Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Από το "Υ.Γ." του Μανόλη Αναγνωστάκη (εκδόσεις "Νεφέλη", Αθήνα 1992)

......................................................




Μανόλης Αναγνωστάκης
(1925 - 2005)







Από το Υ.Γ. 

 ...Όλα προς τι;

Ζήσαμε παιδικά χρόνια, νιότη - διαφορετικά...

Η φοβερή εξυπνάδα του, χωρίς ίχνος ευαισθησίας.

Τα φτωχόπαιδα που έγιναν αφεντικά...

...Πλήθος περιφερόταν χρόνια μέσα στο σπίτι του αλλά κανείς ποτέ δεν μπήκε στο μικρό καμαράκι κάτω από τη σκάλα...

...Ήθελε να ήταν ζωγράφος για να ζωγραφίζει μόνο τα χέρια της...

...Ύστερα από οχτώ χρόνια έμαθε πως το τηλέφωνό της εκείνο το βράδυ ήταν χαλασμένο.

Μέσα σ' ένα στίχο πόση φλυαρία.

Το παρελθόν μιας αυταπάτης...

...Αγαπούσε ακόμη και τον αριθμό του τηλεφώνου της...

...Άνθρωποι χωρίς λεβεντιά.

Το ιδανικό κάθε επανάστασης: το μέτριο, ήσυχο, ειρηνικό παρόν, το ανέφελο μέλλον...

...Μες στο σταματημένο αυτοκίνητο τής έσγιγγε ώρες τα χέρια.

Ζήσαμε, εννοούν γλεντήσαμε...

...Τόση κακότητα εν ονόματι του ανθρωπισμού!

Απόφαση της ήττας... 

...Έφτασε πια στην ηλικία που δεν μπορούσες να συγκρατήσεις τα χρόνια στον κατήφορο...

...Τώρα πια στην Τέχνη όχι μεγέθη - απλώς αποχρώσεις...

...Ψάχνοντας τις λέξεις άρχισε το ψέμα...

...Έλα εδώ - δε θα μας βρουν...

...Έψαξε - τίποτα κάτω από τις λέξεις...

 ...Οι επαγγελματίες πεπειραμένοι...

...Εμένα θα μού άρεσε με μια μουσική υπόκρουση, είπες, όπου θα καθόριζες εσύ τα κενά της σιωπής... 

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

"Το σκάψιμο για το άγαλμα" Διήγημα του Κωστή Παλαμά (1859 - 1943)

...........................................................




Κωστής Παλαμάς
(1859 - 1943)










Το σκάψιμο για το άγαλμα

Διήγημα του Κωστή Παλαμά



   ΑΝΕΒΗΚΑ ΣΤΟ ΨΗΛΩΜΑ. ΜΕ ΩΔΗΓΟΥΣΕΝ ο λόγος του αρχαίου κοσμογυριστή. Μεσ’ από το βιβλίο που κρατούσα κι όλο που διάβαζα και ξαναδιάβαζα σκυφτός, χύνοταν μια φωνή, σα να ‘βγαινε από βαθύ πηγάδι μέσα, ξεσκεπάστρα των χαμένων θησαυρών.

   Εδώ είταν ο ναός της Μητέρας. Κ’ έστεκε το μέγα το θαυματουργό. Και είταν η Μητέρα, η θεά των θεών. Και καβαλλίκευε λιοντάρι τόσο άγριο, όσο γαλήνια δείχνοταν εκείνη. Όμως ποτέ τρικυμία δεν είτανε τόσο φοβερή σαν τη γαλήνη της. Και είταν πύργος το στεφάνι της και στον πέπλο της απλωμένα συνταιριάζονταν ο ουρανός και η γη και η θάλασσα. Και λαός νύχτα και μέρα θαλασσόδαρτος από τα τετραπέρατα σκόρπιζε στερεάς και πελάου τ’ αγαθά, έφερνε τάματα στα πόδια της θεάς, από τους θησαυρούς των θησαυρών.

   Εδώ είταν ο ναός κυκλώπεια θέμελα, σεβάσμια χαλάσματα. Κι ο αρχαίος κοσμογυριστής με τραβούσε να σκάψω, βαθιά κι αγύριστα κι ολημερής και ολονυχτής όσο που να σκοντάψ’ η αξίνα μου σε κάτι μέγα κι αναπάντεχο, στο διαλαλημένο άφαντον άγαλμα.

   Κι άρχισα να σκάβω και να σκάβω και να σκάβω. Κι ανατρίχιαζα παράξενο ανατρίχιασμα, καθώς ωνειρευόμουνα, σαν ανατολή πρωτοφανέρωτου άστρου, ύστερ’ από των αιώνων το βασίλεμα, το ξεφανέρωμα της Μητέρας, μέσ’ από τα χέρια μου, της θεάς των θεών.

   Κι ανέβηκεν ο ήλιος του καλοκαιριού. Κ’ ήρθε του μεσημεριού το κάμα. Κ’ είτανε ξέρα ολόγυρα, από την μακρινήν αναβροχιά. Και είχε σωθή κάθε δροσούλα. Και τα στόματα διψούσανε για νεράκι. Και σε μια βρυσούλα απόμερα που στάλαζε σα δάκρυ το νεράκι, κοσμάκης γύρω και κόσμος χύνονταν και πάλευεν ανήμερα, με τα δόντια και με τ’ άρματα, για να δράξη μια δροσοσταλιά.

   Κι εγώ σαν απείραχτος από τη δίψα γύρευα το υπέρτατο ξεδίψασμα κ’ έσκαφτα. Όμως τίποτε, τίποτε. Κ’ έσκαφτα γύρω, μέσα στα χαλάσματα, κι όλο κρατούσα βυθισμένο το νου στο λόγο του αρχαίου κοσμογυριστή.

   Όμως τίποτε, τίποτε. Πέρασε ημέρα, κ’ ήρθε η νύχτα και ξαναξημέρωσε. Και την τρίτη μέρα, στην ώρα τη στοχαστική του δειλινού, κράτησεν άξαφνα την αξίνα μου, όχι της πέτρας κράτημα, μα πάφλασμα νερού αναβρυστικού. Κι ανάδωκε μια πηγή, πλούσια πηγή από νερό που έρρεεν ακράτητο, πλημμυριστό, σα νάθελε να τα σκεπάση όλα γύρω του.

   Κ’ έσκυψα και είδα μέσα στην πηγή λαό ξεδιψασμένο, κόσμο ολόχλωρο, ανατολές ελεύτερες και ξεφαντώματα ολοκάθαρα. Ακολούθαε το βαθύ το μυστικό σου τον ύπνο μέσα στα σκοταδερά και στ’ άσκαφτα, ανεύρετον άγαλμα! Δεν είμ’ εγώ ο υπεράνθρωπος που γράφτηκε να φέρη εδώ απάνου το υπέρτατο ξεδίψασμα. Άνθρωπος είμαι. Κ’ έχω και με φτάνει η δόξα που βλέπω τώρα γύρω μου τόσα χειλάκια, τόσα χέρια, τόσα μέτωπα, προς την πηγή σκυμμένα, τα ταπεινά τα ξεδιψάσματα, όλα αυτά, που κάνουν ένα ευλογητό ξεδίψασμα κι αυτά, έτσι καθώς στέκουνε κλιτά προς την πηγή, σα ν’ απομείνανε κ’ εμπρός σ’ εμέ γονατισμένα.



                                                                                                 1900



Από το βιβλίο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ «Τρισεύγενη και άλλα διηγήματα» (εκδόσεις ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ/Παιδεία, 2015)

    



 

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

"Ο χαρταετός" Διήγημα του Χριστόφορου Μηλιώνη (Περιοδικό «Η Λέξη» απρίλιος – ιούνιος 2008, τ. 196)

.....................................................




 Χριστόφορος
Μηλιώνης
(1932-2017) 






 



·       Ο χαρταετός


Διήγημα του Χριστόφορου Μηλιώνη


   Όλοι μού λένε: Τι γυρεύεις και πας κι έρχεσαι συνέχεια στις ίδιες ερημιές; Χειμώνας μπαίνει καλοκαίρι βγαίνει, εσύ εκεί, με τα κοτσύφια στις ρεματιές και τους λαγούς στα χέρσα. Ποια κοτσύφια και ποιους λαγούς και ποια χέρσα; Ερημιές μονάχα και λογγώματα.
   Εντάξει, ανεβαίνεις καμιά φορά και πιο ψηλά, στα φτελιάδια του παπα-Μόσχου, όπου το χειμώνα, όταν έπεφτε χιόνι, πήγαινες με τα ξαδέλφια σου και κόβατε κίσσαρα για τα κατσίκια που είχαν αποκλειστεί στο κατώι. Και το καλοκαίρι βάζατε τα πρόβατα να βοσκήσουν στα θερισμένα. Ποια κατσίκια τώρα και ποια πρόβατα; Ούτε βέλασμα ζώου ούτε σκύλου γάβγισμα, ούτε φωνή ανθρώπου. Ψυχή ζώσα.
   Τα φτελιάδια βέβαια υπάρχουν ακόμα και θέριεψαν – φαντάζουν μαύρα φαντάσματα, όλο πρόκληση, σαν τους ανεμόμυλους του Δον Κιχώτη, κι εσύ δεν έχεις, μήτε έναν Ροσινάντε, ένα αχαμνό ξεπεσμένο παλιάλογο να καβαλικέψεις, μήτε τουλάχιστον το γαϊδουράκι του Σάντσο Πάντσα. Ξεσκίζεσαι και ματώνεις – για ν’ αποδείξεις τι;
   Αλλά να που τα θαύματα ενίοτε συμβαίνουν. Σπάνια βέβαια, αλλά συμβαίνουν. Ας πούμε μια φορά στα δέκα χρόνια. Και τότε αποζημιώνεσαι για τις αναζητήσεις σου στον ύπνο και στον ξύπνο.
   Το περασμένο φθινόπωρο, λόγου χάρη, καθώς περνούσες στον χωματόδρομο που κάποτε είχαν ανοίξει κάτω από τη βρύση του Κράνου, αναρωτήθηκες: Μα κάπου εδώ δεν ήταν η βρύση; Πώς λόγγωσε έτσι ο τόπος; - και στάθηκες για λίγο μες στην ερημιά, να δεις καλύτερα. Να βεβαιωθείς. Σε γενικές γραμμές όλα ταίριαζαν, αλλά μήτε βρύση φαινόταν μήτε μονοπάτι, και βέβαια μήτε η κρανιά, εκεί δίπλα, όπου κρεμούσαμε ένα κουρελάκι από το ρούχο που φορούσαμε, κάθε φορά που πίναμε νερό και πλέναμε το πρόσωπό μας να δροσιστούμε. Χρόνια και ζαμάνια πίναμε το νερό της και της αφήναμε το κουρελάκι μας. Δε ρωτούσαμε γιατί. Επειδή αυτά τα πράγματα δεν τα ρωτάνε. Ίσως επειδή τελικά το αποτέλεσμα μετρούσε. Και το αποτέλεσμα ήταν μια καταστόλιστη νύφη, δίπλα στη βρυσούλα που ήταν πάντα γενναιόδωρη για μας. Κι εμείς το ανταποδίδαμε.
   Ένας μονάχα, ο Γιώργος ο Γκίνος, το γειτονόπουλό μου, είχε σκεφτεί όχι μονάχα να της στερήσει αυτό το δικαίωμα, αλλά και να της κόψει μερικά ίσια κλωνάρια, για να φτιάξει δεν ξέρω τι. Πες καλύτερα, ο διάβολος ο ίδιος τον είχε βάλει. Μα τότε γίνηκε, λένε, το μεγάλο κακό. Σηκώθηκε ένας σίφουνας, μια αντάρα, ένα κακό, που έκανε τον τόπο να βουίξει και μια γυναίκα, καταστόλιστη, με φλουριά, φάνηκε στο ύψωμα πάνω από τη βρύση και του φώναξε:
   «Τι σου ‘φταιξε το δέντρο και θέλεις να το κόψεις; Και δεν αντρέπεσαι;»
   Κι ο Γιώργος ο Γκίνος το ‘βαλε στα πόδια και ροβόλησε τον κατήφορο τα χέρσα, χωράφι το χωράφι, ως το χωριό, ως την αυλή του σπιτιού του, φωνάζοντας: «Μάνα! Μάνα!», κι εκεί βγήκε η μάνα του μ’ έναν μαστραπά κρύο νερό και του ‘ριξε στο πρόσωπο να το συνεφέρει. Κι αυτός να λέει: «Θάμα, που το είδα εγώ, μάνα! Θάμα που το είδα εγώ!».
   Ύστερα βέβαια κάποιοι είπαν τα δικά τους, πως τάχα ήταν εκεί μια βλαχοπούλα, που έβοσκε πιο πάνω τα ζυγούρια της, αλλά αυτά δεν πιάσανε. Αφού το θάμα το είχε δει ο Γιώργος ο Γκίνος με τα ίδια του τα μάτια. Άσε πια που τα χειρότερα ήρθαν αργότερα. Κι ενώ έφερνα αυτά στο νου μου κι έψαχνα ανάμεσα στα λογγώματα που είχαν θεριέψει, ανακάλυψα ξαφνικά την κρανιά, όπως την ήξερα, φορτωμένη τα χρωματιστά της στολίδια! Και το σπουδαιότερο: φορτωμένη κατακόκκινο καρπό! Ύστερα από τόσα χρόνια!
   Όσο για τον Γιώργο τον Γκίνο, αυτά που διηγήθηκα είχαν γίνει πριν από τον πόλεμο. Κι η μάνα του, που ως τότε επαναλάβαινε πάντα την ίδια φράση «Να μεγαλώσει λίγο ακόμα ο Γιώλγος μου, να τον στείλω στον πατέλα του στην Αμελική», κάποια μέρα τον ξεπροβόδισε με άλλους μαζί «ξενίτες». Εμείς, μολονότι γειτόνοι, δεν τους είδαμε, γιατί φύγανε χαράματα, νύχτα ακόμα. Θυμάμαι μονάχα τη μάνα του που κάθε τόσο σκούπιζε τα μάτια της με την άκρη της άσπρης μαντίλας της κι επαναλάβαινε: «Κάμε Παναγίτσα μου να φτάσει ο Γιώλγος μου με το καλό, να βλει τον πατέλα του».
   Ακολούθησαν οι μεγάλες περιπέτειες που ξέρουμε – να μην τα ξαναλέμε. Οι δρόμοι κλείσανε, κανένας δεν έφευγε από το χωριό, κανείς δεν ερχόταν. Αποκλείστηκε κι ο Γιώργος με τον  πατέρα του στην Αμερική. Ούτε γράμμα δεν ερχόταν πια. Κι η μάνα του Γιώργου έλεγε τώρα τραυλίζοντας πάντα: «Ν’ ανοίξουν οι δλόμοι, να ‘λθει ο Γιώλγος μου με τον πατέλα του από την Αμελική». Κι ως που να γίνει αυτό, «η ζωή συνεχιζόταν», που λέει ο λόγος – αλλά τρόπος του λέγειν. Πρώτα πρώτα, διότι για πάρα πολλούς δεν συνεχιζόταν. Πόλεμοι, βομβαρδισμοί, επιδρομές ξένων και δικών, εκτελέσεις και πυρπολήσεις των χωριών. Κι αυτά τα έχουμε πει πολλές φορές. Και κανείς πια δεν θέλει να τ’ ακούει, σχεδόν έχουν χάσει το νόημά τους. Άλλο θέλω να πω. Ότι και μέσα σ’ εκείνες τις συμφορές, τα παιδιά συνέχιζαν τις δικές τους συνήθειες και τα δικά τους παιχνίδια. Και τα σύνθημα το έδιναν οι χαρταετοί με τη δική τους θριαμβική εμφάνιση, μόλις έμπαινε η άνοιξη. Στους λόφους πάνω από το χωριό, στον Άη-Νικόλα και στον Άη-Θανάση οι χαρταετοί φουρφούριζαν αισιοδοξία. Πολύχρωμοι στην αρχή, με τον καιρό γινόντουσαν όλο και πιο μουντοί, καθώς τέλειωναν οι προπολεμικές μαρμαρόκολες και τις αντικαθιστούσαν κατάλοιπα από εφημερίδες και περιοδικά συναρμολογημένα με αλευρόκολλα.
   Τέλειωσαν και τα δικά μου χαρτιά – ό,τι είχαμε στο σπίτι και δεν είχαμε, από το Ελεύθερον Βήμα μέχρι Θησαυρούς και Μπουκέτα. Με τους σπάγγους κάτι γινόταν, οι μπακάληδες είχαν αποθέματα, στην ανάγκη χρησιμοποιούσαμε μάλλινο νήμα, αλλά χαρτί, από πού; Και αν βγαίνανε στα Γιάννενα εφημερίδες, ποιος να ενδιαφερόταν και πώς να τις έφερνε;
   Και τότες ήρθε στο νου μου ο χαρταετός του Γιώργου του Γκίνου, που τον έβλεπα πάντα κρεμασμένο στο ίδιο σημείο του τοίχου, στον καλό τον οντά, στο σπίτι της γειτόνισσάς μας, της Λένης της Αμερικάνας, κάθε φορά που η μάνα μου μ’ έστελνε εκεί για μικροδουλειές. Μάλιστα ήταν τόση η οικειότητα που της είχαμε όλα τα παιδιά της γειτονιάς, που τη φωνάζαμε κι εκείνη «μάνα». Ήταν ένας μεγάλος αετός, ο πιο μεγάλος στον μαχαλά μας, με κιτρινωπό χαρτί και κόκκινα φεγγάρια, με μια μακριά ουρά, με πολύχρωμες φούντες – και τέτοιες φούντες κρεμόντουσαν στ’ αυτιά του, εκεί που καταλήγανε οι άκρες από τα ακτινωτά του σανίδια. Κι από πάνω του μια μεγάλη, γεμάτη καλούμπα. Με άλλα λόγια, ήταν ένας αετός που θα χρειαζόταν δύναμη για να τον σηκώσεις και να τον κρατήσεις ψηλά, που πριν από μερικά χρόνια μήτε που θα τολμούσα να το σκεφτώ, αλλά τώρα – να το πω; ένιωθα τις δυνάμεις μου να φουντώνουν.
   Κατέβασα το κεφάλι πριν βγω και είπα: «Ω μάνα Λένη! Θα μου δώσεις και λίγο τον χαρταετό του Γιώργου να τον πετάξω;».
   Το πρόσωπό της έμεινε για λίγο ξαφνιασμένο. Ύστερα είπε: «Όχι, γιε μου, θα έλθει ο Γιώλγος μου από την Αμελική και θέλει να τον βλει, να τον πετάξει!» Δεν είπα τίποτα ξανά. Μόνο που η Λένη κάθε φορά που έβρισκε στο δρόμο της γειτονόπουλα, επανάλαβαινε, συμπληρωμένο τώρα το ίδιο τροπάρι, που το είχαν μάθει και τα παιδιά και το λέγανε με τη γνωστή παιδική αναλγησία: «Ν’ ανοίξουν οι δλόμοι, να ‘λθει κι ο Γιώλγος μου από την Αμελική, ν’ αμολήσει τον χαλταετό του!».
    Τα πράγματα βέβαια με τον καιρό σιάξανε, μολονότι εκείνη η τελευταία χρονιά της Κατοχής ήταν η χειρότερη. Οι Γερμανοί κάψανε σχεδόν όλα τα χωριά της περιοχής και μαζί και το δικό μας. Λίγα ήταν τα σπίτια που γλυτώσανε, και μαζί και της Λένης, μολονότι μερικοί προσπάθησαν να το δικαιολογήσουν με κάτι παροιμίες πως «κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει» και άλλες τέτοιες ανοησίες. Πάντως για τη γειτονιά μας αυτή η τύχη στάθηκε σωτήρια, αφού το σπίτι εκείνο, καλοσυντηρημένο, άλλωστε και γεμ’ατο, στάθηκε μια φιλόξενη  φωλιά, για να βγει ο χειμώνας και να μαζέψουμε μέσα από τα ερείπια του δικού μας κάποιο κοτέτσι να βάλουμε κάτω από έναν τσίγκο το κεφάλι μας. Κι ώσπου λοιπόν να ‘ρθει η άνοιξη, εγώ κοιμόμουν με τους άλλους, δικούς μας γειτόνους, στρωματσάδα κάτω από τον κρεμασμένο μεγάλο χαρταετό, που νόταν καμιά φορά τις νύχτες ξυπνούσα κι άνοιγα τα μάτια, είχα την εντύπωση πως γέμιζε τον οντά μ’ ένα φως κιτρινωπό. Κι αμέσως το συνόδευαν τα λόγια της Λένης: «Να σιάξουν τα πλάματα, ν’ ανοίξουν οι δλόμοι…»
   Ακολούθησαν τέσσερα-πέντε χρόνια αμφίβολης «ειρήνης» και «ανασυγκρότησης», ώσπου αυτός ο κόσμος που για αιώνες είχε αντέξει τη δυστυχία στον ίδιο του τον τόπο, ξεχύθηκε να βρει άλλους δρόμους ζωής κι άλλους τόπους αναπαύσεως. Και βέβαια ούτε ο Γιώργος ήρθε, ούτε ο πατέρας. Αντίθετα, έσβησε κι η Λένη μες στην αναμονή της και στον τραυλό της καημό.
   Μα εγώ πηγαινοέρχομαι, όπως είπα, χειμώνα-καλοκαίρι. Κι όταν ανακάλυψα την κρανιά, στολισμένη σα νυφούλα με τα πολύχρωμα κουρελάκια και τα ρούμπινα του καρπού της, θυμήθηκα όλα αυτά που είπα για τον χαρταετό και σκέφτηκα τον οντά της Λένης του Γκίνου. Τον βρήκα ανοιχτό. Ψυχή δεν υπήρχε ούτε στους δρόμους ούτε στο σπίτι. Τον ξεκρέμασα με προσοχή, τον φορτώθηκα στη ράχη μου, πήρα και την καλούμπα κι άρχισα ν’ ανεβαίνω στο λόφο του Άη-Νικόλα. Εκεί, στο πλάτωμα, τον άφησα στο γρασίδι, ξετύλιξα με προσοχή την ουρά και την άπλωσα, δοκίμασα τα ζύγια του – ήταν όλα εντάξει, προφανώς κανείς δεν τον είχε αγγίξει από τότε που τον είχαν κρεμάσει στον τοίχο. Φύσαγε ανάλαφρο αεράκι. Τράβηξα με δύναμη τον σπάγγο και ο αετός υψώθηκε φουρφουρίζοντας. Ταλαντεύτηκε για λίγο, μια δεξιά, μια αριστερά, και καθώς εγώ ήμουν μαθημένος από τέτοια καμώματα, του άφησα καλούμπα, ώσπου η ουρά του κόντεψε ν’ αγγίξει το έδαφος κι ύστερα τράβηξα με δύναμη τον σπάγγο και ο αετός πήρε πάλι ύψος, μεγαλύτερο αυτή τη φορά και τράβαγε με πιο πολλή δύναμη, κι εγώ, τη μια αμολώντας και την άλλη τραβώντας με δύναμη τον μανουβράριζα, ώσπου ήρθε και καντηλιάστηκε με κατεύθυνση τα χέρσα.
   Θα πλησίαζε τον ουρανό, πάνω από τη βρύση του Κράνου, όταν ξαφνικά αιστάνθηκα τον σπάγγο να χάνεται από τα χέρια μου και τον αετό να αρμενίζει ελεύθερος στα ανατολικά, εκεί που τραβούσε ο δρόμος. Κούνησε το κεφάλι του, μια δεξιά, μια αριστερά και χάθηκε παίρνοντας κι αυτός το δρόμο για την Αμερική.

                                                           Χριστόφορος Μηλιώνης

Περιοδικό «Η Λέξη» απρίλιος – ιούνιος 2008, τ. 196


"Για την υγεία και το ασφαλιστικό" έγραψε η Άννα Δαμιανίδη (Εφημερίδα των Συντακτών, 20/12/2016)

......................................................


Για την υγεία και το ασφαλιστικό


 
έγραψε η Άννα Δαμιανίδη
(Εφημερίδα των Συντακτών, 20/12/2016) 

Επιτέλους, η επιστήμη αναγνωρίζει τα οφέλη του τραγουδιού. Σύμφωνα με μελέτες, όταν τραγουδάμε, οι νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου συνδέονται με νέους και διαφορετικούς τρόπους.
Το τραγούδι πυροδοτεί τον δεξιό κροταφικό λοβό του εγκεφάλου μας απελευθερώνοντας ενδορφίνες, οι οποίες μας κάνουν εξυπνότερους, υγιέστερους, περισσότερο ευτυχισμένους και δημιουργικούς. Οταν τραγουδάμε με άλλους, αυτή η επίδραση μεγιστοποιείται.
Επιπλέον, εκπαιδεύουμε την αναπνοή και χαμηλώνουμε τα επίπεδα κορτιζόλης. Οπότε δεν χρειάζεται να απολογούμαστε αν μας αγριοκοιτάξουν την ώρα που τραγουδάμε στη βροχή, στον δρόμο, στο μετρό, ή αν παραπονεθούν όταν μας ακούν από το μπάνιο μας.
Το ζητάει ο γιατρός, θα πούμε· το κάνω για την υγεία μου! Κι εκεί συνήθως δεν μπορεί να πει κανείς τίποτε, η υγεία ακόμα θεωρείται αγαθό που δικαιούται ο καθένας να υπερασπίζεται, έστω και με τέτοιες ακραίες συμπεριφορές, όπως το τραγούδι.
Το καλύτερο, λένε οι επιστήμονες, είναι να τραγουδάμε σε χορωδίες. Στην πραγματικότητα το ξέραμε πάντα, κάτι γίνεται εκεί που έχει σχέση με αταβιστικές, ανεξήγητες ροπές, με συνήθειες από τις αρχαίες θρησκείες, όταν οι πιστοί τραγουδούσαν όλοι μαζί ύμνους στη θεότητα κι ένιωθαν κάπως την παρουσία της στο άκουσμα της ίδιας της φωνής τους.
Παλμοί στον αέρα που θα ξυπνούσαν κάπως τα πουλιά, συντονισμός αναπνοών που σε γεμίζει με την αίσθηση της δύναμης του είδους, μια αληθινή στιγμιαία παρέμβαση στην τάξη της φύσης. Ακόμα και τώρα οι τραγουδιστές μοιάζουν με αρχιερείς, αν συγκινήσουν το κοινό παράγουν δέος, κάποιοι επενδύονται υπέρμετρη δόξα. Οι θρησκείες εξάλλου ποτέ δεν σταμάτησαν να παράγουν μουσική.
Το καλύτερο θα ήταν, για τους ερασιτέχνες, να τραγουδάμε σε παρέες. Τίποτε δεν υπάρχει σαν την ευτυχία να συντονίζονται οι φωνές με των φίλων, αν και το ακόμα καλύτερο είναι να τραγουδάμε νανουρίζοντας τα μωρά μας - πιο αφοσιωμένο κι εξαρτημένο κοινό δεν θα υπάρξει ποτέ.
Ομως πόσο να κρατήσει, μεγαλώνουν τα άτιμα, το ρίχνουν στα φωνακλάδικα. Οπότε, με μεγάλα παιδιά και με παρέες σοβαρές, που πια δεν τραγουδάνε, είναι ευτύχημα που μπορείς να γίνεις δεκτός σε χορωδία, χωρίς πτυχίο μονωδίας. Για την υγεία πάντα, βέβαια, και τη βοήθεια στο γενικότερο ασφαλιστικό.
Οχι επειδή μας αρέσει να τραγουδάμε, επειδή βρίσκουμε σχεδόν ανεξήγητη ευτυχία στην αναπαραγωγή ξανά και ξανά των ίδιων ήχων, με τα ίδια λόγια, γιατί αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα, τη στιγμή που τόσες δουλειές μάς περιμένουν και τόσα προβλήματα ταλανίζουν την ανθρωπότητα.
Αλλά η υγεία, η πιθανή απαλλαγή του ασφαλιστικού από κάποιες ασθένειες, αυτό συγχωρείται, προς το παρόν. Ακόμα και στα χριστουγεννιάτικα, που τόσοι και τόσοι δηλώνουν ότι απεχθάνονται, οφείλουν οι πάντες να δείξουν ανεκτικότητα και γενναιοδωρία.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

"Ένας είναι ο Θεός!" Διήγημα του Χριστοφορου Μηλιώνη (1932 - 2017)

......................................................

Ένας είναι ο Θεός!

Διήγημα του Χριστόφορου Μηλιώνη

 

 

Θυμήθηκα τον πρώτο μου χρόνο που δούλεψα στην Πάργα, για να βγάλω πια το ψωμί μου. Πρώτη φορά που έφευγα μακριά από τους δικούς μου, μόνος σε μια κωμόπολη απομονωμένη, πίσω από τον ήλιο, δυο μέρες ταξίδι από το σπίτι μου –έτσι ήταν τότε η Πάργα, μην κοιτάτε τώρα. Ήμουν άπειρος, και από κόσμο και από τη δουλειά που πήγαινα να κάνω. Ξεπεταρούδι ήμουν, ούτε φαντάρος δεν είχα πάει ακόμη. Έπεσε κι ένας χειμώνας βαρύς, με παγωνιές και βοριάδες. Όλο το απόγευμα και όλη τη νύχτα άκουγα τα κύματα που σπάγανε με ορμή στους μόλους, κι ύστερα το σούρσιμο των χαλικιών, καθώς το κύμα τραβιόταν πίσω για να πάρει φόρα και να ορμήσει ξανά στη στεριά. Αμάθητος όπως ήμουν από θάλασσα, τον πρώτο καιρό δεν μπορούσα να ηρεμήσω και να κλείσω μάτι από κείνο το βουητό. Με τον καιρό όμως το συνήθισα και μάλιστα το ένιωθα να μου κρατάει συντροφιά τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα. Θυμόμουν τότε το λόγο της μάνας μου, όταν με ξεπροβοδούσε: «Μην στενοχωριέσαι! Έχει ο Θεός!».
Όταν ξυπνούσα το πρωί, έστρεφα τα μάτια σ’ ένα στενόμακρο παράθυρο αντίκρυ από το κρεβάτι μου, το μοναδικό, για να διαπιστώσω αν ήταν η ώρα να σηκωθώ για το σχολείο. Μια σουσουράδα αναμαλλιασμένη από την παγωνιά, έκανε χορευτικές κινήσεις στο περβάζι του παραθυριού, κι ύστερα ράμφιζε απ’ έξω το τζάμι. Τις πρώτες μέρες που το πρόσεξα αυτό, το θεώρησα ως σημάδι θεόσταλτο. Μάλιστα το έγραψα κιόλας σ’ ένα από τα γράμματά μου, δεν θυμάμαι σε ποιον φίλο μου, θυμίζοντάς του πως η ίδια η λέξη οιωνός σημαίνει πουλί. Όλα τότε ήταν γεμάτα από οιωνούς, από μεταφυσικά νοήματα, όλη η ζωή μου διαποτίζονταν από μυστικές επικοινωνίες. Με τον καιρό ανακάλυψα ότι η αλήθεια ήταν πολύ πεζή: το τζάμι είχε μήνες να πλυθεί κι είχε γεμίσει μυγοφτύσματα κι η σουσουράδα μου τα νόμιζε έντομα και τα ράμφιζε απ’ έξω – και το έγραψα κι αυτό σε κάποιον φίλο μου. Αλλά μέρα με την ημέρα ανακάλυπτα με απογοήτευση ότι και σε πολλά άλλα πράγματα η αλήθεια ήταν πολύ πιο πεζή. Κάθε μέρα και διαπίστωνα, κι ωστόσο εκείνη η φωνή μέσα μου συνέχιζε να μου επαναλαμβάνει: Έχει ο Θεός! Και με κρατούσε.
Πλενόμουν γρήγορα στον παγωμένο νιπτήρα, έτρωγα λίγο ψωμί μ’ ελιές, τυλιγόμουν μ’ ένα κασκόλ κι ανηφόριζα το μονοπάτι για το Τουρκοπάζαρο, όπου βρισκόταν το Ημιγυμνάσιο, στεγασμένο σ’ ένα παλιό τουρκόσπιτο. Τρεις τάξεις όλες κι όλες, σε τρεις αίθουσες, με ένα διάδρομο μπροστά κι ένα μικρό Γραφείο. Εκεί έβρισκα τη θερμάστρα αναμμένη κιόλας από την καθαρίστρια που ανέβαινε χαράματα, έψηνα καμιά φορά καφέ και κοίταζα κάτω τη γραφική πολιτειούλα, την κάτασπρη, και το απέραντο Ιόνιο, γεμάτο αφρισμένα κύματα σε όλη την έκτασή του. Περίμενα τον διευθυντή, που ηλικιωμένος καθώς ήταν και υπέφερε από άσθμα, αργούσε να βγάλει την ανηφόρα, στεκόταν κάθε τόσο, ακουμπούσε σε κανέναν κορμό ελιάς, έβγαζε το μαντήλι κι έβηχε με τις ώρες, έτσι που θαρρούσες πως τελικά θα ξερνούσε στο μονοπάτι τα πλεμόνια του, στη ρίζα της ελιάς. Εμείς οι δυο ήμασταν όλοι κι όλοι οι καθηγητές, φιλόλογοι και οι δύο, και διδάσκαμε στις τρεις τάξεις όλα τα μαθήματα, από Αρχαία μέχρι Θρησκευτικά και Άλγεβρα. Καθώς μάλιστα εκείνος ήταν του δημοσίου και είχε πολλά χρόνια υπηρεσίας στην καμπούρα του, εκτελούσε και χρέη διευθυντού και το ωράριό του ήταν περιορισμένο. Έτσι το βάρος των αυξημένων ωρών έπεφτε στις πλάτες μου, που ήμουν νέος, με είχαν προσλάβει «επί συμβάσει» και πληρωνόμουν από το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων. Και μαζί έπεσαν στις πλάτες μου και τα θρησκευτικά και η Άλγεβρα. Με την Άλγεβρα δεν τα πήγαινα άσχημα, γιατί όλο και τη θυμόμουνα από τα γυμνασιακά μου χρόνια. Τη διάβαζα πάντως με προσοχή τα απογεύματα, καθώς και τα Θρησκευτικά, για να μη βρεθώ καμιά φορά σε δύσκολη θέση μπροστά στους μαθητές μου-καμιά δεκαπενταριά όλους κι όλους σε κάθε τάξη. Μπορώ να πω πως τα πήγαινα καλά, πράγμα που αργότερα, όταν πια τέλειωνε η χρονιά, το βεβαίωσε και ο Επιθεωρητής μου που με είχε επιθεωρήσει. «Καλά πας!» μου είπε. Ωστόσο, παρά την επιμέλειά μου, λίγο έλειψε να τα βρω σκούρα μ’ ένα μαθητή μου στην πρώτη τάξη, που δεν διακρινόταν για την ευφυΐα του. Ήταν στο μάθημα της Παλαιάς Διαθήκης και τους διηγιόμουν τη δημιουργία του ανθρώπου και πώς ο Θεός έπλασε την Εύα από το πλευρό του Αδάμ. Σήκωσε τότε το χέρι του ο μαθητής και με ρώτησε σχεδόν τρομαγμένος:
– Δηλαδή, κύριε καθηγητά, και τώρα έτσι γίνονται οι γυναίκες; Για μια στιγμή θόλωσε ο νους μου. Τι να του απαντούσα; Ποια ήταν θεολογικώς ορθή απάντηση; Αυτό δεν θυμόμουν να το έλεγε το βιβλίο τους. Για να κερδίσω χρόνο στη συνέχεια, έδωσα την πρώτη απάντηση που ήρθε στο νου μου:
– Ε όχι, μωρέ παιδί μου! Είπα. Αυτό έγινε μια φορά στην αρχή! Τώρα γίνονται κι αυτές όπως όλοι οι άνθρωποι!
Ευτυχώς δεν με ρώτησε πώς γίνονται οι άλλοι άνθρωποι. Φαντάζομαι πως, μια και προβληματίστηκε, θα φρόντισε να βρει την απάντηση σε κάποιους άλλους αρμοδιότερους, δηλαδή στους συμμαθητές του, που άφησαν ένα μακρόσυρτο μουρμουρητό, μαθητές και μαθήτριες, μόλις ακούστηκε η ερώτηση.Πάντως τώρα, ύστερα από πενήντα περίπου χρόνια, σκέφτομαι πως ήταν καλύτερα που δεν ήμουν θεολόγος. Ποιος ξέρει τι ρητορείες θα του αράδιαζα για να τον καθησυχάσω και το παιδί θα ’μενε στο σκοτάδι και στους φόβους του, δε θα μάθαινε ποτέ την αλήθεια.
Στην πρώτη τάξη είχαμε θυμάμαι κι ένα Μουσουλμάνο, ένα φοβισμένο παιδάκι, μικρόσωμο, με μάτια όλο έκπληξη και πανικό. Τον έλεγαν, θυμάμαι Μουλιαζίμ. Νεχάτ Μουλιαζίμ. Ζούσε στην Πάργα με τη μάνα του, δεν ξέρω αν είχε αδέρφια, πάντως πατέρα δεν είχε. Πρέπει να ήταν φτωχή οικογένεια, κι ίσως γι’ αυτό οι δικοί τους δεν είχαν φύγει με τις ανταλλαγές. Η μάνα ξενοδούλευε στα σπίτια και τις ελιές.
Ο Μουλιαζίμ λοιπόν, σαν Μουσουλμάνος που ήταν, δεν είχε υποχρέωση να παρακολουθεί το μάθημα των θρησκευτικών. Ο διευθυντής τον είχε καλέσει στο Γραφείο, τις πρώτες μέρες κιόλας που αρχίσανε τα μαθήματα, και «μας είχε ενημερώσει» κι εκείνον κι εμένα. Αργότερα ενημέρωσε και τον επιθεωρητή –μην βρούμε και κανέναν μπελά, μου είπε. Δεν ξέρω αν ο Μουλιαζίμ αντιλήφθηκε σωστά εκείνο το «δεν είχε υποχρέωση» ή αν το εξέλαβε ως απαγόρευση. Πάντως στην ώρα των Θρησκευτικών δεν έμπαινε ποτέ στην τάξη. Καθόταν σε μια πέτρα, στην αυλή, όσο ήταν καλός ο καιρός, και διάβαζε το βιβλίο του, ενώ με τις κακοκαιρίες στεκόταν σε μια γωνιά του διαδρόμου και περίμενε υπομονετικά το κουδούνι.
Μια μέρα με φοβερή παγωνιά ανοίγω την πόρτα και τον βλέπω πάλι όρθιο στο διάδρομο να τρεμουλιάζει. Θυμήθηκα τη σουσουράδα που ράμφιζε το παράθυρό μου.
«Βρε Νεχάτ» του λέω. «Έλα, αγόρι μου, μέσα στη σόμπα μην αρρωστήσεις! Θέλεις άκουγε, θέλεις μην ακούς. Ένας είναι ο Θεός για όλον τον κόσμο!» Θυμάμαι που μπήκε δειλά και κάθισε στο θρανίο του. Για μια στιγμή έγινε σιωπή -ιερή σιωπή, παραλίγο να πω- κι ύστερα συνεχίστηκε το μάθημα.
Πέρασε εκείνη η χρονιά, έληξε το Συμφωνητικό μου, πήγα φαντάρος, απολύθηκα, διορίστηκα στο Δημόσιο, πιάστηκα από την κρικέλα. Μπήκα κι εγώ σ’ ένα δρόμο. Ερχόταν το καλοκαίρι και τριγυρνούσα με τις συντροφιές στις παραλίες. Τις πιο πολλές φορές στις κοντινές. Στο Μενίδι, στη Μαργαρώνα της Πρέβεζας, στην Καστροσυκιά. Μια φορά είπαμε να πάμε στην Πάργα, που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται τουριστικά, να μείνουμε λίγες μέρες.
Θα είχαν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που ήμουν εκεί καθηγητής. Και δεν μπορώ να πω πως δεν ήμουν συγκινημένος, όταν βρέθηκα ξανά στα ανηφορικά δρομάκια της, με τα σκαλιά. Ανέβηκα στο Τουρκοπάζαρο, έφτασα ως την πόρτα του κάστρου, είδα το παλιό μας Γυμνάσιο, εγκαταλειμμένο, χωρίς παράθυρα. Είχε χτιστεί καινούριο, εκεί στην ανατολική γωνία, μπροστά στην Κόκκινη Βίλα, που τώρα, κοντά του, είχε μικρύνει πολύ. Όλο το μυστήριο που έκρυβε τότε είχε χαθεί, μαζί με τους ενοίκους της – ένα ζευγάρι μονόχνωτο, μυστήριο κι εκείνο, λέγανε, που απέφευγε τις πολλές συναναστροφές. Πότε πότε συναντούσα κάποιον γνωστό, μερικοί με αναγνώριζαν. Ρώτησα για κάποιους του Συλλόγου Κηδεμόνων, είχαν πεθάνει. Το ίδιο και ο διευθυντής μου. Μαθητές μου δεν έβλεπα. Ή είχαν σκορπίσει για τις σπουδές τους ή είχαν ανδρωθεί και είχαν γίνει αγνώριστοι.
Ένα πρωί, εκεί που στεκόμουν στο δρομάκι, μπροστά στην πόρτα του σπιτιού όπου μέναμε και περίμενα την παρέα μου για να πάμε για μπάνιο, με πλησίασε μια γυναίκα μεσόκοπη και με χαιρέτησε με εγκαρδιότητα:
– Εσύ, μου λέει, δεν είσαι ο καθηγητής; Και είπε το όνομά μου.
– Ποια είσαι; τη ρωτώ.
– Εγώ είμαι η μάνα του Μουλιαζίμ, μου λέει. Τον θυμάσαι;
– Και βέβαια, της λέω, τον θυμάμαι. Τι κάνει ο Νεχάτ;
– Είναι στα ξαδέρφια του, στη Σμύρνη, μου λέει.
– Πες του χαιρετισμούς, αν με θυμάται.
– Αν σε θυμάται! Ούτε εκείνος ούτε εγώ σε ξεχνάμε, μου λέει.
– Για ποιο πράγμα;
– Για κείνο που τους είπες!…
Η αλήθεια είναι πως ανησύχησα, αλλά η γυναίκα συνέχισε:
– Ήρθε λαχανιασμένος στο σπίτι μας από το σχολείο, τρέχοντας, εκείνη τη μέρα και μου είπε: «Μαμά, ο καθηγητής μάς είπε σήμερα πως ένας είναι ο Θεός για όλον τον κόσμο!»… Ξεχνιούνται αυτά;
Ομολογώ πως δεν το περίμενα. Ήταν τότε το καλύτερο μάθημα που πήρα ως δάσκαλος.
Πρόπερσι, όπως ξέρετε, αρχές Ιουλίου, ήρθε στην Ελλάδα η μις Τουρκία. Εμφανίστηκε στην τηλεόραση. Κοπέλα χάρμα των ματιών, θεσπέσια ομορφιά. Μα ποιος το περίμενε; Την λέγανε Μουλιαζίμ και μίλησε ελληνικά! Είπε πως ο πατέρας της ήταν απ’ την Πάργα. Λογάριασα τα χρόνια. Ήταν λοιπόν η κόρη του Νεχάτ! Άλλωστε κάποια στιγμή παρουσιάστηκε κι ο ίδιος , στρουμπουλός, με λίγο μουστάκι στο απάνω χείλι. Γνώρισα το φοβισμένο βλέμμα στα μάτια του. ήταν και ο καιρός που όλο επεισόδια γινόντουσαν με την Τουρκία κι ακουγόντουσαν πάλι μισαλλόδοξα μηνύματα. Ύστερα ακούστηκε από τη Σμύρνη και η φωνή της μάνας του που έστελνε χαιρετίσματα στις φιλενάδες της στην Πάργα. Η μορφή της δεν παρουσιάστηκε, μονάχα η φωνή της που διαπερνούσε το χάος των σαράντα πέντε χρόνων.
Έμεινα κατάπληκτος από τα παιχνίδια της τύχης. Άλλη μια φορά που ο χρόνος για μένα είχε εξατμιστεί, όπως συχνά μου συμβαίνει.
Πήρα και του έγραψα ένα γράμμα: «Νεχάτ, αγόρι μου!» τού ’γραψα. «Μην ακούς τι λένε οι «προκαθήμενοι». Μην τ’ ακούς, Νεχάτ! Κι αν νοστάλγησες, γιε μου, την Πάργα, έλα να την ξαναδείς. Πάρε και τη μάνα σου να ξαναδεί τις φιλενάδες της, πριν φύγει. Ένας είναι ο θεός για όλον τον κόσμο! Κι είναι αυτός που σας ευλόγησε κι έδωσε την ομορφιά στην κόρη σου, για να τον δοξάζει. Ας σας έχει καλά Νεχάτ!»
Δεν ήξερα πού να στείλω το γράμμα, δεν είχα διεύθυνση, τό ’στειλα και δημοσιεύτηκε σε μια εφημερίδα. Δεν ξέρω αν έφτασε ποτέ στα χέρια του. Δεν το φαντάζομαι. Όμως η ευχή μου σίγουρα έφτασε στο αυτί του θεού –κι αυτό είναι αρκετό για μένα
.


hristoforos_milionis-02
* * *