Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

"ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΥΚΗΝ" διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη (1868 - 1916)

..........................................................








Μιχαήλ Μητσάκης
(1868 - 1916)









ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΥΚΗΝ

   Εις το πλευρόν του λόφου, χωμένον εις του βράχου την ρωγμήν, ως να εζήτησε προστασίαν υπ΄ αυτόν, μικρόν, σιωπηλόν κ' έρημον, εγείρεται το εκκλησίδιον. Ως αναχωρητής μισών την τύρβην του κόσμου, αποστέρξας την ζωήν ασκητής, κατέφυγεν επίτηδες θα έλεγες εκεί επάνω, ενεσφηνώθη, κ' εξησφαλισμένον, βλέπει τώρα από του ύψους του, κάτω, την μυριοθύρυβον πόλιν, την πεδιάδα, ήν σκιάζει κονιορτού σύννεφον, και της οποίας η βοή, μόλις ανέρχεται, εις εκπνέοντα κύματα, μέχρι των ποδών του. 'Αμα φθάσης, διασκελίζων δύο ή τρεις μόνας βαθμίδας, ευρίσκεσαι εντός αυτού. Αντί τέμπλων και θόλων και τρούλλων, την κορυφήν του σκεπάζει απλή εκ κεράμων στέγη. Παρά τον τοίχον του, ανηρτημένη εκ φαγωμένου σχοινίου, κρέμαται από ξύλου σαπέντος, μία γηραλέα καμπάνα, ής ο ήχος, θλιβερός, ραγισμένος, ακούετ' ενίοτε, περί δυσμάς ηλίου. Μάνδρα στενή, περιτρέχει γύρω του, από της μιας άκρας της κοιλότητος του βράχου αρχομένη, και εις την άλλην τελευτώσα, κυκλώνουσα αυτό, εν είδει τοίχους, όπερ σχηματίζει έμπροσθέν του ως μικράν πλατείαν. Και του περιβόλου αυτού τον στολισμόν, αποτελούν τρία θρανία εξηρθρωμένα, χωλά, οι θυσσανώδεις κλώνοι αρτιφυούς πεύκου, και μία λεύκη, μικρά, εις την πρώτην ανάπτυξίν της, ανθούντα εν των μέσω. Εγγύς αυτών καλυπτόμενον με δύο σανίδας, πηγάδι προβάλλει τα λίθινα χείλη του. Και εις το βάθος, παρά την ρίζαν του βράχου, μεμονωμένη, μία μεγάλη συκή, απλώνει τα πλατέα φύλλα της. Δεν είναι όμως μόνον αυτός, του στενού περιβόλου ο πτωχός κόσμος. Ακριβώς υπό την συκήν, στεγαζομένη εκ των κλάδων της, στηριζομένη σχεδόν επί του κορμού αυτής, ως να εκφύεται και αυτή από του εδάφους πλησίον της, ευθυτενής, μαρμαρίνη στήλη, επιτυμβία, υψούται με τον λευκόν της σταυρόν επί κεφαλής. Και επ' αυτής, με ογκώδη κεφαλαία γράμματα, χαραγμένα βαθέως επί του μαρμάρου, σκαλισμένα, αναγιγνώσκεται η επιγραφή· "Ενθάδει κείνται τα οστά της μακαρίτιδος Εκατερίνης, συζύγου Αθανασίου Γκίγγιζα. Απεβίωσε την 4 Ιανουαρίου 1869". Είναι απλουστάτη επιγραφή, μετακομιδής λειψάνων, γυναικός του λαού, γραίας, κατοικούσης πιθανώς, κατά το διάστημα της ζωής της, εις τινα των παρακειμένων συνοικιών, και της οποίας οι συγγενείς, έτη μετά τον θάνατόν της, εκπληρούντες τον ύστατον φόρον του σεβασμού, θα μετέφεραν τ' απομεινάρια, εκ του νεκροταφείου, να τα θάψουν εις τον περίβολον του γειτονικού ναΐσκου των. Αλλ' από κάτω απ΄ αυτήν αμέσως ύστερον, σχεδόν μη χωριζομένη, άλλη επιγραφή προσπίπτει εις το βλέμμα. Είναι οκτάς ονομάτων πάλιν, γυναικείων και αυτών, γραμμένων με μολυβδοκόνδυλον. Κατά μήκος, το εν κάτωθεν του άλλου, παρατάσσονται μέχρι της βάσεως της στήλης, παρακολουθούν το όνομα της νεκράς, προφανώς όχι νεκρών βέβαια επίσης, περιέργως, ωσάν να ήλθαν εκεί από σκοπού, δια να της κάμουν συντροφιάν. Και εις το πλάγι των, μακρά γραμμή, τραβηγμένη κατά μήκος και αυτή, πέραν της οποίας, άλλη επιγραφή, κοινή, γραμμένη με το ίδιον μολύβι, τ' αντικρύζει. Και αποκάτω ακόμη, άλλη πάλιν, κατά τον αυτόν τρόπον, κοινή ομοίως, ως συνοψίζουσα και τας δύο, απλούται κατά πλάτος. Και αι ποικίλαι επιγραφαί, αι νέαι, αι πρωτότυποι αυταί, ιδού τι λέγουν: "Σοφία Παρηγόρη, Καλυψώ Μανωλακάκη, Φανή Θηβαίου, Σοφία Στεργίου, 'Ολγα Βάθη, Ελένη Παπαθανασοπούλου, Θάλεια Φασίτσα, Φωτεινή Ξάνθη. 28 Οκτωβρίου, Σάββατον, ώρα 4 μ.μ. 1889. 'Απασαι άκραι φίλαι μέχρι τάφου". Τα οκτώ ονόματα εκτείνονται κατά σειράν, παρ' άλληλα, συμπιεζόμενα σχεδόν, καταλαμβάνουν όλην την νανώδη στήλην, μαύρα επί της ωχράς της όψεως. Θα έλεγες, ότι συσφίγγονται εκουσίως, το έν προς τ΄ άλλο, δια να χωρέσουν, ή και να δια να δανεισθούν θερμότητα, φρίσσοντα επί της κρύας πλακός. Κορασίδες βεβαίως όλαι, από δεκατριών έως δεκαέξ ετών αναμφιβόλως, μαθήτριαι κατά πάσαν πιθανότητα. Γνωστών οικογενειών της Νεαπόλεως αι πλείσται, εις το πρώτον άνθος της ήβης, εις την πρώτην ακμήν της υπάρξεως. Θα ήλθαν το Σάββατον αυτό, προδήλως, επωφελούμεναι της αργίας του σχολείου των το απόγευμα, χάριν περιπάτου, θα ανερριχήθησαν τον κοντινόν εις τα σπίτια των λόφον, δια ν' αναπνεύσουν εν ελευθερία, εν λήθη επί μίαν ημέραν του πληκτικού μαθήματος και της ανιαράς διδασκαλίσσης, δια να ταράξουν το έρημον εκκλησίδιον με τους αργυροήχους των γέλωτας και με τα εύθυμα ποππύσματά των. Μόναι, χωρίς οχληράν παιδαγωγόν, χωρίς προσεκτικήν μητέρα, χωρίς πατέρα σοβαρόν και συμβουλεύοντα, δίχως να ειπούν ίσως τίποτε εις κανένα πού θα υπάγουν, εκ κοινής συμφωνίας, εν ορμή ανεξαρτησίας, υπείκουσαι εις τ' αχαλίνωτα, τα θεία ένστικτα, δι' εν απόγευμα εξυπνήσαντα εντός των, άτινα ωθούν την μικράν δορκάδα ν' αναπηδά εν τω μέσω των δασών ή τον αρτιγέννητον νεβρόν, να άλλεται προς του βουνού την κορυφήν, δια να χαιρετίσει εκείθεν, αφ' υψηλού, την μεγάλην μητέρα του Φύσιν. Θ' αλληλεκρατούντο βέβαια εκ του βραχίονος αναβαίνουσαι αι περισσότεραι, θα έσπευδαν προς τον τραχύν ανήφορον, και θα συνωμίλουν διαρκώς, και θα ηδολέσχουν αδιακόπως, εν τη ηδονική αισθήσει της προσκαίρου των χειραφετήσεως, εν τη ευθύμω υπερηφανεία δια το πραξικόπημα. Και θα εβάδιζαν όπως αν ετύχαινε, προς την φοράν της ευμεταβλήτου των ορέξεως, άλλοτε κατά ομάδας ευαρίθμους, αποσπωμένας απ΄ αλλήλων, δια να ενωθούν αύθις μετ΄ ολίγον, ή παντοιοτρόπως να αλλάξουν, άλλοτ΄ εν μια ζωηρά μάζη, προχωρούση φύρδην μίγδην. Και θα επροπορεύοντο κάποτε τινές, δια να ευρεθούν μετά μικρόν οπίσω, και θα ήρχοντο άλλαι τελευταίαι, δια να ευρεθούν αίφνης εμπρός, και θα εβραδυπάτουν αυταί τώρα, δια να αφεθούν κατόπιν γρήγορα εις δρόμον, και θα διεσκέλιζον εκείναι ήδη το πρανές ωκείαι, δια να σταματήσουν έπειτ΄ αποκαμωμέναι, εν όλη τη δυνατή αταξία, ακαταστασία, συμπλεκόμεναι ή μακρυνόμεναι, ή συμιγνύμεναι ή χωριζόμεναι, κατά την στιγμιαίαν θέλησιν ή την ακαριαίαν έφεσίν των. Και θα τα έλεγαν πολλαί αυτών συχνάκις, κατά δύο, ασχολοφανείς, σοβαρευόμεναι, με φευγαλέα ερυθήματα και μειδιάματα πτερόεντα, σιγά - σιγά ως ν' ανεκοίνουν μεταξύ των σπουδαία μυστικά, και προσπεράσ' εις την ταχύτητα, με μικράς - μικράς οξείας, συνεχείς φωνάς πτηνών εξαφνισθέντων, και πηδήματα, εν τω κοχλασμώ του νεανικού των αίματος, εν τη ανάγκη των παιδικών των μελών να κινηθούν. Και θα προσεποιούντο πως εμάλλωναν τας μάλλον ταραχώδεις μερικαί, θα προσεπάθουν να υποδυθούν μεγαλήτερον προσωπείον, χωρίς να ημπορούν να το κρατήσουν, επιθυμούσαι να φανούν ως δήθεν φρόνιμοι, αδεξιώταται και χαριέστατ' εν τη υποκρίσει των. Και θα συνέλεγαν αναμφιβόλως όλα τ' αγροδίαιτα λουλούδια, όσα θα εύρισκαν καθ' οδόν, και θα εστόλιζαν με αυτά τα καπελλάκια των, και οι ομπρελίτσες των ερυθραί θ' ανεπετάννυντο, υπό τον ήλιον του φθινοπώρου, και θα ήσθμαιναν και θα εγέμιζαν την έκτασιν με θόρυβον και αλαλητόν. Και αφού καταϊδρωμέναι, σκονισμέναι, αλλά πλήρεις χαράς, πλήρεις αγαλλιάσεως, θα έφθασαν εκεί επάνω, και ανέβησαν τας δύο ή τρεις βαθμίδας, και εμβήκαν εις τον περίβολον, θα εκάθησαν εις τα σπασμένα του θρανία, δια να ξεκουρασθούν τάχα και λιγάκι, κα θα απέβλεψαν με τα έκπληκτα όμματά των προς τον ευρύν και διαυγή ορίζοντα, και θα παρετήρησαν την μυριοθόρυβον πόλιν, συνταρασσομένην εκ του αγώνος της ζωής της, αφρόντιδες νέαι, ουδέν εννοούσαι ακόμη εξ αυτής, ή την γλυκείαν μέθην των δεκαπέντε ετών των. 'Επειτα, αεικίνηται, ακούρασται, εκ μιας στιγμής αναπαύσεως αντλούσαι δύναμιν χρόνων, θα ήρχισαν εξετάζουσαι την μικράν εκκλησίαν, και θα περιήλθαν την μάνδραν, και θα έπαιξαν εν των περιβόλω και θα έσκυψαν να ιδούν το βαθύ πηγάδι, και θα έκοψαν κανένα κλώνον του αρτιφυούς, ως αυταί, πεύκου, ή της ως αυταί νεαράς λεύκης. Κ' εν τω μεταξύ καμμία εξ αυτών θα επλησίασε και εις την μονήρη στήλην, υπό την συκήν, την καλύπτουσαν τα οστά της γραίας, και γελώσα, με όλην την προς το άγνωστον αφοβίαν της ηλικίας των, με την νηπιώδη ασυνειδησίαν των πραγμάτων, θ' ανέγνωσε μεγαλοφώνως την επιγραφήν: "Ενθάδει κείνται τα οστά της μακαρίτιδος Εκατερίνης, συζύγου Αθανασίου Γκίγκιζα. Απεβίωσε την 4 Ιανουαρίου 1869". Και θα υπέδειξε πιθανώς εις τας συντρόφους της την διαλάμπουσαν του γράψαντος ανορθογραφίαν, και επείπε, δήθεν απευθυνόμενη προς αυτόν: "Αϊ μωρέ κακομοίρη, μηδενικό που θα σούβαζε η κυρία Χαρίκλεια, αν τώγραφες στην εξήγησί σου..." Και κιχλισμοί θ' αντηλλάγησαν ευθύς, και περιέργειαι θα ηγέρθησαν ακράτητοι, και θα επλησίασαν όλαι να κυττάξουν, και θα συνωθούντο περί το νεκρικόν μάρμαρον, και η κυρία Χαρίκλεια θα εκοροϊδεύθη προσηκόντως. Κατόπιν, ίσως η ιδία, ίσως άλλη, θα έβγαλε από την τσεπίτσα της και το μολυβδοκόνδυλόν της, και θα επλησίασε περισσότερον, και θα εύρε αστείον, να γράψη εκεί, επάνω εις την στήλην του τύμβου και τα ονόματα αυτών, υπό το της γραίας. Και ήρχισε : "Σοφία Παρηγόρη, Καλυψώ Μανωλακάκη, Φανή Θηβαίου, Σοφία Στεργίου, Όλγα Βάθη, Ελένη Παππαθανασοπούλου, Θάλεια Φασίτσα, Φωτεινή Ξάνθη". Και έβαλε την ημερομηνίαν εις ανάμνησιν, και το έτος και την ημέραν της εβδομάδος, και την ώραν ακόμη, ενθύμημα παντοτεινόν. Και μετά τούτο, δι' ομοφώνου εμπνεύσεως θα ετράβηξεν εις το πλάγι την περιληπτικήν γραμμήν και πέραν αυτής, απηθανάτισε την παιδικήν αγάπην, την συνδεόυσαν τ' αθώα έτη των, και ήν εν τη αγνοία, εν τη απλότητι αυτών, θε να νομίζουν αιωνίαν. "'Απασαι φίλαι μέχρι τάφου". Επιτέλους, θα έφυγαν, θα κατέβησαν κατά τον ίδιον τρόπον, θα εγκατέλειψαν τον γηραιόν βράχον, ωσάν να έλεγες τον γηραιόν παππούν, άνθη φυέντα μίαν στιγμήν εις τους πόδας του δια να στερηθή πάλιν αμέσως, εις την μόνωσίν του και την σιγήν. 'Έκτοτε η επιγραφή των μένει εκεί, όπως μένει η άλλη, η σκαλισμένη επί του λίθου. Η συκή απλώνει επ΄ αυτής τα πλατέα φύλλα της και ο βράχος ρίπτει την ημέραν την σκιάν του. Η στήλη εγείρεται, φέρουσα εις το εξής το όνομα μιας νεκράς και οκτώ ζώντων, εν πλήρει δόξη καλλονής και θάλλους. Και η θέα των νεανικών αυτών ονομάτων, πλησίον του της πρεσβύτιδος, γεννά όλως ιδιόρρυθμον συναίσθημα εις την ψυχήν. Θα έλεγες, ότι επί του μονήρους αυτού μνήματος, η ανυπαρξία τείνει την χείρα προς την ύπαρξιν, το παρόν προσμειδιά προς το παρελθόν, η ακμή αδελφούται προς την παρακμήν και την εκμηδένισην. Αι δύο επιγραφαί φαίνονται ως γρονθοκοπούσαι αλλήλας ή συμπληρούσαι εαυτάς. Η πρώτη καταχέει ως σκυθρωπόν πέπλον επί της δευτέρας. Και η δευτέρα αντανατέλλει ως μυστικήν αίγλην, φαεινήν ανταύγειαν επί της πρώτης. Νομίζεις, ότι εκείνη εγράφη, οιονεί ζοφερά απειλή προς αυτήν και αυτή, οιονεί τολμηρά αυθάδεια προς εκείνην. Θα υπέθετες, ότι επίτηδες αι θορυβώδεις επισκέπτριαι, καίτοι ασυνειδήτως, έγραψαν εν τούτοις αυτήν, πρόκλησιν υπερόχου αδιαφορίας και περιφρονήσεως προς το μέλλον, το μέλλον και αυτών - ώ, είθε όσο το δυνατόν μάλλον μεμακρυσμένον! - όπως παντός επί της γης όντος, το μέλλον όπερ, κατ΄ ασυνήθες, αδυσώπητον οξύμωρον, αντιπροσωπεύει μετά του παρελθόντος η άλλη επιγραφή. Και θα υπέθετες αφ΄ ετέρου άμα, ότι εν μυστηριώδι και σκοτεινή προαισθήσει, αιφνιδίως επισκηψάση, την έγραψαν εις αναγνώρισιν μάλλον του μέλλοντος του αφύκτου αυτού, και υπ΄ αυτών ακόμη των κατ' εξοχήν αφροντίστων, δειλής υποταγής αφελή ένδειξιν, έδωκαν δι΄ αυτής σιωπηλήν υπόσχεσιν προς την εν αυτώ οικούσαν, ητοίμασαν το επιτύμβιόν των αι ίδιαι, από τούδε, παρά το εκείνης. και ενώ ο ήλιος, δύων εκεί κάτω, οπίσω του Πάρνηθος, αποχαιρετίζει με τας τελευταίας ακτίνας του το ερημικόν εκκλησίδιον, τα ονόματα των τρελλών κορασίδων, εκρήγνυνται επί του μαρμάρου, υφ΄ ό κείνται της γραίας τα κόκκαλα, φαιδρά, ως ειρωνικός καγχασμός της Ζωής και της Νεότητος προς τον Θάνατον, και παραδόξως ταυτοχρόνως πένθιμα, ως απροσδόκητος και αλλόκοτος αρραβών προς τον Τάφον...
                                                              Αττικόν Μουσείον, 1/8/1890



Μιχαήλ Μητσάκης, "Υπό την συκήν", Πεζογραφήματα, Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1988, σσ. 132-139.


Δεν υπάρχουν σχόλια: