλά η απροσποίητη καλοσύνη του και η γνήσια ποίησή του». Αλλά προφανώς με την προσέγγιση αυτή δεν είναι ο εαυτός μας αλλά ο Μπρεχτ που επανεφευρίσκεται ώστε να ανήκει σε όλες τις ανθρωπιστικές (θεωρούμενες ή  αυτοθεωρούμενες) ιδεολογίες.
Η δεξιά αποτίμηση του έργου του αναφέρεται απαξιωτικά στο επικό θέατρο ως έκφραση του ‘μανιώδη πρωτοπορισμού μιας Ευρώπης νευρωτικής από τον πόλεμο των χαρακωμάτων’ όπως γράφει ο Τερζάκης τον ίδιον Γενάρη στο ‘Βήμα’ συμπλέκοντας τον πρώτο ΠΠ και το Berliner Ansable κι εκφράζοντας βουστρηφηδόν (γιατί παραμένει ένας σημαντικός πνευματικός άνθρωπος) την αντιδυτική οπτική σημαντικής μερίδας της ελληνικής δεξιάς.

Σε γενικές γραμμές ο έντονος διάλογος για τον Μπρεχτ που παρήχθη σε μια χώρα σε πολιτικό σπαραγμό δεν ήταν τυχαίος. Το Θέατρο, όπως και κάθε μορφή μαζικής τέχνης, χρησιμοποιούμενο είτε ως θεμελιακό εργαλείο στην ιδεολογική κατασκευή της ηγεμονίας και όμως την ίδια ώρα κι ως εργαλείο για το ξεπέρασμα της (για να θυμηθούμε τον Bentley, 1987), λειτουργεί ως πεδίο όπου καταγράφονται οι κοινωνικές αναπαραστάσεις μειονοτήτων και πλειοψηφιών, και οι μεταξύ τους δυναμικές.
Το Μπρεχτικό επικό θέατρο περιέχοντας συγκεκριμένες αντιλήψεις για την ετερότητα, για το unheimlich, χρησιμοποιείται συχνά  όταν υπάρχει ή δημιουργείται η ανάγκη να μιλήσουμε για την αποδοχή ή την έλλειψη της. Απευθυνόμενο, όπως κάθε σημαντική τέχνη, στην ίδια την συνείδησή μας. Καθόλου τυχαία η από της τραγωδίας ηδονή στον Μπρεχτ έρχεται συχνά όταν ο ήρωας ή η ηρωίδα (που σε αντίθεση με την έννοια του ήρωα στην αρχαία Ελλάδα δεν πεθαίνει για την Δόξα, Δόξα που κακώς ταυτίζεται βέβαια με την μωροφιλοδοξία ή την ματαιοδοξία) κατανοεί τον ρόλο που καλείται να παίξει στην κοινωνία, προσφέροντας, ιδίως στον κύκλο των λεγόμενων δικακτικών του έργων, ακόμη και τον θάνατό του. Ίσως ο Μπρεχτ να περιγράφει με τον τρόπο του τον άνθρωπο  που ξεπερνώντας τον φόβο θα γεννήσει (κατά πως έγραψε ο Βύρων στον Μάνφρεντ) τον εαυτό του “από την ίδια του την ερημιά”.


* Με Ιδιαίτερες ευχαριστίες στον κ. Χαβιάρα
 

"Στέφανος Ροζάνης: Τίποτα δεν αλλάζει από τα πάνω προς τα κάτω" συνέντευξη στην Κρυσταλία Πατούλη (tvxs.gr, 3/4/2017)

..............................................................

Στέφανος Ροζάνης: Τίποτα δεν αλλάζει από τα πάνω προς τα κάτω 

 

 

 

 

 

  

 

 

συνέντευξη στην Κρυσταλία Πατούλη (tvxs.gr, 3/4/2017)

 

 

 

 
[...] Δεν έχουμε κοινωνία. Έχουμε μια κοινωνία εν υπνώσει [...] μια κοινωνία η οποία είναι ξενοφοβική, μια κοινωνία η οποία έχει κλειστεί στον εαυτό της [...] Τίποτα δεν αλλάζει από τα πάνω προς τα κάτω, κι αυτή η αλλαγή, από τα κάτω προς τα πάνω, προϋποθέτει τη δημιουργία κινημάτων από συλλογικότητες [...] «Ο κόσμος έχει τόσες πιθανότητες να αυτοκαταστραφεί, όσες πιθανότητες έχει και για να αναγεννηθεί». Ελπίζω ότι θα ακολουθήσουμε τις πιθανότητες αναγέννησης και όχι τις πιθανότητες αυτοκαταστροφής [...]
O καθηγητής φιλοσοφίας Στέφανος Ροζάνης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη σχετικά με την ευρωπαϊκή και ελληνική πολιτική, οικονομική και κοινωνική επικαιρότητα.

Κρ.Π.: Τι σκέφτεστε παρατηρώντας όλα αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, αλλά και με τις τρομοκρατικές επιθέσεις, με την άνοδο της ακροδεξιάς, ή ακόμα και με την δολοφονική επίθεση που έγινε πρόσφατα στον φοιτητή από τη Χρυσή Αυγή;
 
Στ.Ρ.: Αν θέλετε τη δική μου γνώμη, τίποτε αιφνίδιο, τίποτε ξαφνικό δεν υπάρχει σε όλα αυτά. Η κατάσταση αυτή των πραγμάτων προετοιμάζεται από εδώ και δεκαετίες και μοιάζει περίπου σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
 

Πάρα πολλές φορές έχω πει, ότι από τη στιγμή που υποχωρεί έστω κι αυτός ο ανάπηρος Διαφωτισμός, έστω κι αυτή η ανάπηρη δημοκρατία, η οποία κάποτε αποτελούσε ένα στήριγμα, ένα θεμέλιο μιας ευρωπαϊκής ή και παγκόσμιας τάξης πραγμάτων, είναι φυσικό ότι εκείνο το οποίο θα εμφανιστεί ως ένα είδος φαντάσματος και θα πλανάται πάνω από τον κόσμο, είναι ένας πολύμορφος και πολυσχιδής φασισμός ο οποίος άλλες φορές παίρνει ακραίες μορφές βίας, άλλες φορές με τον μανδύα μιας δημοκρατικότητας προσπαθεί να αντικαταστήσει τον κυρίαρχο λόγο΄ να γίνει μάλλον, ο ίδιος ένας κυρίαρχος λόγος.
 
Κατά συνέπεια, όλα αυτά τα συμπτώματα τα οποία παρατηρούνται στον κόσμο και στη χώρα μας, είναι πράγματι συμπτώματα. Είναι νεοπλασίες, με τον ιατρικό όρο, οι οποίες εμφανίζονται κάθε φορά που το «ανοσοποιητικό σύστημα» της δημοκρατίας υποχωρεί, κατακερματίζεται, θρυμματίζεται, και στο τέλος σμπαραλιάζεται. Οπότε, όλα αυτά τα φαινόμενα, είναι φαινόμενα αναμενόμενα.
 
Θα ήταν κανείς πάρα πολύ τυφλός να μην έβλεπε αυτά τα φαινόμενα να έρχονται αιφνιδίως από εδώ και δέκα χρόνια πριν. Θα έπρεπε να είναι εντελώς ανιστόρητος να νομίζει ότι όλη αυτή η καταστροφή η οποία έχει επέλθει είτε στο όνομα της παγκοσμιοποιημένης τάξης πραγμάτων, είτε στο όνομα ενός μορφώματος το οποίο ονομάζεται ΕΕ, δεν είναι γνήσιο τέκνο αυτής διάλυσης, αυτού του κατακερματισμού, αυτής της υποχώρησης, έστω και των υπολειμμάτων του Διαφωτισμού, που είχαν απομείνει στον κόσμο. Υπό αυτή την έννοια, τουλάχιστον εγώ, δεν αιφνιδιάζομαι.

Κρ.Π.: Είχατε επισημάνει παλιότερα, πως «Κινδυνεύει η κοινωνία στο σύνολό της!». Σήμερα, τι θα λέγατε για την κοινωνία και πώς βλέπετε να αντιδρά απέναντι σε όλα αυτά;
Στ.Ρ.: Η κοινωνία αντιδρά με δύο τρόπους, ακόμα και ιστορικά αν το πάρουμε, πολύ περισσότερο στις μέρες μας:

Ο ένας τρόπος με τον οποίο αντιδρά η κοινωνία είναι η φοβικότητα, ο φόβος. Τα πάντα κυριαρχούνται μέσα στην κοινωνία από τον φόβο είτε είναι ο φόβος της επιβίωσης, είτε είναι ο φόβος απώλειας αγαθών μιας ζωής, είτε είναι ο φόβος που προέρχεται από την έλλειψη της ελπίδας να ζήσει ο άνθρωπος σε έναν καλύτερο κόσμο -θα έλεγα σε ένα δικαιότερο κόσμο, αλλά, εν πάση περιπτώσει, σε έναν κόσμο πιο ισορροπημένο.

Αυτή είναι η μία αντίδραση της κοινωνίας η οποία στην πραγματικότητα οδηγεί στην απάθεια ή στον ατομικισμό που πιστεύαμε παλιότερα ότι τουλάχιστον ο δυτικός κόσμος προσπαθούσε να τον ξεπεράσει.

Από την άλλη μεριά, η αντίδραση, εκφράζεται μέσα σε μια κατάσταση, όπως θα λέγαμε στην ψυχολογία, υπνώσεως. Δεν έχουμε κοινωνία. Έχουμε μια κοινωνία εν υπνώσει. Αυτή η κοινωνία εν υπνώσει, είναι αδύνατον να ανταποκριθεί σε θεμελιώδεις συσσωματώσεις, σε θεμελιώδεις καταστάσεις όπου μια συλλογικότητα θα μπορούσε να θέσει έναν φραγμό, τουλάχιστον εν μέρει σε φαινόμενα φασιστικά, φαινόμενα βίας, φαινόμενα εξοντώσεως του άλλου, του ξένου.

Έχουμε αυτή τη στιγμή μια κοινωνία η οποία είναι ξενοφοβική, μια κοινωνία η οποία έχει κλειστεί στον εαυτό της και προσπαθεί να θεμελιώσει ένα «εμείς» πάνω σε ένα μίσος για τον ξένο, που κλέβει την ευτυχία του γηγενούς.

Όλες αυτές οι καταστάσεις που δημιουργούνται, πέραν του κοινωνιολογικού βάθους, έχουν και ένα ψυχολογικό βάθος. Αυτό το ψυχολογικό βάθος, δημιουργεί σήμερα μια ακύρωση της έννοιας του πολίτη, μια ακύρωση της έννοιας της προσπάθειας του ανθρώπου να μετέχει των κοινών, να αποφασίζει ελεύθερα για τα κοινά, και επιπλέον να κλείνεται στον εαυτό της φοβικά, κλειστοφοβικά, να βρίσκεται, δηλαδή, σε μια κατάσταση παράλυσης.

Πιστεύω ότι εκείνο το οποίο έχει συμβεί στην κοινωνία, είναι ότι έχει χαθεί πια η έννοια του πολίτη. Ο άνθρωπος δεν αισθάνεται πολίτης. Κι απ’ τη στιγμή που ο άνθρωπος δεν αισθάνεται πολίτης, τότε η αντίδρασή του δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά μια ατομική φοβία την οποία θα την μεταφέρει σε ότι δεν του μοιάζει, σε ότι δεν ταιριάζει με μια ήσυχη μικροαστικότητα, μέσα στην οποία ο άνθρωπος είχε βολευτεί.

Κατά συνέπεια, όλος αυτός ο μισοξενισμός, η ξενοφοβία, δεν είναι μόνο μια ατομική αντίδραση αλλά επιπλέον είναι μια συνολική ανθρώπινη αντίδραση, υπό την έννοια ότι ο άνθρωπος πλέον έχει απωλέσει μαζί με την έννοια του πολίτη και την έννοια της αυτεξουσιότητάς του, της αυτενέργειάς του, και ότι άλλο τον συγκροτεί ως κοινωνικό ον.
 

Κρ.Π.: Στην Ελλάδα σήμερα όλο και περισσότερο(ακούμε ότι θα μειωθεί το αφορολόγητο, θα μειωθούν και άλλο οι συντάξεις, κλπ.), υπάρχουν σοβαρά προβλήματα επιβίωσης, και συγχρόνως οι πρόσφυγες βρίσκονται σχεδόν σε αδιέξοδο, είδαμε πρόσφατα έναν πρόσφυγα να αυτοπυρπολείται. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, τι θα έπρεπε να κάνουμε;

Στ.Ρ.: Κοιτάχτε, η Ελλάδα αποτελούσε πάντα ένα καθεστώς εξαίρεσης, σε σχέση με την καλούμενη Ευρώπη. Ποτέ η Ελλάδα δεν μπόρεσε να οικοδομήσει μια εθνική αστική τάξη, να έχει ένα εθνικό κεφάλαιο, να συμμετέχει, έστω και σε ένα καπιταλιστικό σύστημα, ισοτίμως. Πάντα η Ελλάδα προσπαθούσε να επιβιώσει ως ένα είδος «παρία» της Ευρώπης, εκεί που θα όφειλε να είναι η καρδιά του ευρωπαϊκού ιδεώδους.

Από κει και πέρα, ότι συμβαίνει, συμβαίνει επειδή ακριβώς στον δυτικό κόσμο εκείνο το δραματικό που έχει συμβεί είναι ότι η οικονομική πραγματικότητα έχει επιβληθεί πάνω στην έννοια του πολιτικού. Δεν έχουμε κάποια προτεραιότητα της έννοιας του ανθρώπου ως πολιτικού όντος, πάνω σ’ αυτό που οι κοινωνιολόγοι ονομάζουν homo economicus/οικονομικό άνθρωπο.

Ο οικονομικός άνθρωπος είναι εκείνος ο οποίος θα προσπαθήσει, θα επιχειρήσει να αλώσει οποιαδήποτε ανθρώπινη αξία, οποιαδήποτε αξία αλληλεγγύης, οποιαδήποτε αξία συνύπαρξης και συμβιώσεως, υπέρ μιας στυγνής, στριφνής ιδεολογίας του χρηματοπιστωτισμού, ο οποίος αυτή τη στιγμή αλώνει όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και όλο τον κόσμο.
Μπορεί στην Ελλάδα να είναι πιο εμφανή αυτά τα σημάδια, εξ’ αιτίας αυτού που είπαμε προηγουμένως για την ιδιαιτερότητα του ελληνικού χώρου, ωστόσο, εάν κοιτάξετε σε όλη την Ευρώπη θα δείτε, όχι μόνο ανάλογα αλλά σχεδόν τα ίδια φαινόμενα να παράγονται στην καθ’ υπόταξη του ανθρώπου μέσω της κοινωνικής του δυσπραγίας, μέσω της οικονομικής του δυσπραγίας.

Κατά συνέπεια, όλο αυτό το βλέπω ως ένα πλέγμα που δεν αφορά αποκλειστικά αυτή τη χώρα, ένα πλέγμα το οποίο αφορά τη δομή του δυτικού κόσμου, και αυτή η δομή βλέπετε ότι αναπτύσσεται από την άλλη μεριά του Ατλαντικού μέχρι και την παραδοσιακή ευρωπαϊκή κουλτούρα.

Οπότε, η μοίρα, το πεπρωμένο του έλληνα ανθρώπου δεν διαφοροποιείται, τουλάχιστον σε θεμελιώδη στοιχεία, από τη μοίρα του γάλλου ανθρώπου, από τη μοίρα του γερμανού ανθρώπου, από την μοίρα του ισπανού ανθρώπου κ.ο.κ.


Κρ.Π.: Βλέπουμε όμως, ότι από τις ανατολικές χώρες, πολλοί πρόσφυγες που φεύγουν και λόγω πολέμου ή μετανάστες με άλλα προβλήματα, στην Ευρώπη κατευθύνονται για να ζήσουν, ενώ από την άλλη υπάρχουν οι τζιχαντιστές που πολεμάνε το δυτικό πολιτισμό.

Στ.Ρ.: Έρχονται μετανάστες για να ζήσουν στην Ευρώπη όπως οι έλληνες της μετεμφυλιακής εποχής –τηρουμένων βέβαια των αναλογιών, γιατί εδώ δεν είχαμε απλώς μια μετεμφυλιακή κατάσταση- έτρεχαν στην Αμερική και στα νησιά Ellis, προκειμένου να βρουν συνθήκες επιβιώσεως.

Ουσιαστικά αυτοί οι πόλεμοι οι οποίοι γίνονται στον ανατολικό κόσμο, και οι οποίοι χαιρετίστηκαν από τη δυτική δημοκρατία ως απελευθερωτικά κινήματα, δεν ήταν τίποτε άλλο από πόλεμοι οι οποίοι αποσκοπούσαν σε ένα ξερίζωμα πληθυσμών προκειμένου μια γερασμένη δύση να δεχτεί νέο εργατικό αίμα, όπως θα λέγαμε, νέα εργατικά χέρια.

Όταν όμως τα πράγματα από ασκήσεις επί χάρτου εξελίσσονται στην πραγματική ζωή, τότε τα πράγματα ξεφεύγουν και από τον έλεγχο των ίδιων των δημιουργών αυτών των καταστάσεων. Έτσι αυτή τη στιγμή έχουμε κάτι που η Δύση, πράγματι, δεν το περίμενε΄ περίμενε μόνον ότι χρειαζόταν, κι αυτό πια που έρχεται υπερβαίνει αυτό που η Δύση χρειαζόταν για την ανανέωση των εργατικών της χεριών και των εργατικών της δυνάμεων, και γίνεται ένα υπόλειμμα ανθρώπων που ναι, θα πρέπει να εξοντωθούν.


Κρ.Π.: Δεν ξέρω αν γνωρίζετε αυτή τη μελέτη που είχε γίνει από τη δεκαετία του ’70, με της ομάδα της Ρώμης, που έλεγε ότι τα όρια του συστήματος έχουν ξεπεραστεί και έρχεται παγκόσμια δομική κρίση περί το 2008, διότι έχουμε ξεπεράσει τα όρια της φύσης, κλπ…
 

Στ.Ρ.: Ναι, βεβαίως.

Κρ.Π.: … Τα βλέπουμε όλα αυτά να συμβαίνουν. Μπορούμε να το αλλάξουμε όλο αυτό; Που πορευόμαστε;

Στ.Ρ.: Κοιτάχτε, τίποτα δεν αλλάζει από τα πάνω προς τα κάτω. Ποτέ στην ιστορία δεν υπήρξε μια αλλαγή που ερχόταν από τα πάνω προς τα κάτω. Όλο το πρόβλημα του ανθρώπου είναι να προέλθει μια αλλαγή από τα κάτω προς τα πάνω. Αυτή η αλλαγή, από τα κάτω προς τα πάνω, προϋποθέτει τη δημιουργία κινημάτων από συλλογικότητες. Προϋποθέτει τη δημιουργία συλλογικοτήτων οι οποίες παλεύουνε μέσα σε ένα πνεύμα αυτοδιαχείρισης, αυτονομίας και αυτεξουσιότητας.

Αυτές οι συλλογικότητες, μέχρι στιγμής βρίσκονται μέσα σε ένα βρεφικό στάδιο. Δεν είναι ότι δεν αναπτύσσονται. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν, άρα δεν αναπτύσσονται. Είναι, ότι υπάρχουν σπερματικά, μόνο που ο χρόνος της ανθρώπινης ζωής δεν είναι ο χρόνος της Ιστορίας. Απαιτείται ένας άλλος χρόνος μέσα στον οποίο αυτές οι καταστάσεις, δρουν, δραστηριοποιούνται, ωριμάζουν και μπορούν να αποτελέσουν πυλώνες αλλαγής.

Δεν ξέρω αν τουλάχιστον η δική μου γενιά προλάβει να δει σε ανάπτυξη τέτοιου είδους φαινόμενα. Παρ’ όλα αυτά είμαι πραγματικά αισιόδοξος ότι αυτές οι εν σπέρματι συλλογικότητες που αυτή τη στιγμή ενεργοποιούνται με κοινωνικές και ατομικές προοπτικές κάποτε θα επιφέρουν αυτό που εμείς ονομάζουμε αλλαγή.

Γιατί χωρίς αλλαγή ο κόσμος είναι καταδικασμένος σε μαρασμό και σε θάνατο. Κι όπως έλεγε ο Εντγκάρ Μορέν, αυτός ο σπουδαίος γάλλος φιλόσοφος: «Ο κόσμος έχει τόσες πιθανότητες να αυτοκαταστραφεί, όσες πιθανότητες έχει και για να αναγεννηθεί». Ελπίζω ότι θα ακολουθήσουμε τις πιθανότητες αναγέννησης και αναζωογόνησης, και όχι τις πιθανότητες αυτοκαταστροφής.


"Ο νεοφιλελεύθερος ΣΥΡΙΖΑ" έγραψε ο Απόστολος Διαμαντής (tvxs.gr, 12/10/2017) & "Ξε-φυλίζοντας το ΚΚΕ" (tvxs.gr, 10/10/2017)

.............................................................




 Ο νεοφιλελεύθερος ΣΥΡΙΖΑ


  

έγραψε ο Απόστολος Διαμαντής (tvxs.gr, 12/10/2017)


Η κυβέρνηση, στο πολιτικό πόκερ που παίζεται για τις επερχόμενες εκλογές, έδειξε το χαρτί του φιλελευθερισμού. Αλλά δεν το έκλεψε. Το είχε ήδη τραβήξει καιρό πριν, απλώς δεν είχε γίνει πλήρως αντιληπτό.
Φτάσαμε έτσι στο σημείο ο Τσίπρας με τον Τσακαλώτο, με αφορμή την αλλαγή φύλου των ανηλίκων, να εγκαλούν τον Μητσοτάκη πως δεν είναι πραγματικός φιλελεύθερος, αλλά γιαλαντζί! Υπονοώντας φυσικά πως αυτοί οι ίδιοι είναι οι πραγματικοί φιλελεύθεροι.
Ο Τσίπρας έπαιξε με τη διάκριση φιλελευθερισμού και νεοφιλελευθερισμού, σημειώνοντας πως ο μεν Μητσοτάκης περιορίζεται στον φιλελευθερισμό της οικονομικής σφαίρας, ενώ ο ίδιος σε αυτόν της κοινωνικής. Τον πρώτο τον ονομάζει νεοφιλευθερισμό, ενώ τον δεύτερο φιλελευθερισμό. Ο πρώτος είναι αντιδραστικός, ο δεύτερος προοδευτικός!
Το τρυκ είναι κάπως πρόχειρο. Διότι, η φιλελεύθερη πολιτική ιδεολογία - στην οποία έχει πλέον προσχωρήσει με ενθουσιασμό και φανατισμό νεοφώτιστου η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ - είναι το θεμέλιο του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού, καθώς αυτά τα δύο δεν διαχωρίζονται. Φιλελεύθερος μη νεοφιλελεύθερος δεν υπάρχει και όσοι επικαλούνται τη διάκριση το κάνουν για να βάλουν φύλο συκής στον νεοφιλελευθερισμό τους. Ο νεοφιλελεύθερος είναι η τρέχουσα ονομασία του φιλελεύθερου. Στην ουσία είναι η πιο ακραία, σύγχρονη εμφάνιση του φιλελευθερισμού, μετά τη δεκαετία του 70.
Κοινό θεμέλιο και των δύο φάσεων του φιλελευθερισμού είναι η πρόταξη του ατόμου έναντι της κοινωνίας συνολικά, του ατομικού έναντι του κοινωνικού δικαιώματος. Του ατομικού έναντι του κοινού αγαθού. Μετά τη δεκαετία του 70 οι ανάγκες της χρηματιστικής επέκτασης απαιτούσαν πλήρη απελευθέρωση των αγορών εργασίας και χρήματος και επομένως ο τρέχον φιλελευθερισμός δεν περιορίστηκε στην υπεράσπιση των πάσης φύσεως ατομικών δικαιωμάτων στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων, αλλά επεκτάθηκε στον οικονομικό τομέα, απαιτώντας πλήρη κατάργηση όλων των προστατευτικών εθνικών νόμων και την απόλυτη ελευθερία στην κίνηση προσώπων, εμπορευμάτων και χρήματος.
Και έτσι φτάσαμε αισίως σήμερα στην σχεδόν πλήρη ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής σφαίρας και του κράτους. Και από εκεί στο ατομικό δικαίωμα αλλαγής φύλου, ακόμη και σε ανηλίκους. Το ένα φέρνει το άλλο. Η ίδια η ΕΕ και η νομοθεσία της εκτελεί αυτό το πολιτικό έργο της κατάργησης των εθνικών και κοινωνικών περιορισμών.
Άρα, ο καυγάς Τσίπρα - Κυριάκου δεν είναι καυγάς μεταξύ ενός συντηρητικού και ενός προοδευτικού, αλλά καυγάς μεταξύ δύο όψεων του νεοφιλελευθερισμού. Απλώς ο Κυριάκος είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει σοβαρά υπόψιν του τις πεποιθήσεις και τις παραδόσεις του εθνικού κοινωνικού σώματος, ως εκπρόσωπος της κεντροδεξιάς, ενώ ο Τσίπρας δεν είναι καν υποχρεωμένος, ως εκπρόσωπος της φιλελεύθερης αριστεράς να το κάνει. Είναι πράγματι ο πιο μαχητικός οπαδός της μεταφοράς δικαιωμάτων από την κοινωνία στα άτομα. Ποια άτομα; Φυσικά, αυτά τα οποία έχουν ισχύ και αυτά τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αποδιάρθρωση του εθνικού κράτους.
Αρκεί να δούμε τα νομοθετήματα της κυβέρνησης και θα το διαπιστώσουμε. Στην κοινωνική σφαίρα ο ΣΥΡΙΖΑ, αφού απελευθέρωσε πλήρως τον εθνικό έλεγχο των συνόρων, εν συνεχεία άρχισε να αφαιρεί κρατικές εξουσίες - που εκφράζουν την συνισταμένη του κοινού αγαθού - και να τις περνάει στην ιδιωτική σφαίρα: νόμος για την ιθαγένεια με σχεδόν αυτόματη απόδοσή της, αποφυλάκιση με απλή δήλωση, αλλαγή φύλου με απλές ατομικές δηλώσεις ανηλίκων, εθνικός και θρησκευτικός αποχαρακτηρισμός της εκπαίδευσης και πλήρη ελευθερία στη διακίνηση προσώπων, χωρίς κανένα εθνικό προστατευτικό έλεγχο. Ταυτόχρονα, η υιοθέτηση όλου αυτού του πακέτου συμπληρώθηκε με την εκχώρηση του συνόλου της δημόσιας περιουσίας στο υπερταμείο μεταβίβασής της στο ιδιωτικό κεφάλαιο, ενώ αυτή τη στιγμή ετοιμάζεται, με την τρίτη αξιολόγηση, να καταργήσει και τους τελευταίους προστατευτικούς για την εργασία εθνικούς νόμους. Η προσχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στον νεοφιλελευθερισμό είναι πλήρης.
Φυσικά, ο Τσίπρας με τον Τσακαλώτο ισχυρίζονται πως είναι μόνον κοινωνικά φιλελεύθεροι, δηλαδή προοδευτικοί. Αυτό δεν είναι καθόλου σωστό. Η αποθέωση του ατομικού δικαιώματος είναι το θεμέλιο της καπιταλιστικής εποχής. Είναι η αρχή του. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ επικαλείται τα ατομικά δικαιώματα, αρνούμενος κάθε συζήτηση περί κοινωνικού ελέγχου, γίνεται η εμπροσθοφυλακή της παγκοσμιοποίησης, εργάζεται για την πλήρη κατίσχυσή της έναντι των εθνικών κρατών.
Επιπλέον, η επίκληση των ατομικών δικαιωμάτων έναντι των συλλογικών, η αμφισβήτηση δηλαδή της πολιτικής κοινωνίας και του κράτους, δεν συνιστά πρόοδο. Είναι ραγδαία οπισθοδρόμηση. Δεν πρέπει να αγνοείται πως το χαρακτηριστικό του περάσματος από το μεσαίωνα στη νεώτερη εποχή είναι η υπαγωγή των ατόμων στην πολιτική κοινωνία και στο κράτος. Επιστροφή στο μεσαίωνα λοιπόν είναι η αμφισβήτηση του κοινού αγαθού και η παράδοση της κοινωνίας στη διαλυτική διεκδίκηση κάθε εγωϊστικού ατομικού δικαιώματος.
Αλλά, κατά τη διάρκεια αυτής της υποταγής του ΣΥΡΙΖΑ στη λογική του νεοφιλελευθερισμού, υπάρχουν και απώλειες. Κάποιοι βουλευτές του αρχίζουν να αντιλαμβάνονται και να αντιδρούν. Και τότε επανέρχεται η άλλη φωνή της κομματικής ιστορίας, η φωνή του κομματικού ελέγχου: η γραμματέας του κόμματος κάλεσε σε απολογία την κα Γεννιά που καταψήφισε την αλλαγή φύλου από τα 15!
Πρωτοφανές βεβαίως για κοινοβουλευτικό πολίτευμα. Ας φανταστούμε τον γραμματέα του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ - κάποιον υπάλληλό του δηλαδή - να καλεί σε απολογία μέλη του Κογκρέσου και Γερουσιαστές, επειδή δεν ψήφισαν κάποιο άρθρο!
Όσο αστείο και αν φαίνεται σε όλους, δεν είναι καθόλου αστείο για κάποιον που έχει γαλουχηθεί με τα νάματα του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Είμαστε μεν φιλελεύθεροι, αλλά για τους υπόλοιπους, όχι για μας τους ίδιους.
Στην ενθουσιώδη αυτή τρεχάλα του ΣΥΡΙΖΑ προς τις πηγές του φιλελευθερισμού, θα πρέπει να τονίσουμε πως τα φιλελεύθερα κόμματα παντού στην ΕΕ είναι μικρές μειοψηφίες, το ίδιο και τα αριστερά φιλελεύθερα. Έγιναν μεγάλα μόνον όταν χρησιμοποίησαν τη λαϊκή ρητορική και εξέφρασαν ευρύτερες λαϊκές απαιτήσεις.
Επομένως, στην περίπτωση του νομοσχεδίου αλλαγής φύλου, ο Τσίπρας, πήγε με τους λιγότερους. Και οι αντίπαλοί του με τους περισσότερους. 

 ..........................................................

 Ξε-φυλίζοντας το ΚΚΕ





(tvxs.gr, 10/10/2017)

Αξιοσημείωτη ήταν για άλλη μια φορά η στάση του ΚΚΕ στο νομοσχέδιο για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου θυμίζοντας την ιστορική του αλλεργία με την ομοφυλοφιλία και όσα μέλη του παρουσίασαν «αποκλίνουσα» σεξουαλική συμπεριφορά στο παρελθόν.
Μόνο ο μεγάλος ποιητής Γιάννης Ρίτσος είχε επιβάλλει την ανοχή των «διαφορετικών» προσωπικών του επιλογών από το κομματικό ιερατείο, προς μεγάλη αμηχανία της κομματικής βάσης. Αποδεικνύοντας συγχρόνως ότι τα δύο μέτρα και δύο σταθμά ισχύουν και τις καλύτερες οικογένειες.
Παρά την ωμή παρέμβαση της Εκκλησίας, διαμορφώνεται μια προοδευτική πλειοψηφία ενώ καταγράφονται και τολμηρές φωνές όπως αυτή του Γιάννη Ραγκούση  που συγκρούστηκε με την εκκλησιαστική υποκρισία. Το συντηρητικό στρατόπεδο ήταν αναμενόμενο: ΝΔ, Χρυσή Αυγή, Ένωση Κεντρώων και από κοντά το Κομμουνιστικό Κόμμα!
Στη Βουλή το ΚΚΕ υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο «θεμελιώνει και αναπαράγει τον αντιεπιστημονικό διαχωρισμό μεταξύ του βιολογικού και κοινωνικού φύλου», ενώ  χαρακτήρισε την ταυτότητα φύλου «γλωσσική κατασκευή αστικών θεωριών». Πιστό στη σταλινική πατριαρχία, το κόμμα που άλλοτε έκφραζε την πρόοδο κόντρα στη συντήρηση, θεωρεί τους διεμφυλικούς, «ασθενείς» που το δικαίωμά τους είναι «κολοβό» και τους αποκόπτει από την ταξική πάλη!
Το ΚΚΕ φροντίζει να αποδίδει στον καπιταλισμό ό,τι δεν εξυπηρετεί τον πολιτικό του καιροσκοπισμό και το ψάρεμα συντηρητικών ψηφοφόρων. Δεν διαφέρει από όσους επαναλαμβάνουν εδώ και 40 χρόνια τα ίδια επιχειρήματα κόντρα σε κάθε αυτονόητη προοδευτική μεταρρύθμιση. Διαφορετικά, η μοιχεία θα ήταν ακόμη ποινικό αδίκημα, το σύμφωνο συμβίωσης - στο οποίο επίσης εναντιώθηκε ο Περισσός - και η ομοφυλοφιλία «παρεκτροπή της γενετήσιας λειτουργίας». 
Ίσως πάλι στον κομμουνιστικό παράδεισο του ΚΚΕ, όλες αυτές οι «ασθένειες» να έχουν εξαλειφθεί. Μέχρι τότε, οι ασθενείς διατηρούν το δικαίωμα να υποφέρουν. 

"Η ανωμαλία της ομαλοποίησης" έγραψε ο Περικλής Κοροβέσης - ("Εφημερίδα τών Συντακτών", 14.10.2017)

.............................................................

Η ανωμαλία της ομαλοποίησης


 
 
έγραψε ο Περικλής Κοροβέσης - ("Εφημερίδα τών Συντακτών",
Ολοι έχουμε μία και μόνη ζωή. Υπάρχουνε κι άλλοι που πιστεύουν πως αυτή η ζωή είναι προσωρινή και μετά μας περιμένει μια αιώνια. Ακόμα, υπάρχει και η θεωρία της μετεμψύχωσης, που θεωρεί την ψυχή αθάνατη. Απλά το περιτύλιγμά της, δηλαδή το σώμα, χάνεται και αυτή συνεχίζει το ταξίδι της στο διηνεκές. Αυτά είναι μεταφυσικά, βαθιά φιλοσοφικά ζητήματα στα οποία δυστυχώς δεν μπορεί να υπεισέλθει η δημοσιογραφία.
Ο κώδικας της επαγγελματικής δεοντολογίας επιβάλλει στον δημοσιογράφο να τεκμηριώνει τις πηγές του, να τις διασταυρώνει, γιατί αλλιώτικα κινδυνεύει να περάσει από το Πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ, με απρόβλεπτες συνέπειες. (Αυτά στη θεωρία βέβαια, γιατί το Πειθαρχικό είναι πονόψυχο και κάνει τα στραβά μάτια.)
Δυστυχώς δεν διαθέτουμε καμιά τεκμηριωμένη έρευνα για τη μετά θάνατον ζωή, αλλά ούτε και μαρτυρίες. Σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, δεν έχουμε ούτε μία κατάθεση νεκρού για την εμπειρία του στον άλλο κόσμο. Ετσι, αναγκαστικά θα περιοριστούμε στην παρούσα ζωή, στην οποία όλοι συμμετέχουμε. Και να θέσουμε το ερώτημα: Η ζωή που κάνουμε είναι η ζωή που θέλαμε ή ζούμε σαν να κάνουμε τη ζωή κάποιου άλλου; Με άλλα λόγια, μήπως μας έχει επιβληθεί μια άλλη ζωή που σκοτώνει τη δική μας;
Ο κάθε άνθρωπος που γεννιέται σε αυτόν τον πλανήτη είναι διαφορετικός. Εχει τα δικά του δακτυλικά αποτυπώματα (που σημαίνει μοναδικός), όπως και τα δικά του χαρίσματα και ταλέντα. Και αυτό φαίνεται από την παιδική ηλικία. Αδιάψευστος μάρτυρας είναι τα παιχνίδια που προτιμούν ή οι συνήθειες που έχουν τα παιδιά, αν βέβαια οι γονείς τα σεβαστούν και τα αφήσουν στην ησυχία τους.
Συνήθως οι γονείς διαπαιδαγωγούν τα παιδιά με παιχνίδια της αγοράς που δεν είναι καθόλου αθώα (εκπαιδεύονται στον καπιταλισμό). Παράλληλα, προσπαθούν να κόψουν τις «κακές» συνήθειες που προδίδουν τεμπελιά. Ετσι, αν κάποιο παιδί κάθεται με τις ώρες και κοιτάζει τα κύματα, οι γονείς θα νομίσουν πως το παιδί τους κάτι έχει. Και με αυτόν τον τρόπο μπορεί να δολοφονούν έναν μελλοντικό διάσημο ωκεανολόγο.
Ή κάτι πιο συνηθισμένο: Αν κάποιο παιδί έχει μανία με την μπάλα και παραμελεί τα μαθήματά του, θα κοιτάξουν να το «στρώσουν». Αυτό μπορεί να έχει ως συνέπεια να χαθεί ένα μεγάλο αστέρι του ποδοσφαίρου και ένας εν δυνάμει εκατομμυριούχος.
Για να μη μιλήσουμε για την περίπτωση που το παιδί τους βγαίνει ομοφυλόφιλο, κάτι που εκδηλώνεται συνήθως στην παιδική ηλικία. Αντί να καταλάβουν πως είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο που συναντάται τόσο στους ανθρώπους όσο και στη φύση, εκλαμβάνεται ως ανωμαλία και διαστροφή που πρέπει να «ομαλοποιηθεί». Αυτή ακριβώς η ομαλοποίηση είναι που ευνουχίζει τον άνθρωπο, τον οποίο υποχρεώνουν να ζει μια ζωή που του επιβάλλουν και του στερούν την ελευθερία του, καταστρέφοντας τη θέλησή του να ζήσει τη δική του ζωή.
Λίγοι είναι αυτοί που ξεφεύγουν από αυτόν τον κανόνα. Ολοι εκπαιδευόμαστε με κατεύθυνση να βρούμε μια δουλειά στην υπάρχουσα αγορά εργασίας και όσο το δυνατόν πιο σίγουρη, π.χ. στα Σώματα Ασφαλείας, στην Εκκλησία, στο Δημόσιο.
Με άλλα λόγια: Ο καπιταλισμός γίνεται ο δημιουργός μας και εμείς χάνουμε την ιδιοκτησία του σώματός μας. Και ο Θεός που μας έφτιαξε (κατά μία εκδοχή) πάει περίπατο. Το κεφάλαιο σφετερίζεται όλες τις ανθρώπινες ιδιότητές μας και γινόμαστε, θέλοντας και μη, το στήριγμά του, με τη μισθωτή εργασία, τον καταναλωτισμό μας και τις συνήθειές μας. Τον αναπαράγουμε, άσχετα αν ο καπιταλισμός και η αντίστοιχη πολιτική του εκπροσώπηση μας έχουν σαν αναλώσιμα είδη.
Η Amazon σκέφτεται να ανοίξει στις ΗΠΑ 2.000 μίνι μάρκετ εντελώς αυτοματοποιημένα, χωρίς προσωπικό. Μπαίνοντας ο πελάτης στο μαγαζί, θα σκανάρει στο τερματικό το έξυπνο κινητό, οι κάμερες θα παρακολουθούν το κάθε του βήμα και ό,τι κατεβάσει από τα ράφια, θα χρεώνεται αμέσως στον λογαριασμό του. Με αυτόν τον τρόπο υπολογίζουν πως θα γλιτώσουν είκοσι χιλιάδες μισθούς.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, μέχρι το 2030 αυτός ο εκσυγχρονισμός θα έχει αφανίσει το 40% των σημερινών θέσεων εργασίας στον ανεπτυγμένο κόσμο. Δηλαδή η ανεργία γίνεται προϋπόθεση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Και έτσι έχουμε την εξής αναστροφή: Ενώ ο άνθρωπος είναι το μόνο πραγματικό κεφάλαιο, αυτό το κεφάλαιο εκμηδενίζεται από το χρήμα, που έχει δικτατορική ισχύ και μας εκπορνεύει βαθιά.
Ποιο είναι το αντίδοτο; Η αγάπη και η δημιουργία. Οποιος αγαπάει δεν μετράει. Οπου το χρήμα έχει αξία, οι λέξεις δεν έχουν καμία (βλέπε τον πολιτικό λόγο στη Βουλή). Εκεί που οι λέξεις έχουν αξία (βλέπε δημιουργία) το χρήμα δεν έχει καμία. Αλήθεια, ποια είναι η αξία ενός στίχου του Σολωμού; Ή ακόμα του συνόλου του ποιητικού έργου του Καρούζου που πέθανε με χαρτί απορίας; Ενώ ένας ασήμαντος βουλευτής μπορεί σε τέσσερα χρόνια να έχει αγορεύσει μόνο ένα «ναι» ή ένα «όχι» και να παίρνει μισθό αρεοπαγίτη.
Δηλαδή τον μεγαλύτερο μισθό που δίνει το κράτος. Για να δούμε τον κόσμο σωστά, πρέπει να τον δούμε ανάποδα. Και τότε ίσως να τον καταλάβουμε και κάτι να κάνουμε. Αλλιώτικα, όλοι συντηρούμε και αναπαράγουμε τον καπιταλισμό. Ακόμα και με αριστερή ρητορική. Βλέπε στα καθ’ ημάς ΣΥΡΙΖΑ.

[«Εκαστος ουν ημών εστιν ανθρώπου σύμβολον»] έγραψε ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ ("Καθημερινή", 15.10.2017)

..............................................................
 

«Εκαστος ουν ημών εστιν ανθρώπου σύμβολον»




Παντελής Μπουκάλας έγραψε ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ


  ("Καθημερινή",
Ε​​ν αρχή ην ο λόγος, με πεζό το λάμδα του. Και μάλιστα της Βίβλου ο λόγος, που οι πιστοί τον αντιμετωπίζουν ως θεόπνευστο, άρα αλάθητο, ενώ εκείνοι που προκρίνουν την επιστήμη τον βλέπουν σαν κείμενο που επιδέχεται όσα χαρακτηρίζουν την κριτική ανάγνωση: ζύγισμα με βάση τις αρχές της νόησης, όχι των αισθημάτων, έλεγχο και αμφισβήτηση μετά πειστηρίων. «Γένεσις» 1, 27 λοιπόν: «Και εποίησεν ο θεός τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς». Το χωρίο εξηγεί το πάθος με το οποίο αντέδρασε η ιεραρχία στο νομοσχέδιο για τον προσδιορισμό της ταυτότητας φύλου και απαίτησε την απόσυρσή του, απαίτησε δηλαδή να γίνει αυτή νομοθέτης στη θέση του συνταγματικά οριζόμενου. Εφόσον ο Θεός έπλασε το άρσεν και το θήλυ και τίποτε «ανάμεσό τους», η αποδοχή πως υπάρχει κάτι το ενδιάμεσο, το μετέωρο, το «trangender», το διεμφυλικό όπως ονομάζεται από την επιστήμη, η οποία, σε πείσμα της πίστης, δεν έπαψε να προοδεύει, σημαίνει ότι η Βίβλος σφάλλει, αφού δεν καλύπτει με πληρότητα την ανθρώπινη κατάσταση, τμήμα της οποίας είναι και η βιούμενη αναντιστοιχία ανάμεσα στο βιολογικό φύλο και στο ψυχολογικό. Ισως όμως σημαίνει κάτι βαρύτερο: ότι το θεϊκό σχέδιο, έτσι τουλάχιστον όπως το ιστορεί η Βίβλος, δηλαδή «αυθεντικά», υπολείπεται της πραγματικής ανθρώπινης κατάστασης, η οποία, όπως αναδεικνύεται εμπειρικά και επιστημονικά, είναι βιολογικά πιο περίπλοκη και ψυχολογικά πιο σύνθετη απ’ ό,τι ανέχεται η ταξινομική φράση «άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς».
Οι αυτοσχεδιασμοί των χρωματοσωμάτων, για τους οποίους είναι έτοιμη η επιστήμη, όχι όμως και η θρησκεία, ουδεμία θρησκεία, ταράζουν τη γαλήνη που απορρέει από τη σιγουριά πως όλα είναι πλασμένα «εν σοφία». Αν όλα, απολύτως όλα, τότε πώς όχι και οι «τερατώδεις» τρανς; Αλλος Θεός τούς εποίησε, άλλος ταίριαξε τα γονίδιά τους προτού εκδηλωθεί η ελεύθερη βούλησή τους; Για να μην υπάρχει καν έδαφος για τέτοια ερωτήματα, μια λύση είναι να απαγορευτεί η θεωρία της εξέλιξης και να αναθεματιστεί αναδρομικά ο Δαρβίνος. Μήπως δεν υπάρχει ολόκληρο κίνημα στις ΗΠΑ που απαιτεί να διδάσκεται μόνο η εκδοχή της Δημιουργίας στα σχολεία, ίσως με τη συνδρομή των ταινιών του Χόλιγουντ; Ή μήπως ο πεφωτισμένος Ταγίπ Ερντογάν, πιστός της δικής του αλάθητης θρησκείας, δεν αποφάσισε να επεκτείνει τη δημοκρατία του και στην εκπαίδευση, προστάζοντας να μη διδάσκεται η θεωρία της εξέλιξης στα σχολεία; Οι φονταμενταλισμοί υπερβαίνουν εύκολα όσα τους χωρίζουν για να συναντηθούν στον πυθμένα της οπισθοδρόμησης. Ο Πάπας, πάντως, έχει ήδη αποδεχτεί ως σωστή τη θεωρία της εξέλιξης, καθώς και του Μπιγκ Μπανγκ, ενώ, άλλη βαριά αμαρτία, δέχτηκε με θέρμη στο Βατικανό έναν Ισπανό, που, νιώθοντας από παιδί «το σώμα του σαν φυλακή της ψυχής του», άλλαξε χειρουργικά φύλο. Ε, δεν πιστοποιούν όλα αυτά πως ο Πάπας είναι «αιρετικός»;
Το «θεολογικώς φυσικό» επικαλείται η Εκκλησία, το «βιολογικώς φυσικό» ο Βασίλης Λεβέντης, ο Βασίλης Τσάρτας και κάποιοι που υποτίθεται πως είναι αστέρες στο στερέωμα του φιλελεύθερου πνεύματος. Και διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για όλες αυτές τις «ανωμαλίες» και τις «διαστροφές», καταριόνται τους νομοθέτες, ανακαλύπτουν σκοτεινά σχέδια διάβρωσης του ελληνισμού, εμφανίζονται σίγουροι ότι ισοβίτες θα αλλάζουν φύλο για να πηγαίνουν στις γυναικείες φυλακές και χιλιάδες μετανάστες θα χρησιμοποιήσουν σαν κόλπο τη δήλωση αλλαγής ταυτότητας φύλου, ώστε να μπουν στην Ευρώπη και να μην μπορεί κανείς πια να τους στείλει στην ισλαμική πατρίδα τους, όπου τους αναμένει λιθοβολισμός. Τη φύση πάντως, για να θυμηθούμε τους αρχαίους, την «ανθρωπίνην φύσιν», επικαλείται και ο Αριστοφάνης στο «Συμπόσιον» του Πλάτωνα για να εξηγήσει «την του έρωτος δύναμιν» και την προσπάθεια κάθε ανθρώπου να ολοκληρωθεί, βρίσκοντας την «αδελφή ψυχή», το έτερόν του ήμισυ.
Επινοώντας τον δικό του ανθρωπογονικό μύθο, ο μέγας κωμικός σοβαρολογεί, μάλιστα, όπως τονίζει ο μεταφραστής του «Συμποσίου» Ιωάννης Συκουτρής, η ομιλία του είναι η μόνη στη συνάντηση που σκηνοθέτησε ο Πλάτων που «αφήνει μίαν θέσιν υψηλήν εις την γυναίκα». Και πάλι, εν αρχή ην ο λόγος: «Η γαρ πάλαι ημών φύσις ουχ αυτή ην ήπερ νυν, αλλ’ αλλοία. Πρώτον μεν γαρ τρία ην τα γένη τα των ανθρώπων, ουχ ώσπερ νυν δύο, άρρεν και θήλυ, αλλά και τρίτον προσήν, κοινόν ον αμφοτέρων τούτων, ου νυν όνομα λοιπόν, αυτό δε ηφάνισται· ανδρόγυνον γαρ εν τότε μεν ην και είδος και όνομα εξ αμφοτέρων κοινόν του τε άρρενος και θήλεος, νυν δε ουκ έστιν αλλ’ ή εν ονείδει όνομα κείμενον». Μεταφράζει ο Συκουτρής (το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε από την «Εστία» το 1934): «Παλαιά ο οργανισμός μας δεν ήτον ο ίδιος, όπως τώρα· ήτο διαφορετικός. Πρώτα πρώτα τα φύλα των ανθρώπων ήσαν τρία, και όχι όπως σήμερα δύο, αρσενικόν και θηλυκόν. Υπήρχεν ακόμη και ένα τρίτον, αποτελούμενον απ’ αυτά τα δύο. Το όνομά του μένει ακόμη, το ίδιον όμως έχει εξαφανισθή: το αρσενικοθήλυκον. Ητο τότε ένα ξεχωριστόν φύλον, και συνεδύαζε και εις την εμφάνισιν και εις το όνομα τα δύο άλλα, το αρσενικόν και το θηλυκόν. Τώρα δεν υπάρχει παρά μόνον ως λέξις και χρησιμοποιείται ως ύβρις» («ανδρόγυνος ελέγετο ο θηλυπρεπής άνδρας», εξηγεί ο μεταφραστής).
Τα ανθρώπινα πλάσματα της αριστοφανικής φαντασίας ήταν διπλά, με τέσσερα χέρια και πόδια, δύο πρόσωπα στραμμένα προς αντίθετη κατεύθυνση και «αιδοία δύο». Η τεράστια δύναμή τους τα οδήγησε να τα βάλουν και με τους θεούς. Οργίστηκε ο Δίας, «θα κόψω σε δύο μέρη τον καθέναν» αποφάσισε. Κι έτσι, επειδή «η φύσις δίχα ετμήθη», «αναζητούσε το καθένα το άλλο του ήμισυ και επήγαιναν μαζί. Ετύλιγαν τότε τα χέρια των ο ένας γύρω από τον άλλον, και έτσι σφικταγκαλιασμένοι, γεμάτοι πόθον να κολλήσουν μαζί, εύρισκαν τον θάνατον από την πείναν». Σπλαχνικός ο αρχιολύμπιος, έκανε τις χειρουργικές του επεμβάσεις και τα ανθρώπινα μισά μπορούσαν πια να σμίγουν εν ηδονή και να ολοκληρώνονται. «Εκαστος ουν ημών εστιν ανθρώπου σύμβολον» συμπεραίνει ο Αριστοφάνης. «Ο καθένας μας είν’ ένα ημίτομον [...] και ζητεί διαρκώς ο καθένας το άλλο του ημίτομον». Πώς κόβαμε με τον κολλητό μας στον στρατό ένα κατοστάρικο στα δύο, ώστε χρόνια μετά να ενώσουμε τα μισά και να δείξουμε άθικτη τη φιλία μας; Και οι αρχαίοι έκοβαν ένα νόμισμα ή ένα όστρακο κι όταν ξανάσμιγαν έβαζαν μαζί τα κομμάτια (τα «συνέβαλον») για τους ίδιους λόγους. Εξ ου και το σύμβολο.
Ενα παραμύθι η ιστορία του Αριστοφάνη. Μα ίσως πιο κοντά στ’ ανθρώπινα απ’ ό,τι οι μεγάλες Αλήθειες.


"H ευτολμία των βρικολάκων" έγραψε ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ("Καθημερινή", 15/10/2017)

............................................................
 

H ευτολμία των βρικολάκων




Χρήστος Γιανναράς έγραψε ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

("Καθημερινή", 15/10/2017)

 

 

Υ​​πάρχουν ανιδιοτελείς εκσυγχρονιστές, χωρίς άλλο. Mε ειλικρινές ενδιαφέρον να αντιπαλαίψουν την καθυστέρηση, την αναχρονιστική γραφειοκρατία, την ατολμία για μεταρρυθμίσεις. Θέλουν, για το καλό όλων, μια κοινωνία «ανοιχτή», αυτοθεσμιζόμενη, με ευέλικτους θεσμούς και συνεχή μεταρρυθμιστική ετοιμότητα για την πρόσληψη του καινούργιου, την προσαρμογή στις συνεχώς νέες συνθήκες, ανάγκες, στοχεύσεις.
Yπάρχουν σίγουρα και οι φτηνιάρικες απομιμήσεις: εκσυγχρονιστές με κίνητρο μόνο την ιδιοτέλεια. Eγνοια τους είναι να φαίνονται «μοδέρνοι», να τρέχουν πίσω από το επικαιρικό που γυαλίζει, να αντλούν σπουδαιοφάνεια από τη μίμηση του απλώς εντυπωσιακού.
Yπάρχουν και τα δύο είδη εκσυγχρονιστών, σκόρπια σε ολόκληρο (σχεδόν) το φάσμα του ελλαδικού κομματικού κατεστημένου. Kαι αυτονόητο αίτημα πολλών, φαντάζομαι, Eλλήνων είναι: να μπορούσαν οι ανιδιοτελείς εκσυγχρονιστές, από οποιοδήποτε κόμμα, να συνενωθούν σε ένα καινούργιο σχήμα. Nα συγκροτήσουν αυστηρά μεθοδική πρόταση πολύ συγκεκριμένων θεσμικών μεταρρυθμίσεων και να ζητήσουν την ψήφο του λαού, προκειμένου να τολμηθεί (στην πράξη επιτέλους, όχι στα λόγια) «επανίδρυση του κράτους».
Aν οι ανιδιοτελείς εκσυγχρονιστές (της «Aριστεράς» της «Δεξιάς», του «Kέντρου») συναθροίζονταν σε ένα κόμμα άτεγκτα συνεπές με τις αρχές τους (πρωταρχικά: με εσωκομματική διάρθρωση, οργάνωση, λειτουργία ριζικά διαφορετική από τις υπάρχουσες), το εγχείρημα πιθανόν να προσλάμβανε τη δυναμική του καταλύτη: να μεταμόρφωνε το πολιτικό τοπίο. Nα υποχρέωνε σε αντίστοιχη κομματική συνένωση και τους ανιδιοτελείς «συντηρητικούς» (αν υπάρχουν), δηλαδή πολιτικούς που θέλουν να αντλούν από την Iστορία, την πείρα, την παράδοση κριτήρια για ενεργό (όχι παθητική - μιμητική) πρόσληψη του καινούργιου.
Θα είχαμε έτσι έναν κομματικό στίβο με δύο σχήματα ανυπόκριτου ανταγωνισμού, δυνάμεις υγιούς διαφορότητας. Tο αισθητήριο αυτοπροστασίας των ψηφοφόρων μάλλον θα οδηγούσε τη σημερινή απαξίωση των διεφθαρμένων «πολυσυλλεκτικών» κομμάτων σε πολιτική τους εξαφάνιση. Θα έχαναν και τους πιο αμβλύνοες οπαδούς τους τα κόμματα τα υποταγμένα σήμερα στην εμπορία των εντυπώσεων, στον αρχηγισμό και συνωδά στον ραγιαδισμό, στον διατεταγμένο ενδοτισμό.
Διατυπωμένο σε επιφυλλίδα το στόχευμα μοιάζει ιδεώδες, δηλαδή ουτοπικό. Kαι ο εξωπραγματικός χαρακτήρας του έχει φανερή την αιτία: Πού να βρεθούν σήμερα κίνητρα ανιδιοτέλειας, τιμιότητας, ειλικρίνειας; H απουσία τους βεβαιώνει όχι μιαν έλλειψη «ηθικότητας» του πολιτικού προσωπικού, αλλά τη ριζική αλλαγή των προϋποθέσεων άσκησης της πολιτικής. Για ανιδιοτέλεια, τιμιότητα, ειλικρίνεια μιλάμε πια μόνο στους προσκόπους, στα κατηχητικά ή σε λέσχες υπερηλίκων που αδολεσχούν εξωραΐζοντας το στοκ των αναμνήσεών τους.
Για να αποκτήσουν πολιτικό ρεαλισμό οι παραπάνω έννοιες, προϋποτίθεται η σύνδεσή τους με διαφορετικές ανάγκες, πραγματικές ανάγκες, όχι ψυχολογικές κατασκευές. Kαι το πλεονέκτημα της ελλαδικής κοινωνίας σήμερα είναι ότι οι ανάγκες της, με τρόπο δραματικό, οδυνηρότατο, έχουν αλλάξει: δεν μπορούν πια να είναι πρωτίστως καταναλωτικές, είναι πρωτίστως ανάγκες επιβίωσης. Oμως οι επαγγελματίες της πολιτικής δεν το έχουν συνειδητοποιήσει.
O κ. Tσίπρας, όταν αρχήγευε σε ένα κόμμα με το 4,5% της λαϊκής προτίμησης, μιλούσε μια γλώσσα που θα όφειλε να τη μιλάει σήμερα με δεδομένη την παντοδαπή καταστροφή, κρατική και κοινωνική. Tότε, στην τυφλή γενικευμένη υστερία του καταναλωτικού πλιάτσικου, δεν θα ενοχλούσε κανέναν αν ρεκλαμάριζε τις «αισιοδοξίες» που σκαρφίζεται σήμερα. Θυμηθείτε και τον λόγο του κ. Kυριάκου Mητσοτάκη όταν ήταν υπουργός, τολμήστε τη σύγκριση με τη σημερινή, αποκλειστικά καταγγελτική κενολογία του. Θα έλεγε κανείς ότι η κραυγαλέα παρακμή μας έχει διαμορφώσει ένα καλούπι κυβερνητικού και ένα αντίστοιχο αντιπολιτευτικού λόγου για κάθε χρήση, άσχετα με οποιεσδήποτε επιφάσεις «ιδεολογικής» ή και συνθήκες ιστορικές.
Tο απελπιστικό δεδομένο είναι η αχρωμία και ομοιομορφία αυτού του φορμαλιστικού λόγου: τον γεννάει όχι η πολιτική εκδοχή της κοινωνικής ανάγκης, αλλά η χρυσοπληρωμένη δεξιότητα των επαγγελματιών του μάρκετινγκ. Γι’ αυτό και του πρωθυπουργού Tσίπρα ο γλωσσότυπος είναι προκλητικά ίδιος με αυτόν της πρωθυπουργίας Σαμαρά, όπως και ο αντιπολιτευτικός γλωσσότυπος του Kυριάκου Mητσοτάκη μέτρια απομίμηση του Eυάγγ. Bενιζέλου. Iδια και πανομοιότυπη επαγγελματική άμυνα της εξουσίας, ίδιες και οι αρρωστημένες ναρκισσιστικές μονομανίες.
O εξευτελισμός και η ανυποληψία του πολιτικού προσωπικού έχουν ακυρώσει θεμελιώδεις προϋποθέσεις λειτουργίας του κράτους και της κοινωνίας. O παγιωμένος μηδενισμός, η πεισματικά θελημένη αυτοχειρία (μεθοδική καταστροφή της κοινωνικής συνοχής, αποδιοργάνωση της γλώσσας, υπονόμευση της ιστορικής συνείδησης, εξάλειψη του κοινοτικού βίου) δικαιολογούν την απορία: Γιατί οι επίβουλοι γείτονες καθυστερούν τον διαμελισμό μιας χώρας που συντηρείται τεχνητά στην ιστορική ύπαρξη επιτροπευόμενη και με τα τιμαλφή της σε υποθήκη; Iσως για να μη χάσουν «επεισόδια» διεθνούς ψυχαγωγίας, όπως η ποικιλότροπα ψιμυθιωμένη νεκρανάσταση (κοινώς βρικολάκιασμα) του πασοκικού εφιάλτη ως «Kεντροαριστεράς».

"Το επείγον θέατρο της Λούλας Αναγνωστάκη" γράφει ο Θωμάς Τσαλαπάτης (http://tsalapatis.blogspot.gr, 17/10/2017)

.............................................................


Το επείγον θέατρο της Λούλας Αναγνωστάκη 

 



Ελισάβετ: Έχω την εντύπωση πως ούτε καν μ’ ακούς. Όταν σκοτείνιαζε εντελώς ανεβαίναμε στην ταράτσα. Μου ’δειχνε μακριά τις παλιές συνοικίες και τα κάστρα που τις περιβάλλουν… Τα’ χεις δει ποτέ αυτά τα κάστρα;
Κίμων: Δε φαίνονται από το παράθυρο.
Ελισάβετ: Όχι, δε φαίνονται από το παράθυρο. Μόνο από ψηλά – πολύ ψηλά. Αυτά τα κάστρα που άλλοτε ήταν το φρούριο της πόλης και τώρα έχουν γίνει φυλακές.
Κίμων: Φυλακές;
Ελισάβετ: Ναι, υγρές, σκοτεινές φυλακές.
Κίμων: Τι κάνατε στην ταράτσα;
Ελισάβετ: Κοιτάζαμε. Εκείνος τέντωνε το δάχτυλό του σε ένα σημείο. «Εκεί», μου έλεγε, «εκεί πέρα, τα χαράματα ντουφεκίζουν τους καταδικασμένους σε θάνατο». Δεν καταλάβαινα γιατί επέμενε να μου το λέει αυτό κάθε βράδυ και να μου δείχνει τεντώνοντας το δάχτυλό του προς το βορρά. Έπειτα χαθήκαμε κι έπειτα μια μέρα διάβασα το όνομά του στην εφημερίδα. Ήταν κι αυτός ανάμεσα στους καταδικασμένους σε θάνατο και είχε εκτελεστεί την αυγή. Δεν είναι παράξενο;
(Λούλα Αναγνωστάκη, Η Πόλη)

Έρχεται κάποια στιγμή που φτάνει η ώρα του απολογισμού. Η ώρα αυτή που η ζωή, το έργο μπορούν να συσσωρευτούν σε μια πυκνή φράση που θα εμπερικλείει τις αξίες, τις επιτυχίες και την ουσία, μιλώντας γρήγορα, αλλά όχι βιαστικά, για την αυλακιά που αφήνει ο καλλιτέχνης στο σώμα της τέχνης που διάλεξε να υπηρετεί. Πολλές φορές η ώρα αυτή έρχεται με το θάνατο του συγγραφέα. Σε επικήδειους, άρθρα απολογισμού, αναμνηστικά αφιερώματα. Για την Λούλα Αναγνωστάκη η ώρα αυτή δεν έχει φτάσει. Πάντοτε είχα την αίσθηση πως παρά τη δημοφιλία των έργων της, τις συχνές παραστάσεις και επαναλήψεις τους, την καθολική αποδοχή της αξίας τους η σημασία της, η θεατρική και η λογοτεχνική προσφορά της δεν έχουν αναγνωριστεί στο βαθμό που τους αντιστοιχεί, παρά μόνο ως ένα βαθμό. Το όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον της νέας γενιάς για τα έργα της, ο όλο και αυξανόμενος αριθμός παραστάσεων από νεότερους σκηνοθέτες, το αγκάλιασμα του έργου της από νεότερους ηθοποιούς και συγγραφείς συντείνουν στο γεγονός πως αυτό θα αλλάξει.
Η Λούλα Αναγνωστάκη έφυγε στις 8 του Οκτώβρη. Υπήρξε η μικρότερη αδελφή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, γυναίκα του Γιώργου Χειμωνά και μητέρα του Θανάση Χειμωνά. Έκανε την πρώτη της εμφάνιση το 1965 στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν το 1965 με την τριλογία της Πόλης, τα μονόπρακτα Η διανυκτέρευση, Η Πόλη, Η Παρέλαση σκηνοθετημένα από τον Κάρολο Κουν σε μια ενιαία παράσταση. Σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά που συναντούμε στην μετέπειτα εργογραφία της είναι κυρίαρχα και εδώ. Η Αναγνωστάκη εμφανίζεται ως έτοιμη συγγραφέας με ξεχωριστή δική της γλώσσα ήδη από την πρώτη της εμφάνιση.
Τα έργα της που θα ακολουθήσουν θα μας χαρίσουν μια σειρά από παραστάσεις- σταθμούς μέσα από εξαιρετικές σκηνοθεσίες. Από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν οι παραστάσεις «Αντόνιο ή το Μήνυμα» (1972), «Η νίκη» (1978), «Η κασέτα» (1982) και «Ο ήχος του όπλου» (το 1987, τελευταία σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν). Το 1990 ο θίασος Τζένης Καρέζη – Κώστα Καζάκου παρουσίασε το έργο «Διαμάντια και μπλουζ», σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου. Το 1995 ανέβηκε το «Ταξίδι μακριά» από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή. Το 1998 το μονόπρακτο «Ο ουρανός κατακόκκινος» από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Βίκτορα Αρδίττη και το 2003 το έργο «Σ’ εσάς που με ακούτε» από τη Νέα Σκηνή, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή και πολλές ακόμη. Τα έργα της Αναγνωστάκη μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και παίχτηκαν σε πολλές σκηνές εκτός Ελλάδας (Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία, Κύπρο, Ισπανία, ΗΠΑ).
Ρεαλισμός και παράλογο
Αν θέλουμε να τοποθετήσουμε το έργο της Αναγνωστάκη σε κάποια θεατρική κατηγορία αυτό θα ήταν το θέατρο του παραλόγου. Έστω ως αφετηρία. Πολύ συχνά ο χρόνος και ο χώρος (ακόμη και όταν αναφέρονται) είναι σχετικοί. Οι ήρωες βιώνουν το υπαρξιακό κενό ως ατομική, αλλά και ως συλλογική συνθήκη. Αυτό που διαχωρίζει την Αναγνωστάκη από τους υπολοίπους εκπροσώπους του είδους είναι η κοινωνική της γείωση και η πολιτική διάσταση των έργων της. Οι αναφορές σε ένα κατοχικό και εμφυλιακό παρελθόν και ένα παρόν συχνά αστυνομοκρατούμενο. Είναι σε πολλές περιπτώσεις που έχεις την αίσθηση πως η πληγή του εμφυλίου (μοτίβο κοινό σχεδόν σε όλα τα έργα της) είναι το ίδιο το παράλογο για την Αναγνωστάκη.
Σε αντίθεση με το θέατρο του παραλόγου, τα έργα της Αναγνωστάκη δεν έχασαν ποτέ το ρεαλιστικό τους περίβλημα. Πολύ συχνά ελλειπτικά, ποιητικά, με συμβάντα στα όρια του πιθανού είναι έργα αυτού του κόσμου. Το ίδιο και η γλώσσα της. Η ποιητική της Αναγνωστάκη προκύπτει από μια γλώσσα ειπωμένη, πατημένη από καθημερινές φωνές και φράσεις που ακόμα και όταν φτάνουν στο όριό τους ελέγχονται και επικοινωνούνε πλήρως. Η χαμηλόφωνη μουσική των τσεχωφικών ηρώων, οι εσωτερικές συγκρούσεις και η αποτύπωσή τους σε εξωτερικά γεγονότα, οι απογοητεύσεις, η μοναξιά και η μελαγχολία, ο αποκλεισμός και η πληγή του παρελθόντος έχουν κλίμακα ανθρώπινη. Ταυτόχρονα, όμως, η καθημερινή συνύπαρξη με το θάνατο και τη σκληρότητα, η διάλυση των ταυτοτήτων και η διάχυση των χαρακτήρων, η υπερβατική παρουσία της ιστορίας και ο τρόπος που ορίζει τις ανθρώπινες μοίρες γεννούν γεγονότα και καταστάσεις που ανήκουν στις πιο χαρακτηριστικές σκηνές του θεατρικού παραλόγου.
Ίσως σε αυτή τη συνύπαρξη ρεαλισμού και παραλόγου να οφείλεται το γεγονός πως τα καλύτερά της έργα προκύπτουν όταν τα στοιχεία του παραλόγου, του ρεαλισμού και της κοινωνίας υπάρχουν ισόποσα σε ένα αρμονικό σύνολο. Στο αριστούργημά της, την «Κασέτα» του 1982, η συνύπαρξη αυτή είναι απόλυτη. Το παράλογο συνυπάρχει με το απολύτως ρεαλιστικό, το παγκόσμιο με το απολύτως ελληνικό, το αφηρημένο με το απολύτως συγκεκριμένο σε ένα σύνολο με πλήρη έλεγχο των εκφραστικών μέσων, της θεατρικής οικονομίας, της ανάπτυξης των χαρακτήρων. Καταφέρνοντας να εντυπώσει ταυτόχρονα και με απόλυτη ακρίβεια τους μεταπολιτευτικούς ελληνικούς ανθρωπότυπους με το αδιέξοδο του ανθρώπου στις δυτικές μεταπολεμικές κοινωνίες. Τον κοινωνικό αποκλεισμό ενός ήρωα σε μια συγκεκριμένη συνθήκη με το υπαρξιακό άγχος του ανθρώπου συνολικά.
Η θέση που της αναλογεί
Όχι λοιπόν, η ώρα του απολογισμού για τη Λούλα Αναγνωστάκη δεν έχει φτάσει. Θα έλθει μόλις λάβει τη θέση που της αξίζει, όχι μόνο στο χώρο του θεάτρου, αλλά και στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Μια ιστορία που συστηματικά υποβαθμίζει το θεατρικό κείμενο σε σχέση με μυθιστόρημα ή την ποίηση, προσπαθώντας να αγνοήσει συγγραφείς που δεν γίνεται πια να αγνοηθούν. Η ώρα του απολογισμού για τη Λούλα Αναγνωστάκη θα έλθει μόλις αποκτήσει τη θέση που της αναλογεί στην ιστορία αυτή: ως μια από τους σημαντικότερους εκπροσώπους ενός σημαντικού λογοτεχνικού είδους και μια από τις σημαντικότερες συγγραφείς της ελληνικής γλώσσας.
(στην εφημερίδα Εποχή)