Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Για τον "Κομφορμίστα" του Μπερτολούτσι... Από τον φίλο στο fb Giannis Smoilis(facebook, 22/9/2017)

..............................................................

 Για τον "Κομφορμίστα" του Μπερτολούτσι...


 Από τον φίλο στο fb Giannis Smoilis(facebook, 22/9/2017)

Ο «Κομφορμίστας» του Μπερτολούτσι, κατά γενική ομολογία, είναι μια ταινία που όμοιά της δεν έχει υπάρξει ξανά στα κινηματογραφικά χρονικά. Είναι τόσο όμορφη στην όψη (η φωτογραφία του Βιτόριο Στοράρο, ένα ανεπανάληπτο έργο τέχνης από μόνη της), τόσο αιθέρια στην τονικότητά της και τόσο πολυεπίπεδη στο (υπαρξιακό/ πολιτικό) περιεχόμενό της που ακόμα και σε μια τηλεορασίτσα δεκατεσσάρων ιντσών να την παρακολουθήσεις, γλιστράει κάτω απ’ το δέρμα σου και μένει για πάντα εκεί. Είναι ένα απ’ τα πιο αγαπημένα μου έργα όλων των εποχών, απ’ όταν την πρωτοείδα σε μια μικρή οθόνη υπολογιστή πριν πολλά χρόνια, κι απόψε ευτύχησα να την απολαύσω σ’ ένα απ’ τα ομορφότερα σινεμά του κόσμου (σύμφωνα με το CNN και το BBC), το Σινέ-Θησείον. Περιττό να πω ότι στο πανί, τα υπέροχα κάδρα του Μπερτολούτσι (μόλις 29 ετών όταν το σκηνοθέτησε μ’ αυτόν τον ασύλληπτο τρόπο) και ο εξπρεσιονιστικός χρωστήρας του Στοράρο, απογειώνουν αυτή την εικαστική πανδαισία που είναι ο «Κομφορμίστας» σε άλλα επίπεδα αισθητικού κάλλους. Αυτό εδώ δεν είναι απλά ένα σπουδαίο πολιτικό θρίλερ, ούτε μόνο η καλύτερη ταινία του Μπερτολούτσι αλλά ένα από τα σπάνια εκείνα έργα που τιμούν και εξυψώνουν το σινεμά ως τέχνη (πραγματικά, αν ερχόταν ένας άνθρωπος που δεν είχε δει ούτε μια ταινία στη ζωή του και με ρωτούσε γιατί ο κινηματογράφος θεωρείται τέχνη, θα του απαντούσα δείχνοντάς του τον "Κομφορμίστα"). Σύνθεση κάδρου, καλλιτεχνική διεύθυνση, μουσική, πλανοθεσία, βρίσκονται σ' ένα επίπεδο ποιότητας που προκαλεί ίλιγγο (η εκτυφλωτική καλλιέπεια κι ο σημειολογικός πλούτος των κάδρων του "Κομφορμίστα" κάνουν τον Σορρεντίνο να μοιάζει με επιφανειακό στυλίστα). Επιπλέον, πρόκειται για μια απ’ τις κορυφαίες ταινίες που έχουν γίνει ποτέ πάνω στην ψυχολογία του φασισμού, στη μαζοχιστική επιθυμία της κανονικότητας, ακόμα και με τίμημα την καταδίκη σε μια κόλαση προσωπικής δυστυχίας. Για τον Μπερτολούτσι, όπως και για τον Μοράβια, στο βιβλίο του οποίου βασίστηκε η ταινία, ο μικροαστός νοικοκύρης που αποζητά την ασφάλεια και την «τάξη» -ηθική, πολιτική, σεξουαλική- δεν διαφέρει και τόσο απ’ τον ενταγμένο φασίστα, μια οποιαδήποτε αφορμή είναι αρκετή για να σπρώξει τον πρώτο, στις τάξεις του δεύτερου. Ο ήρωας που υποδύεται εκπληκτικά ο Τρεντινιάν, ιδωμένος από μια ψυχαναλυτική σκοπιά (το φιλμ βρίθει φροϋδικών αναφορών: στη βάση της απόφασης του Μαρτσέλο να γίνει φασίστας, βρίσκεται η Ενοχή• πόσο πιο καθαρά να μας πει ο Μπερτολούτσι ότι αν ο άνθρωπος συχνά επιθυμεί μαζοχιστικά την καταπίεση και την τιμωρία του -κι ο φασισμός δεν είναι τίποτα άλλο από την εκπλήρωση, στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο, μιας τέτοιας μαζοχιστικής επιθυμίας-, αυτό οφείλεται στο ότι νιώθει ένοχος; ) είναι οπωσδήποτε «ευνουχισμένος», με την πιο ουσιαστική έννοια. Όχι μόνο απαρνιέται την αληθινή επιθυμία του (πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να επιδιώκει την υπερ-αναπλήρωση της χαμένης απόλαυσης σε συμβολικές μορφές ικανοποίησης των τυραννικών απαιτήσεων του υπερ-εγώ, όπως αυτές που προσφέρει η αντιδραστική, φασιστική ιδεολογία με την ποικιλία της σε μορφές λιβιδινικής επένδυσης του φόβου –το μίσος για τον Άλλο, είναι πάντα μίσος για την απόλαυσή του, όπως λέει ο Λακάν, παράλογη οργή απέναντι σε κάποιον που το υποκείμενο θεωρεί ότι έχει πρόσβαση στην απόλαυση που το ίδιο έχει στερηθεί, καθώς επίσης και φόβος, αόριστη ανησυχία ότι κάποιος κλέβει τη δική μας απόλαυση, μας στερεί τη δυνατότητα να αποκτήσουμε το αντικείμενο της επιθυμίας μας), αλλά και σκοτώνει, συμβολικά και κυριολεκτικά, τη συνείδησή του -που διαρκώς του υπενθυμίζει την αλήθεια της ηθικής του κατάπτωσης-, στο πρόσωπο του παλιού του καθηγητή (όπως για κάθε συνεπή αντιδραστικό, έτσι και γι’ αυτόν, η διανόηση αποτελεί απειλή, η σκέψη δεν είναι κάτι που μπορεί να ανεχθεί εύκολα ο ολοκληρωτισμός). Έχουμε να κάνουμε, δηλαδή, με μια διπλή δολοφονία, του σώματος και της ψυχής, που είναι παράλληλα και αυτοκτονία. Συμβολική αυτοκτονία που δεν απαλλάσσει απ’ την Ενοχή, απλά την μεταμφιέζει σε «καθήκον». Καταπιεζόμενος και καταπιεστής, ο άνθρωπος με την εμμονή της κανονικότητας και του «φυσιολογικού» (όπως δηλώνει από την αρχή ο τυφλός φίλος του, το περίεργο με τον Μαρτσέλο είναι η έντονη ανάγκη του να γίνει σαν όλους τους άλλους, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι επιδιώκουν να είναι ξεχωριστοί, να μη μοιάζουν με τους γύρω τους), βασανίζεται και βασανίζει, για να ξεφύγει απ’ τον εαυτό του. Θέλοντας να εξουδετερώσει τις «αμαρτωλές» ροπές του, προβάλλει στον Άλλο την εικόνα ενός απόλυτου Κακού, επιφορτίζοντας τον με την ενσάρκωσή τους. Καταστρέφοντας αυτή την κατασκευασμένη εικόνα, αποκαθιστά συμβολικά τη δική του. Συνεπώς, κάθε μετρημένο, συντηρητικό ανθρωπάκι, κάθε διαπρύσιος υπερασπιστής καθαρών «αξιών» και αρχών, κάθε ανάλγητος πουριτανός, είναι ένας δυνάμει φασίστας (στο συγκλονιστικό φινάλε -ένα από τα κορυφαία στην ιστορία του σινεμά κατά τη γνώμη μου- ο Τρεντινιάν στρέφει το κεφάλι για να κοιτάξει από πού προέρχεται η μουσική που ακούγεται, αλλά καταλήγει τελικά να κοιτάζει ευθέως εμάς, τους θεατές: το βλέμμα του μας απευθύνει μια ερώτηση, μας ανακρίνει, θέλει να εξακριβώσει πόσος φασισμός κρύβεται μέσα μας, κι αν η επιθυμία μας να ανήκουμε κάπου, να είμαστε αποδεκτοί από την κοινωνία, να λυτρωθούμε από την αγωνία της απερίσταλτης ατομικότητάς μας, δεν μπορεί να μας οδηγήσει επίσης σ' έναν αντίστοιχα "δολοφονικό" κομφορμισμό) ; Συζητήσιμη, ενδεχομένως, άποψη αλλά το φιλμ του Μπερτολούτσι (που, όπως γράφτηκε στο εξωτερικό, είναι περισσότερο ένα συμφωνικό ποίημα, παρά ένα απλό φιλμ), αναπτύσσεται τόσο μεγαλόπρεπα που, θαμπωμένος απ’ την τελειότητά του, μοιάζει δύσκολο να του φέρεις αντιρρήσεις. Πρόκειται για μια εμπειρία που κάθε σινεφίλ οφείλει να βιώσει, αν και μετά ενδέχεται να νιώσει μια έντονη μελαγχολία για το γεγονός ότι τέτοια έργα δεν είναι πια εφικτά.

"Υπό τας βασιλικάς δρυς" μικρό διήγημα του Κώστα Ακρίβου (από το "Ανοιχτό Βιβλίο" της "Εφημερίδας των Συντακτών", 13/8/2017)

.............................................................




Υπό τας βασιλικάς δρυς






μικρό διήγημα του Κώστα Ακρίβου
(από το "Ανοιχτό Βιβλίο" της "Εφημερίδας των Συντακτών", 13/8/2017) 


Σφοδρά ανησυχία κατέλαβε τους μαθητάς του χωρίου Κούρσεβο την 9ην Ιουλίου 1965 ευθύς ως ήκουσαν τον διδάσκαλόν τους Λεωνίδαν Π. να τους ομιλή διά το μέγιστον εκείνων των ημερών γεγονός, ήτοι τον επικείμενον εν τη Κερκύρα τοκετόν της βασιλίσσης Αννας Μαρίας, συζύγου του άνακτος Κωνσταντίνου.

Η ώρα ήτο εσπερινή και ήδη εις τους πόδας των Αντιχασίων ορέων, ένθα ευρίσκοντο διεσπαρμέναι ωσεί ποίμνιον λευκοφαίων αιγοπροβάτων αι οικίαι των βλαχοφώνων κατά το πλείστον αιπόλων, είχεν επιπέσει το πρώτον θάμβωμα της αμφιλύκης, το καλούμενον και μούχρωμα.

Τινές των μαθητών και μαθητριών έβαλλον την χείρα εντός του υφανθέντος εις τον οικιακόν αργαλειόν τορβά, ίνα βεβαιωθώσι διά την ύπαρξιν του φανού, όστις θα εχρησίμευε εν τη οδοιπορία διά την οικίαν των, οδοιπορία ήτις υπερέβαινε πολλάκις την μίαν και ημίσειαν ώραν, καθώς και του μικρού μαχαιριδίου, το ονομαζόμενον σουγιάς, χρήσιμον καθότι ώπλιζε τα μειράκια με περισσόν θάρρος καθ΄ ην περίπτωσιν συνήντων εντός του δάσους ζώον αγριμικόν, αλώπεκα το συνηθέστερον ή, το απευκταίον, λύκον.

Ομού μετά των λοιπών πεντήκοντα μαθητών ανησύχησαν τα μέγιστα και αι δίδυμαι αδελφαί Χρυσαυγή και Ροδούλα της Ε΄ τάξεως. Τούτων η επίδοσις κατά τα μαθήματα δεν ήτο τοιαύτη ώστε να επιδέχεται επαίνους και εγκώμια.

Διατί ημπορεί κατά την τέλεσιν των εν τη οικία καθηκόντων να ήσαν αξιέπαιναι, ωστόσον εις το σχολείον ο άοκνος και φίλεργος δημοδιδάσκαλος συχνάκις τας απεκάλει «κούτσουρα απελέκητα».

Ητο δε ούτος ανήρ έως τριάκοντα ετών, εκ Λαρίσης καταγόμενος και φέρων μύστακα, όστις ουδόλως ωμοίαζε των θυσανωτών και τσιγκελωτών των αρρένων του χωρίου, πάρεξ αποτελείτο εκ λεπτής γραμμής διατρέχουσα το άνω χείλος, εξ ου και η προσωνυμία «ποντικομαμή» που του είχε προσαφθεί εκ των χωρικών.

Είχε πλέον περατωθεί η διδασκαλία του μαθήματος της Βυζαντινής Ιστορίας και, αφορμώμενος ο διδάσκαλος εκ της παρορμήσεως τινών μαθητών, οίτινες μνημονευθέντος του τελευταίου αυτοκράτορος του Βυζαντίου ανέκραξον: «Στην Κόκκινη Μηλιά! Στην Κόκκινη Μηλιά!», ηύρε λοιπόν καλόν και χρήσιμον ο φιλόπατρις διδάσκαλος να ενημερώση τους μαθητάς διά την βασιλικήν γένναν.

Εν αρχή οι νεοσσοί ενεθουσιάσθησαν με την επικειμένην έλευσιν του διαδόχου. Αλλά ποία αγωνία ενέσκηψε εντός του λογισμού των ότε ο διδάσκαλος χαμηλεία τη φωνή και αγελάστως κατά το πρόσωπον εξεμυστηρεύθη τον φόβον, φόβος ουχί μόνον προσωπικός αλλά σύμπαντος του έθνους, περί των επιπλοκών του τοκετού!

Πλέον της μίας εβδομάδος ο διδάσκαλος εφρόντιζε να ενημερώνεται καθημερινώς μέσω των εφημερίδων διά τα τεκταινόμενα. Ούτως λοιπόν εγνώριζεν ότι εις την νήσον των Φαιάκων και δη εις τα θερινά ανάκτορα Μον Ρεπό είχον αφιχθεί πλείστοι όσοι άριστοι ιατροί, καθότι η κύησις είχε βραδύνει πέραν των κανονικών χρονικών ορίων, οίτινες ιατροί κατέβαλλον αόκνους προσπαθείας, υποβάλλοντες την Βασίλισσαν εις ειδικάς θεραπείας, ίνα αποφευχθή η χειρουργική επέμβασις η καλουμένη Καισαρική Τομή.

«Σα να λέμε, δάσκαλε», επετάχθη εκ των όπισθεν θρανίων υψηλόκορμος διετής μαθητής φέρων το παρωνύμιον Ντούλας. «Οπως τότε που την κατσίκα μας την ξεγέννησε με τα χίλια βάσανα ο γιατρός που φέραμε απ΄ τα Τρίκαλα;...»

Ο διδάσκαλος διέκοψεν αποτόμως τον μαθητήν και εσυνέχισε με τας δηλώσεις δημοσιογράφων εκ Κοπεγχάγης και οπόσον ούτοι είδον κατηφείς τους θεράποντες ιατρούς, τον δε Βασιλέα σύννουν.

Ταύτα εθορύβησαν την μικράν Ροδούλα, ήτις ήπλωσε κρυφίως την χείρα και εζήτησε εναγωνίως την αντίστοιχον της αδελφής της Χρυσαυγής, καθημένης μετά ταύτης και ενός άλλου κορασίου εις το ίδιον θρανίον.

Παρακολουθών συγκινημένος την αίσθησιν ήντινα επέφερον οι λόγοι του, ο αγαθός δημοδιδάσκαλος επεράτωσε την ενημέρωσιν, συμβουλεύσας τους μαθητάς και τας μαθητρίας, όπως κατά την βραδινήν των προσευχήν παρακαλέσωσι διακαώς τον Υψιστον ίνα ευσπλαχνισθή την Βασίλισσαν και άπαντα του τοκετού αποβώσι καλώς.

Μοναδική έγνοια των δύο αδελφών, αίτιναι εβάδιζον τώρα δρομαίαι, ήτο να φθάσωσιν εις την οικίαν των και να κατευθυνθώσι το ταχύτερον εις το εικονοστάσιον, ίνα ενώσωσι τας προσευχάς των μετά των λοιπών Ελλήνων διά το αίσιον του τοκετού της Βασιλίσσης.

Ητο δε τόσον συσκοτισμένος ο νους των κορασίδων, ώστε εκαθυστέρησαν επί αρκετήν ώραν εντός του δάσους ομιλούσαι ενθέρμως περί του νέου διαδόχου. Οτε εν τέλει επρόβαλεν εις το διάσελον η καλύβη των, είδον την γραίαν μάμμην των ισταμένην έξωθεν της θύρας ομού μετά της μικράς των αδελφής Κυρατσώς.

«Πού γυρνοκοπάτε, βρε αναθεματισμένα, τόσες ώρες;»

Την φωνήν της διέκρινε, πέραν του θυμού, βαθεία αγωνία. Πάρεξ αύτη η αγωνία, ως φαίνεται, ουδόλως είχε να κάμνη με τας διδύμους, καθότι εκείνην την στιγμήν ηκούσθη εκ του εσωτερικού της καλύβης γοερά κραυγή, ήτις έκαμνε τας κορασίδας να ταραχθώσιν. Η γραία αντιλαμβανομένη την ταραχήν των ανακοίνωσε με φωνήν τρέμουσαν:

«Ηρθε η μαμή... Για να δούμε, αυτή τη φορά θα τα καταφέρει η μάνα σας; Θα μας το κάνει το σερνικό;...»

Είτα εκάθισε τα κοράσια εις πεζούλαν και τους ενεχείρισε τεμάχιον σκληρού άρτου, αναμένουσα και η ιδία μετ΄ αυτών το χαρμόσυνον άγγελμα.
-------
Τελευταίο βιβλίο του Κ. Ακρίβου είναι το μυθιστόρημα «Τελευταία νέα από την Ιθάκη» (Μεταίχμιο, 2017).
  

Κι ένα δημοτικό τραγούδι από την περιοχή...

Της γαλανής το φόρεμα 

Τραγούδι: Αγλαΐα Τραγουδάρα 


Οι στίχοι: 

Στη Σαλονίκη στα τσιαρσιά, μαρή κοντοχαμαϊδή 
στη Πόλης τ' αργαστήρια, κοντούλα Χαμαϊδούλα. 
Της γαλανής το φόρεμα, μαρή κοντοχαμαϊδή 
της ρούσας το φουστάνι, κοντούλα Χαμαϊδούλα 

 πέντε ραφτάδες το 'ραφταν και δέκα μαθητούρια 
κι ένα μικρό ραφτόπουλο δε ράβει, δε λουφάζει 
μον' τραγουδούσε κι έλεγε, μον' τραγουδάει και λέγει: 
- Όπως σ' έχω στα γόνατα, να 'χα και την κυρά σου. 

(Κυρατσοπούλα τ’άκουσε από το παραθύρι 
Τι λες, τι λες ραφτόπουλο, τι λες και δεν λουφάζεις; 
Θε να τα πώ τ’ αφέντη σου και θα τα μαρτυρήσω 
Για να σου δίνει το ψωμί, στη μύτη απ’το μαχαίρι 
Για να σου δίνει το κρασί, στο πάτο απ΄το ποτήρι).




Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

"ΚΙΝΔΥΝΟΙ" ποίημα του Γιάννη Ρίτσου (1909 - 1990)

............................................................





Γιάννης Ρίτσος (1909 - 1990)

 



                ΚΙΝΔΥΝΟΙ


Οι νεκροί καρφωμένοι στους τοίχους, πλάι στις διαφημίσεις
των εθνικών δανείων· οι νεκροί στημένοι στα πεζοδρόμια,
στις ξύλινες εξέδρες των επισήμων, με σημαίες, με περικε-
         φαλαίες,
με χαρτονένιες προσωπίδες.
                                                    Οι νεκροί,
δεν έχουν πια πού να κρυφτούν, δεν ορίζουν
τα στεγνά κόκκαλά τους (εμπορεύσιμοι θάνατοι, κιβώτια
σηκωμένα στα βίντζια, κίτρινα χαρτιά με καρφίτσες). Οι
          νεκροί
κινδυνεύουν περισσότερο.
                                                 Κι αυτός, προνοητικός, με την ομ-
            πρέλα,
βαδίζοντας ψηλά, στα ηλεκτρικά καλώδια, σκοινοβάτης,
επάνω απ’ την παρέλαση, με τα μάτια δεμένα μ’ ένα μαντίλι,
ενώ πέφταν οι πρώτες ψιχάλες.
                                                          Ύστερα ξέσπασε η μπόρα.
Οι σαλπιγκτές φωνάζαν τις γυναίκες να στύψουν τις σημαίες.
Εκείνες είχαν κλειδωθεί στα υπόγεια κ’ είχαν φάει τα κλει-
           διά τους.




Από την ποιητική συλλογή "Ο Τοίχος Μέσα στον Καθρέφτη" (εκδ. "Κέδρος", δ' έκδοση, 1984, α' έκδοση στη Γαλλία, 1973)

"Λιγότερο σινεμά χρειάζομαι" γράφει η Άννα Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 19.09.2017)

.............................................................
 

Λιγότερο σινεμά χρειάζομαι


Ρύπανση  
EUROKINISSI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ
Εχω δει πολύ σινεμά στη ζωή μου, γι' αυτό περίμενα ότι με το που έσκασε η είδηση για τη βύθιση του δεξαμενόπλοιου στη Σαλαμίνα, θα ακολουθούσαν με καταιγιστική ταχύτητα οι παρεμβάσεις των ειδικών για να προστατέψουν τη θάλασσα από το πετρέλαιο. Μια μικρή ειδησούλα ήταν στην αρχή, κάπως στεγνή είν' η αλήθεια, δεν έλεγε ότι σπεύδουν επί τόπου κάποιοι - τι ακριβώς θα ήταν αυτοί που θα έσπευδαν; Δεν ξέρω.
Στα θέματα της οικολογίας είμαι λιγότερο σίγουρη πια από όσο ήμουν στα νεανικά μου χρόνια, τότε που θεωρούσα κακό πράγμα κάθε τι που έβγαζε οτιδήποτε απόβλητο, υγρό, στερεό ή αέριο, κι ονειρευόμουν να ζήσω στην καλοκαιρινή καλύβα που είχαμε φτιάξει στην παραλία με καλάμια, την ωραιότερη θερινή κατοικία της ζωής μου.
Επιασαν τα πρωτοβρόχια, άνοιξαν οι σχολές, φοιτήτρια ήμουν τότε, τα μάζεψα και γύρισα στην πόλη, κάνοντας στροφή 360 μοιρών, με το πλοίο, για να βγούμε απ' το λιμάνι. Κι ακόμα αργούσε το ίντερνετ κάτι δεκαετίες, ωστόσο συμβιβάστηκα με την ανθρώπινη φύση που το καλοκαίρι θέλει δροσιά κι ελευθερία, και τον χειμώνα ζεστασιά και καυστήρες και κάποιους κανόνες να ρυθμίζουν τη ζωή κι ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Θα ήμουν σοβαρότερη οικολόγος αν είχα εντρυφήσει περισσότερο στη φύση του ανθρώπου και στην εξέλιξή της κι όχι μόνο στον Ελύτη και στη στενοχώρια για τα πολλά ενοικιαζόμενα, σαν το σύνθημα που διαβάζω εσχάτως στους αθηναϊκούς τοίχους: «Εμπρός για την ολική καταστροφή του πολιτισμού» ένα πράγμα.
Τέλος πάντων, παρασύρθηκα και φιλοσοφώ, ήθελα να πω ότι επιστρέφοντας στον πολιτισμό μετά από εκείνο το αξέχαστο καλοκαίρι, πήγα πολλές φορές στο σινεμά, κι είδα όλα εκείνα τα έργα με τις ταχύτατες παρεμβάσεις των ειδικών δυνάμεων κι ενώ δεν θα μπορούσα να πω ποιες θα ήταν οι δυνάμεις αυτές, κάποιοι σαν αυτούς που ξεκίνησαν να καθαρίζουν τις ακτές τέσσερις μέρες αργότερα μάλλον, η βραδύτητα ομολογώ με εξέπληξε.
Διότι απεδείχθη ότι το σινεμά, δηλαδή ο πολιτισμός που λέγαμε, μας λέει φούμαρα καταγράφοντας καταστάσεις πολύ οργανωμένων πολιτειών, ενώ για μας εδώ χρειάζεται κάτι διαφορετικό, κάτι σαν κωμωδία του Περράκη ή του Γκορίτσα, κάτι σαν το ύφος του Γκόγκολ ή του Κανταρέ, μια νότα παραλόγου που να ανατρέπει όχι μόνο τη σειρά πρόληψη-ατύχημα-επέμβαση και αποτροπή χειρότερων συνεπειών, αλλά ακόμα και τη σειρά ατύχημα-ωχ-ποιος πρέπει να πάει τώρα εκεί;-και γιατί να πάει αυτός;-να πας εσύ;-μήπως να μην πάει κανείς;,-ας πεθάνει ο πολιτισμός μετά των αλλοφύλλων.
Πρέπει να το κόψω λίγο το σινεμά, καλά που κάψανε και το «Αττικόν» τότε με το δεύτερο Μνημόνιο οι επαναστάτες και όχι μόνο εξασφάλισα λιγότερες ταινίες και μπερδέματα του μυαλού, αλλά κι ένα ζωντανό (τρόπος του λέγειν) υπόδειγμα βραδύτητας στην καρδιά της πόλης. Κάνουν ό,τι μπορούν ορισμένοι υπέρ της βραδύτητας κι εμείς αφήνουμε το σινεμά να μας αλλοιώνει.

"Το ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά" γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης * ("Εφημερίδα των Συντακτών", 19.09.2017)

............................................................

Το ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά


ΠΑΣΟΚ  
EUROKINISSI
Μία από τις πολλές αρνητικές αντιδράσεις στο άρθρο του πρωθυπουργού και προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα «Ηταν ο Ανδρέας ψεύτης;», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Documento» με την ευκαιρία της 43ης επετείου της ιδρυτικής διακήρυξης του ΠΑΣΟΚ, προερχόμενη κυρίως (όπως ήταν αναμενόμενο) από τους κύκλους του εορτάζοντος κόμματος, συνίστατο στην έκφραση δυσαρέσκειας για την έπαρση που φανερώνει ο Α. Τσίπρας συγκρίνοντας –εμμέσως πλην σαφώς– τον εαυτό του με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Νομίζω ότι το πρόβλημα με το άρθρο του πρωθυπουργού είναι περίπου το αντίστροφο.
Και προφανώς δεν αναφέρομαι στη σύγκριση μεταξύ του «μεγέθους» της μιας και της άλλης προσωπικότητας. Κάτι τέτοιο ούτως ή άλλως δεν θα ενδιέφερε μια αριστερή –ήτοι μαρξιστική κατά βάση– προσέγγιση. Γι’ αυτό λέω «περίπου» το αντίστροφο. Μάλιστα, δεν αναφέρομαι καν στη σύγκριση μεταξύ του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ των δεκαετιών του 1970 και του 1980 ως προς την πολιτική σπουδαιότητα του κάθε κόμματος. Κυρίως με απασχολεί η –καλώς εννοούμενη, έστω– «ταπεινοφροσύνη» που διακρίνεται στο άρθρο του Α. Τσίπρα σε σχέση με το «παλιό» ΠΑΣΟΚ, και που εκδηλώνεται σε δύο αλληλοσυνδεόμενα επίπεδα.
Πρώτον, στην εκτίμηση της ικανότητας της ηγεσίας του μικρού τότε ΠΑΣΟΚ να διαγνώσει σωστά την ιστορική συγκυρία, να αξιοποιήσει το «τεράστιο λαϊκό κύμα» που προέκυψε μετά την πτώση της δικτατορίας και να το συνενώσει σε κίνημα που αποτέλεσε μια πολιτική και κοινωνική τομή. Και δεύτερον, προς το τέλος του άρθρου, στη δήλωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «με υπερηφάνεια» έχει «ξαναπιάσει το νήμα» των αρχικών ιδεολογικών στόχων του ΠΑΣΟΚ που αλλοιώθηκαν, εκφυλίστηκαν και διαβρώθηκαν από το κατεστημένο αλλά και τον αντιφατικό χαρακτήρα του ίδιου του ΠΑΣΟΚ και του αρχηγού του.
Διευκρινίζω πως το ζήτημα δεν είναι να αποφασίσουμε αν κάποτε όντως υπήρξε ένα «καλό» –από αριστερή ή προοδευτική σκοπιά– ΠΑΣΟΚ που βαθμιαία εκφυλίστηκε ή διαβρώθηκε, ή αν το ΠΑΣΟΚ ήταν εξαρχής «κακό» – από την ίδια σκοπιά, εννοείται. Ως σύνθετο και σημαντικό ιστορικό φαινόμενο, πρέπει να προσεγγιστεί στην ιδιαιτερότητά του. Σε παλαιότερο άρθρο μου στην «Εφ.Συν.» («Η “ανορθογραφία του 2012”», 24/1/2017), είχα υποστηρίξει πως –εκ των υστέρων, βέβαια– είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε την εν λόγω ιδιαιτερότητα, αν λάβουμε υπόψη ότι το ΠΑΣΟΚ κλήθηκε να παίξει μέσα σε λιγότερο από τρεις δεκαετίες τον στρατηγικό ρόλο που τα δυτικοευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα χρειάστηκαν περίπου οκτώ δεκαετίες και δύο παγκόσμιους πολέμους για να εκπληρώσουν.
Ο αντιφατικός χαρακτήρας του ΠΑΣΟΚ σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στο ότι συμπύκνωσε σε συγκριτικά ελάχιστο ιστορικό χρόνο τις αμφίρροπες κοινωνικο-πολιτικές διεργασίες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Αυτή η τελευταία, από τη μια, αποτελούσε προσπάθεια μεταρρύθμισης του καπιταλιστικού συστήματος προς όφελος των μεσαίων και κατώτερων τάξεων και εις βάρος της ασυδοσίας του μεγάλου κεφαλαίου. Από την άλλη, όμως, δεδομένου πως ποτέ δεν απείλησε ριζικά την ταξική δομή του συστήματος (τουλάχιστον μετά τη διάλυση της Β΄ Διεθνούς), μακροπρόθεσμα συνέβαλε στη βαθμιαία ενσωμάτωση των εν λόγω τάξεων στον καπιταλισμό – με τελική κορύφωση βέβαια την πλήρη προσχώρησή της στα κελεύσματα του νεοφιλελευθερισμού.
Η εντυπωσιακή ασυνέπεια που χαρακτήρισε τη ραγδαία μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ δεν οφείλεται στη χαρακτηρολογική ασυνέπεια των στελεχών του, ούτε στους έξωθεν «εναγκαλισμούς» του κατεστημένου, αλλά στο ότι σε διάστημα μόλις δυόμισι δεκαετιών το κόμμα αυτό έπρεπε αρχικά να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κατώτερων και μεσαίων τάξεων με φιλολαϊκά μέτρα και εκδημοκρατισμό της κοινωνίας (ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, εκσυγχρονισμός του οικογενειακού δικαίου, εκδημοκρατισμός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης) και κατόπιν να συμβάλει στην ενσωμάτωσή τους στον ευρωπαϊκό –νεοφιλελεύθερο πλέον– καπιταλισμό. Δεν έχουμε λοιπόν έναν αριστερό ριζοσπαστισμό ο οποίος στη συνέχεια αυτοπροδόθηκε, αλλά μια βεβιασμένη ιστορική διαδικασία στρατηγικής αφομοίωσης στο καπιταλιστικό σύστημα.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα. Θυμάμαι τον εαυτό μου νεαρό Ρηγά, μαζί με τους/τις συντρόφους/ισσές μου, να καγχάζουμε με το κεντρικό σύνθημα του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974: «Στις 18 σοσιαλισμός». Θυμάμαι ακόμα πως αντιμετωπίζαμε με παρόμοια σκωπτική διάθεση το γεγονός ότι πολλά μέλη της νεολαίας ΠΑΣΟΚ πόζαραν ως πιο «ντούροι» μαρξιστές-λενινιστές και από τους ΚΝίτες, την ίδια στιγμή που στην ηγεσία του κόμματος συμμετείχαν με αποφασιστικό ρόλο στελέχη της παλαιάς Ενωσης Κέντρου. Υπάρχει ολόκληρη παράδοση, εκείνη της ανανεωτικής κομμουνιστικής Αριστεράς, που πέρα από τις όποιες εκ των υστέρων τοποθετήσεις και αναλύσεις, είχε εξαρχής συνειδητοποιήσει την αφερεγγυότητα του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, ακριβώς στην προσπάθειά του να αυτοπροβάλλεται ως ριζοσπαστική Αριστερά.

* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

"Αβγατίστρες, αποσώστρες και βαρδιάνοι" έγραψε ο Θανάσης Βασιλείου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 17.09.2017)

...............................................................
 

Αβγατίστρες, αποσώστρες και βαρδιάνοι

 

Συνεδρίαση Βουλής για το τέμενος στον Ελαιώνα  
Eurokinissi-ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
 
 
 έγραψε ο Θανάσης Βασιλείου
Σε μερικά πράγματα δεν τα καταφέρνουμε καθόλου καλά σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Κάτι κάνουν καλύτερα, κάτι κάνουμε χειρότερα.
Ενας παράγοντας του δημόσιου βίου αρκετά ευρύς αλλά συνάμα ακατάληπτος είναι αυτό που λέμε «πολιτισμικό χάσμα».
Η οικογενειοκρατία, που μας έχει κάνει γραφικούς διεθνώς, είναι επαναλαμβανόμενη, υψηλής δοσολογίας, με συνεπαγωγές που υπερβαίνουν την επικαιρική αρθρογραφία όσον αφορά τη στρέβλωση των πολιτικών θεσμών. 
Για να το πω αλλιώς: Πώς θέλεις να ακολουθήσεις το υπόδειγμα των προηγμένων εταίρων σου, όταν επί της ουσίας είσαι έμμονος αντιδυτικός και πατερναλιστής;
Πόσο φυσικά και αυτονόητα είναι ο νεποτισμός και η οικογενειοκρατία;
Τελικά, η κατοχή της νόμιμης εξουσίας στην Ελλάδα είναι οικογενειακή επιχείρηση, εξασφάλιση προνομίων, σκοπιμοθηρική και καιροσκοπική επιλογή, στατιστική πιθανότητα, κάτι γυμνό ηθικά και πολιτικά ουδέτερο;
Ή είναι, με απλά λόγια, υπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος; 
Οι βαρδιάνοι στο σπόρκο είναι ελληνική κοινοτοπία και οι Παπανδρέου, Μητσοτάκηδες, Καραμανλήδες κ.ά. είναι οι πρωθιερείς της. Το εξηγώ. 
Η είδηση της προηγούμενης εβδομάδας ήταν η φούρια με την οποία ο παλαίμαχος βουλευτής της Ν.Δ., πρώτος αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, τέως γενικός γραμματέας Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Ν.Δ., θεώρησε αυτονόητο να δώσει το βουλευτικό χρίσμα στον υιό Τραγάκη.
Ο Κ. Μητσοτάκης έσπευσε να αποκλείσει τον υιό Τραγάκη από τις εκλογικές λίστες της Ν.Δ., όχι επειδή δεν θα ήθελε έναν Τραγάκη στο κόμμα, αλλά επειδή ο απερχόμενος πατέρας Τραγάκης προκατέλαβε τις όποιες αποφάσεις του προέδρου και των αρμόδιων κομματικών οργάνων.
Βέβαια, στη λαμπρή κοινοβουλευτική του καριέρα ο έμπειρος αντιπρόεδρος της Βουλής, Γιάννης Τραγάκης, είχε τακτοποιήσει στη Βουλή σχεδόν όλο του το σόι: την κόρη του, τον γαμπρό του, τη νύφη του, την αδελφή του γαμπρού του. 
Η υπόθεση δεν είναι μεμονωμένη. Εκφράζει τον αμοραλισμό του ελληνικού πολιτικού τρόπου. Ενσαρκώνει ελληνοπολιτικό ανθρωπότυπο: διαδικασία προσωπικής αναρρίχησης, πολιτικής αυτοσυντήρησης, δημιουργία δικτύων και μηχανισμών μέσα από χρησιμοθηρικές σταυροειδείς και αμοιβαίες διακομματικές ευγένειες του τύπου «μία σου και μία μου» που, τέλος, συναθροίζονται στην εκμαυλιστική και πελατειακή λειτουργία του κράτους, στην αναποτελεσματικότητα και την αύξηση του δημόσιου κόστους. Ολα αυτά, οι ενδιαφερόμενοι τα υπερασπίζονται ως φυσικά ξέτελα ή σαν ηθικά ουδέτερες διαδικασίες προσωπικής ολοκλήρωσης. Φραστικά, τα καταδικάζουν κιόλας. Στην πραγματικότητα πρόκειται για έκδηλες ιδιοτέλειες και αυτο-εξυπηρετήσεις που νομιμοποιούν τη λεηλασία των κοινών. Το ερώτημα δεν είναι γιατί χρεοκοπήσαμε, αλλά γιατί αργήσαμε τόσο να χρεοκοπήσουμε. 
Επί του προκειμένου, κριτήριο για την ενασχόληση με υποθέσεις του δημόσιου βίου δεν είναι η προσωπική διαδρομή, τα προσόντα και οι γνώσεις, αλλά η συγγένεια και το τζάκι – δηλαδή, οι στατιστικές πιθανότητες να ασχοληθούν με την πολιτική ο υιός ή ή κόρη του πολιτικού.
Τις πιθανότητες αυτές, τις εκτοξεύει σταθερά η κομματοκρατική λογική αλλά και η κοινωνική αποδοχή.
Οι εκλεκτοί συγγενείς (παιδιά, ανίψια, νύφες, γαμπροί, κουμπάροι και λοιποί τζαμπατζήδες) μετατρέπονται σε αβγατίστρες του οικογενειακού εισοδήματος, σε αυτοθαυμαζόμενους πλην πειθήνιους εντολοδόχους των πολιτικών προϊσταμένων τους, αποσπώνται από την υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος και την παραγωγή συλλογικής προκοπής και, ανενδοίαστα, αφιερώνονται αποκλειστικά, ως χρήσιμες αποσώστρες ειδικών αποστολών και έργων, στην εξυπηρέτηση των εκάστοτε πολιτικών αφεντικών.
Διαγενεακή κινητικότητα στην ελληνική κοινωνία, μηδέν. 
«Δεν λέγομεν ότι οι άνθρωποι του τόπου ήσαν εκτάκτως κακοί. Αλλού ίσως είναι χειρότεροι. Αλλά το πλείστον κακόν οφείλεται αναντιρρήτως εις την ανικανότητα της ελληνικής διοικήσεως. Θα έλεγέ τις ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες διά ν’ αποδειχθεί ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν».
Αυτά το 1893 από τον Παπαδιαμάντη στο «Βαρδιάνος στα σπόρκα». 
Ο Παπαδιαμάντης είχε στήσει την ιστορία της δύστυχης γρια-Σκεύως της Σαβουρόκοφας που μεταμφιέστηκε σε μπαρμπα-Σταμάτης Γυρατσίνης, ώστε να γραφτεί στα βιβλία του υγειονομείου, προκειμένου να γίνει βαρδιάνος και να σώσει τον υιό της.
Τα σπόρκα ήταν τα επιχόλερα πλοία που έπρεπε να περάσουν τη διαδικασία της καραντίνας στα λοιμοκαθαρτήρια, όπως και οι επιβάτες τους.
Και «έκαστον πλοίον τιθέμενον υπό κάθαρσιν ήτο υπόχρεων να προσλάβει ένα βαρδιάνον, ήτοι ένα φύλακα στρατολογούμενον υπὸ της υγειονομικής αρχής… Εάν το πλοίον ήτο μεγαλύτερον, έπαιρνε και δύο τοιούτους βαρδιάνους, οίτινες, χάριν μικρού μισθού, εδέχοντο να “σπορκαρισθούν”, ήτοι να τεθώσιν υπό κάθαρσιν, όπως επιβλέπωσι την ακριβή τήρησιν της καθάρσεως των πλοίων»
Εδώ βεβαίως, δεν μιλάμε για χολεριασμένο μπρίκι, αλλά για τον χολεριασμένο Τιτανικό. Μιλάμε για χώρα βαρδιάνων, αναγκαίων, εμπίστων, στελεχών, μετακλητών∙ για χώρα στην οποία η αριστεία και η ικανότητα λιώνουν μπρος στο πρωτείον του ημετερισμού, του νεποτισμού και της οικογενειοκρατίας, με ολίγη νομοτυπία.
Μιλάμε για στρατό στελεχών που δεν παράγουν δεξιές ή κεντρώες ή αριστερές σκέψεις, αλλά δεξιές, κεντρώες ή αριστερές πόζες.
Κι όταν δεν λένε ανοησίες, όταν δεν είναι άσχετοι ως προς το θέμα για το οποίο μιλάνε, έχουν ένα σταθερό προσόν: τη στενή, συγγενική σχέση με το εκάστοτε σύστημα εξουσίας.
Αβγατίστρες, αποσώστρες και χρήσιμοι βαρδιάνοι στο σπόρκο Ελλάς.