Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

"Της Ματζουράνενας το χάλασμα" Διήγημα του Αθανασίου Θ. Γκράβαλη (1890 1974))

.....................................................








Αθανάσιος Θ. Γκράβαλης
(1890 - 1974)*








 Της Ματζουράνενας το χάλασμα




·       
         Διήγημα του Αθανασίου Θ. Γκράβαλη (1890-1974)

    ΣΑΝ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΡΗΜΑΞΕΙ και γκρεμνιστεί και φυτρώσουν χορτάρια στα θεμέλια του και δεν μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα, το λένε χάλασμα. Τότες οι γειτόνοι ρίχνουν τα σκουπίδια τους μέσα σ’ αυτό και μαζεύουνται και τα μωρά και παίζουν. Τα θεμέλια δεν λένε τίποτε ποτές κι ούτε ρωτούν τίποτε τα μωρά που παίζουν με δυνατές φωνές και το κάνουν το χάλασμα να ζωντανεύει κι αυτό, όπως τα μάγουλά τους που γίνονται κατακόκκινα, κνικάτα.
   Πριν να γίνει χάλασμα «της Ματζουράνενας το χάλασμα» ήτανε σπίτι.
   Η Ματζουράνενα ήτανε τότες μια στο μαχαλά. Καλοφαγού, λουσάτη, γλεντζού, πρώτη στα λειτουργήματα, πρώτη στα σεργιάνια.
   Η Γιουργής, ο νοικοκύρης της, ανέβαινε στο σπίτι πάντα με γεμάτα τα χέρια.
   Σαν μαγειρεύανε στο σπίτι της Ματζουράνενας μπαΐλντιζε ο μαχαλάς απ’ τα βουτύρατα και τις μυρουδιές.
   Η Ματζουράνενα η λενιώ ήτανε αρχοντογυναίκα. Φορούσε σάκο γουνωμένο και τα μαλλιά της τα ‘πλεκε «παγώνι» με το βελουδένιο τσεμπέρι της.
   Είχε και παιδιά. Έξι. Τρεις γιοί και τρεις κόρες.
   Ροδάκινα τα μάγουλα ολονών να τα σχίσεις με το νύχι. Οι κόρες καταδεχτικές και γλυκομίλητες. Για το χατίρι τους είχε πατινάδες κάθε βράδυ ο μαχαλάς.
   Της κυρα-Λενιώς της Ματζουράνενας δεν της κακοφαινότανε αυτά τα πράματα. «Νιάτα είναι», έλεγε, κι έγνεφε κρυφά στον άντρα της. Οι κοπελούδες κατεβάζανε τα μάτια κάνοντας πως δεν καταλαβαίνουν, και μόνο οι γιοι της, που καταλαβαίνανε τον κόσμο πλειά, μουρμουρίζανε κρυφά θυμωμένοι.
   Κι οι μανέδες και τα τραγούδια δεν παύανε.
   Πότε τραγουδούσανε τη Σμυρνιά, που πότιζε στο παραθύρι το βασιλικό της, και πότε εκείνο που έλεγε έτσι:
                                      Εσύ κοιμάσαι στα σεντονάκια
                                      Κι εγώ γυρίζω μες στα σοκάκια.
   Αλλιώτικα χρόνια τότες, και όμορφα και παρθένα κι αφτιασίδωτα ούλα τα πράματα.
   Γινότανε και τότες το κάθε τι που γίνεται και σήμερα και πάντα μα γινότανε έτσι που αναγάλλιαζες να το βλέπεις.
   Όμορφα ούλα, κι ο έρωτας πιο όμορφος ακόμα. Τότες οι κοπελούδες γνέφανε τον γιαβουκλού τους παίρνοντας των δικών τους την αποματιά. Κάνανε πως σάζανε τα μαλλιά τους, κάναν το μάτι μαριόλικα, κάνανε τα χείλια τους σαν να λέγανε κάτι, και σαν τες τσάκωνε κανένα μάτι βήχανε και ξεροκαταπίνανε.
   «Αχ», κάνανε τα κορίτσια κρυφά· «αμάν», τραβούσανε τα παλικάρια σκοπούς γεμάτα μεράκι.
   Της Ματζουράνενας όμως της Λενιώς οι κόρες δεν ήτανε να πούμε της σειράς. Μια και που πήγανε στο σκολειό και μαθανε γράμματα, έμαθαν να κάνουν και κάτι πράματα αλλιώτικα, που τα κάνουν μονάχα εκείνες που ξέρουν γράμματα κι είναι του συρμού και του κόσμου.
   Η πιο μικρή έγραψε μια φορά ένα ραβασάκι. Σαν το τσακώσανε έγινε άνω-κάτω ο μαχαλάς. Οι γριές κάνανε το σταυρό τους. «Μανούλα μ’ μασκαράδιανι η κόσμους», είπε μια, και οι άλλες κουνήσανε τα κεφάλια τους σαν να λέγανε ναι.
   Ύστερα το ‘παν της κυρα-Λενιώς, κι εκείνη την ξέσασε το βράδυ όπως έπρεπε. Την έδειρε και την  τράβηξε απ’ τα μαλλιά.
   «Είδες την παλιοσκρόφα!», είπε στον άντρα της. Εκείνος δεν είπε τίποτα. Παράγγειλε μονάχα να μην το μάθει ο μεγάλος ο γιος το βράδυ.
   Εκείνο το βράδυ οι μανέδες ήτανε πιο λυπητεροί στο μαχαλά. Τρίξανε όλα τα παραθύρια σιγά-σιγά, μπρόβαλαν κεφάλια, φάνηκε πού και που και κανένα φως και μόνο στης Ματζουράνενας το σπίτι ψυχή δεν ανάσανε.
   Το πρωί σαν βγήκε στην πόρτα η φταιξάρα έμοιαζε σαν κλιαμένη και σαν να μην είχε κοιμηθεί σταλιά.
   Έτσι ζούσε το σπίτι της Ματζουράνενας της Λενιώς πριν να γκρεμνίσει και να γίνει αλάνι και χάλασμα για να παίζουν μέσα τ’ς αμάδες τα μωρά και να πετάνε οι γειτόνοι τα σκουπίδια. Μα το σπίτι της Ματζουράνενας δεν βάσταξε πολύ, ξολοθρεύτηκε από θεμελιού.
   Πρώτος-πρώτος ο μεγάλος της ο γιος αρρώστησε στα καλά καθούμενα. Οι γιατροί είπαν πως είχε χτικιό.
   «Να φαν’ τη γλώσσα τους», είπε σαν τ’ άκουσε η Ματζουράνενα.
   Όταν τον θάψανε κι ένας χαμάλης έφερε τα σεντόνια της κάσας του, η Ματζουράνενα έσχισε τα ρούχα της να μην τύχει και τα κάψουν. «Κακό να βγάλουν όσοι λεν τέτοιου πράμα».
   Τα βάλανε στ’ αγιάζι και στο άστρο μια νυχτιά κι ύστερα σκεπαστήκανε μ’ αυτά τα παιδιά. Η Ματζουράνενα το καυχιότανε πως έκανε έτσι σ’ όλες τις γειτόνισσες. Έτσι ταξίδεψε σε λίγο κι ο γερο-Ματζουράνης κι άλλα τρία ακόμα παιδιά.
   Κι οι γιατροί λέγανε ακόμα πως η αρρώστια ήταν χτικιό και θέλανε να κάψουν τα ρούχα!
   Λέγοντας αυτό πέθανε με τη σειρά της κι η μάνα.
   Μείνανε πλειά στο σπίτι δυο μονάχα ψυχές. Ο Γιάννης, ένα μαυρομούστακο παλικάρι, κι η πιο μικρή η κόρη, η Αθηνά.
   Το μαράζι έπιασε τον Γιάννη πρώτα. Ξέρασε αίμα. Η αδερφή του τον κοίταζε κι άλλος κανένας δεν πατούσε στο σπίτι. Όποιος πέρνα απ’ έξω έφραζε το στόμα του να μην ανεσαίνει. Οι γειτόνισσες είχαν πάντα στον κόρφο τους απήγανο κι αψιφιά και ραίνανε με αγιασμό τα μωρά τους.
   Ο Γιάννης, έτσι που κόντευε να πεθάνει, άρχισε ν’ αγριεύει. Μια νύχτα σύρθηκε απάνω στην αδερφή του την ώρα που εκείνη κοιμότανε κι ανέσανε πολλές φορές  μέσα στο στόμα της και της γέμισε σάλια τα μούτρα. Σαν ξύπνησε κι έκανε να φύγει κι έμπηξε τις φωνές, την αγκάλιασε μ’ άγριο σφίξιμο και την έσφιγγε πιο δυνατά όσο καταλάβαινε πως σπαρταρούσε για να τον αποχωριστεί.  Ύστερα ξαπλώθηκε δίπλα της λαχανιασμένος και ξεψύχησε με το γέλιο στα μούτρα. Τα μάτια του π’ απόμειναν ανοιχτά είχαν μέσα στη γυαλένια φέξη τους μια γλύκα.
   Σαν θάψανε το Γιάννη πλάγιασε κι η Αθηνά.
   Αυτή δεν βάσταξε πολλές μέρες. Μην έχοντας κανέναν να της δώσει μια κουταλιά νερό, σύρθηκε ως την εξώπορτα κι ακούμπησε το κεφάλι της στα σκαλοπάτια. Έτσι που κοίτουνταν, ένας ζητιάνος της έβρεξε λίγο το κούτελο τη νύχτα που ξεψυχούσε. Ως πού να βγει η ψυχή της, τα κρουσταλλένια μάτια της κοιτάζαν το σοκάκι όλη τη νύχτα, που ήταν βουβό πλεια χωρίς πατινάδες και τραγούδια.
   Έτσι έσβησε το σπίτι της Ματζουράνενας κι έγινε αλάνι και χάλασμα. Μάδησε πέτρα προς πέτρα ως τα θεμέλια κι έγινε ίσωμα και φύτρωσαν χορτάρια απάνω του, κι έγινε τόπος για να πετάν τα σκουπίδια οι γειτόνοι και να παίζουν μέσα τ’ς αμάδες τα μωρά με τα κόκκινα μάγουλα.
   Μόνο τη νύχτα το χάλασμα της Ματζουράνενας ήταν βουβό.
   Σαν περνούσαν τότε από κει τα μωρά κάναν το σταυρό τους και λέγαν «Ισούς Χριστός νικά», και τραγουδούσανε φωναχτά για να πιστέψουν πως δεν φοβάνται.   

  

 [1] Ο Αθανάσιος Γκράβαλης γεννήθηκε στο Αϊβαλί το 1890. Το 1915 καταδιώχθηκε από το Νεοτουρκικό Κομιτάτο και κατέφυγε πρόσφυγας στη Μυτιλήνη. Το 1918 επιτράπηκε η παλιννόστησή του και επέστρεψε στο Αϊβαλί, αλλά μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη οριστικά. Εργάστηκε ως αρθρογράφος και σχολιαστής σε εφημερίδες της Λέσβου. Το μοναδικό του λογοτεχνικό βιβλίο, οι Σπασμένες Κολώνες, εκδόθηκε το 1930 και περιλαμβάνει 42 αφηγήματα. Κάποια από αυτά επανεκδόθηκαν σε ένα βιβλίο από τη σειρά των εκδόσεων Στιγμή "Ασυνήθιστες Ιστορίες", την οποία επιμελήθηκε ο Ε.Χ. Γονατάς. Ο Αθανάσιος Γκράβαλης πέθανε το 1974. 

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

"Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ..." ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956) Από τη φίλη στο fb Kuriaki Glafki (facebook, 17/2/2017)

.....................................................







Μπέρτολτ Μπρεχτ
(1898 - 1956) 
  













Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ...
 

Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ,
όπως εκείνο το δείλι που σε άφησα
με κατάπιε το βαθυγάλαζο δάσος,
ψυχή μου,
που πάνω του, στα δυτικά,
κρέμονταν κιόλας
χλωμά τα άστρα.

Γέλασα αρκετά,
καρδιά μου,
γιατί συγκρούστηκα παίζοντας
με το σκυθρωπό πεπρωμένο
την ίδια ώρα
μέσα στο γαλανό δείλι του δάσους
αργοσβήναν κιόλας πίσω μου τα πρόσωπα.
Εκείνο το μοναδικό σούρουπο
όλα ήταν τόσο γλυκά
όσο δεν ήταν ποτέ ξανά να γίνουν
αλλά αυτό που μου απόμεινε είναι
μόνο πουλιά μεγάλα
που το δείλι
πετούν πεινασμένα στο
σκοτεινιασμένο ουρανό.



Μπέρτολτ Μπρεχτ

"Η φράση του Ρέγκλινγκ κρύβει το μυστικό της σημερινής Ελλάδας" γράφει ο Γιώργος Παπαδόπουλος-Τετράδης (facebook, 17/2/2017)

......................................................
 
Η φράση του Ρέγκλινγκ κρύβει το μυστικό της σημερινής Ελλάδας



γράφει ο Γιώργος Παπαδόπουλος-Τετράδης (facebook, 17/2/2017)

Όπως είπε και ο επί κεφαλής του Ευρωπαϊκού μηχανισμού (ESM) Κλάους Ρέγκλινγκ, «η Ελλάδα είναι μια ειδική περίπτωση. Πουθενά το μέγεθος των προβλημάτων δεν ήταν τόσο μεγάλο και η διαχείρισή τους τόσο αδύναμη όσο στην Ελλάδα». Αν ήξερε και πώς μεγάλωσαν και μεγαλώνουν οι τελευταίες γενιές στη χώρα δεν θα είχε και καμιά απορία.
Κατ’ αρχήν, να διαπιστώσουμε απλώς ότι τίποτε δεν διορθώνεται εδώ και 7 χρόνια γιατί όλες οι κυβερνήσεις ακολουθούν πάνω- κάτω το ίδιο μοντέλο: Αντί να νομοθετούν για να απαλλάξουν τη χώρα από τις στρεβλώσεις των προηγούμενων εγκληματικών κυβερνήσεων, νομοθετούν απλώς για να εισπράξουν όσα απαιτούν οι δανειστές για να αποπληρωθούν τα δανεικά και να αποκτήσουν ταμείο (οι κυβερνήσεις) ώστε να συντηρήσουν το ψηφοφορικό τους δημόσιο.
Αυτή είναι η μόνη πολιτική που ασκείται εδώ και 7 χρόνια. Ακριβώς επειδή οι κυβερνήτες ενδιαφέρονται πρώτα και κύρια για τη δική τους πολιτική επιβίωση και μετά για την επιβίωση της χώρας. Όσοι ενδιαφέρονται για τη χώρα.
Αν μπει κανείς σε ένα μέσο ελληνικό σπίτι (γιατί υπάρχουν και εξαιρέσεις) θα διαπιστώσει ότι εδώ και χρόνια κυριαρχεί η απουσία προσωπικής ευθύνης. Για όλα φταίνε κάποιοι άλλοι και ποτέ οι πρωταγωνιστές του σπιτιού. Φταίει ο Θεός, η κακιά στιγμή, το μάτι, οι Αμερικάνοι, το κράτος, το αφεντικό, ο γείτονας, η ατυχία, ο Σόϊμπλε, ο καιρός, ο θείος, φταις εσύ άχρηστη/ε, αλλά ποτέ δε φταίω εγώ.
Έτσι ακριβώς μεγαλώνουν οι γενιές στην Ελλάδα εδώ και πάνω από 50 χρόνια. Όχι μόνο στα σπίτια όπου δηλητηριάζονται μ αυτό το γάλα. Στα σχολεία δεν έχω διαβάσει γιατί ήμουν αδιάθετος, γιατί πέθανε ο παππούς μου (για τέταρτη φορά), γιατί δεν καταλάβαινα το κείμενο και η μαμά μου έλειπε, γιατί δεν προλάβαινα, γιατί είχα ξεχάσει το βιβλίο στην τάξη, γιατί οι Άγγλοι πούλησαν την Κύπρο.
Δεν υπάρχει απίθανη παπαριά που να ξεστομίζεται αντί για το γενναίο «δεν είχα όρεξη», που να μη γίνεται αποδεκτή ως επαρκής από το καθηγητικό κατεστημένο! Καμία. Και στο ερώτημα «ποιος το’ κανε αυτό», όταν τα πράγματα ξεφεύγουν, η απάντηση είναι από βουβαμάρα μέχρι χαβαλές. Η απάντηση «εγώ» σπανίζει, όπως σπανίζει και η προσωπική ευθύνη.
Τα πιο πολλά πράγματα στη χώρα γίνονται υπόγεια, κουτοπόνηρα, ύπουλα, φοβικά, χωρίς ίχνος παληκαριάς κι ας είναι η παληκαριά χιλιοτραγουδισμένη. Ίσως γι αυτό να είναι χιλιοτραγουδισμένη. Επειδή λείπει. Όταν ρωτιόνται τα μικρά παιδιά να απαντήσουν σε οποιαδήποτε ευκαιρία έξω από το σπίτι (συχνά και μέσα) σπάνια απαντούν μ αυτό που νοιώθουν ή που σκέπτονται. Απαντούν αυτό που αισθάνονται ότι ΠΡΕΠΕΙ να απαντήσουν. Η κρίση στα ελληνόπουλα υπονομεύεται από πολύ μικρή ηλικία.
Η ήσσων προσπάθεια, που είναι σήμα κατατεθέν στη χώρα χτίζεται από το πρώτο ¨δεν πειράζει», από το πρώτο «δε βαριέσαι», από το πρώτο «έλα μωρέ τώρα», από το πρώτο «χέσ’ τους», από το πρώτο «δεν έγινε τίποτα», που μεγαλώνουν τις τελευταίες γενιές στη χώρα.
Αυτή η νοοτροπία, που χτίζεται μέσα στα σπίτια και στα σχολεία, η νοοτροπία της ατομικής εξαίρεσης από τους κανόνες, του χατηριού και της περιφρόνησης στους κανόνες συνοδεύει τους πολίτες μετά το σχολείο στα πανεπιστήμια και στις δουλειές. Μπορεί να μην είναι όλος ο πληθυσμός μεγαλωμένος έτσι. Αλλά, σημασία δεν έχει πόσοι είναι οι διαφθείροντες. Σημασία έχει ποια νοοτροπία ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ.
Αυτή, λοιπόν, η νοοτροπία της ανευθυνότητας, της ήσσονος προσπάθειας, του χατηριού και της ανυπακοής σε κανόνες είναι που κάνει την Ελλάδα να είναι μια ειδική περίπτωση, όπως διαπιστώνει ο Κλάους Ρέγκλινγκ, χωρίς να ξέρει και τις αιτίες.
Μόνο που ο Άνθρωπος έπαψε να αλληλοσκοτώνεται για το νεράκι και έχτισε συνθήκες συμβίωσης, βάζοντας κανόνες. Και έφτιαξε νόμους ακριβώς για να τηρούνται οι κανόνες. Είτε ζει στην καπιταλιστική Αμερική, είτε στην Κούβα, είτε στην ΕΣΣΔ, είτε στη Β Κορέα, είτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μόνο χώρες- παρίες σαν την Ελλάδα, την Αλβανία, το Πακιστάν, τον τρίτο κόσμο της Αφρικής και τη μισή Λατινική Αμερική έχουν κανόνες μόνο για κορνιζάρισμα. Χώρες αποτυχημένες. Υποταγμένες σε μαφίες. Χώρες προτεκτοράτα.
Αλλά, την κυρίαρχη αυτή νοοτροπία της Ελλάδας δεν την έχτισαν οι πολίτες. Οι πολίτες χορεύουν το χορό που τους επιτρέπουν οι κυβερνήτες τους. Κάνουν ό,τι «τους παίρνει», για να το πω λιανά. Και επειδή οι εδώ κυβερνήτες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι απολύτως διεφθαρμένοι διαχρονικά, διαφθείρουν και το λαό για να μπορούν να τον έχουν εύκολο πελάτη που δεν έχει μεγάλες απαιτήσεις. Αυτό είναι όλο το μυστικό. Να έχει τις ελάχιστες απαιτήσεις. Για να έχουν επιβιώνουν πολιτικοί με ελάχιστα προσόντα.
Αν παρακολουθήσει κανείς επαγγελματικά τις κυβερνήσεις των τελευταίων 7 χρόνων και τη σχέση τους με τους δανειστές θα δει ότι η νοοτροπία του νήπιου είναι παρούσα. Οι κυβερνήσεις δεν συνομιλούν στο ίδιο τραπέζι με την ίδια σοβαρότητα με τους ευρωπαίους και αμερικανούς που έχουν απέναντί τους. Ζητάνε αυτό που έμαθαν ως μόνο τρόπο συμπεριφοράς στα σπίτια και στα σχολεία τους: Χάρες! Κάνουν αυτό που έχουν μάθει από τα γεννοφάσκια τους: Άρπα κόλλα ήσσονα προσπάθεια. Εκφράζουν αυτό που πιάνει στην Ελλάδα: Βλακώδεις δικαιολογίες. Και εξανίστανται όταν όλα αυτά δεν πιάνουν ή απορρίπτονται. Όπως ένα κακομαθημένο υστεριάζεται όταν δεν του γίνεται αυτό που του έχουν μάθει σαν δικαίωμά του.
Φυσικά και η Ελλάδα είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, όπως διαπιστώνει το ESM χωρίς να ξέρει και τις αιτίες. Αλλά, στα παλιά του τα παπούτσια του ESM οι αιτίες. Τα λεφτά θέλει και τον ελληνικό πλούτο. Τον οποίο του έχουν ήδη δώσει εν πολλοίς οι Έλληνες πολιτικοί- νήπια, που κάθονται στο τραπέζι μαζί του. ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΟΧΉ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΏΝ!
Η ελληνική κοινωνία και η πολιτική της τάξη, που μεγαλώνουν και αναπαράγονται μ αυτές τις νοοτροπίες βρίσκονται ακόμα σε ανήλικη κατάσταση. Και ένα ανήλικο δεν μπορεί ποτέ να κερδίσει μια μάχη με έναν ενήλικα. Εκεί έχασε το παιχνίδι η Ελλάδα ήδη πριν από το 2009. Καθοδηγούμενη από ανεύθυνους ανήλικους πολιτικούς υπό τις ψυχρές κινήσεις ανεύθυνων τραπεζιτών και επιχειρηματιών.
Κι εκεί χάνει και το παιχνίδι της δικής της ευημερίας εδώ και 7 χρόνια η Ελλάδα. Με κλάψες για χάρες, με ψέματα, με κουτοπονηριές, με εμμονή σ ένα μοντέλο πελατειακό, που εξυπηρετεί μόνο το ανήλικο που έχει ανάγκη να σιτίζεται με ασφάλεια από τη μαμά του και τον μπαμπά του. Έτσι έμαθε στην υπερπροστασία του σπιτιού του.
Αυτή είναι η δημοσιολατρεία όσων την έχουν στη χώρα. Η αναπαραγωγή των φουστανιών της μαμάς, αλλά με τα λεφτά του διπλανού! Κι αυτό εκμεταλλεύονται και οι διεφθαρμένοι πολιτικοί. Που υπηρετούν διαχρονικά τον κάθε κεφαλαιούχο για να αλωνίζει ανενόχλητος στις επιχειρήσεις και τον κάθε πολίτη που έχουν διαφθείρει με ρουσφέτια, νομοθετήματα και απάτες. Σε μια χώρα «ειδική περίπτωση».
Αλλά, αυτό το γόρδιο δεσμό μπορεί να τον κόψει μόνο ένα κομμάτι λαού που είναι ενήλικο ή ένα κομμάτι που θα διεκδικήσει την ενηλικίωσή του για να σωθεί. Επειδή τα ανήλικα που κυριαρχούν και που μας έφεραν ως εδώ μας πάνε σε σίγουρη καταστροφή.
http://www.liberal.gr/…/i-frasi-tou-regklingk-krubei-to-mus…

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Ο Νίκος Μπογιόπουλος παρουσιάζει "Το μαύρο πρόβατο" διήγημα του Ίταλο Καλβίνο (1923 - 1985) (http://www.enikos.gr, 9/2/2017)

.....................................................





  
Ίταλο Καλβίνο
(1923 - 1985)








«Το μαύρο πρόβατο» (La pecora nera), αυτό το μικρό διήγημα-αλληγορία του Ιταλού πεζογράφου και δημοσιογράφου Ίταλο Καλβίνο (1923-1985), μολονότι γράφτηκε στην Ιταλία στα τέλη της φασιστικής περιόδου, εκδόθηκε οκτώ χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα, το 1993, στη συλλογή διηγημάτων Λίγο πριν πεις «Εμπρός» (Prima che tu dicaPronto”, ed. Mondadori).
Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Καστανιώτη με μεταφραστή τον Ανταίο Χρυσοστομίδη.
Η στήλη παραχωρεί σήμερα τη θέση της στο έργο του Καλβίνο και στην εξαιρετική μετάφρασή του από την Μαρία Π. Βαγγέλη.
Στην εποχή των «φαντασμάτων» ίσως ο καλύτερος τρόπος να μιλήσουμε είναι οι αλληγορίες.
Φυσικά ο καθένας ερμηνεύει μια αλληγορία ανάλογα με την οπτική του. Η δική μας ερμηνεία είναι ότι δεν αρκεί να είναι κανείς τίμιος. Απαιτείται κάτι περισσότερο για να μην νικηθείς από την ατιμία. Να είσαι ενεργητικά στρατευμένος απέναντί της.http://www.enikos.gr

                                 Νίκος Μπογιόπουλος  (http://www.enikos.gr, 9/2/2017)
***

 "Το μαύρο πρόβατο"

«Υπήρχε μια χώρα όπου όλοι ήταν κλέφτες.
     Τη νύχτα κάθε κάτοικος έβγαινε με αντικλείδια κι ένα φανάρι και πήγαινε να διαρρήξει το σπίτι ενός γείτονα. Επέστρεφε την αυγή φορτωμένος κι έβρισκε το σπίτι του διαρρηγμένο. Κι έτσι όλοι ζούσαν αρμονικά και χωρίς προβλήματα, αφού ο ένας έκλεβε τον άλλον, κι αυτός έναν άλλον ακόμα και ούτω καθεξής, μέχρι να έρθει η σειρά του τελευταίου που έκλεβε τον πρώτο.
     Το εμπόριο σε εκείνη τη χώρα ασκείτο με τη μορφή της απάτης, τόσο από την πλευρά εκείνου που πουλούσε όσο και από την πλευρά εκείνου που αγόραζε. Η κυβέρνηση ήταν μια εταιρία που εγκληματούσε σε βάρος των πολιτών, και οι πολίτες, από τη μεριά τους, νοιάζονταν μόνο να εξαπατούν την κυβέρνηση. Έτσι η ζωή συνεχιζόταν χωρίς δυσκολίες, και δεν υπήρχαν ούτε πλούσιοι ούτε φτωχοί.
     Τότε, κανείς δεν ξέρει πώς, βρέθηκε στη χώρα ένας τίμιος άνθρωπος. Τη νύχτα, αντί να βγαίνει με τον σάκο και το φανάρι, έμενε στο σπίτι του να καπνίζει και να διαβάζει μυθιστορήματα. Έρχονταν οι κλέφτες, έβλεπαν το φως αναμμένο και δεν ανέβαιναν.
     Αυτή η κατάσταση διήρκεσε για λίγο· μετά έπρεπε να τον κάνουν να καταλάβει ότι εάν ήθελε να ζει χωρίς να κάνει τίποτα, αυτός δεν ήταν λόγος να μην αφήνει τους άλλους να κλέβουν. Για κάθε νύχτα που αυτός περνούσε στο σπίτι του, μία οικογένεια δεν έτρωγε την επόμενη ημέρα.
     Μπροστά σε αυτά τα επιχειρήματα, ο τίμιος άνθρωπος δεν μπορούσε να εναντιωθεί. Άρχισε κι αυτός να βγαίνει το βράδυ και να γυρίζει την αυγή, όμως, να κλέψει δεν πήγαινε. Τίμιος ήταν, δεν υπήρχε τίποτα να κάνει. Πήγαινε μέχρι τη γέφυρα κι έμενε να κοιτάζει το νερό να περνάει από κάτω. Επέστρεφε στο σπίτι του και το έβρισκε διαρρηγμένο.
     Σε λιγότερο από μία εβδομάδα, ο τίμιος άνθρωπος βρέθηκε απένταρος, χωρίς να έχει τίποτα να φάει, με το σπίτι άδειο. Όμως, μέχρι εδώ, μικρό το κακό, γιατί η ευθύνη ήταν δική του. Το πρόβλημα ήταν ότι με αυτόν τον τρόπο που έπραττε δημιουργείτο ένα χάος. Γιατί άφηνε τους άλλους να του κλέβουν τα πάντα, ενώ αυτός δεν έκλεβε κανέναν· έτσι, υπήρχε πάντα κάποιος που επιστρέφοντας την αυγή στο σπίτι του το έβρισκε άθικτο γιατί ήταν το σπίτι που έπρεπε να διαρρήξει αυτός.
     Γεγονός είναι ότι μετά από λίγο, εκείνοι που δεν έπεφταν θύματα κλοπής βρέθηκαν να είναι πιο πλούσιοι από άλλους και να μην θέλουν πλέον να κλέβουν. Κι αυτοί που πήγαιναν να κλέψουν το σπίτι του τίμιου ανθρώπου, το έβρισκαν πάντα άδειο· έτσι γίνονταν φτωχοί. Εν τω μεταξύ, εκείνοι που έγιναν πλούσιοι απέκτησαν κι αυτοί τη συνήθεια να πηγαίνουν τη νύχτα στη γέφυρα να κοιτάζουν το νερό που περνούσε από κάτω. Αυτό μεγάλωσε το χάος, γιατί υπήρξαν πολλοί άλλοι που έγιναν φτωχοί.
     Τότε, οι πλούσιοι είδαν ότι, με το να πηγαίνουν τη νύχτα στη γέφυρα, θα γίνονταν φτωχοί μετά από λίγο. Και σκέφτηκαν: «Να πληρώσουμε τους φτωχούς να πηγαίνουν να κλέβουν για λογαριασμό μας». Έκαναν τα συμβόλαια, ορίστηκαν οι μισθοί, τα ποσοστά· φυσικά, πάντα κλέφτες ήταν, και προσπαθούσαν να εξαπατήσουν οι μεν τους δε. Όμως -όπως συνήθως συμβαίνει- οι πλούσιοι γίνονταν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι.
     Υπήρχαν πλούσιοι τόσο πλούσιοι που δεν είχαν πια ανάγκη να κλέβουν και να βάζουν άλλους να κλέβουν για να συνεχίζουν να είναι πλούσιοι. Όμως, εάν σταματούσαν να κλέβουν, θα γίνονταν φτωχοί γιατί οι φτωχοί τούς έκλεβαν. Πλήρωσαν, λοιπόν, τους πιο φτωχούς από τους φτωχούς για να προφυλάσσουν την περιουσία τους από τους άλλους φτωχούς, κι έτσι ίδρυσαν την αστυνομία και δημιούργησαν τις φυλακές.
     Με αυτόν τον τρόπο, λίγα μόλις χρόνια μετά την άφιξη του τίμιου ανθρώπου, κανείς δεν μιλούσε πια για κλοπές, αλλά μόνο για πλούσιους ή φτωχούς, παρότι ήταν πάντα όλοι κλέφτες. Τίμιος υπήρξε μόνο εκείνος ο ένας που πέθανε σύντομα. Από πείνα».




Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Φιλήμων και Βαύκις» Διήγημα (1895) του Κωστή Παλαμά (1859-1943)

......................................................







Κωστής Παλαμάς

(1859 - 1943)



















  • «Φιλήμων και Βαύκις»*


Διήγημα (1895) του Κωστή Παλαμά (1859-1943)
 


    Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ. Η χώρα σα μια γυναίκα που δε θα είταν όμορφη, μα θα είταν γαργαλιστική, και που θάβγανεν από στόμα διάπλατο με τα μισοτριμμένα δόντια κρασοπότιστο βραχνό τραγούδι. Η νύχτ’ αμίλητη και αργή την έμπλεξε στα μαύρα δίχτυα της τη χώρα. Φανάρι κρεμαστό κάπου χαμοφωτίζει το δρομάκι της γειτονιάς. Ζερβά δεξιά τα σπίτια, δίπατα, μονόπατα, με τα πράσινα παραθυρόφυλλα και τα καγκελωτά μπαλκόνια τα καλόχτιστα· και κολλητά μ’ αυτά, τα παλιόσπιτα· σκεβρωμένα χαγιάτια που τριζοβολούνε στο κάθε πάτημα, μπακανιασμένοι τοίχοι, έτοιμοι να σωριαστούνε· σκάλες που αεροστέκουν· κι ακόμα μαζί μ’ εκείνα τα καλυβόσπιτα, αχυροσκεπασμένα, μια τρύπα μόνο για πορτοπαράθυρο. Κι απ’ όλα, κι από τα χτίρια, κι από το δρομάκι κι από τη γειτονιά, κι από την όλη χώρα, απλώνονταν ένα τρελό βροντολόγημα, χωρίς αρχή και τέλος και ρυθμό, χυδαίο ξεφάντωμα, το καρναβάλι. Στην ησυχία της νύχτας γρικούσες τραγούδι βουνήσιο δροσόπληστο να βγαίνη ασχημισμένο από κακόφωνα χείλη· κάπου σαν ένας ίσκιος χαράς γυναίκειας πρόβαλλε πίσω από το γυαλί, και γοργοχάνονταν, μαζί με ποτηριών τσουγκρίσματα, με γέλια και χοροπηδήματα, με του βιολιτζή τον αμανέ, με των μασκαράδων το στάσιμον από πόρτα σε πόρτα. Ο θόρυβος εκείνος είχε κάθε ήχο, από τη βοή ως το ψιθύρισμα· αλλά παράφωνα όλα, τίποτε αρμονικό. Απέξω των σπιτιών τα πρόσωπα, στο νυσταγμένο φως του φαναριού, δείχνανε σαν ανθρώπων πρόσωπα, σαν των ανθρώπων που γλεντούσαν μέσα τους.

   Μόνο στου σοκακιού την άκρη το μοναχικό καλυβόσπιτο έδειχνεν όψην άλλη· είχε κάτι τι, μήτε ολότελα θλιβερό, μήτε ολότελα σιωπηλό. Δεν έμενεν έξω από τη ζωή της νύχτας εκείνης· έστεκε μόνο παράμερα, δεν μπορούσε ν’ ανακατωθή στο χυδαίο ξεφάντωμα, αλλά σα νάθελε να γρικηθή κ’ εκείνο στο πανηγύρι των ανθρώπων. Κ’ έλαμπεν αυτό σα φεγγαροπρόσωπο μέσα στο σκότος, κ’ η νύχτα το κοίταζε με προσοχή μέσα στα μαύρα δίχτυα της, κ’ η ξελογιάστρα ξωτικιά, η Αποκριά, διαβαίνοντας εκείθε, έστεκε με σταυρωμένα χέρια, σα προσευχή, και μ’ ένα μητρικό χαμόγελο.

   Γιατί;

   Γιατί στο καλυβόσπιτο ζούσε, πενήντα τώρα χρόνια, εβδομηντάρης γέροντας ο ένας, κ’ η άλλη εξήντα πέντε χρόνων προεστή, το αθάνατον αντρόγυνο, ο Φιλήμων και η Βαύκις. Βρισκόντανε στη ζωή, αληθινά, παντοτινά, μεσ’ από τ’ αμέτρητα βάθη των καιρών, μέσ’ από της Φρυγίας τα πρωτόγονα χώματα στη χώρα ετούτη, το ίδιο ευλογημένο ταίρι, ο Φιλήμων και η Βαύκις, η μακαριότης και σε ό,τι έχει πλέον εγκάρδιο και πλέον ανθρώπινο. Και δεν το γνώριζαν.

   Πού να το γνωρίζουν! Ο κύκλος μιας ανθρώπινης ζωής μέσα στον Ωκεανό του κόσμου είναι σαν τον κύκλο που γεννάει μια πέτρα μέσα στην θάλασσα, όταν ρίχνεται· η μνήμη μακρύτερα από τα σύνορα του κύκλου εκείνου να τραβήξη δεν μπορεί. Όπως δεν μπορούσαν να ξέρουν τα στερνά τους, έτσι μήτε να υποπτευθούν τα πρωτινά τους, είχαν δύναμη. Πού να το γνωρίζουν πως ήταν ξαναγεννημένοι! Ή καλύτερα πως δεν είχαν από τότε λείψει μια στιγμή να παρασέρνωντ’ εδώ κι εκεί, να φέρνωνται μέσα στο ρέμα της αιωνιότης που ανεβοκατεβαίνει· πως είταν η δίδυμη ψυχή τους σαν το πυρ του αρχαίου φιλοσόφου, που είταν, είναι και θα είναι· πως είταν η ζωή του καθενός τους κάθε τόσο κ’ ένας νέος βωμός με νέο σχήμα, που έτρεφε την ίδια άσβυστη φωτιά! Πού να το γνωρίζουν, κάτω απ‘ τα τωρινά κουφάρια τους και τα ονόματα, πως εζούσαν μια φορά κι ένα καιρό, μακριά, πολύ μακριά, σ’ ένα λαγκαδότοπο, μέσα σ’ ένα καλυβόσπιτο πάλι, ταπεινοί, πολυαγαπημένοι, γύρω  σε γείτονες κρισολόγους και ψωροπερήφανους, με τη λατρεία των θεών, που δεν τους λογαριάζαν οι άλλοι, και με την αγάπη των ανθρώπων, ακόμη και των άκαρδων εκείνων, των συντοπιτών!

   Και αν πήγαινε κανείς να τους ειπή όσα θα ειπώ, θα τα γρικούσανε σαν παραμύθι.

   Αν πήγαινε κανείς να τους ειπή: Μια βραδιά χτύπησε κάποιος την πόρτα σας. Ανύποπτα έτρεξες, γριούλα, και άνοιξες. Μπροστά σου φανήκανε δυο άνθρωποι. Ίσκιο τους και αναπνοήν είχαν του Ολύμπου την λευκήν αίγλη. Οι γέροντες είδανε μόνο πως είταν άνθρωποι· τίποτε περισσότερο.

   -Πεινούμε και διψούμε, κ’ είμαστε διωγμένοι από παντού. Να μείνουμ’ εδώ πέρα οι φτωχοί στο φτωχικό σας;

   -Ξένοι, καλώς ορίσατε· δικό σας είναι το φτωχικό μας!

   Ό,τι έγινεν από δω και πέρα το πήρεν η Ποίηση και το έπλασε και τούδωκε τη ζωή των ψηλώνε βουνών.

   Μπήκαν οι ξένοι, και μπαίνοντας από την πορτοπούλα, χαμηλώσαν άθελα σα σε προσκύνημα τα περήφανα κεφάλια. Γεροντικό ταίρι, ποδοτσακίστηκες για να τους καλοκαρδίσης.  Τους εκαθίσατε στα δυο φτωχικά σκαμνιά σας, και για να μη νιώσουν το σκληρό ξύλο, τα ντύσατε με το μαλακώτερο ρούχο που είχατε. Τη φωτιά ν’ ανάψης έτρεξες, ω Βαύκις, κ’ επειδή δεν είχες πρόχειρα ξερόκλαδα την ώρα εκείνη, άρχισες να πελεκάς ένα σανίδι από το πάτωμα. Γυρμένη και φυσώντας με κόπον έκαμες κι ανάδωκεν η φλόγα, ενώ, Φιλήμων, εσύ, το μονάκριβο κομμάτι κρέας, την οικονομία της αυριανής τροφής, το έρριχνες μέσα στο κοχλαστό νερό της χύτρας. Και με γλυκά δειλά μιλήματα σ’ αυτό το μεταξύ κοιτάζετε κ’ οι δυο να σκοτώσετε την ώρα για να μην την καταλάβουν την άργηταν οι ξένοι. Γέροντα, ευγενέστατε, σε ταπεινή λεκάνην έπλυνες τ’ αμβρόσα πόδια τους.  Με το πλέον πολύτιμο σκέπασμά την παλιά καθάρια κλίνη στολίζοντας, τους εβάλατε να ξαπλωθούν. Μ’ ένα τούβλον αποκάτου στο χωλό πόδι του τραπεζιού, το στήσατε ίσιο. Με χόρτα μοσχομύριστα ξέπλυναν το τραπέζι τα τρεμουλιαστά χέρια σας, για ν’ απιθώσουν το χλωρό τυρί, τις μαύρες ελιές και τ’ αυγά. Σερβίρετε από τη χύτρα το φαγί στα πήλινα πιάτα· αλλά του τραπεζιού ο πλούτος δεν είναι το μαγείρεμα, είναι οι καρποί, τα περίσσια σύκα, τα ξερά και τα πυρά, τα μελαχρινά καρύδια, τα σταφύλια, που δροσολογούν κεχριμπαρένια. Δε λείπει μήτε το κρασί, κόκκινο μέσα στη στάμνα. Και μες στη μέση του τραπεζιού, γλυκύτατο στεφάνωμα του δείπνου, ξανθίζει αγνό μέλι, όμως όχι γλυκύτερο, μήτε αγνότερο από την καλωσύνη της καρδιάς σας, από τα αιώνια νιάτα σας.

   Μα κοίτα τώρα! Όσο κοντεύει να τελειώση το δείπνο κι όσο λιγοστεύει το φαγί, τόσο πληθαίνει μέσα στη στάμνα το κρασί. Παραξενεύεται τ’ αντρόγυνο· αλλά τόσον είναι απλό και τόσο καλό, που σε λιγάκι πολύ λιγώτερο στοχάζεται το θάμα, και τρέμει μόνο μήπως δεν εφέρθη όπως έπρεπε στους ξένους. Και στοχάζεται κι αυτό να κάμη άλλο θάμα· να σφάξη με άλλους λόγους τη μια την όρνιθα που ανάτρεφε, για να χορτάσουν οι ξένοι, σμίγοντάς την με το θαυμαστό ατέλειωτο κρασί. Όμως το πουλί εκείνο με το σκοτεινό του νου, μαντικώτερο κι από το λογικό των ανθρώπων, έτρεξε και μπερδεύτηκε μέσα στα πόδια του ενός και σφίχτηκε και κρύφτηκεν εκεί για να γλυτώση το μαχαίρι. Τότε οι ξένοι διώξαν την άχνη από τα μάτια των δυο γερόντων, και φανερώθηκαν μπροστά τους αθάνατοι· ολόλαμπροι μαζί και φοβεροί, σα γυμνά πύρινα σπαθιά.

   -Είμαστε οι θεοί! Η χώρα εδώ που κάθεστε, χώρα της αδικίας, θα λείψη από το πρόσωπο της γης. Αλλά εσείς είστε οι αγαθοί και οι δίκαιοι· αν λείπατε και σεις από τη γη, δε θα είταν λόγος πλέον να υπάρχη γη. Ελάτε μαζί μας!

   Η Βαύκις και ο Φιλήμων, πιο πολύ εγκαρδιωμένοι από την αγάπη, παρά ξεψυχισμένοι από το φόβο, τους ακολούθησαν με βήμα στερεό. Έξω έλαμπεν η νύχτα, κι από φως παράξενο. Ξεμάκρυναν από τη χώρα, τράβηξαν ψηλά, σταθήκανε στην κορφή ενός λόφου.

   -Γυρίστε κι αγναντέψετε!

   Και γύρισαν κι αγνάντεψαν. Εκεί που πριν απλώνοταν το λαγκάδι και υψώνοταν η χώρα, αγναντέψανε στο παράξενο φως της νύχτας, μια πλατιά λίμνη να κοιμάται ήσυχη ασπρομελανιάζοντας.  Και τίποτε στην πλάση δεν πρόδιδε το χαμό του πονηρού. Σημάδι κανένα δεν έμενεν από τα σπίτια. Μόνο το καλυβάκι το δικό τους έστεκε στης λίμνης την όχθη, σα μονόξυλο. Αλλά έξαφνα, ως θάμα θεϊκώτερον από το πρώτο! Αγάλια αγάλια το μικρό καλυβάκι ταράζεται, τεντώνεται, λευκαίνεται, αστράφτει· τριγυρίζεται από μαρμάρινες κολώνες, γεμίζει με χρυσά σκαλίσματα, δείχνει πορφυροβαμμένα μέτωπα με αγκαλιασμένων αγαλμάτων κόσμους φανταχτερούς, τεράστια εξογκώνεται, γίνεται ναός.

-Ω, δίκαιοι και αγαθοί, πέστε μας ποιος είναι τώρα ο πόθος, και θα γίνη ο πόθος σας!

   Και γύρισαν οι θεοί και είδαν τους δυο θνητούς· τους είδανε να πνίγωνται στα δάκρυα. Πικρός καημός τους έσφιγγε. Καθώς δεν είχανε δοκιμάσει τη χαρά των παιδιών, μήτε και του Χάρου τον καημό, εκείνη τη στιγμή πόνεσαν και θρήνησαν όλον τον κόσμο το χαμένον από τη θείαν οργή, σαν παιδιά δικά τους.

   Και τότε ο πλέον βαθύς τους πόθος είταν ένας: Να ξαναπροβάλη στη ζωήν ο βουλιαγμένος τόπος, να ξαναϊδούν το φως του ήλιου οι βαριόμοιροι! Αλλ’ ω αρρώστια των βροτών, ω παντοδυναμία των μακάρων! Μόλις ξανασήκωσαν τα μάτια και είδαν πάλι τους θεούς αγνάντια τους, ολόλαμπρους και φοβερούς μαζί, σα γυμνά πύρινα σπαθιά, πλημμυρισμένοι πλέον από τη θείαν ευλάβεια, αποκρίθηκαν:

   -Του ναού σας ιερείς μέσα στο ναό αφήστε μας! Και δώστε μας την πιο μεγάλη χάρη, καθώς θα σας δουλεύωμε μαζί, μαζί να την περάσουμε κι όση ζωή γεροντική μας λείπεται ακόμα. Δώστε να ξεψυχίσουμε την ίδια στιγμή!

   -Να με σαβανώσουν τα χέρια της! είπεν ο Φιλήμων.

   -Να μην ιδώ τον τάφο του! είπεν η Βαύκις.

   Κι έγινε το θέλημά τους. Και ζήσαν του ναού ιεροφάντες και σαν των Εβραίων τους Πατριάρχες, ζήσαν χρόνια και καιρούς. Χάρηκαν τη ζωή τους, λέει ο αρχαίος ποιητής. Μα εγώ ξέρω πως θλίψη μυστική τους βασάνιζε. Κάτου από τα κατάλευκα μακρόπεπλα φορέματά τους τα ιερατικά κρύβαν ένα πένθος, την ενθύμησην ενός χαμένου κόσμου. Και της πλατιάς ωραίας λίμνης το ατάραχο νερό μπρος τους φάνταζε σαν το μάτι ενός νεκρού, μάτι που κανείς δεν έσκυψε να κλείσει κι απόμενε και τους έβλεπε με σιωπηλό παράπονο. Όχι τα χρόνια, κάτι άλλο τους έσβυνεν αγάλια αγάλια. Και μια μέρα που κάθονταν εκεί στο μαρμαρένιο σκαλοπάτι, έξω από το ναό, στηλώνοντας τα μάτια τους μπροστά σε κάποια βάθη, κοιτάζοντας χωρίς να διακρίνουν τίποτε, ρουφημένοι σαν από όνειρο βαρύ, άρχισαν ν’ ανταμώνονται γοργά με τη ζωή χυμών και ριζών, των κορμών και των φύλλων, και πέρασαν από το γένος των ανθρώπων, το πολυτάραχο, στον ολογάληνο κόσμο των φυτών. Μόνο πρόφτασαν να ειπούν ο ένας του άλλου: - Έχε γεια, αντρούλη μου! – Έχε γεια, γυναίκα μου! Κ’ οι τελευταίες συλλαβές από τα λόγια τους είτανε δέντρων ψιθυρίσματα. Κ’ έγινεν ο Φιλήμων πλάτανος κ’ η Βαύκις λεύκα.

   Μα ό,τι δε μας είπεν ακόμα η Ποίηση είναι τα σχήματα που ντύθηκαν και οι ζωές που πήραν, οι μοίρες που υπόμειναν, μέσα στην ατέλευτη των όντων μεταμόρφωση, μέσα στο χωνευτήριο του Σύμπαντος, το ευλογημένο αντρόγυνο, η Βαύκις και ο Φιλήμων. Φερμένοι από την άπαυτη ρηχοπλημμύρα της γέννας και της φθοράς περάσαν από τόπο σε τόπο, από κλίμα σε κλίμα, από πατρίδα σε πατρίδα, από κόσμο σε κόσμο από άστρο σε άστρο, άσβυστες, αχάλαστες σπίθες, χωρίς αρχή και τέλος. Και τώρα πάλι ξαναρχίζοντας τον κύκλο της αθανασίας τον απέραντο, βρίσκονται σε μια γωνιά της γης, άνθρωποι και γεροντάκια πάλι στα χρόνια τα δικά μας, μ’ άλλα ξένα πρόσωπα και ξένα ονόματα, μέσα στο χαμόσπιτο της γειτονιάς, στην άκρη του δρόμου, ο Φιλήμων και η Βαύκις, την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς.

   Έφτανεν ως τ’ αυτιά τους το γιορτιάτικον ηχολόγημα κ’ έτσι καθώς έφτανεν εκεί, αστενικώτερο, σαν ένας ήχος καμωμένος από τους πολλούς εκείνους, έφερνε μιαν αόριστη γλυκάδα, και ξυπνούσε μέσα στα γεροντικά τους στήθη τη χαρά της νιότης, των περασμένων την ενθύμηση, τους πόθους των ξεφαντωμάτων και τους έρωτες των πανηγυριών. Και σαν άνθρωποι που πέρασαν πενήντα χρόνια τώρα τη ζωή, γυρισμένοι ο ένας προς τον άλλο, δίχως νάχουν μήτε των παιδιών την άγια φροντίδα για ξεχώρισμα, ταίρι που μόνο σάρκα έδινε στον άυλον αυτό στίχο:

        Ο είς του άλλου του είναι κόσμος,

        Ο είς του άλλου του επαρκεί.

αγάπησαν έξαφνα το θόρυβον εκείνο τον αποκριάτικο και θέλησαν κ’ εκείνοι ν’ αποκρέψουν, να σμίξουν την ψυχή  τους με των άλλων ανθρώπων τη γιορτή, για να μην απομείνη μονάχο το σπιτάκι τους εκεί στη γειτονιά, τέτοια νύχτα, σαν έρμο και σα στοιχειωμένο. Όμως ο άλλος κόσμος γιώρταζεν ανταμωμένος. Τα σπίτια με τα σπίτια ταιριαστά, φαμίλια με φαμίλια συντροφικά, τα παλληκάρια με τις λυγερές, φίλοι με φίλους, παιδιά με τρανούς, κάθε οίκος κ’ ένας κύκλος από ξένους και δικούς, ξανοιγμένος, παρδαλός, από κάθε φύλο και κάθε ηλικία. Κ’ οι γέροντες είτανε δυο κ’ είταν μόνοι· την τρισευλογημένη μοναξιά τους κανείς δεν πήγαινε να ταράξη. Μα κι αν περνούσε κανείς την ώρα εκείνη από το σπιτάκι, κ’ είχεν όρεξη να σταθή απόξω από το φωτισμένο παράθυρο και να κοιτάξη μέσα προσεχτικά, θαβλεπε: Μπροστά στο στρωμένο τραπέζι τον σεβάσμιον εκείνο με τα λευκά μακριά μαλλιά να του στεφανώνουν το κεφάλι, καθιστό πραότατο, ευτυχισμένο, σα λειτουργός κάποιας θρησκείας πνευματικής, να κρατή το ποτήρι γεμάτο κρασί· γέρνοντας προς τη γυναίκα που έστεκεν αγνάτια του, στολισμένη με το μαύρο της μεταξωτό φουστάνι της γιορτής, το πανάρχαιο και το μονάκριβο, με τ’ αργυρά τα μαλλιά της μαζωμένα ρυθμικά κάτου από το πλουμιστό καλεμκερί που χρυσοφέρνει· και η γυναίκα έσκυφτε κι αυτή σαν άντρας εμπρός και τον έβλεπε κατάματα, αχνογελώντας, ήσυχα, σχεδόν, θα έλεγες, με όλη την ζωντανήν ομορφιά των είκοσι χρόνων, αλλά συγκρατημένην από τη σεμνότη των γηρατείων, γηρατείων που των ματιών τους η λάμψη κρατούσε σχεδόν αθώρητα τα χαράκια από τις ρυτίδες. Κ’ η Βαύκις κρατούσε το ποτήρι της, και τα χτυπήσαν οι δυο με τη γοργάδα και τη χάρη των αγαπημένων καρδιώ. Κι ο διαβάτης αν έκανεν αυτιά, κι αν τον άφηνεν η βοή της γειτονιάς, θάκουε να ξεγλιστράη από τα χείλη των ανθρώπων εκείνων ένα τραγούδι. Και το τραγούδι εκείνο ήταν πλασμένο όχι τόσον από λόγια – συνηθισμένα λόγια του στίχου – όσον από ήχο· ήχο παλιού λησμονημένου τραγουδιού, που κανείς πια μήτε το ψιθύριζε, μήτε τον ήξερε στη χώρα και στη γειτονιά. Κι ακόμα περισσότερον από τον ήχο το τραγούδι είταν πλασμένο από τον τρόπο που έβγαινεν αυτό από τα βάθη της ψυχής τους, την ώρα εκείνη, σαν παλμός και σαν ψαλμός, κι αντιχτυπούσε στη διπλή την όψη τους σαν ένας ειρηνικός θρίαμβος, με λάμψην εκφραστικώτερη κι από τα χρώματα της δύσης «όπου δεν έχουν όνομα κ’ έχουν περίσσια κάλλη». Και το τραγούδι εκείνο, καθώς το πήραν τα φτερά της Νύχτας, και τ’ αντάμωσαν με το θόρυβο της όλης γειτονιάς, έφτανε για ν’ αλλάξη την πρόστυχην εκείνη και παράφωνη βοή, και να την κάμη σαν εναρμόνια συμφωνία άξια να ταιριάση με τη μουσική του Παντός.

   Γιατί και τη νυχτιάν εκείνη, ο Φιλήμων και η Βαύκις, εκεί που ο άλλος κόσμος δέχτηκε στο σπίτι την τρελήν Αποκριά, αυτοί κρατούσαν πάλι τους θεούς μέσα στο φτωχικό τους. Αλλά τους θεούς, αυτή τη φορά, τους είχανε πια φωλιασμένους μέσα στις καρδιές τους, κι από καιρό. Και του καθενός το κορμί ναός είταν!



                                                                                                                             (1895)

*Σημείωση: Από τον τόμο «Κωστής Παλαμάς – Η Τρισεύγενη και άλλα διηγήματα», εκδόσεις Μαλλιάρης παιδεία, α’ έκδοση 2015.-

**Σημείωση: Είναι προφανές ότι στην αντιγραφή κρατήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου.