Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021

"Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος" - Εκατόν είκοσι χρόνια από τη γέννηση του A. Εμπειρίκου / έγραψε η Χριστίνα Ντουνιά ("Εφημερίδα των Συντακτών, 31.10,2021)

 ...............................................................


"Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος" - Εκατόν είκοσι χρόνια από τη γέννηση του A. Εμπειρίκου



 
έγραψε η Χριστίνα Ντουνιά ("Εφημερίδα των Συντακτών, 31.10,2021)


Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, εισηγητής του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, εξακολουθεί να προκαλεί συζητήσεις όχι τόσο για τη σημασία της ποίησής του όσο για την ελευθεριότητα της πεζογραφίας του. Ας δούμε ορισμένους σταθμούς αυτής της δημιουργικής πορείας που άφησε ισχυρό το αποτύπωμά της στη λογοτεχνία μας.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’20, ο γιος του εφοπλιστή Λεωνίδα Εμπειρίκου εργάζεται στις οικογενειακές επιχειρήσεις και θαυμάζει απεριόριστα τον Παλαμά, τον Ψυχάρη και τον Βενιζέλο. Ομως η σύγκρουσή του με τον πατέρα και η διαμονή του στο Παρίσι συντελούν σε μια θεαματική μεταστροφή που ορίζεται μέσα από τρεις δρόμους: την ψυχανάλυση, που τον λυτρώνει από το υπαρξιακό άγχος και τις μελαγχολικές του κρίσεις· τον μαρξισμό και την πίστη στην κοινωνική επανάσταση· τον υπερρεαλισμό που ολοκληρώνει την προσωπική και ποιητική του χειραφέτηση. Μέσα από αυτούς τους δρόμους οδηγείται στην «άνευ ορίων και άνευ όρων» ελευθερία που χαρακτηρίζει το έργο του.

Εως τα μέσα της δεκαετίας του ’30 ο Εμπειρίκος γράφει αλλά δεν δημοσιεύει. Εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα όταν έχει κάτι νέο να «κομίσει εις την τέχνην». Το 1935 στη διάλεξη Περί Σουρρεαλισμού θα μιλήσει για το υποσυνείδητο, την αυτόματη γραφή, το αντικειμενικά τυχαίο, τον Μπρετόν, τον Μαρξ και τον Φρόιντ. Είναι η χρονιά που κυκλοφορεί η Υψικάμινος. Το μικρό αυτό βιβλίο δεν έφερνε απλώς κάποια ανανέωση στη γνωστή έως τότε ποίηση, δημιουργούσε μια ουσιαστική ρήξη: υβριδικά πεζά ποιήματα, αναστάτωση του λογικού ειρμού, τολμηρή εικονοποιία, προκλητική χρήση της καθαρεύουσας. Και μόνο η Υψικάμινος αρκούσε για να εξασφαλίσει στον ποιητή μια θέση στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Φυσικά δεν έμεινε μόνο εκεί.


Στην Ενδοχώρα (1945), ενώ τα ποιήματα είναι γραμμένα την εποχή της Υψικαμίνου ο Εμπειρίκος δεν χρησιμοποιεί την αυτόματη γραφή και προτιμά μια μάλλον ήπια μικτή γλώσσα. Η αλλαγή βοηθά στη θετική της αξιολόγηση από κριτικούς διαφορετικών ιδεολογικών χώρων. Χωρίς να απομακρύνεται από το υπερρεαλιστικό όραμα του ποιητή, η συλλογή έχει δημιουργηθεί στο φως μιας συναισθηματικής αιθρίας, διατηρώντας μια μουσικότητα σχεδόν συμβολιστική. Κεντρικό της ποίημα το Στροφές στροφάλων, ένας ύμνος στη θάλασσα, την ελευθερία και τις αισθήσεις.

Το τρίτο βιβλίο του, Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία (1960), αποτελείται από ανοιχτά αφηγηματικά κείμενα γραμμένα στη δεκαετία 1936-1946 με την εμπειρία του ψυχαναλυτή. Το «Αμούρ Αμούρ», αφιερωμένο στη Βιβίκα, και το «Γήπεδον», αφιερωμένο στη Μάτση, δείχνουν θαυμάσια τις εκφραστικές του δυνατότητες και ορίζουν την κομβική σημασία του έρωτα και του πόθου στη ζωή και την τέχνη του. Στην ενότητα «Πρόσωπα και έπη», ο αναγνώστης αιφνιδιάζεται με την ανατροπή του μύθου και την υπέρβαση των φροϊδικών ερμηνειών. Προβάλλει εδώ, προκλητικός και ελευθεριάζων, ο πεζογράφος/ψυχαναλυτής που θα σοκάρει το κοινό και θα διχάσει την κριτική με τον Μεγάλο Ανατολικό. Αυτά όμως πλέον θα συμβούν μετά τον θάνατό του.

Ουσιαστικά, και αυτό είναι το παράδοξο, ο Εμπειρίκος, ενώ γράφει συνεχώς, σταματά να εκδίδει βιβλία του. Λιγοστά κείμενά του εμφανίζονται σε περιοδικά νέων και φίλων, όπως το έργο Αργώ ή Πλους αεροστάτου που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Πάλι (1964-5). Η δικτατορία της 21ης Απριλίου θα του δημιουργήσει βαριά κατάθλιψη, λέει ο γιος του Λεωνίδας, αγαπημένοι φίλοι του έχουν φύγει στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Δημήτρη Καλοκύρη, που ως φοιτητής είχε αναλάβει την πρόσκληση, η συζήτηση στο Ποιητικό Εργαστήρι της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ (1973) θα τον ξαφνιάσει ευχάριστα. Είναι μια από τις λιγοστές δημόσιες εμφανίσεις του.

Η αρρώστια και ο θάνατος που τον βρήκε αμέσως μετά την πτώση της χούντας δεν του επέτρεψαν να προχωρήσει στην έκδοση συλλογών που είχε έτοιμες στο συρτάρι του. Η συγκλονιστική Οκτάνα, μια από τις σημαντικότερες συλλογές του εικοστού αιώνα, εκδίδεται το 1980, πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, από τον Ικαρο. Πολλές και σημαντικές οι μεταθανάτιες εκδόσεις των έργων του, κυκλοφορούν τώρα από ςτις εκδόσεις Αγρα με τη φιλολογική επιμέλεια του Γιώργη Γιατρομανωλάκη.

Για ποιο λόγο ο Εμπειρίκος δεν ενδιαφερόταν για την έκδοση των έργων του; Οι λόγοι είναι σύνθετοι, αλλά θεωρώ ότι αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί ο Εμπειρίκος αντιλαμβάνεται την αποστολή του ως μυητική και παιδευτική. Ισως είναι ο μόνος ποιητής που μαζεύει γύρω του σταθερά έναν κύκλο φίλων και ομοτέχνων του. Ο Ελύτης, ο Εγγονόπουλος και άλλοι μιλάνε για τον δοτικό, γενναιόφρονα φίλο τους, που έκρυβε καταζητούμενους στα χρόνια της Κατοχής, ενώ παράλληλα συγκέντρωνε κάθε Πέμπτη στο σπίτι του μια πολυπληθή παρέα που έβρισκε εκεί στέγη και τροφή, όχι μόνο πνευματική.

Ο Εμπειρίκος θα μπορούσε να είναι ο Ελληνας Μπρετόν, χωρίς την εξουσιομανία και την αυτοπροβολή του Γάλλου. Από αυτή την άποψη χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του Νάνου Βαλαωρίτη: «Ο υπερρεαλισμός είχε κι αυτός εισδύσει στην ελληνική ζωή, χάρις στον Ανδρέα τον ίδιο φυσικά, τον πρωτοπόρο και πρωτεργάτη, όπως και σε μια ομάδα φίλων του που τους ηλέκτριζε: τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Νικόλαο Κάλας, τον Νίκο Γκάτσο, τον Εγγονόπουλο και εμάς όλους, τον Σαχτούρη, τον Λίκο, τον Παπαδίτσα, τον Γονατά, τον Κακναβάτο, που μαζευόμασταν σπίτι του και διαβάζαμε έργα μας κατά καιρούς» (Ανδρέας Εμπειρίκος, Υψιλον 1989).

Μέσα από ποικίλες προσωπικές δοκιμασίες, παραμένοντας απεγνωσμένα αισιόδοξος, ο Εμπειρίκος θα οδηγηθεί σταδιακά στα κείμενα της Οκτάνας, αναφέρω ενδεικτικά: «Ο δρόμος», «Εις την οδόν των Φιλελλήνων» και το συνταρακτικό καρυωτακικό μνημόσυνο «Οταν οι Ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες».

Ο Εμπειρίκος θαυμάζει την πληθωρική αισιοδοξία και τον υψιπετή λυρισμό του Σικελιανού, όπως φαίνεται καθαρά και στο ποίημα «Μέθεξις ή Ο Αγγελος Σικελιανός είναι δικός μας» (Η σήμερον ως αύριον και ως χθες, 1985), αλλά στην Οκτάνα κυριαρχεί θανάσιμα σαγηνευτικός ο «άσπρος άγγελος με τα κατάμαυρα πτερά». Εξάλλου εμπειρίκειο χαρακτηριστικό είναι η συνύπαρξη των αντιθέτων: εκρήξεις χαράς και κρίσεις μελαγχολίας, φως και σκοτάδι, ρομαντισμός και ρεαλισμός, υψηλό και χαμηλό. Στη δική του όμως οπτική ο υπερρεαλισμός μάς συμφιλιώνει με τις αντιφάσεις μας: από τους «Καταραμένους» ποιητές ώς τους δικούς του «Μπεάτους» οι αντιθέσεις αίρονται και οι αποστάσεις εκμηδενίζονται.

Ο Εμπειρίκος διατηρεί από τη θητεία του στον υπερρεαλισμό την απόλυτη δημοκρατία της δημιουργίας: ποιητική του πόθου, ποιητική των εικόνων, ποιητική του συναισθήματος, ποιητική της φύσης, τόποι, άνθρωποι, ζώα, μύθοι, τραγούδια, ψαλμοί, επιφωνήματα. Δεν υπάρχουν όρια ανάμεσα στον πεζό και τον ποιητικό λόγο, στη φαντασία και την πραγματικότητα, στη δημοτική και την καθαρεύουσα, στη ζωή και την τέχνη. Οταν αφεθούμε στη γοητεία του, βρισκόμαστε σ’ έναν κόσμο μαγικό, όπου το όνειρο και η πραγματικότητα παύουν να διίστανται, σ’ έναν κόσμο γεμάτο μουσική, χρώματα και εικόνες, που συνεχώς μεταμορφώνεται. Τελικά η ποίηση ανήκει σε όλους. Αυτό είναι το μάθημα του Εμπειρίκου και αυτό μπορούμε να κρατήσουμε σήμερα στη μάλλον αντιποιητική και σίγουρα νεοσυντηρητική μας εποχή:

Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου./
Mέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί./
Τα άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες./
Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος/ 
«Ο Πλόκαμος της Αλταμίρας» (Ενδοχώρα).


*Ομότιμη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ.

Μικρό επετειακό αφιέρωμα στον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη (1922-1988) από τον φίλο στο fb Τέλη Σαμαντά (facebook, 30.10.2021)

 .............................................................








Τάσος Λειβαδίτης (1922 - 1988)







Δὲν ξέρω πῶς, δὲν ξέρω ποῦ, δὲν ξέρω πότε, ὅμως τὰ βράδια
κάποιος κλαίει πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα
κι ἡ μουσικὴ εἶναι φίλη μας – καὶ συχνὰ μέσα στὸν ὕπνο
ἀκοῦμε τὰ βήματα παλιῶν πνιγμένων ἢ περνοῦν μὲς
στὸν καθρέφτη πρόσωπα
ποῦ τὰ εἴδαμε κάποτε σ᾿ ἕνα δρόμο ἡ ἕνα παράθυρο
καὶ ξανάρχονται ἐπίμονα
σὰν ἕνα ἄρωμα ἀπ᾿ τὴ νιότη μας – τὸ μέλλον εἶναι ἄγνωστο
τὸ παρελθὸν ἕνα αἴνιγμα
ἡ στιγμὴ βιαστικὴ κι ἀνεξήγητη.
Οἱ ταξιδιῶτες χάθηκαν στὸ βάθος
ἄλλους τοὺς κράτησε γιὰ πάντα τὸ φεγγάρι
οἱ καγκελόπορτες τὸ βράδυ ἀνοίγουνε μ᾿ ἕνα λυγμὸ
οἱ ταχυδρόμοι ξέχασαν τὸ δρόμο
κι ἡ ἐξήγηση θὰ ᾿ρθεῖ κάποτε
ὅταν δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ καμία ἐξήγηση.
Ἄ, πόσα ρόδα στὸ ἡλιοβασίλεμα – τί ἔρωτες Θέε μου, τί ἡδονὲς
τί ὄνειρα,
ἂς πᾶμε τώρα νὰ ἐξαγνιστοῦμε μὲς στὴ λησμονιά.

“Περιμένοντας τὸ βράδυ”
.................

Συνέβη χωρὶς ποτὲ νὰ καταλάβω πῶς — ἡ μητέρα εἶχε πονοκέφαλο,
……θυμᾶμαι, καὶ μ᾿ ἔστειλαν στὸ φαρμακεῖο,
στὸ γυρισμό, εἶναι ἡ ἀλήθεια, χάζεψα λίγο, κορόιδεψα ἕναν γέρο,
……τρόμαξα μὲ μιὰ πέτρα δύο πουλιὰ
κι ὥσπου νὰ στρίψω πάλι τὸ δρόμο
οὔτε σπίτι, οὔτε νεότητα πιά.

"Ἐπιστροφὴ ἀπ᾿ τὸ φαρμακεῖο"
................

Κι μιὰ μέρα θέλω νὰ γράψουν στὸν τάφο μου: ἔζησε στὰ σύνορα
μιᾶς ἀκαθόριστης ἡλικίας καὶ πέθανε γιὰ πράγματα μακρινὰ ποὺ
……εἶδε κάποτε σ᾿ ἕνα ἀβέβαιο ὄνειρο.

"Ἐκμυστήρευση"
................

Κι όπως είμαι πάντα άτυχος, κάθε φορά που αποφάσιζα ν’ αλλάξω ζωή κάποια καθυστέρηση, μια αναβολή, ένα όνειρο ‒πέρασαν τα χρόνια, Ύστερα δε θυμάμαι τίποτα. Κι η λάμπα είχε σβήσει μια αιωνιότητα πριν.
 
"Επίλογος"

Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε σαν σήμερα, στις 30 Οκτωβρίου του 1988

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2021

"Για τον εραστή μου που επέστρεψε στη γυναίκα του" ποίημα της Αnne Sexton (1928-1974) από τον φίλο στο fb Γιάννη Μουγγολιά (facebook, 30.10.2021)

 ...............................................................







Αnne Sexton (1928-1974)





Για τον εραστή μου που επέστρεψε στη γυναίκα του

Εκείνη είναι πάντα εκεί.
Την έλιωσαν προσεκτικά για σένα,
χύθηκε στο εκμαγείο της παιδικής σου ηλικίας
των εκατό αγαπημένων βόλων σου.
Εκείνη ήταν πάντα εκεί, αγάπη μου.
Πραγματικά, είναι θεσπέσια.
Σαν πυροτέχνημα στα μέσα του μουντού Φλεβάρη
και απτή σαν σκεύος από χυτοσίδηρο.
Ας είμαστε ειλικρινείς, εγώ ήμουν περιστασιακή.
Είδος πολυτελείας. Ένα φανταχτερό κόκκινο
καΐκι στο λιμάνι.
Τα μαλλιά μου βγαίνουν σαν καπνός από το παράθυρο
του αυτοκινήτου.
Οστρακοειδή εκτός εποχής.
Εκείνη είναι κάτι περισσότερο απ' αυτό. Είναι αυτό που
πρέπει να 'χεις,
εκείνη ανέπτυξε την πρακτική, την τροπική σου
καλλιέργεια.
Μαζί της δεν πειραματίζεσαι. Εκείνη είναι γεμάτη αρμονία.
Φροντίζει τα κουπιά, τις δέστρες στο βαρκάκι,
έβαλε αγριολούλουδα στο παράθυρο το πρωί,
έκατσε πλάι στον τόρνο του αγγειοπλάστη το μεσημέρι,
αράδιασε τρία παιδιά κάτω από τη σελήνη,
τρία χερουβείμ ζωγραφισμένα από τον Μιχαήλ Άγγελο.
Τα έκανε όλα αυτά με τα πόδια της σε διάσταση
τους τρομερούς μήνες στο παρεκκλήσι.
Αν κοιτάξεις επάνω, τα παιδιά είναι εκεί,
ντελικάτα μπαλόνια που στο ταβάνι ξεκουράζονται.
Τα έχει συνοδεύσει στο διάδρομο
μετά το δείπνο, τα κεφάλια τους σκυμμένα,
δύο πόδια διαμαρτύρονται, γόνατο με γόνατο,
το πρόσωπό της ζωντανεύει από ένα τραγούδι και τον
ανάλαφρό τους ύπνο.
Σου δίνω πίσω την καρδιά σου.
Σου δίνω το ελεύθερο -
για το φιτίλι μέσα της που θυμωμένα
αναπηδά μέσα στη λάσπη, για τη σκύλα μέσα της
για να θάψεις την πληγή της,
για να θάψεις τη μικρή κόκκινη πληγή της ζωντανή -
για την αχνή λάμψη που τρεμοσβήνει κάτω από τα πλευρά της,
για τον μεθυσμένο ναυτικό που περιμένει στον αριστερό
σφυγμό της,
για το γόνατο της μάνας, για τις μακριές κάλτσες,
για τις ζαρτιέρες, για το κάλεσμα -
το περίεργο κάλεσμα
όταν θα χώνεσαι σε αγκαλιές και στήθη
και θα τραβάς με βία την πορτοκαλιά κορδέλα
των μαλλιών της
και θα ανταποκρίνεσαι στο κάλεσμα, στο περίεργο
κάλεσμα.
Είναι τόσο γυμνή και μοναδική.
Είναι το άθροισμα του εαυτού σου και των ονείρων σου.
Σκαρφάλωσέ την σαν μνημείο, βήμα προς βήμα.
Εκείνη είναι στέρεη.
Όσο για μένα, εγώ είμαι νερομπογιά.
Φεύγω με το νερό.

*Aπό τη συγκεντρωτική έκδοση "Ποιήματα" (μτφρ. Δήμητρα Σταυρίδου, εκδ. Printa, Αθήνα 2010).

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021

"ΟΙ ΑΦΙΕΡΩΣΕΙΣ" ποίημα του Διονύση Καψάλη (γ. 1942) από τον φίλο στο fb Τέλη Σαμαντά (facebook, 29.10.2021)

 ...............................................................





Διονύσης Καψάλης (γ. 1952)





ΟΙ ΑΦΙΕΡΩΣΕΙΣ

                            στην Τζένη Μαστοράκη

Ἡ Λένα, ἡ Πόπη, ἡ Στέλλα, οἱ πιὸ πολλὲς
εἶχαν δισύλλαβο ὄνομα – ὅ,τι πρέπει
γιὰ τὶς περιπαθεῖς ἀφιερώσεις
ἀπ᾽ τοὺς σταθμοὺς τῶν ραδιοπειρατῶν,
καθένας στὴ μικρὴ ἐμβέλειά του:
στὴ Λένα, Πόπη, Στέλλα, Τζένη, Λίτσα,
ὁ Ντίνος, Γιῶργος, Γιάννης, Μίμης – ὅλος
ὁ κόσμος ἔμοιαζε δισύλλαβος,
κι ὁ καθαρὸς ἀέρας τῆς Ἀθήνας,
ἀνάλαφρος τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει,
μετέφερε σὲ κύματα μεσαίας
συχνότητας ρυθμοὺς καὶ μελωδίες
ἀλλότριες, πολυταξιδεμένες,
στὶς συνοικίες καὶ τὶς γειτονιές,
ἀπὸ τὸν Βύρωνα ὣς τὸ Παγκράτι,
ἀπ᾽ τὴν Κυψέλη κάτω στὰ Πατήσια,
ἀπ᾽ τὸ Σταθμὸ Λαρίσσης στὰ Χαυτεῖα,
κι ἀπὸ τὴν Καλλιθέα τὸ πολὺ
στὴ Νέα Σμύρνη καὶ τὶς Τζιτζιφιές,
ἐκεῖ ποὺ ζοῦσαν Λένες, Πόπες, Στέλλες,
δισύλλαβες κοπέλες Ταναγραῖες,
ξεσκολισμένες ὅλες στὸ φιλὶ
κι ἀμάθητες ἀκόμα στὴν ἀγάπη,
κι ἔγιναν ράφτρες ἢ κομμώτριες
κι οἱ τυχερὲς ἀεροσυνοδοὶ
ἢ σύζυγοι γιὰ νὰ τελειώνουν – ὥσπου
μιὰ μέρα σὰν αὐτή, σὰν ἀπ᾽ τὰ ξένα,
σὰν νὰ περπάτησαν πάνω στὸ κύμα,
σὰν νά ᾽χουν ταξιδέψει τόσα χρόνια
βαθιὰ μέσα στὴ λύπη τους, οἱ Λένες,
οἱ Πόπες, Στέλλες, Λίτσες, νὰ γυρίσουν
στὶς γειτονιὲς ποὺ βράδιασε γιὰ πάντα
σὰν πολυσύλλαβες ἀρχόντισσες,
σὰν Ἰφιγένειες, σὰν Ἀντιγόνες,
Ἠλέκτρες, Ἰοκάστες, Κλυταιμνῆστρες,
ἀμίλητες στὸν πληγωμένο ἀέρα,
φαντάσματα ποὺ σέρνονται σὲ μιὰ
καμμένη γῆ, χωρὶς ἀφιερώσεις.


Διονύσης Καψάλης 

"Οι αφιερώσεις", ανέκδοτο ποίημα, που δημοσιεύεται εδώ με την άδεια του ποιητή. "

Ο φίλος στο  fb Τέλης Σαμαντάς (facebook, 29.10.2021)

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2021

"ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ" ποίημα της ποιήτριας και φίλης στο fb Χλόης Κουτσουμπέλη (γ.1962) (facebook, 26.10.2021)

 ..............................................................









Χλόη Κουτσουμπέλη

(γ.1962)





ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ


Μερικές φορές νυχτώνει στα ποιήματα.
Μαύρο λάδι επιπλέει στο νερό τους.
Όταν νυχτώνει στα ποιήματα, μη λυπάσαι.
Στον έξω κόσμο,
υπάρχουν θάλασσες που καταβροχθίζουν μικρά παιδιά.
Φίδια, περίεργα φρούτα που κρέμονται απ’ τα δέντρα.
Άνθρωποι με στολές και παράξενα πιστόλια
που στοχεύουν κατευθείαν στην καρδιά.
Κι ένα σκοτάδι
που κανένα φανάρι, κανένας ηλεκτρικός λαμπτήρας,
καμιά υπερκόσμια αστραπή δεν μπορεί να το φωτίσει.
Εκτός ίσως από ένα μικρό σπίρτο από λέξεις.


Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2021

"Κέντρο Διαβιβάστε Η θανάτωση ως συμβάν..." από τον φίλο στο fb Αντίφωνο Κωστής Παπαϊωάννου... (facebook, 26.10.2021)

 ..............................................................


"Κέντρο Διαβιβάστε

Η θανάτωση ως συμβάν...

από τον φίλο στο fb Αντίφωνο Κωστής Παπαϊωάννου... (facebook, 26.10.2021)

Φωνάζουμε για δικαιώματα γιατί είμαστε με την ασφάλεια. Φωνάζουν για ασφάλεια γιατί είναι με τον φόβο.
Αυτό είναι το ζουμί, αλλά δεν καταφέρνουμε να το πούμε πειστικά. Δεν καταφέρνουμε να ψωμώσουμε τις λέξεις με το νόημά τους, να τους επιστρέψουμε το βάρος που τους αφαιρέθηκε.
Εκείνοι μπορούν να κατασκευάσουν πολύ φόβο. Εμείς δεν μπορούμε να φτιάξουμε καλύτερο λόγο. Κι εκεί στεκόμαστε. Στην κόψη.
Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις. Καταδίωξη, πιτσιρικάδες, τσιγγάνοι, κλεφτρόνια, λάστιχα στριγγλίζουν στη νύχτα, τους χάνουν, τους βρίσκουν. Στην άλλη άκρη, Πέραμα. Στριμώχνονται, όπισθεν στη φάκα. Πυρ. Καταιγισμός. Στο ψαχνό. Ένας κι ένας κι ένας. Ένας νεκρός, ένας τραυματίας, ένας φυγάς.
Η εκτέλεση ως συμβάν. Η αλήθεια σκάει από παντού, ξεχειλίζει. 38 αλήθειες. Αδύνατον να αναιρεθεί συνολικά, να χτιστεί τελείως καινούρια αλήθεια, όπως άλλοτε.
Plan b, επιχείρηση κατασκευής alter αλήθειας. Δες τα όπως στα λέω εγώ: ο άοπλος φυγάς απειλή ζωής για τον ένοπλο επιτιθέμενο διώκτη. Μην ακούς το νεκρό σώμα, άστο αυτό. Εμένα άκου: δεν ήταν τρομαγμένος άοπλος 18χρονος πατέρας συνοδηγός, ήταν 20χρονος σεσημασμένος οδηγός.
Plan c: απόσπαση κοινωνικής συναίνεσης. Αρκεί το σχήμα: φυλή = αποκλεισμός, αποκλεισμός = τεκμήριο ενοχής.
Επόμενη φάση: η κυβέρνηση συνήγορος υπεράσπισης κρατικών οργάνων ελεγχόμενων για κακουργήματα. Οι ενοχλητικές φωνές που δείχνουν τον ελέφαντα στο δωμάτιο αποτελούν εσωτερικό εχθρό.
Ο θάνατος στο βιβλίο συμβάντων.
Ασφάλεια, Κέντρο διαβιβάστε."...



Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2021

Rachmaninoff: Vocalise, Op.34, No.14 / Galina Vishnevskaya · Mstislav Rostropovich (youube - 1.1.2006)

 ..............................................................


Rachmaninoff: Vocalise, Op.34, No.14


Galina Vishnevskaya · Mstislav Rostropovich


1976 Deutsche Grammophon GmbH, Berlin (youtube - 1.1.2006)



Δυο ποιήματα του Ιωσήφ Μπρόντσκι (1940 – 1996) (https://www.fractalart.gr/joseph-brodsky, 15.3.2017)

 ..............................................................








Ιωσήφ Μπρόντσκι (1940 - 1996)







Δυο ποιήματα του Ιωσήφ Μπρόντσκι (1940 – 1996)

Επιμέλεια- ανθολόγηση: Μανόλης Ανδρεδάκης

(https://www.fractalart.gr/joseph-brodsky, 15.3.2017)

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟΝ ΤΗΛΕΜΑΧΟ


Τηλέμαχέ μου,

ο τρωικός πόλεμος

τέλειωσε. Ποιος νίκησε – δε θυμούμαι.

Θα πρέπει να ΄ναι οι Έλληνες : Τόσους νεκρούς

ν΄ αφήσουνε στα ξένα μόνο οι Έλληνες μπορούν…

Ωστόσο της επιστροφής στην πατρίδα

ο δρόμος στάθηκε πολύ μακρύς,

σάμπως ο Ποσειδώνας, όσο εμείς εκεί

χάναμε το χρόνο μας, επέκτεινε το χώρο.

Δε γνωρίζω το που βρίσκομαι,

τι βρίσκεται μπροστά μου. Κάποιο βρόμικο νησί,

θάμνοι, χτίσματα, γρούξιμο χοίρων,

πυκνοβλαστημένος κήπος, κάποια βασίλισσα,

χόρτα και πέτρες… Γλυκέ Τηλέμαχε,

όλα τα νησιά μοιάζουνε μεταξύ τους

όταν ταξιδεύεις καιρό πολύ και το μυαλό

αρχίζει να ξεχνά, τα κύματα μετρώντας,

το μάτι ενοχλημένο απ΄ τον ορίζοντα, δακρύζει

κι η σάρκα του νερού φράζει την ακοή.

Δε θυμάμαι, πώς τέλειωσε ο πόλεμος

και πόσων χρόνων είσαι τώρα δε θυμάμαι.



Μεγάλωνε, Τηλέμαχέ μου, μεγάλωνε.

Μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν ποτέ θα ιδωθούμε.

Δεν είσαι πια εκείνο το παιδί

που μπροστά του τους ταύρους συγκρατούσα.

Αν δεν ήτανε ο Παλαμήδης, θα ζούσαμε μαζί.

Όμως μπορεί και να ΄χε δίκιο. Χωρίς εμένα

από τα Οιδιπόδεια πάθη γλίτωσες,

κι είναι Τηλέμαχέ μου, αθώα τα όνειρά σου.



1972



ΙΘΑΚΗ



Να επιστρέφεις εδώ, είκοσι χρόνια μετά,

να ψάχνεις το χνάρι σου στην άμμο με πόδια γυμνά.

Κι όταν το γάβγισμα του σκύλου σ΄ όλο το μόλο αντηχεί,

να μην πεις πως χαίρεται, αλλά πως έχει εξαγριωθεί.



Τα καταϊδρωμένα σου κουρέλια πέτα απ΄ το κορμί,

η δούλα είναι νεκρή ν΄ αναγνωρίσει την ουλή.

Κι αυτήν , που όπως λένε, σε πρόσμενε πιστή,

δεν τη βρίσκεις πουθενά, γιατί σ΄ όλους έχει δοθεί.



Ο γιος σου μεγάλωσε, βγήκε στη θάλασσα κι αυτός,

και σε κοιτάζει σάμπως να ΄σαι ένας απόκληρος.

Τη γλώσσα που γύρω σου μιλούν και να μπορείς

να καταλάβεις, άδικος κόπος να προσπαθείς.



Είτε το μάτι σου γεμάτο απ΄ το γαλάζιο, είτε σε νησί

λάθος έχεις φτάσει, είναι το βλέμμα σου όλο αποστροφή:

Ένα κομμάτι γης, που το κύμα θα χτυπήσει

να το κάνει δεν μπορεί τον ορίζοντα να λησμονήσει.



1993

Μετάφραση : Γιώργος Μολέσκης

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2021

"Ό,τι είναι εδώ είναι ένα παραμύθι" συνέντευξη του Κυριάκου Κατζουράκη στην Σοφία Ξυγκάκη (εφημερίδα "Εποχή", 4.6.2019)

 ..............................................................


"Ό,τι είναι εδώ είναι ένα παραμύθι"

συνέντευξη του Κυριάκου Κατζουράκη στην Σοφία Ξυγκάκη (εφημερίδα "Εποχή", 4.6.2019)

«Υπάρχει διάχυτη μια κοινωνική επιθυμία να ξεχαστεί πόσο δύσκολο ήταν το πέρασμα στη δημοκρατία της μεταπολίτευσης. Ο “αναμάρτητος” κόσμος επιλέγει σαράντα χρόνια τον ίδιο ζυγό. Κι αυτός είναι ανελέητος, σκοτώνει κάθε τι στην ψυχή μας που κινείται αριστερόστροφα. Η μεταπολίτευση έγινε συνώνυμο του μεταμοντέρνου, ο καθένας παίρνει ό,τι του γουστάρει απ’ τον πάγκο», είχε γράψει το 2011 ο Κυριάκος Κατζουράκης. Οκτώ χρόνια μετά, με την ακροδεξιά να εξαπλώνεται επικίνδυνα και την πολιτική και αισθητική ευτέλεια να κυριαρχούν, οι μορφές του, των αγαπημένων του προσώπων, των άρρωστων και περιθωριακών, των μύθων, των ηρώων του και των καλλιτεχνών που υπήρξαν ορόσημο για τον ζωγράφο, διασταυρώνονται σε αυτό το «συνολικό» έργο, την ταινία «Ussak» και την έκθεση, πληγωμένες και οργισμένες, συναντώντας όμως και την αλληλεγγύη.





Γιατί αναφορά στην Γκουέρνικα;

Άρχισα να δουλεύω, από το 2012 και μετά, γι’ αυτό που συμβαίνει γύρω μας, ετοιμάζοντας το σενάριο για την ταινία Ussak και ταυτόχρονα ζωγραφίζοντας. Ήταν δύο παράλληλες εργασίες. Το θέμα της Γκουέρνικα είχε ξεκινήσει από τα φοιτητικά μου χρόνια, κι όταν άρχισα να δουλεύω και συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να ξεκινήσω από τον Πικάσο, αποφάσισα να κάνω το έργο σε κλίμακα 50/100. Δηλαδή η Γκουέρνικα είναι 8μ. x 4μ., εγώ το έκανα 4 x 2. Ξεκίνησα να ζωγραφίζω το έργο το 2015 αλλά η έρευνα είχε ξεκινήσει από πιο πριν - η Γκουέρνικα, όμως, ο θρήνος, ταυτίστηκε με την περίοδο του δημοψηφίσματος. Αυτό που αισθανόμουν, τα δάκρυα που δεν κυλούσαν τα έβαλα εκεί. Η λέξη αναφορά, λοιπόν, για την οποία με ρώτησες, μια πολύ ωραία ελληνική λέξη, δόθηκε όταν είχε ολοκληρωθεί το έργο. Αναφορά σε κάτι που έχει γίνει και δεν ξέρουμε τι θα γίνει στη συνέχεια.

Το Ussak, που πρόσφατα κέρδισε τρία βραβεία στο Cosmocinema Festival του Λονδίνου, παρά τις δυστοπικές εικόνες, αφήνει στο τέλος μια ελπίδα. Η Ιωάννα, το κεντρικό πρόσωπο, συναντά άλλους ανθρώπους, βγαίνει από τη μοναξιά της, υπάρχει μια αισιόδοξη έκβαση.

Κι εδώ υπάρχει. Εφόσον εγώ παρόλα αυτά ζωγραφίζω, υπάρχει μια αισιοδοξία. Δεν έχω άλλη απάντηση. Σκέφτομαι ότι ο Πικάσο σε μια περίοδο αντιφασιστική είχε μέσα του την ενέργεια που τον ώθησε να φτιάξει αυτό το αριστούργημα, ήξερε ότι τότε είχε σύμμαχό του όλον τον πλανήτη, κι αυτό δεν συμβαίνει σήμερα. Αναφέρομαι στη διγλωσσία της αριστεράς. Σήμερα ένας καλλιτέχνης δεν αισθάνεται ότι είναι μέρος ενός χώρου που ο ίδιος στηρίζει και στηρίζεται από αυτόν. Αυτή η διγλωσσία σε χτυπάει κατάστηθα. Πώς να αντιδράσεις μόνος σου





Έχεις πει ότι, δουλεύοντας αυτό το έργο, ανέτρεξες στα φοιτητικά σου χρόνια, όταν ανακάλυψες τη σχέση κυβισμού και σουρεαλιστών. Ο Μπρετόν είχε χαρακτηρίσει τον Πικάσο «σουρεαλιστή του κυβισμού», ότι δηλαδή συμφιλίωσε την αυτόματη γραφή με ένα σύστημα αναλυτικό. Ο Μόραλης πώς σε επηρέασε;

Ο Μόραλης, και με τη δουλειά του και με τη διδασκαλία του και ως ένας αστός καλλιτέχνης, διέκρινε στη δουλειά μου την έννοια της πολιτικής τέχνης που εγώ δεν είχα καν στο μυαλό μου. Στον Μόραλη θαύμαζα το πόσο λάτρευε το ανθρώπινο σώμα. Τα μοντερνιστικά έργα του ήταν η συνέχεια των παλαιών, δεν παράτησε το ρεαλισμό για να κάνει μοντερνισμό, το σώμα τον ενδιέφερε με μια ποικιλία τρόπων. Αυτό μου άνοιξε μια πόρτα, πολύ μεγάλη.

Σε ένα από τα πρώτα κείμενά σου στην έκθεση, επισημαίνεις ότι πάντα στα έργα σου υπάρχει η παρουσία του ανθρώπινου σώματος.

Ναι, δεν έχω ζωγραφίσει ποτέ πίνακα χωρίς την ανθρώπινη μορφή. Έχω προσπαθήσει να ζωγραφίσω αφηρημένα και δεν μπορώ, είναι αδύνατον.

Τα αγαπημένα σου πρόσωπα τι ρόλο παίζουν σ’ αυτό; Υπάρχει η μητέρα σου, η γυναίκα σου, Κάτια Γέρου…

Κάποια στιγμή που σύστησα την Κάτια στον Μόραλη, αυτός μου είπε, μπροστά της, «έχει πολύ ωραίο λευκό δέρμα, είναι το τέλειο μοντέλο». Ήταν η Κάτια, που μετά την επιστροφή μου από την Αγγλία, με πήγε προς μια κατεύθυνση τελείως διαφορετική. Να κοιτάω την πραγματικότητα τού τώρα με άλλο τρόπο. Στην Αγγλία είχα κάνει ένα μεγάλο άλμα για να συνδέσω το παρελθόν της Αναγέννησης, του Ρομαντισμού, του Μπαρόκ, της Γαλλικής επανάστασης, του πρώτου Ρεαλισμού με τον Κουρμπέ και την Παρισινή Κομμούνα - να συνδέσω όλα αυτά με όσα συμβαίνουν σήμερα, χρησιμοποιώντας και ψυχαναλυτικά στοιχεία. Σε τούτη την έκθεση παρουσιάζω και έργα για τη μητέρα μου. Αναζητώντας το νήμα της Γκουέρνικα, πήγα πίσω στη Σχολή Καλών Τεχνών και στα παιδικά μου χρόνια.


Γεννήθηκες το ’44, με το τέλος του πολέμου, έχεις κάποιες αναμνήσεις, φαντάζομαι.

Όχι μόνο κάποιες. Ο πατέρας μου ήταν κομμουνιστής, κι όταν πέθανε η μητέρα μου, το 1950, εγώ ήμουν 6 χρονών, έστειλαν εμένα και την αδελφή μου σε ορφανοτροφείο.

Είχε φυλακιστεί ή εξοριστεί ο πατέρας σου;

Ο πατέρας μου ήταν ανακριτής και τον απέπεμψαν από το δικαστικό σώμα. Είχαν γίνει δύο απόπειρες δολοφονίας εναντίον του. Όταν πέθανε η μητέρα μας, εκείνος δεν μπορούσε, δεν ήθελε, να μας αναλάβει. Δεν ξέρω, είναι κάτι που ποτέ δεν το δέχτηκα. Πώς από ένα σπίτι που είχε μια οικονομική άνεση πήραν δύο παιδάκια έξι χρονών, εμένα και τη δίδυμη αδελφή μου, και τα έχωσαν σε ένα ίδρυμα; Αυτό δεν χωρά στο μυαλό μου. Τρία χρόνια οι δυο μας ήμασταν κολλημένοι με κόλλα. Αυτός ήταν και ένας βασικός λόγος που αγάπησα το θηλυκό μέρος, το δικό μου. Γι’ αυτό το Ορφανοτροφείον η Γκουέρνικα είναι πολύ προσωπικό έργο. Είναι από μια φωτογραφία με την αδελφή μου, την πρώτη μέρα, δεν ξέραμε ότι πέθανε η μάνα μας, γι’ αυτό και γελάμε. Τα άλλα παιδάκια ήξεραν, εμείς δεν ξέραμε. Γι’ αυτό βλέπεις στο βλέμμα αυτών των παιδιών μια γεροντοσοφία.





Οι γάμπες όλων είναι μισοζωγραφισμένες και δεν έχουν πέλματα.

Τα παιδιά δεν έχουν πάτημα, είναι σε ένα χώρο no man’s land, που δεν υπάρχει. Αγαπώ πολύ αυτό το έργο. Πήρα τη χρωματική κλίμακα, το άσπρο-μαύρο, τα ψυχρά και τα ζεστά γκρίζα, από έναν πίνακα του Νικολά ντε Σταλ, γάλλου αφηρημένου ζωγράφου, ρώσικης καταγωγής, που αυτοκτόνησε στα 40 του.

Η μητέρα σου απεικονίζεται σε δυο έργα σου. Στο Μαμά…

Ναι, η Μαμά, στη μεγάλη αίθουσα, μου λέει -γιατί εγώ είμαι το παιδί στην αγκαλιά της- «θα σου πω ένα παραμύθι». Αυτό είναι και μια πρόταση για την έκθεση: Ό,τι είναι εδώ είναι ένα παραμύθι, δεν είναι μια πολιτική ερμηνεία. Είναι ένας μύθος. Το ίδιο έγινε και στο Ussak.

Υπάρχει και ο πίνακας Της μητέρας

Στο χέρι της κρατά ένα δικό της πίνακα, μια νεκρή φύση με τον οποίο μεγάλωσα εγώ. Θυμίζει Σεζάν, τον ζωγράφισε 18 χρονών χωρίς να ξέρει τον Σεζάν. Είχε ταλέντο. Λόγω της τόσο σκληρής εποχής, κι επειδή ήταν μητέρα τριών παιδιών και πέθανε νέα, δεν πρόλαβε να εξελίξει την κλίση της. Αυτό το έργο το έχω πάντα στο ατελιέ μου.

Το δικό σου έργο είναι ένα hommage στη μητέρα σου…

Ναι, και στην παιδική μου ηλικία. Η μητέρα μου μού έδωσε πολύ κουράγιο για τη ζωή. Ό,τι κι αν συνέβη, εγώ κατάφερα να κρατήσω αυτό από την παιδική μου ηλικία και να προχωρήσω.

Πολλές εικόνες παραπέμπουν στης γης τους κολασμένους. Στο Παράθυρο, για παράδειγμα, βλέπουμε μια γυναικεία μορφή, εξαντλημένη, σωριασμένη στο πάτωμα και από το παράθυρο διακρίνεται ένα κατεστραμμένο τοπίο.

Η γυναίκα με το πινέλο είναι ζωγράφος, εξαντλημένη μεν, αλλά έχει μόλις ζωγραφίσει αυτόν τον πίνακα - άρα δεν είναι εξουθενωμένη, είναι αμφίσημο. Έξω από το παράθυρο, είναι μια εικόνα καταστροφής μεν, αλλά αυτή μπόρεσε να αποτυπώσει την εικόνα.


Το τρίπτυχο Γκουέρνικα είναι το κεντρικό έργο της έκθεσης. Ποια ήταν η ιδέα;

Η προσπάθεια σε αυτό το έργο ήταν να μη γίνει φόντο το έργο τού Πικάσο αλλά να ενταχθούν όλα τα στοιχεία σε αυτό. Και ο τρόπος ήταν να ανοίξω μια πόρτα, στο φόντο. Και είναι μια πόρτα που οδηγεί κάπου αλλά ούτε κι εγώ ξέρω πού. Προφανώς ο ορός συνδέεται με την πόρτα, από εκεί κάπου βγαίνει, είναι κομμένη η παροχή, άρα αυτή η γυναίκα θα πεθάνει, οι συμπατριώτες της, ας πούμε, δεν ασχολούνται μαζί της, κοιτούν τον θεατή… εδώ βλέπουμε τη λαγνεία και την απομόνωση των ανθρώπων.

Όλος ο πίνακας δίνει μια παρακμιακή αίσθηση, αποσύνθεσης της κοινωνίας, ο καθένας είναι στον κόσμο του κι αυτοί που είναι μαζί τελικά είναι μόνοι τους.

Η παρακμιακότητα ξεκινά από τη γυναικεία μορφή στο κέντρο, μετά υπάρχει αυτή αριστερά που είναι ένας τραβεστί, κοιτούν έξω από τον πίνακα, και φτάνει στον άντρα δεξιά.

Αυτός κουμπώνει το παντελόνι του και μοιάζει με πελάτη.

Δεν είναι πελάτης. Ο άντρας αυτός έχει στο μπράτσο του το χαρακτηριστικό κεφάλι της Γκουέρνικα. Άρα είναι ο αυριανός φορέας του περιεχομένου αυτού του πίνακα. Είναι ένας στρατιώτης που κάποτε θα εξεγερθεί. Για μένα σ’ αυτόν υπάρχει η ελπίδα. Αυτός θα συνεχίσει ή θα συνεχίσεις ή θα συνεχίσω ό,τι προσπάθεια έγινε εδώ. Κάποιοι φεύγουν, κάποιοι μένουν και, όπως στο Ussak, η ανατροπή θα γίνει από αυτούς που μένουν. Αλλά ναι, η πρώτη αίσθηση είναι ότι κάτι συνδέει τη γυναίκα και τον άντρα, μια αρρώστια, αλλά δεν είναι έτσι. Γι’ αυτό έβαλα και τον Λουκάνικο δίπλα.

Ναι, που μας συνόδευσε σε πολλές πορείες μας και δεν υπάρχει πια, κι εδώ είναι πληγωμένος. Η Αλίκη θα μεγαλώσει, η μία από τις δυο Αλίκες σου, που παραπέμπει στον Κάρολ, είναι πολύ σκληρό έργο. Είναι ένα κορίτσι σωριασμένο στο πάτωμα ενός βρώμικου μπάνιου, που θα μπορούσε να είναι και δημόσιο, στη μέση η αποχέτευση. Είναι βαθιά απαισιόδοξο έργο.

Είναι αισιόδοξο. Είναι μικρή, μόλις έχει φάει και έχει μικρύνει. Θα προσέξεις ότι η καρέκλα είναι δυσανάλογα μεγάλη και το μάτι της είναι ανοιχτό, κοιτάει τον θεατή: ναι μεν εγώ είμαι στην αποχέτευση αλλά εγώ θα μεγαλώσω. Θα πιω, κι όταν μεγαλώσω, κάτι θα κάνω.

Επίσης, στον πίνακα Εύα Hopper βλέπουμε μια κοπέλα που έχει επιβιώσει από κάποια πλημμύρα που έχει σκεπάσει και το σπίτι της.

Και φαντάζεται τον εαυτό της με ωραίο φόρεμα, περιποιημένη, όπως στα έργα του Έντουαρντ Χόπερ.

Και στον Χόπερ, όμως, οι εικόνες δεν αναπαριστούν θλιμμένες, μόνες γυναίκες σε ένα λουστραρισμένο αλλά καταθλιπτικό τοπίο;

Στα έργα της έκθεσης, και στα απαισιόδοξα, υπάρχει κάποια χαραμάδα αισιοδοξίας, που ίσως την βρίσκουμε στην αλληλεγγύη. Την πίστη στην αλληλεγγύη, με την Κάτια, την διαπιστώσαμε στο ταξίδι που κάναμε. Κάναμε 60 προβολές σε 50 πόλεις. Σε κοινότητες που υπάρχουν, δεν τις φτιάξαμε στο μυαλό μας. Είναι απίστευτη η ποικιλία των ανθρώπων και οι δυνατότητες που ανακαλύψαμε.

Έχεις πει ότι από τότε που ξεκίνησες την Γκουέρνικα μελετούσες τη σχέση του κυβισμού με τους καλλιτέχνες της Ρώσικης Πρωτοπορίας - Μάλεβιτς, Τάτλιν, Πόποβα… και τη σχέση τους με την επανάσταση του ’17. Και στην έκθεση τρεις πίνακες είναι ένα hommage σε αυτούς.

Ξέρουμε ότι η Ρώσικη Πρωτοπορία γεννήθηκε μέσα από μια κοινωνική αλλαγή στη Ρωσία, τη Σοβιετική Ένωση αργότερα. Ξεκίνησε τη δεκαετία του 1910. Ανάμεσα στο ’10 και το ’20 άνθισε και δημιούργησε μια άλλη αντίληψη για το διεθνισμό γιατί περιείχε και τη ρωσικότητα και το μοντερνισμό και το διεθνισμό. Το κατόρθωμα εκείνων των καλλιτεχνών θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει γιατί για εμάς η ελληνικότητα εμπεριέχει ένα αρνητικό πρόσημο. Η σημαία, οι ρίζες μας, η ελληνικότητα, τοποθετούνται σε έναν αναχρονιστικό χώρο. Έχουν δημιουργηθεί δύο στρατόπεδα. Οι μοντερνιστές και οι προσκολλημένοι στο παρελθόν και τις ρίζες που κάποτε, πάντως, θα προχωρήσουν κι αυτοί. Υπάρχει ένα ρήγμα. Προσπάθησα καταλάβω ποια είναι η σχέση του Πικάσο με τους ζωγράφους κυρίως της πρώτης περιόδου της Ρώσικης Πρωτοπορίας, Μπρακ, Καντίνσκι, Σαγκάλ, Πόποβα… Δεν αναφέρομαι τόσο στην ύστερη περίοδο, τον Τάτλιν ή τον Λισίτσκι που έχει φτιάξει το περίφημο κόκκινο τρίγωνο. Οι πρώτοι ζωγράφοι της Ρωσικής Πρωτοπορίας ήταν κοσμοπολίτες, ήξεραν τι συνέβαινε στην Ευρώπη, χρησιμοποιούσαν τις επιστημονικές και τεχνικές ανακαλύψεις. Ήταν κι αυτοί μέρος μιας κοινωνικής πραγματικότητας που μεταβαλλόταν. Εμείς εδώ αντιμετωπίζουμε με άρνηση την ιστορικότητα. Στη σχολή ανακάλυψα το διεθνισμό της ελληνικότητας. Πώς έβλεπε, ας πούμε, ο Τεριάντ τον Θεόφιλο. Ο Θεόφιλος και ο Ντουανιέ Ρουσό είναι δύο ισάξιοι καλλιτέχνες, ο ένας Έλληνας ο άλλος Γάλλος, δύο σύγχρονοι ευρωπαίοι ζωγράφοι.

Το Γκρύνεβαλντ είναι ένα ακόμα έργο σου με αναφορά σε σημαντικό ζωγράφο και ίσως στον πιο διάσημο πίνακα από το ρετάμπλ του, τον Εσταυρωμένο.

Ο Γκρύνεβαλντ ήταν ένας ζωγράφος του Μεσαίωνα που και με την Αναγέννηση κράτησε την πρότερη ταυτότητά του. Ο Πικάσο εμπνεύστηκε ένα μικρό σχέδιο από τον Εσταυρωμένο του Γκρύνεβαλντ, το οποίο ο Φράνσις Μπέικον είχε στο ατελιέ του και με τη σειρά του εμπνεύστηκε από αυτό τα έργα του με θρησκευτικά θέματα. Η δική μου συμβολή σε αυτό το έργο είναι η προσθήκη του κόκκινου τριγώνου του Λισίτσκι. Κάτω δεξιά, έχω ζωγραφίσει τον Μπέικον χρησιμοποιώντας την τεχνοτροπία του Μπέικον, συνδέοντας έτσι τη Ρώσικη Πρωτοπορία με τον Πικάσο και τον Μπέικον. Σε αυτόν τον πίνακα συνυπάρχουν τέσσερις ζωγράφοι. Είναι ένα κομβικό έργο γι’ αυτήν την έκθεση.

Αισθάνεσαι ότι αυτά τα έργα σου είναι μια τομή στη δουλειά σου;

Ναι, σαφώς. Η διαφορά του σινεμά από τη ζωγραφική είναι ότι στο σινεμά, όταν έχεις μια εικόνα, δεν προλαβαίνεις να στοχαστείς γύρω απ’ αυτήν, στοχάζεσαι μόνο με το χρόνο που σου προσφέρει το σινεμά, άρα μπαίνεις μέσα στην αφήγηση, δεν μπορείς να εντοπίσεις το κάθε πράγμα μεμονωμένα. Στη ζωγραφική έχεις όλο το περιθώριο να στοχάζεσαι, γι’ αυτό ζωγράφισα την ταινία πριν τη γυρίσω. Όταν έκανα το μοντάζ της ταινίας αποφάσισα να μην έχω fade in - fade out *. Να καταργήσω δηλαδή τις ενώσεις των πλάνων. Ήταν όλο cut. Κι αυτό με βοήθησε στο τελικό μοντάζ της ταινίας. Αυτή είναι περίπου η λογική της ποίησης. Στην ποίηση δεν υπάρχει ένα αίσθημα που αναπτύσσεται. Ένας στίχος έχει ένα νόημα κι ο επόμενος το ανατρέπει. Το ένα συναίσθημα μπαίνει μέσα στο άλλο κι έτσι υπάρχει ώσμωση. Οφείλω πολλά στην ποίηση του Ν. Καρούζου. Το να ζωγραφίσω καρέ-καρέ την ταινία, ήταν μια δική μου ανάγκη να δω με εικόνες τις χρονικές διάρκειες των καταστάσεων.

* fade in: η σκοτεινή οθόνη που βαθμιαία φωτίζεται καθώς εμφανίζεται ένα πλάνο fade out: το αντίθετο, το πλάνο που σκοτεινιάζει βαθμιαία.

H έκθεση ζωγραφικής του Κυριάκου Κατζουράκη, «Αναφορά στη Γκουέρνικα» πραγματοποιείται στο Μέγαρο Εϋνάρδου (Αγ. Κωνσταντίνου 20 & Μενάνδρου) έως τις 27 Ιουλίου. Πληροφορίες: τηλ.: 210 3234 267, 210 5223 101 | www.miet.gr
Ώρες λειτουργίας: Τρίτη έως Παρασκευή 12μ - 6μμ και Σάββατο 11πμ - 5μμ.
Ξεναγήσεις: Τα Σάββατα 8, 15 και 29 Ιουνίου, στις 12μ.
Προβολές της ταινίας «USSAK» στο χώρο της έκθεσης: Παρασκευή 7 Ιουνίου και Πέμπτη 27 Ιουνίου, 6 - 8μμ.

"Τα καλοτάξιδα πουλιά" Στίχοι Νίκος Γκάτσος Μουσική Μάνος Χατζιδάκις Τραγούδι Γιώργος Ρωμανός Από τη "Μυθολογία" (1966)

 ...............................................................


Τα καλοτάξιδα πουλιά

Στίχοι Νίκος Γκάτσος

Μουσική Μάνος Χατζιδάκις

Τραγούδι Γιώργος Ρωμανός


Από τη "Μυθολογία" (1966)



Τα καλοτάξιδα πουλιά χτίσαν το Μάρτη μια φωλιά 
στο περιβόλι το παλιό, είχαν τον άνεμο σκολειό. 

Μα με τ’ Απρίλη τη χαρά καινούργια βγάλανε φτερά 
κι είδανε πέρα απ’το βουνό του μισεμού τον ουρανό. 

Δε μου φτάνει αυτός ο κήπος δε μου φτάνει τούτη η γή, 
της καρδιάς μου ο κάθε χτύπος είναι κι άλλη μια πηγή (δις) 
που γυρεύει να `βρει ακόμα το καινούργιο της το χώμα.(δις) 

Της καρδιάς μου ο κάθε χτύπος είναι κι άλλη μια πηγή 
που γυρεύει να `βρει ακόμα το καινούργιο της το χώμα.(δις)



«Η λιποθυμία των λέξεων πάνω σε πέντε γραμμές» Μάνος Χατζιδάκις (23.10.1925-15.6.1994) από τον φίλο στο fb Τέλη Σαμαντά (facebook, 23.10.2021)

 ..............................................................


«Η λιποθυμία των λέξεων πάνω σε πέντε γραμμές» Μάνος Χατζιδάκις (23.10.1925-15.6.1994)



από τον φίλο στο fb Τέλη Σαμαντά (facebook, 23.10.2021)

(Ένα αριστουργηματικό, όσο και σπάνιο, κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι (που σήμερα θα ήταν τα γενέθλια του) για τη σχέση λέξεων και ήχων στο τραγούδι –και όχι μόνο. Μη σας τρομάζει το μέγεθος του: η ευφυΐα, η ευαισθησία και η γνώση του συνθέτη χρειάζονται χώρο για να αναπτύξουν τον «ενθουσιασμό» που του προκαλεί ... «η ιδέα να μιλήσω για λέξεις, που ξαπλώνουν με ηδυπάθεια για να παντρευτούν τους ήχους»).


«Θέλω να φλυαρήσω αλλά οικοδομημένα, σε μιαν αυθαίρετη - αν θέλετε - διαδρομή συλλογισμών και συμπερασμάτων, όπου οι λέξεις που θα μεταχειριστώ, θα μιλάν για τις λέξεις που δεν τολμώ να μεταχειριστώ και που, τέλος, δεν πρόκειται να ολοκληρώσουν ένα θέμα, ένα κείμενο, που να φωτίσει εσάς που θα μ' ακούσετε περισσότερο απ' όσους δεν μ' ακούσουν.
Τότε θα πείτε, γιατί μιλώ. Γιατί δεν έχει νόημα να σου λένε μίλησε κι εσύ να μη μιλάς - πρώτον. Δεύτερον, γιατί είναι πειρασμός ν' αποφασίσεις να μιλήσεις χωρίς να ’χεις να πεις κάτι σοφό ή διαφωτιστικό ή κάτι τέλος πάντων που να σου καίει τα σωθικά και να πρέπει με κάθε τρόπο να ειπωθεί στους άλλους. Και τέλος, γιατί μ' ενθουσιάζει η ιδέα να μιλήσω για λέξεις, που ξαπλώνουν με ηδυπάθεια για να παντρευτούν τους ήχους, ειδικά τακτοποιημένους κι αποκλειστικά συνταιριασμένους γι' αυτές.
Εδώ πρέπει ν' αποκαλύψω πως όταν οι λέξεις έρχονται σ' επαφή μ' αυτό που λέμε Μουσική, πριν απ' όλα λιποθυμούν, ξαπλώνουν, παραδίδονται και χάνουν κάθε από φυσικού τους ενέργεια, κίνηση, ζωή. Κι ύστερα αρχίζει η περιπέτεια της μελωδίας. Πρέπουσας ή απρεπούς. Κατάλληλης ή ακαταλλήλου.
Εγώ όμως θα σας μιλήσω για την πρέπουσα και κατάλληλη. Γι' αυτήν που θα ταιριάξει άρρηκτα με τις λέξεις, έτσι που δύσκολα θα τις διαβάζει κανείς μετά, χωρίς ν' αργοκυλά στον νου του το μελωδικό τους ντύσιμο. Μια και η λέξη όταν την πολιορκεί η Μουσική, λούζεται την παρθενική της χάρη και δίχως δική της ρυθμική αγωγή, μένει γυμνή έτσι καθώς ξαπλώνει στο κρεββάτι των «πέντε γραμμών», για να την κάνει δική του ο μουσικός.
Απορρίπτει τη σκόνη από την καθημερινή της χρήση και ξαναπαίρνει την αρχική της πρόθεση, τη δύναμη της καταγωγής της. Για να συζευχθεί η λέξη με τη Μουσική, οφείλει να περάσει μεσ’ απ’ την κάθαρση της ποιητικής θεραπείας. Να αποκτήσει ποιητική υπόσταση - που σημαίνει, να ξαναβρεί αυτή την προαναφερθείσα «παρθενική χάρη» και ν' αποκαλυφθεί καινούργια, απρόοπτη, έτσι καθώς θα τοποθετηθεί πλάι σε άλλες καινούργιες κι απρόοπτες αναγεννημένες λέξεις. Γιατί - ο Ζίντ λέει - δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο στην ευτυχία απ' την ανάμνησή της. Το ίδιο και με τη λέξη. Τίποτα πιο άχρηστο κι οδυνηρό για μια καινούργια της παρουσία απ' την ανάμνηση των χρήσεών της. Η Ποίηση ξέρει να τη θεραπεύει. Εκείνη μόνο την αποκαλύπτει και τότε μόνο η Μουσική την δέχεται για σύντροφο παντοτινό. Η λέξη, είπαμε, πριν συζευχθεί τον ειδικώς τακτοποιηθέντα ήχο, γίνεται άμορφο σχήμα, σύνολο συλλαβών και φωνηέντων. Όμως σαν φράση-στίχος, σαν μια γραμμική σειρά λέξεων, διατηρεί τον εσωτερικό ρυθμό της και οφείλει να τον διατηρήσει και η Μουσική. Κάθε αυθαίρετο ρυθμικό πλησίασμα της Μουσικής, που δεν παίρνει υπ’ όψη της την εσωτερική ρυθμική αγωγή του στίχου, κινδυνεύει να καταλήξει σε μιαν αταίριαχτη και προδομένη συνουσία. Κι έτσι παρουσιάζεται αυτή η ιδιότυπη αντίθεση λέξης και στίχου, στη μουσική τους μεταμόρφωση. Ενώ η λέξη οφείλει να ξαναρυθμιστεί απ’ τα «εξ ων συνετέθη», η φράση-στίχος διατηρεί τον εσωτερικό ρυθμό της και τοποθετείται μες στη Μουσική, με μια αντίστοιχη ή σχετική ρυθμική μορφή. Και με τη λέξη ξαναγεννημένη και τοποθετημένη σε μια ειδική αλλά πέρα για πέρα σχετική ηχητική σειρά, αρχίζει το τραγούδι. Μπορεί όμως να υπάρχει ένα τραγούδι χωρίς λέξεις; Σε μια πρώτη σκέψη, όχι, δεν είναι δυνατόν. Όμως ο Μπρασένς λέει στο τραγούδι του «Η ομπρέλλα»:
Κάτω απ' τη σκέπη μιας μικρής ομπρέλλας
τι τρυφερό που είναι το τραγούδι της βροχής.
Αυτό το περιβόητο τραγούδι της βροχής την ώρα που τ' ακούς, βάζεις εσύ τις λέξεις - όποιες διαλέγεις, όποιες ταιριάζουν με τα αισθήματά σου εκείνης της στιγμής. Αν είσαι λυπημένος, γίνεται το τραγούδι της βροχής θλιμμένο. Αν είσαι θυμωμένος, γίνεται θυμωμένο. κι αν είσαι αισιόδοξος, χαρούμενος, το ίδιο κι η βροχή. Ένα τραγούδι που διαρκεί όσο τ' ακούς, όσο το σχηματίζεις. Μετά εξαφανίζεται μες στη βροχή. Η λέξη παύει να υπάρχει μετά τη στιγμή που πραγματοποιείται το τραγούδι. Το ίδιο κι ο ήχος ο ειδικός που ταίριαξε στις λέξεις που γεννήθηκαν με τη βροχή. Δηλαδή η ίδια η βροχή. Ποιός είναι ο ιδιοκτήτης της πνευματικής ιδιοκτησίας αυτού του αποτελέσματος; Ποιοί θα εισπράξουν ποσοστά απ' την δημόσιά του εκτέλεση την ώρα της βροχής; Και σύμφωνα με του καιρού μας το σκεπτικό, δεν υπάρχει τραγούδι αν δεν υπάρχουν δικαιούχοι. Ας λέει ο Μπρασένς: «Κάτω απ' τη σκέπη μιας μικρής ομπρέλλας, πόσο τρυφερό είναι το τραγούδι της βροχής». Αυτό το τραγούδι, γεννήθηκε απ' τη βροχή και πήγε στη βροχή.
Μα ας γυρίσουμε στη λέξη και στις συνθήκες που επιβάλλονται για να συνυπάρξει μ' ένα μελωδικό σχήμα έτσι που να σχηματισθεί ένα τραγούδι. Μιλήσαμε για την ανάγκη της ποιητικής θεραπείας της λέξης από τη σκόνη της καθημερινής χρήσης. Αλλά δεν είπαμε και για τις λέξεις που είναι από τη φύση τους οριστικά χαμένες για τον κόσμο του τραγουδιού. Κι αυτό οφείλουν να το γνωρίζουν οι δημιουργοί ή, καλλίτερα, οι αναδημιουργοί - συντελεστές του τραγουδιού. Και ο Μπρασένς λέει σε μια συνέντευξή του: «Φεγγάρι ναι, σελήνη αστροναυτών όχι. Δεν χωράνε στο τραγούδι αυτές οι λέξεις, όπως δεν χωράνε οι λέξεις αεροπλάνο, αυτοκίνητο, στιλό. Κι αν θέλω να μιλήσω για το φως, ποτέ μου δεν θα πω τη λέξη λάμπα. Θα πω κερί, φανάρι». Και κάτι ακόμα που οφείλουν να το νοιώσουν οι νεώτεροι «συνθέτες» της αριστερής ιδιαίτερα παράταξης. Αν είναι δυνατόν ποτέ να το νοιώσουν, να το αντιληφθούνε. Λέει ο Μπρασένς: «Η ζωή στις πολυκατοικίες, η εργατική πάλη είναι πράγματα πολύ ενδιαφέροντα. Μόνο που δεν γίνονται τραγούδι». Δεν το λέει μόνο ο Μπρασένς. Το λέει το ίδιο το τραγούδι. Γιατί ο μελωδός μοιάζει να λέει σαν τον Έζρα Πάουντ, ή μάλλον παραφράζοντας τον ΄Εζρα Πάουντ: «Εγώ θα πάω στο δάσος για να βρω τις λέξεις στεφανωμένες με πασχαλιές. Εγώ θα βαδίσω στο ξέφωτο για να πλησιάσω την πομπή των παρθένων-λέξεων, να τις στεφανωθώ».
Ο μελωδός είναι ο ιεροφάντης των Θεών, ο εκπρόσωπος των ανθρώπων, που μεριμνά ασκούμενος να εκμαιεύσει και να εκφράσει την ευαισθησία του καιρού, κι όχι να κολακεύσει τις συνήθειες καιρών μα και μαζών. Γι' αυτόν, ένα τραγούδι είναι ιερό κείμενο που περιέχει τας γραφάς, τας εντολάς μα και τα μέλλοντα. Κι ύστερα μεθυσμένος θ’αποθάνει. Σαν τον Λι Πο, που ζητούσε ν’ αγκαλιάσει ένα φεγγάρι μέσα στο Κίτρινο Ποτάμι. Και πνίγηκε.
Το κύρος των ήχων και των λέξεων να μη χαθεί - είναι μια άλλη προσταγή του τραγουδιού. Το κύρος των ήχων κινδυνεύει σαν πλησιάζουνε τη λέξη εγωιστικά. Όπως και η λέξη, όταν δεν παραδίδεται ελεύθερη να πάρει την καινούργια της μορφή, αλλά παραμένει άκαμπτη και δύσκολη στη σύζευξή της με τη Μουσική.
Για το κύρος των ήχων, υπάρχει μια ολόκληρη χρονική περίοδος που κάλυψε με ανυποληψία τις προσπάθειες των μελωδών, μες στις αυθαίρετες προσπάθειές τους. Όταν η Τέχνη της Μουσικής άρχισε να χωρίζεται σε σοβαρή και λαϊκή. Στις αρχές του αιώνα, που η προβληματική του μελωδού δεν ήταν το ποιητικό κείμενο αλλά ο εφευρετικός συνδυασμός καινούργιων ήχων και η φωνή έγινε ένα επί πλέον όργανο της ορχήστρας. Στην πρώτη εικοσιπενταετία του αιώνα μας. Οι δωδεκάφθογγοι. Με τα μεγάλα διαστήματα και τις φωνητικές ακροβασίες που είχαν σκοπό όχι την σύζευξη με τη λέξη αλλά την κάλυψη των ήχων με συλλαβές. Έτσι, για να μην λέει το στόμα μόνο φωνήεντα.
Για το κύρος των λέξεων πάλι, μέσα σ' ένα τμήμα ποιητικού κειμένου και για τη μουσική επιλογή τους, έχουμε ένα παράδειγμα. Ένα εξαίσιο, ξαφνικό και τολμηρό ποιητικό δείγμα απ' την Ακολουθία του Κοσμά του Αιτωλού. Ο «Οίκος», έτσι ονομάζεται το τμήμα της Ακολουθίας, αρχίζει:
Των Αποστόλων μιμητής
και Εκκλησίας στύλος
των Ιερέων καλλονή
και των Οσίων τύπος
(ως κοινωνήσας των αγώνων αυτοίς)
Ιεροµάρτυς αναδέδειξε.
Κάδε εκκλησιαστικός μουσικός, αλλά και κάθε λογικός, θα βασιζότανε στο ρήµα αναδέδειξε. Στον τελευταίο στίχο: «Ιεροµάρτυς αναδέδειξε». Αλλά εδώ έχουμε και µια πρόσθετη αίσθηση, πέρα απ' τη λογική σύνδεση κι ερμηνεία του ιερού κειμένου. Τη σύγχρονη αίσθηση των λέξεων «καλλονή» - «στύλος» - «τύπος» - «μιμητής», όπου η φθορά τους βοηθά να µας δημιουργηθεί µια μοναδική εντύπωση έτσι καθώς είναι συζευγμένες µε τις παραδοσιακά εκκλησιαστικές λέξεις. Των Αποστόλων - μιμητής. Της Εκκλησίας - στύλος. Των Ιερέων - καλλονή. Και των Οσίων - τύπος. Άραγε είταν µια έμπνευση, γέννημα τύχης και τόλμης ή µια στον καιρό της λογική διαδικασία φραστική, που συνδυάζει µνήµη και λεκτική λειτουργία; Πιστεύω στην τόλµη του κειμένου και στην διαχρονική ποιητικότητά του µες απ' τις ευτυχείς και εμπνευσμένες αυτές συζεύξεις. Είναι ποτέ δυνατόν ο µελωδιστής και νόµιµος βιαστής αυτού του κειμένου να τις αγνοήσει και να ρίξει το βάρος στο λογι¬κό αναδέδειξε του Ιεροµάρτυρος; Αυτό το «αναδέδειξε» γίνεται δευτερεύον - θα ‘λεγεν ο Καβάφης. Ή µάλλον γίνεται επίλογος, για να καλύψει, να τελειώσει, τα όσα ο Ιεροµάρτυς αναδέδειξε.
Η πρέπουσα μουσική σύζευξη του κειμένου αυτού, μπορεί να γίνει πρέπουσα χωρίς να είναι και η κατάλληλος. Στον καιρό µας, κάδε εκδοχή μπορεί να υποστηριχθεί µέσω της καταλλήλου μουσικής. Και το συμπέρασμα διατυπώνεται καλλίτερα έτσι: Και η κατάλληλη μουσική, μπορεί και να µην είναι η πρέπουσα, αρκεί να θεµελιώνει την επιδιωκόμενη εκδοχή. Αυτήν που επιζητεί ο βιαστής κι ερμηνευτής-συνθέτης. Αν και για να επιδιώξεις σ' ένα κείμενο μια ιδιότυπη προσωπική ερμηνεία, χρειάζεται πρώτ’ απ' όλα να διαθέτεις μια προσωπική άποψη για το θέμα που κυριαρχεί ή διαπερνάει το ποίημα. Κι ακόμα, να διαθέτεις μιαν επίσης ιδιότυπη και προσωπική γλώσσα στη Μουσική. Με δυο λόγια χρειάζεται, να ’σαι λιγάκι ... ιδιοφυής. Διαφορετικά, είναι αλήθεια, ακόμα και την ορθόδοξη ερμηνεία αν χειριστείς, πάλι αδιάφορος θα ‘σαι κι ως προς το ποίημα κι ως προς τη Μουσική και ως προς το μελωδικό σου αποτέλεσμα. Πολλές φορές, όσον καιρό δουλεύω ένα ποιητικό κείμενο, μερόνυχτα μ' απασχολούν οι λέξεις ή μια λέξη καθοριστική για την πορεία του στίχου. Και μου ‘ρχονται στον νου τρεις στίχοι από μια ωδή του Κάλβου:
Αυτού, του Ομήρου εδίδασκες
τα δάκτυλα να τρέχουσι
με την ωδήν συμφώνως.
Αυτό το «να τρέχουσι με την ωδήν συμφώνως», είναι νομίζω και η ουσία αυτής της γαμήλιας τελετής, όπου συνβρίσκονται λέξη και μελωδία, συνθλίβοντας και οι δυο την αυταρέσκειά τους και την ανεξαρτησία τους, καθώς υπηρετούν μια καινούργια αίσθηση «ζωής» που με την επιβολή της, καταφέρνει να εξαφανίσει την καταγωγή και το ανεξάρτητο περιεχόμενο των γεννητόρων. Αυτό το «να τρέχουσι με την ωδήν συμφώνως» είναι ασφαλώς η διαδικασία. Το τραγούδι, είναι το αποτέλεσμα με την καινούργια ζωή και με το φορτισμένο περιεχόμενο και των δυο παραγόντων που το γέννησαν. Ενώ παράλληλα, επέρχεται η εξουδετέρωση των συζευχθέντων και η αδυναμία να σταθούν σαν ανεξάρτητοι και χωριστοί παράγοντες. Το μελωδικό σχήμα μόνο του, υποβάλλει τη λέξη. Και η λέξη μόνη της υποβάλλει τη μελωδία.
Ένα μεγάλο ερώτημα απομένει. Το πώς μια τέλεια σύζευξη λέξης και μουσικής γίνεται μια καινούργια τρίτη ζωή, πέρ’ απ’ τη λέξη πέρ’ απ’ τη μουσική, με την ενεργητική συμπαράσταση της ανθρώπινης φωνής.
Και είναι δυνατόν ένα αποτέλεσμα μισό, ένα αποτέλεσμα άτεχνο, εφήμερο, να υποτάξει την ανθρώπινη φωνή; Πώς θ' αντιδράσει η φωνή; Θα μεταβιβάσει, θα εκπέμψει το μήνυμα ή θα σωπάσει ή θα μπερδευτεί; Κι αν μπερδευτεί, είναι από υγεία, μπροστά στον βιασμό από μια ανεπιθύμητη άστοχη μουσική, ή από σοφία, για ν' αποκρύψει απ' τ' αυτιά των ασεβών αυτό το θεϊκόν, που η Τέχνη το κρατά εις τους αιώνες μυστικό; Και για παράδειγμα: Μια Κυρία θέλει να τραγουδήσει. Είναι όμορφη και κρατά στο χέρι της τριαντάφυλλα κομμένα από τον κήπο της. Βρίσκει συνθέτη, βρίσκει στιχουργό και της γράφουν τραγούδια όμορφα, ευγενικά και εκπαιδευτικά. Πάει να τα πει, πάει να τα τραγουδήσει. όμως τα λόγια μπερδεύονται στο στόμα της, κατρακυλάν μες στα τριαντάφυλλα, αυτά μαδάν και χύνονται, σκορπίζονται στο δάπεδο. Καταστροφή. Δεν βγήκε ούτ’ ελάχιστη φωνή από το στόμα της Κυρίας, και το αποτέλεσμα των τραγουδιών - είτανε όμορφο, ευγενικό και επί πλέον εκπαιδευτικό; - έμεινε δια παντός ένα αιώνιο μυστικό, τόσο που να ρωτάει κανείς: Υπήρξεν η Κυρία αυτή, υπήρξαν τα τραγούδια της, ή είταν αποτέλεσμα μύθου και φαντασίας, καθώς κι όλα τα λόγια, οι λέξεις, που κύλησαν στο δάπεδο και χάθηκαν οριστικά;
Έγινε τάχα ο γάμος ο τελειωτικός, ο επιτυχής των στίχων και της μουσικής - των στίχων δια της καταλλήλου μουσικής -, ή είταν μια πρόφαση το μπέρδεμα, να καλυφτεί η απειρία του μουσουργού για η ατεχνία του ποιητή; Ή πάλι, το αποτέλεσμα αυτό που δεν εφάνη, δεν ακούστηκε και που δεν θ' ακουστεί ποτέ, είταν το τμήμα εκείνο του τραγουδιού που δεν έπρεπε ν' ακουστεί; Αυτό, που θα γινόταν στους αιώνες μυστικό της Τέχνης και του δημιουργού; Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως ένα έργο Τέχνης, περιέχει πάντα και ένα τμήμα, που δεν μπορεί ποτέ ν' αποκρυπτογραφηθεί. Ποτέ να γίνει νοητό και φανερό στους ασεβείς, γιατί θα είταν ύβρις, με την αρχαία έννοια της λέξης. Κι εδώ ίσως βρίσκεται το μυστικό της διαχρονικότητας στη μεγάλη Τέχνη. Γιατί, «η βασίλισσα», όπως λέει ο Ρεμπώ, «η Μάγισσα δε θα μας ιστορήσει ποτέ αυτά που εκείνη ξέρει και εμείς δεν ξέρουμε». Μια επικοινωνία μισή, μ' ένα μισό καλά φυλαγμένο μυστικό, για τους αιώνες. Μήπως αυτό είναι η Τέχνη και η περιπέτειά της μες στο ανθρώπινο γένος; Λέξεις. Που δεν εννοούν να λιποθυμήσουν και μας κρατάνε ξάγρυπνους μέσα στο άγχος των καιρών. Βλέπετε, τα προβλήματα θέλουν άλλες διαδικασίες. Γι' αυτά, δεν υπάρχει Μουσική, ούτε μελωδικοί σχηματισμοί για να τ' αρπάξει. Όλες οι λέξεις δεν λιποθυμούν. Πολλές αντιστέκονται και μας τυραννούν. Κι αυτή η τυραννία, δεν είναι των ασεβών, αλλά των γνήσιων δημιουργών.
Αυτά για τις λέξεις και για τις ιδιότυπες «ερωτικές» συνήθειές τους .. Άλλα δεν έχω να σας πω, προς το παρόν. Ίσως ξαναμιλήσουμε, αν δεν βυθιστώ κι εγώ ζαλισμένος σε κάποιο κίτρινο ποτάμι, προσπαθώντας ν' αγκαλιάσω ένα φεγγάρι».

(Το κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι είναι η εισήγηση του στο συμπόσιο που οργάνωσε στην Κάρπαθο, το 1984, το “Αιγαίο Κέντρο Ελληνικής Φιλοσοφίας”, στα πρακτικά του οποίου και δημοσιεύτηκε, ενώ εμείς το δανειστήκαμε από το διαδικτυακό περιοδικό “TAR”).

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2021

"Magician" - Lou Reed / Στη μνήμη της Μάγιας Λυμπεροπούλου και του Κυριάκου Κατζουράκη που μας άφησαν μέσα στο 2021...

 .............................................................


Magician - Lou Reed




Magician, magician, take me upon your wings and gently roll the clouds away

I'm sorry, so sorry, I have no incantations, only words to help sweep me away I want some magic to sweep me away, I want some magic to sweep me away

I want to count to five, turn around and find myself gone

Fly me through the storm and wake up in the calm



Release me from this body, from this bulk that moves beside me

Let me leave this body far away

I'm sick of looking at me, I hate this painful body

That disease has slowly worn away



Magician take my spirit, inside I'm young and vital

Inside I'm alive, please take me away

So many things to do, it's too early

For my life to be ending, for this body to simply rot away



I want some magic to keep me alive, I want a miracle, I don't want to die

I'm afraid that if I go to sleep, I'll never wake, I'll no longer exist

I'll close my eyes and disappear and float into the mist



Somebody please hear me, my hand can't hold a cup of coffee

My fingers are weak, things just fall away

Inside I'm young and pretty, too many things unfinished

My very breath taken away





Doctor, you're no magician and I am no believer

I need more than faith can give me now

I want to believe in miracles, not just belief in numbers

I need some magic to take me away



I want some magic to sweep me away,

I want some magic to sweep me away

Visit on this starlit night, replace the stars, the moon, the light, the sun's gone

Fly me through the storm and wake up in the calm

I fly right through this storm and I wake up in the calm




Lou Reed Lead vocals, acoustic, lead & rhythm guitars

Mike Rathke Lead & rhythm guitars

Rob Wasserman Bass

Michael BlairDrums, percussion & background vocals

Special Guests: Roger Moutenot Background vocals 
Little Jimmy ScottBackground vocals

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2021

"Του κάκου" ποίημα του Λορέντζου Μαβίλη (1860 - 1912) Από την προσωπική ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη "Η χαμηλή φωνή",1990) (εκδ. Νεφέλη,

 ..............................................................






Λορέντζος Μαβίλης (1860 - 1912)







Του κάκου

(Γραμμένο στο ίδιο πλοίο)




Σου αρέσαν τα σονέτα μου και αγάλι
αγάλι εψυχοπόνεσες κι εμένα
κι εχάρισές μου, ομορφομάτα, μ’ ένα
φίλημα, την καρδιά σου τη μεγάλη.


Ποιος εράγισε τ’ άλικο ανθογυάλι
και αντίς αίμα νερά θωρώ χυμένα
και τ’ άνθια της αγάπης μαραμένα;
Είχε ο γιαλός της γλύκας γυρογιάλι;


Μισοκρύβεται εν’ άχαρο βιβλίο
σκονισμένο, παλιό, στο ύστερο ράφι∙
το εδιάβασες μια μέρα σ’ ένα πλοίο


και δεν καλοθυμάσαι ούτε τι γράφει.
Μα μια στάλα ζωής πιωμένη σo ’χει
κι ακόμα δεν το παραρίχνεις, όχι.