Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

«Λεωφορείον ο Πόθος» του Τέννεση Ουίλλιαμς (1911 -1983) Σκηνή ένατη (μτφ. Παύλος Μάτεσις, εκδ. Γκοβόστης) & A Streetcar Named Desire (6/8) Movie CLIP - Meetings with Strangers (1951) HD σκην. Ηλία Καζάν (youtube, 26/8/2016)

...........................................................



·       «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τέννεση Ουίλλιαμς (1911 -1983) Σκηνή ένατη (μτφ. Παύλος Μάτεσις, εκδ. Γκοβόστης)



   …Το ίδιο βράδυ, λίγο αργότερα.
   Η Μπλανς κάθεται, σφιγμένη και καμπουριασμένη. Φοράει την κόκκινη σατέν ρόμπα της. Στο τραπέζι, πλάι στην καρέκλα της, είναι μια μπουκάλα ποτό και ποτήρι. Ακούγεται, σαν σε πυρετό, ο γρήγορος σκοπός της Βαρσουβιάνας. Μόνο που η μουσική είναι μέσα στο μυαλό της. Η Μπλανς πίνει για να ξεφύγει από την μουσική και από την αίσθηση πως η καταστροφή την έχει πάρει από κοντά και την έφθασε πια. Φαίνεται σαν να μουρμουρίζει το σκοπό κάποιου τραγουδιού. Μπροστά της κουνιέται ένας ηλεκτρικός ανεμιστήρας. Από τη γωνία, έρχεται ο Μιτς, με τα ρούχα της δουλειάς, αξύριστος. Ανεβαίνει τα σκαλοπάτια και χτυπάει το κουδούνι. Η Μπλανς ξαφνιάζεται.
   ΜΠΛΑΝΣ: Ποιος είναι παρακαλώ;
   ΜΙΤΣ (βραχνά) : Εγώ, ο Μιτς. (Η μουσική σταματάει)
   ΜΠΛΑΝΣ: Ο Μιτς. Μια στιγμούλα.
   (Ορμάει μανιασμένα, κρύβει τη μπουκάλα σ’ ένα ντουλάπι, τρέχει στον καθρέφτη και προσπαθεί να φρεσκάρει το πρόσωπό της με κολόνια και πούδρα. Είναι τόσο αναστατωμένη που η ανάσα της, καθώς τρέχει, ακούγεται στο κοινό Τελικά ορμάει στην πόρτα και ανοίγει).
   ΜΠΛΑΝΣ: Μίτς! Κανονικά, δεν θα ‘πρεπε να σου ανοίξω την πόρτα, ύστερα από το φέρσιμό σου το απόγευμα. Καθόλου ιπποτικό δεν ήταν! Όμως, τι να γίνει! Χαίρε Τριστάνε!
   (Του προσφέρει τα χείλη της. Εκείνος, το αγνοεί και μπαίνει μέσα. Η Μπλανς τον κοιτάζει φοβισμένη να περπατάει μέσα στο δωμάτιο).
   -Μπα μπα μπα – μας κρατάτε και πόζα! Άφησε πια το ντύσιμο! Άφησε που είσαι αξύριστος. Θανάσιμη προσβολή για τη ντάμα! Εγώ όμως σε συγχωρώ. Σε συγχωρώ γιατί ανακουφίστηκα που ήρθες. Έκανες και σταμάτησε εκείνο το τραγούδι μέσα στο κεφάλι μου. Σου ‘τυχε να τρέχει κάτι μέσα στο μυαλό σου – να τρέχει; Όχι, βέβαια όχι, είναι δυνατόν να μπει κάτι τέτοιό στο δικό σου το μυαλό, κουταβάκι μου εσύ!
   (Ο Μιτς την κοιτάζει κατάματα όση ώρα εκείνη μιλάει ακολουθώντας τον. Είναι φανερό πως έχει πιει δύο-τρία ποτήρια στο δρόμο καθώς ερχόταν).
   ΜΙΤΣ: Μας χρειάζεται ανοιχτός ο ανεμιστήρας;
   ΜΠΛΑΝΣ: Όχι!
   ΜΙΤΣ: Δε μ’ αρέσουν οι ανεμιστήρες!
   ΜΠΛΑΝΣ: Τότε να τον σβήσουμε χρυσέ μου. Δεν του ‘χω ιδιαίτερη προτίμηση.
  (Γυρίζει τον διακόπτη και ο ανεμιστήρας ξεψυχάει. Η Μπλανς ξεροβήχει αμήχανα, καθώς ο Μιτς βουλιάζει στο κρεβάτι και ανάβει τσιγάρο)
   ΜΠΛΑΝΣ: Δεν ξέρω αν βρίσκεται τίποτα να πιούμε. Δεν έκανα… έρευνα!
   ΜΙΤΣ: Δεν πίνω τα πιοτά του Στάνλεϋ!
   ΜΠΛΑΝΣ: Δεν είναι του Στάνλεϋ. Δεν είναι του Στάνλεϋ όλα τα πράματα εδώ μέσα. Μερικά είναι και δικά μου! Πώς είναι η μητέρα σου;… Δεν είναι καλά;
   ΜΙΤΣ: Γιατί;
   ΜΠΛΑΝΣ: Κάτι συμβαίνει απόψε, αλλά δεν πειράζει. Δεν πρόκειται να σου κάνω ανάκριση. Μόνο θα – (αγγίζει κάπως χαμένα το μέτωπό της. Η πόλκα ξαναρχίζει) – θα κάνω πως δεν πρόσεξα τίποτα – δεν είδα καμιά αλλαγή απάνω σου! Να η μουσική – ξανά…
   ΜΙΤΣ: Ποια μουσική;
   ΜΠΛΑΝΣ: Η Βαρσουβιάνα – η πόλκα που παίζανε τότε που ο Άλαν – περίμενε! (από μακριά ακούγεται πυροβολισμός. Η Μπλανς ησυχάζει). Έτσι – η πιστολιά! Με την πιστολιά, σταματάει και το τραγούδι. (Η πόλκα σβήνει) Μάλιστα σταμάτησε.
   ΜΙΤΣ: Δε μου λες – είσαι… καλά;
   ΜΠΛΑΝΣ: Θα ρίξω μια ματιά μήπως βρω τίποτα… (πάει στο ντουλαπάκι κάνοντας πως ψάχνει για το ποτό) Αχ, ναι, με συγχωρείς που δεν είμαι ντυμένη! Ήμουνα σχεδόν σίγουρη πως δεν θα ‘ρχόσουν! Ξέχασε πως ήσουνα καλεσμένος για δείπνο.
   ΜΙΤΣ: Είχα αποφασίσει να μη σε ξαναδώ.
   ΜΠΛΑΝΣ: Μια στιγμή – δεν ακούω τι λες, και λες τόσα λίγα που δεν θέλω να χάσω ούτε συλλαβή όταν μιλάς… Τι γυρεύω εδώ μέσα;… Α, ναι – ποτό! Μια τέτοια αναστάτωση που είχαμε απόψε εδώ μέσα, πώς να μη μου στρίψει, φυσικό είναι… (κάνει πως ξαφνικά ανακάλυψε τη μπουκάλα. Εκείνος βάζει το πόδι του πάνω στο κρεβάτι και την κοιτάζει συνέχεια). Εδώ έχει κάτι. Τι μάρκα είναι άραγε;
   ΜΙΤΣ: Αφού δεν ξέρεις τι πράμα είναι, τότε είναι του Στάνλεϋ –
   ΜΠΛΑΝΣ: Κατέβασε το πόδι σου από το κρεβάτι. Θα χαλάσεις το κάλυμμα, και είδες τι καλό που είναι. Εσείς οι άντρες φυσικά δεν τα προσέχετε αυτά… Αν ήξερες τι έχω φτιάξει εδώ μέσα από τότε που ήρθα…
   ΜΙΤΣ: Το φαντάζομαι.
   ΜΠΛΑΝΣ: Το θυμάσαι πώς ήταν πρώτα; Κοίταξέ το τώρα. Το δωμάτιο δείχνει σχεδόν – κομψό. Και θέλω να μείνει κομψό… Θα ‘ταν άραγε καλύτερο να το κάνω κοκτέιλ; Μμμ – είναι γλυκό, πολύ γλυκό! Είναι τρομερά, τρομερά γλυκό! Μα βέβαια, είναι λικέρ μού φαίνεται. Μάλιστα, λικέρ είναι! (Ο Μιτς γρυλλίζει) Μάλλον δεν θα σ’ αρέσει. Δοκίμασέ το όμως, μπορεί και να σ’ αρέσει.
   ΜΙΤΣ: Σου το είπα, δεν πίνω τα δικά του ποτά – κομμένη! Ούτε και συ να πιεις. Κάθεται και λέει από δω κι από κει πως όλο το καλοκαίρι έπεσες στα ποτά του σα ροφήχτρα.
   ΜΠΛΑΝΣ: Τι – απίθανα κουτσομπολιά!... Απίθανο εκ μέρους του να τα λέει, και απίθανο από σένα να κάθεσαι και να τα πιστεύει. Δεν πρόκειται να κατεβώ στο επίπεδό του και να απαντήσω σε τέτοιες αγένειες.
   ΜΙΤΣ: Χα!
   ΜΠΛΑΝΣ: Τι έχεις στο νου σου; Κάτι κρύβεις, το βλέπω στα μάτια σου.
   ΜΙΤΣ (σηκώνεται) : Είναι σκοτεινά εδώ μέσα.
   ΜΠΛΑΝΣ: Μού αρέσει έτσι σκοτεινά! Νιώθω άνεση στο σκοτάδι!
   ΜΙΤΣ: Δε θυμάμαι να σ’ έχω δει ποτέ στο φως. (Η Μπλανς γελάει άψυχα)
   ΜΠΛΑΝΣ: Ναι;
   ΜΙΤΣ: Δε σ’ έχω δει ποτέ απόγευμα.
   ΜΠΛΑΝΣ: Και ποιος φταίει;
   ΜΙΤΣ: Ποτέ δε θέλησες να βγούμε έξω απόγευμα.
   ΜΠΛΑΝΣ: Μα, Μιτς, το απόγευμα δουλεύεις.
   ΜΙΤΣ: Όχι και τις Κυριακές. Σου ζήτησα κάμποσες φορές να βγούμε έξω Κυριακή, και όλο έβρισκες προφάσεις. Μόνο με το σούρουπο βγαίνεις έξω μαζί μου, και όλο διαλέγεις κάτι μέρη με λιγοστό φως.
   ΜΠΛΑΝΣ: Κάτι σκοτεινό κρύβουν τα λόγια σου, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι.
   ΜΙΤΣ: Αυτό που κρύβουν τα λόγια μου είναι ότι ποτέ δε σ’ έχω δει καθαρά, Μπλανς. Για ν’ ανάψουμε το φως εδώ μέσα.
   ΜΠΛΑΝΣ (τρομοκρατημένη) : Φως; Τι φως; Γιατί;
   ΜΙΤΣ: Αυτόν το φως εδώ με το χάρτινο μαραφέτι… (πετάει το χάρτινο κάλυμμα του πορτατίφ και προβάλλει ο γλόμπος γυμνός. Η Μπλανς βγάζει μια τρομοκρατημένη μικρή φωνή).
   ΜΠΛΑΝΣ: Γιατί το ‘βγαλες;
   ΜΙΤΣ: Για να σε δω κατάφατσα. Καθαρά – καθαρά!
   ΜΠΛΑΝΣ: Φυσικά δεν ήθελες να με προσβάλεις!
   ΜΙΤΣ: Όχι. Μόνο – μου αρέσει η αλήθεια.
   ΜΠΛΑΝΣ: Εγώ δε θέλω αλήθεια. Θέλω μαγεία. (Ο Μιτς γελάει). Ναι, ναι, μαγεία θέλω. Αυτό αγωνίζομαι να προσφέρω στους άλλους. Τους μεταμορφώνω τα πράγματα. Δεν τους δείχνω την αλήθεια, αλλά τι έ π ρ ε
π ε  να είναι αλήθεια. Κι όποιος το νομίζει αμάρτημα αυτό, ας με καταδικάσει! – ΜΗΝ ΑΝΑΨΕΙΣ ΤΟ ΦΩΣ!!!
   (Ο Μιτς πάει στον διακόπτη, ανάβει το φως και την κοιτάζει εξεταστικά. Η Μπλανς βγάζει κραυγή και σκεπάζει το πρόσωπό της. Ο Μιτς το ξανασβήνει).
   ΜΙΤΣ (αργά με πικρία): Δε με νοιάζει αν είσαι μεγαλύτερη απ’ όσο λες. Τα άλλα με νοιάζουν – στο διάβολο! Που μου παράσταινες των παλαιών αρχών, κι όσα άλλα μού ξεφούρνιζες το καλοκαίρι. Το ‘ξερα δηλαδή πως δεν είσαι και δεκαεξάρα. Εκείνο που με σφάζει είναι που το ‘χαψα πως είσαι εντάξει.
   ΜΠΛΑΝΣ: Και ποιος σου είπε πως δεν είμαι «εντάξει»; Ο πολυαγαπημένος μου γαμπρός. Και συ τον πίστεψες!
   ΜΙΤΣ: Στην αρχή τον είπα ψεύτη. Ύστερα, όταν πήγα και ρώτησα τον πλασιέ μας που περνάει από το Λώρελ, και πήρα και υπεραστικό τηλέφωνο εκείνον τον έμπορο –
   ΜΠΛΑΝΣ: Ποιον έμπορο;
   ΜΙΤΣ: Τον Κηφάμπερ.
   ΜΠΛΑΝΣ: Ο επιχειρηματίας Κηφάμπερ από το Λώρελ! Τον ξέρω. Μου έκανε προτάσεις και επειδή τον έβαλα στη θέση του πάει τώρα να μ’ εκδικηθεί με συκοφαντίες.
   ΜΙΤΣ: Τρεις άνθρωποι, ο Κηφάμπερ, ο Στάνλεϋ και ο Σώου παίρνουν όρκο!
   ΜΠΛΑΝΣ: Τρεις κύριοι σωστοί:
                         Κηφάμπερ, Στάνλεϋ, Σώου
                         παίρνουν όρκο με σταυρό –
                         χο, χο, χο, χο, χο…
   ΜΙΤΣ: Δεν έμενες σ’ ένα ξενοδοχείο, το «Φλαμίνγκο»;
   ΜΠΛΑΝΣ: Φλαμίνγκο – όχι! Ταραντούλα το έλεγαν. Έμενα στο ξενοδοχείο Ταραντούλα!
   ΜΙΤΣ (ανόητα) : Ταραντούλα;
   ΜΠΛΑΝΣ: Ναι. Δεν ξέρεις τι σημαίνει; Ταραντούλα είναι μια πελώρια αράχνη! Εκεί κουβαλούσα τα θύματά μου! (βάζει κι άλλο ποτό). Μάλιστα, είχα σχέσεις με αγνώστους. Από τότε που πέθανε ο Άλαν, μού άδειασε η καρδιά… Το μόνο που μπορούσε να την γεμίσει ήταν οι άγνωστοι, οι ξένοι… Νομίζω πως ήταν πανικός… πανικός που μ’ έριχνε από τον έναν στον άλλον, αγκομαχώντας, ζητώντας προστασία, σκέπη από δω κι από κει και τελικά μ’ ένα αγόρι δεκαεφτά χρονών. Ώσπου κάποιος ανάλαβε να γράψει στον Γυμνασιάρχη… «η γυναίκα αυτή είναι ηθικώς ακατάλληλη για τη θέση που κατέχει»…
   (Γέρνει πίσω το κεφάλι σ’ ένα σπασμωδικό, λυγμικό γέλιο. Ύστερα ξαναλέει τη φάση λαχανιαστά και πίνει).
   -Είχανε δίκιο! Και βέβαια είχαν – ήμουνα… ακατάλληλη, ούτε ξέρω – τέλος πάντων… Έπειτα ήρθα εδώ. Δεν είχα πουθενά αλλού να πάω. Έκανα λάθος. Ξέρεις τι σημαίνει να ανακαλύψεις πως έκανες λάθος; Τα νιάτα μου μ’ άφησαν χωρίς να το καταλάβω – και τότε βρήκα εσένα. Είπες, χρειαζόσουνα έναν άνθρωπο. Κι εγώ είχα ανάγκη έναν άνθρωπο. Ευχαρίστησα το θεό γονατιστή, γιατί μου φάνηκες καλός – ο κόσμος ήταν ένας βράχος κι εσύ μια μικρή σπηλιά στον βράχο αυτό, φτιαγμένη για μένα – να μπω να κρυφτώ! Είχα όμως, φαίνεται, μεγάλες αξιώσεις1 Ζητούσα πολλά! Ο Κηφάμπερ, ο Στάνλεϋ και ο Σώου πιάσανε τον χαρταετό και του δέσανε έναν ντενεκέ στην ουρά –
   (Παύση. Ο Μιτς την κοιτάζει άφωνα).
   ΜΙΤΣ: Μου είπες ψέματα Μπλανς.
   ΜΠΛΑΝΣ: Πώς τολμάς να λες ότι είπα ψέματα!
   ΜΙΤΣ: Ψευτιά, ψευτιά, μέσα κι έξω, όλο ψευτιά.
   ΜΠΛΑΝΣ: Όχι μέσα μου! Το ψέμα ποτέ δεν έφτασε στην καρδιά μου…
   (Από τη γωνιά προβαίνει μια μεξικάνα, τυφλή, τυλιγμένη σ’ ένα σκούρο σάλι. Πουλάει λουλούδια. Κρατάει μπουκέτα από ψεύτικα, λαμπερά λουλούδια, φτιαγμένα από τενεκέ. Είναι τα λουλούδια που συνηθίζουν οι λαϊκοί μεξικάνοι για διακόσμηση στις κηδείες και άλλες τελετές. Το φώναγμά της μόλις και ακούγεται, και η φιγούρα της είναι μόλις ορατή).
   ΜΕΞΙΚΑΝΑ: Flores, Flores, Flores para los muertos, Flores, Flores… Λουλούδια, λουλούδια για τους πεθαμένους, λουλούδια…
   ΜΠΛΑΝΣ: Τι; Ω, απ’ έξω είναι… (Πάει στην πόρτα, ανοίγει, βρίσκεται μπροστά στη μεξικάνα και την κοιτάζει κατάματα).
   ΜΕΞΙΚΑΝΑ (βρίσκεται μπροστά στην πόρτα. Προσφέρει λουλούδια στην Μπλανς) : FloresFlores para los mouertos… Λουλούδια για φέρετρα;
   ΜΠΛΑΝΣ (ξαγριεμένη από φόβο) : Όχι, όχι! Όχι ακόμη! Όχι ακόμη! (ξαναμπαίνει μέσα σα βέλος, κλείνοντας την πόρτα με βρόντο)
   ΜΕΞΙΚΑΝΑ (απομακρύνεται προς το δρόμο) : - Για τα φέρετρα… Flores para los muertos(η μουσική της πόλκας ακούγεται αδύναμα)
   ΜΠΛΑΝΣ (σαν στον εαυτό της) : Επικρίσεις… και τύψεις… - «Αν το ‘κανες αυτό, δεν θα πάθαινα εγώ τώρα αυτό»…
   ΜΕΞΙΚΑΝΑ: FloresCorones
   ΜΠΛΑΝΣ: Κληρονομιές! Χα! Και άλλα πολλά… όπως – μαξιλάρια λερωμένα με αίμα – «τα σεντόνια της θέλουν άλλαγμα»… «Ναι μητέρα, αλλά, δεν μπορούμε να πάρουμε μια μικρή νέγρα γι’ αυτές τις δουλειές;»… Όχι - δεν μπορούσαμε, φυσικά. Όλα είχανε γλιστρήσει μέσα απ’ τα χέρια μας. Όλα εκτός από τον - …
   ΜΕΞΙΚΑΝΑ: Flores…
   ΜΠΛΑΝΣ: …θάνατο. Καθόμουνα έτσι, και η μητέρα απέναντί μου κι ο θάνατος τόσο κοντά μας, όσο εσύ τώρα… και μεις φοβόμαστε ακόμα και να ομολογήσουμε πως ξέραμε τ’ όνομά του…
   ΜΕΞΙΚΑΝΑ: Flores para los muertos… Flores, Flores
   ΜΠΛΑΝΣ: Ξέρεις το αντίδοτο για το θάνατο;… Είναι ο πόθος… Μπα, απορείς! Γίνεται να απορείς;… Κοντά στη Μπέλλ Ρεβ, προτού τη χάσουμε και τη Μπελλ Ρεβ, ήταν ένα στρατόπεδο για νεοσύλλεκτους. Τα σαββατόβραδα πήγαιναν στην πόλη για να μεθύσουν…
   ΜΕΞΙΚΑΝΑ (μαλακά) : Flores.
   ΜΠΛΑΝΣ: …και στο γυρισμό, έμπαιναν στον κήπο μου, ετρίκλιζαν και με καλούσαν… «Μπλανς! Μπλάνς!» Μια γριούλα που είχε απομείνει ζωντανή, ήταν θεόκουφη και δεν υποψιαζόταν… Και στο τέλος, άρχισα να βγαίνω έξω και ν’ απαντάω στο κάλεσμά τους… στα χαράματα, ένα φορτηγό τους μάζευε… σαν κομμένες μαργαρίτες… και τους πήγαινε πίσω…
   (Η μεξικάνα στρίβει αργά και χάνεται. Η Μπλανς πάει στο τραπεζάκι της τουαλέτας και στηρίζεται απάνω του. Αμέσως μετά, ο Μιτς σηκώνεται και την ακολουθεί, έχοντας κάτι κατά νου. Βάζει τα χέρια του στη μέση της και προσπαθεί να την κάνει να γυρίσει).
   ΜΠΛΑΝΣ: Τι θέλεις;
   ΜΙΤΣ: Θέλω εκείνο που δε μού ‘δωσες όλο το καλοκαίρι.
   ΜΠΛΑΝΣ: Τότε παντρέψου με Μιτς!
   ΜΙΤΣ: Δε μου κάνεις για γάμο.
   ΜΠΛΑΝΣ: Γιατί;
   ΜΠΛΑΝΣ: Δεν είσαι τίμια – δεν κάνεις για το σπίτι μου και τη μάνα μου.
   ΜΠΛΑΝΣ: Τότε να φύγεις από δω! (Ο Μιτς την κοιτάζει κατάματα). Βγες από δω μέσα αμέσως, προτού αρχίζω να ουρλιάζω «φωτιά»! (Η υστερία τής σφίγγει το λαιμό) – Φύγε από δω μέσα προτού φωνάξω «φωτιά»!
   (Εκείνος συνεχίζει να την κοιτάζει. Η Μπλανς ορμάει ξαφνικά στο παράθυρο, που πλαισιώνει το αχνό γαλάζιο καλοκαιριάτικο ουρανό της νύχτας, και κραυγάζει άγρια).
   -Φωτιά! ΦΩΤΙΑ! Φ Ω Τ Ι Α ! ! !
   (Ο Μιτς χαμένος, βγαίνει, κατεβαίνοντας τα σκαλιά σα μεθυσμένος και χάνεται στη γωνία. Η Μπλανς, πισωπατάει  τρεκλίζοντας, και καταρρέει στα γόνατα. – Το απόμακρο πιάνο είναι αργό και πικρό).  
  
  


A Streetcar Named Desire (6/8) Movie CLIP - Meetings with Strangers (1951) HD

(youtube, 26/8/2016)


Beatles - White Album - 1968 - full album / (youtube. 13/1/2018)

.............................................................


Beatles - White Album - 1968 - full album


Disco 1 Lato A 

Back in the U.S.S.R. (Lennon-McCartney) - 2:43 Dear Prudence (Lennon-McCartney) - 3:56 Glass Onion (Lennon-McCartney) - 2:17 Ob-La-Di, Ob-La-Da (Lennon-McCartney) - 3:08 Wild Honey Pie (Lennon-McCartney) - 0:53 The Continuing Story of Bungalow Bill (Lennon-McCartney) - 3:14 While My Guitar Gently Weeps (Harrison) - 4:45 Happiness is a Warm Gun (Lennon-McCartney) - 2:43 
Lato B 
Martha My Dear (Lennon-McCartney) - 2:28 I'm So Tired (Lennon-McCartney) - 2:03 Blackbird (Lennon-McCartney) - 2:18 Piggies (Harrison) - 2:04 Rocky Raccoon (Lennon-McCartney) - 3:32 Don't Pass Me By (Starkey) - 3:50 Why Don't We Do It in the Road? (Lennon-McCartney) - 1:41 I Will (Lennon-McCartney) - 1:46 Julia (Lennon-McCartney) - 2:54 

Disco 2 Lato A 
Birthday (Lennon-McCartney) - 2:42 Yer Blues (Lennon-McCartney) - 4:01 Mother Nature's Son (Lennon-McCartney) - 2:48 Everybody's Got Something to Hide Except Me and My Monkey (Lennon-McCartney) - 2:24 Sexy Sadie (Lennon-McCartney) - 3:15 Helter Skelter (Lennon-McCartney) - 4:29 Long, Long, Long (Harrison) - 3:04 
Lato B 
Revolution 1 (Lennon-McCartney) - 4:15 Honey Pie (Lennon-McCartney) - 2:41 Savoy Truffle (Harrison) - 2:54 Cry Baby Cry (Lennon-McCartney) - 3:01 Revolution 9 (Lennon-McCartney) - 8:22

(youtube. 13/1/2018)





Telemann - Oboe Sonatas (youtube, 14/3/2013)

............................................................



Telemann - Oboe Sonatas

(youtube, 14/3/2013)


Partia, for violin (or flute/oboe) & continuo in G major (KCM No. 2), TWV 41:G2 1 Siciliana 2 Aria I: Allegro 3 Aria 2: Allegro 4 Aria 3: Allegro 5 Aria 4: Affettuoso 6 Aria 5: Presto 7 Aria 6: Tempo di minuet Trio for oboe, harpsichord & continuo in E flat major (Essercizii Musici No. 12/24), TWV42:Es3 8 Largo 9 Vivace 10 Mesto 11 Allegro Sonata for oboe & continuo in E minor (Essercizii Musici No. 11/21), TWV 41:e6 12 Largo 13 Allegro 14 Grave 15 Vivace Sonata for oboe & continuo in A minor (GMM No. 50), TWV 41:a3 16 Siciliana 17 Spirituoso 18 Andante 19 Vivace Zischet nur, stechet, ihr feurigen Zungen!, sacred cantata for voice, oboe & continuo (HGD), TWV 1:1732 20 Vivace 21 Vivace Solo, for oboe & continuo in B flat major (Essercizi musici No. 5/9), TWV 41:B6 22 Adagio 23 Allegro 24 Cantabile 25 Vivace Dies ist der Gotteskinder Last, sacred cantata for voice, oboe & continuo (HGD), TWV 1:356 26 Mesto e sdegnoso 27 Allegro 


Paul Goodwin, Baroque Oboe, Primary Artist John Toll, Harpsichord Susan Sheppard, Baroque Cello Nigel North, Archlute, Theorbo Lynden Cranham, Baroque Cello 

Georg Philipp Telemann (14 March 1681 -- 25 June 1767) was a German Baroque composer and multi-instrumentalist. Almost completely self-taught in music, he became a composer against his family's wishes. After studying in Magdeburg, Zellerfeld, and Hildesheim, Telemann entered the University of Leipzig to study law, but eventually settled on a career in music. He held important positions in Leipzig, Sorau, Eisenach, and Frankfurt before settling in Hamburg in 1721, where he became musical director of the city's five main churches. While Telemann's career prospered, his personal life was always troubled: his first wife died only a few months after their marriage, and his second wife had extramarital affairs and accumulated a large gambling debt before leaving Telemann. Telemann was one of the most prolific composers in history (at least in terms of surviving oeuvre) and was considered by his contemporaries to be one of the leading German composers of the time—he was compared favorably both to his friend Johann Sebastian Bach, who made Telemann the godfather and namesake of his son Carl Philipp Emanuel, and to George Frideric Handel, whom Telemann also knew personally. Telemann's music incorporates several national styles (French, Italian) and is even at times influenced by Polish popular music. He remained at the forefront of all new musical tendencies and his music is an important link between the late Baroque and early Classical styles.

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

[Τα σκόπιμα «Σκόπια»] γράφει ο Κύρκος Δοξιάδης * ("Εφημερίδα των Συντακτών", 16.01.2018)

............................................................


Τα σκόπιμα «Σκόπια»


Τα σκόπιμα «Σκόπια»
Φαίνεται πως κανείς δεν αρνείται ότι η Μακεδονία είναι μια ευρύτερη γεωγραφική περιοχή που περικλείει, εκτός από την ελληνική Μακεδονία, ολόκληρη τη γειτονική χώρα και κάποιο τμήμα της Βουλγαρίας. Δεν είναι κατ’ αρχήν παράλογο επομένως η συγκεκριμένη χώρα να χρησιμοποιεί τον όρο «Μακεδονία» στην ονομασία της. Αλλά ας δεχτούμε πως αυτό το επιχείρημα είναι δευτερεύον. Δεν ταυτίζεται πάντα η ονομασία μιας γεωγραφικής περιοχής με το όνομα ενός εθνικού κράτους.
Επιπλέον, υπάρχει μια βάσιμη ιστορική διαπίστωση: όταν ο Τίτο, κατά τη δεκαετία του 1940, αποφάσισε να ονομάσει «Μακεδονία» την ομόσπονδη εκείνη δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, το έπραξε έχοντας βλέψεις προσάρτησης της ελληνικής Μακεδονίας, δεδομένης της γεωπολιτικής ρευστότητας που επικρατούσε λόγω ελληνικού εμφυλίου πολέμου. Θα ήταν σωστή επομένως μια θέση της Ελλάδας ότι η χρήση του όρου «Μακεδονία» μπορεί να υποκρύπτει ανάλογες επεκτατικές προθέσεις και στο παρόν – από τότε δηλαδή που η γειτονική χώρα ανακηρύχτηκε ανεξάρτητο κράτος με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1991.
Θα ήταν σωστή μια τέτοια θέση... αν η πραγματική ονομασία ήταν κάπως αλλιώς. Αν δηλαδή κατά τον σχεδόν μισό αιώνα που μεσολάβησε από τα τέλη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας οι κάτοικοι εκείνης της ομόσπονδης δημοκρατίας δεν είχαν συγκροτήσει εξ ολοκλήρου την εθνική τους ταυτότητα ως Μακεδόνες. Αν, με άλλα λόγια, η λέξη «Μακεδονία» υπήρχε μόνο στα χαρτιά, για την εξυπηρέτηση των αρχικών επεκτατικών βλέψεων του Τίτο, και οι κάτοικοι της χώρας στην πραγματικότητα αυτο- και αλληλο-αναγνωρίζονταν με κάποια άλλη εθνική ονομασία.
Γνωρίζουμε όμως όλοι, δηλαδή όλοι όσοι έχουμε πληροφορηθεί στοιχειωδώς σοβαρά για το ζήτημα, ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Επί τέσσερις και πλέον δεκαετίες, η μοναδική εθνική ταυτότητα με την οποία μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν γενεές ανθρώπων στη γειτονική χώρα ήταν η μακεδονική.
Η απαίτηση επομένως για πλήρη απεμπόληση του όρου «Μακεδονία» από την εθνική τους ονομασία, με μόνο επιχείρημα ότι κίνητρο για την αρχική υιοθέτηση του όρου, σε άλλες εποχές και υπό τελείως διαφορετικές γεωπολιτικές συνθήκες, ήταν οι επεκτατικές βλέψεις του τότε ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας, είναι άδικη, αντιδημοκρατική, ανήθικη και, το κυριότερο, απολύτως, μα απολύτως αντιρεαλιστική – που σημαίνει απολύτως αυτοκαταστροφική ως προς τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές πεδίο.
Είναι γνωστοί οι κύριοι παράγοντες που συνέβαλαν στην αυτοκαταστροφική αδιαλλαξία της Ελλάδας κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1990: ο απολύτως αδίστακτος πολιτικός καιροσκοπισμός του τότε υπουργού Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος λειτούργησε σε αγαστή συνέργεια με τα νεοσύστατα τότε ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, που με τη σειρά τους βρήκαν χρυσή ευκαιρία να εγκαθιδρύσουν την επικοινωνιακή τους ηγεμονία πλειοδοτώντας στον υπερπατριωτισμό.
Οχι ότι το υπόλοιπο προσωπικό των πολιτικών κομμάτων είναι άμοιρο ευθυνών (της Αριστεράς –φευ!- συμπεριλαμβανομένης), αλλά μπορούμε να πούμε ότι σε μεγάλο βαθμό συμπαρασύρθηκε από ένα άκρως αδιάλλακτο ιδεολογικό κλίμα που είχε ήδη διαμορφωθεί στον πολύ κόσμο από τους παράγοντες που προαναφέρθηκαν. Και πώς λοιπόν πείστηκε ο πολύς κόσμος για μια θέση που καλώς εχόντων των πραγμάτων μόνο ακροδεξιοί θα μπορούσαν να υποστηρίξουν;
Από ένα προπαγανδιστικό τέχνασμα που χωρίς υπερβολή θα λέγαμε πως ίσως είναι το πιο επιτυχημένο στην ιστορία της προπαγάνδας. Η γειτονική χώρα βαφτίστηκε με το ζόρι από την ελληνική πλευρά με ένα όνομα που ποτέ της δεν είχε: «Σκόπια». Ο πολύς κόσμος όντως πίστεψε πως αυτό είναι το πραγματικό της όνομα. Διαγενεακά κιόλας. Οι φοιτητές μου ακόμα και σήμερα με κοιτάζουν περίεργα όταν τους εξηγώ πως το να λες «Σκόπια» εννοώντας εκείνη τη χώρα είναι ΑΚΡΙΒΩΣ το ίδιο με το να λες «Αθήνα» εννοώντας «Ελλάδα».
Από εκεί ξεκινάνε όλα. Και η διεθνής απομόνωση της Ελλάδας («μας λένε ηλίθιους και γελοίους», μου είχε εκμυστηρευτεί τον Σεπτέμβριο του 1992 διαπρεπής συνάδελφος διεθνολόγος επιστρέφοντας από διεθνές επιστημονικό συνέδριο), και η ενίσχυση των εθνικιστικών τάσεων της άλλης πλευράς (απολύτως αναμενόμενη), και η απόλυτη αποτυχία των ελληνικών προσπαθειών που έφεραν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα (σκέτα Μακεδονία τη λένε όλοι εκτός από τους Ελληνες).
Το χειρότερο όμως είναι ότι μετά από 27 χρόνια δεν έχουμε βάλει μυαλό. Ακόμη και τώρα, που με 27 χρόνια καθυστέρηση μέρος έστω της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας υιοθετεί τη μόνη σωστή θέση, ήτοι την αποδοχή της ονομασίας «Μακεδονία» με κάποιον προσδιορισμό, μέχρι και η δημόσια τηλεόραση «Σκοπιανό» το ανεβάζει, «ονομασία των Σκοπίων» το κατεβάζει. Αναπαράγοντας έτσι την άγνοια του κόσμου, επί της οποίας Καμμένοι και Ιερώνυμοι βρίσκουν και τα κάνουν.


* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

"Ερίδματοι φίλοι μου…" γράφει η Μαργαρίτα Ικαρίου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 16.01.2018)

...........................................................


Ερίδματοι φίλοι μου…


Ως πότε θα μας ξελασπώνουν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι και η ελληνική γλώσσα; Κουβαλάμε μια μακραίωνη ιστορική διαδρομή κι έναν πολιτισμό με τον ίδιο τρόπο που σήκωναν παλιά τις βαλίτσες οι αχθοφόροι. Ως φόρτωμα κι ως αγγαρεία. Ενίοτε και ως μέσο επίδειξης, με όποια ορθογραφία κι αν επιλέξετε τη λέξη…
Η προγιαγιά μου, είχε ως αγαπημένη φράση απαξίωσης εκείνη τη ρήση για τα μεταξωτά βρακιά. Ο παππούς, ως λανθάνων Φωτόπουλος σε ασπρόμαυρη ελληνική ταινία (το δίκανοοοο), μιλούσε για χοντρό αλάτι και μπαλωθιές σε πολιτικά οπίσθια. Αυτήν την όπισθεν πλευρά στον καθρέφτη του πολιτικού βίου της χώρας ατενίζουμε επί δεκαετίες, ψάχνοντας να  βρούμε αντανακλάσεις φωτός κι όχι έκδηλα είδωλα. Εις μάτην.
Ο τόπος μας είναι μια ανοιχτή θάλασσα πνεύματος και τέχνης, πολιτισμού και παιδείας. Μα, σώνει και καλά, τον εγκιβωτίσαμε σε μια γυάλα για χρυσόψαρα-σαν το τραγουδάκι του Τζίμη Πανούση: «…είμαστε οι δύο μας, στο ενυδρείο μας, αλλοπαρμένοι…».
Χτυπάμε στο μίξερ της τηλοψίας αχταρμά το αρχαίο με τη μεταμοντέρνα αριστερά, το εθνικιστικό με την μονίμως παρωχημένη νεοφιλελεύθερη τάση, το ακρογωνιαίο με το μεταχρονολογημένα φασιστίζων, το ψευδοεπικό με τον γιαλαντζί στόμφο και τα σερβίρουμε σε ψηλό ποτήρι τηλεθέασης με μια κοινή γνώμη πιο κοινή κι από κυνική πόρνη.
Θόρυβος ή ανία. Δηκτικός λόγος ή δεκτικός πόθος. Εξουσία ή αμνησία. Ανάξιες αξίες. Ικεσίες σε ηγεσίες. Θράσος και κομπάρσος. Κομπασμοί και κορδακισμοί. Εσμοί… 
Ζώντας στη χώρα που ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα και ακόμη φαιδρότεροι υπουργίσκοι, "τα ευσεβή και σεβάσμια καθάρματα" του Αναγνωστάκη, αφού κυλίστηκαν στο εμποριό και στο ξύγκι, στο λίπος και τη λήθη της πρότερης πορείας τους, έρχονται να πρυτανεύσουν με αδόκιμους εξυπνακισμούς και ρητορείες πασπαλισμένες με λέξεις λόγιες και δόλιες στη ρηχότητα μιας εποχής που θυμίζει τον γεμάτο κηλίδες παλιό μπιντέ… 
Αίφνης, εάν με οίηση θεωρείς εαυτόν «βαρύποτμο» και «βαρυαχή», μπορείς να απεμπολείς κυριαρχικά δικαιώματα, να υποτιμάς τη νοημοσύνη των πολιτών, να ασεβείς στους δημοκρατικούς θεσμούς, να λοιδωρείς αρχαϊστί τους αντιπάλους, να προβαίνεις σε εξυβρίσεις προσώπων και κοινωνικών ομάδων, να χαρακτηρίζεις "πορνική" στο σύνολό της τη νέα γενιά, προτρέποντάς την να οδεύει άλλες ώρες –πλην των σχολικοεκδρομικών- στα μπορντέλα. Να μη διστάζεις καν να πεις πως στα τόσα της νησιά η Ελλάδα δεν θα πάθει και κάτι τις, εάν χάσει μερικά. Να θωπεύεις μια θητεία που έχει ξεμανταλώσει την έννοια του Πανεπιστημίου κι έχει κάνει το δάσκαλο μουρτζούφλη διαχειριστή της διδακτέας ύλης.
Να περιγράφεις τα μέζεα του στεατοπυγικού σου συστήματος, να οριοθετείς ποιος σε αυτά θα υποκλιθεί και παρά ταύτα, να μένεις στο απυρόβλητο. Και να αυτοξηλώνεσαι γιατί έθιξες οπαδομάνι και τη στρογγυλή θεά. Οποία φαιδρότης.
Αποκαλυπτική του σαθρού, η στερεότης. 
Ο στερημένος κατοχικά ή εμφυλιοπολεμικά γονιός, ο της γενιάς των Λαμπράκηδων και του 1-1-4 γονιός, μεγάλωνε τα παιδιά του με την επωδό «μάθε παιδί μου, γράμματα». Θεωρώντας πως έτσι, όχι μόνο διασφαλιζόταν η επαγγελματική πορεία και οικονομική ευρωστία, αλλά και το «απελέκητο ξύλο» θα είχε έτσι υποστεί μια επεξεργασία νοητική και συμπεριφορική.
Όπως καταδεικνύεται, η παιδεία δεν είναι υπόθεση αντιληπτικού επιπέδου και γνωστικού αντικειμένου. Ούτε σοβαροφανής κουτοπονηριά και λεξιγνωστική έπαρση εκείνων που σε έδρανα αγορεύουν, με συμπεριφορά αγοραία. "Σε εκείνον που έχει κακή αγωγή, το θάρρος γίνεται θράσος, η σοφία σχολαστικότητα, η ευφυΐα κοροϊδία, η απλότητα βαναυσότητα…» έλεγε ο Βρετανός φιλόσοφος Τζον Λοκ.
Μα, όπως θα έλεγε καλύτερα ο Οδυσσέας Ελύτης, «και που αγγιχτήκανε οι μουτζούρες με τα χρυσά νομίσματα…». Και θα θελα, να' χαμε όλοι παραιτηθεί από τη μνημονιακή παραίτηση κι από την παραίσθηση πως όλα θα αλλάξουν χωρίς να κουνηθούμε ρούπι από τον καναπέ…
Ερίδματοι  φίλοι και σύντροφοι, 
υποβάλλω σήμερα την από την θέση του πολίτη, καθημένου επί του καναπέως,  παραίτησίν μου. Θεωρώ πως τούτο διευκολύνει ως εικός την άρνησίν μου στην υποδούλωση της πατρίδος και, συνάμφω το ιδεολογικό μου αυτεξούσιον.
Μετά της προσηκούσης τιμής (επιβάλλετε παρακαλώ τον δέοντα φορολογικόν συντελεστήν)
Ανώνυμος τις Έλλην