Κυριακή, 30 Ιουνίου 2019

"Ήταν μια μέρα σαν χθες, 28 Ιουνίου, το 1914..." έγραψε ο Spyros Hatiras/facebook, 29.6.2019

..............................................................


Ήταν μια μέρα σαν χθες, 28 Ιουνίου, το 1914...
 
                      




                                 έγραψε ο Spyros Hatiras/facebook, 29.6.2019


Παρακαλώ, προσέξτε αυτήν την τρυπημένη από σφαίρα στολή με τους λεκέδες από αίμα.

Ήταν μια μέρα σαν χθες, 28 Ιουνίου, το 1914. Ο αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος της Αυστρίας, διάδοχος του θρόνου της Αυστροουγγαρίας και η γυναίκα του Σοφία, επισκέπτονται το Σεράγεβο.
Το Σεράγεβο ήταν τότε πρωτεύουσα της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, οι οποίες μολονότι ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία, είχαν προσαρτηθεί βίαια στο άρμα της Αυστροουγγαρίας στις 5 Οκτωβρίου 1908.
Σε αυτό ζούσε μια πανσπερμία εθνικοτήτων και θρησκειών: Σέρβοι, Κροάτες, Βόσνιοι, Τούρκοι, Χριστιανοί ορθόδοξοι και καθολικοί, Εβραίοι, Μουσουλμάνοι.
Ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος, επισκέπτεται την Βοσνία ως γενικός επιθεωρητής των στρατευμάτων της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας.

Στα ποτισμένα με βαθύ εθνικισμό Βαλκάνια, μια ομάδα επτά Σερβοβόσνιων δολοφόνων που συντονίζονταν από τον Ντανίλο Ίλιτς οργανώνουν την επίθεση στον Φερδινάνδο.
Πολιτικο κίνητρο ήταν η απόσπαση των νότιων, σλαβικών επαρχιών της Αυστροουγγαρίας, έτσι ώστε να μπορέσουν να αποτελέσουν τμήμα της Μεγάλης Σερβίας.
Μετά από μια αποτυχημένη επίθεση με χειροβομβίδα, ο Σέρβος εθνικιστής Γκαβρίλο Πρίντσιπ στέκεται μπροστά στο αυτοκίνητο που μετέφερε τον Αρχιδουκα και την σύζυγό του.
Πυροβολεί πρώτα αυτήν, στην κοιλιά.
Και αμέσως στρέφεται στον Φερδινάνδο και η σφαίρα τον χτυπά σε φλέβα του λαιμού του.
Ο Φερδινάνδος ήταν ένας σχετικά φιλελεύθερος άνθρωπος για τα δεδομένα της εποχής.
Είχε νυμφευθεί την Σοφία (με την οποία απέκτησε 3 παιδιά), παρά τις σφοδρες αντιρρήσεις του Αυτοκράτορα πατέρα του.
Η Σοφία ήταν Τσέχα, και όχι αριστοκρατικής καταγωγής.
Όταν οι σφαίρες χτύπησαν τους δύο τους, ο Φερδινάνδος στράφηκε προς την Σοφία που είχε ήδη πέσει πάνω στα γόνατά του και της είπε : "Σοφία, Σοφία, μην πεθάνεις. Πρέπει να επιβιώσεις, για τα παιδιά μας."
Η Σοφία πέθανε σχεδόν αμέσως. Ο Φερδινάνδος άφησε την τελευταία του πνοή, περίπου δέκα λεπτά αργότερα.
Ενδιάμεσα, σε ερώτηση αξιωματούχου που τον συνόδευε (στο ανοιχτό αυτοκίνητο με το οποίο διέσχιζαν τον κεντρικό δρόμο του Σεράγεβο) αν υποφέρει, είχε απαντήσει:
"Δεν είναι κάτι σοβαρό..."
Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια.

Το γεγονός αυτό, έγινε η αφορμή να ξεσπάσει ο πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.
Οι Κεντρικές Δυνάμεις (Αυστροουγγαρία, Γερμανία κ οι σύμμαχοι τους) κήρυξαν τον πόλεμο στην Σερβία και στο μπλοκ της "Αντάντ" (Συνεννόηση).
Μετά από τον πόλεμο αυτόν θα αλλάξει η μορφή της Ευρώπης, καθώς 4 αυτοκρατορίες θα διαλυθούν : Αυστροουγγαρία, Γερμανία, Ρωσία, και η Οθωμανική.
Το κυριότερο όμως, δεν είναι αυτό. Το πιο σημαντικό είναι το τίμημα σε αίμα: 41 εκατομμύρια υπολογίζεται πως είναι τα θύματα, στρατιώτες κ άμαχος πληθυσμός.
Από αυτούς, 18 εκατομμύρια νεκροί.
Σχεδόν το σύνολο της Γερμανικής και της Γαλλικής νεολαίας ξεκληρίστηκε.
Και όχι μόνο αυτό: ο Α' Π. Π. ήταν ουσιαστικά η καύσιμη ύλη που πυροδότησε τον Β' Π. Π που ξέσπασε δύο μόλις δεκαετίες αργότερα.
Μπορεί κανείς να πει, πως αυτή η δολοφονία του Φερδινάνδου έφερε έναν πόλεμο που κράτησε σχεδόν 30 χρόνια, με μια μεγάλη περίοδο ανακωχής ενδιάμεσα...

Θα ήθελα απλά να καταλήξω σε αυτό: να θυμόμαστε, εμείς οι ανικανοποίητοι Ευρωπαίοι που αμφισβητούμε αυτό που έχουμε σήμερα, πόσα βήματα έγιναν για να φτάσουμε σε αυτήν την πιο μακρά περίοδο αδιατάραχτης ειρήνης και διαρκούς ανάπτυξης στην Ευρώπη μας.
Να έχουμε πάντα στο μυαλό μας, πόσο πολύ οι ανόητοι εθνικισμοί μπορούν να φέρουν καταστροφές...με αφορμές εν πολλοίς γελοίες.
Αυτή η σκισμένη στολή του Αρχιδούκα της Αυστροουγγαρίας με τους λεκέδες από το αίμα του, είναι ταυτόχρονα ένας "χάρτης βλακείας και καταστροφής".
Μνήμη της ανοησίας και των αδιέξοδων στενόμυαλων εθνικισμών, που ποτέ δεν είχαν πουθενά ένα όμορφο τέλος.
Ας καταλάβουμε πόσο πολύτιμο είναι αυτό που έχουμε.
Πόσο αίμα χώρισε τους λαούς τους Ευρώπης.
Για ποιους λόγους.
Και με ποια συνταγή, το χάσμα έκλεισε και πως το σκεπάσαμε με λουλούδια.
Που άνθισαν από το κόκκινο ποτάμι που διατρέχει τα χώματά μας, φτιαγμένο από τον ανόητο χαμό της ευρωπαϊκής νεολαίας.

Αυτή η ξεσκισμένη φορεσιά από μια σφαίρα τέτοιες μέρες το 1914, είναι - ως ένα μέγιστο μάθημα- το όχημα που θα μας πάρει μακρυά από τα κράτη-φρούρια και τους εθνικισμούς;
Ή αυτό, που θα μας φέρει και πάλι κοντά στην ίδια καταστροφή;
Η μόνη ποιοτική διαφορά, είναι πως στο τιμόνι της καταστροφής αυτήν την φορά δεν θα υπάρχουν ευγενείς, αλλά μόνο αγενείς: οι Ορμπανιδες, οι Σαλβινιδες κ οι κατά τόπους πρίγκιπες του (δεξιού και παλαιοαριστερού) αντιευρωπαϊκού λαϊκισμού.

Όλες οι απαντήσεις, είναι στο χέρι μας.

* Είναι λιγάκι μακάβριο και δεν είναι καλό ποστ για weekend, το ξέρω
Αλλά είναι για καλό. Συγχωράτε με.


Σάββατο, 29 Ιουνίου 2019

"Under The Wheels" & "Flores y Tamales" - Calexico / Live at Down The Rabbit Hole 2018 (youtube, 4 Ιουλ 2018)

...............................................................
 

Under The Wheels & Flores y Tamales -

Calexico Live at Down The Rabbit Hole 2018

(youtube, 4 Ιουλ 2018)



Τέσσερα Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Καγιάμ (μτφ. Κώστας Γ. Κατσίμπαλης, εκδ. Γκοβόστης) + Τρία Ρουμπαγιάτ μελοποιημένα από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου (youtube, 27.3.2009)

................................................................








Τέσσερα Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Καγιάμ (1048 - 1131)

(μτφ. Κώστας Γ. Κατσίμπαλης, εκδ. Γκοβόστης)

22

Για κείνα που δεν έκανα και που έχω καμωμένα,
Κι αν έχω τη ζωή σωστά, είτε στραβά παρμένα,
Αυτό θαν' το μαράζι μου; Κρασί λοιπόν! Ποιος ξέρει
Μη βγαίνει ετούτη η αναπνοιά στερνή φορά από μένα.

23

Γλέντα, γιατί την αμοιβή σου την ορίσανε από Χτες,
Κι είναι μακριά από σένανε, δεν είν' στο Χέρι σου το χτες '
Γλέντα κι όλα ας μην πέτυχαν που πάσχισες να κάνεις,
Για τ' Αύριο τα που μελετάς σου τα χαράξανε από Χτες.

24

Γιόρταζε πάντα κι άδικα ποτέ σου μη λυπάσαι'
Του δίκιου το παράδειγμα μέσ' στ' άδικα εσύ να 'σαι '
Αφού μια μέρα στο μηδέν ο κόσμος θα τελειώσει,
Πες από πριν πως πέθανες και λέφτερος πια θα 'σαι!

25

Για να τα πούμε παστρικά χωρίς καμιά παραβολή,
Σκακιού κομμάτια είμαστε εμείς οπού μας παίζουν 
                                                                        /οι Ουρανοί ' 
Κι έτσι περνούν την ώρα τους απάνω μας σκυμένοι,
Κι ύστερα πάμε αραδιαστά στου Μηδενός μέσ' στο κουτί.

Εδώ περισσότερα για τον Ομάρ Καγιάμ: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%BC%CE%AC%CF%81_%CE%9A%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BC


 
Τρία Ρουμπαγιάτ -  Θανάσης Παπακωνσταντίνου  -  Ερμηνεύει ο Γιώργος Μιχαήλ


Σήκω και δώσε μου κρασί τα λόγια είναι χαμένα 
απόψε το χειλάκι σου είναι το παν για μένα. 
Κι όσο για τα ταξίματα και για τα κρίματά μου 
τα βλέπω σαν τα κατσαρά μαλλιά σου μπερδεμένα. 

Για εκείνα που δεν έκανα και που 'χω καμωμένα 
αν έχω τη ζωή σωστά είτε στραβά παρμένα 
αυτό θα 'ν' το μαράζι μου κρασί λοιπόν ποιος ξέρει 
μην βγαίνει τούτη η αναπνοή στερνή φορά από 'μένα. 

Όταν θελήσει η μοίρα μου τον κόσμο αυτό ν' αφήσω 
και κάθε ελπίδα για ζωή απ' την καρδιά μου σβήσω 
μια κούπα από τη στάχτη μου να φτιάξετε συντρόφοι 
σαν θα γεμίζει με κρασί μπορεί να ξαναζήσω.


["Πολίτης Κέιν": Ένα διαχρονικό κινηματογραφικό αριστούργημα] γράφει ο Γιώργος Ρούσσος (tvxs.gr, 29.6.2019)

..............................................................


"Πολίτης Κέιν": Ένα διαχρονικό κινηματογραφικό αριστούργημα
 

 
                                  γράφει ο Γιώργος Ρούσσος (tvxs.gr, 29.6.2019)

Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1941, προβάλλεται στις Κινηματογραφικές Αίθουσες των Ηνωμένων Πολιτειών, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία ενός νεαρού, μόλις είκοσι έξι χρονών, σκηνοθέτη, του Όρσον Γουέλς. Πρόκειται φυσικά για το φιλμ: «Πολίτης Κέιν». Η Έβδομη Τέχνη είχε μόλις ανακαλύψει το παιδί - θαύμα της και ο Γουέλς με τη σειρά του, έμελλε να αλλάξει για πάντα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το Σινεμά. Το φιλμ παρουσιάζεται στο Ταινιόραμα 2019, δίνοντας μας την ευκαιρία να το παρακολουθήσουμε και πάλι στην μεγάλη οθόνη.
Ο Όρσον Γουέλς (Orson Welles: 6 Μαΐου, 1915 - 10 Οκτωβρίου, 1985) γεννήθηκε στις 6 Μαΐου του 1915 στην πόλη Κενόσα του Ουισκόνσιν. Τέσσερα χρόνια αργότερα, μετακόμισε στο Σικάγο, μετά το διαζύγιο των γονιών του. Σκηνές από τα χρόνια της παιδικής του ηλικίας έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στις πρώιμες ταινίες του και ιδιαίτερα στους «Υπέροχους Άμπερσονς» του 1942. Χρονιά ορόσημο αποτελεί το 1938 όπου τον συναντάμε πίσω από τα μικρόφωνα του ραδιοφωνικού σταθμού CBS. Εκεί σε μια μεταφορά του βιβλίου «Ο Πόλεμος των Κόσμων», μεταδιδόμενο σε μορφή ειδήσεων με ρεπορτάζ και ανταποκρίσεις, επικαλούμενο τη φανταστική εισβολή των Αρειανών στη γη, θα καταφέρει να ξεσηκώσει τους Αμερικανούς. Παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις σχετικά με τον φανταστικό χαρακτήρα της αναμετάδοσης, προκαλείται πανικός και χιλιάδες συμπολίτες του βγαίνουν στους δρόμους, θεωρώντας την εκπομπή ως πραγματικό γεγονός!




Την άνοιξη του 1939 ο Γουέλς έχει τις πρώτες του επαφές με τα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ. Οι συνομιλίες αυτές του αποφέρουν ένα συμβόλαιο με την εταιρεία RKO (Radio Keith Orpheum Pictures), για τρεις ταινίες. Ένα συμβόλαιο, το οποίο του εξασφαλίζει τη δυνατότητα να δουλεύει ο ίδιος σ' αυτές ως σεναριογράφος, σκηνοθέτης ή ηθοποιός. Η πρώτη από αυτές τις ταινίες ακούει στο όνομα «Πολίτης Κέιν» (Citizen Kane - 1941).
«Προτιμώ να δουλεύω σαν ηθοποιός πάνω στη σκηνή του θεάτρου παρά μπροστά στην κάμερα. Θεωρώ τη δουλειά του κινηματογραφικού ηθοποιού φοβερά εξαντλητική, σωματικά και πνευματικά. Ειλικρινά, πιστεύω ότι δεν είμαι καλός κινηματογραφικός ηθοποιός. Ανεξάρτητα απ' αυτό, προτιμώ να είμαι ηθοποιός παρά σκηνοθέτης κι απ' όλα πιο καλά μου αρέσει να γράφω. Ο κινηματογράφος σαν εκφραστικό μέσο, φυσικά με γοητεύει. Αλλά κάθε φορά που σκηνοθετώ αναρωτιέμαι αν ξέρουμε κι αν καταλαβαίνουμε στ' αλήθεια τι κάνουμε κι αν υπάρχει κάποια λογική συσχέτιση ανάμεσα στις χιλιάδες ώρες εργασίας του σκηνοθέτη και το τελικό αποτέλεσμα...» - Όρσον Γουέλς


Η RKO θέλοντας προφανώς να εκμεταλλευθεί τη φήμη του νεαρού καλλιτέχνη, ο οποίος έγινε τόσο γρήγορα διάσημος από τις θεατρικές του παραστάσεις, αλλά κυρίως από τη σκανδαλώδη επιτυχία της ραδιοφωνικής του εκπομπής, του παραχώρησε μέσα από ένα συμβόλαιο εξήντα σελίδων, την απόλυτη ελευθερία, χωρίς ίσως ούτε οι ίδιοι να περιμένουν ότι μπορεί να τα καταφέρει.
Έχει δίκιο λοιπόν ο Φρανσουά Τρυφώ (Francois Truffaut) που μας επισημαίνει το οξύμωρο της καταστάσεως. Συνήθως κάποιος γίνεται διάσημος, αφού πρώτα γυρίσει μερικές καλές ταινίες. Δε συμβαίνει δηλαδή συχνά να εμπιστευθούν τα στούντιο ένα τόσο σημαντικό σχέδιο σε κάποιον εικοσιπεντάχρονο, μόνο και μόνο διότι είναι τόσο διάσημος και τόσο νέος. Είναι ουσιαστικά η πρώτη φορά στην ιστορία του κινηματογράφου όπου μια ταινία - πρωτόλειο, γυρίζεται από έναν ήδη δημοφιλή άνδρα, από τον οποίο όλοι περίμεναν αποκλειστικά και μόνο επιτυχίες.


Στον «Πολίτης Κέιν», παρατηρούμε αρχικά τον ισχυρό μεγιστάνα του Τύπου, Charles Foster Kane (Orson Welles / Όρσον Γουέλς), ο οποίος πεθαίνει μόνος στον πύργο του Ξαναντού (Xanadu). Η τελευταία λέξη που πρόφερε πριν πεθάνει ήταν Rosebud (Ροδανθός). Όλοι υποθέτουν ότι πρόκειται για ένα κλειδί της αινιγματικής προσωπικότητας του νεκρού.
Η τηλεοπτική εκπομπή News on the March συγκεντρώνει υλικό για ένα μικρό αφιέρωμα στον διάσημο εκλιπόντα. Ο διευθυντής όμως του στούντιο δεν είναι ικανοποιημένος από το υπάρχον υλικό και θέλοντας να μάθει ποιος ήταν στ' αλήθεια ο Kane, αναθέτει στον ρεπόρτερ του Jerry Thompson (Γουίλιαμ Άλαντ / William Alland) να ανακαλύψει τι μυστικά κρύβονται.

Είναι πλέον κοινό μυστικό ότι το σενάριο της ταινίας περιέχει πολλά βιογραφικά στοιχεία από τον William Randolf Hearst, μεγαλοεκδότη της εποχής. Όμως οι στενές σχέσεις του συγκροτήματος Hearst με διάφορες κινηματογραφικές εταιρίες της εποχής, έχουν σαν αποτέλεσμα την αναβολή ορισμένων προγραμματισμένων προκαταρκτικών προβολών ενώ παράλληλα κυκλοφορεί ένα φυλλάδιο, μέσα από το οποίο κατηγορείται ο σκηνοθέτης ότι πρόσκειται στον κομουνισμό και πως προωθεί τεχνηέντως αντι-αμερικάνικες ιδέες και τάσεις.
Ο «Πολίτης Κέιν» ήταν και παραμένει, μια οπτική επανάσταση στον ομιλούντα κινηματογράφο. Ο Γουέλς προσέλαβε ως οπερατέρ τον συνεργάτη πολλών Γερμανών εξπρεσιονιστών σκηνοθετών, Gregg Toland, στον οποίο κάποιοι αποδίδουν το κλειστοφοβικό φως και το βάθος πεδίου (depth of focus) στα πλάνα της ταινίας του. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Toland εκείνη την εποχή δούλευε και σε άλλα δύο σχέδια. Στο «The Grapes of Wrath« (Τα Σταφύλια της Οργής - 1940) και στο «The Long Voyage Home» (1940), δύο ταινίες του John Ford, τον οποίο ο Όρσον Γουέλς ανέφερε συχνά πυκνά ως δάσκαλό του.


«Οι διαπληκτισμοί μου με το Χόλιγουντ άρχισαν πριν καν φθάσω εκεί. Το πρόβλημα ήταν το συμβόλαιό μου: το είχαν υπογράψει πριν πάω και με εξουσιοδοτούσαν εν λευκώ. Μου είχαν δώσει υπερβολικά μεγάλες ελευθερίες. Όταν τελικά το κατάλαβαν, άρχισαν τις ίντριγκες και τις συνωμοσίες εναντίον μου και ποτέ δεν κατάφερα να τους αντιμετωπίσω. Είχα στα χέρια μου την πιο τρελή, την πιο φανταστική ευκαιρία στην ιστορία του κινηματογράφου κι έπρεπε να πληρώσω γι’ αυτό. Στο Χόλιγουντ εργάζονται σαν υπάλληλοι εδώ και τριάντα χρόνια σκηνοθέτες ολότελα ανίκανοι. Φτάνει να πάρουν τη θέση. Ύστερα περιβάλλονται από βοηθούς που είναι κορυφές στη δουλειά τους κι έτσι δεν χρειάζεται να κάνουν τίποτα οι ίδιοι. Όσο κρατούν το στόμα τους κλειστό, δεν πρόκειται να τους συμβεί τίποτα.» - Όρσον Γουέλς
Ο «Πολίτης Κέιν» έλαβε εννέα υποψηφιότητες για Όσκαρ μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, αλλά τιμήθηκε μόνο με το Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου. Αυτό είναι και το μοναδικό Όσκαρ που θα λάβει ο σημαντικότερος Αμερικανός σκηνοθέτης στην Ιστορία του Κινηματογράφου...


Επί σειρά πέντε δεκαετιών η ταινία λάμβανε την πρώτη θέση στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, σε ψηφοφορία που διοργανώνει το βρετανικό περιοδικό Sight & Sound. Για πρώτη φορά το 2012 ο «Πολίτης Κέιν» έχασε την πρώτη θέση από την ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ, «Δεσμώτης του Ιλίγγου» (Vertigo - 1958). Σε αντίθεση με τη αντίστοιχη λίστα του BBC: Οι 100 καλύτερες αμερικανικές ταινίες όλων των εποχών.
«Απ' όλες τις ταινίες που έκανα, μόνο για μία μπορώ ν' αναλάβω την πλήρη ευθύνη, για τον «Πολίτη Κέιν». Σ' όλες τις άλλες η ελευθερία μου ήταν λίγο ως πολύ περιορισμένη και η αφηγηματική μορφή των ιστοριών μου καταστράφηκε από ανθρώπους που σκέφτονταν εμπορικά.» - Όρσον Γουέλς

Πολίτης Κέιν / Citizen Kane
Σκηνοθεσία: Όρσον Γουέλς
Σενάριο: Χέρμαν Μάνκιεβιτς, Όρσον Γουέλς
Ηθοποιοί: Όρσον Γουέλς, Τζόζεφ Κότεν, Ντόροθι Κάμινγκορ, Τζορτζ Κουλούρης, Άγκνες Μούρχεντ, Έβερετ Σλόαν, Πολ Στιούαρτ, Γουίλιαμ Άλαντ
Μουσική: Μπέρναρντ Χέρμαν
Φωτογραφία: Γκρεγκ Τόλαντ
Έτος: 1941
Χώρα: Η.Π.Α.
Διάρκεια: 119 λεπτά
Φορμάτ: Ασπρόμαυρη
 

Το Σάββατο 29 Ιουνίου στις 18:00, στον Κινηματογράφο Άστυ, στο πλαίσιο του Ταινιοράματος 2019

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2019

"Φοβάμαι τον ανελέητο μικροαστισμό" έγραψε ο Κώστας Καναβούρης (*http://artinews.gr, 24.06.19 )

...............................................................
 

Φοβάμαι τον ανελέητο μικροαστισμό

 

 

 

έγραψε ο Κώστας Καναβούρης  (*http://artinews.gr,  24.06.19 )

Αναρωτιέμαι μερικές φορές: όταν μας κάθισε στον σβέρκο η χούντα, πόσοι ήταν εκείνοι που ένιωσαν – εκτός από τους συνήθεις «υπόπτους» της Αριστεράς που δέθηκαν πισθάγκωνα – ότι έχασαν κάτι. Ότι έχασαν κάτι καίριο από τη ζωή τους που ονομάζεται ελευθερία και δημοκρατία. Και πόσοι ήταν εκείνοι που δεν έχασαν τίποτα, όντας ήδη σκλαβωμένοι στον ανελέητο μικροαστισμό και – ακόμη χειρότερα – ένιωσαν καλύτερα αφού έλειψαν «οι ταραχές», οι τόσο ενοχλητικές στον μικρόκοσμό τους, αφού έλειψαν οι απεργίες και οι διαδηλώσεις που τους εμπόδιζαν να πάνε ήσυχα και αδιατάρακτα στις δουλειές τους και το ίδιο ήσυχα να επιστρέψουν το βράδυ στο σπίτι τους, στην «ζεστή οικογενειακή τους απελπισία/ που ξεχύνεται από χιλιάδες κατσαρόλες», όπως λέει και ο μεγάλος ποιητής και σκηνοθέτης Πιερ Πάολο Παζολίνι.
Τους ίδιους ανθρώπους φοβάμαι και σήμερα. Αυτούς τους ανθρώπους «της ελεεινής ευτυχίας» (πάντοτε Παζολίνι) που δεν έχουν να χάσουν τίποτα από κάθε περιστολή της ελευθερίας γιατί η ελευθερία βρίσκεται έξω από το πεδίο της ζωής τους. Που δεν έχουν να χάσουν τίποτα από κάθε – ακόμα και τον ελάχιστο – περιορισμό της δημοκρατίας, γιατί η δημοκρατία (όταν δεν τους ενοχλεί) απλώς δεν τους ενδιαφέρει. Δεν ανήκει στα στοιχειώδη βασικά του βίου τους. Τους φοβάμαι αυτούς που είναι πρόθυμοι να αδιαφορήσουν για τα πάντα και για όλους, που είναι πρόθυμοι στην απουσία κριτικού ελέγχου για όσα συμβαίνουν γύρω τους, τους πρόθυμους για απουσία γενικώς. Τους φοβάμαι επειδή είναι επικίνδυνοι. Δεν αρνούνται καν να μάθουν επειδή η γνώση τους είναι άγνωστη ανάγκη. Και πείθονται… ψέματα δεν πείθονται, απλώς είναι έτοιμοι να πιστέψουν όποιον τους ψιθυρίζει πως είναι περιούσιοι (κι ας τους διώχνει από τη δουλειά∙ άλλοι φταίνε), πως είναι οι εκλεκτοί (κι ας τους κόβει το μέλλον των παιδιών τους∙  άλλοι φταίνε), πως ο παράδεισος μιας τιποτένιας ζωής τους ανήκει (κι ας μην υπάρχει παράδεισος σε μια τιποτένια ζωή). Ναι, την φοβάμαι αυτή την τιποτένια πληρότητα του τίποτα, όπου τίποτα δεν υπάρχει για να χαθεί. Την φοβάμαι αυτή την καταβόθρα που καταπίνει χωρίς καμιά συναίσθηση ενοχής ή ταραχής, ελευθερία, δημοκρατία και προπαντός ανθρώπους.
Φοβάμαι την τερατώδη ασημαντότητα που γίνεται ένα πελώριο πάπλωμα θαλπωρής για όλους τους φασισμούς. Επειδή ακριβώς ο άνθρωπος του τίποτα δεν έχει να χάσει κάτι από τον φασισμό. Γιατί τίποτα δεν θα του λείψει.
Θυμάμαι κάποιο κείμενο του Λε Κορμπυζιέ, όπου εξηγεί γιατί σε ναζιστικό καθεστώς δεν μπορεί κάποιος να είναι καλός αρχιτέκτονας. Μπούρδες για τον ανελέητο μικροαστό που χτίζει ένα σπιτάκι «Και λέει καλά είμαι εδώ» (Μιχάλης Κατσαρός). Θυμάμαι τον στίχο του Διονύσιου Σολωμού «Τα σπλάχνα και η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν». Μπούρδες. Ο ανελέητος μικροαστός έχει τα σπλάχνα του χτισμένα. Και βλέπει την θάλασσα σαν παγωμένο μπετόν. Γιατί δεν έχει κανένα μυστικό που θα ξεχαστεί στο ακρογιάλι (Γιώργος Σεφέρης). Δεν του λείπει τίποτα όταν βάζει λουκέτο στο σχολείο του παιδιού του (ούτε καν φαντάζεται ότι εγκληματεί ψυχικά και νοητικά καταστρέφοντας την ψυχή και το μυαλό του παιδιού του), εμποδίζοντάς το από τη χαρά της γνωριμίας με τα παιδιά του κόσμου. Όμως ο άνθρωπος του τίποτα είναι περήφανος όταν το παιδί του παρελαύνει τραγουδώντας τον «Εθνικό Ύμνο». Γιατί ούτε καν του περνάει από το μυαλό ότι ο εκχυδαϊσμένος Διονύσιος Σολωμός, είναι μια απίστευτη απώλεια για την ελευθερία, την δημοκρατία και την γλώσσα (για την οποία τόσο πολύ φροντίζει. Ιδιαίτερα τα «αρχαία μας»). Δεν του λείπει ο Σολωμός. Δεν του λείπει η τραγωδία της σπατάλης των ανθρώπων. Δεν του λείπει η τραγωδία της σπατάλης της Δημοκρατίας και τη Ελευθερίας. Κι εγώ αυτούς τους ανθρώπους τους φοβάμαι.  
Αυτή την φοβερή παράταξη ανθρώπων που δεν υπήρξαν ποτέ έκθαμβοι από την σκοτεινή ομορφιά της ανθρώπινης κατάστασης, αλλά μονάχα ψοφοδεείς και δειλοί μπροστά στο θάρρος που χρειάζεται αυτή η κατάσταση: το θάρρος να σκέπτεσαι. Και να μην το παραχωρείς, δίνοντας τη γη και το ύδωρ της ψυχής σου, σ’ εκείνους «που ξέρουν».
Αυτή (και αυτοί) είναι η μήτρα που γεννάει τον ναζισμό. Γι΄ αυτό τους φοβάμαι. Επειδή δεν πατούν αλλά ποδοπατούν τον «τάπητα των πολυκατοικιών» χωρίς να ξέρουν ότι είναι υφασμένος με το μεταξένιο αίμα των αθώων.

"...Γιατί, όμως, αυτές οι δηλώσεις μας αφορούν;..." (https://www.facebook.com/culturethroughpolitics, 26.6.2019)

..............................................................


...Γιατί, όμως, αυτές οι δηλώσεις μας αφορούν;... 



https://www.facebook.com/culturethroughpolitics, 26.6.2019
 
Ο γνωστός καλλιτέχνης Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης εξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδέχτηκε την πρόταση για το ψηφοδέλτιο Επικρατείας της ΝΔ. Και το κάνει μέσω μιας επιστολής στον φανταστικό φίλο Φάνη. Σκηνοθετεί τον εαυτό του σε μια παράλληλη πολιτική αφήγηση γεμάτη πίστη στον αρχηγό της ΝΔ Κυριάκο Μητσοτάκη. Εξαίρει τον εαυτό του για την εργατικότητά του, καθώς θα εκπληρώσει την ίδια μέρα τις υποχρεώσεις του τόσο ως πολίτης όσο και ως καλλιτέχνης, ψηφίζοντας το μεσημέρι και ταξιδεύοντας μετά στην Επίδαυρο για να σκηνοθετήσει τον Οιδίποδα. Ας μην ξεχνάμε ότι οι εκλογές είναι Κυριακή και στο βιογραφικό του για το ψηφοδέλτιο Επικρατείας σημειώνει ότι δουλεύει Κυριακές, όπως όλοι οι συνάδελφοί του. Στο ίδιο βιογραφικό σημειώνει επίσης ότι εργάζεται συχνά 15 ώρες τη μέρα. Με ευχαρίστηση, ωστόσο, γιατί έχει την τύχη να κάνει αυτό που επέλεξε και αγαπά.
Αλήθεια, όμως, γιατί να αναφέρει κανείς σε ένα βιογραφικό για ψηφοδέλτιο ότι δουλεύει Κυριακές όταν αυτό είναι εγγενές χαρακτηριστικό των καλλιτεχνικών κλάδων; Γιατί να αναφέρει κανείς ότι εργάζεται συχνά 15 ώρες την ημέρα, όταν οι πολύωρες πρόβες και παραστάσεις αποτελούν καθημερινότητα για τα περισσότερα καλλιτεχνικά επαγγέλματα; Άραγε, όποιος δουλεύει Κυριακές ή 15 ώρες την ημέρα, αλλά όχι με ευχαρίστηση, είναι επειδή δεν είχε την τύχη να επιλέξει το επάγγελμά του ή επειδή δεν αγαπά αυτό που κάνει;
Επιστρέφοντας στην επιστολή, κυριαρχεί ο καταγγελτικός λόγος τόσο εναντίον της κυβέρνησης όσο και της Αριστεράς εν γένει για όλα τα δεινά του κόσμου και η ταυτόχρονη διαβεβαίωση για τα δημοκρατικά και γνήσια φιλελεύθερα αισθήματα που διακατέχουν τον αποστολέα, για την ανιδιοτέλεια που τον διακρίνει και τα αισθήματα συναινετικότητας που τον χαρακτηρίζουν ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη. Μιας συναινετικότητας που δεν παραλείπει, ωστόσο, τη γραμμή για αυτοδυναμία πάση θυσία.
Γιατί, όμως, αυτές οι δηλώσεις μας αφορούν;
Μας αφορούν κυρίως γιατί η στόχευση, όπως φαίνεται σε άλλη συνέντευξη του ιδίου (Lifo, 18.6.19), είναι και ο κόσμος της τέχνης: "Βγήκα να μιλήσω για να απευθυνθώ σε ένα ακροατήριο που θα μπορούσε να είναι οι φίλοι μου από το θέατρο... Με ενδιαφέρει να προσπαθήσω να σπάσω αυτή την προκατάληψη που υπάρχει σε ανθρώπους που είναι καλλιτέχνες ή ανήκουν στην περίφημη «ευρύτερη κεντροαριστερά»…, οι οποίοι αισθάνονται μια παβλοφική δυσανεξία με τη δεξιά. "
Και μας αφορούν γιατί στην προσπάθεια υπεράσπισης των όσων πιστεύει, μειώνει τις πολιτικές πεποιθήσεις της μερίδας των καλλιτεχνών με τους οποίους δε συμφωνεί σε κάτι που φαίνεται, τέλος πάντων, απλώς να δηλώνουν επειδή είναι καλλιτέχνες. «Το να είσαι καλλιτέχνης στην Ελλάδα σημαίνει, σχεδόν αυτόματα, ότι είσαι, ή νιώθεις, ή, τέλος πάντων, δηλώνεις αριστερός - ό,τι και να σημαίνει για τον καθένα αυτός ο όρος.» Είναι όμως η ιδεολογία (σχεδόν αυτόματο) χαρακτηριστικό οποιουδήποτε επαγγέλματος, είναι όπως οι πολύωρες πρόβες και η διπλή παράσταση της Κυριακής;

Διαβάστε εδώ την επιστολή: https://www.athensvoice.gr/…/556123_gramma-toy-markoylaki-s…

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2019

"Veinte años" - Maria Teresa Vera (youtube, 30 Ιαν 2010)

...............................................................

 

Veinte años - Maria Teresa Vera

 (youtube, 30 Ιαν 2010)

Veinte Años 
 
Qué te importa que te ame 
si tú no me quieres ya 
El amor que ya ha pasado 
no se debe recordar. 
 
Fui la ilusión de tu vida 
un día lejano ya, 
hoy represento el pasado 
no me puedo conformar. 
 
Si las cosas que uno quiere 
se pudieran alcanzar 
tú me quisieras lo mismo 
que veinte años atrás. 
 
Con qué tristeza miramos 
un amor que se nos va 
es un pedazo del alma 
 que se arranca sin piedad.




"Ο Κοσμάς" μια παλιά ιστορία της Γιάννας Βλασσοπούλου από το βιβλίο της "Δώδεκα Παλιές Ιστορίες" (εκδ. Γαβριηλίδης, 2016)

.............................................................






 Γιάννα Βλασσοπούλου














·       "Ο Κοσμάς"

μια παλιά ιστορία της Γιάννας Βλασσοπούλου από το βιβλίο της "Δώδεκα Παλιές Ιστορίες" (εκδ. Γαβριηλίδης, 2016)



   Η Ασήμω έφταιε, η μαμή, στάχτη και μπούρμπερη στα κόκαλά της, που τόνε τράβηξε απότομα στη γέννα και το 'βγαλε το ποδάρι κι απέ δεν του το σκάριασε καλά κι από τότε περβάταε αλλιώτικα, στρεκλά. Ήτανε και λίγο στραβομούτσουνος, η αλήθεια είναι, το 'φευγε λίγο το πηγούνι κατά τα δεξά κι όλο τον κοροϊδεύανε από μικρόνε. Δεν είχε ο μαύρος κι υποστήριξη. Η μάνα του επέθανε στη γέννα, ο πατέρας του έφυε κι εξαφανίστηκε, δεν ξαναπάτησε στο χωριό ποτές. Έξι εμβάσματα έλαβε όλα κι όλα η βαβά του από την Άφρικα, μετά τίποτα. Τα χνάρια του εχαθήκανε. Μπορεί εκεί κάτου να τόνε φάανε και τίποτα μαύροι. Θεός σχωρέσ' τονε, σκληρός άνθρωπος, μα τόνε πήρε πολύ βαριά το χαμό της Παρασκευούλας.

   Έτσι, εμεγάλωσε στα χέρια της γριάς, πόκανε ό,τι μπόρηε η δόλια να τόνε μεγαλώσει. Στο σκολειό όμως τα γράμματα δεν τα 'παιρνε, δεν τα 'θελε κιόλα. Τ' άρεσε να κοιτάει απ' το τζάμι πέρα μακριά την Εύγηρο, τον ουρανό, τα σύγνεφα, τα χελιδόνια, ούλα τ' άλλα εκτός από τον πίνακα. Έλα που ο δάσκαλος είχε μια τζόρα απ' αγριελιά γιομάτη ρόζους και ο Κοσμάς ήταν ο πρώτος που την εδοκίμαζε κι ο μόνος που έτρωε τόσο πολλές ξυλιές κάθε χρονιά... Μωρέ, όσες και να 'τρωε, δεν τα 'παιρνε τα ρημάδια τα γράμματα. Όσο τα χέρια του γιομίζανε κάλους από τις ξυλιές τόσο το κεφάλι του τού φαινόντανε πως άδειαζε. Σαν από γινάτι. Μπορεί και να 'τανε και το κεφάλι του λειψό για γράμματα, ωρέ δάσκαλε, τι τον παίδευες τον μαύρο τον Κοσμά; Δώσ' του εκεί τίποτα μαστορικό να σου φκιάσει να ιδείς για πότε. Δώσ' του να σου σκαρώσει κάνα πορτόνι, κάνα σκαμνί, κάνα παραθύρι, να ιδείς πώς πιάνουνε τα χέρια του... Να ιδείς αργότερα κάτι κονίσματα πόφκιανε απά στις στροφές, εκεί που πέφτανε και σκοτωνόντανε, Θεός σχωρέσ' τους, αυτήνοι με τα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια... Με ό,τι μαστορικό ήθελες καταπιανόντανε ο Κοσμάς από κοντά. Και βγήκε χρυσοχέρης, παναθεμάτονε, αγίους έφκιανε.

   Οι συμμαθητές του, οχτώ τον αριθμό, ο Νικολός ο Διάβακας, ο Παναής ο Τσίλικας, ο Πέτρος του Αειθαλή, ο Θανασάκης ο Αντίπερας, ο Θωμάς του Μαστραντώνη, ο Γιάννος του Δοξαπατρή, ο Ζώης ο Πευκιώτης κι ο Νιόνιος τσ' Αντρειανής τόνε κάνανε παρέα στα διαλείμματα, όχι ότι τον αγαπάανε και τόνε θέλανε στ' αλήθεια, αλλά για να τόνε βάνουνε να κάνει τις διαολιές τους και να πλερώνει τα σπασμένα εκειός. Το 'ξερε αυτό ο Κοσμάς, μα δεν τον έγνοιαζε, έτσι κι αλλιώς οι απαλάμες του είχανε γένει χοντρόπετσες όπως οι φτέρνες του. Αλλά και μοναχά που τόνε κάνανε παρέα, του κρένανε και τον υπολοΐζανε, αυτό τόνε δίκαε τον Κοσμά. 

   Τόνε βάνανε το λοιπόν απάνου και πότε έχωνε απά στην καρέκλα του δασκάλου πριν κάτσει κάνα σκαντζόχοιρα, πότε έβανε το χέρι κάτ' απ' την αμοσκάλη και πρρ... έκανε πως κλάνει, πότε έχωνε στην τσέπη του δασκάλου κάνα φουρδακλά, πότε αμόλαε κάνα ποντίκι ή καμιά μπουσάκα στα ποδάρια του, χαμός στην τάξη... και μετά έπαιρνε φωτιά η τζόρα και χουχούλιαζε τις χούφτες του ο καομοίρης ο Κοσμάς και του φεύγανε τα δάκρυα ποτάμι. Και γελάανε τα παιδιά, γέλαε και ο Κοσμάς κι ας του πονήανε τα χέρια κι όσο γελάανε αυτοίνοι τόσο γέλαε κι ο Κοσμάς. Πολύ τους αρέσανε  οι πλάκες αυτουνώνε, για να τις τρώει όμως ο Κοσμάς. Αλλά από μέσα του ο Κοσμάς ένιωθε και κομματάκι ήρωας, γιατί στην πραγματικότητα ήξερε ότι οι άλλοι ήτανε χέστες, αυτός όμως πόκανε τη δουλειά, αυτός ήτανε δίκαιο να φάει και το ξύλο. 

   Πάντως στα διαλείμματα τόνε παίζανε. Και μακριά γαϊδούρα και ξινή μυζήθρα και κυνηγητό και μπιιιζζζ και βελάγκια... Στα βελάγκια τις πιο πολλές βολές ενίκαε, γιατί ήταν πρώτος στο σημάδι. Εμπόρηε ο Κοσμάς μαθές να κοκκιάρει κουρνάκλα στην κορφή του κυπαρισσού τ' Αγι-Αποστόλωνε. Όταν όμως επαίζανε ξύλο... εδώ έχανε, γιατί ήτανε κοντός και λιανός, αλλά δεν επρόκανε να τρέξει με το ζαβό του, το λειψό του το ποδάρι του, τόνε πιάνανε αμέσως και τόνε σαλακιάζανε. Μια φορά εβάρεσε απάνου στο παιγνίδι κάποιονε κι αυτός έβαλε ο διάολος να 'ναι ο γιος τ' αστυνόμου. Από θύμα θύτης ο Κοσμάς.   

Τι ήτανε να γένει αυτό; Ετρέξανε δελέγκου στον αστυνόμο τα μαντάτα, ετλόου του τόνε σβέρκωσε, και με το δίκιο του που έδωκε η στολή και τα γαλόνια γλες τον επήε άρον άρον στον Σταύρο τον κουρέα και τόνε διάταξε να του ξουρίσει το κεφάλι. Πρώτο νούμερο. Τεντυμπόης ο Κοσμάς. Μάλιστα. Κι απέ τόνε γυρίζανε γύρα στο χωριό και τόνε κοροϊδεύανε ούλοι οι κοινσόλοι... κουρεμάδι γίδι πάει στο πανηγύρι...
   Περάσανε τα χρόνια κι ο Κοσμάς επέρασε την εφηβεία του μ' ένα τσούρμο γαλιά κι ένα καλάμι να τα σαλαγάει πέρα στα Παλιοχώραφα και να σκαρώει φλοέρες μ' αγριοκάλαμα, να φκιάνει λαστιχέρες και να σκαλίζει γκλίτσες. Καμιά φορά, εκατέβαινε στις σούδες της Μέσα Βρύσης και μάζευε χέλια, πήαινε στον ξερόλομπο κι άκουγε τους φουρδακλάδες να τραγουδάνε, τη νύχτα ακουρμαινόνταινε ν' ακούσει τη φωνή του γκιώνη, του βαλμά, το πάτημα τσ' αλούπως και τ' έσβου. Αγάλι αγάλι εκατάλαβε πως ένιωθε μια ξεχωριστή έγνοια για τα ζωντανά. Φανερώθηκε όταν, μια φορά, γιατροπόρεψε το τσακισμένο φτερό ενός αητού που τονε βρήκε έτοιμο να ψοφήσει στο δρόμο για τ' Αγραπιδάκι. Ο αητός όταν έγιανε, αφού βδομάδες έτρωε απ' τη φούχτα του Κοσμά, δεν έφυε ποτέ από σιμά του. Ακόμα εδεκεί τον έχει. Κατοικίδιο που λένε. Έχει γιάνει σπασμένες φτερούγες και ποδάρια από τότε ο Κοσμάς... 

   Έμαθε το λοιπόν απ' τον γερο-Βεσκούκη την τέχνη να φκιάνει τα σπασμένα ποδάρια από τα ζωντανά. Τα 'πιανε απαλά και τα καθάριζε, τα ίσωνε προσεχτικά, τα 'βανε απά σ' ένα κομμάτι από τάβλα ή τα καλάμωνε γύρω τριγύρω και μετά τα 'δενε με λωρίδες από σεντόνι, αφού πότιζε λάβδανο από πριν τα ζωντανά να μην πονούνε, μέχρι "να πιάσει το κόκαλο". Πουλιά, σκυλιά, μαρτίνια, ό,τι μπορούσε το 'κανε ο μαύρος ο Κοσμάς για να τα γιάνει. Πιο πολύ γιατί ήτανε καλόκαρδος και πονετικός. Γιατί ήτανε παθώς μαθές.

   Φαντάρο δεν τόνε πήρανε τον Κοσμά. Ι5 είπανε λόγω ανικανότητας, προστάτης της βαβάς του, δεν ξέρει... Αργότερα μια θεια του, η Βασίλω, του προξένεψε μιαν αγαθούλα από 'να κοντινό χωριό, την Ανάστω. Φτωχούλα κι αρφανή ήτανε κι η Ανάστω - γιατί ο Κοσμάς τι ήτανε - , την επήρε και εκάμανε χωριό. Ένα βράδυ, εδεκεί στη γωνιά μάλιστα π' άπλωσε η Ανάστω το χέρι της από μοναχή της και του επήρε το ποδάρι και του το 'τριψε με ζεστό νερό και πράσινο σαπούνι και μ' έναν καρφοβέλονα του 'βγαλε απ' την πατούσα μιαν άτιμη  σκλήθρα απ' ασβελαχτό που τονε τσίγκλαε μέρες, εκειό το βράδυ την αγάπησε ο Κοσμάς την Ανάστω. Και μετά από εννιά μήνες εγέννησε η Ανάστω μια κοπέλα που τήνε βγάλανε στ' όνομα της μακαρίτισσας της βαβάς του. Ακριβούλα. Και πέρασε ο καιρός... περάσανε τα χρόνια...

   Στα χρόνια που περάσανε στο αναμεταξύ, οι συμμαθητές του Κοσμά έτυχε όλοι να φύουνε και να κάμουνε προκοπή μακριά. Ο Νικολός ο Διάβακας, ο λέλεκας έγινε γιατρός, χειρούργος μάλιστα στην Αθήνα, σ' ένα μεγάλο νοσοκομείο, μεγάλος και τρανός λένε, έκαμε οικογένεια κι έρχεται κάθε καλοκαίρι στο χωριό. Ο Παναής ο Τσίλικας κι ο Πέτρος του Αειθαλή καζαντίσανε στην Αστράλια με μαγαζά κι επιχειρήσεις, προκόψανε και πλούτισαν, μετά από χρόνια, έρχονται κι αυτοί τώρα και ξεκαλοκαιριάζουνε με τις φαμελιές τους. Ο Θανασάκης ο Αντίπερας, ο βαρέλας, έχει φορτηγά στην Πάτρα, κάνει ταξίδια μεταφορών Πάτρα-Ιταλία, έχει κι αυτός παιδιά, έρχεται δω συχνά πυκνά, έχει φκιάσει κι ωραίο δίπατο απά στην κορφή στο χωριό με θέα όλο τον κάμπο ως την Κεφαλονιά. Ο Θωμάς του Μαστραντώνη ο  κοκκινομάλης, έγινε δικηγόρος στην Αθήνα, κάποια στιγμή πολιτεύτηκε κιόλας, χωρίς καμιά ξεχωριστή επιτυχία, δεν επαντρεύτηκε, έρχεται πολύ συχνά στο χωριό, ανακατώνεται με τους Συλλόγους για το καλό του τόπου και του νησού. Ο Γιάννος του Δοξαπατρή, ο ποντικομούρης που τόνε λέανε, έχει στον Πειραιά κέντρο διασκέδασης, πάνε πολλοί χωριανοί, διασκεδάζουνε και περνάνε ωραία, όπως λένε. Έρχεται κι ο Γιάννος εδώ, έρχεται. Ο Ζώης ο Πευκιώτης, του δραγάτη, έγινε καθηγητής μαθηματικός, διορίστηκε κάπου στα Γιάννενα, παντρεύτηκε κει και πηγαινοέρχεται όλα τα χρόνια, σιμά είναι άλλωστε. Κι ο Νιόνιος τσ' Αντρειανής, γελαστερός και πλακατζής, καπετάνιος στα καράβια, γεροντοπαλίκαρο, κάθε λιμάνι και γυναίκα λέει, έχει γυρίσει όλο τον κόσμο και κάθε χρόνο πόρχεται στο χωριό, αραδιάζει ιστορίες απ' όλο τον κόσμο στα καφενεία, αλήθειες, ψέματα...

     Μαζεύονται όλοι λοιπόν οι «φίλοι» του οι παιδικοί, οι συμμαθητές του, χρόνια, πότε στο καφενείο της πλατείας, με τις ακακίες κοντά στη βρύση, πότε στο παρακάτου με την κληματαριά και τον βαθύ τον ίσκιο. Περνάει ο Κοσμάς και τους βλέπει να πίνουν τα ουζάκια ή τις μπίρες τους, να τσουγκράνε τα ποτήρια τους, να τρώνε τους μεζέδες τους, να καλαμπουρίζουνε, ένα «κόπιασε» στον Κοσμά δεν χαλαλίζουνε. Πολλές φορές έλαχε να κάθεται απόξου απ’ το καφενείο του Λια και να τους βλέπει να χορεύουνε όλη η αντροπαρέα την «κοντούλα τη λεμονιά» ή τα «μανουσάκια μανουσάκια, μόσκους και γαριφαλάκια» και μια φορά ένα «έλα στην παρέα μας, μωρέ Κοσμά» δεν άκουσε… δε βαριέσαι… έτσι… να τον καλέσουνε να κάτσει στο τραπέζι τους μια φορά, να τον κεράσουνε ένα κρασί… Μοναχά αν πέσουνε απάνου του στο δρόμο καμιά φορά, «τι γίνεται ωρέ Κοσμά», όπως και σε κάθε άλλονε χωριανό, όχι πως ήτανε συμμαθητές και κάμανε τόσες και τόσες αντράλες και σκανταλιές μαζί.

   Το ‘χει παράπονο ο Κοσμάς που δεν τόνε φωνάξανε αντάμα τους ποτέ. Λες και τ’ αλησμονήσανε ούλα, σαν να σβήσανε εκειό τον μαύρονε τον πίνακα του δασκάλου, όπως εκειός έσβηε γλήγορα γλήγορα τα λάθη και τις μουντζούρες του Κοσμά. Εκείνοι ούλοι ταξιδέψανε μαθές, ενώ αυτός δε βγήκε παρόξου απ’ το χωριό, ποτές, μόνο ως τη Χώρα, ούτε φαντάρος πήε για να γνωρίσει έστω άλλον έναν τόπο, ούτε ως την Αθήνα δεν έλαχε να πάει, το πιο μακρύ ταξίδι του μέχρι τα Γιάννενα, όταν πήρε το «χαρτί» της η Ακριβούλα. Το ‘χει μαράζι που λες που δεν τόνε βάνουνε από κουβέντα, γιατί από τα παιδικά του, τα καλύτερά του χρόνια μονάχα αυτουνούς θυμάται ο Κοσμάς. Μετά… ήρταν τα βάσανα της ζωής. Μα κάθε καλοκαίρι που τους βλέπει, όλο κι ένα αγκάθι τόνε σουβλάει μες στην ψυχή, όλο και περιμένει το έλα να πιούμε ένα ουζάκι παρέα, ωρέ Κοσμά…» Αυτό το «έλα» που δεν έρχεται…

   Τούτο το καλοκαίρι που λέτε ο Κοσμάς είναι χαρούμενος. Είναι χαρούμενος γιατί παντρεύει την Ακριβούλα του. Ναι, η Ακριβούλα εμεγάλωσε και τα ‘παιρνε μια χαρά τα γράμματα. Εσπούδασε κι έγινε νηπιαγωγός, επήρε και το πτυχίο της και με καλό βαθμό και φέτος θα ‘ρτει στο χωριό να παντρευτεί τον αγαπημένο της που είναι δάσκαλος κι είναι από το Θιάκι.

   Θα γίνει ο γάμος το λοιπόν δεκαπενταύγουστο στην Αγια-Ελεούσα και ο Κοσμάς με την Ανάστω έχουνε κλείσει το κέντρο στην πλατεία για το γλέντι. Ο Κοσμάς όμως ζήτησε απ’ τον γαμπρό του και την κόρη του μία μεγάλη χάρη. Θέλει να καλέσει στο γάμο τους οχτώ αγαπημένους του συμμαθητές, που πέρασε μαζί τους τα πιο ωραία του, τα παιδικά του χρόνια. Έφτιαξε λοιπόν οχτώ ειδικές χειρόγραφες προσκλήσεις: Π.χ.



Προς τον αγαπητό μου φίλο και συμμαθητή Νικολό Διαβάκα

                                       Φίλτατε Νικόλαε

Προς χάριν της παλαιάς φιλίας και συμμαθητείας που μας ένωνε

   ελπίζω να κάνεις την τιμή προς εμέ και την οικογένειά μου,

     και να έλθεις εις τον γάμον της θυγατρός μου την επαύριον

                  εις την Αγίαν Ελεούσαν, μετά την λειτουργίαν.

                                 ΥΓ. Άνευ δώρων παρακαλώ

                ένεκα που σας προσκαλώ τελευταίαν στιγμήν.

                                     Με βαθείαν εκτίμησην

                                    Κοσμάς Μπούρμπουλας



   Έγινε ο γάμος το λοιπόν κι όλα ήτανε όμορφα, απλά κι ωραία. Όλο το χωριό τόνε τίμησε τον Κοσμά. Κι οι συμμαθητές του πρώτοι πρώτοι του κάμανε την τιμή και τη χάρη. Κι αυτός καμαρωτός καμαρωτός, με το α λα Χίτλερ μουστακάκι του, μέσα στο μαύρο του σακάκι, παρέδωσε συγκινημένος την Ακριβούλα στον Διονύση για να ζήσουνε καλά και μονιασμένα.

   Και το βράδυ στην πλατεία ο Κοσμάς χόρεψε με όλους τους παλιούς συμμαθητές του και την «κοντούλα λεμονιά» και τη «μηλιά που ‘ναι στον εγκρεμνό τα μήλα φορτωμένη».

   Τώρα το ξημέρωμα, μετά το γλέντι, φαντάζομαι ότι ο Νικολός, ο Παναής, ο Πέτρος, ο Θανασάκης, ο Θωμάς, ο Γιάννος, ο Ζώης κι ο Νιόνιος πολύ θα εγελάσανε όταν στην τσέπη του σακακιού τους μαζί με τη μπουμπουνιέρα τους βρήκανε κι ένα κουτί που μόλις τ’ ανοίξανε πετάχτηκε από μέσα μια μπουσάκα…

   …γιατί πάντα εξεκαρδιζόντανε στα γέλια με τα καλαμπούρια του Κοσμά…


γλωσσάρι: 

σκαριάζω: στερεώνω
τζόρα: χοντρή βέργα
πορτόνι: καγκελόπορτα
κρένω: μιλάω, φωνάζω
μπουσάκα: καφετής φρύνος της ξηράς, φαρδύς και πλαδαρός, που εκκρίνει για άμυνα νερό με άσχημη μυρωδιά 
κοκκιάρω: σημαδεύω και πετυχαίνω
κουρνάκλα: κουρούνα
γαλί: γαλόπουλο
κόνσολας: αλάνι, μόρτης, πειραχτήρι
λαστιχέρα: σφεντόνα
φουρδακλάς: πράσινος βάτραχος του νερού
ακουρμαίνομαι: ακούω με προσοχή
βαλμάς: ο γκιώνης
αλούπω: η αλεπού
έσβος: ο ασβός
ασβελαχτός: ασπάλαθος, αγκαθωτός θάμνος
μαρτίνι: κατσίκα, αρνί (οικόσιτο ζώο)
σαλακιάζω: χτυπώ, δέρνω πολύ