Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

John Cale / Words For The Dying-The Falkland Suite´; poem by Dylan Thomas, produced by Brian Eno (youtube, 29/6/2008)

.......................................................

 John Cale - Do Not Go Gentle Into That Good Night

Ανέβηκε στις 29 Ιουν 2008
Live, 1987; with the Stedelijk Helmonds Concertkoor and the Metropole Orkest; from `Words For The Dying-The Falkland Suite´; poem by Dylan Thomas, produced by Brian Eno




Do Not Go Gentle into That Good Night 
BY DYLAN THOMAS 
 Do not go gentle into that good night, 
Old age should burn and rave at close of day; 
Rage, rage against the dying of the light. 
Though wise men at their end know dark is right, 
Because their words had forked no lightning they 
Do not go gentle into that good night. 
 Good men, the last wave by, crying how bright 
Their frail deeds might have danced in a green bay, 
Rage, rage against the dying of the light. 
Wild men who caught and sang the sun in flight, 
And learn, too late, they grieved it on its way, 
Do not go gentle into that good night. 
 Grave men, near death, who see with blinding sight 
Blind eyes could blaze like meteors and be gay,    
Rage, rage against the dying of the light. 
And you, my father, there on the sad height, 
Curse, bless, me now with your fierce tears, I pray. 
Do not go gentle into that good night. 
Rage, rage against the dying of the light.


Ντύλαν Τόμας 1914 - 1953



Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα
Τα γηρατειά πρέπει να καίνε και να παραληρούν στο δειλινό.
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.
Οι σοφοί μαθαίνουν τελικά πως το σκοτάδι έχει δίκιο,
Γιατί οι λέξεις τους δεν έδωσαν ούτ’ έφεραν την αποκάλυψη, κι όμως
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.
Άνθρωποι καλοί, τελευταίος αποχαιρετισμός, φωνάζοντας πόσο φωτεινές
Οι εύθραυστες πράξεις τους ίσως θα χόρευαν σ’ έναν κόσμο αγάπης,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.
Άνθρωποι άγριοι που άρπαξαν και τραγούδησαν τον ήλιο που πετούσε,
Μαθαίνουν, αργά πια, πώς θρήνησαν σαν έφευγε,
Μην αφήνεστε σ’ αυτή την όμορφη νύχτα.
Άνθρωποι ανήσυχοι, κοντά στο θάνατο που βλέπουν θαμπωμένα
Μάτια τυφλά φλογίζονται σαν μετεωρόλιθοι μα είναι εύθυμα,
Οργιστείτε, οργιστείτε για το θάνατο της μέρας.
Και συ, πατέρα μου, εκεί πάνω στο θλιμμένο ύψος,
Καταράσου, ευλόγησε, εμένα τώρα με τα άγρια δάκρυα σου,
προσεύχομαι.
Μην αφήνεσαι σ’ αυτή την όμορφη νύχτα,
Οργήσου, οργήσου για το θάνατο της μέρας. 


*Mετάφραση: Βίλκη Τσελεμέγκου-Αντωνιάδου.

Paganini - The 37 guitar sonatas (full album) (youtube, 30/10/2016)

.........................................................


Paganini - The 37 guitar sonatas 

                  (full album)

 

Δημοσιεύτηκε στις 30 Οκτ 2016





"Σοβαρά μιλάω..." Ένα αρμένικο παραμύθι και ένας εφιάλτης - Από την Μαρία Λαϊνά και το "Πεντάλ" της. (Βιβλιοθήκη της "Ελευθεροτυπίας", Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011) / (αναδημοσίευση 31/5/2017)

........................................................
 

Σοβαρά μιλάω...


Στου πατέρα μου τα βαφτίσια, στης μάνας μου τη γέννα, σηκωθήκαμε μια μέρα πέντ' έξι νοματαίοι, οπλισμένοι γερά με σπαθιά και με ξύλα, για κυνήγι να πάμε.
Ο Χατί, ο Χιουτί, ο Τσατί, ο Ματί, ο πατέρας μου κι εγώ
Βουνά και λαγκάδια διαβήκαμε· όπου απαντήσαμε κυνήγι, λουφάξαμε, όπου απαντήσαμε θεριά, κρυφτήκαμε...
Πήγαμε και πηγαίναμε, και λίγο και πολύ, κι άξαφνα βλέπουμε μπροστά μας τρεις λίμνες· οι δυο ξεραμένες, η μια άνυδρη. Κοιτάμε πιο καλά και τι να δούμε; Μέσα στη λίμνη την άνυδρη, κολύμπαγαν τρία λευκά παπάκια· τα δυο ήταν ψόφια, τ' άλλο δεν ήταν ζωντανό.
«Χατί, τράβα βρε, τράβα!»
«Δεν έχω όπλο.»
«Χιουτί, τράβα βρε, τράβα!»
«Κι εγώ δεν έχω!»
«Τσατί; Ματί;»
«Κι εμείς δεν έχουμε!»
«Αμάν και πώς θα γίνει;»
Είχε ο πατέρας μου στα χέρια του ένα ξύλο, μακρύ και κοντό, χοντρό και λεπτό. Σημάδεψε και, μπουμ, πυροβόλησε. Αυτός το πυροβόλησε, εγώ το χτύπησα. Με το χτύπημά μου σωριάστηκε χάμω το παπί κι απλώθηκαν τριγύρω τ' άσπρα του φτερά.
«Χατί, το μαχαίρι!»
«Δεν έχω μαχαίρι.»
«Χιουτί, εσύ;»
Είχε ο πατέρας μου ένα μαχαίρι, μα με δίχως κόψη. Πήραμε το μαχαίρι. Εκοψε μια ο Χατί, μα δεν έκοψε. Εκοψε μια ο Χιουτί, μα δεν έκοψε. Ο Τσατί δεν έκοψε. Ο Ματί δεν έκοψε. Κι ο πατέρας μου δεν έκοψε. Εκοψα εγώ μια και το 'σφαξα.
Το 'σφαξα, το σήκωσα, Πάπια; Τι πάπια; Πες πως ήταν βόδι! Ο Χατί το φορτώθηκε, δεν το σήκωσε. Ο Χιουτί το φορτώθηκε, δεν το σήκωσε. Ο Τσατί δεν το σήκωσε. Ο Ματί δεν το σήκωσε. Κι ο πατέρας μου δεν το σήκωσε. Το φορτώθηκα εγώ και φύγαμε.
Πήγαμε και πηγαίναμε και φτάνουμε σ' ένα μέρος και τι βλέπουμε; Τρία χωριά· τα δύο δεν είχαν ούτ' ένα σπίτι, το άλλο ήτανε άφαντο. Πάμε στο άφαντο χωριό και βρίσκουμε ένα σπίτι. Μπαίνουμε μέσα και τι να δούμε; Κάθονταν μέσα τρεις γέροντες. Οι δυο τους πεθαμένοι, ο άλλος δεν είχε πια πνοή.
«Παιδιά», λέμε τότε, «ελάτε να φτιάξουμε με το κρέας μας πιλάφι».
Ο ένας γέρος, ο χωρίς πνοή, πήγε από δω, πήγε από κει, μας έφερε μισό πλιγούρι μέσα σε τρεις κατσαρόλες χάλκινες· οι δυο τους ήταν τρύπιες και η άλλη δεν είχε πάτο. Γεμίσαμε νερό την άπατη κατσαρόλα, πετάξαμε μέσα της ολόκληρη την πάπια και, χωρίς ν' ανάψουμε φωτιά, τη βάλαμε να βράσει. Εβρασε κι έβρασε· η πάπια και το πλιγούρι γίνανε ατμός, έμεινε το νερό.
Κουρασμένοι από το κυνήγι και πεινασμένοι, κάτσαμε κι αρχινίσαμε να τρώμε και να τρώμε, μα πράμα δεν είδαν τα μάτια μου, πράμα δεν μπήκε στο στόμα μου. Σοβαρά μιλάω... 
 
 
Καταπληκτικό αρμένικο παραμύθι, λουσμένο μέσα στο παράλογο και την παραβολική διάθεση. Χωράει μέσα του και περιπαίζει με τον καλοδιάθετο συμβολισμό του λαούς, κυβερνήσεις, πυρήνες κοινωνίας, πρόσωπα και προσωπικότητες, ακόμη και τον αφηγητή - ίσως και να διδάσκει λίγο, χωρίς όμως το βάρος της διδαχής. Ο ποδηλάτης το διάβασε παραπάνω από μία φορά, όχι ως δυσνόητο, αλλά ως απολαυστικό στις λεπτομέρειές του.
Ανήκει μαζί με άλλα δεκαέξι στον τόμο Παραμύθια από την Αρμενία, που κυκλοφόρησαν το 2000 από τις εκδόσεις «Απόπειρα» στη σειρά Του Κόσμου τα Παραμύθια. Οι εικόνες που συνοδεύουν τα συγκεκριμένα δεκαεφτά είναι οι περισσότερες από την Εθνική Πινακοθήκη της πρωτεύουσας της χώρας, το Γερεβάν. Λάδι σε μουσαμά οι πιο πολλές, ταιριαστές με τα παραμύθια και σε ικανοποιητική αναπαραγωγή. Ο διευθυντής της Πινακοθήκης, ο Χασάν Χατσατριάν, υπογράφει και τα σύντομα Προλεγόμενα.
Ωραίοι, επίκαιροι τίτλοι. Π.χ.:
Ο ανόητος Ψέματα με ουρά
Το πιλάφι Ο Καρνάβαλος
Οι άτυχοι έμποροι Η εξαφάνιση της Δικαιοσύνης

************
Οι πληγές της λίμνης

Και μια και «μέσα στη λίμνη την άνυδρη, κολύμπαγαν τρία λευκά παπάκια· τα δυο ήταν ψόφια, τ' άλλο δεν ήταν ζωντανό», ας δούμε, για παράδειγμα, τις πληγές της λίμνης Κορώνειας για την οποία απειλούμαστε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με πρόστιμο 100.000 ευρώ την ημέρα, πέραν του ότι η υπόθεση εκκρεμεί και στην ελληνική Δικαιοσύνη, για αναίτια καθυστέρηση καταλογισμού προστίμων και μείωση των προστίμων που έχουν ήδη επιβληθεί, πράγματα βεβαίως απολύτως οικεία στην επικράτεια της ελληνικής νοοτροπίας και πρακτικής.
* Από τη λίμνη λοιπόν αντλούν παράνομα οι γύρω τριγύρω νερό, με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί δραματικά η στάθμη του νερού της τα τελευταία χρόνια και να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα αποξήρανσης. Προτού αρχίσει να χάνει νερό, είχε έκταση 42,5 τ.χλμ. και ήταν η 5η μεγαλύτερη λίμνη της Ελλάδας σε έκταση.
* Τα νερά της ρυπαίνονται γιατί η γύρω περιοχή που δεν σκοτίζεται για λίμνες και παπάκια ρίχνει εκεί τα λύματα, τις περιττωματικές ουσίες δηλαδή που της περισσεύουν και μάλλον της περισσεύουν πολλές. Αναπόδραστη συνέπεια: η υπερβολική ανάπτυξη αλγών (κοινώς φύκια), που εκτοπίζουν κάθε άλλο είδος ζωής με τη γνωστή ως ευτροφισμός διαδικασία. Το ουσιαστικό «ευτροφισμός», καθώς και το επίθετο «εύτροφος, ευτραφής» έρχονται από το ρήμα «ευτροφώ -έω», που σημαίνει τρέφομαι καλά, αυξάνομαι, μεγαλώνω: ρήμα αγαπητό στη νεοελληνική κοινωνία, που διεκδικεί τα πρωτεία της παχυσαρκίας στην Ευρώπη. Η Ελληνίδα μητέρα θεωρεί πλήγμα της προσωπικής της αξιοπρέπειας το λιτοδίαιτο του παιδιού της. Το παιδί μαθαίνει, με το καλό ή με το κακό, από νωρίς την προστακτική «φάε», που αργότερα στη ζωή του θα την εφαρμόσει σε διάφορες περιστάσεις, χρόνους και εγκλίσεις και με διαφορετικά αντικείμενα όπως συνηθίζουμε να ονομάζουμε στη γραμματική τον εις ον κατευθύνεται και απολήγει η διάθεση ή η πράξη του υποκειμένου.
Τι μας ενδιαφέρει η λίμνη Κορώνεια;
Τη δεκαετία του 1950 ήταν από τις πιο παραγωγικές λίμνες της Ελλάδας σε αλιεύματα. Τη δεκαετία του 1970 είχε έκταση 45.000 στρέμματα και μέσο βάθος 5 μέτρα. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η έκτασή της είχε μειωθεί σε 10.000 στρέμματα και μέσο βάθος 0,5-1 μέτρο. Η τελευταία εμφάνιση ψαριών έγινε το 1995. Το καλοκαίρι του 1999 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος) η λίμνη ήταν πια εντελώς αποξηραμένη. Τα επόμενα χρόνια πήρε κάποια ποσότητα νερού. Το καλοκαίρι του 2007, 30.000 πουλιά πέθαναν και το 2008 αποξηράνθηκε άλλη μια φορά. Η λίμνη φιλοξενεί πολυάριθμα απειλούμενα, ενδημικά πουλιά και σπάνια ενδιαιτήματα, καθώς και πτηνά που αναπαράγονται, ξεχειμωνιάζουν ή ζουν εκεί (π.χ. ο κρυπτοτσικνιάς Ardeola ralloides, ο θαλασσαετός Heliaetus albicilla, ο πυγμαίος φαλακροκόρακας) και αποτελεί περιοχή Natura 2000.
Τι μας ενδιαφέρει ο πυγμαίος φαλακροκόρακας;
Μπροστά στην αποβολή των λυμάτων και την άρδευση, προφανώς τίποτα. Οι περισσότεροι Ελληνες δεν ξέρουν καν τι σημαίνει. Και άσχημος είναι και δεν τρώγεται. Τα πτηνά, τα ψάρια και τα ζώα μόνο χρηστικά ή για ψυχαγωγία ενδιαφέρουν την πλειονότητα των Ελλήνων.
Και για να επανέλθουμε στην Ελληνίδα μητέρα, σκεφτείτε εκεί που ήδη έντρομη βλέπει το παιδί της να πλησιάζει το άκακο αδέσποτο, να δει μπροστά της φαλακροκόρακα. Αλλά και τον μικρόσωμο ερωδιό να δει, τον κρυπτοτσικνιά, με τον εντυπωσιακό χρωματισμό του, με τα καφετιά του και τα ξανθοκόκκινα και τα μαύρα και τα λευκά και τα ροζ του, με το ράμφος του, που την εποχή της αναπαραγωγής από κιτρινόμαυρο γίνεται γαλάζιο, κι αυτό το μοναχικό πουλί λοιπόν να δει, που δεν φωνάζει και του αρέσουν οι τόποι με γλυκά νερά και μικρό βάθος και βλάστηση στις όχθες και τα υγρά λιβάδια και τα κανάλια, πάλι τις φωνές θα βάλει, αφού το εξωτικό και το ποικιλόχρωμο γι' αυτήν περιορίζονται εν πολλοίς στην ανθρώπινη ένδυση. 
 
 
Σήμερα δεν την πρόλαβε την ποίηση ο ποδηλάτης*.
 
*Σημείωση: "Ποδηλάτης" ήταν η ονομασία της σελίδας που κρατούσε η Μαρία Λαϊνά στη "Βιβλιοθήκη" της "Ελευθεροτυπίας"  


"γυναίκες σα να 'ναι..." ποίημα της φίλης στο fb και ποιήτριας Ισμήνης Λιόση (facebook, 31/5/2017)

............................................................


                  γυναίκες σα να 'ναι...
 


 
οι μαραμένες γυναίκες
οι υπέρσαρκες γυναίκες
οι ομοφυλόφιλες γυναίκες
μακραίνουν τα μαλλιά τους
σα νάναι ποτάμια
σα νάναι δρόμοι
σα νάναι αμαξοστοιχίες
να κολυμπήσει
να περπατήσει
να ταξειδέψει
η παράξενη ομορφιά τους
στο χάος
στο κενό
στην εκπλήρωση
ενός χαμένου
δια παντός
έρωτος

οι μαραμένες γυναίκες
οι υπέρσαρκες γυναίκες
οι ομοφυλόφιλες γυναίκες
ξυρίζουν το κεφάλι τους
σα νάναι στρατιώτες
σα νάναι οι της αναχώρησης
σα νάναι ιδρυματίες
να επιτεθεί
να επισπευσθεί
να εγκλεισθεί
ο εκ του τολμητέου πόθος τους
στην οιστρηλασία
στην ελπίδα
στο μέλλον









Ισμήνη Λιόση

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

"Μπακούνιν, ο πατέρας της αναρχικής σκέψης" (http://tvxs.gr, 30/5/2017)

........................................................




Μπακούνιν, ο πατέρας της αναρχικής σκέψης





«Ελευθερία χωρίς σοσιαλισμό είναι προνόμιο, σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία είναι υποδούλωση και βαρβαρότητα»


Της Μικαέλας Κόλλια

Γεννημένος τον Μάιο του 1814, ο Μιχαήλ Μπακούνιν, κατά πολλούς ο πατέρας της «κολεκτιβιστικής αναρχίας», αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές και ενδιαφέρουσες επαναστατικές προσωπικότητες του 19ου αιώνα, που σχεδόν σε κάθε πράξη του έμοιαζε να εκφράζει τις πιο δυναμικές πλευρές της αναρχίας.
Τα πρώτα χρόνια και οι επιρροές
Ο Μιχαήλ Μπακούνιν γεννήθηκε στο Πριαμούκινο κοντά στο Τβερ (σημερινό Καλίνιν), το 1814, στις 8 Μαΐου (αν και η ακριβής ημερομηνία γέννησής του αμφισβητείται από πολλούς). Προερχόμενος από αριστοκρατική ρωσική οικογένεια, προοριζόταν για στρατιωτική καριέρα στην Αγία Πετρούπολη. Εντούτοις, εκείνος πίστευε ότι οι στρατιώτες είναι δουλοπάροικοι, που δωροδοκούνται με αμοιβές και δώρα για να καταστείλουν τον υπόλοιπο λαό. Και ενώ, το 1828, κατατάχτηκε στη σχολή του πυροβολικού, στρέφει το ενδιαφέρον του προς τη φιλοσοφία. Το 1832 γίνεται αξιωματικός, αλλά μην αντέχοντας τον τρόπο ζωής στο στρατό, παραιτείται το 1835 και οδεύει για τη Μόσχα όπου ελπίζει να σπουδάσει φιλοσοφία.
Από πολύ μικρός επηρεάστηκε από την εγελιανή φιλοσοφία και κυριότερα από την ιστορική διαλεκτική από την οποία συνήγαγε και τη θεωρία της αναρχικής πάλης. Στα 22 του χρόνια, ήταν ο πρώτος που μετέφρασε στα ρωσικά έργο του Χέγκελ - συγκεκριμένα το «Gymnasial Lectures». Ήρθε σε επαφή με τον Μαρξ και τον Προυντόν, τις θέσεις τού οποίου για τον αναρχισμό ασπάσθηκε: ο Μπακούνιν εναντιώθηκε στην ύπαρξη κάθε μορφής κράτους, ακόμα και τού σοσιαλιστικού.
Η επαναστατική του δράση
Η επαφή του με τους διαλεκτικούς φιλοσόφους ήταν η κινητήριος δύναμη που τον ώθησε να προσχωρήσει στο κίνημα εγελιανής Αριστεράς της Δρέσδης. Με εισιτήριο ένα δοκίμιο του, με τίτλο "Η Αντίδραση στη Γερμανία", που πήρε αρκετή δημοσιότητα, ταξίδεψε στην Ελβετία και ύστερα στο Παρίσι, όπου γνώρισε τον Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, ο οποίος τον μύησε στις αναρχικές ιδέες. Τα επόμενα χρόνια ο Μπακούνιν τα αφιέρωσε στο να κάνει το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα αναρχικό και διεθνές.
Από το 1844 μέχρι το 1848 έζησε κυρίως στο Παρίσι. Όταν, όμως, κατηγορήθηκε για κατασκοπεία από την πλευρά των Ρώσων, επικηρύχθηκε για 10.000 επειδή αρνήθηκε να υπακούσει διαταγή που το επέβαλλε να επιστρέψει στη Ρωσία. Ενώ απελάθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση, εκείνος επέστρεψε στο Παρίσι το 1848. Από εκεί όρμησε στην Πράγα μεταλαμπαδεύοντας τη σπίθα της επανάστασης και παίρνοντας μέρος στη σλαβική επαναστατική επιτροπή.
Οι διωγμοί και η εξορία
Ο Μπακούνιν ήταν μια εκκεντρική προσωπικότητα, ο πρώτος από μια ολόκληρη γενιά αριστοκρατών που υποστήριξε την υπόθεση του αναρχισμού, εκφράζοντας πάντα μια ενστικτώδη περιφρόνηση για όλες τις αστικές συμβατικότητες. Πήρε μέρος στη Γερμανική Επανάσταση του 1848 και στην Πολωνική του 1863, αφιερώνοντας τη ζωή του στην πραγματοποίηση των ιδανικών του. Καμιά εξορία, κανένας κίνδυνος και εμπόδιο δε στάθηκαν ικανά να ανακόψουν την επαναστατική του δράση και το πάθος του για την αλήθεια.
Το 1849 ανεβαίνει στα οδοφράγματα της Δρέσδης στο πλευρό του Βάγκνερ, όπου, σε μια προσπάθεια διαφυγής, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Και ενώ η θανατική ποινή μετατράπηκε σε ισόβια, ξανά καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή προσπάθησε να δραπετεύσει. Τελικά, γλίτωσε και εκδόθηκε στη Ρωσία. Μολονότι, έμεινε εξόριστος σε ένα μπουντρούμι στο φρούριο Νέβα της Βαλτικής και για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Σιβηρία (όπου παντρεύτηκε τη νεαρή Πολωνέζα, Αντονία Κβιατκόφσκα), κατόρθωσε να δραπετεύσει και να περπατήσει ανατολικά πάνω από 1.000 μίλια μέσα από τρομερές κακουχίες, φθάνοντας στη θάλασσα, από όπου πέρασε απέναντι στην Ιαπωνία. Από εκεί πήγε στην Καλιφόρνια, στη Νέα Υόρκη, για να καταφύγει τελικά στο Λονδίνο όπου φιλοξενήθηκε από τον Χέρτσεν. Έχοντας υποστεί αναρίθμητες δυσκολίες και περιπέτειες και έχοντας αναμιχθεί με όλους τους τύπους των ανθρώπων, κάτω από όλες τις συνθήκες, διαπίστωσε ότι κάθε κυβέρνηση ήταν τυραννία. Ρίχτηκε στην επαναστατική δράση με έντονο ενθουσιασμό και δημοσίευσε με τον Χέρτσεν τον "Συναγερμό της Επανάστασης".
Η πρώτη Διεθνής και ο Μαρξ
Το 1868, ίδρυσε μαζί με τον Μαρξ τη Διεθνή Ένωση Εργαζομένων, επίσης γνωστή ως Πρώτη Διεθνής, μια ομοσπονδία ριζοσπαστικών συνδικάτων με παραρτήματα-σωματεία στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι συγκρούσεις μεταξύ του Μπακούνιν και του Μαρξ διαποτίζουν την ιστορία της Διεθνούς και αντικατοπτρίζουν τις διαφορές τους σε επίπεδο τοποθέτησης και χαρακτήρα. Από τη μια, ο Μαρξ ήταν πολιτικός επαναστάτης, από την άλλη, ο Μπακούνιν ήταν κοινωνικός.
Ενώ ο Μαρξ πίστευε ότι η επανάσταση θα ξεσπάσει στις αναπτυγμένες χώρες και το βιομηχανικό προλεταριάτο, ο Μπακούνιν πίστευε ότι η επανάσταση θα ξεκινήσει από τις υπανάπτυκτες χώρες (Ρωσία, Κίνα, Κούβα κτλ) και η βάση της θα είναι οι αγρότες, διανοούμενοι και οι «λούμπεν» προλετάριοι. Όπως έγραψε ο ίδιος το 1848 «το άστρο της επανάστασης θα ανατείλει ψηλά πάνω από τη Μόσχα μέσα από μια θάλασσα αίματος και φωτιάς και θα μεταβληθεί σε φάρο που θα οδηγήσει σε μια απελευθερωμένη ανθρωπότητα». Όπως θα δούμε και παρακάτω, η ιδέα της απόλυτης ελευθερίας και της ισότητας είναι κεντρικές στο έργο και τη δράση του, αφού τονίζει ότι κανένα βιβλίο, καμιά θεωρία, κανένα σύστημα και βιβλίο δε θα σώσει τον κόσμο, καθώς «δεν προσκολλώμαι σε κανένα σύστημα. Είμαι ένας κυνηγός της απόλυτης αλήθειας».
Βασισμένος στην πίστη του στην ελευθερία, στην αυτονομία και την αυτοδιάθεση υπήρξε υπέρμαχος της δημιουργίας επαναστατικών Κομμούνων. Το 1870 πρωτοστάτησε σε μια εξέγερση στη Λυών, οι αρχές της οποίας αποτέλεσαν αργότερα βάση για την Παρισινή Κομμούνα. Κατά τη διάρκεια του Γαλλο-Πρωσικού πολέμου και σε απάντηση της κατάρρευσης της γαλλικής κυβέρνησης, έκανε έκκληση για γενική εξέγερση με σκοπό να προωθήσει μια κοινωνική επανάσταση. Τότε συνέταξε τη Διακήρυξη της Αναρχικής Επανάστασης που τοιχοκολλήθηκε στη Λυών στις 26 Σεπτεμβρίου 1870. Χαρακτηριστικά αναφέρεται: «καταργούνται η κυβερνητική εξουσία του κράτους και η διοικητική μηχανή, επειδή κατέληξαν να είναι άχρηστες" (άρθρο 1) και "αναστέλλεται η λειτουργία των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων και τις αρμοδιότητές τους επωμίζεται η Λαϊκή Δικαιοσύνη». (άρθρο 2)
Η αντίθεσή του με τον Μαρξ θα γιγαντωθεί όταν στο συνέδριο της Διεθνούς, το 1872, κυριάρχησε η διαμάχη ανάμεσα στη φράξια που στήριζε τη συμμετοχή στις κοινοβουλευτικές εκλογές, και τη φράξια γύρω από τον Μπακούνιν, που αντιτάχτηκε σε μια τέτοια συμμετοχή. Ο Μπακούνιν ισχυριζόταν ότι με το πρόσχημα της δικτατορίας του προλεταριάτου, θα ακμάσει μια «νέα τάξη» που θα αντικαταστήσει τους φεουδάρχες και τους καπιταλιστές και θα αρνηθεί στους ανθρώπους την ελευθερία τους. Με το τέλος του συνεδρίου κυριάρχησε το σοσιαλδημοκρατικό τμήμα του Μαρξ, που υποστήριζε την κατάκτηση της πολιτικής δύναμης από την εργατική τάξη και την ύπαρξη μιας μεταβατικής μορφής κράτους μετά την επανάσταση. Η ήττα της ομάδα του Μπακούνιν, είχε ως αποτέλεσμα την αποβολή του ίδιου και άλλων για υποτιθέμενη συγκρότηση μυστικής οργάνωσης μέσα στη Διεθνή.
Τα "αντί-απολυταρχικά" τμήματα της Διεθνούς, τα οποία υποστήριζαν την άμεση επαναστατική δράση και την οργάνωση των εργαζομένων προκειμένου να καταργηθούν άμεσα το κράτος και η κεφαλαιοκρατία, επέμεναν ότι το συνέδριο ήταν στημένο και έτσι οργάνωσαν δική τους Διάσκεψη της Διεθνούς στο Σεν-Υμέρ στην Ελβετία. Ο Μπακούνιν συνέχισε να δραστηριοποιείται σε αυτή αλλά και στο ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κίνημα. Στα χρόνια μεταξύ του 1870 και 1876 έγραψε ένα μεγάλο μέρος των έργων του "Κρατισμός και Αναρχία" και το "Θεός και Κράτος".
Παρά τη φθίνουσα πορεία της υγείας του συνέχισε να δραστηριοποιείται στο ριζοσπαστικό κίνημα της Ευρώπης, έως ότου αναγκάστηκε να μεταφερθεί σε νοσοκομείο της Βέρνης στην Ελβετία, όπου πέθανε την 1η Ιουλίου του 1876.
Μερικές από τις βασικές αρχές του Μπακούνιν
«Το πρόβλημα δεν έγκειται σε κάποια συγκεκριμένη μορφή διακυβέρνησης, αλλά στην ίδια την ύπαρξη της ίδιας της κυβέρνησης».
Αντί του επιστημονικού σοσιαλισμού που προκύπτει από μια υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο Μπακούνιν ήταν υπέρμαχος του ενστικτώδη σοσιαλισμού: «Η επανάσταση θα πρέπει να δημιουργηθεί μέσω της αυθόρμητης οργάνωση της εργατικής τάξης και της κοινής ιδιοκτησίας των ενώσεων παραγωγής, και μέσω της εξίσου αυθόρμητης δημιουργίας κοινοτήτων. Θα πρέπει να δημιουργηθεί  από την εξίσου αυθόρμητη δημιουργία των κοινοτήτων, όχι από τις επιβολές του κράτους».
Αναφερόμενος στην επιτυχία της επανάστασης (η βία, εξήγησε, θα πρέπει να κατευθύνεται προς την καταστροφή των ιδρυμάτων και όχι των ανθρώπων που τα διατηρούν), ο Μπακούνιν προειδοποίησε ότι ένα κράτος δεν μπορεί να κατευθύνει τις μάζες προς το σοσιαλισμό. Αν η ισότητα διατηρείται από το κράτος, προσθέτει, η ελευθερία αποκλείεται απαραίτητα: 
«Η ελευθερία του ατόμου συνίσταται απλώς σε αυτό: ότι υπακούει στους φυσικούς νόμους επειδή ο ίδιος τους έχει αναγνωρίσει ως τέτοιους».
Το Ανθρώπινο Ιδεώδες
Το ιδεώδες αυτό σαφώς και εμφανίζεται στους ανθρώπους σηματοδοτώντας πρώτα από όλα το τέλος της ανάγκης, το τέλος της ανέχειας, και την πλήρη ικανοποίηση όλων των υλικών αναγκών μέσω της συλλογικής εργασίας, ισότιμης και υποχρεωτικής για όλους, και στην συνέχεια, ως το τέλος της κυριαρχίας και της αρχής της ελεύθερης οργάνωσης της ζωής των ανθρώπων σύμφωνα με τις ανάγκες τους – όχι από επάνω προς τα κάτω, όπως συμβαίνει με το Κράτος, αλλά με μια οργάνωση δημιουργημένη από τους ίδιους τους ανθρώπους, πέρα από όλες τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια, με την ελεύθερη ένωση των εργατών στα εργοστάσια και τα αγροκτήματα, στις κομμούνες και τα έθνη, και εντέλει, στο απώτερο μέλλον, στην παγκόσμια ανθρώπινη αδελφότητα, που θα πανηγυρίζει πάνω από τα συντρίμμια όλων των Κρατών.
Το Πρόγραμμα της Ελεύθερης Κοινωνίας
Έξω από το σύστημα του Μαζίνι (Ιταλός πολιτικός, συνιδρυτής του σύγχρονου ιταλικού κράτους) που δεν είναι άλλο από το σύστημα της δημοκρατίας στην μορφή του Κράτους, δεν υφίσταται άλλο σύστημα από αυτό της δημοκρατίας ως κομμούνα, της δημοκρατίας ως ομοσπονδισμό, και της Σοσιαλιστικής και γνήσια λαϊκής δημοκρατίας – το σύστημα του Αναρχισμού. Είναι οι πολιτικές της Κοινωνικής Επανάστασης, που στοχεύουν στην κατάργηση του Κράτους, και της οικονομικής, συνολικά ελεύθερης οργάνωσης των ανθρώπων, μιας οργάνωσης από κάτω προς τα επάνω, μέσω της ομοσπονδίας. Δεν θα υπάρχει δυνατότητα ύπαρξης πολιτικής κυβέρνησης, γιατί αυτή η κυβέρνηση θα μεταμορφωθεί σε απλή διαχειρίστρια των κοινών υποθέσεων. Το πρόγραμμά μας συνοψίζεται με λίγα λόγια στα εξής:
• Ειρήνη, χειραφέτηση, και ευτυχία των καταπιεσμένων
• Πόλεμος ενάντια σε όλους τους καταπιεστές και τους καταχραστές
• Πλήρης αποκατάσταση των εργαζομένων: όλο το κεφάλαιο, τα εργοστάσια και όλα τα εργαλεία της δουλειάς και οι πρώτες ύλες να αποδοθούν στις ενώσεις, και η γη σε εκείνους που την καλλιεργούν με τα χέρια τους
• Ελευθερία, δικαιοσύνη και αδελφότητα για όλα τα ανθρώπινα όντα στην γη
• Ισότητα για όλους
Προς όλους, χωρίς καμία απολύτως διάκριση, με όλα τα μέσα ανάπτυξης, εκπαίδευσης και ανατροφής, καθώς και με ίσες δυνατότητες για ζωή παράλληλα με την εργασία. Οργάνωση μιας κοινωνίας μέσω της ελεύθερης ομοσπονδοποίησης από κάτω, των εργατικών ενώσεων, των βιομηχανικών αλλά και αγροτικών, επιστημονικών καθώς και των λογοτεχνικών ενώσεων – αρχικά στην μορφή της κομμούνας, μετά της ομοσπονδοποίησης των κομμούνων σε περιφέρειες, των περιφερειών σε έθνη, των εθνών στην διεθνή αδελφική ένωση.
Η Ελεύθερη Οργάνωση που ακολουθεί την Κατάργηση του Κράτους
Η κατάργηση του Κράτους και της Εκκλησίας θα πρέπει να αποτελεί την πρωταρχική και αναμφισβήτητη συνθήκη της πραγματικής χειραφέτησης της κοινωνίας. Μόνο μετά από αυτά η κοινωνία θα μπορέσει και πρέπει να ξεκινήσει την αναδιοργάνωσή της. Ωστόσο αυτά, πρέπει να συμβούν όχι από την κορυφή προς τα κάτω, όχι σύμφωνα με κάποιο ιδανικό σχέδιο που ετοίμασαν μερικοί σοφοί ή πολυμαθείς, και μέσω διαταγμάτων που εκδίδει κάποια δικτατορική εξουσία ή ακόμη και Εθνοσυνέλευση εκλεγμένη από κάποιο καθολικό δικαίωμα στην ψήφο. Ένα τέτοιο σύστημα, όπως έχω ήδη ισχυριστεί, θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην δημιουργία μιας κυβερνητικής αριστοκρατίας, δηλαδή, μιας τάξης προσώπων που δεν έχει απολύτως τίποτα κοινό με τις μάζες των ανθρώπων. Και ας μην έχουμε καμιά αμφιβολία, η τάξη αυτή θα στρέφονταν ξανά στην εκμετάλλευση και την αποχαύνωση των μαζών υπό την επίφαση της κοινής ευημερίας ή της σωτηρίας του Κράτους.
Η Ελευθερία πρέπει να πηγαίνει Χέρι με Χέρι με την Ισότητα
Είμαι ένας από τους πεπεισμένους θιασώτες της οικονομικής και κοινωνικής ισότητας, γιατί πιστεύω πως μακριά από αυτήν, η ισότητα, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η προκοπή των ανθρώπων καθώς και η ευημερία των εθνών, δεν είναι τίποτα παρά νέα λάθη. Όντας ταυτόχρονα υπέρμαχος της ελευθερίας – της πρωταρχικής συνθήκης της ανθρωπότητας – πιστεύω πως η ισότητα θα πρέπει να εγκαθιδρυθεί σε έναν κόσμο αυθόρμητης οργάνωσης της εργασίας και της συλλογικής ιδιοκτησίας, με την ελεύθερη οργάνωση των παραγωγών σε κομμούνες, και τις ελεύθερες ομοσπονδίες των κομμούνων – αλλά σε καμιά περίπτωση μέσω της κυριαρχικής προστασίας του Κράτους.

Πηγές
 
Μιχαήλ Μπακούνιν, Θεός και Κράτος
Μιχαήλ Μπακούνιν, Από τον Εθνικό πόλεμο στο Ταξικό πόλεμο
Μιχαήλ Μπακούνιν, Η Παρρισινή Κομμούνα και η Ιδέα του Κράτους
G.P. Maximof, Πολιτικη Φιλοσοφια του Bakunin
André Nataf, Η καθημερινή ζωή των αναρχικών στη Γαλλία

"Το ομορφότερο πράμα του κόσμου" του Μιχαήλ Μητσάκη (1868 - 1916)

..........................................................
 



Το ομορφότερο πράμα του κόσμου





του Μιχαήλ Μητσάκη
(1868 - 1916) 







Ας τιναχθεί κι ας αφρίσει αποκάτου απ’ την καρένα η θάλασσα! Το τρελό το καράβι πηδάει, από κύμα σε κύμα. Ο καπετάνιος, προσεκτικός στις ετοιμασίες του ταξιδιού, προστάζει τους σιωπηλούς και πρόθυμους ναύτες.

Ο πιο νιος απ΄ όλους επήρε ένα κιουπάκι γεμάτο από παλιό και καλό κρασί, το σήκωσε, το ακούμπησε απάνου στον μπάγκο. Και κάθε ένας από τους ταξιδιώτες πίνει με τη σειρά του το ποτηράκι του, αφού πρωτύτερ’ αποκριθεί μ΄ ένα στίχο που τον παίρνει ο άνεμος, στην ερώτηση που του κάνουν όλων των ταξιδιωτών οι φωνές τριγύρω :

«Στο Θεό σου, πες μας, τι είναι το ομορφότερο πράμα στον κόσμο;»

Από πού έρχεται το καράβι, και πού πάει τάχα;

Τι μας μέλει; Του πιθαριού του το κρασί είναι γερό.

«Στο Θεό σου, πες μας, τι είναι το ομορφότερο πράμα στον κόσμο;»

- Το ομορφότερο πράμα στον κόσμο είναι η αγάπη μου, λέει ένας σπουδαστής, ίσα με είκοσι χρόνων. Ο έρωτας είναι η μόνη ευτυχία.

- Η ευτυχία είναι εις τον πόλεμο, πετάγεται ένας στρατιώτης. Το ομορφότερο πράμα στον κόσμο είν’ ένας καβαλάρης, που χύνεται με το σπαθί στο χέρι.

- Όσο έχω ΄γώ μια κασίτσα γεμάτη και καλά φυλαγμένη... λέει ο φιλάργυρος.

Και ο γεωργός απαντάει : - Είν΄ άλλο τίποτα ομορφότερο, από ένα χωράφι, χρυσωμένο απ’ άκρη σ’ άκρη με στάχυα;

Αλλά ο ποιητής ορθωμένος : - Με τη δάφνη η Ομορφιά στεφανώνεται. Τι ωραιότερο από τη δάφνη; Μα τον Απόλλωνα! Πού ακούστηκε πως η ευτυχία βρίσκετ’ αλλού παρά εις τη σκέψη;...

Μα ο μουσικός την ίδια την ώρα : - Τι τη θες τη σκέψη; Ένιωσες ποτέ σου τι λέει τ’ αηδόνι; Τ’ ακούς μοναχά, κι αυτό φτάνει.

Και ο ζωγράφος με πείσμα : - Η Ομορφιά δεν βρίσκεται σε ήχους και λόγια. Η Ομορφιά είναι εικόνα.

Μα κι ο φιλόσοφος, αγριεμένος : - Τι λέτε; τους κραίνει. Η Ομορφιά είναι η Αλήθεια.

- Είναι η Επιτυχία! φωνάζει με χειρονομίες ένας πολιτευόμενος, που πήγαινε στην παρτίδα του να βάλει κάλπη.

            - Μωρέ, καλά λες! του κάνει αμέσως ο τυχοδιώκτης· η Ομορφιά είναι μια νταρντάνα με όξω τα στήθια, που κρατάει τα χαρτιά τού τυχερού τζογαδόρου.

            - Ώ! μουρμουρίζει σιγά - σιγά κι ένας έμπορος, τι άσχημο που είναι να παίζεις. Να λογαριάζεις, μάλιστα, να πράγμα!

            Μα κι ένας παπάς, κάνοντας το σταυρό του : - Ώ αδελφοί μου, τι καλύτερο από την πίστη, τι ομορφότερο από την προσευχή;...

            Αλλά έξαφνα : - Κατάρα, εμούγγρισε ο καπετάνιος, και οι τραγουδιστάδες σιωπήσαν αμέσως τρομαγμένοι. Κατάρα!... Σκάστε, να πάρ’ ο διάβολος... Σφίχτε το πανί!...

            Γιατί η θάλασσα είχεν αγριέψει, και για το ναυτικό, η Ομορφιά γελάει στου καραβιού του την πρύμη, όταν, ύστερ’ απ’ την καταιγίδα μπαίνει καμαρωτό στο λιμάνι.

            Και την ίδια στιγμή, μια παρέα χαρούμενα σκυλόψαρα, ακολουθούσαν τ’ αυλάκι που χάραζε στα κύματα το πλοίο, κι εκουβέντιαζαν, κι έλεγαν αναμεταξύ τους :

            - Το ομορφότερο πράγμα στον κόσμο, είναι ένα καράβι που πάει να βουλιάξει στο φούντο, γεμάτο από ταξιδιώτες...
                       

«Ο Νουμάς, Εφημερίς πολιτική κοινωνική φιλολογική»
Τόμος 17, Τεύχος 684 (1920), σελίδες 307-308 





"ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΥΚΗΝ" διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη (1868 - 1916)

..........................................................








Μιχαήλ Μητσάκης
(1868 - 1916)









ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΥΚΗΝ

   Εις το πλευρόν του λόφου, χωμένον εις του βράχου την ρωγμήν, ως να εζήτησε προστασίαν υπ΄ αυτόν, μικρόν, σιωπηλόν κ' έρημον, εγείρεται το εκκλησίδιον. Ως αναχωρητής μισών την τύρβην του κόσμου, αποστέρξας την ζωήν ασκητής, κατέφυγεν επίτηδες θα έλεγες εκεί επάνω, ενεσφηνώθη, κ' εξησφαλισμένον, βλέπει τώρα από του ύψους του, κάτω, την μυριοθύρυβον πόλιν, την πεδιάδα, ήν σκιάζει κονιορτού σύννεφον, και της οποίας η βοή, μόλις ανέρχεται, εις εκπνέοντα κύματα, μέχρι των ποδών του. 'Αμα φθάσης, διασκελίζων δύο ή τρεις μόνας βαθμίδας, ευρίσκεσαι εντός αυτού. Αντί τέμπλων και θόλων και τρούλλων, την κορυφήν του σκεπάζει απλή εκ κεράμων στέγη. Παρά τον τοίχον του, ανηρτημένη εκ φαγωμένου σχοινίου, κρέμαται από ξύλου σαπέντος, μία γηραλέα καμπάνα, ής ο ήχος, θλιβερός, ραγισμένος, ακούετ' ενίοτε, περί δυσμάς ηλίου. Μάνδρα στενή, περιτρέχει γύρω του, από της μιας άκρας της κοιλότητος του βράχου αρχομένη, και εις την άλλην τελευτώσα, κυκλώνουσα αυτό, εν είδει τοίχους, όπερ σχηματίζει έμπροσθέν του ως μικράν πλατείαν. Και του περιβόλου αυτού τον στολισμόν, αποτελούν τρία θρανία εξηρθρωμένα, χωλά, οι θυσσανώδεις κλώνοι αρτιφυούς πεύκου, και μία λεύκη, μικρά, εις την πρώτην ανάπτυξίν της, ανθούντα εν των μέσω. Εγγύς αυτών καλυπτόμενον με δύο σανίδας, πηγάδι προβάλλει τα λίθινα χείλη του. Και εις το βάθος, παρά την ρίζαν του βράχου, μεμονωμένη, μία μεγάλη συκή, απλώνει τα πλατέα φύλλα της. Δεν είναι όμως μόνον αυτός, του στενού περιβόλου ο πτωχός κόσμος. Ακριβώς υπό την συκήν, στεγαζομένη εκ των κλάδων της, στηριζομένη σχεδόν επί του κορμού αυτής, ως να εκφύεται και αυτή από του εδάφους πλησίον της, ευθυτενής, μαρμαρίνη στήλη, επιτυμβία, υψούται με τον λευκόν της σταυρόν επί κεφαλής. Και επ' αυτής, με ογκώδη κεφαλαία γράμματα, χαραγμένα βαθέως επί του μαρμάρου, σκαλισμένα, αναγιγνώσκεται η επιγραφή· "Ενθάδει κείνται τα οστά της μακαρίτιδος Εκατερίνης, συζύγου Αθανασίου Γκίγγιζα. Απεβίωσε την 4 Ιανουαρίου 1869". Είναι απλουστάτη επιγραφή, μετακομιδής λειψάνων, γυναικός του λαού, γραίας, κατοικούσης πιθανώς, κατά το διάστημα της ζωής της, εις τινα των παρακειμένων συνοικιών, και της οποίας οι συγγενείς, έτη μετά τον θάνατόν της, εκπληρούντες τον ύστατον φόρον του σεβασμού, θα μετέφεραν τ' απομεινάρια, εκ του νεκροταφείου, να τα θάψουν εις τον περίβολον του γειτονικού ναΐσκου των. Αλλ' από κάτω απ΄ αυτήν αμέσως ύστερον, σχεδόν μη χωριζομένη, άλλη επιγραφή προσπίπτει εις το βλέμμα. Είναι οκτάς ονομάτων πάλιν, γυναικείων και αυτών, γραμμένων με μολυβδοκόνδυλον. Κατά μήκος, το εν κάτωθεν του άλλου, παρατάσσονται μέχρι της βάσεως της στήλης, παρακολουθούν το όνομα της νεκράς, προφανώς όχι νεκρών βέβαια επίσης, περιέργως, ωσάν να ήλθαν εκεί από σκοπού, δια να της κάμουν συντροφιάν. Και εις το πλάγι των, μακρά γραμμή, τραβηγμένη κατά μήκος και αυτή, πέραν της οποίας, άλλη επιγραφή, κοινή, γραμμένη με το ίδιον μολύβι, τ' αντικρύζει. Και αποκάτω ακόμη, άλλη πάλιν, κατά τον αυτόν τρόπον, κοινή ομοίως, ως συνοψίζουσα και τας δύο, απλούται κατά πλάτος. Και αι ποικίλαι επιγραφαί, αι νέαι, αι πρωτότυποι αυταί, ιδού τι λέγουν: "Σοφία Παρηγόρη, Καλυψώ Μανωλακάκη, Φανή Θηβαίου, Σοφία Στεργίου, 'Ολγα Βάθη, Ελένη Παπαθανασοπούλου, Θάλεια Φασίτσα, Φωτεινή Ξάνθη. 28 Οκτωβρίου, Σάββατον, ώρα 4 μ.μ. 1889. 'Απασαι άκραι φίλαι μέχρι τάφου". Τα οκτώ ονόματα εκτείνονται κατά σειράν, παρ' άλληλα, συμπιεζόμενα σχεδόν, καταλαμβάνουν όλην την νανώδη στήλην, μαύρα επί της ωχράς της όψεως. Θα έλεγες, ότι συσφίγγονται εκουσίως, το έν προς τ΄ άλλο, δια να χωρέσουν, ή και να δια να δανεισθούν θερμότητα, φρίσσοντα επί της κρύας πλακός. Κορασίδες βεβαίως όλαι, από δεκατριών έως δεκαέξ ετών αναμφιβόλως, μαθήτριαι κατά πάσαν πιθανότητα. Γνωστών οικογενειών της Νεαπόλεως αι πλείσται, εις το πρώτον άνθος της ήβης, εις την πρώτην ακμήν της υπάρξεως. Θα ήλθαν το Σάββατον αυτό, προδήλως, επωφελούμεναι της αργίας του σχολείου των το απόγευμα, χάριν περιπάτου, θα ανερριχήθησαν τον κοντινόν εις τα σπίτια των λόφον, δια ν' αναπνεύσουν εν ελευθερία, εν λήθη επί μίαν ημέραν του πληκτικού μαθήματος και της ανιαράς διδασκαλίσσης, δια να ταράξουν το έρημον εκκλησίδιον με τους αργυροήχους των γέλωτας και με τα εύθυμα ποππύσματά των. Μόναι, χωρίς οχληράν παιδαγωγόν, χωρίς προσεκτικήν μητέρα, χωρίς πατέρα σοβαρόν και συμβουλεύοντα, δίχως να ειπούν ίσως τίποτε εις κανένα πού θα υπάγουν, εκ κοινής συμφωνίας, εν ορμή ανεξαρτησίας, υπείκουσαι εις τ' αχαλίνωτα, τα θεία ένστικτα, δι' εν απόγευμα εξυπνήσαντα εντός των, άτινα ωθούν την μικράν δορκάδα ν' αναπηδά εν τω μέσω των δασών ή τον αρτιγέννητον νεβρόν, να άλλεται προς του βουνού την κορυφήν, δια να χαιρετίσει εκείθεν, αφ' υψηλού, την μεγάλην μητέρα του Φύσιν. Θ' αλληλεκρατούντο βέβαια εκ του βραχίονος αναβαίνουσαι αι περισσότεραι, θα έσπευδαν προς τον τραχύν ανήφορον, και θα συνωμίλουν διαρκώς, και θα ηδολέσχουν αδιακόπως, εν τη ηδονική αισθήσει της προσκαίρου των χειραφετήσεως, εν τη ευθύμω υπερηφανεία δια το πραξικόπημα. Και θα εβάδιζαν όπως αν ετύχαινε, προς την φοράν της ευμεταβλήτου των ορέξεως, άλλοτε κατά ομάδας ευαρίθμους, αποσπωμένας απ΄ αλλήλων, δια να ενωθούν αύθις μετ΄ ολίγον, ή παντοιοτρόπως να αλλάξουν, άλλοτ΄ εν μια ζωηρά μάζη, προχωρούση φύρδην μίγδην. Και θα επροπορεύοντο κάποτε τινές, δια να ευρεθούν μετά μικρόν οπίσω, και θα ήρχοντο άλλαι τελευταίαι, δια να ευρεθούν αίφνης εμπρός, και θα εβραδυπάτουν αυταί τώρα, δια να αφεθούν κατόπιν γρήγορα εις δρόμον, και θα διεσκέλιζον εκείναι ήδη το πρανές ωκείαι, δια να σταματήσουν έπειτ΄ αποκαμωμέναι, εν όλη τη δυνατή αταξία, ακαταστασία, συμπλεκόμεναι ή μακρυνόμεναι, ή συμιγνύμεναι ή χωριζόμεναι, κατά την στιγμιαίαν θέλησιν ή την ακαριαίαν έφεσίν των. Και θα τα έλεγαν πολλαί αυτών συχνάκις, κατά δύο, ασχολοφανείς, σοβαρευόμεναι, με φευγαλέα ερυθήματα και μειδιάματα πτερόεντα, σιγά - σιγά ως ν' ανεκοίνουν μεταξύ των σπουδαία μυστικά, και προσπεράσ' εις την ταχύτητα, με μικράς - μικράς οξείας, συνεχείς φωνάς πτηνών εξαφνισθέντων, και πηδήματα, εν τω κοχλασμώ του νεανικού των αίματος, εν τη ανάγκη των παιδικών των μελών να κινηθούν. Και θα προσεποιούντο πως εμάλλωναν τας μάλλον ταραχώδεις μερικαί, θα προσεπάθουν να υποδυθούν μεγαλήτερον προσωπείον, χωρίς να ημπορούν να το κρατήσουν, επιθυμούσαι να φανούν ως δήθεν φρόνιμοι, αδεξιώταται και χαριέστατ' εν τη υποκρίσει των. Και θα συνέλεγαν αναμφιβόλως όλα τ' αγροδίαιτα λουλούδια, όσα θα εύρισκαν καθ' οδόν, και θα εστόλιζαν με αυτά τα καπελλάκια των, και οι ομπρελίτσες των ερυθραί θ' ανεπετάννυντο, υπό τον ήλιον του φθινοπώρου, και θα ήσθμαιναν και θα εγέμιζαν την έκτασιν με θόρυβον και αλαλητόν. Και αφού καταϊδρωμέναι, σκονισμέναι, αλλά πλήρεις χαράς, πλήρεις αγαλλιάσεως, θα έφθασαν εκεί επάνω, και ανέβησαν τας δύο ή τρεις βαθμίδας, και εμβήκαν εις τον περίβολον, θα εκάθησαν εις τα σπασμένα του θρανία, δια να ξεκουρασθούν τάχα και λιγάκι, κα θα απέβλεψαν με τα έκπληκτα όμματά των προς τον ευρύν και διαυγή ορίζοντα, και θα παρετήρησαν την μυριοθόρυβον πόλιν, συνταρασσομένην εκ του αγώνος της ζωής της, αφρόντιδες νέαι, ουδέν εννοούσαι ακόμη εξ αυτής, ή την γλυκείαν μέθην των δεκαπέντε ετών των. 'Επειτα, αεικίνηται, ακούρασται, εκ μιας στιγμής αναπαύσεως αντλούσαι δύναμιν χρόνων, θα ήρχισαν εξετάζουσαι την μικράν εκκλησίαν, και θα περιήλθαν την μάνδραν, και θα έπαιξαν εν των περιβόλω και θα έσκυψαν να ιδούν το βαθύ πηγάδι, και θα έκοψαν κανένα κλώνον του αρτιφυούς, ως αυταί, πεύκου, ή της ως αυταί νεαράς λεύκης. Κ' εν τω μεταξύ καμμία εξ αυτών θα επλησίασε και εις την μονήρη στήλην, υπό την συκήν, την καλύπτουσαν τα οστά της γραίας, και γελώσα, με όλην την προς το άγνωστον αφοβίαν της ηλικίας των, με την νηπιώδη ασυνειδησίαν των πραγμάτων, θ' ανέγνωσε μεγαλοφώνως την επιγραφήν: "Ενθάδει κείνται τα οστά της μακαρίτιδος Εκατερίνης, συζύγου Αθανασίου Γκίγκιζα. Απεβίωσε την 4 Ιανουαρίου 1869". Και θα υπέδειξε πιθανώς εις τας συντρόφους της την διαλάμπουσαν του γράψαντος ανορθογραφίαν, και επείπε, δήθεν απευθυνόμενη προς αυτόν: "Αϊ μωρέ κακομοίρη, μηδενικό που θα σούβαζε η κυρία Χαρίκλεια, αν τώγραφες στην εξήγησί σου..." Και κιχλισμοί θ' αντηλλάγησαν ευθύς, και περιέργειαι θα ηγέρθησαν ακράτητοι, και θα επλησίασαν όλαι να κυττάξουν, και θα συνωθούντο περί το νεκρικόν μάρμαρον, και η κυρία Χαρίκλεια θα εκοροϊδεύθη προσηκόντως. Κατόπιν, ίσως η ιδία, ίσως άλλη, θα έβγαλε από την τσεπίτσα της και το μολυβδοκόνδυλόν της, και θα επλησίασε περισσότερον, και θα εύρε αστείον, να γράψη εκεί, επάνω εις την στήλην του τύμβου και τα ονόματα αυτών, υπό το της γραίας. Και ήρχισε : "Σοφία Παρηγόρη, Καλυψώ Μανωλακάκη, Φανή Θηβαίου, Σοφία Στεργίου, Όλγα Βάθη, Ελένη Παππαθανασοπούλου, Θάλεια Φασίτσα, Φωτεινή Ξάνθη". Και έβαλε την ημερομηνίαν εις ανάμνησιν, και το έτος και την ημέραν της εβδομάδος, και την ώραν ακόμη, ενθύμημα παντοτεινόν. Και μετά τούτο, δι' ομοφώνου εμπνεύσεως θα ετράβηξεν εις το πλάγι την περιληπτικήν γραμμήν και πέραν αυτής, απηθανάτισε την παιδικήν αγάπην, την συνδεόυσαν τ' αθώα έτη των, και ήν εν τη αγνοία, εν τη απλότητι αυτών, θε να νομίζουν αιωνίαν. "'Απασαι φίλαι μέχρι τάφου". Επιτέλους, θα έφυγαν, θα κατέβησαν κατά τον ίδιον τρόπον, θα εγκατέλειψαν τον γηραιόν βράχον, ωσάν να έλεγες τον γηραιόν παππούν, άνθη φυέντα μίαν στιγμήν εις τους πόδας του δια να στερηθή πάλιν αμέσως, εις την μόνωσίν του και την σιγήν. 'Έκτοτε η επιγραφή των μένει εκεί, όπως μένει η άλλη, η σκαλισμένη επί του λίθου. Η συκή απλώνει επ΄ αυτής τα πλατέα φύλλα της και ο βράχος ρίπτει την ημέραν την σκιάν του. Η στήλη εγείρεται, φέρουσα εις το εξής το όνομα μιας νεκράς και οκτώ ζώντων, εν πλήρει δόξη καλλονής και θάλλους. Και η θέα των νεανικών αυτών ονομάτων, πλησίον του της πρεσβύτιδος, γεννά όλως ιδιόρρυθμον συναίσθημα εις την ψυχήν. Θα έλεγες, ότι επί του μονήρους αυτού μνήματος, η ανυπαρξία τείνει την χείρα προς την ύπαρξιν, το παρόν προσμειδιά προς το παρελθόν, η ακμή αδελφούται προς την παρακμήν και την εκμηδένισην. Αι δύο επιγραφαί φαίνονται ως γρονθοκοπούσαι αλλήλας ή συμπληρούσαι εαυτάς. Η πρώτη καταχέει ως σκυθρωπόν πέπλον επί της δευτέρας. Και η δευτέρα αντανατέλλει ως μυστικήν αίγλην, φαεινήν ανταύγειαν επί της πρώτης. Νομίζεις, ότι εκείνη εγράφη, οιονεί ζοφερά απειλή προς αυτήν και αυτή, οιονεί τολμηρά αυθάδεια προς εκείνην. Θα υπέθετες, ότι επίτηδες αι θορυβώδεις επισκέπτριαι, καίτοι ασυνειδήτως, έγραψαν εν τούτοις αυτήν, πρόκλησιν υπερόχου αδιαφορίας και περιφρονήσεως προς το μέλλον, το μέλλον και αυτών - ώ, είθε όσο το δυνατόν μάλλον μεμακρυσμένον! - όπως παντός επί της γης όντος, το μέλλον όπερ, κατ΄ ασυνήθες, αδυσώπητον οξύμωρον, αντιπροσωπεύει μετά του παρελθόντος η άλλη επιγραφή. Και θα υπέθετες αφ΄ ετέρου άμα, ότι εν μυστηριώδι και σκοτεινή προαισθήσει, αιφνιδίως επισκηψάση, την έγραψαν εις αναγνώρισιν μάλλον του μέλλοντος του αφύκτου αυτού, και υπ΄ αυτών ακόμη των κατ' εξοχήν αφροντίστων, δειλής υποταγής αφελή ένδειξιν, έδωκαν δι΄ αυτής σιωπηλήν υπόσχεσιν προς την εν αυτώ οικούσαν, ητοίμασαν το επιτύμβιόν των αι ίδιαι, από τούδε, παρά το εκείνης. και ενώ ο ήλιος, δύων εκεί κάτω, οπίσω του Πάρνηθος, αποχαιρετίζει με τας τελευταίας ακτίνας του το ερημικόν εκκλησίδιον, τα ονόματα των τρελλών κορασίδων, εκρήγνυνται επί του μαρμάρου, υφ΄ ό κείνται της γραίας τα κόκκαλα, φαιδρά, ως ειρωνικός καγχασμός της Ζωής και της Νεότητος προς τον Θάνατον, και παραδόξως ταυτοχρόνως πένθιμα, ως απροσδόκητος και αλλόκοτος αρραβών προς τον Τάφον...
                                                              Αττικόν Μουσείον, 1/8/1890



Μιχαήλ Μητσάκης, "Υπό την συκήν", Πεζογραφήματα, Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1988, σσ. 132-139.