Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Μια κοινωνία μικρομίσους, πολιτικού αδιεξόδου και αριστερής απομάγευσης. Ο Νικόλας Σεβαστάκης μιλά στο LIFO.gr και στην Αργυρώ Μποζώνη. (www.lifo, 27/4/2015)

...............................................................





Μια κοινωνία μικρομίσους, πολιτικού αδιεξόδου και αριστερής απομάγευσης.

 
Αυτά τα χρόνια βγήκαν εντάσεις που πέρασαν και στο προσωπικό. Χάσαμε και μαλώσαμε με φίλους που ήταν κοντά μας. Το πολιτικό μπήκε στο προσωπικό ξανά. Στην δεκαετία του '90 ή και του 2000, στην εποχή της ευημερίας το πολιτικό και το προσωπικό είχαν μιαν απόσταση.
 

Ο Νικόλας Σεβαστάκης μιλά στο LIFO.gr για το αδιέξοδο του Σύριζα, τους τυχοδιωκτισμούς του τώρα και τον κίνδυνο ανόδου μιας μνησίκακης, λαϊκής Δεξιάς.

Από την ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ

Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο, ο Νικόλας Σεβαστάκης ασχολήθηκε με την ποίηση, το φιλοσοφικό δοκίμιο, την κριτική και την πολιτική θεωρία. Τον συναντήσαμε στη Θεσσαλονίκη και μιλήσαμε για την πολιτική, την κοινωνία, τη νοσταλγία, τη λογοτεχνία και τη ρουτίνα.

…………………………………………………………………………………………………..

Στα κείμενά σας ασκείτε κριτική στη νοσταλγία, αντιθέτως τη συναντάμε τόσο στα λογοτεχνικά σας κείμενα όσο και στις μουσικές που διαλέγετε και ανεβάζετε στο facebook. Αυτό δε είναι κάπως αντιφατικό;

Νομίζω δεν υπάρχει αντίφαση γιατί το πρόβλημα είναι να μη μεταβάλλεται κάτι σε ιδεολογία. Από τη στιγμή που ο τόπος, η ιδιαίτερη πατρίδα, οι σχέσεις μεταβληθούν σε ιδεολογία και κατασκευάσεις ένα πρόταγμα, υπάρχει πρόβλημα. Γίνεται ιδεολογική χρήση του βιώματος. Γίνεται εθνοφολκλόρ. Αν, αντίθετα, αποδραματοποιήσεις τη νοσταλγία και τη δεις σαν μια ατομική σχέση που μπορεί να εμπλουτίσει την κατανόηση του παρόντος είναι κάτι άλλο. Ας μιλήσουμε λοιπόν για το παρόν και την κατανόησή του Ζούμε μια κρίση. Είναι μια φάση όχι ακριβώς μετάβασης αλλά στασιμότητας. Αυτό που βλέπω είναι ότι δε βγήκε κανένα νέο παράδειγμα όχι απλώς διακυβέρνησης, αλλά ακόμα και απλής διαχείρισης


[Το «εμείς ή αυτοί» λειτούργησε καταστροφικά. Δε μπορεί να παράγει τις συναινέσεις ή τις συναντήσεις που χρειάζεται οποιαδήποτε στιγμή κρίσης για να ξεπεραστεί. Δε μπορείς να λειτουργείς με όρους ενός μεταφυσικού εμφυλίου, ενοχοποιώντας την αντίπαλη άποψη ως εθνικά και κοινωνικά ύποπτη.]



Υπάρχει κάποια εξήγηση γι αυτό;

Είμαστε στη λογική της ευκολίας. Ο ριζοσπαστισμός που γεννήθηκε μέσα στα τελευταία χρόνια ως αντίδραση, ως άρνηση του προηγούμενου συστήματος εξουσίας των ανθρώπων, δε γονιμοποίησε κάτι καινούργιο, πραγματικές αλλαγές, αλλά δημιουργεί ουσιαστικά μια τάση παλινόρθωσης του προμνημονιακού καθεστώτος ή πλευρών του προμνημονιακού συστήματος.

Γιατί συνέβη αυτό;

Γιατί δε συνοδεύτηκε από μια αυτοκριτική, από μια σκέψη για το τι πάει άσχημα στο εσωτερικό σύστημα. Η κυβερνητική λογική λειτούργησε και λειτουργεί με όρους μνημόνιου-αντιμνημόνιου. Αυτός ο όρος, το «μνημόνιο-αντιμνημόνιο», παράγει αντιπολιτική ή επιστροφή σε πλευρές ενός παρελθόντος, χωρίς να δημιουργεί κάτι μεταρρυθμιστικό, έστω αριστερά μεταρρυθμιστικό με όρους του κοινωνικού ζητήματος. Στην Ελλάδα υπήρξε κοινωνικό ζήτημα. Υπήρξε διεύρυνση της φτώχειας, των ανισοτήτων, της ανεργίας. Δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με ένα πολιτισμικό ζήτημα, με πρόβλημα κοινωνικών συμπεριφορών και λαϊκισμού. Υπήρξε κοινωνική οδύνη. Η απάντηση δε θα μπορούσε να είναι λοιπόν συμβατική. Έπρεπε να πάει κανείς παραπέρα, να επινοήσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Αυτό το πράγμα δεν έγινε και η κύρια δύναμη που της ανέθεσε η δυναμική των πραγμάτων να το φέρει εις πέρας, ο ΣΥΡΙΖΑ, -όχι μόνη της, αλλά σε διάλογο με άλλες δυνάμεις-, πήγε στην ευκολία. Πήγε σε έναν ιδιότυπο εθνικισμό βασισμένο περισσότερο στη μνήμη, τη νεανική μνήμη, τη μνήμη του ΕΑΜ ή σε άλλες μνήμες, όπως τον αντιφασισμό. Όμως αυτό δεν παράγει κάτι καινούργιο, δεν είναι δημιουργικό και κατέληξε σε αυτό το υβρίδιο με τους ΑΝΕΛ. Και αυτό ως λογική κατάληξη του αντιμνημονιακού. Έχουμε καταλήξει στα πολιτικά αδιέξοδα της στιγμής επειδή δε φτιάχτηκε μια πραγματική κατάφαση στο «τι θέλω εγώ να συμβεί στο ελληνικό σύστημα εξουσίας, στην ελληνική οικονομία, στο ελληνικό πανεπιστήμιο». Η επένδυση έγινε σε μια εύκολη αρνητική προσέγγιση, στην απόρριψη του άλλου ως κακού, μειοδότη ή προδότη.

Αυτές οι διαπιστώσεις σας ενοχλούν σήμερα;

Το λέω με στενοχώρια γιατί το 2010 και το 2011 έκανα την υπόθεση ότι χρειάζεται μια αλλαγή παραδείγματος και ότι δε μπορούσες να πας προς αυτή την αλλαγή με όρους κέντρου ή συναίνεσης. Υπέθετα ότι χρειάζεται να τραβήξεις τη διαπραγμάτευση προς τη ριζοσπαστικότητα. Όχι όμως προς τον εθνικισμό, όχι προς την αθώωση της ελληνικής κοινωνίας συνολικά. Το να μιλάς για την κοινωνία απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό είναι ένα εξαιρετικά αφηρημένο πράγμα. Γιατί μέσα στην κοινωνία υπάρχει το μεγάλο τμήμα των μεσοστρωμάτων που αναπαρήγαγε ανισότητες, αναπαρήγαγε πολιτική διαφθορά, εκμεταλλευτικά συστήματα. Και ξαφνικά τι γίνεται; Υπάρχει μια συνολική οπισθοδρόμηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρει την αντίληψη μητρόπολης -περιφέρειας. Ξαναγυρίζουμε στην ανάλυση που έκανε το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ το 75-77. Η μητρόπολη και η περιφέρεια, ο ιμπεριαλισμός - ο λαός, σχήματα που μας γυρίζουν στις πιο παρωχημένες εκδοχές της αριστεράς και κεντροαριστεράς. Είναι σχήματα που λειτούργησαν και έφεραν ψήφους, αλλά δεν προκύπτει από αυτά καμία σκέψη για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.

Η δική σας ανάλυση θα ήταν αποτελεσματική για ένα κόμμα που θέλει να κυβερνήσει;

Ομολογώ ότι αν εισακουγόταν η δική μου ανάλυση μπορεί να μην έβγαινε ο ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί έπρεπε να μιλήσει διαυγώς και ορθολογικά, να κάνει μια πιο ζόρικη ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας βγάζοντας ευθύνες και προς τα κάτω, όχι μόνο προς τα πάνω, χωρίς όμως ισοπεδωτισμούς. Αυτό προφανώς και δεν εξυπηρετεί μια μελλοντική κυβέρνηση. Όχι, δεν εξυπηρετεί. Εξυπηρετούν άλλες απλουστεύσεις όπως η λογική που επικράτησε τα τελευταία χρόνια, το «εμείς ή αυτοί». Το αποδομώ γιατί το θεωρώ ένα πολύ μοιραίο και αρνητικό σύνθημα. Παίρνεις την πολυπλοκότητα της κατάστασης και φτιάχνεις ένα δυαδικό σχήμα, μανιχαϊστικό, το οποίο -για να μιλήσω ρεαλιστικά- συναθροίζει και συνασπίζει τις δυσαρέσκειες, τις δυσφορίες, τις αρνήσεις. Αυτή είναι η μισή δουλειά. Η υπόλοιπη είναι η θέση και η σύνθεση. Εκεί λοιπόν το «εμείς ή αυτοί» λειτούργησε καταστροφικά. Δε μπορεί να παράγει τις συναινέσεις ή τις συναντήσεις που χρειάζεται οποιαδήποτε στιγμή κρίσης για να ξεπεραστεί. Δε μπορείς να λειτουργείς με όρους ενός μεταφυσικού εμφυλίου, ενοχοποιώντας την αντίπαλη άποψη ως εθνικά και κοινωνικά ύποπτη.


Εννοείτε την καχυποψία που διαπερνά και την κοινωνία σήμερα;

Όλες οι ύστερες μοντέρνες κοινωνίες, ακόμα και αυτές με ιδιόμορφες ή αρχαϊκές πλευρές όπως η ελληνική, είναι κοινωνίες της καχυποψίας και όχι της δημιουργικής αμφιβολίας. Δε θέτουν σε διερώτηση μια πραγματικότητα ή προηγούμενες θέσεις. Υπάρχει η κουλτούρα της καχυποψίας και της διαβολής. Η καχυποψία παράγει μόνο ένα μικρομίσος, έναν κοινωνικό φθόνο.

Πού πιστεύετε ότι οδηγούμαστε;

Ο φόβος μου είναι ότι οι αδεξιότητες, οι ανεπάρκειες, οι αποτυχίες, οι τυχοδιωκτισμοί του τώρα μπορεί να οδηγήσουν σε μια άλλη ριζοσπαστικότητα νέου τύπου. Στο εκκρεμές, όπου ο εθνικισμός θα χάσει αυτά τα εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά και θα γίνει σκέτα μνησίκακος. Θα δούμε, ενδεχομένως, μια στροφή, γιατί η ματαίωση προσδοκιών στα λαϊκά στρώματα τείνει συχνά προς μια λαϊκή δεξιά και όχι προς μια δημιουργική και έλλογη κεντροαριστερά η οποία θα συνδιαλεγόταν με την αριστερά.

Το παιχνίδι της κεντροαριστεράς συγκρότησης θεωρείτε ότι χάθηκε;

Είναι πολύ δύσκολο. Δε θεωρώ ότι χάθηκε οριστικά, είναι όμως δύσκολο γιατί υπάρχει υποκειμενισμός και αγώνας δικαίωσης για ομάδες και πρόσωπα. Ο καθένας μπαίνει στην αρένα της πολιτικής ή της ιστορίας γιατί πρέπει να δικαιώσει την ταυτότητά του και το άτομό του. Και θεωρώ μοιραίο ή πολύ αρνητικό -που αποδείχτηκε αυτά τα χρόνια- ότι δε σκεφτόμαστε τα προβλήματα, αλλά την ταυτότητά μας. Η αριστερά πολλές φορές σκέφτεται με όρους δικαίωσης της ιστορίας ή της ήττας της. Επιχειρεί να αναπληρώσει τις απώλειες του παρελθόντος ή να δικαιώσει το παρελθόν της και υποτιμά το καθήκον του να απαντήσει στο σημερινό πρόβλημα, το οποίο περνά σε δεύτερο πλάνο. Αυτό το συναντά κανείς και στην κεντροαριστερά αλλά και σε πιο μετριοπαθείς χώρους. Στην Ελλάδα παίζουν ρόλο και τα πρόσωπα και οι παρέες. Και τι άλλο είναι ο εύκολος εθνικισμός και η κοινωνική δημαγωγία παρά το να επαναπαύεται κάποιος σε αυτό που του φέρνει κέρδος και τον κολακεύει. Είναι όμως πολύ εύθραυστο το ελληνικό καφενείο. Η επιβράβευση μπορεί την επόμενη στιγμή να είναι απόρριψη. Φοβάμαι ότι αριστερά και κεντροαριστερά μπορεί να βρεθούν χαμένες από μια συντηρητική παλινόρθωση με ακραία χαρακτηριστικά.


[Δε θέλω να πω ψέμματα, ούτε στον εαυτό μου ούτε στους άλλους. Ούτε να αποσιωπήσω πράγματα που είναι άβολα ή ενοχλητικά για το κοινό, στα αμφιθέατρα, τις συγκεντρώσεις, στα κοινωνικά κέντρα. Γιατί ο άλλος περιμένει τον εχθρό. Αυτό σημαίνει πολιτική μέσα στην κρίση. Να ονοματίζει κανείς τον εχθρό του.]


Ο μετριοπαθής είναι ο μεγάλος ηττημένος της εποχής;

Υπάρχει μια παρεξήγηση με την μετριοπάθεια. Νομίζουμε ότι ο μετριοπαθής είναι κάποιος που παίρνει στρογγυλεμένες και κάπως κομψές θέσεις, δεν υψώνει τον τόνο, φροντίζει να έχει μια μεσαία τοποθέτηση στην κλίμακα. Θεωρώ ότι αυτή είναι μια ρηχή αντίληψη της μετριοπάθειας. Η μετριοπάθεια με την καλή έννοια του όρου είναι αυτή που μπορεί σήμερα να έχει τη διαύγεια μιας τοποθέτησης που μπορεί να είναι και σκληρή. Η μετριοπάθεια είναι για μένα και η προσπάθεια να μην απωθείς το πάθος ή το συναίσθημα χάριν ενός τεχνοκρατικού ορθολογισμού. Να τα συνδυάσεις αυτά, να τα φέρεις κοντά. Αυτό είναι δύσκολο. Σήμερα τα πράγματα λειτουργούν με ασυμμετρίες. Δε λειτουργούν στρογγυλεμένα, είμαστε σε μια άλλη εποχή των άκρων. Ούτε ο ριζοσπαστισμός, αντίθετα, πρέπει να είναι κάτι κραυγαλέο ή φωνακλάδικο. Το να θεωρεί κάποιος πως είναι ριζοσπάστης όταν είναι απλώς αγενής ή περισσότερο φωνακλάς από τους άλλους , ε, αυτό είναι πολύ φτωχή και παρακμιακή αντίληψη ριζοσπαστισμού. Ο ριζοσπαστισμός μπορεί να συνδυαστεί με την μετριοπάθεια όταν κάποιος θέτει τα προβλήματα και προσπαθεί να είναι διαυγής στις απαντήσεις του ως προς αυτά. Τότε δεν αρκείται στις μισές λύσεις. Πρόκειται για την διαλεκτική παθών και νου, αρχαίο πράγμα που ξεχνάμε.

Δώστε μου ένα παράδειγμα.

Το περιβαλλοντικό. Είναι ένα σοβαρότατο ζήτημα. Εκεί δε μπορείς να πας με μικρολύσεις. Θέλεις μεγάλες παρεμβάσεις στο μοντέλο ανάπτυξης, στο μοντέλο παραγωγής, κατανάλωσης. Όμως το περιβαλλοντικό δεν είναι απλώς η κινηματική αντίληψη, γιατί θέλει και επιστήμη και τεχνική και να βάλεις και την πείρα αιώνα σου να δουλέψει. Θέλει και κίνημα και νου. Η ουδετερότητα τι χώρο καταλαμβάνει; Την ουδετερότητα δε μπορώ να την καταλάβω. Μπορώ να καταλάβω κάποιον που δυσκολεύεται να βρει εύκολα θέση στο υπάρχον παιχνίδι του πολιτικού πολέμου. Εγώ έφυγα από μια αντίληψη ριζοσπαστισμού που ανέδειξε τις προβληματικές της πλευρές αλλά δεν μπορώ να πάω στη λογική του ουδέτερου. Ουδετερότητα είναι μια στρατηγική αυτοσυντήρησης που την έχουμε όλοι σε μια φάση της ζωής μας.

Η φάση της ζωής μας ποιά ήταν αυτά τα χρόνια;

Τώρα ξαναμπήκαν τα κεντρικά πολιτικά πάθη στις παρέες, ξαναμπήκαν στα ζευγάρια, ξαναμπήκαν μέσα στο μικροεπίπεδο. Αυτό έβγαλε μικροεντάσεις και δυσαρέσκεια και είχε ένα ψυχικό κόστος. Και αυτό ακριβώς μπορεί να γεννήσει μια επιθυμία εξόδου από την πολιτική, μια καινούργια απολιτικότητα, ακριβώς επειδή βιώθηκε δυσάρεστα όλη αυτή η περίοδος. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι τα καινούργια εργαλεία σύγκρουσης; Γεννήθηκε μια επιθετικότητα στις συμπεριφορές και τη γλώσσα. Έχουμε μια απελευθέρωση λεκτική, μια απελευθέρωση της βρισιάς, μια άνοδο της ωμότητας και αυτό υπάρχει και σε ένα άλλο επίπεδο, ακόμα και στην τέχνη. Είμαστε υποχρεωμένοι για αναστοχασμό. Να βάζουμε ένα όριο. Το όριο είναι απελευθερωτικό γιατί ο κανόνας σε προφυλάσσει από το μετανιώσεις και γι αυτό που έχεις πει. Σε προσωπικό επίπεδο, μέσα στη φούρια της κρίσης πράγματα που είπα και έγραψα, και το παραδέχομαι, δεν τα θεωρώ υπερβολικά αλλά άδικα. Έτσι όμως λειτουργεί η ιστορία και η πολιτική. Είναι μια έκθεση και ένα ρίσκο διαρκείας.



Η αρθρογραφία και η λογοτεχνία αντιπαρατίθενται;  Ο λογοτέχνης πρέπει να προσέχει και να μην απογοητεύει το κοινό του;

Όχι δε το πιστεύω αυτό. Πιστεύω ότι υπάρχει πρόβλημα με αυτό που λέμε λογοτεχνία της κρίσης, με την πολιτική ή κοινωνική λογοτεχνία. Είμαι πάρα πολύ σκεπτικιστής, έως απορριπτικός απέναντι στη χρήση της λογοτεχνίας προκειμένου να αναδείξει κοινωνικά προβλήματα ή να συζητήσει την εποχή με όρους κοινωνιολογίας. Η σκοπιά της κοινωνικής κριτικής τείνει να «μειώνει» την πολυπλοκότητα των πραγμάτων. Η λογοτεχνία έχει άλλο τόπο. Βρίσκεται εκεί όπου η δημιουργική αμφιβολία και οι απαντήσεις δεν είναι ποτέ απλές. Η λογοτεχνία είναι για να περιπλέκει τη ζωή, όχι για να την απλοποιεί. Είναι η λογική της απόχρωσης, όχι της αντίθεσης.

Γιατί γράφετε λογοτεχνία κύριε Σεβαστάκη;

Γιατί από ένα σημείο και πέρα δε μπορούσα να πω πράγματα με άλλες γλώσσες. Είτε με τη γλώσσα του φιλοσοφικού δοκιμίου, είτε με τα κείμενα κοινωνικοπολιτικής κριτικής. Κυρίως ήθελα να αναδείξω στιγμές, ανθρώπινες ποιότητες, πλευρές του χρόνου, πλευρές του βιωμένου χρόνου που δε μπορούν να περάσουν σε ένα κείμενο με προγραμματική γλώσσα. Η λογοτεχνία είναι η γλώσσα που μπορεί να προσεγγίσει τη λεπτομέρεια και την απόχρωση ενός προσώπου, μιας ιστορίας, μιας μνήμης και αυτό για μένα είναι σημαντικό.


Ενώ ξεκινήσατε με την ποίηση, συνεχίσατε με διηγήματα. Στα οποία η μνήμη και το βίωμα είναι έντονα.

Έχω ένα παρελθόν στην ποίηση. Και δε μπορώ να την προσεγγίσω κατασκευαστικά. Έχει μια δική της λογική η ποίηση, είναι περισσότερο ένας επισκέπτης αριστοκρατικός και λίγο σπάνιος και μπορεί για κάποιο καιρό να μην εμφανίζεται στο κατώφλι σου. Ο δοκιμιακός λόγος, ή αυτό που λέμε κοινωνική και πολιτική κριτική λειτουργεί όντως παρασιτικά. Φτιάχνει έναν τρόπο να βλέπεις τον κόσμο απ όπου φεύγει το ποιητικό στοιχείο. Η πεζογραφία είναι πιο συμμετοχική και κοινωνική αλλά ακόμα και αυτή χρειάζεται ένα μίνιμουμ απόστασης από τα γεγονότα. Για να μην είναι μια απλή καταγραφή. Τουλάχιστον εμένα, δε με ενδιαφέρει αυτό. Στη «Γυναίκα με ποδήλατο», στο πρώτο μου βιβλίο διηγημάτων, υπάρχει χρήση ενός αυτοβιογραφικού υλικού αλλά είναι πολύ διαμεσολαβημένη από τη μυθοπλασία. Είναι απατηλά αυτοβιογραφική. Στην πραγματικότητα υπάρχει μυθοπλασία ακόμα και εκεί που φαίνεται ότι πρόκειται για μια ανάμνηση. Τα τελευταία χρόνια έχει πολύ μεγάλη ισχύ μέσα μου αυτός ο τρόπος έκφρασης.

Γιατί φεύγει μέσα στην κρίση ένας άνθρωπος που είχε πολιτογραφηθεί σαν διανοούμενος της αριστεράς και παίρνει αποστάσεις από αυτό το ρόλο και την εικόνα και πάει στο διήγημα; Δε σας άρεσε η εικόνα σας;

Όχι. Ένοιωσα άβολα κυρίως γιατί έπρεπε να λειτουργήσω κολακεύοντας μια ταυτότητα χωρίς να ρωτώ πλευρές της, χωρίς να γίνομαι σκληρός ή αυστηρός. Έπρεπε λοιπόν να υποδυθώ ένα ρόλο απέναντι σε ένα κοινό, που επιδοκιμάζει και ενθαρρύνει αυτή την ταυτότητα και αυτό με κούρασε και μου δημιούργησε την αίσθηση ότι «εδώ μπορώ να πω ψέμματα». Και δε θέλω να πω ψέμματα, ούτε στον εαυτό μου ούτε στους άλλους. Ούτε να αποσιωπήσω πράγματα που είναι άβολα ή ενοχλητικά για το κοινό, στα αμφιθέατρα, τις συγκεντρώσεις, στα κοινωνικά κέντρα. Γιατί ο άλλος περιμένει τον εχθρό. Αυτό σημαίνει πολιτική μέσα στην κρίση. Να ονοματίζει κανείς τον εχθρό του. Αυτό το πράγμα μου δημιούργησε την αίσθηση ότι κινδυνεύω να αρχίσω να λέω πράγματα που δεν πιστεύω για να έχω την αποδοχή του άλλου, ότι επαναλαμβάνομαι και δεν προσθέτω κάτι, ενώ η λογοτεχνία είναι ο τόπος της αλήθειας.

Βάζετε την ταυτότητά σας στη λογοτεχνία;

Βάζω την έννοια της αλλαγής, της μεταβολής. Την παρατήρηση όψεων του βίου και της πολιτικής αλλά και της κοινωνικής και προσωπικής ιστορίας που δε μπορεί να τις ανεχθεί ο πολιτικός λόγος ή ο προγραμματικός λόγος του διανοούμενου που είναι λόγος της αντιπαράθεσης ή του προτάγματος. Η λογοτεχνία έχει γνώση της κοινωνίας αλλά είναι μια γνώση τρίτου τύπου. Κάνει ζημιά στην εικόνα κάποιου το να πει «έκανα λάθος στις κρίσεις μου, σε κάποιες έστω»; Ενδεχομένως κάνει ζημιά. Υπάρχει ένα κομμάτι του κοινού που είναι απογοητευμένο. Προτιμούσε έναν Σεβαστάκη μαχητικό. Προτιμούσε την πολεμική χρήση του λόγου, ενός λόγου που άρεσε γι αυτό. Πάντα ισχύει όμως ένας διάλογος, μια συνομιλία. Δε γράφεις για τον εαυτό σου. Θέλεις να έχεις ένα χώρο αναγνώρισης, την κοινότητα. Αλλά ισχύει ότι έκανα κάποιες επιλογές που έρχονται σε αντίθεση με πλευρές μια θέσης και μιας στάσης. Αυτό δεν είναι μικρό. Έχει κάποιο ρίσκο.

Έχετε μετανιώσει;

Μέσα σε μια πορεία πολλών χρόνων μετανιώνεις για πράγματα τα οποία έγραψες όχι μόνο σε επίπεδο πολιτικό αλλά και σε άλλο επίπεδο, επειδή για παράδειγμα βιάστηκες. Αλλά δεν έχει και νόημα. Βγήκε. Έφυγε από σένα. Τον κρίνω τον εαυτό μου και αρνητικά. Η πυκνότητα των γεγονότων όλων αυτών των χρόνων ήταν τέτοια που ή έπρεπε να βγεις εκτός ιστορίας και να κάνεις τον επιτήδειο ουδέτερο, είτε θα έμπαινες στο παιχνίδι. Το θέμα είναι αν μετά από κάποια χρόνια, αναθεωρείς πλευρές, αλλάζεις οπτικές και προσθέτεις καινούργιες. Για μένα αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία. Οφείλω να πω ότι εδώ με βοηθάει η λογοτεχνία γιατί είναι ένα αίτημα διαύγειας. Το πρωταρχικό θέμα ενός λογοτεχνικού κειμένου σας; Δεν είμαι γλωσσοκεντρικός, εννοώ με ενδιαφέρει η γλώσσα αλλά δεν θεωρώ ότι το πρωταρχικό θέμα ενός κειμένου είναι η γλώσσα του και μόνο. Η κατασκευαστική του. Είναι το παιχνίδι της γλώσσας με ένα αναφορικό σύστημα, με μια αναφορά. Με αυτή την έννοια επικοινωνώ με μια πιο κλασική αντίληψη της λογοτεχνίας παρότι αναγνωρίζω ότι πρέπει να ενσωματώνει ο συγγραφέας καινούργιους τρόπους, καινούργιες μορφές και βλέμματα.

Στο επόμενο λογοτεχνικό σας βήμα, τι θα αλλάξετε;

Το αυτοβιογραφικό ή αυτό που φαίνεται ως αυτοβιογραφικό υποχωρεί πάρα πολύ. Τα καινούργια διηγήματα είναι μυθοπλαστικά και με κάποιες εξαιρέσεις δεν υπάρχει ο αυτοβιογραφικός τόνος. Το κέντρο είναι η παρατήρηση σχέσεων.

Τους γνωρίζετε τους ήρωές σας; Τους βλέπετε γύρω σας;

Παρατηρώ. Παίρνω λεωφορεία, περπατώ διαρκώς, έχω σχέση με τη γειτονιά μου, μια γειτονιά μικροαστική, ψωνίζω, έχω σχέσεις με τους ανθρώπους που ζουν γύρω μου, λέμε δυο κουβέντες.

Την Αθήνα την ξέρετε;

Την ξέρω, το κέντρο τουλάχιστον. Τοποθετώ εκεί πολλές ιστορίες μου. Περισσότερες από όσες στη Θεσσαλονίκη. Και μου αρκεί αυτό. Δε θέλω κάτι παραπάνω. Γενικά με τις πόλεις, με τους τόπους έχω την αντίληψη ότι αν υπάρχουν μέσα σου, αν μπορείς να τους αναπλάσεις δε χρειάζεται να επιστρέφεις ή να μένεις ή να τους επισκέπτεσαι συχνά. Δε μου αρέσει να ταξιδεύω πολύ. Ξέρετε, υπάρχει μια κατασυκοφαντημένη έννοια που είναι η ρουτίνα. Η ρουτίνα δεν είναι καθήλωση. Είναι μια απελευθερωτική καθήλωση. Ένα κόλλημα που σου επιτρέπει να ταξιδέψεις εσωτερικά, να ανακαλύψεις πλευρές. Η διαρκής καταστροφή της ρουτίνας δε σου επιτρέπει να συγκροτήσεις το βλέμμα σου. Το όλο παιχνίδι είναι ανάμεσα στην ρουτίνα και το πείραγμά της, αλλά αυτή η μεταβολή πρέπει να είναι απαλή. Να έχει κάποιες λοξές, παράδοξες πλευρές και να μη μετακινείται πανικόβλητα, βίαια, ούτε με το άγχος του να δείξει πόσο έξυπνος και πόσο επινοητικός μπορεί να είσαι. Είναι εντέλει ο τρόπος να βαθαίνεις σε μια εμπειρία. Είναι όπως με τους ανθρώπους. Εξαντλώντας πολύ γρήγορα κάποιον, τον αδικούμε. Δυστυχώς, όλοι το κάνουμε.

Πηγή: www.lifo.gr

Το απομεσήμερο ενός φαύνου» Διήγημα του Αργύρη Χιόνη (1943 – 2011)

.............................................................



 


·        
«Το απομεσήμερο ενός φαύνου»

         Διήγημα του Αργύρη Χιόνη (1943 – 2011) 

από το βιβλίο του «Έχων σώας τας φρένας & άλλες τρελές ιστορίες» (εκδ. ΚΙΧΛΗ, 2016)

 

                                                   “Never – never more”
                                            E.A. POE, “The raven”



   ΑΥΤΗ ΕΙΧΕ ΜΟΛΙΣ κλείσει τα είκοσι τρία· αυτός πλησίαζε τα εξήντα. Αυτή είχε εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή της, αλλά ανυπομονούσε ήδη για αναγνώριση, για καταξίωση. Αυτός, αφού είχε φτύσει αίμα και περάσει δια πυρός και σιδήρου, εθεωρείτο καταξιωμένος ποιητής και κριτικός.
   Ήταν ένα ζεστό απομεσήμερο του Ιουλίου και ήσαν ξαπλωμένοι, ολόγυμνοι, επάνω στο κρεβάτι του. Πριν από λίγο είχαν κάνει έρωτα· αυτή με βαθιούς στεναγμούς και πνιχτές κραυγές «ηδονής»· αυτός με ιδρώτα και άγχος για τη λειψή στύση του.
   Αυτή είχε αποκοιμηθεί· αυτός, ξύπνιος και γερμένος στο πλάι, προς το μέρος της, άκουγε την ήσυχη, αμέριμνη ανάσα της και περιεργαζόταν το κορμί της. Ο ύπνος την είχε κερδίσει σε ύπτια στάση, αλλά τα στήθη της δεν κρέμονταν δεξιά και αριστερά· σφιχτά σαν λεμόνια, σημάδευαν με ρώγες όρθιες το ταβάνι. Τα μπράτσα ήσαν αλαβάστρινα, στομάχι και κοιλιά καμπύλωναν προς τα μέσα, χωρίς ωστόσο να εκθέτουν τα παΐδια του υπερκείμενου θώρακα. Το τρίχωμα του εφηβαίου κατάμαυρο, πυκνοϋφασμένο βελούδο, οι μηροί, κρουστοί, δεν ξεχείλωναν πάνω στο στρώμα· το ίδιο και οι γάμπες. Τα γόνατα διακριτά και τέλεια σμιλευμένα. Όσο για τα πόδια – αχ, τα πόδια! -, δύο κομψοτεχνήματα, με λεπτουργημένους αστραγάλους, τέλεια πέλματος καμπύλη και ακροδάχτυλα σαν ρόδινες, στριφτές καραμελίτσες που σου ‘ρχόταν να τις γλείφεις μέχρι να λιώσουν μες στο στόμα σου.
   Απ’ τα δροσάτα πόδια της, στα μαραμένα τα δικά του πέρασε το βλέμμα του και, από κει, στις αχαμνές του γάμπες ανηφόρισε, στ’ αρθριτικά του γόνατα και στους σακουλιασμένους του μηρούς. Στο σμίξιμό τους αντίκρισε, με δέος, τα τζούφια αρχίδια του, στεφανωμένα από γκρίζες γουρουνότριχες, και, λίγο πιο ψηλά, τη χαλαρή κοιλιά που, όπως ήτανε γερτός στο πλάι, πάνω στο στρώμα είχε κυλήσει. Μίσος και αηδία τον κατέλαβαν για το παρηκμασμένο του κορμί. Η σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος τον τζάκιζε και, αφού ο ύπνος δεν έστεργε, ως παρηγορητής, τα μάτια του να κλείσει, το χέρι άπλωσε κι απ’ τη βιβλιοθήκη, πλάι στο κρεβάτι, ένα βιβλίο ανέσυρε, στην τύχη, και στην τύχη (τι φρικτή, Θεέ μου, τύχη!) στην εβδομηκοστή ενάτη το άνοιξε σελίδα κι άρχισε να διαβάζει:

   Πάει κιόλας χρόνος από τότε που ο Φαρίντ πήρε τη Ναάμα γυναίκα, και κάθε πρωινό το αντρόγυνο κάτω από τις αλέες τριγυρνά, που οι φυλλωσιές τους το ξανάνιωμα του έρωτα θροΐζουν.
   Όμως εκείνοι προχωρούν, ο ένας πλάι στον άλλον, αργά αργά, λες και ξεπροβοδίζουνε νεκρό στο μνήμα, λες και τη μουσική δεν αγρικούν των δέντρων, δίχως να λεν μια λέξη, δίχως ούτ’ ένα βλέμμα ν’ ανταλλάζουν.
   Μέρα με τη μέρα, της Νάαμας τα μάτια βαθουλώνουν, χλωμιάζουνε τα μάγουλά της.
   Κι εγώ φαντάζομαι με πόση ηδονή θα αφουγκράζεται, μες στη σιωπή της νύχτας, πλαγιασμένη πλάι στον Φαρίντ, ολόγυμνη, το αργό, μα σταθερό έργο του θανάτου στου γέροντα το σώμα, το τρίξιμο το σιγανό που κάνουν οι κλειδώσεις του, καθώς, μία προς μία, τις θρυμματίζει ο χρόνος, το αδιάκοπο της ύπαρξής του ξεχαρβάλωμα.
   Όμως, το γλυκοχάραμα, όταν την παίρνει ο ύπνος, εκείνος γέρνει απάνω απ’ το κεφάλι της ομορφονιάς και, σαν θεριό που το μυαλό της λείας του ρουφά, τα χαρωπά της όνειρα ταράζει. *

Του ήρθε σκοτοδίνη, του ήρθε να σκοτώσει άνθρωπο. Σκότωσε μόνο ένα κουνούπι που ‘χε την ατυχία πάνω στην επίμαχη σελίδα να προσγειωθεί, την ίδια ακριβώς στιγμή που έκλεινε με πάταγο και καταγής πετούσε το βιβλίο.
   Το λαχταριστό στο πλάι του κορμί λαχτάρησε, σήκωσε το κεφάλι απ’ το μαξιλάρι και, τρομαγμένο, ρώτησε: «Τι έγινε, αγάπη μου, τι έπαθες;» Τότε αυτός την άρπαξε από τα μαλλιά, τα υπέροχα μεταξωτά μαλλιά της, και δυο απανωτά τής έριξε σκαμπίλια, φωνάζοντας: «Μα πώς τολμάς, μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσο ωραία;!»
   Ύστερα, πριν προλάβει αυτή ν’ αρθρώσει λέξη, φόρεσε ένα παντελόνι, ένα πουκάμισο κι ένα ζευγάρι εσπαντρίλιες και πήρε τους δρόμους, να την αφήσει μόνη, να μην τη δει να φεύγει, να τον αφήσει, επιτέλους μόνο.
   Επέστρεψε μετά από μια ώρα. Το σπίτι ήταν άδειο· ο Παίκτης Δίσκων Συμπαγών έπαιζε ακόμη το Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου. Πάντα στην επανάληψη το έβαζε εκείνο το κομμάτι, κάθε φορά που έκανε έρωτα. Ενίσχυε την ελλιπή του στύση, την έκανε πιο συμπαγή. Έτσι νόμιζε. Τώρα, ωστόσο, πλησίαζε τη συσκευή και, μουρμουρίζοντας, με κάποια θλίψη, ειν’ αλήθεια, αλλά με πιο πολλή ανακούφιση. «Ποτέ – ποτέ πια»,** την έκλεισε.




*Σημείωση: Πρόκειται για το ποίημα «Συζυγική ζωή» από τη συλλογή Το περιβόλι της αγάπης αγνώστου Άραβα ποιητή που έζησε στη Γρανάδα (Ισπανία) τον 10ο ή 11ο αιώνα (εκδ. Ηριδανός, 1982, σ.79-80). Η μετάφραση (εδώ ελαφρώς πειραγμένη, ώστε να δένει με τον ρυθμό του δικού μου κειμένου) οφείλεται στον Κώστα Τρικογλίδη, μεταφραστή επίσης του μνημειώδους έργου Χίλιες και μία νύχτες.
**Σημείωση: Τόσο ο Stephane Mallarme’, που έγραψε το «Απομεσήμερο ενός φαύνου», όσο και ο Claude Debussy, που συνέθεσε το συμφωνικό ποίημα Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου, ήσαν λάτρεις του Edgar Allan Poe· ο δεύτερος, μάλιστα σχεδίαζε (τον πρόλαβε όμως ο θάνατος) να συνθέσει μια όπερα με θέμα την «Πτώση του Οίκου των Άσερ».

(Αμφότερες οι σημειώσεις είναι του Αργύρη Χιόνη)