Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

"Καρυωτάκης – Λαπαθιώτης, πλάι-πλάι…" γράφει ο Μεθόδιος Αργουμέντης (eimaistahaimoublogspot.gr, 17-18/2/2019)

..............................................................



Καρυωτάκης Λαπαθιώτης, πλάι-πλάι…









ΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ, ΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ ΜΟΝΑΧΑ…

        Στη γοητεία της σκιάς του ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

ΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ, ΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ ΜΟΝΑΧΑ, - μια κίνηση περήφανη κι’ απλή (τόσο μικρή, τόσο μικρή, μέσ’ στο μεγάλο Σύμπαν, τόσο μικρή, τόσο μικρή, κι’ ασήμαντη, κι’ απλή, που ζήτημ’ αν κανένας μας θα πρέπη να τ’ ονομάση κίνηση, το τιποτένιο αυτό, που θάχη κάνει ο μυς ενός δαχτύλου, σ’ ένα μικρό μοχλό μιας μηχανής!) -, και θάχουν όλα, Θε μου, σταματήσει, και θάχω φύγει, ξαφνικά, για πάντα, ξεχνώντας όλα, ξαφνικά, για πάντα, ξεχνώντας όλ’ αυτά που, τώρα, ξαίρω, κι αυτά που, τώρα, ζω, - κι’ εσάς, κι’ εμένα -, ξεχνώντας όλα, ξαφνικά, για πάντα, ξεχνώντας όλ’ αυτά που, τώρα, ξαίρω, κι’ αυτά που τώρα, ζω, - κι’ εσάς, κι’ εμένα -, ξεχνώντας ως κι αυτή τη μικρή κίνηση, που θάχη κάνει ο μυς ενός δαχτύλου, στο μικρό μοχλό μιας μηχανής, - γιατί την είχα κάνει, για ποιο λόγο, και τι με παρακίνησε, μια μέρα, να την κάνω, και πώς την είχα κάνει, με ποιον τρόπο -, τον τρόπο, και το λόγο, και το πού! Και θάχω φύγει, αφίνοντάς σας Θε μου, το σπαραγμένο και φριχτό αυτό πράμα, που κάποτε ήταν ζωντανό, μιλούσε και γελούσε, που κάποτε είχε λογισμούς, και κίνηση, και δράση, και που όλοι πιστεύαμε, - ως κι’ εγώ -, πως είμ’ Εγώ! Και θάχω φύγει, αφίνοντάς σας, Θε μου, το δίχως νόημα, και φριχτό, και φοβερό αυτό πράμα, το σπαραγμένο, ματωμένο πράμα, που βιάζεστε να κρύψετε, να θάψετε στο χώμα, γιατί δε θάχη λόγο, μέσ’ στην Πλάση, και για να μην το βλέπετε στα μάτια σας, μπροστά σας, αφού δεν είναι πια, - κι’ ίσως δεν ήταν, κι’ ίσως ποτέ, πραγματικά να μην ήταν Εγώ! (να υπήρχε τρόπος, ως κι αυτό, να τ’ αφανίσω, που κάποτε, για λίγο, ήμουν Εγώ, και που όλοι μας πιστεύαμε, - ως κι εγώ -, πως είμ’ Εγώ, -  και που ίσως το πιστεύετε πως είμαι, ακόμα, Εγώ!)… Μα εγώ θάμαι φευγάτος κι’ από σας, κι’ απ’ όλα, - κι από μένα -, και θάχω γίνει Εκείνο που ήμουν πρώτα, το Κάτι Εκείνο, το Μεγάλο, Θε μου, που ήμουν πρώτα, που τώρα, Θε μου, δε μπορώ να ξαίρω τι σημαίνει, - το Κάτι Εκείνο, που Αγαπώ, και Τρέμω, και Το Θέλω, και που Το Περιμένω, μέσ’ τη Νύχτα, και κάθε μέρα, νάρχεται, Το Νιώθω, μέσ’ στη Νύχτα, σαν ένα Τέλος φοβερό κι ανέλπιδο, - ένα Τέλος, που θάταν, ίσως, μια Λαμπρή κι’ Αφάνταστην Αρχή!...

                                                               1940 (1942)                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                     

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (1888 – 1944)

                                           
                                                               
   «Στη γοητεία της σκιάς του ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ» αυτήν την προμετωπίδα επιλέγει ο Ναπολέων Λαπαθιώτης να βάλει στο δικό του σπαραχτικό κείμενο, 13 με 15 χρόνια μετά τη δημοσίευση των «Ιδανικών Αυτόχειρων» του Κώστα Καρυωτάκη («Ελεγεία και Σάτιρες» - 1927), του ποιητή που, ως δηλώνει και η προμετωπίδα, τον γοήτευσε και ενστερνίστηκε, ως φαίνεται και από το υπόλοιπο έργο του (ποιητικό και πεζογραφικό), τη σκιά του.

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος…

Κώστας Γ. Καρυωτάκης (1896 – 1928)

   Προτελευταίο στις «Σάτιρές» του, το ποίημα του Καρυωτάκη. Σατιρικό, λοιπόν, το ποίημα, και σαρκαστικό απέναντι στο φόβο του θανάτου, σαρκαστικό απέναντι σ’ εκείνους δηλαδή, που ενώ έλκονται από την ιδέα της αναπότρεπτης αυτοχειρίας, έχουν τη «βεβαιότητα» (ή την ελπίδα;) πως κάτι θα γίνει πριν το τέλος και θα την αποφύγουν. Ματαίως, σαρκάζει ο ποιητής.

   Ο Λαπαθιώτης, καίτοι γοητευμένος από τον πεισιθάνατο Καρυωτάκη, στο πεζοτράγουδό του «Μια κίνηση, μια κίνηση μονάχα» φαίνεται πριν από το τέλος να φιλοσοφεί παρηγορητικά. Μ’ αυτές τις γραμμές τελειώνει τον σπαραχτικό μονόλογό του ο Λαπαθιώτης: «…το Κάτι Εκείνο, που Αγαπώ, και Τρέμω, και Το Θέλω, και που Το Περιμένω, μέσ’ τη Νύχτα, και κάθε μέρα, νάρχεται, Το Νιώθω, μέσ’ στη Νύχτα, σαν ένα Τέλος φοβερό κι ανέλπιδο, - ένα Τέλος, που θάταν, ίσως, μια Λαμπρή κι’ Αφάνταστην Αρχή!...». Πού θα γίνει αυτή η «Λαμπρή κι Αφάνταστη Αρχή» δεν το ορίζει ο ποιητής. Σε άλλο του πεζό ποίημα με τον τίτλο «Αυτόχειρες» ελπίζει σ’  αυτόν τον κόσμο, τον εδώ: «…Και πήρε την ανάσα του βαθιά!... Θ’ αυτοκτονούσε, δεν ήταν άλλη λύσις, - αλλά θ’ αυτοκτονούσε σα φιλόσοφος… Κι έγινε, τότε, μια γαλήνη μέσα του, που δεν την είχε ξαναδοκιμάσει… Κι όλα, κι όλα, γύρω του κι εντός του, πήραν μια καινούργια σημασία… Κι αγάπησε με πάθος τη ζωή του, λες και τη ζούσε πρώτη του φορά… Κι έζησε έτσι, δεν ξαίρω πόσα χρόνια – έζησε μάλλον όλα του τα χρόνια, πάντα με το σκοπό ν’ αυτοκτονήσει…». Πλατωνικές καταβολές διακρίνει ο σκηνοθέτης Τάκης Σπετσιώτης στο βιβλίο του για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη «Χαίρε Ναπολέων» (εκδ. Άγρα, 1999): «Ο φιλοσοφικός βίος (αλλά θ’ αυτοκτονούσε σαν φιλόσοφος) έχει λοιπόν τη ρητή σημασία μιας νίκης επί του θανάτου. Μ’ αυτό τον τρόπο στερεί από το θάνατο τη ριζική του αρνητικότητα. Ο πλατωνικός φιλόσοφος θριαμβεύει επί του θανάτου, με την έννοια πως δεν τρέπεται σε φυγή μπροστά του, πως τον κοιτάζει κατάματα. Φιλοσοφία σημαίνει μελέτη θανάτου. Όσοι φιλοσοφούν, μπορούν να υπάρχουν ως ζώντες-νεκροί, ή να εκδηλώνουν την ύπαρξή τους, ως μια αναβληθείσα αυτοκτονία. Η αυτοκτονία αποτελεί την πραγματική απαρχή κάθε φιλοσοφίας.- Εκείνοι που φιλοσοφούν ορθά ασκούνται στο να πεθαίνουν και κανείς στον κόσμο δε φοβάται λιγότερο απ’ αυτούς το θάνατο (Φαίδων, 67ε)».

   Και ως τη στιγμή της αυτοκτονίας, έχει καλώς. Στις τελευταίες γραμμές του μονολόγου «…- σ’ ένα Τέλος φοβερό κι ανέλπιδο, - ένα Τέλος, που θα ‘ταν, ίσως, μια Λαμπρή κι Αφάνταστην Αρχή!...» διακρίνεται συνοπτικά, όπως και σε ορισμένα άλλα ποιήματά του, μια μεταφυσική, ανοργάνωτη που ανταποκρίνεται περισσότερο σε διαθέσεις ή σε φιλοσοφικές καταβολές του ρομαντισμού. Σα να διαφαίνεται ελπίδα μιας συνέχειας στη μετέπειτα ζωή. Επισημαίνω ωστόσο και την επίκληση του Θεού – μάλιστα 5 φορές μέσα στο μονόλογο – που ίσως θα μπορούσε να μιλήσει κανείς και για μεταφυσική θρησκευτικού χαρακτήρα, παρ’ ότι ο ποιητής είχε ζητήσει – απ’ τον τότε Αρχιεπίσκοπο, μάλιστα – να διαγραφεί από το «ποίμνιο» της εκκλησίας, όταν είχε «φλερτάρει» επ’ ολίγον και με τις ιδέες του κομμουνιστικού κινήματος. Είναι χαρακτηριστικό το σπουδαίο ποίημα του Λαπαθιώτη «Εκ Βαθέων» («Λυπήσου με, Θε μου, στο δρόμο που πήρα… - Λυπήσου με, Θε μου, στην απόγνωσή μου…») – τολμώ να πω – για το ότι δεν είχε κόψει τους δεσμούς του με το θρησκευτικό στοιχείο.

   Αντίθετα, τίποτα, απ’ όλ’ αυτά, δεν υπάρχει στον Καρυωτάκη. Η πραγματικότητα είναι πόνος, σωματικός και ψυχικός. Η ζωή εδώ είναι ή ήταν μόνο χώρος νοσταλγίας, νοσταλγίας με την κυριολεκτική της έννοια. Το να επιστρέφει κανείς εδώ πονάει. Οπότε ας απολαύσει την αναχώρησή του. Είναι η μόνη του δικαίωση.  (…Ύστερα και του βίου μου την προσπάθεια / αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει / ωραία-ωραία με χώμα και με αγκάθια» - «Δικαίωσις»).


"Εκ βαθέων" - Ναπ. Λαπαθιώτης / Θάνος Ανεστόπουλος






"Δικαίωσις" - Κ. Καρυωτάκης / Ηδύλη Τσαλίκη






ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ

Τότε λοιπόν αδέσποτο θ’ αφήσω
να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.

Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου.
«Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου»
θα πω στον τελευταίο που θ’ αντικρίσω.

Όταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
—πρώτη φορά— σε τέσσερων τον ώμο.

Ύστερα, και του βίου μου την προσπάθεια
αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει
ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.

"Σάμιουελ Μπέκετ : Η Τραγωδία μας αρχίζει απ’ τη στιγμή που σκεφτήκαμε" της Άτης Σολέρτη (https://www.vakxikon.gr, τεύχος 15)


.............................................................




Σάμιουελ Μπέκετ : Η Τραγωδία μας αρχίζει απ’ τη στιγμή που σκεφτήκαμε

της Άτης Σολέρτη


Λονδίνο 1960. Μια ύπαρξη αποκομμένη απ’ τις ρίζες του παρελθόντος της κι απ’ όλες εκείνες τις προσλαμβάνουσες της ανθρώπινης φύσης της, που της θύμιζε συνεχώς το πρέπει, το πώς και το γιατί, ποιο ήταν το όνομά της, το φύλο της, η σκέψη της και η πορεία της…, έστρεψε αλλού το βλέμμα. Αψήφισε εκείνη τη σκιά που την ακολουθούσε και της φορούσε τη σάρκα του γένους της, το δέρμα της ψυχρής υπόστασής της και την ασθμαίνουσα ψυχή της μνήμης της… Έτσι θολωμένη από τα φώτα του θεάματος, τους καθρέφτες μιας γερασμένης αρχής κι ενός εφηβικού τέλους που έτεινε στην ενηλικίωσή του, βρέθηκε θεατής στο θέατρο του λόγου της ψυχής. Μιας έννομης διαδικασίας που έπρεπε να περάσει κάθε επίδοξος μύστης των ιερών τελετών μιας πρόωρης συγκομιδής αισθήσεων συνειδητοποίησης. Στο όνομα των ασωμάτων αδελφών! Στο όνομα των μυστικών της άγονης προόδου! Στο όνομα της κόλασης που κρύβει ο καθένας μέσα του!  Τα πρώτα λόγια μεθούν τα σώματα… Και ξετυλίγεται αργά το μάταιο της ελπίδας, της αληθοφανούς προσμονής… Και πόσο μόνοι αλήθεια! Πόσο μόνοι παραμένουμε στις θέσεις μας…. καρφώνοντας τα ίδια μάτια στη σκηνή. Σε μια σκηνή γεμάτη υποκείμενα κι ωστόσο άδεια από αντικείμενα. Σε μια σκηνή που τα ρέοντα λόγια δεν ξεχωρίζουν μεταξύ τους… Επαναλαμβάνονται σε μια ατέρμονη διαδικασία περισυλλογής…  «Memoria praeteritarum bonorum»  Αυτό είναι το θέατρο του… «παραλόγου». Κι ένα ειρωνικό χαμόγελο σημάδεψε αιφνιδιαστικά τα χείλη. Σσσσσσσσσς! Ξέρω πως κάτι είναι να ‘ρθει…Και η αυλαία ανοίγει!

Μία μορφή βρίσκεται πάνω στη σκηνή! Μόνη. Καθηλωμένη κι αυτή σε μια καρέκλα, με σταυρωμένα χέρια και βλέμμα ίσως το ίδιο σκεπτικό με το δικό μου… Το ίδιο αινιγματικό… Ίσως κι απελπισμένο… Μα όμως όχι! Δεν είναι αυτός ο ρόλος του θεατή, αλλά του θεαθέντος. Μέσα στα μάτια με κοιτά. Και νιώθω περιέργως πως… Όμως…Όχι! Δεν είμαι εγώ αυτή η μορφή! Δεν είναι η αντανάκλασή μου σε καθρέφτη. «Κάπου σε ξέρω…» Ψιθυρίζω… Κι αυτή δεν βιάζεται να συστηθεί… Μα όμως σύντομα… το κάνει… ακολουθώντας τον κανόνα που υποβάλλει κάθε θεατρική εξομολόγηση μεταξύ δυο. Κι ας είναι περισσότεροι ανάμεσά τους…, μας…, σας…
Αυτός είναι ο Samuel Barclay Beckett, που μας μυεί στον κόσμο του θεάματος της κάθε του σκέψης και παρατήρησης, που με αλήθεια χτίζει γκρεμίζοντας… ανθρώπινα κομμάτια εκ των έσω.
Η γενέθλιος ημερομηνία: 13 Απριλίου του 1906
Τόπος: Φόξροκ κοντά στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας
Το παρασκήνιο: Η φοίτηση στο Trinity College του Δουβλίνου (στο ίδιο κολλέγιο που είχε φοιτήσει και ο Όσκαρ Γουάιλντ), η γνωριμία με τον Ιρλανδό σπουδαίο συγγραφέα Τζέιμς Τζόυς και η επιρροή που του άσκησε, η βασισμένη στον Μπέρκλεϋ θεωρία του, το κυνήγι της ακαδημαϊκής καριέρας και η απογοήτευση που του επέφερε, η συγγραφή, τα ταξίδια στην Ευρώπη, η επιρροή από τον Έλιοτ, τον Προύστ και τον Κάφκα, η απέχθεια για τους Ναζί και η συμμετοχή του στη Γαλλική Αντίσταση κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μακροχρόνια σχέση του και ο γάμος με τη Σουζάν Ντεσεβώ Ντουμεσνίλ, η επιστροφή στο Λονδίνο, η επιτυχία του έργου του, το Νόμπελ λογοτεχνίας του 1969, τα ίχνη που άφησε στους μαθητές του Ζαν Πωλ Σάρτρ και Σιμόν ντε Μπωβουάρ…, τα ίχνη συνειδητοποίησης σ’ ένα πεδίο γεμάτο υπαρξιακές αντιθέσεις, συνθέτουν την ανθρώπινη προσωπικότητα του σπουδαίου αυτού πεζογράφου, ποιητή και δραματουργού.
«Οι λέξεις ήταν η μόνη μου αγάπη»
Οι λέξεις που γίνονται ψίθυροι, οι ψίθυροι που δυναμώνουν, που γίνονται κραυγές που εγκλωβίζουν… Ουρλιάζουν ανώφελα οι υπόγειοι ήρωες, τα κομμάτια ανθρώπινων καταδικασμένων ψυχών να παραμιλούν το παραμύθι της ύπαρξης. Το τόσο μάταιο και περιττό, όσο μοιραίο, κινητήριο κι αληθινό. Η ύπαρξη πόσο απέχει απ’ την ανυπαρξία; Η κοινωνία χρίστηκε κυνικός παρατηρητής των επιζώντων αδελφών του μέλλοντος. Το πλήθος υψώνεται απειλητικό χτίζοντας από ανθρώπινα μέλη, ουρανοξύστες απομόνωσης. Γυναίκες και άντρες δεν ξεχωρίζουν μεταξύ τους. Είναι παγιδευμένοι στα παιχνίδια που παίζει η μνήμη με τη λήθη. Σκιές τους κλείνουν το δρόμο. Ο απεγκλωβισμός απ’ το αδιέξοδο είναι οικουμενικώς ανθρώπινη υπόθεση.
 
Αυτό είναι το έργο του Μπέκετ
 
Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος χάραξε στις ανθρώπινες ψυχές που βίωσαν τα τότε γεγονότα, τα σημάδια της απόλυτης δυστυχίας, βιαιότητας και αποκτήνωσης, στρέφοντας τα βλέμματα σε μια βαθιά εσωτερική ενδοσκόπηση προς αναζήτηση της αλήθειας. Η ανθρώπινη ύπαρξη αιμορραγούσε. Πάλευε να επιβιώσει σε μια κοινωνία εχθρική, προσπαθώντας, χωρίς απαραίτητα να επιθυμεί, να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με τον Θεό, που τόσο άδοξα της είχε γυρίσει την πλάτη στην τραγικότερη στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Δεν ήξερε αν υπήρχε ελπίδα. Κι αν υπήρχε πότε θα ερχόταν… Η συνειδητοποίηση έσπρωχνε την κάθε ψυχή με φόρα στο παιχνίδι της μοίρας της. Το άτομο και η μοίρα του βρήκαν τον εξερευνητή τους στο πρόσωπο του Σάμουελ Μπέκετ. Ο κόσμος που τοποθετεί τους ήρωές του ο Μπέκετ, είναι αυτός του περιθωρίου της ζωής, των πνευματικά και σωματικά αρρώστων, των παρωχημένων στην ηλικία, των αποτυχημένων, των κοινωνικά άχρηστων ανθρώπων. Κι αυτό δεν γίνεται τυχαία. Ένας τέτοιος κόσμος γίνεται καθρέφτης του πυθμένα της κοινωνίας που επιμελώς ντύνει όπως της ταιριάζει τους «νεκρούς» της. Κι ύστερα ο Μπέκετ τους αποκόπτει εντελώς απ’ τον κοινωνικό αυτό περίγυρο για να τους μελετήσει στην πλήρη απομόνωσή τους. Ξεχωριστά κομμάτια σάρκας τέμνονται και διασταυρώνονται με τα ανάλογα μέρη που φέρουν οι θρυμματισμένες ψυχές τους. Λόγια σοφά πλέκουν τα παραμιλητά μιας ψυχρής και ασυνάρτητης λογικής την ίδια ώρα που ατίθασοι και ξεχασμένοι χαρακτήρες βαφτίζονται άσπονδοι εραστές της ζωής και του θανάτου. Πίσω απ’ τις λέξεις κρύβονται μνήμες, έτοιμες να χλευάσουν, να σατυρίσουν και να ειρωνευτούν την κάθε αλήθεια που συναντούν, σε μια γλώσσα δίχως ύφος. Δεν είχε σημασία άλλωστε το ύφος. Τι θα είχε να πει μπροστά σ’ ένα κοινό που τώρα… σίγουρα… δεν ήταν το ίδιο με άλλοτε…
«Είμαστε καταδικασμένοι σε έναν αιώνιο μονόλογο, χωρίς έννοια, χωρίς περιεχόμενο. Σε ένα αιώνιο μουρμούρισμα.»
«Να μιλάμε, και να μιλάμε για το τίποτα.»

(Έτσι μας λέει στον «Ακατανόμαστο», που αποτελεί το τρίτο μέρος της τριλογίας που έγραψε στα έτη 1948-1953. Τα άλλα δυο ήταν «Μολλόϋ  και Ο Μαλόν πεθαίνει»).
 
Ο λόγος είναι ο μοναδικός παράγοντας που δένει τους ήρωες μεταξύ τους και τους κρατά στη ζωή. Χωρίς έννοια, χωρίς περιεχόμενο. Για το τίποτα. Αυτό το τίποτα που αφορά στην αλήθεια και στην ελπίδα. Με θυμό, δηκτικότητα, πόνο, οργή, αφέλεια, αμφιβολία, επανάληψη, κρυμμένη τρυφερότητα, αδιαλλαξία, επιμονή και σκιερή εγκαρτέρηση σε ένα γκρι αποκομμένο απ’ τα φώτα φόντο. Η λύτρωση αργεί να επέλθει…
 
Τι θα ‘κανα χωρίς αυτόν τον κόσμο χωρίς πρόσωπο χωρίς απορίες
όπου η ψυχή δε ζει παρά μια στιγμή όπου κάθε στιγμή
χάνεται στο κενό στη λησμονιά της αλλοτινής της ύπαρξης
χωρίς αυτό το κύμα όπου στο τέλος
κορμί και σκιά καταβροχθίζονται
τι θα ‘κανα χωρίς αυτή τη σιωπηλή δίνη των ψιθύρων
που ασθμαίνει μανιασμένη για βοήθεια γι’ αγάπη
χωρίς αυτόν τον ουρανό που υψώνεται
πάνω απ’ τη σκόνη της σαβούρας του
τι θα ‘κανα θα ‘κανα ό,τι και χθες ό,τι και σήμερα
αγναντεύοντας απ’ το φεγγίτη μου μπας και δεν είμαι μόνος
να πλανιέμαι και να φεύγω μακριά απ’ όλη ετούτη τη ζωή
σ’ ένα χώρο μπερδεμένο
χωρίς φωνή ανάμεσα στις φωνές
που είν’ έγκλειστες μαζί μου

(Από τη συλλογή «Ποιήματα συνοδευόμενα από σαχλοκουβέντες», μτφρ: Γιώργος Βίλλιος, εκδ: Ερατώ, 1989)

Η σιωπηλή δίνη των ψιθύρων… Το ταξίδι της καθημερινότητας σε έναν εσωτερικό χώρο μπερδεμένο από φωνές γνώριμες και τόσο μακρινές… Η σιωπή είναι φορές που εξισώνεται με τις λέξεις. Η παύση δηλώνει τη σκέψη και με την απουσία της έκφρασής της, δηλώνει την παρουσία της. Η αδυναμία του λόγου, η αδυναμία της σιωπής και η μόνωση αποτελούσε την τριλογία της σκέψης που βασάνιζε τον Μπέκετ όσο ζούσε. Κι αυτό το έδειξε. Μέσα από εικόνες. Μέσα από τις παραστάσεις που έστησε ενώπιον σε θεατές και θεαθέντες…
 
«Θα δημιουργηθεί μια καινούρια έκφραση στην τέχνη που θα δεχθεί το χάος. Έργο του καλλιτέχνη σήμερα είναι να βρει μια καινούργια έκφραση που να συνθέτει τα συντρίμμια.»
Το σκηνικό αλλάζει σε μια εποχή που οι καθιερωμένες αξίες έχουν ξεθωριάσει και η αμφισβήτηση υπονομεύει το κάθε βήμα της εξέλιξης. Απέναντι σε έναν κόσμο που κατέχει μια ανελέητη και καταθλιπτική αόρατη δύναμη, το άτομο συνθλίβεται, καταπιέζεται, κλείνεται στον εαυτό του σε μια επίμονη ενδοσκόπηση, συνειδητοποιεί πως δεν έχει περιθώρια, πως δεν μπορεί να αλλάξει την τύχη του και να επηρρεάσει τη ζωή γύρω του. Η μόνη διέξοδός του είναι η φυγή. Αλλιώς συνέπεια είναι η διάλυση και η αποδιοργάνωσή του. Το θέατρο είναι τόσο μέσα του όσο και έξω του. Τώρα που το κοινό είναι προετοιμασμένο να δεχτεί την επόμενη λέξη, σκέψη, κίνηση…, τώρα δεν γίνεται θέατρο. Γίνεται αντι-θέατρο. Τώρα τη θέση της λογικής παίρνει το παράλογο. Οι παραδοσιακοί κανόνες αρνούνται να εφαρμοστούν στη θεατρική έκφραση. Ένα νέο είδος σκηνικής γραφής, που διαμορφώνει και επιβάλλει το θέατρο του παραλόγου, αποτελεί την αυθεντικότερη έκφραση του νέου δραματικού λόγου. Κι αυτό δεν είναι απλά αντανάκλαση του κόσμου. Είναι η θέαση της πορείας του στο τρίπτυχο του χρόνου. Παρελθόν. Παρόν. Μέλλον. Και η ματιά βυθίζεται στην ουσία της ύπαρξης, πίσω από κάθε συναίσθημα και πέρα από προκαταλήψεις και ενδοιασμούς. Η αναζήτηση της διεξόδου μέσα στον παραλογισμό της καθημερινότητας, του φωτός της ελπίδας για το νήμα της αλήθειας, γίνεται ο κύριος στόχος του έργου του Μπέκετ. Και όλα αυτά κινούνται από την αγάπη του για τον άνθρωπο που είναι καταδικασμένος να ζει με τους φόβους του και τη μοναξιά του.

«Εκεί που πέφτουν οι κρεμασμένοι φυτρώνουν μανδραγόρες. Γι’ αυτό ουρλιάζουν όταν τις ξεριζώνει κανείς».
(Από το θεατρικό έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό», 1948, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)

Γκροτέσκοι χαρακτήρες, περιπλανώμενοι παλιάτσοι, κομμάτια ανθρώπινων μελών, αναμνήσεις του χτες που δεν απέχει από το τώρα και το μέλλεσθαι… Μια σκιερή επανάληψη η λέξη τους, η σκέψη τους, η πράξη τους, που όμως δεν έγινε. Κι ας νομίζουμε εμείς τα αντίθετα.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Μα πως γίνεται να ξεχνάς τόσο εύκολα;
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Έτσι είμ’ εγώ. Ή ξεχνάω αμέσως ή δεν ξεχνάω ποτέ.
(Από το θεατρικό έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό», 1948, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)

Η αλήθεια τους τόσο ορθολογική όσο και παράλογη. Ο αγώνας τους τόσο μεγάλος και ουσιαστικός, όσο μικρός και ανούσιος. Η ζωή τους, μια πορεία προς το θάνατο, και ο θάνατός τους η εξέλιξη της ζωής τους. Το μηδέν και η αρχή τους δεν απέχουν απ’ το τέλος του κύκλου τους. Κι όμως… από εδώ που βρίσκομαι εγώ, στην καρέκλα ενός απλού θεατή, βλέπω… μεγάλη απόσταση…

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ: Το βέβαιο είναι πως οι ώρες μας, έτσι όπως είμαστε, είναι ατελείωτες κι έτσι αναγκαζόμαστε να τις γεμίσουμε με πράξεις που εκ πρώτης όψεως φαίνονται λογικές αλλά… που τις κάνουμε πια μηχανικά. Θα μου πεις ότι πρέπει να εμποδίσουμε το μυαλό μας να θολώσει. Έχεις δίκιο! Αλλά αναρωτιέμαι: Σάμπως δεν έχει κιόλας βυθιστεί σε απέραντα σκοτάδια; Παρακολουθείς το συλλογισμό μου;
ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Όλοι γεννιόμαστε τρελοί. Μερικοί παραμένουν.
(Από το θεατρικό έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό», 1948, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)


Ανθρώπινα κομμάτια με υποστρώματα ψυχής σκηνοθετούνται να αιωρούνται σε ένα παιχνίδι που το τέλος απ’ την αρχή φαίνεται. Η ελπίδα για την ύπαρξη παραμένει πιο πέρα… Πάντα σκιάζεται από ερωτηματικά ντυμένα χέρια επιφορτισμένα να εμποδίζουν τρομάζοντας το βήμα της. Την ελπίδα τη λένε Γκοντό.
«Ο Γκοντό τελικά θα έρθει;  Είπε θα έρθει! Θα έρθει αύριο… Κι αν έρθει αύριο… Θα είναι αργά… Ας φύγω… Μα θα μείνω!»
Αυτή είναι η μετάφραση της αναμονής σε ένα πεδίο που φέρει την καταδίκη της ύπαρξης. Η μονοτονία της ζωής γίνεται η παρωδία της. Η ανία μεταβάλλεται σε συνθήκη ζωής. Η έκφραση της υπαρξιακής αγωνίας και τα λόγια του ποιητή Καβάφη κάνουν «το αύριο με αύριο πια να μοιάζει». Κι αν μοιάζει το αύριο με αύριο, κι αν κοινωνούμε σ’ αυτό το «αύριο» πολλοί, σημαδεμένοι απ’ τις ίδιες αφιλόξενες μέρες, τότε αρχίζουμε μιμητικά στο πανηγύρι των ψυχών μας να λατρεύουμε μόνο τις νύχτες. Ο Σάρτρ έλεγε πως «ο άλλος είναι η κόλασή μας». Κι αυτό είναι το αιώνιο πρόβλημα των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους, όπως αποδεικνύεται κι απ’ το έργο του Μπέκετ. Καταντά πρόβλημα τελικά η παρουσία του διπλανού μας.
 
θα’ θελα η αγάπη μου να πέθαινε
θα’ θελα να ‘βρεχε στο κοιμητήρι
και στα δρομάκια που διαβαίνω
κλαίγοντας αυτήν που πίστεψε ότι μ’ αγάπησε
κρανίο μονάχο έξω και μέσα
κάπου ενίοτε
σαν κάτι
κρανίο καταφύγιο τελευταίο
δοσμένος απ’ έξω
φτυστός Bocca μες στον καθρέφτη
το μάτι στον έσχατο φόβο
ανοίγει διάπλατα ξανακλείνει
μην έχοντας πια τίποτα
έτσι ενίοτε
σαν κάτι
απ’ τη ζωή όχι αναγκαστικά
κάθε μέρα επιθυμείς
να’ σαι μια μέρα ζωντανός
όχι βέβαια χωρίς να λυπάσαι
μια μέρα που γεννήθηκες
τίποτα μηδαμινό
δεν θα’ χε υπάρξει
για το τίποτα
τόσο υπαρκτό
τίποτα
μηδαμινό
βήμα το βήμα
πουθενά
κανένας μόνος
δεν ξέρει πώς
μικρά βήματα
πουθενά
επίμονα.

(Από τα «Ποιήματα συνοδευόμενα από Σαχλοκουβέντες»)

Και οι Θεοί πια δεν υπάρχουν. Η ελπίδα μπορεί να δήλωσε πως θα επιστρέψει… αλλά η πίστη ξεθώριασε. Το τραγικό ντύνει τις μέρες και η παρουσία του θανάτου τις νύχτες. Ο πόνος σημαίνει ζωή. Το παραμιλητό της ύπαρξης ακολουθεί μια πορεία προς τη λύτρωση. Όσο παράλογη κι αν είναι η θέασή της κάθε ύπαρξης. Όσο χαοτικό κι αν είναι το κέντρο βάρους της.
ΧΑΜ: Τί κάνει;
ΚΛΟΒ: Κλαίει.
ΧΑΜ: Άρα ζει.

(Από το θεατρικό έργο «Το τέλος του Παιχνιδιού», 1954-1956, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)

Η αναμονή και η παρουσία του θανάτου, εμβόλιμη στο έργο του Μπέκετ, τον σπρώχνει στη μελέτη της ζωής και του θανάτου. Ο θάνατος αποδεικνύεται πως είναι η ίδια η ζωή, η επιβεβαίωσή της. Κυρίαρχη φιλοδοξία του σπουδαίου αυτού δραματουργού και βασική εστίαση της ματιάς του απέναντι στον άνθρωπο, ήταν η μελέτη του ως οντολογική μονάδα. Αυτό που σοβαρά απασχολεί είναι το πρόβλημα της ταυτότητάς του. Ποιο θα ήταν το τραγικότερο πράγμα που θα μπορούσε να του συμβεί; Η απώλεια της προσωπικότητάς του και η συνειδητοποίηση αυτής της απώλειας. Αυτό θα σήμαινε και το τέλος της παρτίδας του παιχνιδιού.
ΧΑΜ: Όσο πιο μεγάλος είναι κανείς, τόσο πιο γεμάτος είναι και τόσο πιο άδειος.
(Από το θεατρικό έργο «Το τέλος του Παιχνιδιού», 1954-1956, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)
 
Η μνεία στους γεννήτορες, η περισυλλογή για το προπατορικό αμάρτημα, τα «Γιατί» της ζωής, η κόλαση της θέασης του τοίχου μας, το φώς που σβήνει, η επέλαση της ζωής και η αναμονή του θανάτου στοιχειώνουν όνειρα και γίνονται εφιάλτες για κάθε μικροσκοπικό, μοναχικό, σκεπτόμενο εαυτό.
 
ΧΑΜ: Αναρωτιέμαι τι κάνεις στην κουζίνα;
ΚΛΟΒ: Κοιτάζω τον τοίχο.
ΧΑΜ: Τον τοίχο! Και τι βλέπεις στον τοίχο; Μεν, μενέ .* Ξεγυμνωμένα σώματα;
ΚΛΟΒ: Βλέπω το φως μου να σβήνει.
ΧΑΜ: Το φως σου να…! Να δούμε τι άλλο θ’ ακούσουμε! Ε, λοιπόν, θα σβήσει κι εδώ, μια χαρά το φως σου. Κοίταξέ με λιγάκι, κι ύστερα τα λέμε για το φως σου.
*Το γνωστό «Μενέ, Θεκέλ, Φαρές», που αποκρυπτογραφήθηκε από τον προφήτη Δανιήλ (Μενέ= εμέτρησεν ο Θεός τη βασιλεία σου και τελείωσε αυτήν). βλ. Παλαιά Διαθήκη, Δανιήλ, κεφ. Ε΄.
(Από το θεατρικό έργο «Το τέλος του Παιχνιδιού», 1954-1956, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)

Κι ύστερα ένας χτύπος να μας θυμίζει ότι ζούμε. Κι ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται... «Το αύριο είναι μια άλλη μέρα» . Η ίδια που ήταν χτες. Η ίδια που θα ‘ναι αύριο. Άλλος επιμένει να γελά, άλλος να κλαίει. Άλλος να μιλάει. Άλλος να σιωπά. «Άκουσες; Σκέψου καλά! Και τότε θα πάψω. Τότε θα σ’ αφήσω».
ΝΑΓΚ: (σιγά) Άκουσες; Μια καρδιά στο κεφάλι του! (Για τον ΧΑΜ).
(Γελά πνιχτά, για να μην ακουστεί)
ΝΕΛ: Δεν πρέπει να γελάς μ’ αυτά τα πράγματα, Ναγκ. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί επιμένεις να γελάς.
ΝΑΓΚ: Πιο σιγά!
ΝΕΛ: (Χωρίς να χαμηλώσει τη φωνή): Παραδέχομαι βέβαια ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο αστείο απ’ τη δυστυχία. Αλλά…
ΝΑΓΚ: (σοκαρισμένος) Α!
ΝΕΛ: Ναι, ναι, είναι το πιο κωμικό πράγμα στον κόσμο. Στην αρχή γελάμε, γελάμε με την καρδιά μας. Αλλά η ιστορία επαναλαμβάνεται. Είναι σαν το ανέκδοτο που τ’ ακούμε κάθε τόσο και μ’ όλο που μας αρέσει, δεν μπορούμε πια να γελάσουμε. (Παύση). Έχεις να μου πεις τίποτα;
ΝΑΓΚ: Όχι.
ΝΕΛ: Σκέψου καλά. (Παύση). Τότε θα σ’ αφήσω.

(Από το θεατρικό έργο «Το τέλος του Παιχνιδιού», 1954-1956, μτφρ: Ελένη Βαρίκα, εκδ: Δωρικός, Αθήνα, 1970)

Το κλείσιμο της αυλαίας: 22 Δεκεμβρίου του 1989
Τα λόγια του: «...σαφές τελικά σε εμένα πως το σκοτάδι που πάντα πάλευα να κατανικήσω είναι στην πραγματικότητα ο καλύτερός μου σύμμαχος...»
(Από το θεατρικό έργο «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κράπ», 1958)
 
Η έλευση του σκότους μοιάζει μοναδικά με όνειρο. Κανένας λόγος πια για εφιάλτες. Η ώρα πέρασε. Το Ευαγγέλιο της ανθρώπινης ύπαρξης αφέθηκε αμελητέα να ψυχορραγήσει στο ξύλινο εδώλιο της ρέουσας ζωής και του επερχόμενου θανάτου. Η εξομολόγηση της σκεπτικής  μορφής που με κοιτούσε μες στα μάτια και μου μιλούσε ασταμάτητα ήταν σαφής. Το ίδιο και η διδαχή που έγινε η καταδίκη της. Η ώρα έφτασε. Μου έγνεψε αργά. Στο τέλος φευγαλέα. Κοίταξα ολόγυρα και πάλι δεν υπήρχε κανείς. «Το παιχνίδι της αληθινής παράστασης παίζεται με έναν», σκέφτηκα. Σηκώθηκα κι εγώ απ’ την καρέκλα. Πλησίασα και δώσαμε τα χέρια. Η συμφιλίωση με το είδωλο ενός παράλογου κομματιασμένου από σκέψεις, ήχους και λέξεις εαυτού, ίσως να είναι το μόνο πράγμα που απέχει απ’ τη ματαιότητα. Ένα ειρωνικό μα πιότερα γλυκό χαμόγελο σχημάτισα στα χείλη. «Η ναρκοφόρα προσμονή της ελπίδας και της αιώνιας ματαιότητας ακόμα επιζεί στο γδάρτη χρόνο», συλλογίστηκα. Και η παράσταση… ακόμα συνεχίζεται…

"Μπρούνο Γκαντς: Αποχαιρετισμός στο μελαγχολικό πνεύμα μιας κλονισμένης Ευρώπης" έγραψε ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ (www.lifo, 16/2/2019)

..............................................................




Μπρούνο Γκαντς: Αποχαιρετισμός στο μελαγχολικό πνεύμα μιας κλονισμένης Ευρώπης

Ως Ελβετός, κουβαλούσε πάντα και κάτι από τον ουδέτερο και ασαφή ρόλο αυτής της χώρας που στέκεται απαθής και αμέριμνη στο γεωγραφικό κέντρο της ηπείρου.






                        έγραψε ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ (www.lifo, 16/2/2019)

'Ήταν αυτή η τόσο οικεία φυσιογνωμία του Μπρούνο Γκαντς – οικεία σα να ανήκει σε κάποιον άγνωστο τον οποίο όμως νιώθεις ότι μπορείς να εμπιστευτείς για κάποιον ανεξήγητο λόγο – που σε δέσμευε να τον (παρ)ακολουθήσεις ακόμα και στα πιο βαθιά αδιέξοδα που συχνά έμπλεκαν οι χαρακτήρες του στην οθόνη.



Φορτωμένος για χρόνια στην περιπλάνησή του στο ευρωπαϊκό (γερμανόφωνο κατά κανόνα) σινεμά μ' αυτή την αορίστως οικεία φυσιογνωμία, την πλήρη αγαθών προθέσεων, καλής πίστης, μελαγχολίας αλλά και μιας αινιγματικής συγκατάβασης, έμοιαζε προορισμένος να αναληφθεί κάποτε και να υποδυθεί τον Άγγελο στα «Φτερά του έρωτα» του Βέντερς – έναν ιδανικό και ίσως υπερβολικά καλοντυμένο άγγελο που δεν μπορεί να ανέλθει στο επίπεδο του από μηχανής θεού, αλλά επιβλέπει τους θλιβερούς καιρούς και τις ανθρώπινες αδυναμίες ανήμπορος φύσει και θέσει να παρέμβει ουσιαστικά.



Είναι δύσκολο να ξεδιαλέξει κανείς συγκεκριμένους ρόλους σε μια τόσο εξαντλητική φιλμογραφία, δεν μπορεί να είναι τυχαίο όμως το ότι κάποιοι από τους πιο χαρακτηριστικούς τον τοποθετούσαν σ΄ ένα καθαρτήριο ψυχών ή σ' ένα προθάλαμο θανάτου.





Ως Ελβετός, κουβαλούσε επίσης και κάτι από τον ουδέτερο και ασαφή ρόλο αυτής της χώρας που στέκεται απαθής και αμέριμνη στο γεωγραφικό κέντρο της Ευρώπης. Παρότι η παρουσία του στην οθόνη καταγράφηκε ουσιαστικά από την δεκαετία του '70 και μετά, ο Γκαντς ανέδυε και μια πρώιμη μεταπολεμική αύρα που θύμιζε χαρακτήρες όπως ο Χάρι Λάιμ στον «Τρίτο Άνθρωπο» καθώς περιπλανιέται ημιπαράφρων ως αιώνιος άπατρις εμιγκρές στα χαλάσματα της Ευρώπης.



Όπως έχει γράψει και στο σχετικό λήμμα για τον ηθοποιό στο New Biographical Dictionary of Film, o ιστορικός του σινεμά Ντέιβιντ Τόμσον, «ο Γκαντς μπορεί να μοιάζει κλονισμένος, καταβεβλημένος, συνεσταλμένος, σα να έχει φτάσει στα όριά του, κάτω από την επιφάνεια όμως αναβλύζει η χάρη και το χιούμορ. Φαίνεται ταπεινόφρων και συγκρατημένος σε ό,τι κάνει, σα να τον έχει αγγίξει βαθιά η συνειδητοποίηση (α λα Γκράχαμ Γκριν) ότι είναι πολύ αργά πια για τραγικούς ήρωες».



Ο Μπρούνο Γκαντς δεν υπήρξε ποτέ ακριβώς κατοχυρωμένος πρωταγωνιστής /σταρ αλλά ούτε και «εμβληματικός» καρατερίστας. Δεν είχε το παρουσιαστικό και την στόφα ζεν πρεμιέ αλλά μπορούσε σαφώς να συγκινήσει τις γυναίκες. Διέθετε ευρεία γκάμα και ήταν πολυσχιδής και παραγωγικότατος μέχρι το τέλος. Μόνο το 2018 έπαιξε στο "The Party" της Σάλι Πότερ, στο "Radegund" του Τέρενς Μάλικ, στην ταινία "The Tobacconist" ως Σίγκμουντ Φρόιντ και στο "The House That Jack Built" του Λαρς Φον Τρίερ μεταξύ άλλων (!).



Είναι δύσκολο να ξεδιαλέξει κανείς συγκεκριμένους ρόλους σε μια τόσο εξαντλητική φιλμογραφία, δεν μπορεί να είναι τυχαίο όμως το ότι κάποιοι από τους πιο χαρακτηριστικούς τον τοποθετούσαν σ΄ ένα καθαρτήριο ψυχών ή σ' ένα προθάλαμο θανάτου. Όπως ο Ζίμερμαν στον «Αμερικανό φίλο» του Βέντερς ή ο Αλέξανδρος στο «Μία αιωνιότητα και μία μέρα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Συχνές ήταν και οι εμφανίσεις του σε ρόλους αθώων που συνθλίβονταν από την αδυσώπητη ισχύ εξωπραγματικών περιστάσεων όπως ο κλασικός χαρακτήρας του Τζόναθαν Χάρκερ στο «Νοσφεράτου» του Χέρτζογκ.





Προσωπικά, μπορώ να τον ανακαλέσω πιο χαρακτηριστικά - και σαν από όνειρο γιατί έχουν περάσει πολλά χρόνια - σε μια ταινία ελβετικής παραγωγής του 1983 που είχα δει τυχαία κάποτε, με τίτλο «Στη λευκή πόλη» (In the White City). Εκεί, υποδύεται ένα ναυτικό που την κοπανάει από τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις και μένει ξέμπαρκος και μετέωρος στη Λισαβώνα όπου περιφέρεται χαμένος σαν ήρωας του Πεσόα μεταξύ επιθυμίας για λήθη και υπαρξιακού κλονισμού και το μόνο που θέλει είναι να κοιμηθεί, να περπατήσει, να παρατηρήσει, να ονειρευτεί.







Στην ύστερη φάση της καριέρας του, ο πιο γνωστός ρόλος του υπήρξε σαφώς η ενσάρκωση του Χίτλερ λίγο πριν το τέλος στην «Πτώση» - μία από τις ελάχιστες ή η μοναδική ίσως περίπτωση ταινίας όπου ηθοποιός υποδύθηκε τον ηγέτη των Ναζί ως ιστορικό πρόσωπο και όχι ως εξωγήινο πνεύμα του απόλυτου κακού, προσεγγίζοντας τον χαρακτήρα μέσω σοβαρής έρευνας και αναλυτικής υποκριτικής μεθόδου.



Ενδεχομένως μάλιστα να είναι και ο ρόλος στον οποίο τον έχουν δει πλέον οι περισσότεροι θεατές έστω και μέσα από αυτά τα ατέλειωτα «angry-führer» χιουμοριστικά memes που έχουν κατακλύσει με διαφορετικά πλαίσια αναφοράς εδώ και χρόνια το ίντερνετ.



Ο ίδιος πάντως ήταν πρόθυμος να αποδεχτεί το γεγονός ότι κάποιες ερμηνείες του λειτουργούσαν ως γέφυρα υπέρβασης της πραγματικότητας για τους πιο εύπιστους των θεατών, με προεξέχουσα βεβαίως αυτή του φύλακα αγγέλου στα «Φτερά του έρωτα». Όπως έλεγε σε μια συνέντευξή του στους Irish Times το 2005: «Μου έχει τύχει πολλές φορές να με δουν στο δρόμο άνθρωποι με τα παιδιά τους και να μου ζητάνε να τα ευλογήσω. Και στο αεροπλάνο μου έχει τύχει αρκετές φορές να με κοιτάζει καθησυχασμένος ο άνθρωπος στο διπλανό κάθισμα και να μου λέει 'τώρα που είσαι εσύ μαζί μας, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος'. Πόσο αστείο...».


Πηγή: www.lifo.gr


Στη μνήμη του, λοιπόν...