Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

"Εκκληση του δήμου" γράφει η Άννα Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 23.05.2017)

 ......................................................

 

Εκκληση του δήμου


Σκουπίδια  
ΜΟΤΙΟΝΤΕΑΜ/ ΤΡΥΨΑΝΗ ΦΑΝΗ
 
 
 γράφει η Άννα Δαμιανίδη
Ο Δήμος Αθηναίων κάνει έκκληση στους δημότες να μη βγάζουν τις σακούλες σκουπιδιών όσο κρατάει η απεργία των υπαλλήλων καθαρισμού. Μα τι αναμνήσεις αυτή η φρασούλα… πόσα χρόνια την ακούω, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Δεν πρόλαβα αυτή τη φορά να την ακούσω ολόκληρη κι ήρθε η σακούλα του γείτονα ψηλοκρεμαστή, απ’ το μπαλκόνι. Εκανα στο πλάι και, ζήτω, δεν με πέτυχε! Τι σπουδαίο πράγμα να τη γλιτώνεις.
Κάποτε, τότε που ήμουν νέα και πίστευα πως οι άνθρωποι εκ φύσεως υπερασπίζονται την κοινωνία, αντιμετώπιζα με ενθουσιασμό τέτοιες εκκλήσεις. Α, τι ωραία, να μην κατεβάζουμε σκουπίδια, ευκαιρία να φτιάξουμε γλάστρα κομποστοποίησης! Και να οργανώσουμε την οικιακή ανακύκλωση, χωριστά τα χαρτιά, τα πλαστικά, τα γυαλιά και τα μέταλλα. Τι θαυμάσιες ιδέες, αρκούσε να τις προφέρει κάποιος και αμέσως θα ακολουθούσαν όλοι.
Περίεργο που σηκώνονταν λόφοι σκουπιδοσακούλων στους δρόμους. Περίεργο που στους κάδους ανακύκλωσης έριχναν και ρίχνουν ακόμα όλοι ό,τι να ’ναι. Περίεργο που ακόμη δεν έχει βρεθεί λύση για τους ΧΥΤΑ, που ξεχειλίζουν οι χωματερές, που πληρώνει το κράτος πρόστιμα.
Γιατί, αφού είναι τόσο λογικό να φροντίζει κανείς τα απορρίμματά του, γιατί αφού μπορείς να φτιάξεις εργοστάσιο με σκουπιδική ενέργεια, γιατί να είμαστε ακόμα στην ίδια κατάσταση, αναρωτιόμουν τότε. Εφταιγαν οι αρχές ή μήπως οι δημότες; Πότε θα αποκτούσαμε ΧΥΤΑ, μετά τη συνείδηση, ή το αντίστροφο; Η κότα έκανε το αυγό, οι πολιτικοί καθορίζουν την καθημερινότητα, ή η καθημερινότητα τους πολιτικούς; Μεγάλα ερωτήματα που δεν απαντήθηκαν.
Πέρασαν τα χρόνια, τίποτε δεν άλλαξε, είναι θαύμα πώς ακόμα συνεχίζουμε να φερόμαστε το ίδιο με τα σκουπίδια και δεν μας έχουν πνίξει. Αραγε πληρώνουμε ακόμα πρόστιμα, ποιος ξέρει; Με τόσα χρέη τα σκουπίδια θεωρούνται σκουπιδάκια. Κι ο δήμος ακόμα πιστεύει, όπως εγώ στα νιάτα μου, ότι οι άνθρωποι εκ φύσεως υπερασπίζονται την κοινωνία. Συγκινητικό δεν είναι;
Κάποτε η καθημερινότητα θα αναγκάσει τους πολιτικούς, οι οποίοι θα αποφασίσουν να ασχοληθούν μαζί της. Ισως και όχι. Αν κανείς δεν αναρωτιέται, υπάρχουν ερωτήματα; Αν κανείς δεν ασχολείται και δεν ενοχλείται, υπάρχουν προβλήματα;
Τώρα έχω θέσει προσωπικό στόχο την κατάσταση αφασίας που απολαμβάνουν πάμπολλοι συμπολίτες και συνδημότες. Απέφυγα την ιπτάμενη σακούλα, είμαι σε καλό δρόμο.


"Το νέο, αριστερό λάιφ στάιλ..." γράφει ο Γιώργος Σταματόπουλος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 23.05.2017)


.......................................................
 

Το νέο, αριστερό λάιφ στάιλ...


  
  EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ
Από τα ευτράπελα, αλλά λίαν αποκαλυπτικά για το επίπεδο του πολιτισμού και της πολιτικής στη χώρα μας, κατά τη συζήτηση για το πολυνομοσχέδιο, που οδήγησε στην ψήφιση του τέταρτου μνημονίου, ήταν η δήλωση του υπουργού Οικονομικών προς το τέλος· ήθελε να ξεμπερδεύουν και να πάνε σπίτια τους προφανώς ή όπου αλλού γούσταρε ο καθένας - τι τις ήθελαν τέτοια ώρα τις ενστάσεις οι της αντιπολίτευσης;
Τέτοια ώρα τέτοια λόγια; Τρεις κι ο κούκος; Τι νόημα θα είχε; Αλλά ας δούμε πώς προβληματίστηκε και στη συνέχεια απεφάνθη: «Ετσι κι αλλιώς μόνοι μας είμαστε. Οι 9 στους 10 βλέπουν survivor τώρα. Δεν υπάρχει λόγος για ενστάσεις».
Μάλιστα. Αυτά είναι τα μέτρα των σύγχρονων πολιτικών μας: τι «πουλάει» στην πιάτσα - τα υπόλοιπα είναι για μερικούς παλαβούς, που καλά και σώνει θέλουν να θεωρούν εαυτούς πολίτες μιας έστω κουτσής-στραβής Δημοκρατίας.
Μόνοι μας υποβαθμιζόμαστε, εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε τον τρόπο επικοινωνίας, ο οποίος, όμως, προκύπτει από τη χαλαρότητα των σχέσεων και την έλλειψη βασικών αρχών, όπως είναι η σοβαρότητα και ο σεβασμός προς την ελληνική γλώσσα και τους Ελληνες πολίτες (χμ...).
Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια ότι η συζήτηση ξεκίνησε δύο ώρες νωρίτερα για να μη συμπέσει με την εκπομπή του «επιτυχημένου» survivor - εάν αυτό ισχύει, γνωρίζουν άραγε καλά πού απευθύνονται και σε ποιους οι αριστεροί πολιτικοί και πώς αποφασίζουν για τα δεινά του τόπου· τα κριτήριά τους είναι «χαζοχαρούμενα» για να μην πούμε ότι οι ίδιοι είναι έτσι...
Το λάιφ στάιλ δεν έχει πεθάνει, απλώς έχει προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα (αριστερά δεδομένα...), χωρίς εντούτοις να καταφέρουν να αποβάλουν οι συνεχιστές του την οικτρή αισθητική και την απώλεια λόγου και εγκυρότητας που το χαρακτηρίζει.
Εξ ου και οι εξυπνακισμοί ακόμη και από ανθρώπους που δεν θα το περίμενες, η «κοινή» γλώσσα (τζάμπα μάγκες π.χ., και άλλα γλαφυρά και ανόητα). Το πνεύμα λες και έχει εγκαταλείψει την ελληνική Βουλή και όσους «ιερουργούν» καθημερινά εντός του περίφημου «Ναού της δημοκρατίας» (και όχι Σχολείου, ως οφείλαμε να το αποκαλούμε· καλά, μην τα παίρνουμε και τοις μετρητοίς...).
Ολη αυτή η νοοτροπία δείχνει ότι οι αριστεροί δεν ξέφυγαν από την (απεχθή) πεπατημένη να μας βλέπουν σαν λαουτζίκο [αυτά θέλουμε (survivor) λ.χ., αυτά μας δίνουν - τι, είναι πιο έξυπνοι οι προηγούμενοι που βάδισαν σ’ αυτά τα χνάρια];
Ποιος πρωτοχάραξε τούτου του είδους τα χνάρια είναι μια άλλη ιστορία, που, όμως, διατηρεί την ισχύ της και ίσως(;) και την «αίγλη» της. Λέγαμε ότι όλα τούτα θα σταματήσουν να μας προκαλούν ή να μας τυραννούν· μάταια ελπίζαμε, τούτοι ακολουθούν κατά γράμμα τα βήματα των προηγούμενων - ή μήπως αυτά είναι τα βήματα της εξουσίας και πάπαλα;
Αυτό μόνο οι ίδιοι μπορούν να μας το πουν. Είναι, όμως, σε θέση να προβούν σε μια γενναία αυτοκριτική; Κομμάτι δύσκολο το βλέπω... Απλώς, έχουμε πλέον ένα νέο λάιφ στάιλ, αριστερό, παρακαλώ.


Purcell - Fantasias & In Nomines, Z.732-747 (youtube, 9/10/2013)

..........................................................

 

Purcell - Fantasias & In Nomines, Z.732-747

 

Δημοσιεύτηκε στις 9 Οκτ 2013
 
Concentus Musicus Wien / Nikolaus Harnoncourt

Rec. 1965 (Vienna, Austria)

00:00 Fantasia for 3 viols in D minor, Z. 732
02:46 Fantasia for 3 viols in F major, Z. 733
05:56 Fantasia for 3 viols in G minor, Z. 734
08:13 Fantasia for 4 viols in G minor, Z. 735
12:00 Fantasia for 4 viols in B flat major, Z. 736
15:03 Fantasia for 4 viols in F major, Z. 737
18:36 Fantasia for 4 viols in C minor, Z. 738
23:10 Fantasia for 4 viols in D minor, Z. 739
27:26 Fantasia for 4 viols in A minor, Z. 740
31:01 Fantasia for 4 viols in E minor, Z. 741
35:15 Fantasia for 4 viols in G major, Z. 742
39:00 Fantasia for 4 viols in D minor, Z. 743
42:43 Fantasia upon one note, for 5 viols in F major, Z. 745
45:32 In Nomine for 6 viols in G minor, Z. 746
47:49 In Nomine for 7 viols in G minor (Dorian), Z. 747



"ΧΑΡΟΣ - ΜΕΝΙΠΠΟΣ ΚΑΙ... ΧΡΕΟΣ" από τον φίλο στο fb (facebook, 23/5/2017)

..........................................................


  ΧΑΡΟΣ - ΜΕΝΙΠΠΟΣ ΚΑΙ... ΧΡΕΟΣ








ΧΑΡΩΝ.  Πλήρωσε τα ναύλα καταραμένε.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ.  Φώναζε όσο θέλεις Χάρωνα αν αυτό σ΄αρέσει
ΧΑΡΩΝ.  Πλήρωσε σου λέω που σε μετέφερα
ΜΕΝΙΠΠΟΣ.  Ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος
ΧΑΡΩΝ.  Μα είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος χωρίς τον οβολό του;
MEΝΙΠΠΟΣ.  Αν υπάρχει και κανένας άλλος δεν ξέρω. Εγώ πάντως δεν έχω.



Υ.Γ Λουκιανό έχει διαβάσει το πολιτικό προσωπικό της χώρας; 

            
                (αναρωτιέται ο φίλος στο fb Δημήτρioς Ζέππος)

"Ένας αναμενόμενος αιφνιδιασμός" γράφει ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 21.05.2017)

.............................................................


Ενας αναμενόμενος αιφνιδιασμός

 



Πριν από μερικές εβδομάδες έτυχε να διαβάσω μια συνέντευξη του καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Επί της ουσίας, δηλαδή για το τι είπε, δεν έχω τίποτα να πω, ως παντελώς αναρμόδιος. Πρόσεξα όμως κάτι άλλο και γι’ αυτό θέλω να μιλήσω. Είναι ένα ζήτημα που με προβληματίζει εδώ και καιρό.

Εχει να κάνει με τις συνοδευτικές του κειμένου φωτογραφίες. Στην πρώτη τον βλέπουμε να φοράει ένα καλοραμμένο κοστούμι, στο οποίο διέκρινα μια απόκλιση από το κανονικό: η τσέπη του εισάγει ένα καινοτόμο σκέρτσο, ανάλογο με εκείνα που λανσάριζε ο Γιάνης Βαρουφάκης.

Στις υπόλοιπες, όμως, ο κ. Θεοδωρόπουλος υπερέβη τον τέως υπουργό Εθνικής Οικονομίας, τον ανατροπέα της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας και του ενδυματολογικού κώδικα στα σαλόνια της υψηλής πολιτικής: ο κ. Θεοδωρόπουλος φωτογραφήθηκε κοστουμαρισμένος μεν αλλά ξυπόλυτος.

Το αν μας αρέσουν ή δεν μας αρέσουν τέτοιου είδους επιλογές ας το βάλουμε στην άκρη. Αξίζει όμως να σκεφτούμε τι σημαίνουν, από πότε χρονολογούνται και πώς τις προσλαμβάνουμε σήμερα.

Σε μια πρώτη ανάγνωση, τα γυμνά πόδια του κ. Θεοδωρόπουλου δεν προτείνουν κάτι καλύτερο από το σύνηθες, αλλά κάτι διαφορετικό, κάτι που ως μη αναμενόμενο μας αιφνιδιάζει και γι' αυτό κινεί το ενδιαφέρον μας.

Με άλλα λόγια, ο απώτερος στόχος είναι η προσέλκυση της προσοχής, η οποία επιτυγχάνεται με τη διάψευση των προσδοκιών. Η εξαίρεση δημιουργεί το εξαιρετικό. Οταν όλοι φωτογραφίζονται παπουτσωμένοι ξεχωρίζει εκείνος που ποζάρει ξυπόλυτος, και αντίστροφα, αν όλοι φωτογραφίζονταν ξυπόλυτοι θα ξεχώριζε όποιος πόζαρε παπουτσωμένος.

Εδώ λειτουργεί η εξής λογική: αρχικά, η άρνηση της συμβατικότητας ή, αλλιώς, αυτού που ανέμενε η αγέλη των κοινών θνητών έδωσε τη δυνατότητα στο χαρισματικό άτομο, εννοώ τον καλλιτέχνη κυρίως, να αποκοπεί από το πλήθος για να αποσπάσει την προσοχή του και ταυτόχρονα να το καταγγείλει, να το ενοχλήσει αφ’ υψηλού. Δεν ήθελε να γίνει δημοφιλής και διάσημος, αλλά αποβλητέος και διαβόητος.

Τους πρώτους διδάξαντες θα τους βρούμε στο Παρίσι, στα μέσα του 19ου αιώνα, να φορούν κόκκινα γιλέκα, να βάφουν τα μαλλιά τους μπλε και στην περίπτωση του Νερβάλ να σεργιανίζουν όχι με τον σκύλο τους, όπως οι κομφορμιστές μπουρζουάδες, αλλά με έναν αστακό.

Το μήνυμα των όψιμων ρομαντικών που δεν ανέβαιναν πια στις Αλπεις για να μείνουν έκθαμβοι μπροστά στο μεγαλείο της φύσης, αλλά τριγυρνούσαν στους δρόμους μιας μουντής μεγαλούπολης, ήταν ξεκάθαρο: «Κοιτάξτε μας για να δείτε πόσο σας περιφρονούμε».

Αν το καλοσκεφτούμε, όμως, οι ρομαντικοί καλλιτέχνες δεν διέφεραν και τόσο πολύ από εκείνους που ήθελαν να σοκάρουν. Εχοντας χάσει την πατρωνία της αριστοκρατίας και της εκκλησίας, έπρεπε μόνοι τους να επιβιώσουν μέσα σε ένα περιβάλλον εχθρικό και ακόμα πιο συχνά αδιάφορο.

Και όπως οι αστοί που κατάλαβαν από νωρίς πως δεν γίνεται όλα τα μαγαζιά να πουλούν τα ίδια πράγματα, έτσι και οι εστέτ επινόησαν τρόπους για να προσελκύσουν την προσοχή του κοινού, μέσα σε μια ατμόσφαιρα γενικευμένου και σκληρού ανταγωνισμού.

Φυσικά, σε σύγκριση με τους καταστηματάρχες είχαν το πλεονέκτημα ότι οι άνθρωποι διαθέτουν περισσότερη προσοχή απ’ ό,τι χρήματα. Αλλά η προσοχή μας δεν είναι ανεξάντλητη. Ολοι διαλέγουμε ποιο βιβλίο θα διαβάσουμε, ποια ταινία θα δούμε, ποια έκθεση θα επισκεφτούμε.

Το τι συνέβη στη συνέχεια, όμως, εκείνοι οι πρώτοι απρόβλεπτοι δεν μπόρεσαν να το προβλέψουν. Σήμερα, όταν οι επώνυμοι πασχίζουν να διακριθούν, να εντυπωσιάσουν ως διαφορετικοί, η τακτική αυτή ακυρώνεται και παράλληλα φτάνει σε σημείο παροξυσμού.

Ακυρώνεται εφόσον οι πολλοί και απρόσωποι περιμένουν από τους λίγους και χαρισματικούς να κάνουν κάτι διαφορετικό, ακόμα και εξωφρενικό, μετατρέποντας έτσι τον αιφνιδιασμό σε μια χειρονομία δεδομένη και αναμενόμενη, ή αλλιώς σε μια συμβατική ανατρεπτικότητα. Και παροξύνεται, επειδή καταφεύγει στην πλειοδοσία που διογκώνει και αλλοιώνει τη σημασία των λέξεων και πράξεων.

Δεν είναι τυχαίο ότι στα καλλιτεχνικά «δρώμενα» –αφόρητη λέξη!– το ανατρεπτικό γίνεται κανόνας, ενώ στην αγορά κυκλοφορούν «επαναστατικές» κρέμες προσώπου.

Θα ήταν ωστόσο λάθος να συμπεράνουμε ότι τίποτε δεν άλλαξε από την εποχή του Νερβάλ που έβγαζε βόλτα τον αστακό του. Γιατί ο αρχικός αιφνιδιασμός πριν από δύο αιώνες, ο οποίος, σημειωτέον, έπιασε τόπο, εμπεριείχε ένα στοιχείο κριτικής ή, ακριβέστερα, απαξίωσης των κομφορμιστών: κοιτάξτε με ανθρωπάκια για να δείτε πόσο σας περιφρονώ επειδή δεν σας έχω ανάγκη.

Σήμερα το μήνυμα, συνδυάζοντας τον βαρουφάκειο ναρκισσισμό με την ελπίδα ότι ο ανατροπέας θα εξασφαλίσει τα likes των πολλών, έχει γίνει πιο απλό: κοιτάξτε, εντυπωσιαστείτε και προτιμήστε εμένα, όχι τους άλλους.

   
 

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Η προχρονολογημένη αντίσταση" γράφει ο Περικλής Κοροβέσης - ("Εφημερίδα τών Συντακτών" 20.05.2017)

......................................................

 

 

Η προχρονολογημένη αντίσταση

 

 

Περικλής Κοροβέσης - Εφημερίδα των Συντακτών  
γράφει ο Περικλής Κοροβέσης - 
Εφημερίδα τών Συντακτών
20.05.2017


Υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου που ποτέ δεν μπορούν να γίνουν παρελθόν. Και αυτό συμβαίνει όταν ο άνθρωπος περάσει εμπειρίες που ξεπερνούν τα ανθρώπινα όρια και έχουν φυσική κατάληξη τον θάνατο, και εντούτοις επιζεί.
Αλλά κουβαλά πάντοτε την εμπειρία του θανάτου. Μιλάω για Νταχάου, Γκουλάγκ, βασανιστήρια, φυλακίσεις και στρατόπεδα εξόντωσης, όπου όλοι -εξ αντικειμένου- είναι μελλοθάνατοι. Οσοι επέζησαν έχουν δύο επιλογές: Η μία είναι να θάψουν βαθιά στην ψυχή τους τη φρικιαστική εμπειρία τους, να κοιτάξουν να την ξεχάσουν και να μη μιλήσουν ποτέ γι’ αυτήν.
Ακόμα και στα πιο προσφιλή τους πρόσωπα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Εβραίοι που επέζησαν του Ολοκαυτώματος και έχουν εγκατασταθεί στο Ισραήλ περνούν από ειδική εκπαίδευση για να μπορέσουν να μιλήσουν για την ιστορία τους. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν απλοί άνθρωποι που βρέθηκαν στον προθάλαμο του θανάτου, χωρίς να ξέρουν γιατί. Και προτίμησαν τη σιωπή.
Οπως το αντίστοιχο έπραξαν και πολλοί δικοί μας που πέρασαν από βασανιστήρια και δεν μίλησαν ποτέ γι’ αυτά. Ανθρώπινο. Ενίοτε υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Είναι ο φόβος.
Αν μιλούσες για τα βασανιστήρια της χούντας, μεσούσης της δικτατορίας, την άλλη μέρα θα ξαναπερνούσες από την Ασφάλεια για να ξαναζήσεις τον τροχό των βασανιστηρίων με αίτημα να υπογράψεις πως στην Ελλάδα δεν γίνονται βασανισμοί. Και η χούντα είχε τα ανθρώπινα δικαιώματα πάνω από το Ευαγγέλιο.
Η δεύτερη κατηγορία είναι αυτοί που θέλουν να θυμούνται, όσο επώδυνο κι να είναι, και συνειδητά ή ασυνείδητα συγκροτούν τη σύγχρονη Ιστορία πριν ακόμα αυτή γραφτεί. Ενα είδος προφορικής Ιστορίας που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, όχι ως μάθημα, αλλά ως βίωμα.
Αυτό δεν σημαίνει πως η προφορική Ιστορία δεν γράφεται. Αλλά δεν είναι η «αντικειμενική» Ιστορία. Εδώ χρειάζεται η συγκέντρωση όλων των δυνατών πληροφοριών, η διασταύρωση και τεκμηρίωσή τους. Η προφορική ιστορία του καθενός είναι πολύτιμη αν είναι αυθεντική. Αλλά είναι ένα ψηφίδι για το μωσαϊκό που μας χρειάζεται.
Από αυτήν την άποψη είναι πολύτιμο το βιβλίο του Στέλιου Κούλογλου «Μαρτυρίες από τη δικτατορία και την αντίσταση» που κυκλοφόρησε την περασμένη βδομάδα από τις εκδόσεις «Εστία».
Επιστημονική επιμέλεια, σημειώσεις, επίμετρο είναι του ιστορικού Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου, ο οποίος καλύπτει όλα τα κενά του προφορικού λόγου (αν και διαπίστωσα μια-δυο αβλεψίες που δεν αλλάζουν σε τίποτα το επιστημονικό κύρος της δουλειάς).
Το πρωτογενές υλικό προέρχεται από εκατοντάδες συνεντεύξεις που πήρε η δημοσιογραφική ομάδα του Κούλογλου για την τηλεοπτική εκπομπή «Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα» (1996-2008) που έληξε με την εκπαραθύρωσή του (ετοίμαζε μια εκπομπή για τη «Γενιά των 700 ευρώ»). Οι συνεντεύξεις είναι από όλο το πολιτικό φάσμα του αντιδικτατορικού αγώνα.
Από γνωστές προσωπικότητες, πράκτορες της CIA, διπλωμάτες της πρεσβείας των ΗΠΑ. Από αγωνιστές ακόμα άγνωστους, αλλά που έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στον αγώνα εναντίον της χούντας.
Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην αληθινή γενιά του Πολυτεχνείου, που την υπολογίζει σε δυο-τρεις χιλιάδες ανθρώπους. Δηλαδή η μαζικότερη εκδήλωση εναντίον της χούντας ήταν έργο αυτών των ανθρώπων που είχαν ενεργοποιηθεί ως φοιτητές τα προηγούμενα χρόνια. Σχεδόν όλες οι μαρτυρίες συμπίπτουν και καταρρίπτουν πολλούς μύθους της Μεταπολίτευσης.
Ποτέ δεν είχαμε μαζική αντίσταση. Οι λεγόμενες πλατιές μάζες με τα μαζικά συλλαλητήρια εμφανίστηκαν μετά την πτώση της χούντας. Η αντίστασή τους ήταν να εμφανιστούν ως χειροκροτητές και οπαδοί κομμάτων.
Με την ψήφο τους καθιέρωσαν τον δικομματισμό, καθεστώς που έχουμε μέχρι και σήμερα, έστω κι αν είναι υπό διάλυση. Τα κόμματα που κυβέρνησαν από τη Μεταπολίτευση και μετά έχουν ιδεολογική αναφορά την αντίσταση εναντίον της χούντας, ενώ ούτε Ν.Δ. ούτε ΠΑΣΟΚ υπήρχαν τότε.
Αυτοί οι πολιτικοί σχηματισμοί δημιουργήθηκαν μετά την πτώση της δικτατορίας. Εχουμε λοιπόν μια αντίσταση προχρονολογημένη. Η αντίσταση, η όποια αντίσταση υπήρχε, ήταν από πρωτοβουλίες στελεχών όλου του πολιτικού φάσματος, άσχετα αν ήταν μέλη κομμάτων. Τα κόμματά τους βρίσκονταν εν υπνώσει, συμπεριλαμβανομένων και του ΚΚΕ και της ΕΔΑ.
Αν κάνουμε μια σύνοψη της προδικτατορικής κατάστασης, θα μπορούσαμε να πούμε: Τα κόμματα πριν από τη χούντα εξέθρεψαν τη δικτατορία και αυτή με τη σειρά της κυοφόρησε Μεταπολίτευση. Αυτό μοιάζει λίγο απόλυτο. Αυτό το κακό έχουν οι συνόψεις. Τους λείπουν οι αποχρώσεις. Και αυτές με τη σειρά τους απαιτούν χώρο που εδώ δεν υπάρχει.
Και κλείνοντας, ας ανακυκλώσουμε ένα παλιό ερώτημα. Πώς εξαρθρώθηκαν αυτές οι οργανώσεις και οι κινήσεις, με πρώτο και καλύτερο το κίνημα του Ναυτικού; Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές μιλούν για προδοσία.
Αλλά οι προδότες δεν βρέθηκαν. Τους έψαξε κανείς; Το ίδιο ερώτημα βάζουν και πολλοί αγωνιστές του Πατριωτικού Μετώπου (μετέπειτα Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο).
Πώς πιάστηκε όλη η φυσική ηγεσία του Π.Μ. με πρωταγωνιστή τον Μίκη; (παραμένει ακόμα και σήμερα μυστήριο η σύλληψή του). Και γιατί ένα ιδρυτικό μέλος του Π.Μ., ο Γιώργος Βότσης, χρίστηκε χαφιές, χωρίς ποτέ να δοθεί καμία εξήγηση;
 

"Ο ανθέλλην Θεός της Ελλάδας και η μοβόρα Παναγιά" γράφει ο Γιάννης Η. Χάρης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 21.05.2017)

.........................................................

Ο ανθέλλην Θεός της Ελλάδας και η μοβόρα Παναγιά

 
 EUROKINISSI/ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ
 «Είχε άγιο», «Βοήθησε ο Θεός», «Ο Θεός είναι μεγάλος», «Η Παναγία την έσωσε» είπαν οι οικείοι της 26χρονης Βασ. Πλεξίδα που βγήκε ζωντανή από τη συντριβή του στρατιωτικού ελικοπτέρου πριν από ένα μήνα, ενώ για «θαύμα» μίλησε, κάνοντας τον σταυρό του, ο αστυνομικός που τη βρήκε.
Μας είναι απολύτως οικείες οι εκφράσεις αυτές, στερεοτυπικές θα μπορούσαμε να τις πούμε, που δεν εκφράζουν σώνει και καλά θρησκευτικότητα και πίστη, ίδια με τις καθημερινές επιφωνηματικές εκφράσεις, από χείλη πιστών και απίστων: «Αχ, Θεέ μου!», «Κύριε ελέησον!», «Ελα Χριστέ και Παναγιά!» κτλ.
Εμείς ωστόσο θα σταθούμε στις περιπτώσεις όπου τα παραλίγο θύματα και οι δικοί τους εκφράζουν την πίστη και την ευγνωμοσύνη τους στο θείο. Απολύτως κατανοητή η αντίδραση, που όμως ακούγεται απάνθρωπη, ιδίως για τους οικείους όσων δεν επέζησαν στο ίδιο δυστύχημα.
Ωστε οι νεκροί του συγκεκριμένου δυστυχήματος, οι τέσσερις στρατιωτικοί, από 28 ώς 55 ετών, με οικογένειες κι αυτοί, με μανάδες, γυναίκες και παιδιά κτλ., αυτοί δεν είχαν άγιο; τόσο αμαρτωλοί και άξιοι τιμωρίας, αυτοί και οι μανάδες, οι γυναίκες και τα παιδιά τους;
Δεν τους βόηθησε αυτούς ο Θεός; Και γιατί; Δεν ήταν γι’ αυτούς μεγάλος ο Θεός; Ή, θα μπορούσε να συνεχίσει τώρα κανείς, ήταν μεγάλος για το ένα πέμπτο, μόλις κατά 20%, και εξ αντικειμένου μικρός για το 80%, κ.ο.κ.; Αμ η Παναγία, έσωσε τη μία, και άρα πήρε τη ζωή άλλων τεσσάρων;
ΑΣΕΒΕΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ, ΣΚΑΝΔΑΛΙΣΤΙΚΕΣ –μπροστά όμως σε μια σκανδαλιστική πραγματικότητα, αλλά και σκανδαλιστική λογική, απάνθρωπη, ξαναλέω, για τα τέσσερα τώρα θύματα και τους δικούς τους, ασεβής στη βαθύτερη ουσία της, απ’ την πλευρά μάλιστα των πιστών, όταν αποδίδει συγκεκριμένες στρατηγικές στο θείο, και το πιστώνει ή ανάλογα του χρεώνει επιτυχίες και αποτυχίες στα ανθρώπινα.
Ας θυμηθούμε «τον Θεό της Ελλάδας», που ακούμε αμετροεπώς, ιδίως σε κάποια αθλητική επιτυχία, που τον ακούγαμε κάθε τόσο από αρχιερατικά χείλη, από τον Χριστόδουλο, αντιχριστιανικά τώρα –αιρετικά, θα έλεγε κάποιος άλλος!
Ή εντέλει ανοήτως, αν είναι να μην υπερβάλλουμε και παίρνουμε στα σοβαρά επιπόλαιες ρήσεις. Γιατί αν τάχα Θεός της Ελλάδας, π.χ. στο Γιούρο του 2004, τι στο καλό Θεός είναι όλες τις άλλες; Θεός τότε ποιας άλλης κάθε φορά χώρας, συχνά ούτε καν χριστιανικής;
Εχουμε όμως επιτυχίες στο μπάσκετ, με το Ευρωπαϊκό, που έξι φορές το έχει κατακτήσει ο Παναθηναϊκός και τρεις ο Ολυμπιακός: εννιά φορές δηλαδή ο Θεός των Ελλήνων Χριστιανών Ορθοδόξων απέναντι σε πολύ περισσότερους άλλους Θεούς, άσχημα όμως δεν είναι.
Γράφω μεσοβδόμαδα, και την ώρα που θα διαβάζονται αυτές οι γραμμές, ημέρα Σάββατο, θα είναι γνωστό αν την Παρασκευή, στον πρώτο ημιτελικό του φάιναλ φορ στην Κωνσταντινούπολη, ο Θεός των Ελλήνων Χ.Ο. οδήγησε τον Ολυμπιακό σε νίκη, κατατροπώνοντας την ΤΣΣΚΑ και τον Θεό, οπ!, των ομόδοξων Ρώσων, των επίσης δηλαδή Χριστιανών Ορθοδόξων!
Και αν συνέβη το παράδοξο πλην ευκταίο, θα περιμένουμε στον τελικό της Κυριακής να δούμε τον αγώνα του δικού μας Θεού απέναντι στον χριστιανό μεν, όμως ρωμαιοκαθολικό Θεό των Ισπανών της Ρεάλ, ή απέναντι στον Αλλάχ της τουρκικής Φενέρμπαχτσε: ντέρμπι τώρα σωστό, σύγκρουση θρησκειών και πολιτισμών –θα μεσιτέψει τώρα, είμαι σίγουρος, η Σώτη, που γνωρίζει πιένες τις μέρες αυτές!
ΑΝΑΓΚΗ ΟΜΩΣ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ και η Παναγία, κι εδώ η μεσιτεία θα έρθει από τον χώρο του ποδοσφαίρου, π.χ. από τον γνωστό προπονητή Αγγελο Αναστασιάδη, που πήγαινε υποχρεωτικό εκκλησιασμό τους παίκτες της ομάδας του και διατράνωνε την πίστη του με αποφάνσεις όπως:
«Μείναμε όρθιοι λόγω της Παναγίας», «Την ομάδα την έχω αφήσει στην Παναγιά», «Η Παναγιά θέλει να μας έχει στην τσίτα»· ή, όταν ο ΠΑΟΚ έχασε εντός έδρας από τον Παναθηναϊκό: «Φάγαμε δύο γκολ με λάθη δικά μας, γιατί [παύση, σκέψη, και:] έτσι ήθελε η Παναγιά!»
Ή πάλι, πίσω στο μπάσκετ, στον τελικό Ολυμπιακού-ΤΣΣΚΑ του 2012, πάλι στην Κωνσταντινούπολη, τη «Νέα Ρώμη», όπως επέμενε να τη λέει ο παρουσιαστής, ο οποίος, μετά την απροσδόκητη νίκη του Ολυμπιακού, ρωτούσε και ξαναρωτούσε επίμονα κάποιον αθλητικό παράγοντα, αν ήταν θέλημα Θεού, ώσπου να του απαντήσει εκείνος «ναι», και το έλεγε και το ξανάλεγε μετά, πως ήταν θέλημα Θεού, και έπειτα σε άλλον σχολιαστή, ξανά: «Ρώτησα πριν τον Χ αν ήταν θέλημα Θεού»!
Σεβαστή οπωσδήποτε η πίστη κάθε ανθρώπου, όμως η έκφρασή της κάποιες φορές, αν παραβλέψουμε το ότι αντιφάσκει προς εαυτήν, κυρίως ακυρώνει την ευθύνη του για το κακό, το ίδιο όπως και τον μόχθο του για το καλό. Και σε περιπτώσεις σαν κι αυτή που υπήρξε αφορμή μας, δυστυχήματα με νεκρούς, αποτελεί εντέλει ύβρη, ασέβεια απέναντι στη μνήμη των νεκρών και σπίλωσή τους.

«Η Ζήτα και ο Ψιτ» Από τα «δεκαπεντέμισι κάπως περίεργα παραμύθια» της Παυλίνας Παμπούδη (εκδόσεις Κέδρος, 1978)

...........................................................





Παυλίνα Παμπούδη (γ.1948)





 




·       «Η Ζήτα και ο Ψιτ»

Από τα «δεκαπεντέμισι κάπως περίεργα παραμύθια» της Παυλίνας Παμπούδη   (εκδόσεις Κέδρος, 1978)


   Μια φορά, ήταν τρεις φιλενάδες που τις έλεγαν Δέλτα, Θήτα και Ζήτα.

   Ζούσαν σ’ ένα φτωχικό κουτί από σοκολατάκια στο τρίτο ράφι δεξιά.

   Έμοιαζαν σαν όλες τις άλλες κοπέλες, μόνο που, όταν μιλούσαν, έλεγαν τις λέξεις ανάποδα.

   Είχαν κι οι τρεις τους μονάχα ένα φόρεμα, μια πλεξούδα και καθόταν στο παράθυρο και μια καμπούρα.

   Έτσι, όταν η μία φορούσε το φόρεμα κι έβγαινε περίπατο, η άλλη φορούσε την πλεξούδα και καθόταν στο παράθυρο, κι η τρίτη φορούσε την καμπούρα και έκλαιγε.

   Μια μέρα, που ήταν η σειρά της Ζήτα να φορέσει το φόρεμα και να βγει περίπατο, η Ζήτα αποφάσισε να πάρει άλλο δρόμο κι όχι το συνηθισμένο.

   Έτσι, χωρίς να το θέλει, απομακρύνθηκε πολύ από κάθε γνωστό μέρος και τελικά χάθηκε.

   Όταν κατάλαβε πως δεν μπορούσε πια να γυρίσει πίσω, έβαλε τα κλάματα.

   Εκεί, που έκλαιγε λοιπόν, ξαφνικά, ακούστηκε ένα φοβερό ποδοβολητό!

   Ήταν ο πρίγκιπας Ψιτ που έκανε την καθημερινή του βόλτα καβάλα σ’ ένα μεγάλο περήφανο ψύλλο.

   -Για δες, μια κοπέλα ολομόναχη εδώ στην ερημιά! είπε ο Ψιτ με την βροντερή του φωνή. Για πλησίασε! Τι όμορφη που είσαι! Γιατί δεν έχεις μαλλιά; Θέλεις να έρθεις μαζί μου;

   Η καημένη η Ζήτα, προσπάθησε να πει κάτι, αλλά όπως είπαμε, έλεγε τις λέξεις ανάποδα.

   Έτσι, ο Ψιτ δεν κατάλαβε τίποτα. Έσκυψε, την άρπαξε, την ανέβασε στη σέλλα του ψύλλου του, κι έφυγαν κι οι δυο καλπάζοντας.

   Άδικα περίμεναν μέχρι που νύχτωσε η Δέλτα και η Θήτα τη φιλενάδα τους. Η Δέλτα, που φορούσε την καμπούρα, έκλαιγε βέβαια συνέχεια, αλλά τα μεσάνυχτα άρχισε να κλαίει και η Θήτα.

   Αφού λοιπόν έκλαψαν και οι δυο πολύ, μετά, το πήραν απόφαση να συνεχίσουν μόνες τη ζωή τους χωρίς Ζήτα και χωρίς φόρεμα, και να φοράνε μόνο την πλεξούδα κάθε φορά που θα έβγαιναν περίπατο.

   Εν τω μεταξύ, η Ζήτα βρισκόταν χιλιόμετρα μακριά, στο παλάτι του Ψιτ που ήταν ένα βάζο μαρμελάδας στον μπουφέ. Εκεί, ο Ψιτ έμενε με τους δύο αδελφούς του, τον Παντελή και τον Ροδόλφο.

   Ήταν κι οι τρεις πολύ όμορφα παλικάρια, αλλά είχαν μόνο ένα ζευγάρι μάτια, ένα ζευγάρι αφτιά κι ένα ψύλλο.

   Έτσι, αυτός που ήθελε να πάει βόλτα έδερνε πρώτα τους δύο άλλους, τους έδενε σφιχτά και μετά έπαιρνε τ’ αφτιά, τα μάτια και τον ψύλλο κι έφευγε.

   Το βράδυ, βέβαια, γυρνούσε και τους έλυνε ζητώντας συγγνώμη. Τότε, εκείνοι τον έδερναν, τον έδεναν σφιχτά, και μετά δερνόντουσαν μεταξύ τους. Ο νικητής, φορούσε τ’ αφτιά και τα μάτια, πότιζε τον ψύλλο και κατόπιν πήγαινε να κοιμηθεί.

   Το πρωί έφευγε, γυρνούσε το βράδυ, έλυνε τους άλλους κ.ο.κ.

   Ο ερχομός της Ζήτα, όπως ήταν φυσικό, έφερε κάποια αλλαγή στην ήρεμη ζωή των τριών αδελφών: Ο Ψιτ κράτησε για πάντα δεμένους τον Παντελή  και τον Ροδόλφο χωρίς αφτιά, μάτια και ψύλλο στο βάθος του βάζου!

   Όσο για τη Ζήτα, αυτή μιλούσε συνέχεια ανάποδα και ο Ψιτ δεν την καταλάβαινε, όπως κι αυτή δεν καταλάβαινε τον Ψιτ.

   Έτσι έζησαν ευτυχισμένοι για πολλά πολλά χρόνια.