Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

«Η Ζήτα και ο Ψιτ» Από τα «δεκαπεντέμισι κάπως περίεργα παραμύθια» της Παυλίνας Παμπούδη (εκδόσεις Κέδρος, 1978)

...........................................................





Παυλίνα Παμπούδη (γ.1948)





 




·       «Η Ζήτα και ο Ψιτ»

Από τα «δεκαπεντέμισι κάπως περίεργα παραμύθια» της Παυλίνας Παμπούδη   (εκδόσεις Κέδρος, 1978)


   Μια φορά, ήταν τρεις φιλενάδες που τις έλεγαν Δέλτα, Θήτα και Ζήτα.

   Ζούσαν σ’ ένα φτωχικό κουτί από σοκολατάκια στο τρίτο ράφι δεξιά.

   Έμοιαζαν σαν όλες τις άλλες κοπέλες, μόνο που, όταν μιλούσαν, έλεγαν τις λέξεις ανάποδα.

   Είχαν κι οι τρεις τους μονάχα ένα φόρεμα, μια πλεξούδα και καθόταν στο παράθυρο και μια καμπούρα.

   Έτσι, όταν η μία φορούσε το φόρεμα κι έβγαινε περίπατο, η άλλη φορούσε την πλεξούδα και καθόταν στο παράθυρο, κι η τρίτη φορούσε την καμπούρα και έκλαιγε.

   Μια μέρα, που ήταν η σειρά της Ζήτα να φορέσει το φόρεμα και να βγει περίπατο, η Ζήτα αποφάσισε να πάρει άλλο δρόμο κι όχι το συνηθισμένο.

   Έτσι, χωρίς να το θέλει, απομακρύνθηκε πολύ από κάθε γνωστό μέρος και τελικά χάθηκε.

   Όταν κατάλαβε πως δεν μπορούσε πια να γυρίσει πίσω, έβαλε τα κλάματα.

   Εκεί, που έκλαιγε λοιπόν, ξαφνικά, ακούστηκε ένα φοβερό ποδοβολητό!

   Ήταν ο πρίγκιπας Ψιτ που έκανε την καθημερινή του βόλτα καβάλα σ’ ένα μεγάλο περήφανο ψύλλο.

   -Για δες, μια κοπέλα ολομόναχη εδώ στην ερημιά! είπε ο Ψιτ με την βροντερή του φωνή. Για πλησίασε! Τι όμορφη που είσαι! Γιατί δεν έχεις μαλλιά; Θέλεις να έρθεις μαζί μου;

   Η καημένη η Ζήτα, προσπάθησε να πει κάτι, αλλά όπως είπαμε, έλεγε τις λέξεις ανάποδα.

   Έτσι, ο Ψιτ δεν κατάλαβε τίποτα. Έσκυψε, την άρπαξε, την ανέβασε στη σέλλα του ψύλλου του, κι έφυγαν κι οι δυο καλπάζοντας.

   Άδικα περίμεναν μέχρι που νύχτωσε η Δέλτα και η Θήτα τη φιλενάδα τους. Η Δέλτα, που φορούσε την καμπούρα, έκλαιγε βέβαια συνέχεια, αλλά τα μεσάνυχτα άρχισε να κλαίει και η Θήτα.

   Αφού λοιπόν έκλαψαν και οι δυο πολύ, μετά, το πήραν απόφαση να συνεχίσουν μόνες τη ζωή τους χωρίς Ζήτα και χωρίς φόρεμα, και να φοράνε μόνο την πλεξούδα κάθε φορά που θα έβγαιναν περίπατο.

   Εν τω μεταξύ, η Ζήτα βρισκόταν χιλιόμετρα μακριά, στο παλάτι του Ψιτ που ήταν ένα βάζο μαρμελάδας στον μπουφέ. Εκεί, ο Ψιτ έμενε με τους δύο αδελφούς του, τον Παντελή και τον Ροδόλφο.

   Ήταν κι οι τρεις πολύ όμορφα παλικάρια, αλλά είχαν μόνο ένα ζευγάρι μάτια, ένα ζευγάρι αφτιά κι ένα ψύλλο.

   Έτσι, αυτός που ήθελε να πάει βόλτα έδερνε πρώτα τους δύο άλλους, τους έδενε σφιχτά και μετά έπαιρνε τ’ αφτιά, τα μάτια και τον ψύλλο κι έφευγε.

   Το βράδυ, βέβαια, γυρνούσε και τους έλυνε ζητώντας συγγνώμη. Τότε, εκείνοι τον έδερναν, τον έδεναν σφιχτά, και μετά δερνόντουσαν μεταξύ τους. Ο νικητής, φορούσε τ’ αφτιά και τα μάτια, πότιζε τον ψύλλο και κατόπιν πήγαινε να κοιμηθεί.

   Το πρωί έφευγε, γυρνούσε το βράδυ, έλυνε τους άλλους κ.ο.κ.

   Ο ερχομός της Ζήτα, όπως ήταν φυσικό, έφερε κάποια αλλαγή στην ήρεμη ζωή των τριών αδελφών: Ο Ψιτ κράτησε για πάντα δεμένους τον Παντελή  και τον Ροδόλφο χωρίς αφτιά, μάτια και ψύλλο στο βάθος του βάζου!

   Όσο για τη Ζήτα, αυτή μιλούσε συνέχεια ανάποδα και ο Ψιτ δεν την καταλάβαινε, όπως κι αυτή δεν καταλάβαινε τον Ψιτ.

   Έτσι έζησαν ευτυχισμένοι για πολλά πολλά χρόνια.     


Δεν υπάρχουν σχόλια: