Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

Από τις «Θέσεις για τον Καρυωτάκη» του Βύρωνα Λεοντάρη ("Καρυωτάκης - Ποιήματα και Πεζά", (εκδ. "Ερμής", επιμ. Γ.Σαββίδης, 1972)

..............................................................

  






Από τις «Θέσεις για τον Καρυωτάκη» του Βύρωνα Λεοντάρη*






I.Υπάρχουν ποιητές τελεσίδικα γνωστοί, υπάρχουν και ποιητές που τους ανακαλύπτομε αδιάκοπα. Ο Καρυωτάκης είναι ο ποιητής που απωθούμε.
   ΙΙ. Ο Καρυωτάκης δεν ορίζεται σαν προσωπικότητα. Ορίζεται μόνο σαν πραγματικότητα. Είναι καιρός να απορρίψομε όλες τις εκδοχές που έκαναν το ύποπτο λάθος να τον προσεγγίζουν μόνο ή κυρίως σαν προσωπικότητα-περίπτωση.
   Άγνωστος από όσα έγραψαν οι βιογράφοι του. – Είναι τρομακτικά ασήμαντα όλα όσα μας παραδόθηκαν για τη ζωή του, τις συνήθειές του, τα βάσανά του. Αν πάρομε στα σοβαρά τους βιογράφους του, θα πρέπει να συμπεράνομε ότι υπήρξε ένας εντελώς ασήμαντος άνθρωπος και (βέβαια…) πολύ κατώτερος από τους βιογράφους του, που με ανοίκειο ναρκισσισμό δεν κάνουν στην ουσία τίποτε άλλο από το να αντιπαραθέτουν και να προβάλλουν με κάθε ευκαιρία τη δική τους προσωπικότητα.
   Άγνωστος από όσα ο ίδιος αυθεντικά έχει πει για τον εαυτό του. – Ο Καρυωτάκης δεν είχε φίλους, δεν ανήκε σε λογοτεχνικές συντροφιές, δεν είχε καν ανθρώπινους δεσμούς. Ήταν και έμεινε τέλεια οχυρωμένος πίσω από μιαν αδιαπέραστη ασπίδα συμπεριφοράς και λόγων καθημερινότητας.
   Άγνωστος από τις φωτογραφίες του. – Όσο τις κοιτάζομε, τόσο περισσότερο η μορφή αυτή εσωστρέφεται, αρνείται να μας δει, αρνείται να τη δούμε, αρνείται ν’ αφήσει το αποτύπωμά της στον κόσμο και τον χρόνο.
   Και θα μείνει άγνωστος – Ας το πάρουν απόφαση πια βιογράφοι, ιστορικοί της λογοτεχνίας, επετειογράφοι, σαβανωτές και σαβανώτριες. Κι αν ακόμη συμπληρωθούν τα «αποσιωπητικά» των επιστολών του, κι αν δημοσιευτούν κι άλλα ανέκδοτα κείμενα, κι αν βρεθούν δελτία νοσηλείας του κι όσα άλλα στοιχεία του «φακέλου» του, δεν πρόκειται να μάθομε τίποτε από όσα «ξέρομε».
   Ο Καρυωτάκης είναι μια  α ν τ ι π ρ ο σ ω π ι κ ό τ η τ α .
   ΙΙΙ. Η ποίηση πραγματοποιεί τους σταθμούς της όταν αντικρίζει τις αυταπάτες της  ή όταν συναντά το αδιέξοδό της. Οι σταθμοί αυτοί εκδηλώνονται πάντοτε αρνητικά, με την ασφυξία και ανακοπή του ποιητικού λόγου ή με την αυτοκαταστροφή του, ενώ παράλληλα η τρέχουσα ποίηση εξακολουθεί να ανθεί με αυτάρεσκους ακκισμούς.
   Η νεοελληνική ποίηση δεν είχε εδεμική περίοδο. Με τον Σολωμό ευθύς εξ αρχής αντίκρισε τις αυταπάτες της – γιατί το νόημα της ελευθερίας και η νεώτερη ελληνική ιστορική πραγματικότητα δεν συμπορεύονταν καθόλου και γιατί, βέβαια, «Μεσολόγγι» δεν υπήρξε ποτέ. Η λειτουργική και εκφραστική αμηχανία της σολωμικής ποίησης απ’ αυτή τη σκοπιά μπορεί να φωτιστεί. Ο Σολωμός υπήρξε το προπατορικό αμάρτημα της νεοελληνικής ποίησης.
   Στον Καρυωτάκη δεν υπάρχουν πια αυταπάτες· αντίθετα είναι εκπληκτικά αισθητή η απουσία κάθε θεότητας και μυθολογίας. Με τον Καρυωτάκη η νεοελληνική ποίηση για πρώτη φορά συναντά το αδιέξοδό της. Ποτέ άλλοτε δεν συζήτησε τόσο πολύ τον εαυτό της. Όταν ο Τέλλος Άγρας έγραφε για τον Καρυωτάκη: «…κι έξαφνα, στα 1927, με την τρίτη και τελευταία του ποιητική συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες, μας εξεπέρασεν όλους αμέσως κι εξακολουθητικά…», μας έδινε ένα δείγμα και παράδειγμα της αγγελικής κριτικής εντιμότητάς του, δεν υποπτευόταν όμως ούτε ο ίδιος ότι έθετε την μόνη σωστή βάση για τη μελέτη του καρυωτακικού έργου. Γιατί αυτό το «ξεπέρασμα», το άξαφνο, το άμεσο και, προπαντός, το εξακολουθητικό, δεν είναι παρά το φτάσιμο του ποιητή «στο χείλος του κόσμου, δώθε από τ’ όνειρο και κείθε από τη γη…», «στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου…».
   Η ελληνική ποίηση δεν ήταν συνηθισμένη σε παρόμοιες περιπέτειες. Μέχρι το 1919 ακόμη, ο Καρυωτάκης έγραφε «κανονικά», «φυσιολογικά» ποιήματα, ικανά μάλιστα να κερδίζουν τα ποιητικά βραβεία της εποχής. Μεσολαβεί πολύ μικρό χρονικό διάστημα μέχρι το αντίκρισμα του αδιεξόδου, διάστημα που φαίνεται ακόμη μικρότερο αν σκεφτούμε πως οι ποιητές  της εποχής κατά κανόνα περνούσαν το κατώφλι της ποίησης με ποιήματα ελεγειακής φιλολογίας ή ερωτικής επιστολογραφίας… Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η εξαντλητική επιμονή του Καρυωτάκη σε όλες τις πτυχές του αδιεξόδου, τόσο στην αποκάλυψη του κοινωνικού «είναι» της ποίησης, όσο και στην αβάσταχτη αίσθηση της ουσίας της ποιητικής λειτουργίας, που ορίζεται με την πιο σύντομη και πιο περιεκτική ερώτηση: «τι να ‘χουμε, τι να ‘χω…». Η ποίηση, και μαζί όλη η προβληματική της, δεν είναι παρά αυτό το ερώτημα.
   IV. Κατά ένα μεγάλο μέρος της (με άξονα τα ποιήματα «Όλοι μαζί…», «Μικρή ασυμφωνία σε α μείζον», «Σταδιοδρομία») η ποίηση του Καρυωτάκη αποτελεί την έκφραση και την κριτική του κοινωνικού είναι της νεώτερης ελληνικής ποίησης. Κανένας άλλος ποιητής, δεν ένιωσε τόσο βαθιά και τόσο άμεσα την τραγική αδυναμία και ευτέλεια του ποιητή σαν κοινωνικής ύπαρξης, και σε κανένα άλλο ποιητικό έργο δεν αναιρούνται τόσο ριζικά και καίρια οι ιδεολογικές κατασκευές για την «κοινωνική σημασία» της ποίησης και τον «κοινωνικό ρόλο» του ποιητή. Οι αντιλήψεις για την «μοναδικότητα της ποιητικής προσωπικότητας», για την μεσσιανική «αποστολή» του ποιητή, κλπ., σαρώνονται με άτεγκτους, βάναυσους, όσο και οξείς αφορισμούς, που μαρτυρούν πως ο Καρυωτάκης θα πρέπει πολύ να διανοήθηκε  πάνω στους κοινωνικούς όρους ύπαρξης της ποίησης, και πως βρήκε πολύ ανεπαρκείς και τις κοινωνιστικές θεωρίες «του περιβάλλοντος κλπ.», αφού τοποθετεί μέσα σε εισαγωγικά τις λέξεις «περιβάλλον» και «εποχή». Έτσι ο Καρυωτάκης γίνεται ο πρώτος βλάσφημος στην ελληνική ποίηση και ο πρώτος βλάσφημος κριτικός της.
   V. Περπατώντας κατά μήκος του χείλους του γκρεμού, η ποίηση μπορεί να διαιωνίζεται γράφοντας και ανακαλώντας επ’ άπειρον τη διαθήκη της. Όταν όμως ο ποιητής αντικρίσει κατά μέτωπο τον γκρεμό, η ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή. Παύει πια να είναι σωτηρία, κάθαρση, παρηγοριά, ξόρκι. Γίνεται βασανιστική αγωνία, αίσθηση καταλυτική, ασυμβίβαστη προς οποιαδήποτε ψυχική δομή, γίνεται το τέλος της. Γιατί η ποίηση είναι το αδιέξοδό της, είναι ψυχική πραγματικότητα που δεν επιδέχεται οργάνωση («…είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε…») και υπερβαίνει συγχρόνως κάθε ανθρώπινη δυνατότητα και αντοχή («…είμαστε κάτι απίστευτες αντένες… μα γρήγορα θα πέσουμε σπασμένες…»). Γιατί ο άνθρωπος είναι για να ζει και η ποίηση είναι για να πεθαίνει.
   Ο Καρυωτάκης στην πορεία του αντίκρισε σύντομα και κατά μέτωπο το βάραθρο, έχοντας χάσει ήδη στο δρόμο του («στο μεσοστράτι της ζωής του» κι αυτός…) κάθε άμυνα πίστης και αυταπάτης. («Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου, εχάσαμε τη χρυσή πανοπλία…»). Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα – δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας.
   VI. Η τελευταία απόπειρα της ευρωπαϊκής ποίησης για την επαφή της με τον Θεό ή τον Δαίμονα είναι ο ρομαντικός ήρωας, διάμεσο της εκπεσμένης του προσωπικότητας με το υπερβατικό. Οι ρομαντικοί ήρωες τελειώνονται και πεθαίνουν συνήθως σε κορυφές βουνών, και στον ρομαντικό ποιητή δε μένει παρά να κατεβεί την πλαγιά επιστρέφοντας με ασήκωτες άγραφες πλάκες. Οι μεταρομαντικοί διαχέουν τη μορφή του ήρωα στο παρελθόν ή τον ταξιδεύουν στον εξωτισμό. Με τον Καρυωτάκη ο ποιητής ρίχνεται στο βάραθρο κρατώντας «σκήπτρο και λύρα» - Οιδίποδας που τελειώνει την περιπέτειά του κατάμονος χωρίς συνοδείες, βασιλιάς και μαζί θύμα της μοίρας του.
   Στην ελληνική ποίηση δεν ευδοκίμησαν ποιητικοί ήρωες ούτε συνθετικά ποιήματα. Ούτε ο Διγενής ούτε ο Γύφτος ούτε ο Υπέρμαχος κατάφεραν να συντηρήσουν μυθολογίες στην νεοελληνική ποίηση. Της χάρισαν βέβαια ένα κοπάδι «εθνικούς ποιητές», με θλιβερά επακόλουθα – έτσι που ουσιαστικά το Άξιον εστί να μην απέχει και πολύ από την Φλογέρα του Βασιληά. Ο Καρυωτάκης ήρθε να ανακόψει  και να ανατρέψει την ανάπτυξη ενός παρατεταμένου μεταρομαντισμού.
   Με την επίκληση που έκανε ο Σεφέρης μπροστά στους τάφρους με το αίμα της ανθρωποθυσίας δυο παγκοσμίων πολέμων (και όχι εθνικών…) πολέμων ανακάλεσε στην ποίησή μας μορφές αληθινά μυθικές, πρόσωπα αχνά, χωρίς περίγραμμα, στην αυθεντική προ-τραγική εκδοχή τους  (γιατί η τραγωδία έδωσε περιγράμματα στους μύθους – και, φυσικά τους κατάργησε…) υπενθυμίζοντας ξανά το αδιέξοδο. Κάθε προσπάθεια να πήξουν τα μυθικά πρόσωπα στην ποίηση είναι - ευτυχώς – καταδικασμένη σε άγονο μανιερισμό, όπως είναι ακατανόητη ματαιότητα η επιμονή του Ρίτσου που δέχεται την τραγική εκδοχή των μυθικών προσώπων αλλάζοντάς τους περιγράμματα.
   VII. Κοινωνικός ποιητής ο Καρυωτάκης και συγχρόνως ποιητής της εσωτερικής προσωπικής περιπέτειας, ένωσε τις άκρες των δύο τάσεων, προκαλώντας την τρομερή ηλεκτρική κένωση στο σώμα της λογοτεχνίας μας. Υπήρξε ψυχρός ποιητής, χωρίς αναπτύξεις στην έκφραση, χωρίς μυρηκασμούς στην έμπνευση, συντάκτης του ισολογισμού: ουσία της ποίησης – κοινωνικοί  όροι ύπαρξής της. Νομιμοποίησε συγχρόνως και το μόνο γλωσσικό ιδίωμα στην νεοελληνική ποίηση, απορρίπτοντας όλον τον γλωσσικό εφιάλτη της εποχής. Ποιητές-ανακαινιστές της γλώσσας μπορούν να υπάρξουν μόνο σε έθνη που δεν έχουν απομακρυνθεί ακόμη πολύ από το βαρβαρικό (με την σωστή έννοια της λέξης) παρελθόν τους, σε έθνη δηλ. που η γλώσσα τους βρίσκεται σε ακμή και ανάπτυξη. Τα έθνη με πανάρχαιες, ερειπωμένες πια γλώσσες, έχουν χάσει το παιχνίδι στον τομέα αυτόν. Δεν υπάρχει άλλο γλωσσικό ιδίωμα για την ελληνική ποίηση, παρά η γλώσσα του πρόσφυγα, του μετανάστη, του εξόριστου, της διασποράς, η γλώσσα του Έλληνα σε συνεχή κατάσταση ανάγκης. Από δω και η καταγωγή της ποπ-καθαρεύουσας των υπερρεαλιστών, άσχετα αν σήμερα κατήντησε να γίνει η ποίηση της ανεκδοτολογικής ποίησης.
   VIII. Όλες οι λογοτεχνίες εκδικούνται τα βλάσφημα παιδιά τους, κάθε μια με τον τρόπο της. Η νεοελληνική λογοτεχνία, καθόλου εύρωστη, αναιμική και κονφορμιστική, επιβιώνουσα ακόμα μέχρι σήμερα κάτω από τους ίδιους ακριβώς κοινωνικούς όρους ύπαρξης που διέγραψε ο Καρυωτάκης (επαιτεία της αναγνώρισης, έπαθλα και βραβεία, βιομηχανοποιημένες μεταφράσεις, εκδόσεις «απάντων» προθανάτιες και μεταθανάτιες, ανθολογίες κλπ.) δεν φαίνεται ικανή για μια σοβαρή εκδίκηση στην πρόκληση του Καρυωτάκη. Με όλους τους μηχανισμούς της, δεν κατορθώνει να τον εντάξει (δηλ. να τον αφανίσει) θετικά ή αρνητικά στο σύστημα των αξιών της. Του έδωσαν θέση στις ανθολογίες – μα οι σελίδες του μοιάζουν να θέλουν να ξεκολλήσουν και να φύγουν. Του κάνουν διαλέξεις – όπου τελικά τίποτα δεν λέγεται γι’ αυτόν. Θέλουν ακόμη να του στήσουν και προτομή – μα το μάρμαρο ασφαλώς θα ραγίσει… Δημιουργούν το πλάσμα του «καρυωτακισμού» για να τον σαβανώσουν μέσα σ’ αυτό – αλλά «καρυωτακισμός» δεν υπήρξε ποτέ, είναι το πιο ανύπαρκτο μυθολογικό τέρας της νεοελληνικής ποίησης. Επιχειρούν αισθητικές και φιλοσοφικές τοποθετήσεις του χωρίς αισθητική και χωρίς φιλοσοφία – όμως τα πιο έγκυρα κριτικά κείμενα που γράφτηκαν ποτέ για Έλληνα ποιητή, δηλ. τα κείμενα Παράσχου, Άγρα, Μαλάνου, δεν σβήνουν. Και τώρα τελευταία τον πετούν στην κατανάλωση, συνδέοντάς τον με τις ασημαντότητες της νεοαντιστασιακής κονφορμιστικής «αμφισβήτησης» - μα η δίψα του κόσμου για τις πηγές γίνεται όλο και εντονότερη. Δεν μένει παρά ο μηχανισμός της απώθησης, γιατί η ωραία μας ποίηση πρέπει να ζήσει και να προκόψει. Και δεν αντέχει αυτόχειρες και βλάσφημους. Είναι βέβαια και η απώθηση μια μορφή ένταξης. Όμως κάθε φορά που η ελληνική ποίηση απελπίζεται, δηλ. κάθε φορά που γίνεται ποίηση, οΚαρυωτάκης είναι εξακολουθητικά παρών.



*(Βύρων Λεοντάρης, «Θέσεις για τον Καρυωτάκη», Σημειώσεις, 1973, σελ. 71-77 /
 /"Κ.Γ.Καρυωτάκης - Ποιήματα και Πεζά" (εκδ. "Ερμής", επιμ. Γ.Σαββίδης, 1972)

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019

Κωστής Παπαγιώργης: "Εγγύτητα και απόσταση" (www.lifo.gr, 20.12.2018)

..............................................................

 

Κωστής Παπαγιώργης: Εγγύτητα και απόσταση

Η απόσταση κατάγεται από το «αφίστημι», απομακρύνομαι, γι' αυτό απασχολεί τις κοινωνικές θεωρίες του «φίλου» και του «εχθρού».




                           ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ  (www.lifo.gr, 20.12.2018)

Το παράδειγμα είναι πολύ γνωστό. Όταν τηλεφωνούμε σε κάποιο φίλο που βρίσκεται μακριά, στα Τρίκαλα ή στη Νέα Υόρκη, τίθεται ένα ζήτημα εγγύτητας και απόστασης που αίρει τη λογική ή χωρική ισχύ των δεδομένων. Ο οιοσδήποτε διαβάτης που με προσπερνά στον δρόμο είναι «κοντά μου», αντίθετα ο φευγάτος φίλος είναι μακριά «μου» - έτσι σκέφτεται ο κοινός νους.


Και όμως, ισχύει το αντίθετο. Το κοντινό και το μακρινό δεν μετράται με τη μεζούρα. Αν η μεζούρα αποφάσιζε για την απόσταση, τότε η συσκευή του τηλεφώνου που είναι κολλημένη στο αυτί μου θα πρέπει να θεωρείται εγγύτατη και ο άνθρωπος που μου μιλάει από την άλλη άκρη του σύρματος απόμακρος.


Εντούτοις, η ζωή η ίδια γνωρίζει από ένστικτο ότι υπεράνω ωκεανών, οροσειρών και μυριάδων ανθρώπων η φωνή του άλλου «σκάει» μέσα στην ακοή μου ως το πλέον εγγύτατο. Εξού και το όμορφο: «από μακριά τον χαιρετά κι από κοντά του λέει»!

Η απόσταση κατάγεται από το «αφίστημι», απομακρύνομαι, γι' αυτό απασχολεί τις κοινωνικές θεωρίες του «φίλου» και του «εχθρού». Με λίγη προσοχή τη διαπιστώνουμε στους δρόμους της Αθήνας, όπου η παρουσία ξένων αποτελεί πλέον καθημερινό θέαμα.


Πόσο κοντά βρισκόμαστε στους μαύρους που πωλούν σι ντι και ξύλινα αγαλματίδια; Πόσο κοντά στους Ασιάτες που, παρατεταγμένοι στην Αιόλου, ανεμίζουν κεντημένα τραπεζομάντηλα ή εκθέτουν αναπτήρες-γίγαντες και αυτοκίνητα ποδηλατάκια για παιδιά; Ουσιαστικά, δυο βήματα. Και όμως.

Χωρίς να το πολυσυνειδητοποιούμε, ο «μαύρος» έρχεται από πολύ μακριά και παραμένει μακριά· το χρώμα, η ομιλία, η ανένταχτη κοινωνικά θέση του, η στρωματσάδα των εμπορευμάτων καταμεσής του πεζοδρομίου δεν του επιτρέπουν να πλησιάσει. Μας απευθύνεται, παρότι τα πόδια του πατούν «ακόμη» Αφρική.

Ο οιοσδήποτε διαβάτης που με προσπερνά στον δρόμο είναι «κοντά μου», αντίθετα ο φευγάτος φίλος είναι μακριά «μου» - έτσι σκέφτεται ο κοινός νους. Και όμως, ισχύει το αντίθετο.


Η πόρτα, όπως ξέρουμε, κλειδώνει απέξω και από μέσα. Απέξω κλείνουμε τους ξένους, τους κλέφτες, τους διαρρήκτες και τους κακοποιούς. Από μέσα προστατεύουμε τον εαυτό μας, την οικογένεια, το έχει μας και το σπίτι ως ηθική διάσταση.

Υπ' αυτή την έννοια, το κοντινό και το μακρινό, το οικείο και το ανοίκειο συμπλέκονται με αποκλειστικά εσωτερικό τρόπο, αγνοώντας τις εμπράγματες συνθήκες.

Το ίδιο δεν συμβαίνει με τα πρόσωπα; Λέμε «κλειστό» πρόσωπο, εννοώντας κάποιον που δεν «ανοίγεται» σε ξένους, άφιλους, εχθρούς ή παρατρεχάμενους. Αντίθετα, μιλάμε για «ανοιχτοπρόσωπο» άνθρωπο όταν η μορφή παραμένει σκοπίμως ξεκλείδωτη, χωρίς να φοβάται την εγγύτητα ή την οιαδήποτε επίθεση.

Ακολουθώντας αυτό το παιχνίδι του κοντά και του μακριά, μπορούμε -σακάτικα έστω - να σκεφτούμε λιγάκι και το ζήτημα της απόστασης και της εγγύτητας του εγώ από ή προς τον εαυτό του.

Εδώ τα δεδομένα αλλάζουν συναρπαστικά, διότι δεν έχουμε να κάνουμε με εξωτερικότητα. Δεν συναντάμε τον εαυτό μας· δεν τον εγκαταλείπουμε· δεν τηρούμε αποστάσεις· δεν τον εχθρευόμαστε· δεν τον αναζητούμε μέσα στο πλήθος. Μεταφορικά, βέβαια, όλα τούτα ισχύουν. Η παιδαγωγική πασχίζει να γνωρίσει το παιδί τον εαυτό του. Η μαιευτική λέει πολλά για την αυτογνωσία. Και βέβαια ο πάσα ένας διερωτάται: είναι δυνατόν να είμαι κάτι και να μην το γνωρίζω;

Στην περίπτωση των ασθενειών, η εγγύτητα και η απόσταση παίζουν χοντρό παιχνίδι. Έχω ένα πονάκι στο στομάχι· κάθε φορά που σηκώνομαι απότομα με πιάνει ζαλάδα· τα μάτια μου βλέπουν αστεράκια και θαμπάδες. Χάνω συνεχώς βάρος. Τι να 'ναι άραγε;

Το περίεργο είναι ότι πάμε στον γιατρό με άκρα φυσικότητα. Του παραδίδουμε το σώμα μας - το πλέον οικείο γνώρισμά μας - για να μας το επιστρέψει «πακέτο» με ασφαλή διάγνωση. Πόσο λοιπόν απέχει από μας και πόσο κοντά βρίσκεται στον γιατρό;

Με την εισαγωγή στο νοσοκομείο, τα σούρτα φέρτα των θεραπευτών και των νοσοκόμων, την ατμόσφαιρα του επείγοντος συμβάντος, έχουμε τη διαρκή εντύπωση ότι ασχολούνται με μας αλλά όχι ακριβώς με μας. Είμαι εγώ, εσωτερικό και αυτόνομο, μόνο που ατυχώς το σώμα μου με προδίδει κάθε τόσο. Άρα, ο γιατρός μπορεί να ασχοληθεί με το «εξωτερικό» του εαυτού μου, τη σωματικότητάμου, χωρίς να πολυνοιάζεται για τον εαυτό μου. Άλλωστε, δεν ισχύει τάχα η σκέψη ότι οι γιατροί ασχολούνται με «ασθένειες» και όχι με «ασθενείς»;

Η μεγάλη πλάκα - και η πλέον επώδυνη - ξεσπάει όταν κάποιος πηγαίνει στον ψυχαναλυτή. Εκεί δεν υπάρχουν χειρουργεία και νοσοκόμες, αιμοδοσίες και αποκοπές μελών. Ο γιατρός, αυτήν τη φορά, δεν αγγίζει το σώμα. Πάει κατευθείαν στην ψυχή. Σε βάζει να μιλάς για τη ζωή σου και για τα όνειρά σου, θεωρώντας σε απλό - και απόμακρο - θεατή των βιωμάτων σου. Εσύ ζεις κάτι που δεν καταλαβαίνεις κι αυτός ερμηνεύει κάτι που δεν έζησε.

Πέρα από τη θεραπεία και τα ξινά σταφύλια, το σκληρό μάθημα του ψυχαναλυόμενου αφορά τη διαπίστωση ότι το εγώ - τη διατυμπανιζόμενη αυτονομία του - ενδέχεται να απέχει πόρρω από την αυτής βασιλική υψηλότητα τον εαυτό του. Μάλιστα, ο ψυχισμός του μιλάει συνθηματική γλώσσα, είναι μεταμφιεσμένος,στέλνει ξενόγλωσσα ονειρικά γράμματα, όντας ξένος και οικείος εν ταυτώ, άρα μόνο με τη μεσίτευση δραγουμάνου θα μπορούσε να πιάσει κάβο με τον εαυτό του.

Το «μακριά» μας βοηθά να φτάσουμε κάποτε, το «κοντά», αντίθετα, μας απομακρύνει

Πηγή: www.lifo.gr

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

"Αυτά..." επίκαιρο δημώδες ποίημα του φίλου στο fb Kostas Vonstatzoglou (facebook, 26/1/2019)

................................................................





 Kostas Vonstantzoglou










Αυτά...
 

Ήτανε λένε Διγενής. Πόντιος Μακεδόνας.
Κι ο Διγενής απόθανε. Απόθανε και πάει.
Τούριξ’ ο μαύρος Χάροντας φαρμάκι στον κρατήρα
που ήταν καταστόλιστος μ’ αστέρια της Βεργίνας.
Μια συμφωνία του ‘ριξε μαζί με δακρυγόνα
και του ‘πεσεν η σάρισα καθώς λιγοθυμούσε.
Σκοτείνιασεν ο ουρανός σβηστήκανε τ’ αστέρια
σεισμός εγίνηκε στη γή τα δέντρα μαραγκιάσαν
λάβαρα κουρελιάστηκαν στο φύσημα τ’ ανέμου
κι ένα μικρό ναυτόπουλο έκανε το σταυρό του.
Κύριε των δυνάμεων και άρχοντα των πάντων
γιατί μας το ‘κανες αυτό και μοίρασες τη χώρα;
Μπάχαλο πάλι γίναμε. Τα πάνω ήρθαν κάτω
και χάσαμε τον μπούσουλα. Τ’ αυγά και τα πασχάλια.
Θεέ μεγαλοδύναμε μη μας εγκαταλείπεις
σώσε την ένδοξη φυλή της γης των Μακεδόνων
λαμπάδες θα σ’ ανάψουμε ίσα μ’ αντρίκιο μπόϊ
και με φασίστες αγκαλιά θα δείρουμ’ αστυνόμους.
Απάνω στο κιβούρι του του Μακεδονομάχου
συνάσετ' όλος ο λαός οπου δεν έχει μοίρα
κι έρχοντ’ αρχόντοι προσκυνούν, έρχονται μαθητάδες
έρχονται και οι όμορφες και φέρνουνε λουλούδια
έρχεται κάτασπρο φαρί και ρίχνει μαύρο δάκρυ
έρχονται κι Αμερικανοί και φέρνουνε το ΝΑΤΟ.
Ήρθα κι εγώ, τα κοίταξα όλος απελπισία
και πήδησα εις τον γκρεμόν τι πίσω είχε ρέμα.


Αυτά.

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2019

"Μακεδονία, Χέγκελ και πολιτισμική παλινδρόμηση" έγραψε η Αιμιλία Σαλβάνου * ("Εφημερίδα των Συντακτών", 24.01.2019)

...............................................................
 

Μακεδονία, Χέγκελ και πολιτισμική παλινδρόμηση


 
EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ
Μια από τις πιο διαδεδομένες αντιρρήσεις για την επίλυση του Μακεδονικού είναι ότι οι γείτονες «μας κλέβουν» την Ιστορία. Και ότι το κάνουν με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτές οι αντιρρήσεις, μετά τις διευκρινίσεις στη Συμφωνία των Πρεσπών, έχουν εξειδικευτεί και αναφέρονται τώρα στον τρόπο που ονομάζεται η γλώσσα τους και ο προσδιορισμός του νομικού όρου ιθαγένεια (nationality, citizenship).
Αν και οι διευκρινίσεις έχουν δοθεί από έγκυρους νομικούς, όπως ο καθηγητής Μιχάλης Σταθόπουλος αλλά και άλλοι, είναι πειστικές, εντούτοις η εμμονή στη δύσπιστη αντιμετώπιση στην Ελλάδα παραμένει. Η εμμονή οφείλεται βέβαια σε λόγους πολιτικής κακοπιστίας, αλλά όχι μόνο σε αυτούς. Οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι αναφερόμαστε στις ίδιες λέξεις μέσα από δυο διαφορετικά συστήματα σημασιών. Σε κάθε ένα από αυτά, οι ίδιοι όροι αποκτούν διαφορετική σημασία. Αλλο πράγμα εννοούν οι Ελληνες όταν λένε Μακεδόνας, άλλο οι γείτονές μας. Εχουμε σκεφθεί όμως ότι αυτά τα δυο συστήματα σημασιών δημιουργήθηκαν σε συγκεκριμένο χρόνο; Και ακόμη περισσότερο, έχουμε σκεφθεί ότι δεν δημιουργήθηκε μόνο το σύστημα σημασιών των γειτόνων, αλλά και το δικό μας;
Ας δούμε πρώτα το δικό τους: το πολιτιστικό πρόγραμμα «Σκόπια 2014», της περιόδου Γκρούεφσκι. Η σύνδεση της αρχαίας μακεδονικότητας με τη σλαβική Μακεδονία και το μετα-κομμουνιστικό status quo ήταν στον πυρήνα του αφηγήματος του συγκεκριμένου προγράμματος. Η κριτική που δέχτηκε ήταν ότι επιχειρεί να σφυρηλατήσει και να διαχύσει την εθνική συνέχεια της γείτονος, σε επίπεδο συμβόλων και αφηγήματος, μέσα από μια στοχευμένη μνημειακή πολιτική, που μάλιστα ήταν σε μεγάλο βαθμό ανοίκεια με την καθημερινή πολιτισμική πρακτική των πολιτών της. Πράγματι, τα Σκόπια εκείνη την περίοδο έμοιαζαν με Ντίσνεϊλαντ του εθνικισμού. Αξιζε τον κόπο να πάει κανείς ώς εκεί για να δει πώς συντίθεται ένα εθνικό αφήγημα. Να δει ζωντανά να συμβαίνουν μπροστά του όσα στα περισσότερα εθνικά κράτη συνέβησαν τον 19ο αιώνα ή στις αρχές του 20ού αιώνα.
Παρακολουθώντας κανείς τι συνέβαινε στη γειτονική πρωτεύουσα, μπορούσε να φανταστεί την Αθήνα των πρώτων χρόνων μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους και το πώς απέκτησε τον νεοκλασικό της χαρακτήρα μέσα από την αντανάκλαση της γηγενούς πολιτισμικής ταυτότητας στον εξόχως παραμορφωτικό καθρέφτη της δυτικής πρόσληψης της αρχαιότητας και της ελληνικότητας. Μπορούμε να φανταστούμε το πώς συνέβαλαν ο Σταμάτης Κλεάνθης, ο Εντουαρντ Σάουμπερτ, ο Θεόφιλος Χάνσεν, ο Ερνέστος Τσίλερ, ο Φρ.-Λ. Μπουλανζέ αλλά και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, ο Θεόδωρος Μόμσεν στη δημιουργία της νέας ελληνικής ταυτότητας.
Οι εθνικές ιδεολογίες προϋποθέτουν συστήματα εξουσίας, τα οποία, για να επιβληθούν και να επιβιώσουν, δημιουργούν καθεστώτα αλήθειας. Δημιουργούν δηλαδή όσους μηχανισμούς, θεσμούς και τεχνικές χρειάζονται, ώστε οι βασικές παραδοχές και πίστεις στις οποίες στηρίζονται να προβάλλουν και να αναπαράγονται ως αυτονόητες και αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Γιατί είναι αδιανόητο για τους Ελληνες να αποδεχτούν ότι ο Μέγας Αλέξανδρος δεν είχε εθνική ταυτότητα; Γιατί εμμένουν να μην παραδέχονται ότι η ελληνικότητά του, όπως και του Βυζαντίου και μιας σειράς άλλων επεισοδίων των αρχαίων και μεσαιωνικών χρόνων, είναι εκ των υστέρων προβολές του εθνικού αφηγήματος σε ένα παρελθόν που το εθνικό ως νοητική κατηγορία δεν υπήρχε;
Η εμμονή δεν οφείλεται στο ότι δεν έχουν διαβάσει Ιστορία. Κάθε άλλο. Οφείλεται στο ότι έχουν εμπεδώσει την Ιστορία που διδάσκουμε στα σχολειά μας. Οφείλεται στο ότι έχουν γαλουχηθεί σε ένα περιβάλλον ιστορικής κουλτούρας που τρέφεται και αναπαράγεται από μια ανιστορική και άκριτη προσέγγιση του παρελθόντος και της τρισχιλιετούς συνέχειας του Ελληνισμού. Μόνο που όλα αυτά πολύ λίγη σχέση έχουν με την ιστορική αλήθεια. Είναι τόσο κατασκευασμένα όσο κατασκευασμένο είναι οποιαδήποτε άλλο εθνικό αφήγημα για το παρελθόν.
Στον δημόσιο λόγο το Μακεδονικό σκαλώνει, επειδή το αντιμετωπίζουμε εγκλωβισμένοι μέσα σε διαφορετικά καθεστώτα αλήθειας και διαφορετικά πλαίσια σημασιών. Το Μακεδονικό όμως δεν αφορά το παρελθόν – αφορά κυρίως το μέλλον. Αφορά να μπορεί κανείς να δει τον άλλο μέσα από το σύστημα σημασιών που ο ίδιος έχει εγκαθιδρύσει για τον εαυτό του και να μπορέσει να τον αναγνωρίσει και να σχετιστεί μαζί του.
Ο Χέγκελ λέει ότι η αρχή της ανθρώπινης ιστορίας είναι η αλληλο-αναγνώριση. Αυτή η αρχή, μας λέει ο μεγάλος φιλόσοφος, αποκτά υπόσταση με τη Γαλλική Επανάσταση που αναγνωρίζει δικαιώματα σε όλους, αποκλειστικά στη βάση της ανθρώπινης φύσης τους. Και η αρχή των εθνοτήτων αυτό σημαίνει. Με αναγνωρίζεις γι’ αυτό που είμαι και σε αναγνωρίζω γι’ αυτό που είσαι, χωρίς να σου επιβάλω το πώς θα είσαι και αν είναι σωστό ή λάθος να λες ότι είσαι αυτό που είσαι. Το δικαίωμα της αλληλο-αναγνώρισης είναι η βάση των σύγχρονων διεθνών σχέσεων και της ειρήνης. Δυστυχώς, όσοι αντιτίθενται στη συμφωνία με τους γείτονες πάνε πίσω από αυτές τις βασικές αρχές του σύγχρονου πολιτισμού. Πρόκειται για πολιτισμική παλινδρόμηση.


* ιστορικός

"ΑΡΝΟΥΜΑΙ" ποίημα του φίλου στο fb Kostas Vostantzoglou (facebook, 23/1/2019)

..............................................................






Kostas Vostantzoglou



 

ΑΡΝΟΥΜΑΙ


Στην πικρή πατρίδα
κρατήρες ξερνάνε λάβα και πίσσα
στα ξηλωμένα πλακάκια των πεζοδρομίων
που σκοντάφτεις.
Στις φτωχικές γειτονιές
πέφτεις στις ίδιες λακκούβες
με τα χρόνια βρυώδη ύδατα
κατ’ επανάληψιν.
Στις ερημικές σου βόλτες
βλέπεις τα θλιβερά γιαπιά
που αφέθηκαν στα μπετά
και στα γυμνά στραβωμένα σίδερα.
Αυτά που ντράπηκαν
να τρυπήσουν τον ουρανό.
Χαϊδεύεις τα μάρμαρα
στα προς κατεδάφιση
τις καρφωμένες σανίδες
στα παντζούρια
και τα σκουριασμένα
αλυσοδεμένα λουκέτα.
Περπατάς κάτω από δέντρα
φυτρωμένα ανάποδα
με ρίζες που σαλεύουν ψηλά
στους άσπλαχνους ανέμους
μαζί με τις σημαίες και τα ένδοξα λάβαρα.
Στις αγορές
παζαρεύεις λιβάνι και καρβουνάκια
ένα αλυσοπρίονο κοπής της γαλήνης
ένα πιάτο με ζωγραφιστά λουλουδάκια
κι ένα αμερικάνικο μεταχειρισμένο
στρατιωτικό μπουφάν.
Παρατηρείς τα “κλειστόν”
παίρνεις τον καφέ στο χέρι
που μια τσιγγάνα το διάβασε
κι αρνήθηκε να σου πει τι είδε.
Εκεί κι αλλού
αρνείσαι τις ηδονές
τις ευπώλητες.
Χορεύεις αόρατος
με το τραπέζι στα δόντια
σε ήχους από μακρινό
παιδικό κλάμα.
Τις μαύρες νύχτες
φοράς το άδηλο μέλλον
και την πηχτή απελπισία
κατάσαρκα.
Αυτά στην πικρή πατρίδα.
Εγώ δεν ζω εκεί.
Αρνούμαι.