Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

Sleuth (2007), του Kenneth Branagh - από τον φίλο στο fb Giannis Smoilis (facebook, 20.10.2019)

.............................................................


Sleuth (2007), του Kenneth Branagh


Υπάρχει εκείνο το παλιό, ψιλορατσιστικό και οπωσδήποτε μη πολιτικά ορθό, ανέκδοτο που λέει: “τι είναι μια γυναίκα ανάμεσα σε δύο άγγλους άνδρες; -εμπόδιο”. Περί αυτού πρόκειται στο, κατά Κένεθ Μπράνα, “Sleuth” του 2007, το οποίο ξαναδιαβάζει το κλασσικό θεατρικό έργο του βρετανού Anthony Shaffer, μέσα απ' την καυστικότατη πένα του μεγάλου Χάρολντ Πίντερ ( ο οποίος έχει γράψει το σενάριο εδώ). Το θεατρικό του Shaffer, με όχημα μια ψευδοαστυνομική ίντριγκα και τους δραματουργικούς κώδικες της μαύρης κωμωδίας, αφηγούνταν μια ιστορία ταξικού ανταγωνισμού που έπαιρνε τη μορφή ερωτικής αντιζηλίας ανάμεσα σε δύο άνδρες διαφορετικών ηλικιών αλλά και διαφορετικής κοινωνικής θέσης, οικονομικής ισχύος, ταξικής προέλευσης. Η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του έργου, που έγινε το 1972 απ΄τον Joseph L. Mankiewicz, δεν παρέκκλινε στο ελάχιστο απ' την πρώτη ύλη. Έδειξε τη, μέχρις εσχάτων, μάχη της ιδιοκτησίας με την ακτημοσύνη, για να αποδείξει ότι η δεύτερη δεν είναι ούτε τόσο αθώα, ούτε τόσο ανιδιοτελής όσο θέλει να δείχνει. Ο Μάιλο, νέος, φτωχός, ανερχόμενος, “κλέβει” τη γυναίκα του ηλικιωμένου, πλούσιου, φτασμένου Άντριου, σε μια προσπάθεια να ξεκινήσει τη δική του ανέλιξη στην κοινωνική κλίμακα.
Η σύζυγος του επιτυχημένου συγγραφέα, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα πρώτο σκαλοπάτι σ' αυτή την πορεία. Ο Μάιλο θέλει κι εκείνος να γίνει ιδιοκτήτης. Και χρησιμοποιεί τα μέσα που διαθέτει: τα νιάτα και την ομορφιά του. Ποζάρει ως ερωτευμένος, μιλάει για “υψηλά” αισθήματα, σχεδόν πείθει κι ο ίδιος τον εαυτό του ότι δεν θέλει τίποτα, ότι επιθυμεί απλώς να ζήσει ελεύθερος με τη γυναίκα που αγαπάει αλλά ο υποτιθέμενος έρωτάς του είναι καθαρή μνησικακία. Με αυτό τον τρόπο, επιδιώκει απλώς να δηλώσει στον αντίζηλο, ότι έχει έρθει η σειρά του κι ότι εκείνος καλό θα ήταν να αποδεχτεί την ήττα του και να αποσυρθεί. Η κόντρα του νεαρού Μάιλο με τον ώριμο Άντριου, είναι μια κοινωνική και πολιτική αψιμαχία. Αντιπροσωπεύουν δύο γενιές που βρίσκονται μόνιμα σε εμπόλεμη κατάσταση. Το νέο θέλει να γεννηθεί και θα χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να το πετύχει. Το παλιό αρνείται να πεθάνει και θα προσπαθήσει να μείνει γαντζωμένο στη θέση του για όσο πιο πολύ μπορεί. Αλλά μην ξεγελιέστε, δεν υπάρχει καμιά αντιπαράθεση ιδανικών ή κοσμοθεωριών εδώ, μιας ρομαντικά ιδεαλιστικής απ' τη μία και μιας κυνικά υλιστικής απ' την άλλη. Όλοι είναι το ίδιο κενόδοξοι. Όλοι θέλουν απλώς να κατέχουν.
Στην εκδοχή του Μπράνα, υπάρχουν όλα τα παραπάνω αλλά με μια -ιδιαιτέρως σημαίνουσα- πινελιά διαστροφής που τα πηγαίνει σε άλλο επίπεδο. Θα έλεγα ότι ο Πίντερ βάζει στο παιχνίδι τον Χέγκελ. Τα αντίθετα απλώς ποθούν ενδόμυχα να ενωθούν, στο πέρας αυτής της μακράς διαδικασίας ανταγωνισμών και προσπαθειών αλληλοεξόντωσης βρίσκεται η τελική Σύνθεση. Η γυναίκα του Άντριου Γουάικ (που εδώ τον υποδύεται ο Μάικλ Κέιν, ο οποίος στην κινηματογραφική μεταφορά του 1972 ερμήνευε τον ρόλο του Μάιλο -μια πανέξυπνη επιλογή casting που επιβεβαιώνει όσα αναφέρω πιο πάνω: ότι δεν υπάρχει καμιά πραγματική “μάχη” κοσμοθεωριών κι ότι απλώς οι “μικροί” θέλουν να αποκτήσουν τα προνόμια των “μεγάλων”, με το πέρασμα των ετών θα μεταμορφωθούν σε ό,τι ακριβώς απεχθάνονταν), δεν είναι απλώς το απαραίτητο επίζηλο “αντικείμενο” που λειτουργεί ως “μήλον της έριδος” ανάμεσα στα δύο αρσενικά: είναι μια καθαρή πρόφαση για να μην παραδεχτούν ότι αυτό που στην πραγματικότητα ποθούν είναι ο ένας τον άλλον. Και μ' αυτό ο μεγαλοφυής Πίντερ δεν εννοεί ότι ο Άντριου και ο Μάιλο είναι κρυφο-ομοφυλόφιλοι (αν και τίποτα δεν αποκλείει εντελώς και μια τέτοια πιθανότητα), δεν έχουμε να κάνουμε με περιπτεριακή ψυχανάλυση εδώ ή φροϋδισμό του συρμού για πάσης φύσεως απαίδευτους. Το διακύβευμα είναι πολύ πιο ουσιαστικό. Αυτό που λέει ο Πίντερ είναι ότι ως “ιδιοκτήτες” δεν μπορούν να φανταστούν άλλο τρόπο σχετισμού με τους άλλους, παρά αυτόν της κτήσης και της κατοχής. Τον “εχθρό”, θέλουν κι αυτόν να τον ενσωματώσουν, να τον “αποκτήσουν” (αυτή δεν είναι, άλλωστε, η ουσία του καπιταλισμού κι η αιτία της παντοδυναμίας του; ). Μόνο έτσι θα τον νικήσουν πραγματικά.
Η γυναίκα, απ' τη στιγμή που έχει αποκτηθεί, δεν τους προκαλεί καμιά επιθυμία (και οι δύο, άλλωστε, την έχουν και δεν την έχουν: αυτό εξηγεί την αμφίθυμη στάση τους απέναντί της), δεν μπορεί κανείς παρά να επιθυμεί αυτό που δεν έχει: ο Μάιλο επιθυμεί τα χρήματα και την κοινωνική θέση του Άντριου, ο Άντριου τα νιάτα και την ομορφιά του Μάιλο, ο ένας θέλει να πραγματοποιήσει ένα άλμα προς το μέλλον, ο άλλος ένα άλμα στο παρελθόν, θέλουν ό,τι δεν έχουν, θέλουν ο ένας τον άλλον! Αυτό που θα καταλάβουν εν τέλει, είναι ότι η γυναίκα τους ενδιέφερε μόνο στον βαθμό που αποτελούσε “κτήμα” του άλλου. Κυριαρχεί η “μιμητική επιθυμία” για την οποία μιλούσε ο Ρενέ Ζιράρ (και το “Sleuth” του Μπράνα είναι, ίσως, μια απ' τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες που έχουν γίνει πάνω στις ιδέες του Ζιράρ). Για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του σημαντικού Γάλλου στοχαστή, ο Άντριου είναι ο διαμεσολαβητής της επιθυμίας του Μάιλο κι έπειτα, αφού του έχει κλέψει τη γυναίκα, ο Μάιλο γίνεται διαμεσολαβητής της επιθυμίας του Άντριου. Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, η γυναίκα δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα σύμβολο, μια ιδεολογική αφαίρεση -γι' αυτό δεν εμφανίζεται πουθενά στο έργο-, ένα σημείο (πράγμα που δηλώνεται σχεδόν ξεκάθαρα, άλλωστε, στην εκπληκτική σκηνή όπου ο Άντριου ντύνει τον Μάιλο με γυναικεία ρούχα). Η σαρκική της υπόσταση, η προσωπικότητά της, η ενδεχόμενη ομορφιά της ή η γοητεία της, δεν αφορούν. Το μόνο που έχει σημασία σ' αυτήν είναι η ιδιότητά της ως “αντικειμένου" πιθανής ιδιοποίησης. Υπάρχει για να πυροδοτεί τους ανδρικούς ανταγωνισμούς και να τρέφει τη ματαιοδοξία των “ιδιοκτητών”.
Πρόκειται, σαφώς, για ένα πολύ σκληρό σύμπαν, χωρίς αγάπη, ψυχρό και άκαμπτο, ένα αυστηρά ανδροκρατούμενο και “ομοφιλοφυλικό” (όχι με σεξουαλική αλλά με μεταφυσική έννοια) σύμπαν, στο οποίο τίποτα όμορφο ή θετικό δεν μπορεί να γεννηθεί και να ανθίσει. Ο κόσμος των Ιδιοκτητών, μας λένε ο Πίντερ και ο Μπράνα, είναι ένας κόσμος στείρος, ένας χώρος θανάτου. Και το -τόσο άδικα κατακρεουργημένο απ' την κριτική- “Sleuth” ένα κατάμαυρο αριστούργημα, που εκθέτει την απωθημένη αλήθεια αυτού του κόσμου, με απολαυστική ειρωνεία.

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2019

"Το μέλλον σαν σκουπιδοτενεκές" έγραψε ο Τάσος Τσακίρογλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 18.10.2019

..............................................................

Το μέλλον σαν σκουπιδοτενεκές





έγραψε ο Τάσος Τσακίρογλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 18.10.2019

«Το μέλλον διαρκεί πολύ» είναι ο τίτλος ενός πονήματος του μαρξιστή στοχαστή Λουί Αλτουσέρ, γραμμένου σε δραματικό τόνο με αφορμή γεγονότα της προσωπικής του ζωής. Στον αφορισμό αυτόν όμως για το μέλλον θα πρέπει ίσως να προσθέσουμε και τη φράση «και κοστίζει πολύ», αφού ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός μεταθέτει σ’ αυτό όλα τα χρέη και τα «υπόλοιπα» του παρόντος.
Η διαγενεακή αλληλεγγύη, η οποία αποτέλεσε επί δεκαετίες τη βάση του κοινωνικού κράτους, διαρρηγνύεται σήμερα βιαίως και η νέα γενιά αντιμετωπίζεται ως ο παρίας ενός συστήματος-Κρόνου που κυριολεκτικά καταβροχθίζει τα παιδιά του.
Οι νέες γενιές πληρώνονται λιγότερο για ίση δουλειά με εμάς, δουλεύουν περισσότερες ώρες και σύντομα το ασφαλιστικό σύστημα, που υποτίθεται ότι θα τους καλύπτει, θα είναι ένα καζίνο στο οποίο το κράτος θα τζογάρει τις εισφορές τους.
Αυτό σημαίνει ότι όλες οι ορίζουσες της ζωής τους θα είναι πλέον επισφαλείς και μετέωρες, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να καταλήξουν πένητες και ενδεείς στους δρόμους ή σε ιδρύματα -εάν και εφόσον και αυτά τα τελευταία συνεχίσουν να υπάρχουν.
Θα μου πείτε ότι ίσως αυτό να είναι το λιγότερο, εάν σκεφτούμε ότι επιβάλλουμε στους νέους να πληρώσουν και το τίμημα της κλιματικής αλλαγής, δηλαδή τους στερούμε ακόμα και το στοιχειώδες: ένα πλαίσιο φυσικής ύπαρξης σ’ ένα βιώσιμο περιβάλλον. Οι μεταπολεμικές γενιές εργάστηκαν, αναπτύχθηκαν και ευημέρησαν σε μια κοινωνία που προσέφερε σταθερότητα, ασφάλεια και προστασία και τώρα -ελέω ενός αρπακτικού οικονομικού συστήματος- στέλνουν τον λογαριασμό της σπατάλης και της κατανάλωσης στους νέους τού σήμερα και του αύριο.
Ο καπιταλισμός, με κυρίαρχο χαρακτηριστικό το άμεσο και κοντόφθαλμο κέρδος, «καταναλώνει» σήμερα τις νέες γενιές, εξοβελίζοντας τα δικά του σκουπίδια στο μέλλον τους, το οποίο αντιμετωπίζει σαν σκουπιδοτενεκέ για κάθε ανεπιθύμητο πρόβλημα και κάθε απόβλητο, προϊόν της κερδοσκοπικής λειτουργίας του.
Ας προσπαθήσουμε να μπούμε στη θέση αυτών των νέων: καλούνται να εργαστούν σε μια αγορά εργασίας με ελάχιστα εναπομείναντα δικαιώματα, με εξευτελιστικούς μισθούς και μηδαμινές πιθανότητες κοινωνικής ανόδου – εκτός και εάν είναι μέλη της ελίτ των «αρίστων», δηλαδή μιας παρασιτικής κάστας με μοναδικό προσόν τον κληρονομημένο πλούτο και το οικογενειακό «όνομα».
Οι ανισότητες εισοδήματος και πλούτου μπορούν -όπως δείχνουν πλέον όλες οι μελέτες (Πικετί, Ατκινσον, Μιλάνοβιτς κ.λπ.) - να συγκριθούν με εκείνες του 19ου αιώνα, αποδεικνύοντας πόσο οπισθοδρομικό είναι το παρόν οικονομικό σύστημα και πόσο φρενάρει την πραγματική πρόοδο της κοινωνίας.
Ο καπιταλισμός σήμερα φέρνει αντιμέτωπες τις κοινωνικές τάξεις, τις γενιές, τους μεμονωμένους ανθρώπους μεταξύ τους, αλλά και τους ανθρώπους με τη φύση. Οδηγεί ολοταχώς πίσω σε ένα bellum omnium contra omnes, έναν γενικευμένο πόλεμο όλων εναντίον όλων. Στερεί από την ανθρωπότητα κάθε «ορίζοντα προσμονής», υποθηκεύοντας το μέλλον και στερώντας της το «σκηνικό» μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται το σενάριο της ανθρώπινης περιπέτειας στη θεατρική σκηνή του πλανήτη.
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι εγκλωβίζει στην απάθεια την πλειονότητα των ανθρώπων, οι οποίοι παρακολουθούν παθητικά την καταστροφή της ίδιας τους της ζωής, το πολύ πολύ έναντι ευτελούς αντιτίμου: μιας δάνειας μικροαστικής ζωής γεμάτης «μικροσυμβιβασμούς και μικροσυμφέροντα».
Ζητούμενο παραμένει να μπορέσουμε να υψωθούμε πάνω από την τυραννία της καθημερινότητας και να δούμε -έστω για λίγο- τη μεγάλη εικόνα της ζωής μας.

[Το πένθος και ο "θόρυβος"] έγραψε ο Δημήτρης Γιατζόγλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 14.10.2019)

..............................................................

Το πένθος και ο "θόρυβος"


έγραψε ο Δημήτρης Γιατζόγλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 14.10.2019)

«Να τελειώνουμε με το πένθος! Να αποτρέψουμε την καθήλωση στην αδράνεια της παρατεταμένης μελαγχολίας. Να προχωρήσουμε!». Μ’ αυτό το ιδεολογικό «παράγγελμα» ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να υλοποιήσει τη διαδικασία του «μετασχηματισμού» του, για την κατεπείγουσα αναγκαιότητα του οποίου επιστρατεύεται το υποβλητικό φροϊδικό σχήμα.
Βεβαίως, η έξοδος από την κατάσταση του πένθους, ατομικού ή συλλογικού, δεν πραγματοποιείται με παραγγέλματα∙ απαιτεί την επίπονη αναμέτρηση με την απώλεια και όχι την απώθησή της. Και βεβαίως οι παλινδρομήσεις μεταξύ των πεδίων της πολιτικής και της ψυχανάλυσης είναι ερμηνευτικά ριψοκίνδυνες. Αλλά ακόμα κι αν τα παραβλέψουμε αυτά, η εφαρμογή του ψυχαναλυτικού δανείου, στη συγκεκριμένη περίοδο και για τις συγκεκριμένες διεργασίες στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι μάλλον αυθαίρετη. Οι αντιστοιχήσεις με την πραγματικότητα είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτες∙ τουλάχιστον για όσους τη βιώνουν εκτός των κομματικών ορίων.
Το «συλλογικό πένθος» του ΣΥΡΙΖΑ δεν έγινε αντιληπτό από τους «εκτός». Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μίλησε για την ήττα (δηλαδή για την απώλεια) και δεν συνομίλησε γι’ αυτήν με τον κόσμο της Αριστεράς. Δεν προσδιόρισε το τι ήταν αυτό που ηττήθηκε – ποιες ιδέες, ποιες επιλογές∙ αν η ήττα αφορούσε την απώλεια της κυβερνητικής εξουσίας ή κάτι περισσότερο. Αλλά ξέρουμε καλά ότι χωρίς την επίγνωση του αντικειμένου της απώλειας δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί και να ολοκληρωθεί η διαδικασία του πένθους.
Επί της ουσίας: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πέρασε από μια διαδικασία πολιτικού πένθους∙ δηλαδή από μια συλλογική διαδικασία στοχαστικής αποτίμησης της πορείας του από το 2012 και μετά. Το κενό δεν θα μπορούσε να αναπληρωθεί με τις όποιες ατομικές «αφηγήσεις» στελεχών και μελών του∙ πολύ περισσότερο καθώς ως σημείο προσανατολισμού και συνάντησης αυτών των παρεμβάσεων επιβλήθηκε εξ αρχής η γιορτή για «το νέο που πρέπει να γεννηθεί».
Πράγματι, αυτό που επιλέχθηκε και δρομολογήθηκε από το βράδυ κιόλας των εκλογών του Ιουλίου ήταν ο μετασχηματισμός του σε νέο κόμμα∙ η κλασική συνταγή της «φυγής προς τα εμπρός». Και το «ναι μεν αλλά» του εκλογικού αποτελέσματος λειτούργησε σαν αμορτισέρ απόσβεσης αντιρρήσεων και κραδασμών. Το γιατί και το πώς του νέου κόμματος ανιχνεύονται με απολύτως εμπειρικό τρόπο και αποσυνδεδεμένα από την ιστορική διαδρομή του «παλιού» πολιτικού υποκειμένου. Η συζήτηση γι’ αυτή τη διαδρομή αποθαρρύνθηκε και παρακάμφθηκε ως επουσιώδης ή επιζήμια – η αιτιολόγηση παραμένει αμήχανη. Μόνο που οι εμπειρίες της Αριστεράς από τέτοιες «παρακάμψεις» είναι αρνητικές. Αργά ή γρήγορα, τα ζητήματα επανέρχονται και η αναδρομική αντιπαράθεση ως προς αυτά δεν παράγει απλώς «θόρυβο» αλλά κρότο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ βαδίζει λοιπόν προς το συνέδριο της ανασυγκρότησης και του μετασχηματισμού του, χωρίς να συμπεριλάβει στην προσυνεδριακή ύλη του διαλόγου τον πολιτικό απολογισμό της συνολικής του πορείας. Πρόκειται για μια λανθασμένη επιλογή, στηριγμένη σε μια μη πειστική επιχειρηματολογία∙ διατυπωμένη μάλιστα όχι σε μια απόφαση των καθοδηγητικών του οργάνων αλλά σε ατομικές παρεμβάσεις κορυφαίων στελεχών του.
Η επιλογή οδηγεί αναπόφευκτα σε αυτό που υποτίθεται ότι θέλει να αποφύγει: Οι εκτιμήσεις για την ήττα οδηγούν είτε σε μια ασύντακτη λαθολογία των επιμέρους όψεων, είτε στον εξωραϊσμό των πεπραγμένων και στην παραδοχή μιας αναπόφευκτης ήττας εξαιτίας των «δυσμενών συσχετισμών» οι οποίοι υποτιμήθηκαν. Δεν είναι τυχαία η ευκολία με την οποία υιοθετήθηκε σιωπηρά ως ερμηνευτικό σχήμα η περιοδολόγηση της πορείας σε δύο περίπου ασύμβατες φάσεις: Εκείνην της «ανωριμότητας» ενός ριζοσπαστικού βολονταρισμού και εκείνη της ρεαλιστικής «ωριμότητας» στην περίοδο της διακυβέρνησης. Και μπορεί αυτό να συνιστά ένα βασικό σημείο σύγκλισης με τους συμμάχους, δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτό χωρίς μία αναλυτική συζήτηση.
O διάλογος επί του απολογισμού, συντεταγμένος και δημόσιος, χωρίς δραματοποιήσεις και αποσιωπήσεις, πάνω σε ένα κείμενο βάσης της ηγεσίας που θα προσανατολίζει στα ουσιώδη, δεν είναι ένα παλαιοκομμουνιστικό φετίχ. Είναι μια βαθιά πολιτική διαδικασία∙ περισσότερο γόνιμη από τη, συνήθως αόριστη, συζήτηση περί του μέλλοντος. Είναι αυτή που επιβεβαιώνει την ιστορικότητα του πολιτικού υποκειμένου∙ που εμπλέκει τον κόσμο της Αριστεράς και την κοινωνία σε μια διαδικασία αυτογνωσίας∙ που μπορεί να φωτίσει συγκεκριμένα πολιτικά και προγραμματικά ερωτήματα, τα οποία προέκυψαν στη διάρκεια του πολιτικού αγώνα. Είναι τελικά ένας δρόμος για να αποφύγουμε την αναπαραγωγή του «πένθους», δηλαδή την καθήλωση στη μελαγχολική νοσταλγία της ουτοπίας.
Ο διάλογος αυτός έχει τη δική του εγκυρότητα. Διαφορετικής τάξης από την εγκυρότητα των ιστορικών και των πολιτικών επιστημόνων που θα αξιολογήσουν, στο μέλλον και από απόσταση, ένα αυθεντικό ιστορικό εγχείρημα. Είναι η εν θερμώ εγκυρότητα του πάθους των ανθρώπων που συμμετείχαν σ’ αυτό και επιζητούν απαντήσεις στα ερωτήματά τους, που θέλουν να ανανεώσουν τη στράτευσή τους, εκλογικεύοντας την αίσθηση της ήττας. Είναι η εγκυρότητα που θα συμπεριληφθεί στην αξιολόγηση των μελλοντικών μελετητών, μαζί και συγκριτικά με την επιλογή της «παράκαμψης».
Η απολογιστική διαδικασία αποτελεί οργανικό στοιχείο του σχεδίου για την όποια ανανέωση του εγχειρήματος ΣΥΡΙΖΑ. Χωρίς αυτήν, η εξαγγελθείσα ανανέωση κινδυνεύει να καταγραφεί ως ακόμα ένα «πατερναλιστικό διάβημα» αποκομμένο από το ιστορικό πλαίσιο και την κοινωνική διαθεσιμότητα. Ενας απολογισμός στον οποίο ο καθένας καταγράφει τον πόνο του, χωρίς έναν κεντρικό κορμό κοινών εκτιμήσεων, μπορεί να οδηγήσει σε μια πρακτική ανασυγκρότησης της λογικής τού «βλέποντας και κάνοντας».
Η ίδια η Πολιτική Διακήρυξη δεν θα καταφέρει να υπερβεί το όριο του αριστερού ακαδη- μαϊσμού και να καταστεί το Μανιφέστο μιας ενωτικής κοινωνικής και πολιτικής δράσης, αν δεν διαποτιστεί από μια κριτική συνείδηση για τα όσα έχουν προηγηθεί. Ξέρουμε, για παράδειγμα, ότι η συζήτηση για το αίτημα του Σοσιαλισμού, όπως αυτό σκιαγραφείται στη Διακήρυξη, δεν απαιτεί από εμάς την επεξεργασία ενός μοντέλου.
Ξέρουμε όμως ταυτόχρονα ότι το μεγάλο στρατηγικό κενό της Αριστεράς σε ολόκληρη την Ευρώπη και για πάρα πολλά χρόνια είναι η ανυπαρξία μιας στοιχειώδους σύνδεσης του αιτήματος με την πολιτική και τα προγράμματα επί της συγκυρίας∙ ξέρουμε ότι αυτό είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο πρόβλημα∙ αλλά ότι θα έπρεπε να εισαχθεί τουλάχιστον ως κριτήριο αποτίμησης της πολιτικής πρακτικής μας, ξεκινώντας από την περίοδο της διακυβέρνησης που έκλεισε, για να τροφοδοτήσει τη μελλοντική προσπάθεια επεξεργασίας ενός πολιτικού προγράμματος για μια μετακαπιταλιστική ιστορική φάση.
Ξέρουμε, τέλος, ότι στο κρίσιμο ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών, η ριζοσπαστική Αριστερά βρίσκεται σήμερα στο μεταίχμιο ενός δύσκολου διλήμματος: Αν οι συμμαχίες θα πραγματοποιηθούν στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ταυτότητά του, ή θα προκριθεί ένας διαφορετικός δρόμος. Η συζήτηση και η αποτίμηση των όσων προηγήθηκαν είναι αναγκαία και χρήσιμη.
Απέναντι στη σημερινή σύνθετη κατάσταση, το επιχείρημα του «θορύβου» για την αποτροπή μιας εκτεταμένης συζήτησης που να ενοποιεί παρελθόν και μέλλον σε μια νέα πολιτική σύνθεση, είναι ένα συντηρητικό επιχείρημα. Αφαιρεί από το εγχείρημα μιας διευρυμένης ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς στον πολιτικό αγώνα εναντίον του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού χρήσιμες δυνάμεις, χαρακτηρίζοντάς τες ως «θορυβοποιούς». Και κυρίως στερεί από τον ΣΥΡΙΖΑ τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως παράδειγμα πολιτικού κόμματος που δεν φοβάται να κοινωνικοποιήσει τις εσωτερικές διεργασίες, τις αντιφάσεις, τις εμπειρίες και τα ερωτήματα, μέσα από τα οποία διεκδικεί τη στήριξη και τη συνέργεια των πολιτών.

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

"Γιατί είναι απάτη η συμφωνία ΗΠΑ- Ερντοαν για τη Συρία." έγραψε ο φίλος στο fb Γιώργος Παπαδόπουλος-Τετράδης (facebook, 17.10.2019)

..............................................................


Γιατί ειναι απάτη η συμφωνια ΗΠΑ- Ερντοαν για τη Συρια.
έγραψε ο φίλος στο fb Γιώργος Παπαδόπουλος-Τετράδης (facebook, 17.10.2019)
Τα ΜΜΕ σπερνουν τις τελευταίες ωρες οτι υπαρχει συμφωνια ΗΠΑ- Ερντοαν για καταπαυση του πυρος. Παραμυθια. Τα ΜΜΕ για ακομα μια φορα παπαγαλιζουν ό,τι μαλακία λένε οι επισημες πηγές χωρίς να χρησιμοποιούν το μυαλό τους. Εχουμε και λεμε:
1. Η συμφωνια προβλεπει να φυγουν σε 120 ωρες οι Κουρδοι μαχητες σε αποσταση 32χλμ απο τα συνορα και να παραδωσουν τον βαρυ οπλισμο τους! ΤΟΤΕ θα γινει καταπαυση του πυρος!

2. Η συμφωνια προβλεπει οτι η Τουρκια θα επιτηρει επ αοριστον αυτη τη ζωνη των 32 χλμ Συριακου εδαφους!
3. Η συμφωνια εχει γινει ερημην των Κουρδων, των Συρων και των Ρωσσων
Απο αυτα τα βασικα και μονο, η συμφωνία είναι μια οπερετα.
1. Οι Τούρκοι εισέβαλαν για να καταλαβουν αυτη τη ζωνη των 32 χλμ με τα οπλα (στην πραγματικοτητα πολυ περισσοτερα).
2. Οι Κουρδοι υπερασπίζονται αυτη την περιοχή, που είναι η πατριδα τους.
3. Οι Τουρκοι οχι μονο δεν μπορουν να μπουν στην περιοχή, αλλά αντιμετωπίζουν την ανεπίθεση των Κουρδων τα τελευταια 24ωρα.
4. Οι τουρκικοι στοχοι Κομπανι, Μαμπιτζ, Ρακα εχουν καταληφθει απο Κουρδους, Συρους, Ρωσσους.
5. Η τουρκικη επίθεση εχει κολλησει στη λασπη και απειλειται με Βατερλώ.
6. Γιατί οι Κούρδοι θα εγκαταλείψουν (κατα τη συμφωνία) τη χωρα και τον βαρυ οπλισμό τους;;;
7. Γιατί οι Σύροι (ο Ασσαντ) και οι Ρωσσοι που ελεγχουν πια το βορρά θα τον παραδωσουν στους Τουρκους; Επειδή συμφωνησαν ΗΠΑ- Ερντοαν;;;
8. Η δήθεν συμφωνια είναι στην πραγματικοτητα ενα τελεσιγραφο παραδοσης των Κουρδων αμαχητί!
Τελευταίο, για να σταματησει η αναπαραγωγή ηλιθιοτητων:
ΟΙ ΚΟΥΡΔΟΙ ΑΠΕΡΡΙΨΑΝ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΜΙΑ ΩΡΑ ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΤΟΥΡΚΙΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΤΟΥΣ.
Γιατι ολο αυτο το θεατρο;
1. Γιατί ο Τραμπ εχει αναγκη να παει στο Κογγρεσσο και να πει οτι κατι εχει καταφερει, μετα απο την κατακραυγη στις ΗΠΑ για την εγκαταλειψη της Συριας στους Ρωσσους. Και να σπρωξει την Τουρκια να κερδισει (και) γι αυτόν στη Συρια.
2. Γιατί ο Έρντοαν εχει αναγκη να δειξει οτι ειναι ο νικητης που επιβαλλει ορους. Και να εχει το άλλοθι να πει στη διεθνη κοινότητα "οριστε. Εγω προσφερα ειρήνη και οι Κουρδοι την απορριπτουν". Δεν είναι για γελια ότι, με τη γελοιότητα που διεπει τη διεθνη κοινοτητα μπορεί να στραφει έτσι εναντιον των Κουρδων! Που δεν φευγουν αμαχητι απο την πατριδα τους!
Η συνέχεια επι της οθονης.

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2019

"Με αφορμή το "Joker", μια ταινία που σπάει τα ταμεία..." από τη φίλη στο fb Elissavet Chronopoulou (facebook, 12.10.2019)

..............................................................

Με αφορμή το "Joker", μια ταινία που σπάει τα ταμεία...



από τη φίλη στο fb Elissavet Chronopoulou (facebook, 12.10.2019)


Να το πω, να μην το πω, να το πω, να μην το πω, ας μην το πω καλύτερα αλλά με τρώει και θα το πω: Είναι μια εβδομάδα τώρα που είδα κι εγώ το Joker, διάβασα κι όλα τα ωραία και σπουδαία και σοφά που γράφτηκαν από ανθρώπους που ακούω, θαυμάζω κι εκτιμώ, είπα κάτσε ρε παιδί μου, πάρ' το αλλιώς, σκέψου κι αυτό, σκέψου και τ' άλλο, τζίφος. Πέραν του εικαστικού μέρους (φωτογραφία, ντεκόρ) που είναι μεγαλειώδες και ο μόνος λόγος που δεν έφυγα στο μισάωρο, για μια ακόμη φορά, γιατί δυστυχώς είναι όλο και περισσότερες, τζίφος. Τίποτα. Νούλα. Βρήκα το σενάριο προκλητικά ανόητο, αφελές και γεμάτο απανωτά κλισέ επιπέδου καθημερινού σήριαλ, βρήκα την στερεότυπη αναπαράσταση του ψυχικά διαταραγμένου ως serial killer και vice versa ενοχλητική (επιεικώς), βρήκα επίσης ενοχλητική την αναπαράσταση της κοινωνικής εξέγερσης ως συγκυριακής αντίδρασης ενός ανερμάτιστου παρασυρμένου όχλου, βρήκα την ερμηνεία επίσης ανερμάτιστη, σχεδόν να' χαμε να λέγαμε, φορτωμένη με εξουθενωτικώς πολλαπλά δάνεια γερασμένων ερμηνειών από ταινίες που εκτός χρονικού πλαισίου σήμερα μοιάζουν ξεπερασμένες αλλά κυρίως και για όλους τους παραπάνω λόγους και άλλους που δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω είναι μια ταινία που αν δεν γινόταν τόσος ντόρος γι' αυτήν θα την είχα ήδη ξεχάσει. Και μου φαίνεται πως ο λόγος που αποφάσισα τελικα΄να τολμήσω να το πω δεν έχει σχέση με την ταινία (περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, ελπίζω τουλάχιστον) αλλά για να πω κάτι άλλο: Τι ωραίο, τι ανακουφιστικό, τι απελευθερωτικό που είναι να γερνάς! Δεν αναρωτιέσαι όπως όταν ήσουν νέος μήπως κάτι δεν κατάλαβες. Δε ψαρώνεις με τη γνώμη των πολλών ούτε των λίγων ούτε καν του ενός. Δεν έχεις πια την ανάγκη να ανήκεις. Δεν έχεις πια χρόνο γι' αυτό.

"Μετανάστες, τζιχαντιστές με ΑΦΜ" γράφει ο Περικλής Κοροβέσης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.10.2019)

..............................................................

     Μετανάστες, τζιχαντιστές με ΑΦΜ


γράφει ο Περικλής Κοροβέσης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 12.10.2019)

Ο διδάκτωρ Φυσικής του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ και δ/ντής Ερευνών του ΕΙΕ, κ. Αλ. Κεφαλάς, μας ενημερώνει και μας προειδοποιεί από την εφημερίδα «Δημοκρατία»: «Η αιφνίδια απόβαση 543 μουσουλμάνων εποίκων με 13 λέμβους στη Λέσβο αντανακλά την καθολική διάλυση της χώρας και την ανυπαρξία στοιχειώδους εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας.
Πράγματι σε περίπτωση αιφνιδιαστικής τουρκικής επίθεσης είναι φανερό ότι οι αθέατες λέμβοι θα αποβιβάσουν χιλιάδες Τούρκους κομάντος χωρίς οι αστυνομικές αρχές του νησιού να αντιληφθούν το παραμικρό. Δοθέντος επίσης ότι 100.000 τζιχαντιστές στη Συρία σύντομα θα αποβιβαστούν στην Ελλάδα ώστε να αποκτήσουν ΑΦΜ, επιδόματα και φροντίδα, που γενναιόδωρα χορηγεί το πολιτικό σύστημα μέσω της αφαίμαξης των αφώνων εγχωρίων υποζυγίων [...] Η πολιτική των ανοιχτών συνόρων που επέβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη επιφέρει την κοινωνική σήψη και τη διάλυση της κοινωνίας» (Εφ.Συν.», 3/9/19).
Επιπλέον έχουμε και τις αναλύσεις της Ν.Δ. όπως τις εξέφρασαν οι κ. Αδωνις Γεωργιάδης και Μάκης Βορίδης, που ύστερα από δικές τους έρευνες και μελέτες κατέληξαν στο επιστημονικό συμπέρασμα πως πρόσφυγες είναι μόνο οι προερχόμενοι από τη Συρία. Και αυτοί είναι το 7%. Το υπόλοιπο 93% είναι μη πρόσφυγες, είναι λαθρομετανάστες και έρχονται για οικονομικούς λόγους. Ακόμα και αυτοί που έρχονται από το Αφγανιστάν είναι οικονομικοί πρόσφυγες. Κατά τον κ. Γεωργιάδη, αυτή η χώρα δεν βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση.
Δηλαδή απ’ ό,τι αφήνει να εννοηθεί εκεί επικρατεί γαλήνη και ηρεμία που μπορεί να συγκριθεί με κάποια σκανδιναβική χώρα. Ωραία αφηγήματα για την τηλεόραση, όπου ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει, αρκεί να δημιουργεί θέαμα και να φέρνει διαφημίσεις. Το θέαμα δεν έχει απαιτήσεις επιστημονικής μελέτης. Ολα χωρούν, φτάνει να προσελκύουν το ενδιαφέρον του κοινού και να διασκεδάζουν την πλήξη του.
Αλλά εδώ δεν πρόκειται για θέαμα. Στην περίπτωση του κ. Κεφαλά έχουμε ένα πολιτικό άρθρο. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε τη μεταναστευτική πολιτική του κυβερνώντος κόμματος (μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, το γραφείο Τύπου της Ν.Δ. με τη σιωπή του μας αφήνει να καταλάβουμε πως τα δύο υψηλόβαθμα στελέχη της εκφράζουν την πολιτική της κυβέρνησης). Και εδώ μπορούμε να διαπιστώσουμε νεοφασιστικές θέσεις. Αυτό πρέπει να το εξηγήσουμε για να μη θεωρηθεί αφορισμός ή αυθαίρετος χαρακτηρισμός.
Πρώτον, για τον διδάκτορα κ. Κεφαλά. Πώς μέτρησε τους τζιχαντιστές; Και από πού είναι η πληροφορία πως θα έρθουν στην Ελλάδα; Εχει στοιχεία από κάποια υπηρεσία και τα κρατάει μυστικά; Στο αντισυριζαϊκό του μένος, ξεχνάει πως τώρα κυβέρνηση είναι η Ν.Δ. εδώ και τέσσερις μήνες.
Είναι αυτή η υπεύθυνη για την «κοινωνική σήψη», για την «καθολική διάλυση της κοινωνίας και την ανυπαρξία εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας»; Και αν αυτά είναι κληρονομιά του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί τα συντηρεί η Ν.Δ.; Και δεν μας εξηγεί από πότε οι Ενοπλες Δυνάμεις της χώρας έχουν αναθέσει την άμυνα του νησιού στις αστυνομικές αρχές. Να έχει άραγε κάποια άκρη στην ΕΥΠ και να μαθαίνει πρώτος τέτοιες σημαντικές αλλαγές; Και εδώ έχουμε μια καθαρή έκφραση του νεοφασιστικού λόγου: «κοινωνική σήψη και διάλυση», «ανασφάλεια» και οι κυνηγημένοι άνθρωποι γίνονται τζιχαντιστές.
Η εκδοχή της Ν.Δ. διά στόματος Βορίδη-Γεωργιάδη εκφράζει το κυρίαρχο ρεύμα του νεοφασισμού της Ευρώπης, που βλέπει τους μετανάστες σαν εισβολείς και απειλή του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής και τον σταδιακό εξισλαμισμό της Ευρώπης, λόγω της υπογεννητικότητας των εγχωρίων και της υπεργεννητικότητας των μουσουλμάνων.
Σε έναν κόσμο που σπαράσσεται από πολέμους και εμφύλιες συρράξεις, σε Μέση Ανατολή, Βόρεια και Κεντρική Αφρική, ο μόνος πόλεμος που υπάρχει είναι στη Συρία. Το Αφγανιστάν, μια από τις πιο επικίνδυνες χώρες στον κόσμο, με διαρκή εμφύλιο πόλεμο (άσχετα από τις διαπραγματεύσεις που μέχρι τώρα δεν έχουν φέρει κανένα αποτέλεσμα), είναι μη εμπόλεμο. Αλλά δεν υπάρχουν πολιτικοί πρόσφυγες από αυταρχικά καθεστώτα; Και όταν μια χώρα αδυνατεί να θρέψει τους κατοίκους της, βρίσκεται σε άλλον τύπο πολέμου. Και αυτός λέγεται πείνα.
Αναγκαστικά θα φύγουν και θα πάνε εκεί που υπάρχει ψωμί. Και ήδη έχουμε αρχίσει να δεχόμαστε περιβαλλοντικούς μετανάστες που η χώρα τους δεν ερειπώθηκε από βομβαρδισμούς, αλλά από την καταστροφή της φύσης. Και αυτό το νέο προσφυγικό κύμα αναμένεται να είναι το μεγαλύτερο και θα μετρηθεί σε πολλά εκατομμύρια.
Ο νεοφασισμός εδώ δεν βλέπει ένα τεράστιο παγκόσμιο κοινωνικό πρόβλημα που απαιτεί λύση. Βλέπει επαναπροώθηση και καταστολή. Δηλαδή έναν νέο εχθρό της κοινωνίας, κοινωνική κληρονομιά του αντισημιτισμού. Εδώ κάθε έννοια ανθρωπισμού εξοβελίζεται, ο άνθρωπος εκμηδενίζεται και γίνεται λαθρομετανάστης, άρα παραβάτης επειδή επιδιώκει να ζήσει. Και όσο η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα στις ρίζες του, τροφοδοτεί την ξενοφοβία, τον ρατσισμό, τον αποκλεισμό, δημιουργώντας τη βάση του νεοφασισμού.

Για την οντολογία του Καρούζου έγραψε ο Γιώργος Κοκκινάκος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 11.10.2019)


Για την οντολογία του Καρούζου



έγραψε ο Γιώργος Κοκκινάκος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 11.10.2019)






Ριζοσπαστικές αναγνώσεις
«Σας μιλώ από ένα υπόγειο. Σας μιλώ από το υπερώο της Ελλάδος», μας λέει ο Καρούζος σε ένα στίχο του. Αυτός ο άνθρωπος, λέει μια φίλη μου, είχε όση κόλαση χρειαζόταν και όσο παράδεισο ήθελε. Δεν έχω ακούσει πιο ευθύβολη φράση για την ποίηση του Νίκου Καρούζου.
Γιατί, τι να το κάνεις το σπάταλο φως του Αιγαίου, όταν αγνοείς τα ερέβη του; Γιατί ο παράδεισος δεν είναι τίποτα χωρίς την κόλασή του. Με αντίθετα φτιάχνεται ο αλγόριθμος του νου προς τον νοητό. Χωρίς αυτά δεν πας πουθενά. Γιατί το φως χωρίς το σκότος είναι αναυθεντικό.
«Μάταιος ο κόσμος αλλά πέρασμα» λέει ο Νίκος Καρούζος στην «Προσευχή του σκουληκιού». Μάταιος ο κόσμος, σκοτάδι, αλλά να το πέρασμα και να το φως του.
Αυτό είναι το φως του Νίκου Καρούζου, το οξύ, το διαπεραστικό, αυτό που βγαίνει μέσα από σχισμές. Αυτό το φως που επειδή βγαίνει από περάσματα, από στενά, έχει ένταση, φωτίζει, αναδεικνύει τη θέα και τη θέαση του κόσμου.
Εζησε, έγραψε και τελείωσε τον βιολογικό του κύκλο σε ένα υπόγειο. Δύο μέτρα κάτω από τη γη αλλά μίλησε με χίλιους τρόπους για το είναι. Εφτασε μέχρι τα έγκατα του όντος. Ισως γι’ αυτό ακριβώς μπόρεσε να γράψει για το μοναδικό θέμα που για τον Καρούζο υπήρχε: Το πρόβλημα της ύπαρξης. Ολα τα άλλα τα θεωρούσε τεχνητά, συγκυριακά, πολύ επουσιώδη θέματα -και δεν τον απασχολούσαν. Γι’ αυτό είχε συμφιλιωθεί με το τίποτα, που γι’ αυτόν είναι το παν.
Στην α-προσπάθεια για τον Καρούζο βρίσκεται το νόημα. Στη φωτογραφία είναι πικρός και επώδυνος από ύπαρξη, παρότι φαίνεται να ποζάρει με αυτό το υπομειδίαμα.
Ισως η υγρασία στον τοίχο, τα πενιχρά του υλικά αποκτήματα, η λιτή κλινοστρωμνή ή το ξύλινο τραπέζι με τα λιγοστά βιβλία, αναδεικνύουν σε εικόνα τον στίχο του «Θα ’θελα να κατουρήσω επαρκώς την ευτυχία σας». Το υπαρξιακό πρόβλημα ήταν το επείγον, το διακαές, το φλεγόμενο. Αυτό που για τους πολλούς ανθρώπους δεν υπάρχει ως πρόβλημα. Εμπλεος βιωμάτων από την οντολογική καταβύθιση και την ωκεάνια υπαρξιακή αγωνία, διακατέχεται από μια υπερπεριεκτικότητα στη σκέψη του, τέτοια που τον αναγκάζει να πάει πέρα από τις λέξεις. Αλλά πού; Ιδού η παν-τραγικότητα της ύπαρξης: «Εβγάτε όξω ρε μανάρια από τις λέξεις / Εβγάτε όξω δίχως πουκάμισα / στους μεγάλους αγώνες της ορατότητας». Αυτός ο πτωχός και πένης, ακτήμων, ασκητικός ποιητής, ο ζάπλουτος των λέξεων, τις αρνείται.
«Η λεγόμενη ποίηση, λύση συνέχειας του πνεύματος -η φλεγόμενη, μεζεδάκι στο άλυτο» μας λέει.
Ενας λυγμός είναι ολόκληρος, σπαράγματα οι λέξεις του, και μέγας αυταπατώμενος ο ποιητής, μας λέει αλλού. «Θέλω να βγω από τις λέξεις, βαρέθηκα», εμπλεκόμενος όμως βασανιστικά στην προσπάθεια συνεχούς ποιητικής δημιουργίας.
Ιδού η δημιουργική αντίφασή του: Ασεβής με τις λέξεις, ασεβής με την ποίηση, αφού διήνυσε ολόκληρη την οδό της ευσέβειας όμως.
Το σύμπαν του Καρούζου και αυτό που λέμε πραγματικό κόσμο είναι ασύμπτωτα. Και η γλώσσα του ακατάληπτη για τους πολλούς. Ερχεται από το μακρινό μέλλον.
Η καθημερινή ζωή, το πρόγραμμα, η ρουτίνα, το καθημερινό κούρδισμα εκατομμυρίων ανθρώπων, συνιστούσε για τον Καρούζο μια κατάσταση αδιανόητη, ισοδυναμούσα με αποκτήνωση.
Ο Καρούζος ζήτησε το ελάχιστο και αυτό ήταν το δύσκολο· ανθρωπινότερους ανθρώπους σε μια κοινωνία πιο ανθρώπινη.
Ομως η σημερινή κατάσταση της υπαρξιακής κατερήμωσης, της υπερκατανάλωσης, της υλικής ευδαιμονίας, του ατομισμού, της καριέρας και του εγωκεντρισμού, δεν επιτρέπει ένα παρόμοιο αίτημα.
Η οντολογία του Καρούζου και η εναγώνια αναζήτηση μιας απάντησης στο μυστήριο της ζωής και στη σκοπιμότητα του κόσμου παραμένει στο περιθώριο, στο υπόγειο. Τι διαβάζουν οι πολλοί στο εξής εκπληκτικό ποίημα;
«Τα γαϊδούρια συγγενικά μου σε όλα /στατικά πλάσματα στην ερημιά τους/ με τις ώρες ακίνητα στην ύπαιθρο λευτεριά τους/ η ολόσωμη μεταφυσική /τα γαϊδούρια πολλαπλάσια μηδαμινής ευτυχίας».
Η απάντηση ας μείνει αιωρούμενη...
*ψυχίατρος

Οι λέξεις και η κριτική ανάγνωση

Ο αναγνώστης [δεν;] είναι κριτικός. Ανοίγει το βιβλίο [προσοχή, όχι τον συγγραφέα] και έρχεται αντιμέτωπος με τις λέξεις· κυρίως βλέπει εάν αυτές έλκονται μεταξύ τους· δροσίζεται επίσης από το αεράκι που πνέει ανάμεσα στις λέξεις. Τότε μόνο είναι σε θέση να επιβεβαιώσει ότι διάβασε ένα βιβλίο -και είτε του άρεσε είτε όχι δεν ενδιαφέρει. Ο αναγνώστης, όποιος τέλος πάντων λαχταρά να διαβάσει, μπορεί και ακούει τον ήχο των λέξεων, βρίσκεται σε θέση να βλέπει το φως τους -και ριγεί. Το ρίγος τον καθιστά ευγενή απέναντι στο κείμενο, ακόμη και εάν σκληρά αναγκαστεί να μιλήσει γι' αυτό στο μέλλον.
Διαβάζοντας μια ποιητική συλλογή, ένα δοκίμιο ή ένα μυθιστόρημα, ο ευγενής αναγνώστης κρίνει αλλά κυρίως συγκρίνει με άλλα κείμενα που έχει διαβάσει. Είναι οπλισμένος για να μπορεί να το κάνει αυτό, διαβασμένος, εννοείται.
Ο ψυχίατρος Γιώργος Κοκκινάκος, που γράφει εδώ [βεβαίως έχω την επίνευσή του για τη μικρή τούτη εμφιλοχώρηση] διαβάζει τον Καρούζο, ταυτόχρονα όμως, με λεπτότητα [και την ευγένεια που είπαμε] δεν διστάζει να κρίνει τον νομπελίστα «ποιητή του Αιγαίου». «Γιατί τι να το κάνεις το σπάταλο φως του Αιγαίου, όταν αγνοείς τα ερέβη του; Γιατί ο παράδεισος δεν είναι τίποτα χωρίς την κόλασή του. Με αντίθετα φτιάχνεται ο αλγόριθμος του νου προς το νοητό. Χωρίς αυτά δεν πας πουθενά, γιατί το φως χωρίς το σκότος είναι αναυθεντικό».
Μου μοιάζει σαν μπούσουλας για τους αναγνώστες, το πώς διαβάζεις ένα κείμενο -δεν αρκείσαι στις λέξεις ή στα κενά τους ή στην αυθεντία του συγγραφέα· το ανυψώνεις στη σύγκριση και του δίνεις τη δική του πνοή, του επιτρέπεις να αναπνέει. Δεν έχει σημασία εδώ εάν έχει δίκιο ή άδικο [ο αναγνώστης ψυχίατρος] στη [σύγ]κριση, ο καθένας εξάλλου διεκδικεί το δικό του δίκιο, αυτό όμως το κρίνουν άλλοι, εξ ου ο κάθε αναγνώστης εισπράττει το κείμενο με τα δικά του δεδομένα, με τις δικές του δυνατότητες [ικανότητες].
H ολονέν ανά την υφήλιο συρρικνούμενη αναγνωστικότητα δεν αφήνει περιθώρια να γραφούν περισσότερα για το πώς πρέπει να αναγιγνώσκουμε γενικά. Δεν μας υποχρεώνει κανένας. Καλά. Δεν έχουμε όμως απαίτηση από τον εαυτό μας; Δεν μας συγκινεί, δεν μας ενδιαφέρει έστω, ο λόγος, η τέχνη [το έργο τέχνης και πώς αναδύεται και από πού πηγάζει];
Δεν λέω για την «ολόσωμη μεταφυσική» του συμπαθούς τετράποδου του Καρούζου ούτε για τον «πολλαπλασιασμό της μηδαμινής ευτυχίας». Για την απόλαυση των αναγνωστών εδώ ο λόγος (και την τόλμη να [συγ]κρίνεις τις ιερές αγελάδες -και όχι μόνο του τόπου σου). Για τις λέξεις ο λόγος, που άλλοτε ερωτεύονται μεταξύ τους και άλλοτε εχθρεύονται. Ποιες θα προσεγγίσουμε -και πότε- είναι το θέμα μας ως αναγνωστών. Δεν χωράνε εδώ μεταφυσικά τεχνάσματα -και τερτίπια. Μήτε ακαδημαϊσμοί. Μήτε, επίσης, εξυπναδακισμοί. Αυτό και σημαίνουν οι «Ριζοσπαστικές αναγνώσεις».
Γιώργος Σταματόπουλος


Lonely Carousel - Rodrigo Leão & Beth Gibbons (youtube)

..............................................................


Lonely Carousel Rodrigo Leão & Beth Gibbons



Paintings - Louise Lauzon
Lyrics:
It's a look This game we play
We can't escape, we have to attend
Its life you see
When I have tried to amuse myself
To celebrate the funfair
The pleasures I seek are far too discreet for me
And all the time the world unwinds
I can't deny the way I feel
The truth is lost
Beyond this lonely carousel
And all these words, they mean nothing at all
Just a cruel remedy, a strange tragedy
Of what will be
After I try to discover the answers to why
To look for a meaning
Inside of this dreaming I have
And words that I've said, they spin around
Waltzing alone inside my head
Nothing will change
It's always the same, please make it stop
And all the time the world unwinds
I can't deny the way I feel
The truth is lost Beyond this lonely carousel
And all these words, they mean nothing at all
Just a cruel remedy a strange tragedy
Of what will be
And all the time the world unwinds
I can't deny the way I feel
The truth is lost
Beyond this carousel






...................................