Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Rolling Stones - Almost Hear You Sigh (youtube, 29 Αυγ 2013)

.......................................................



Rolling Stones - Almost Hear You Sigh

Δημοσιεύτηκε στις 29 Αυγ 2013
 
 
Rolling Stones - Almost Hear You Sigh ©1989

Significance:

A Grammy nominated track.

Track 9 from the album Steel Wheels, released ©1989.



I can almost hear you sigh
I can almost hear you cry
On every crowded street
All the places we would meet
What will I do without ya
They say that life goes on
I'm feeling sorry for myself
I can't believe you're gone
And you acted much too calm
You turned on all the charm
You had a cold look in your eyes
I can feel your tongue on mine
Silky smooth like wine
I'm living with these memories
That's all that's left of you and me
I can almost hear you sigh
Almost hear you cry
When you made sweet love to me
And you turned on all the charm
Acted much too calm
You had a cold look in your eyes
Did it mean nothing
Was it all in vain
Was I just your fool
Or was the pleasure pain
Have you set me free
Or will I wake up
In the morning
And find out it's been a bad dream
Come on, I beg you
I want to be your main man
I can almost hear you sigh
Almost hear you cry
When you make sweet love to me
Almost see your smile
It stretched half a mile
You had a stone cold look in your eyes


Johannes Hieronymus Kapsberger (1580-1651) Pieces for Lute, Paul O'Dett (youtube, 2/4/2014)

.......................................................


Johannes Hieronymus Kapsberger Pieces for Lute, Paul O'Dett

Δημοσιεύτηκε στις 2 Απρ 2014
 
Johannes Hieronymus Kapsberger (1580-1651)
1. Toccata arpeggiata Chitarrone 0:00
2. Gagliarda 11a Chitarrone 2:55
3. Toccata 5a Chitarrone 4:18
4. Aria di Fiorenza Chitarrone 6:30
5. Toccata 1 Lute 17:48
6. Gagliarda 1a Lute 22:01
7. Corrente 1a Lute 23:56
8. Toccata VI Lute 26:16
9. Gagliarda 10a Lute 29:04
10. Corrente 7a Lute 30:53
11. Corrente 2a [Modena MS] Chitarrone 32:43
12. Ciachone Chitarrone 34:27
13. Toccata V Lute 36:12
14. Gagliarda 12a Lute 39:59
15. Corrente 12a Lute 41:52
16. Toccata III Lute 43:25
17. Gagliarda 4a Lute 45:56
18. Corrente 11a Lute 47:20
19. Toccata 1a Chitarrone 48:27
20. Corrente 2a Chitarrone 54:55
21. Toccata 2a Chitarrone 56:40
22. Bergamasca Chitarrone 1:00:06
23. Kapsberger Chitarrone 1:02:46

24. Colascione Chitarrone 1:05:45
25. Canario Chitarrone 1:07:39



Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Jakob Klein (1688-1748) Sonatas for Violoncello (youtube, 22/5/2013)

.........................................................


Jakob Klein (1688-1748) Sonatas for Violoncello 

 

 

Δημοσιεύτηκε στις 22 Μαΐ 2013
Jakob Klein (1688-1748) Sonatas for Violoncello

No.5 in A minor 0:00
No.2 in A major 14:08
No.4 in E major 26:04
No.1 in B flat major 37:46
No.3 in G major 47:26
No.6 in C minor 58:46

Instruments:
Baroque Cello by Leopold Wildhalm Nurnberg 1785
Baroque Lute by Ivo Margherini Bremen 2001
Viola da Gamba by Ingo Muthesius Berlin 1978

Painting: A Merry Musical Company, (detail) 1635-45 by Jan Hermansz van Biljert (1597-1671
)







"Η Αριστερά και ο ρεαλισμός" γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης * ("Εφημερίδα των Συντακτών", 25.04.2017)

.........................................................

Η Αριστερά και ο ρεαλισμός



Παραθέτω την καταληκτική παράγραφο ενός παλαιότερου άρθρου μου στην «Εφ.Συν.» (7.2.2017 – «Το ψέμα ως πολιτική έννοια»): «Για την Αριστερά η ειλικρίνεια δεν είναι ζήτημα “ηθικής συνέπειας”. Θα ήταν λάθος να το βλέπει έτσι. Ηθικολογώντας περί ειλικρίνειας, θα έδινε στον εαυτό της τη δυνατότητα να δικαιολογεί την ασυνέπεια και την ανειλικρίνειά της στο όνομα του ρεαλισμού.
»Αντιθέτως, ακριβώς επειδή στην κυριαρχούσα αφήγηση περί πολιτικής το ψέμα είναι ταυτισμένο με τα αστικά κόμματα, θα ήταν ρεαλιστικό εγχείρημα για την Αριστερά να κερδίσει τον κόσμο πείθοντάς τον ότι “κάνει τη διαφορά” τουλάχιστον σε αυτό».
Ενα από τα πιο διαδεδομένα προπαγανδιστικά τεχνάσματα και ιδεολογικά στρατηγήματα του διεθνούς και εγχώριου κοινωνικο-πολιτικού καθεστώτος εναντίον της Αριστεράς είναι η άποψη πως η Αριστερά -από γεννησιμιού της- έχει «πάρει διαζύγιο» από τον ρεαλισμό.
Θα χρειαζόταν ολόκληρο βιβλίο ίσως για να περιγραφεί επαρκώς η ποικιλομορφία και η ευρηματικότητα με τις οποίες διαρκώς ανακύπτει, διαχέεται και σε μεγάλο βαθμό επικρατεί στον δημόσιο, τον πολιτικό αλλά και τον επιστημονικό/φιλοσοφικό λόγο τούτη η αντίληψη περί Αριστεράς.
Δύο πράγματα μόνο σημειώνω, προτού θίξω την ουσία του ζητήματος. Το πρώτο είναι πως κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού, η πραγματική αδυναμία αν όχι απουσία της Αριστεράς έχει καταστήσει ιδιαίτερα εύκολο το να μιλούν άλλοι για λογαριασμό της και να την καταδικάζουν ως «εξωπραγματική». Και το δεύτερο, βέβαια, έχει να κάνει με το ότι και η ίδια η Αριστερά φέρει μέρος της ευθύνης γι' αυτήν τη «μη ρεαλιστική» εικόνα της.
Θες γιατί και πολλοί αριστεροί έχουν πειστεί και οι ίδιοι για την «εξωπραγματικότητα» των ιδεών τους, θες γιατί στην αριστερή θεωρία, επίσης κατά τις τελευταίες δεκαετίες, τείνει να επικρατεί μια «μεταμοντερνίζουσα» διάθεση που συχνά καταλήγει στο να γράφονται και να λέγονται ασυναρτησίες, έχουμε πλέον μια κατάσταση στην οποία λησμονείται ότι οι μόνοι που κερδίζουν -και κερδίζουν πολλά- από το γεγονός ότι η Αριστερά αναπαρίσταται ως περίπου ο αντίποδας του ρεαλισμού είναι οι αντίπαλοί της.
Η ουσία του ζητήματος τώρα. Είναι μάλλον προφανές ότι, στις πολλαπλών ειδών «κριτικές» που υφίσταται η Αριστερά για την «έλλειψη ρεαλισμού» που τη χαρακτηρίζει, υφέρπει μια βαθύτατα ιδεολογική χρήση του όρου «ρεαλισμός». Θα λέγαμε μάλιστα ότι ο «ρεαλισμός» με αυτή την έννοια είναι ίσως το πιο κομβικό συνεκτικό στοιχείο της ιδεολογίας της αστικής τάξης και του καπιταλισμού, ιδίως στην τωρινή, νεοφιλελεύθερη φάση του.
«Ρεαλισμός» είναι το TINA («Δεν υπάρχει εναλλακτική») της Μάργκαρετ Θάτσερ. «Ρεαλισμός» είναι η πίστη πως, ακόμη και όταν όλα δείχνουν ότι οι πολιτικές λιτότητας είναι καταστροφικές, οφείλουμε να τις ακολουθούμε με θρησκευτική ευλάβεια μέχρι τελικής πτώσεως διότι δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά.
Ενώ αντίθετα «μη ρεαλιστική» είναι οποιαδήποτε πολιτική τολμά να αμφισβητήσει ριζικά και στην πράξη το αλάθητο του νεοφιλελεύθερου δόγματος. Ο «ρεαλισμός», ως ιδεολογία της άρχουσας τάξης, είναι η άκριτη αποδοχή του ισχύοντος συστήματος ως της μόνης εφικτής πραγματικότητας.
Αντίθετα, ο ρεαλισμός της Αριστεράς δεν είναι ιδεολογία, είναι πρώτα απ’ όλα η κριτική της (κυρίαρχης) ιδεολογίας. Είναι η υλιστική προσέγγιση της ιστορίας, καθώς και η έμφαση στην ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, η προσεκτική χάραξη της στρατηγικής για την ανατροπή του καπιταλισμού και την πορεία προς τον σοσιαλισμό, η διαρκής συνεκτίμηση των πραγματικών συσχετισμών δύναμης και οι συνακόλουθες επιλογές ως προς τη συγκρότηση κοινωνικο-πολιτικών συμμαχιών.
Με άλλα λόγια, ο ρεαλισμός της Αριστεράς είναι αυτό που την καθιστούσε υπολογίσιμη δύναμη και πραγματική απειλή για τον καπιταλισμό και την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων γενικότερα, τουλάχιστον από την εποχή του Μαρξ.
Στην κυρίαρχη ιδεολογία και στη διάχυτη προπαγάνδα περί «ρεαλισμού» του συστήματος και «αντι-ρεαλισμού» της Αριστεράς, η Αριστερά είναι «συνεπής» και «ειλικρινής» όταν παρουσιάζεται ως αυτό που «πράγματι» είναι ή που θα έπρεπε να είναι – δηλαδή σαν μια ομάδα γραφικών τύπων που νοσταλγούν τη χαμένη επανάσταση ή που κηρύσσουν την έλευση μιας «ουτοπίας».
Ετσι, η Αριστερά φαίνεται μέχρι και «συμπαθητική». Οι κάθε λογής εκπρόσωποι του κοινωνικο-πολιτικού καθεστώτος αισθάνονται άνετοι στη συγκατάβασή τους: «Τι ωραία που τα λέει η (σωστή και συνεπής) Αριστερά, μακάρι να μπορούσαμε να τα πιστεύουμε κι εμείς που είμαστε ρεαλιστές...».
Η Αριστερά, όμως, γίνεται αντιπαθητική και εγκαλείται για υποκρισία έτσι και τολμήσει να προβάλει τον δικό της ρεαλισμό. Ακόμα πιο ενοχλητική καθίσταται όταν υπενθυμίζει πως ο δικός της ρεαλισμός δεν την υποχρεώνει να λέει ψέματα.


* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

"Η χάρτινη αυτοκρατορία" έγραψε ο Περικλής Κοροβέσης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 22.04.2017)

.......................................................


Η χάρτινη αυτοκρατορία


Εκτός από τα πενηντάχρονα της χούντας, υπάρχει και μια άλλη επέτειος που ακόμα δεν έχουμε αρχίσει να τη θυμόμαστε. Κλείνουν εκατό χρόνια από την Μπολσεβίκικη Επανάσταση.
Σύμφωνα με τον μεγάλο ιστορικό Ερικ Χομπσμπάουμ, ήταν μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός από τη Γαλλική Επανάσταση. Και όντως, το ένα τρίτο του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της Κίνας, ήταν υπό κομμουνιστικό καθεστώς.
Αν το δούμε με όρους αυτοκρατορίας, ουδέποτε υπήρξε στην Ιστορία μια τόσο μεγάλη σε έδαφος και πληθυσμό δύναμη. Αλλά και η πιο βραχύβια. Οι προηγούμενες αυτοκρατορίες μετρούσαν τη ζωή τους σε εκατοντάδες χρόνια, ενώ η τελευταία μέτρησε λίγες δεκαετίες.
Από όλο αυτό το ιμπέριουμ διασώθηκε μόνο η Β. Κορέα και λίγα Κ.Κ. που είναι από ανύπαρκτα έως περιθωριακά. Στην καλύτερη περίπτωση έχουν μια μικρή κοινοβουλευτική δύναμη, ανάμεσά τους και το δικό μας.
Να σημειώσουμε πως όλα αυτά τα καθεστώτα δεν έπεσαν ύστερα από κάποια στρατιωτική παρέμβαση, επανάσταση ή πραξικόπημα. Διαλύθηκαν από μόνα τους. Σίγουρα υπήρξε ένας ολόκληρος Ψυχρός Πόλεμος που δεν ήταν αυτό που λέει το όνομά του. Στην περιφέρεια γινόταν θερμός.
Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα ήταν το Βιετνάμ. Η μεγάλη παγκόσμια προσδοκία, μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, «ποτέ πια πόλεμος και διαρκής και μόνιμη ειρήνη», αποδείχτηκε φενάκη. Οι πόλεμοι συνεχίστηκαν μέχρι τις μέρες μας.
Είτε με άμεση συμμετοχή των μεγάλων δυνάμεων είτε με συνασπισμούς χωρών (ΝΑΤΟ) είτε διά αντιπροσώπων (Συρία). Αλλά δεν ήταν ο Ψυχρός Πόλεμος που έριξε το Σοβιετικό Ιμπέριουμ. Ηταν οι εσωτερικές αντιθέσεις. Δεκάδες χιλιάδες βιβλία έχουν γραφτεί για την άνοδο και την πτώση του κομμουνισμού.
Και εξακολουθούν να γράφονται κατά δεκάδες. Η μεγάλη πλειονότητα είναι αντικομμουνιστικά και προπαγανδιστικά υπέρ του καπιταλισμού. Είναι οι κυρίαρχες ιδέες του πλανήτη μας και βρήκαν την πλήρη δικαίωσή τους με το δόγμα του νεοφιλελευθερισμού, ενώ σε μερικές περιπτώσεις απέδωσαν ακροδεξιά και φασιστικά κινήματα.
Για να γίνουν πιστευτά αυτά τα αφηγήματα χρειαζόταν και μια αναθεώρηση της Ιστορίας, χτίζοντας μια νέα μυθολογία. Η πιο τρανταχτή περίπτωση είναι η άρνηση των στρατοπέδων εξόντωσης των ναζί που τη θεωρούν προπαγάνδα των Εβραίων.
Και για να μιλήσουμε για τα καθ’ ημάς, υπάρχει ο μύθος πως η χούντα δεν άφησε χρέος. Στην πραγματικότητα υπερτετραπλασίασε το χρέος και το πληρώνουμε ακόμα μαζί με τα άλλα που δημιούργησαν οι κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης.
Αλλά άλλοι μελετητές που κινούνται από τη σκοπιά της κοινωνικής δικαιοσύνης και πιστεύουν πως αυτός ο αγώνας είναι πάντα επίκαιρος και δεν σταματάει ποτέ, ψάχνουν να βρουν τι πήγε στραβά και η επανάσταση έγινε δικτατορία.
Ακόμα και για αυτούς που ήταν οι πρωτεργάτες της και κατέληξαν ή στο απόσπασμα ή στη Σιβηρία. Πώς είναι δυνατόν ένας Τρότσκι, ισόβαθμος του Λένιν, να εξαφανίζεται από έναν ασήμαντο γραμματέα, τον Στάλιν (σε αυτή τη θέση θα μπορούσαν να έπαιρναν κάποια ικανή κοπέλα) και να κατορθώσει αυτός ο ικανός γραφειοκράτης και τακτικιστής να γίνει κοσμικός παντοκράτορας; Τα ερωτήματα είναι πολλά και ευτυχώς πια υπάρχουν σημαντικές και αξιόλογες μελέτες.
Και το κεντρικό πρόβλημα που μπαίνει είναι η εξουσία. Μπορεί ποτέ η όποια εξουσία, από οπουδήποτε και αν προέρχεται, να είναι δημοκρατική;
Η ίδια η λέξη που είναι αρχαιοελληνική, εκ του έξεστι, σε αντίθεση με άλλες λέξεις που έχουν επιζήσει στη νεοελληνική αλλά με άλλο νόημα, αυτή έχει κρατήσει αυτούσια τη σημασία της. Και όποιος έχει εξουσία κινείται κατά τη θέλησή του. Και θα πρόσθετα εγώ, και κατά τα συμφέροντά του.
Αρα η εξουσία που διεκδικεί τη θέση της στο όνομα οποιασδήποτε ιδεολογίας, φιλοσοφίας ή θρησκείας, καταλήγει να λειτουργεί για τον εαυτό της και για τα συμφέροντα των εξουσιαστών.
Οι εξουσιαζόμενοι πρέπει να πιστέψουν κάτι που να τους πείθει πως στο τέλος θα βρουν τη σωτηρία τους. Αυτή η πίστη δεν έχει και μεγάλες διαφορές από τη θεολογική προσέγγιση των μονοθεϊστικών δογμάτων.
Αν και αυτή η «ορθοδοξία» αμφισβητείται από επιφανείς θεολόγους που υποστηρίζουν πως ο Θεός είναι άναρχος και είναι ειρήνη και αγάπη (Αναστάσιος Αλβανίας). Αλλά η ειρήνη και η αγάπη είναι ανθρώπινες ενέργειες και το θείο γίνεται βίωμα και όχι μια αφηρημένη αναφορά. Και εδώ μπαίνουμε στα δύσκολα.
Ο στυγνός ολοκληρωτισμός του Σοβιετικού Ιμπέριουμ δικαιολογήθηκε με έναν μυθολογικό λόγο που κωδικοποιήθηκε από την Γ’ Διεθνή και αποτέλεσε την ιδεολογική καθαρότητα, διά πυρός και σιδήρου, του κάθε Κ.Κ. ανά τον κόσμο, με αποτέλεσμα τον αργό ή γρήγορο ευνουχισμό του.
Εξ ου και η τύφλωσή τους και η αποκοπή τους από την πραγματικότητα. Και στην ίδια παγίδα έπεσαν και όλες οι κομμουνιστικές διασπάσεις που προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια νέα «ορθοδοξία» εκτός πραγματικότητας και κοινωνίας.
Γιατί να μην έχουμε κρίση; Μπορούμε να δούμε διά γυμνού οφθαλμού την πραγματικότητα, χωρίς τα παραμορφωτικά γυαλιά της όποιας μυθολογίας-ιδεολογίας;

Ντήτριχ Μπουξτεχούντε (1637 - 1707) Wikipedia & Sonata Op.2 Classical Baroque (youtube, 24 Απρ 2017

..........................................................







Ντήτριχ Μπουξτεχούντε

(1637 - 1707)

 

 

 

 

 

Ο Ντήτριχ Μπουξτεχούντε (Dietrich Buxtehude, 1637 – 9 Μαΐου 1707) ήταν Δανός οργανίστας και συνθέτης της μπαρόκ περιόδου. Τα έργα του για όργανο αποτελούν σημαντικό μέρος του βασικού ρεπερτορίου του οργάνου και εκτελούνται συχνά σε ρεσιτάλ και λειτουργίες. Συνέθεσε σε μία ευρεία ποικιλία φωνητικών και οργανικών ιδιωμάτων και το ύφος του επηρέασε έντονα πολλούς συνθέτες, μεταξύ των οποίων τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και τον Γκούσταβ Μάλερ. Σήμερα, ο Μπουξτεχούντε θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες του μέσου μπαρόκ στη Γερμανία.

Βιογραφία

Ο Ντήτριχ Μπουξτεχούντε γεννήθηκε στο Χέλσινγκμποργκ. Πιστεύεται ότι γεννήθηκε με το όνομα Diderich Buxtehude.

 

Dietrich Buxtehude Sonata Op.2 Classical Baroque

 

Δημοσιεύτηκε στις 24 Απρ 2017

00:00 No1 in B flat major BuxWV259
08:23 No2 in D major BuxWV260
17:20 No3 in G minor BuxWV261
28:01 No4 in C minor BuxWV262
36:28 No5 in A major BuxWV263
45:33 No6 in E major BuxWV264
54:02 No7 in F major BuxWV265



Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Mozart trios K.548, K.564, K.496 (youtube, 30 Ιουν 2014)

........................................................

Mozart trios K.548, K.564, K.496



Δημοσιεύτηκε στις 30 Ιουν 2014
 
Piano trio in C, K.548
20:20 Piano trio in G, K.564
37:35 Piano trio in G, K.496

Wiener Schubert Trio
rec. 1990


"Το ψαράκι της γυάλας" διήγημα του Μάριου Χάκκα (1931 - 1972)

.........................................................





Μάριος Χάκκας (1931 - 1972)



 





Το ψαράκι της γυάλας


 

Ο άνθρωπος, με τη φρατζόλα υπομάλης, είναι ο ίδιος που πριν δύο χρόνια περίπου κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος.
Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός, μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.
Το σωστό είναι, όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας το πιο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις κινήσεις του.
Σ' όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονους, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ' αυτές τις δυο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τόσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής.
Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπος μας στις συγκεντρώσεις, είναι αλήθεια πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: "Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου."
Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το 'τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει πια δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν' αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δε γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν' ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ - φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν' αλλάζει το νερό, μια ασχολία κι αυτή που του φαίνονταν βαρετή.
Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός την Καπούη του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτουδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος.
Για παντρειά δεν αποφάσιζε. "Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι", έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. "Ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον."
Κι όμως, έστω χωρίς γάμο, μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερες τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά. Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ' αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικο βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλο-πράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης του.
Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.
'Ηταν ωραία ν' ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. 'Ηταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζ λόγκ και ν' αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο. "Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία." 'Ηταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ' ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους;
Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ' αυτούς τώρα θα 'ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.
'Εκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ' το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. 'Ηταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επιτούτου φτιαγμένο για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά, της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του 'ρθανε αισιόδοξες σκέψεις: "Μπα, δεν κρατάει για πολύ αυτή η κατάσταση. 'Οπου να'ναι θα πέσουν."
Τώρα όποιος θα 'θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο. "Πώς θα πέσουν;" άκουσε μια φωνή μέσα του, "όπως τα ώριμα φρούτα από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;" "θα τους ρίξει ο λαός", διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ' αυτόν το λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ' έξω. Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα να συμμετάσχει σ' αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί;
"Δεν μπορώ", σκέφτηκε, "προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. 'Οσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι."
Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή εξαδέλφη του. Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. 'Ομως το στόμα του ήταν πικρό απ' τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ' αποφάσισε.
Τι γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο.
- Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν' απαντήσει.
- Θα'χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε;
- Πού να ξέρω; είπε εκείνος που έρχονταν απ' έξω.
- Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε το μέτωπο του. 'Εχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα
τίποτε.
Ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο από της εξαδέρφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι στο δρόμο, αυτή τη φορά μ' ένα νευρικό, σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ' αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτόν του να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας:
Το πυροβολικό, το πυροβολικό,
το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ.
Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ' αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. 'Ηταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. 'Ομως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω. Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκης μ' έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαζε γι' αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του.
Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα: 'Ενα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκης, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη. Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. 'Εκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρταράνε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας.
Έβγαλε το μαντίλι απ' την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του . μέτωπο. "Δε γίνεται" σκέφτηκε, "πρέπει να πάω." Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν' αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ' άλλα, τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.
Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν.
Σουρουπώνοντας έμπαινε στην Καισαριανή.

"Εκείνα τα χωριά που πεθαίνουν" Του Θωμά Τσαλαπάτη («Νησίδες»/«ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ», «Εφημερίδα των Συντακτών», 8-9 Απριλίου 2017)

.........................................................



·       Εκείνα τα χωριά που πεθαίνουν


      
       Του Θωμά Τσαλαπάτη


(«Νησίδες»/«ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ», «Εφημερίδα των Συντακτών», 8-9 Απριλίου 2017)






«μωρή φύση, μόνη σου είσαι. Μόνος είμαι κι εγώ. Πάρε ένα μπισκότο»            

Θ.Α



   Είναι ο χρόνος αυτός σαν ξεμακρύνεις από την πόλη, κυρίως ύστερα από μια μεγάλη περίοδο που σε κρατούσε δέσμιο. Η ώρα αυτή που τα σπίτια αρχίζουν να αραιώνουν, η βλάστηση να ξεφεύγει από τις γλάστρες και τις περιφράξεις και ο χώρος γύρω δεν μοιάζει υποχρεωμένος να είναι χρήσιμος και αξιοποιήσιμος. Και βρίσκεσαι σε ένα χωριό. Χωρίς να έχεις προλάβει να ξεβγάλεις από μέσα σου την πόλη.

   Αν είσαι ένας από εμάς. Από το πλήθος των ανθρώπων χωρίς καταγωγή, χωρίς χωριό για τη διακοπή, χωρίς σημείο αναφοράς στον χάρτη. Μεγαλωμένοι στην Αθήνα σαν η Αθήνα να ήταν ο μόνος κόσμος. Κατοικώντας αποκλειστικά σε δεσμούς και ανθρώπους, δεν ερχόμαστε από κάπου, δεν κατευθυνόμαστε κάπου. Προσπαθούμε να εφεύρουμε το παρελθόν μας σκάβοντας σε εμπειρίες κοντινών μας, σε δανεικές εικόνες, διαβάσματα και ταινίες. Προσπαθούμε να γνωρίσουμε τόπους που τίποτα δεν μας συνδέει μαζί τους. Η περιέργεια ίσως, κάποια αναφορά ή η υπόσχεση για κάποια μελλοντική εμπειρία που θα μας τέρψει.

   Πάντοτε ένιωθα άβολα στην επαρχία. Δεν καταλάβαινα τους χρόνους της, τους ανθρώπους της, τις μυρωδιές και τις διασκεδάσεις της. Σαν όλοι οι τρόποι, σαν όλη η ταχύτητα της Αθήνας να έχει φωλιάσει  μέσα σου, και να μην σ’ αφήνει να ησυχάσεις. Εσύ που ακούς κορναρίσματα ακόμα και στην ερημιά, που νιώθεις πιο οικεία διαβάζοντας για έναν τόπο παρά ακουμπώντας τον. Ένας άγουρος εστετισμός της κακιάς ώρας που καθώς ωριμάζεις καταλαβαίνεις πως είναι αμηχανία εκπεφρασμένη ως επιθετικότητα, πως στην πραγματικότητα δεν εκφράζει τίποτα περισσότερο από την απόστασή σου από την απλότητα, από τη συνειδητοποίηση πως ο δικός σου βίος είναι γεμάτος εξαρτήσεις και απαιτήσεις, ρυθμούς και ταχύτητες που – τώρα καταλαβαίνεις – δεν είναι αυτονόητοι.

   Και την ίδια ώρα είναι αυτή η σχεδόν ακαριαία διαπίστωση που μού έρχεται στον νου. Το δικό σου ξερίζωμα. Όχι από την καταγωγή (μακριά από εμάς) όσο από το χρόνο και τους δεσμούς. Την αντίληψη του χρόνου μέσα στις εποχές, την αρμονία στις αλλαγές της συνήθειας, της διατροφής, ακόμα και της διασκέδασης καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Τη σχέση των χρωμάτων, της αρχιτεκτονικής, της ενδυμασίας με κάθε τι στο περιβάλλον. Από παραδόσεις και έθιμα, όχι στη φολκλορική τους αποξήρανση, αλλά στη λειτουργική τους επανάληψη. Όλα αυτά εκπεφρασμένα όχι ως μια συνολική ανακάλυψη αλλά ως ελάχιστο μάγκωμα, ως μια διαδικασία που η εσωστρέφεια και η ενδοσκόπησή σου συναντούν τις ατελείωτες απαντήσεις του περιβάλλοντος χώρου που ακόμα και αν σε περιβάλλει δεν είναι το δικό σου περιβάλλον.

   Κι όμως παρά τη διαπίστωση δεν θες να αλλάξεις τίποτα. Αυτός είσαι. Αυτά τα υλικά σε οικοδόμησαν. Έχεις πολλά να προσπαθήσεις, αυτό δεν είναι ένα από αυτά.

   Όμως, σύντομα αντιλαμβάνεσαι πως όλα αυτά δεν είναι άλλο από δικές σου δοξασίες και δικά σου κολλήματα. Τα παιδιά του χωριού που γνωρίζεις έχουν τις ίδιες αναφορές, τις ίδιες τεχνικές δεξιότητες, τα ίδια καθημερινά καθήκοντα με τα παιδιά στην Αθήνα. Φροντιστήρια, τάμπλετ, wifi, Survivor, αγγλικά. Το περιβάλλον σίγουρα διαφέρει. Οι ρυθμοί επίσης, αλλά όχι ο χρόνος. Οι αποστάσεις που καλύπτονται με τεράστια ταχύτητα είναι ένας κοινός χρόνος που αίρει τον διαχωρισμό πόλης-χωριού. Η πληροφορία, η μετακίνηση, η επιδίωξη μοιάζουν κοινές (τουλάχιστον για αυτές τις ηλικίες). Έτσι όλα αλλάζουν. Και μάλιστα βίαια.

   Κάποτε μετανάστευαν οι άνθρωποι. Τώρα μεταναστεύουν ολόκληροι οι τόποι. Χωρίς να χρειαστεί καν να κινηθούν ή να αλλάξουν.

   Κάπου ανάμεσα στην επαρχία της καταγωγής μας και το εξωτερικό του φευγιού μας στήνεται όλη η γεωγραφία του φαντασιακού μας. Πρόχειρα, με τρόπο αποσπασματικό και τυχαίο, μαζεύοντας ομορφιά από δω και φόβο από λίγο πιο κάτω. Χωρίς χώρο για τη ρουτίνα που κατοικεί στον κάθε τόπο. Φόβοι και όνειρα, απαιτήσεις και απογοητεύσεις. Και τελικά κάθε τόπος μεταμορφώνεται στο απόλυτο αυτό αίτημα για την αέναη αναζήτηση της δικής ταυτότητας. Του δικού σου τόπου που έχει έκταση τόση όσο το στήθος σου και τόση όση η ανάσα σου.