Κυριακή 30 Απριλίου 2023

"Εστιατόριο" ποίημα του Γκότφριντ Μπεν (1886-1956) (μτφ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Gutenberg, 2015)

 ...............................................................




             Γκότφριντ Μπεν (1886 - 1956)



ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ


Ο κύριος απέναντι παραγγέλνει κι άλλη μπύρα,

το βρίσκω ευχάριστο, δεν χρειάζεται

     να ψέξω τον εαυτό μου

που συμπτωματικά θα ζητήσω κι εγώ άλλη μία.

Σκέφτεσαι αμέσως πως είσαι εξαρτημένος,

σ' ένα αμερικάνικο περιοδικό διάβασα,

πως κάθε τσιγάρο μικραίνει τη ζωή κατά τριάντα 

      έξι λεπτά,

αυτό δεν πιστεύω, πιθανόν να κρύβεται η κόκα-κόλα

ή ένα εργοστάσιο τσίχλας πίσω απ' αυτό το άρθρο.

Μια κανονική ζωή, ένας κανονικός θάνατος

δεν είναι και τίποτα σημαντικό! Γενικά ο θάνατος

δεν σχετίζεται με την υγεία και με την αρρώστια,

εκπληρώνει απλώς το σκοπό του.


Πώς το εννοείτε αυτό, ότι ο θάνατος δεν σχετίζεται

         με την αρρώστια;

Θέλω να πω το εξής: πολλοί αρρωσταίνουν χωρίς να 

       πεθαίνουν

άρα εδώ κρύβεται κάτι άλλο

ένα συζητήσιμο κείμενο,

ένας παράγων ανασφάλειας

που δεν έχει καθαρό περίγραμμα,

ούτε διαθέτει δρεπάνι,

παρακολουθεί, κοιτάζει από τη γωνία, είναι συγκρατημένος

και από μουσική άποψη προέρχεται από μιαν άλλη μελωδία.


Από τη συλλογή "Έξι Ευρωπαίοι ποιητές" σε μετάφραση Αλέξανδρου Ίσαρη (εκδ. Gutenberg, 2015)

Παρασκευή 28 Απριλίου 2023

"ΕΞΟΔΟΣ" ποίημα του ποιητή και φίλου στο Χάρη Μελιτά (facebook, 28.4.2023)

 .............................................................



                           Χάρης Μελιτάς


ΕΞΟΔΟΣ


Η μέρα
έκλεισε αργά κι απόψε.
Τα ράμματα
τραβήξανε ρολά.
Οι δρόμοι
έστρωσαν σιωπή να ξαποστάσουν.
Δεν πρόλαβαν.
Συνέβη το αναπόφευκτο.
Φαντάσματα ξεχύθηκαν στην πόλη.
Θυροκολλούν
αλλόκοτους χρησμούς και προκηρύξεις
χαράζοντας
σταυρούς στα πανωκάσια.
Κραυγή εγκάρσια
διέσχισε τη νύκτα.


Ο κόσμος άλλαξε πλευρό.
Κουράστηκε νεκρός να περιμένει

Pachelbel's Canon in D, performed on original instruments from the time of Pachelbel by the Early Music ensemble Voices of Music. (youtube, 2.9.2008)

 ...............................................................


Pachelbel's Canon in D, performed on original instruments from the time of Pachelbel by the Early Music ensemble Voices of Music. (youtube, 2.9.2008)


Μνήμες 2011 - 2015 Από τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαδάτο... (facebook, 27.4.2023)

 ...............................................................




"Επειδή πολλοί ανησυχούν μήπως έρθουν οι... κομμουνιστές και κλείσουν οι τράπεζες, κι επειδή το 2015 το θυμόμαστε ώρα με την ώρα:
* Τον Ιούλιο του 2015 τις τράπεζες τις έκλεισε η ΕΚΤ, ο Ντράγκι, οι θεσμοί. Δεν ήταν πολύ ευρωπαϊκό.
* Από τον Δεκέμβρη του 2014 ως τον Ιούλιο του 2015, με το φόβο ότι έρχονται ...οι κομμουνιστές, ανήσυχοι καταθέτες πήραν από τις τράπεζες 30 δισ. ευρώ, στραγγίζοντας τα ταμεία. Δεν ήταν πολύ πατριωτικό.
* Από το 2011 ως το 2019, το δημόσιο χρήμα για να στηριχθούν ιδιωτικές τράπεζες (ανακεφαλαιοποίηση) ξεπερνά τα 100 δισ. Δεν ήταν πολύ φιλολαικό.
Οι 2 στους 3 που ψήφισαν ΟΧΙ το 2015, παρότι ο Ντράγκι έκλεισε τις τράπεζες, είναι αρκετά ευφυείς για να καταλαβαίνουν από τι κινδυνεύουν σε σχέση με τις τράπεζες."

Πέμπτη 27 Απριλίου 2023

"ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ" ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη (1919-2005)

 ..............................................................


ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ


☆☆☆


Οι διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου
δεν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανός


Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν ἂν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαῦρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ᾿ ἄστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες τῶν δειλῶν στα χέρια
παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες το φῶς


Να πεθάνουν


Να κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπό τη χαρά της
ἀπό το χρῶμα του το κάθε λουλούδι
ἀπό το χάδι του το κάθε χέρι
ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του το κάθε φιλί.





Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)




Σονέτο LVII (57) του Ουίλιαμ Σαίξπηρ (1564 - 1616) (μτφρ. Κώστας Κουτσουρέλης)

..............................................................












{Ουίλλιαμ Σαίξπηρ γενέθλιος ημέρα 26.4.1576}



Σονέτο LVII.



Αφού είμαι σκλάβος σου, τι πια μου μένει
τις προσταγές σου απ' το να προσδοκώ;
Γερνά η στιγμή κι η μέρα μου πεθαίνει
που στο δικό σου δεν με βρει πλευρό.


Κι όμως, ποτέ την καρτερία δεν χάνω
με τον νωθρό καιρό που δεν περνά
ή τη ζωή την αλγεινή που κάνω,
αν μου 'πες προτού φύγεις "έχε γεια".


Κι ούτε ποτέ, κι ας καίγομαι, ρωτάω
πού βρίσκεσαι, τι κάνεις, με ποιους να 'σαι·
μα ξεχασμένος μένω να κοιτάω
πόση χαρά σκορπάς σ' όσους θυμάσαι.


Έτσι τρελή 'ναι η αγάπη· ό,τι κι αν γίνει,
στο νου της το κακό δεν βάζει εκείνη.



(μτφρ. Κώστας Κουτσουρέλης)


~·~

Being your slave, what should I do but tend
Upon the hours and times of your desire?
I have no precious time at all to spend,
Nor services to do, till you require.
Nor dare I chide the world-without-end hour
Whilst I, my sovereign, watch the clock for you.
Nor think the bitterness of absence sour
When you have bid your servant once adieu;
Nor dare I question with my jealous thought
Where you may be, or your affairs suppose,
But like a sad slave, stay and think of nought,
Save, where you are how happy you make those.
So true a fool is love that in your will
Though you do anything, he thinks no ill.

Μικρό αφιέρωμα στην ποιήτρια, ηθοποιό και σκηνοθέτιδα Ελευθερία Σαπουντζή (1971-2000)

 ..............................................................







Ελευθερία Σαπουντζή* (1971 - 2000)



Η Κλινήρης Δευτέρα, 1993



Και ιδού Εγώ που κλέβοντας πορεύομαι
την ταπεινότητα την άλλη μου ζωή τη ζω
Αγίας Λογικής ποτίζοντας τις γλάστρες
και να μετρήσω τα κεριά μου δέομαι
-και δεν γίνεται
Εξαπατώντας εκ δεξιών θα εμφανιστώ
και σε μεστή δόξα θα ανατείλω







Σε χρόνο αιωνίως ενεστώτα




Eπείγομαι.
Τώρα όλα,ό,τι είναι να γίνει.
Λίγοι που μείναμε μην έρθει η ώρα μου και δεν προλάβω.
Ένα κλαδάκι με κρατάει απ' το γκρεμό φύλλο κι άμα φυσήξει χάθηκα.
Ευτυχώς φέτος δεν έχει άνοιξη κι ένα ένα φεύγουν αστράγαλοι,
έπειτα γόνατα μηροί και προς τα πάνω η μέση στήθος η φωνή μου μόνα κι ασυνόδευτα στα βάθη σου.
Απ' τα μαλλιά μου πιάνομαι πνιγμένη.
Αυτό ήταν-έγινε.
Πάει και πέρασε κι έρχεται και θα φύγει.


*Βιογραφικό σημείωμα

Η Ελευθερία Σαπουντζή γεννήθηκε το 1971 στην Αθήνα και αποφοίτησε από τη Σχολή το 1989. Αποφοίτησε από το Εργαστήριο Υποκριτικής Τέχνης του "Αμφι-Θεάτρου" του Σπύρου Ευαγγελάτου και από το τμήμα Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Σπούδασε Υποκριτική στην Hochschule der Kunste του Βερολίνου με υποτροφία του Γερμανικού κράτους. Ως ηθοποιός συμμετείχε σε αρκετές παραστάσεις μεταξύ των οποίων: "Δυσδαιμόνα ή Έργο για ένα μαντήλι", σε σκηνοθεσία Κ. Φοντούκη και "Ο Δον Ζουάν έρχεται από τον πόλεμο", σε σκηνοθεσία Δ. Καταλειφού, ενώ συνεργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη με την Νικαίτη Κοντούρη και τον Δημήτρη Καταλειφό. Το 1993 εξεδόθη η ποιητική της συλλογή "Κλινήρης Δευτέρα" από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Μετέφρασε και σκηνοθέτησε τα έργα "Φωτιά στο πρόσωπο", στο "Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας" και "Ο Θεός είναι D. J." στο "Θέατρο του Νότου". Το 2000 ανέλαβε τη συνδιεύθυνση του "Θεάτρου του Νότου" μαζί με τους Γ. Χουβαρδά και Θ. Μοσχόπουλο. Στις 22 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, αναπάντεχα, μας άφησε σε ηλικία μόλις 29 ετών.
Από ένα αφιέρωμα του περιοδικού lifo 13 χρόνια μετά τον θάνατό της τα δύο ποιήματά της. Από την ιστοσελίδα των Αποφοίτων της Γερμανικής Σχολής Αθηνών

Τετάρτη 26 Απριλίου 2023

Arcangelo Corelli: Concerto in D Major Op. 6 No. 4, complete. Voices of Music; original instruments (youtube, 7.1.2015)

 .............................................................


Arcangelo Corelli: Concerto in D Major Op. 6 No. 4, complete. Voices of Music; original instruments


Adagio 0:00 
Allegro 0:21 
Adagio 3:29 
Vivace 5:04 
Allegro & Coda 6:08

Voices of Music
David Tayler & Hanneke van Proosdij, directors 
Kati Kyme & Elizabeth Blumenstock solo baroque violins 
Shirley Edith Hunt, solo baroque cello 
Gabrielle Wunsch & Maxine Nemerovski ripieno baroque violins 
Lisa Grodin, baroque viola 
Farley Pearce, violone 
Hanneke van Proosdij, baroque organ 
David Tayler, archlute

Ένα αφιέρωμα στον Μολιέρο / Μια σκηνή από το έργο "Οι Σοφολογιότατες" (https://www.periou.gr, 25.4.2023)

..............................................................



Ένα αφιέρωμα στον Μολιέρο



Ένα αφιέρωμα στον Μολιέρο, που το 2023 κλείνουν 350 χρόνια από το θάνατό του.
Εδώ ένα απόσπασμα από τη 4η πράξη της κωμωδίας του «Οι Σοφολογιότατες».
Στους ρόλους του Κλείτανδρου και της Αρμάνδης ο Μανώλης Γιούργος και η
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου. Η μουσική είναι του Lully από το έργο «Amour
méde». Les Musiciens du Louvre υπό τη διεύθυνση του Marc Minkowski.


https://www.periou.gr/ena-afieroma-ston-moliero/?fbclid=IwAR1FgM67PhoUW64RXPXVU1QC5RMKm9gfducmQUtEvcbY8avsKf9zEpcrRCo 

Κυριακή 23 Απριλίου 2023

"Για Να Ζω" / Λιζέτα Καλημέρη - Πέτρος Βαγιόπουλος - ΣΟΥΑΡέ Official Music Video (4K) (youtube, 19.4.2023)

 ..............................................................


"Για Να Ζω" / Λιζέτα Καλημέρη - Πέτρος Βαγιόπουλος - ΣΟΥΑΡέ Official Music Video (4K)



Μουσική: Πέτρος Βαγιόπουλος 
Στίχοι: Μερόπη Γραμμένου
Τραγούδι: Λιζέτα Καλημέρη

Όπως τραβάω το τσιγάρο και κατεβάζω τον καπνό, 
μέσα απ' τα χείλη σου θα πάρω βαθιά ανάσα για να ζω.

Όπως ανάβει το φυτίλι, φωτιά να έπιανα κι εγώ, 
κι αν τρεμοσβήνω σαν καντήλι γίνε η φλόγα για να ζω.

Όπως περνούν τα χρόνια, μέτρα πόσες στιγμές μας στο φτερό. 
Πριν γίνει η καρδιά μου πέτρα, σπάσ' την κομμάτια για να ζω.


Σάββατο 22 Απριλίου 2023

Frédéric Chopin, Ballade no. 1 g-minor op. 23 [Olga Scheps live-recital at Staatstheater Darmstadt, Jan 22, 2015] (youtube, 24.2.2015)

 ..............................................................


Frédéric Chopin, Ballade no. 1 g-minor op. 23 (Olga Scheps live)


Olga Scheps live-recital at Staatstheater Darmstadt, Jan 22, 2015.

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Άλφρεντ Ντέμπλιν (1878-1957)* «Μπερλίν Αλεξάντερπλατς»** (μτφ. Μηνάς Παράσχης, επιμ. Τούλα Σιέτη, εκδ. «Οδυσσέας», 1982)

 ..............................................................


            Άλφρεντ Ντέμπλιν (1878-1957)







Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Άλφρεντ Ντέμπλιν (1878-1957)* «Μπερλίν Αλεξάντερπλατς»** (μτφ. Μηνάς Παράσχης, επιμ. Τούλα Σιέτη, εκδ. «Οδυσσέας», 1982)


…Από το έβδομο βιβλίο…

…Λαμπρές προοπτικές σοδειάς, μπορεί όμως και να πέφτουμε έξω…

 

«…Έλα πιο κοντά Φραντς, τι γίνεται, δε μου λες, πώς τη λένε αλήθεια την αρραβωνιάρα σου;» «Μίτσε, τα ξέρεις αυτά, Ράινχολντ, πριν τη λέγανε Σόνια». «Μάλιστα και την κρατάς κρυμμένη, ε; Δεν κάνει για τα μούτρα μας φαίνεται». «Τσίρκο είναι για να τη δείχνω; Δεν την κρατάω κλεισμένη. Έχει το φίλο της, βγάζει κι ένα σωρό λεφτά». «Αλλά δε λες να τη δείξεις». «Τι πα να πει, Ράινχολντ, να τη δείξω. Έχει τις δουλειές του το κορίτσι». «Θα μπορούσες να τη φέρεις καμιά φορά, λένε ότι είναι ωραία». «Ναι, μάλλον». «Θα ‘θελα να την έβλεπα καμιά φορά, εσύ τι λες;» «Θυμάσαι, Ράινχολντ, παλιότερα είχαμε κάτι πάρε δώσε εμείς οι δυο, θυμάσαι τις αρβύλες και το γούνινο γιακά;» «Περασμένα, ξεχασμένα!» «Ναι, τέρμα. Δεν ξανακάνω πια τέτοιες βρωμοδουλειές». «Εντάξει, μωρέ, σε ρώτησα μόνο» [Το σκυλί, άκου βρωμοδουλειές, τις λέει. Περίμενε και θα δεις φιλαράκο]…

 

«…Αυτό ήθελα να μάθω, Φραντς, την αγαπάς πολύ φαίνεται». «Να πάρει η ευχή, δε σταματάς τις ιστορίες για τα κορίτσια κι όλες αυτές τις αηδίες;» «Μια πληροφορία θέλω, τι θα πάθεις αν μου πεις». «Εγώ δε θα πάθω τίποτα, Ράινχολντ, αλλά κοίτα μην πάθεις εσύ, τέτοιο κάθαρμα που ‘σαι».

   Γελάει ο Φραντς κι ο άλλος το ίδιο. «Τι θα γίνει λοιπόν, Φραντς, τη μικρή σου δε θα μου τη γνωρίσεις τελικά;» [ Μα τι αστείος που ‘σαι Ράινχολντ, πρώτα με πετάς απ’ τ’ αυτοκίνητο και μετά, μετά μου κάνεις το φίλο]. «Μα τι θες, Ράινχολντ, τι ζητάς τέλος πάντων;» «Τίποτα. Να τη δω μόνο». «Να δεις αν μ’ αγαπάει; Να ξέρεις, το κορίτσι είναι ολόκληρο μια τεράστια καρδιά που χτυπάει για μένα. Δεν ξέρει παρά ν’ αγαπά και να κανακεύει, τίποτ’ άλλο. Δεν μπορείς να φανταστείς, Ράινχολντ, πόσο τρελή είναι, δεν έχεις ιδέα. Την Εύα την ξέρεις;» «Βέβαια». «Σκέψου, η Μίτσε θέλει να… δε σ’ το λέω». «Τι, πες το ντε». «Όχι είναι απίστευτο, αλλ’ έτσι είν’ αυτή, κάτι τέτοιο δε θα το ‘χεις ξανακούσει Ράινχολντ, κι εμένα πρώτη φορά μου συμβαίνει και δεν είμαι πρωτάρης στη δουλειά.» «Πες το, γαμώ το, τι θέλει απ’ την Εύα;» «Εντάξει, αλλά τσιμουδιά σε κανένανε, θέλει το κορίτσι, η Μίτσε: να κάνει η Εύα ένα μωρό με μένα».

   Μπουμ. Κάθονται και κοιτάει, ο ένας τον άλλον. Ο Φραντς χτυπάει το γόνατο και γελάει δυνατά. Χαμογελάει ο Ράινχολντ, χαμογελάει βεβιασμένα, σταματάει…

 

«…Χαμογελάει ο Ράινχολντ, χαμογελάει βεβιασμένα, σταματάει: «Μήπως είναι λεσβία;» Ο Φραντς συνεχίζει να χτυπιέται και να γελά: «Όχι, εμένα αγαπάει». «Απίστευτο» [Κοίτα πράγματα, φίλε μου, απίθανο, κι έτυχε σ’ αυτόν το βλάκα και γελάει κι από πάνω]. «Και τι λέει η Εύα γι’ αυτό;» «Είναι φιλενάδες οι δυο τους, την ξέρει καιρό, εγώ τη Μίτσε απ’ την Εύα τη γνώρισα» «Μ’ έκανες, Φραντς, και μου τρέχουνε τα σάλια για δαύτηνε. Για πες μου, δε θα μ’ αφήσεις να τη δω τη Μίτσε, έστω κι από είκοσι μέτρα μακριά, άμα φοβάσαι τόσο πολύ, και πίσω απ’ τα κάγκελα».

   «Χαζομάρες, καθόλου δε φοβάμαι! Δεν μπορείς να φανταστείς τι πιστή και τι γλυκιά που είναι, χρυσό κορίτσι. Θυμάσαι, από παλιά σου ‘λεγα να σταματήσει το πάρε δώσε με πολλές γυναίκες, θα καταστρέψεις την υγεία σου, δεν αντέχουνε ούτε τα καλύτερα νεύρα. Μην πάθεις καμιά αποπληξία. Συγκρατήσου λιγάκι, θα σου ‘κανε καλό. Θα δεις, Ράινχολντ, πόσο δίκιο έχω. Θα σ’ τη δείξω». «Αλλά αυτή δεν είναι ανάγκη να με δει». «Γιατί όχι;» «Δε θέλω, να, δείξ’ τη μου μόνο». «Έγινε, φίλε, χαίρομαι. Θα σου κάνει καλό».

   Τρεις η ώρα μεσημέρι, ο Φραντς κι ο Ράινχολντ βγαίνουν έξω, επιγραφές εμαγιέ παντός τύπου, είδη εμαγιέ, γερμανικοί και αυθεντικοί περσικοί τάπητες, σε 12 μηνιαίες δόσεις, διάδρομοι, καλύμματα, τραπεζάκια, παπλώματα, κουρτίνες, Stores Leisner und co., διαβάσατε το Η μόδα για Σας, αν όχι, ζητήσατε την άμεσον δωρεάν αποστολήν του, προσοχή κίνδυνος θάνατος, ρεύμα υψηλής τάσεως. Πάνε στο σπίτι του Φραντς. Θα μπεις τώρα στο σπίτι μου: Είμαι καλά, εγώ είμαι άρρωστος, θα δεις πόσο καλά είμαι, λέγομαι Φραντς Μπίμπερκοπφ.

   «Και τώρα σιγά, θ’ ανοίξω να δω μπας κι είναι εδώ. Όχι. Να, εδώ μένω, θα ‘ρθει όμως όπου να ‘ναι. Πρόσεξε τώρα πώς θα το κάνουμε, σκέτο θέατρο, μη βγάλεις όμως άχνα». «Χαζός είμαι;» «Καλύτερα να ξαπλώσεις εδώ στο κρεβάτι, Ράινχολντ, την ημέρα δεν το χρησιμοποιούμε, θα προσέξω γω να μην έρθει κατά δω κι εσύ θα κοιτάς απ’ την κουνουπιέρα. Για ξάπλωσε, βλέπεις;» «Για να βλέπω βλέπω. Αλλά πρέπει να βγάλω τις μπότες». «Καλύτερα έτσι. Δες, θα τις βάλω στο διάδρομο και τις παίρνεις φεύγοντας μόνος σου». «Διάολε, κι αν πάει, Φραντς, στραβά η δουλειά;» «Φοβάσαι; Α εγώ καθόλου δε φοβάμαι, αν το πάρει χαμπάρι θα σας συστήσω». «Όχι, να μη με πάρει καλύτερα χαμπάρι». «Πέσε λοιπόν. Έρχεται από στιγμή σε στιγμή».

   Επιγραφές εμαγιέ, είδη εμαγιέ, κάθε είδους γερμανικοί κι αυθεντικοί περσικοί τάπητες Περσίας, Πέρσες και τάπητες Περσίας, ζητήσατε δωρεάν αποστολήν…

 

«… Κάποιος προσπαθεί ν’ ανοίξει την πόρτα. Κι ο Φραντς στο χολ: «Φοβήθηκες, Μίτσε; Εγώ είμαι μωρό μου. Έμπα μέσα. Μη βάζεις τίποτα στο κρεβάτι. Έχω μια έκπληξη για σένα εκεί». «Να πάω να δω;» «Στοπ, να ορκιστείς πρώτα. Ψηλά το χέρι, Μίτσε, ορκίζομαι, όρθιοι όλοι, να λες μετά από μένα: Ορκίζομαι». «Ορκίζομαι». «Πως δε θα ζυγώσω στο κρεβάτι». «Μέχρι να πω εγώ». «Μέχρι να τρέξω εκεί». «Ακίνητη. Ακόμη μια φορά: Ορκίζομαι». «Ορκίζομαι πως δε θα ζυγώσω στο κρεβάτι». «Μέχρι να σε πάω εγώ εκεί».

   Σοβαρεύει τότε εκείνη, κρεμιέται απ’ το λαιμό του και μένει εκεί ώρα πολλή. Βλέπει πως κάτι της συμβαίνει, τη σπρώχνει στο χολ, κάτι δεν πάει καλά σήμερα. Μένει ακίνητη: «Δεν πάω στο κρεβάτι, μη φοβάσαι». «Μα τι έχει η μικρούλα Μίτσε, η γατούλα μου, το μωράκι μου;»

   Τον σπρώχνει στον καναπέ, κάθονται ο ένας πλάι στον άλλο σφιχταγκαλιασμένοι, δε λέει κουβέντα. Στην αρχή μιλάει ψιθυριστά, τραβάει τη γραβάτα του, ύστερα ξεσπάει: «Να σου πω κάτι, Φράντσεκεν;» «Και βέβαια, Μίτσεκεν». «Είναι για το γέρο μου, κάτι συνέβη». «Δηλαδή, μωρό μου;» Παίζει με τη γραβάτα του, μα τι έχει σήμερα το κορίτσι κι είναι κι ο άλλος μέσα!...»

 

«…Ο γέρος, Φράντσεκεν, τις τελευταίες φορές είχε και τον ανιψιό του μαζί, δηλαδή δεν τον είχε καλέσει αυτός, ήρθε μόνος του». Ο Φραντς παγώνει, μουρμουρίζει: «Καταλαβαίνω».  Δεν παίρνει εκείνη τα μάτια της απ’ τα δικά του: «Τον ξέρεις, Φραντς;» «Από πού κι ως πού» «Νόμισα. Ήταν λοιπόν αυτός πάντοτε κει, βγήκαμε και μαζί» Ο Φραντς τρέμει, του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι: «Και γιατί δε μου ‘πες τίποτα, διάολε;» «Νόμιζα πως θα τον ξεφορτωνόμουνα. Κι έπειτα γιατί, δεν κάνει τίποτε, έρχεται μαζί μας». «Και τώρα…» Η σύσπαση του στόματος διακρίνεται ακόμα περισσότερο τώρα στο λαιμό, ο λαιμός υγραίνεται, σφίγγει τον Φραντς, το κορίτσι πολύ μ’ αγαπάει, να μην ήταν τόσο πεισματάρα, δε λέει τίποτα, αδύνατο να την καταλάβεις, και γιατί κλαίει, κι είναι κι ο άλλος στο κρεβάτι, πολύ θα ‘θελα να ‘παιρνα μια σανίδα και να τον χτυπήσω τόσο μέχρι να μην μπορεί να ξανασηκωθεί, αναθεματισμένη κατσίκα, ρεζίλι μ’ έκανες. Τρέμει. «Και τώρα;» «Τίποτα, Φραντσεκεν, μην ανησυχείς, δε χρειάζεται να κάνεις τίποτε, δεν είναι και φοβερό. Ήρθε λοιπόν εκείνος πάλι, περίμενε ολόκληρο το πρωί μέχρι να κατέβω απ’ το γέρο και να τος φάντης μπαστούνι μπροστά μου και πρέπει λέει να πάμε με τ’ αμάξι του και πρέπει και πρέπει». «Κι εσύ φυσικά, έπρεπε». «Εγώ έπρεπε, τι μπορούσα να κάνω; Όταν σου κολλάνε έτσι. Κι είναι και τόσο νέο παιδί. Κι ύστερα…» «Πού πήγατε;» «Στην αρχή πηγαίναμε πάντα στο Βερολίνο, Γκρούνεβαλντ, ούτε κι εγώ δεν ξέρω πού, μετά κάναμε περίπατο κι εγώ τον παρακαλούσα συνέχεια να φύγει. Κι αυτός κλαίει κι ικετεύει σαν παιδί και πέφτει στα πόδια μου, τόσο νέος σιδεράς». «Καλύτερα θα ‘κανε να δουλεύει ο τεμπέλης αντί να γυρίζει εδώ κι εκεί». «Δεν ξέρω.  Μη θυμώνεις, Φραντς». «Δεν μπορώ ακόμα να καταλάβω τι τρέχει. Μα γιατί κλαις, διάολε;» Πάλι δεν απαντάει, τον σφίγγει, παίζει με τη γραβάτα του. «Μη θυμώνεις, Φραντς». «Μήπως είσαι ερωτευμένη με τον τύπο, Μίτσε;» Τσιμουδιά. Τρομάζει, παγώνει απ’ την κορφή ίσαμε τα νύχια. Ψιθυρίζει μες στα μαλλιά της, έχει ξεχάσει τελείως τον Ράιχολντ: «Είσαι ερωτευμένη μαζί του;» Πλεγμένο το κορμί της με το δικό του, τη νιώθει ολόκληρη, βγαίνει απ’ το στόμα της: «Ναι». Οχ, οχ, τ’ άκουσε, ναι. Προσπαθεί να την αφήσει, να την χτυπήσω; Η Ίντα, ο τύπος απ’ το Μπρέσλαου, τώρα θα συμβεί, έχει παραλύσει, το χέρι του είναι νεκρό, αυτή τον κρατάει γερά, όπως θηρίο τη λεία του, τι θέλει, δε λέει κουβέντα, τον κρατάει γερά, το πρόσωπό της στο λαιμό του, κοιτάζει μ’ ανέκφραστο βλέμμα πέρα απ’ τη Μίτσε το παράθυρο.

   Ο Φραντς την ταρακουνάει, φωνάζει: «Τι θες; Παράτα με επιτέλους». Τι σκύλα, δεν τη χρειάζομαι. «Αφού ήρθα Φράντσεκεν. Δε σου ‘φυγα, εδώ είμαι ακόμα». «Φύγε, δε σε θέλω». «Μη φωνάζεις έτσι, ω Θε μου, τι έκανα». «Πήγαινε σε δαύτον αν τον αγαπάς παλιοθήλυκο». «Δεν είμαι παλιοθήλυκο, σε παρακαλώ Φράντσεκεν, αφού του ‘πα κιόλας ότι δε γίνεται κι ότι είμαι δικιά σου». «Δε σε θέλω. Τέτοιες σαν και σένα να μου λείπουνε». «Αφού σου ανήκω, του το ‘πα κι ύστερα έφυγα κι ήρθα δω να με παρηγορήσεις». «Δεν είσαι καλά! Παράτα με! Τρελάθηκες! Είσαι ερωτευμένη με δαύτονε και πρέπει να σε παρηγορήσω κι από πάνω». «Ναι, πρέπει Φράντσεκεν, αφού είμαι η Μίτσε σου και μ’ αγαπάς, γιατί να μη με παρηγορήσεις, αχ, τριγυρνάει τώρα εκείνος ο καημένος και…» «Α, ως εδώ και μη παρέκει, Μίτσε. Άντε σε κείνον, παρ’ τονε». Η Μίτσε κλαίει γοερά, εκείνος δεν μπορεί να την ξεκολλήσει από πάνω του. «Άντε, πήγαινε κι άσε με ήσυχο». «Όχι, δε γίνεται αυτό. Δε μ’ αγαπάς τότε, δε με θες, τι έκανα».  

   Ο Φραντς καταφέρνει να λευτερώσει το χέρι του, να ξαγκιστρωθεί, εκείνη τρέχει πίσω του, ο Φραντς γυρίζει απότομα και τη χτυπάει στο πρόσωπο, οπισθοχωρεί, τη σπρώχνει απ’ τον ώμο, πέφτει, πέφτει κι αυτός πάνω της και τη χτυπάει με το ‘να του χέρι όπου βρίσκει. Κλαίει, σφαδάζει, οχ, οχ, εκείνος χτυπάει, χτυπάει, το κορίτσι είναι πεσμένο με την κοιλιά και το πρόσωπο στο πάτωμα. Όταν σταματάει λαχανιασμένος, οι τοίχοι γυρίζουν γύρω του, εκείνη γυρίζει, προσπαθεί να σηκωθεί: «Όχι μπαστούνι, Φράντσεκεν, φτάνει, όχι μπαστούνι».

   Η μπλούζα της είναι σχισμένη, το ‘να μάτι βουλωμένο, αίμα τρέχει απ’ τη μύτη, απλώνεται στο αριστερό μάγουλο και το πιγούνι.

   Ο Φραντς όμως, - Μπίμπερκοπφ, Λίμπερκοπφ, Τσίμπερκοπφ, ακατανόμαστος -, οι τοίχοι γυρίζουν, τα κρεβάτια είναι ακίνητα, κρατιέται από ‘να κρεβάτι. Κάτω απ’ τα σκεπάσματα είν’ ο Ράινχολντ, ο τύπος έχει ξαπλώσει με τις μπότες, θα λερώσει τα σεντόνια. Τι γυρεύει του λόγου του εδώ. Έχει σπίτι. Θα τον βγάλω έξω, θα τον βγάλω έξω, θα του δείξουμε, αν και ο πληθυντικός εδώ είναι λάθος. Και ξεκινά κιόλας ο Μπίμπερκοπφ, Τσίμπερκοπφ, Νίμπερκοπφ, Βίντερκοπφ, μ’ ένα σάλτο βρέθηκε δίπλα στο κρεβάτι, τον αρπάζει, και την κουβέρτα μαζί, απ’ το κεφάλι, ο Ράινχολντ αντιστέκεται, πετάει την κουβέρτα, ανακάθεται.

   «Δίνε του, Ράινχολντ, έξω, κοίταξέ τη και δρόμο».

   Το διάπλατα ανοιχτό στόμα της Μίτσε, σεισμός, αστραπή, κεραυνός. Θρυμματισμένες ράγιες, λυγίσανε, ο σταθμός του τρένου, αναποδογυρισμένα τα σπιτάκια των φυλάκων, πάταγος, χαμός, ντουμάνι, καπνός, δε βλέπω τίποτε, πάνε όλα, πάνε, σαρώθηκαν κάθετα, οριζόντια.

   «Τι έγινε, τι γκρεμίστηκε;»

   Κραυγές, συνεχείς κραυγές απ’ το στόμα της, κραυγές οδύνης που προκαλεί εκείνο πίσω απ’ τον καπνό πάνω στο κρεβάτι, ένα τείχος κραυγών, κραυγές-λόγχες ενάντια σ’ εκείνο κει, κραυγές-πέτρες, λιθοβολισμός.

   «Βούλωσέ το, τι γκρεμίστηκε, σταμάτα, θα πέσει το σπίτι».

   Χείμαρρος κραυγών, όγκος κραυγών ενάντια σ’ εκείνο κει, δεν υπάρχει χρόνος, ούτε ώρα, ούτε εποχές.

   Τον Φραντς κατέλαβε το κύμα των κραυγών, η μαμαμανία. Κραδαίνει πλάι στο κρεβάτι μια καρέκλα, του ξεφεύγει, πέφτει απ’ το χέρι του, ήχος ξερός. Ρίχνεται πάνω στη Μίτσε, που κάθεται και μονότονα σκούζει και στριγκλίζει και στριγκλίζει, της κλείνει από πίσω το στόμα, τη ρίχνει ανάσκελα, γονατίζει πάνω της, της σκεπάζει με το σώμα του το στήθος και το πρόσωπο. Θα-τη-σκοτώσω.

   Οι κραυγές υποχωρούν, τα ελεύθερα πόδια της σφαδάζουν. Ο Ράινχολντ τραβάει με δύναμη τον Φραντς: «Διάολε, θα την πνίξεις!» «Κοίτα τη δουλειά σου, γαμώ το». «Σήκω πάνω, σήκω». Καταφέρνει να ξεκολλήσει τον Φραντς, εκείνη κείται με την κοιλιά στο πάτωμα, γυρίζει το κεφάλι, κλαίει, πνίγεται, χτυπιέται. Ο Φρανς τραυλίζει: «Δες τηνα τη χαμούρα, την παλιοχαμούρα. Ποιον πώς να βαρέσεις, χαμούρα;» «Φύγε, Φραντς, βάλε το σακάκι σου κι έλα όταν ηρεμήσεις». Η Μίτσε κάτω κλαίει, ανοίγει τα μάτια· κόκκινο το δεξί βλέφαρο, πρησμένο. «Δίνε του, γαμώ το, θα την πεθάνεις. Να. Βάλ’ το το σακάκι».

   Ο Φραντς βαριανασαίνει, πνίγεται, τον αφήνει να του φορέσει το σακάκι.

   Η Μίτσε ανασηκώνεται απότομα, φτύνει, θέλει να μιλήσει, κάθεται, ορθώνει το κορμί της, δυνατά, με φωνή σκληρή: «Φραντς». Έχει φορέσει εκείνος το σακάκι. «Πάρε και το καπέλο σου».

   «Φραντς…» Δε στριγκλίζει πια, ξαναβρήκε τη φωνή της, φτύνει. «Εγώ… εγώ… εγώ…, θα ‘ρθω μαζί σου». «Όχι, μείνετε, δεσποινίς, να σας περιποιηθώ λιγάκι». «Φράντσεκεν, σε παρακαλώ, θα… ‘ρθω… κι… εγώ». Όρθιος ταχτοποιεί το καπέλο στο κεφάλι, καταπίνει, βαριανασαίνει, φτύνει, πάει στην πόρτα. Κρακ. Έκλεισε.

   Η Μίτσε αναστενάζει, ορθώνεται, σπρώχνει μακριά τον Ράινχολντ, μπαίνει ψηλαφώντας στο χολ. Δεν μπορεί να πάει πέρα απ’ την είσοδο του σπιτιού, ο Φραντς έφυγε, έχει κατέβει κιόλας τη σκάλα. Ο Ράινχολντ την κουβαλάει στο δωμάτιο. Την βάζει στο κρεβάτι, εκείνη πνίγεται, δεν μπορεί ν’ αναπνεύσει, σηκώνεται πάνω μόνη της, τα πόδια της γλιστράνε προς τα κάτω, φτύνει αίμα, τον σπρώχνει μ’ όλη της τη δύναμη προς την πόρτα. «Έξω, έξω», επαναλαμβάνει. «Έξω, έξω». Το ‘να της μάτι τεράστιο, καρφωμένο πάνω του. Τα πόδια της αιωρούνται πάνω απ’ το πάτωμα. Κοίτα πώς έχει πασαλειφτεί. Τα σάλια, τα αίματα τον αηδιάζουν, καλύτερα να φύγω, άσε που μπορεί να πλακώσουν διάφοροι και να πουν ότι εγώ την έκανα έτσι χάλια. Στ’ αρχίδια μου οι ιστορίες τους. Μέρα, δεσποινίς, το καπέλο στο κεφάλι και δρόμο.

   Κάτω σκουπίζει το αίμα απ’ τ’ αριστερό του χέρι, τη βρομοσαλιάρα, γελάει δυνατά: γι’ αυτό με κουβάλησε επάνω, πολύ θέατρο, πολύ βλάκας. Γι’ αυτό μ’ έχωσε στο κρεβάτι του με τις μπότες; Θα σ’ τον κάνω εγώ να σκάσει: Ωραία την έπαθε, πού να γυρίζει άραγε τώρα;

   Και προχωρεί. Επιγραφές, είδη εμαγιέ παντός τύπου. Πολύ μου άρεσε, πολύ μου άρεσε. Πολύ βλάκας, μπράβο σου, αγόρι μου, χίλια ευχαριστώ και σ’ ανώτερα. Πολύ χαίρομαι…

 

Κάποιο βράδυ, στο σπίτι του Φραντς. Γελάνε. Κάθονται αγκαλιασμένοι, φιλιούνται, αγαπιούνται. «Παραλίγο να σε σκοτώσω, Μίτσε. Πώς σε στραπατσάρισα έτσι, γαμώ το. Δεν πειράζει. Φτάνει που ξαναγύρισες». «Έφυγε αμέσως ο Ράινχολντ;» «Δε θες να μάθεις, Μίτσε, γιατί ήρθε;» «Όχι». «Δε θες να μάθεις;» «Όχι». «Μα, Μίτσε». «Όχι. Δεν είναι αλήθεια». «Ποιο πράμα;» «Πώς θέλεις να με πουλήσεις σε αυτόν». «Πώς σου ‘ρθε;» «Δεν είναι αλήθεια, ε;» «Πώς σου ‘ρθε, Μίτσεκεν». «Το ξέρω δεν υπάρχει πρόβλημα». «Είναι φίλος μου, Μίτσε, αλλά στα κορίτσια φέρεται σαν ζώο. Ήθελα να του δείξω τι πάει να πει εντάξει κορίτσι. Αυτό ήθελα να δει». «Καλά». «Μ’ αγαπάς κι εμένα; Ή μονάχα εκείνον εκεί τον τύπο;» «Είμαι δική σου, Φραντς»…

 

*Σημείωση 1: Ο Άλφρεντ Ντέμπλιν γεννήθηκε στο Στετίνο το 1878 από γονείς εβραίους. Μεγάλωσε στο Βερολίνο όπου σπούδασε ιατρική και δούλεψε ως γιατρός – ψυχίατρος – μέχρι το 1933, χρονιά που τα βιβλία του κάηκαν κι ο ίδιος κατέφυγε αρχικά στη Ζυρίχη και αργότερα στο Παρίσι. Το 1936 πήρε τη γαλλική υπηκοότητα. Το 1940 κατέφυγε στην Αμερική, όπου έγινε καθολικός. Μετά το τέλος του πολέμου γύρισε στην Ευρώπη. Πέθανε το 1957 στο Εμετίγκεν. Δημοσίευσε κυρίως μυθιστορήματα («Βαλενστάιν» - μυθιστόρημα  σε δύο μέρη, «Δε θα δοθεί συγνώμη» «Άμλετ ή η μακριά νύχτα τελειώνει κ.ά), ποιήματα, θεατρικές κριτικές, δοκίμια και μια συλλογή από πολιτικά άρθρα που έγραψε για την εφημερίδα Neue Rundschau.

 

*Σημείωση 2 : Το βιβλίο αυτό αναφέρεται στον πρώην εργάτη τσιμέντου και μεταφορών στο Βερολίνο, Φραντς Μπίμπερκοπφ. Ο Μπίμπερκοπφ απολύθηκε από τη φυλακή, όπου βρέθηκε εξαιτίας κάποιας παλιάς ιστορίας, και τώρα τον βλέπουμε πάλι στο Βερολίνο, στην προσπάθειά του να παραμείνει τίμιος.

   Και το πετυχαίνει αρχικά. Μπλέκεται όμως ύστερα, αν και οικονομικά τα φέρνει βόλτα, σ’ έναν πραγματικό αγώνα με κάτι που ‘ρχεται απ’ έξω, που ‘ναι ανεξέλεγκτο κι έχει τη μορφή πεπρωμένου.

   Τρεις φορές του επιτίθεται ανατρέποντας τη ζωή του. Χιμάει πάνω του ύπουλα. Ωστόσο ο άνθρωπος καταφέρνει να σηκωθεί πάλι· για την ώρα στέκεται στα πόδια του.

   Τον σπρώχνει και τον χτυπάει άγρια. Τώρα είναι σχεδόν αδύνατο να σταθεί πάλι όρθιος, είναι έτοιμος να σωριαστεί.

   Στο τέλος τον βομβαρδίζει με βαναυσότητα απίστευτη.

   Έτσι ο καλός μας άνθρωπος, που άντεξε μέχρι την τελευταία στιγμή, πέφτει. Παραδέχεται ότι έχασε την παρτίδα, ότι δεν ξέρει πώς να συνεχίσει· μοιάζει χαμένος οριστικά.

   Πριν όμως εγκαταλείψει για πάντα τη ζωή, του ανοίγουνε τα μάτια μ’ έναν τρόπο που δε θέλω να περιγράψω εδώ. Βλέπει καθαρά πού οφείλονται όλα αυτά: σ’ αυτόν τον ίδιο, το δείχνει κι η ζωή του, μια ζωή παράξενη, όχι απλή κι αυτονόητη, αλλά ξιπασμένη κι ανίδεη, αυθάδης και ταυτόχρονα δειλή κι ευάλωτη, που όμως τώρα άλλαξε ξαφνικά τελείως μορφή.

   Αυτό το φοβερό πράμα που ‘ταν η ζωή του, τώρα αποκτά κάποιο νόημα. Η θεραπεία στην περίπτωση του Φραντς Μπίμπερκοπφ ήταν τρομερή. Στο τέλος τον συναντάμε πάλι εκεί, στην Αλεξάντερπλατς, πολύ αλλαγμένο και καταβεβλημένο, λυγισμένο όμως στη στάση που του πρέπει.

   Να τα δούνε τούτα και να τ’ ακούσουνε αξίζει τον κόπο για πολλούς ανθρώπους σαν τον Μπίμπερκοπφ, που τους συμβαίνει ό,τι συμβαίνει και στον Φραντς : που ζητάνε δηλαδή κάτι περισσότερο από ‘να κομμάτι ψωμί.

Σημείωση 3 : «Ένας ήρωας του καιρού μας» από τη Μαρία Κατσουνάκη (εφημ. «Καθημερινή», 8.1.2008)

«Πάμε να γλεντήσουμε», ρωτάει η Λίνα τον Φραντς Μπίμπερκοφ και εκείνος αναρωτιέται «γιατί». «Γιατί», απαντάει η φίλη του, «η χθεσινή μέρα πέρασε και η αυριανή δεν έχει έρθει ακόμη». Για το οικονομικά ταραγμένο Βερολίνο του ’20 με τους 673.582 ανέργους, η επόμενη μέρα κυοφορούσε φόβο, προσμονή, την ανατριχίλα και το δέος του άγνωστου. Η καθημερινότητα είχε διαρραγεί.

Καθώς τα πρώτα επεισόδια από το μνημειώδες «Μπερλίν Αλεξάντερπλατς» επαναπροβάλλονται, σε αποκατεστημένη και ψηφιοποιημένη κόπια, από την ΕΤ1 (25 χρόνια μετά την ιστορική πρώτη μετάδοση της σειράς), η σκηνοθετική ευφυΐα του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ προσγειώνεται ξένη, απόμακρη αλλά και αποκαλυπτικά προφητική, στο ελληνικό τηλεοπτικό τοπίο. «Ξένη και απόμακρη» γιατί το καλλιτεχνικό στοίχημα του Γερμανού δημιουργού αγνοούσε επιδεικτικά κάθε έννοια εμπορικότητας και ήταν απαλλαγμένο από οποιοδήποτε άγχος μετρήσεων θεαματικότητας. Μόνο φορτίο του σκηνοθέτη ήταν η αγωνία του να τιθασεύσει αυτό το ογκώδες, χειμαρρώδες και εξαιρετικά σύνθετο ομότιτλο μυθιστόρημα του Αλφρεντ Ντέμπλιν, στο οποίο και συμπυκνώνεται το φασμπιντερικό σύμπαν: παρακμή, πόνος, αδυναμία έκφρασης των συναισθημάτων, το άτομο άθυρμα της ιστορίας, η ακαταμάχητη γοητεία της τρέλας και της παρανομίας. Όμως το «Μπερλίνερ Αλεξάντερπλατς» εμφανίζεται και «αποκαλυπτικά προφητικό». Οι συγκρίσεις και οι συσχετισμοί ανάμεσα στη σαθρή κοινωνία του ’20 που κυοφορούσε την άνοδο του φασισμού και τις σημερινές συνθήκες διαβίωσης στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αφορούν τους ειδικούς μελετητές. Ο πιστός θεατής της σειράς αντιλαμβάνεται το πλαίσιο: μια εποχή μεγάλων ανακατατάξεων και μεγάλης αβεβαιότητας από τη μια πλευρά και έναν ήρωα, απλό, καθημερινό άνθρωπο, από την άλλη, που «λαχταρά μια αξιοπρεπή ζωή αλλά οδηγείται σαν πρόβατο από δυνάμεις πέρα από τον έλεγχο του προς την εγκληματικότητα και την τρέλα».

Ο συνθλιμμένος από τη μοίρα, την Ιστορία και τα προσωπικά αδιέξοδα «ανθρωπάκος», μέσα από τις σελίδες του Ντέμπλιν και τις γωνίες λήψεις του Φασμπίντερ, εμφανίζεται κυρίαρχος, πολυπρισματικός, αχθοφόρος αλλά και συνδημιουργός των «γεγονότων». Ο Φραντς Μπίμπερκοφ, αυτός ο σωματώδης, με μικρά μάτια, βασανισμένο βλέμμα και βαρύ φορτίο ήρωας, είναι ένας άνθρωπος του καιρού μας. Περιδιαβαίνει στο Βερολίνο του ’20 αλλά με τους ίδιους πόθους, συναισθήματα, πόνους και απώλειες, θα μπορούσε να ζει στην Αθήνα ή σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Μετανάστης ή αυτόχθονας που φιλοδοξεί να είναι ένας καθωσπρέπει μικροαστός αλλά γρήγορα διαπιστώνει ότι η απόσταση από το περιθώριο και την παρανομία είναι αδιόρατη, ένα βήμα, ένας πολύ μικρός διασκελισμός. Είτε γιατί δεν «διάβασε» σωστά τις επιθυμίες του, επιλέγοντας τον ρόλο του θύματος που υποφέρει τον Γολγοθά του μέχρι τέλους, είτε γιατί αρνήθηκε να ανοίξει τα μάτια στις ιστορικές εξελίξεις που κάλπαζαν. Ο Μπίμπερκοφ έμεινε πίσω. Δεν μπόρεσε, δεν άντεξε, δεν κατάλαβε; Στο τέλος των 14 επεισοδίων ο τηλεθεατής θα έχει μιαν απάντηση. Τόσο για τον Μπίμπερκοφ όσο και για τον εαυτό του.



"Χαμηλοφώνως" ποίημα του Δημήτρη Π. Παπαδίτσα (22.9.1922 - 22.4.1987) Από τη συλλογή «Εντός παρενθέσεως Ι»,1945. & ανάγνωση του ποιήματος από τον ποιητή Μιχάλη Γκανά (youtube, 28.9.2014)

 ..............................................................







Δημήτρης Π. Παπαδίτσας (22.9.1922 - 22.4.1987)




«Χαμηλοφώνως»

Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα- τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια 
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο 
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα τους φαγώθηκε από παράσιτα 
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου 
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου όπως περνάει ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού 
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι και κοιμάσαι 
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και θυμάσαι 
Διότι θυμάσαι Γι' αυτό σ' αγαπώ 

κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα- στε μαζί 
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει τα δέντρα ...πως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας 
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια του νερού και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της 
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες απ' το κόκκινο - σαν τα μάτια τού μπεκρή - λυκόφως 
Kαι είπαμε νά το ριζικό νά οι αγάπες βγήκαν στους δρόμους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες 
Nά 'ρχονται και να χάνονται 
Γι' αυτό σ' αγαπώ 
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά 
Eίσαι κείνο που γλύτωσε απ' τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή 
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο 
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων 
Γι' αυτό σ' αγαπώ.


Δημήτρης Π. Παπαδίτσας

Από τη συλλογή «Εντός παρενθέσεως Ι»,1945.


Παρασκευή 21 Απριλίου 2023

"ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ" ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου Επετειακό αφιέρωμα (21 Απριλίου 1967) από τη φίλη στο fb Natassa Zouzoula (facebook, 21.4.2023)

 ..............................................................


ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ, Γιώργης Παυλόπουλος


(Στον Ποιητή Γιώργο Σεφέρη)


Βρεθήκαμε κλεισμένοι τότε με τον Ποιητή σ’ ένα παλιό σπίτι
κι άρχισα πάλι να ψάχνω για κάτι χαρτιά ενός δικού μας
που γύρευε Δικαιοσύνη
ακούγοντας ολοένα τη φωνή του να λιγοστεύει χωρίς να παραδίνεται
τη φωνή του ν’ αντέχει όσο είναι ο κόσμος τούτος κι ακόμη
όταν κανένας πια δε θα υπάρχει.




Ήταν σκοτεινά κι ανάβοντας το λυχνάρι για να φωτιστούμε
είδα μια κασέλα και την άνοιξα με την τρεμούλα της ελπίδας
όμως δε βρήκα τίποτε, μονάχα σκόνη από φθαρμένα
πράγματα που έλιωναν και τά ’τρωγε ο καιρός
και μια πιστόλα φυλαγμένη στο βάθος· δοκίμασα θαρρώ να την κρατήσω.

Ο αγέρας κατεβαίνοντας από το κάστρο δαιμόνιζε το σπίτι
και στο κατώγι θά ’λεγες πως κάποιος ξεκάρφωνε τους νεκρούς
χώμα και κόκαλα. Έπειτα ησυχία. Και πάλι ο αγέρας
σαν ποδοβολητό αλόγου κοντά στον τοίχο του περιβολιού
έφευγε ξαναγύριζε και ξαφνικά πηδώντας το λάκκο του ονείρου μου
μπήκε στην αυλή, ακούστηκαν στις πλάκες καθαρά τα πέταλά του
πέρασε τα χαγιάτια κι ανέβηκε τριποδίζοντας τη σκάλα.
Σπρώχνοντας τότε την πόρτα στάθηκε ανάμεσά μας
λυτό ξεκαπίστρωτο λαχανιάζοντας ιδρωμένο ένα άσπρο άλογο.
Μας κοίταξε περίλυπο στα μάτια και σηκώνοντας το πόδι
χτύπησε δυνατά στο πάτωμα με την οπλή κι έσπασε το σανίδι.
«Σκύψε, τί βλέπεις;» μου είπε ο Ποιητής
και γονατίζοντας πάνω από το μαύρο άνοιγμα
είδα και γνώρισα κει κάτω πλήθος αλυσοδεμένους
γεμάτο το κατώγι λιωμένα κορμιά που στενάζανε και γύρευαν Δικαιοσύνη.

Έτσι με πήρανε τα κλάματα καθώς ξημέρωνε
και βγήκα κι ακούμπησα στον τοίχο του περιβολιού.
Γύρω μου κανείς. Μήτε ο Ποιητής μήτε το άσπρο άλογο.
Χάραζε η μέρα σκοτεινή. Μονάχα πίσω από τα κυπαρίσσια
το φως ενός σπαθιού κρεμόταν στον αγέρα.


Απρίλης 1969

Ο πίνακας είναι του Δ. Μυταρά, "Έκλειψη ηλίου σε ελληνικό τοπίο"