Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

"Ο Ουφ και η Ώχου" Ένα παραμύθι της Παυλίνας Παμπούδη από τα «δεκαπεντέμισι κάπως περίεργα παραμύθια» (εκδ. «Κέδρος», β’ έκδοση, 1978)

..........................................................









Παυλίνα Παμπούδη
(γ.1948) 









·                   Ο Ουφ και η Ώχου


Ένα παραμύθι της Παυλίνας Παμπούδη από τα «δεκαπεντέμισι κάπως περίεργα παραμύθια» (εκδ. «Κέδρος», β’ έκδοση, 1978)



   Μια φορά ήταν ένας πολύ άσχημος νάνος που τον έλεγαν Ουφ. Ζούσε σ’ ένα πολύ άσχημο νανόσπιτο, μέσα σ’ ένα άσχημο δάσος με πολύ άσχημα και κοντά δέντρα, κι έτσι δεν ήξερε πως ήταν άσχημος και νάνος, αλλά νόμιζε πως είναι ωραίος και ψηλός.
   Ένα πρωί, έφτασε ξαφνικά στην περιοχή μία άσχημα γιγάντισσα που την έλεγαν Ώχου. Γκρέμισε ένα σωρό δέντρα με τα πελώρια παπούτσια της και τελικά, αφού αναστάτωσε όλο τον κόσμο, ανακάλυψε κάπου το νάνο Ουφ, τον τσάκωσε και τον σήκωσε ψηλά μέσα στη χούφτα της.
-          Παιδάκι μου! Μοναχογιέ μου! φώναξε με λυγμούς, κοιτάζοντάς τον προσεχτικά. Αχ, σε ξαναβρήκα επιτέλους. Σε είχε αρπάξει ο αέρας όταν ήσουνα μωράκι και σε είχα χάσει! εξήγησε.
   Ο νάνος Ουφ, δεν την πολυπίστεψε, αλλά τι να κάνει; Φοβόταν μη θυμώσει και τον φάει κι έτσι, προσποιήθηκε ότι ήταν κι αυτός συγκινημένος, και δέχτηκε να πάει μαζί της στο γιγαντόσπιτό της με σκοπό να το σκάσει μόλις βρει ευκαιρία.
   Πραγματικά, η γιγάντισσα Ώχου, έβαλε το νάνο Ουφ στην τσέπη της και ξεκίνησαν.
   Η τσέπη κουνούσε πέρα δώθε καθώς η Ώχου προχωρούσε με άγαρμπα βήματα κι έτσι ο Ουφ γρήγορα ζαλίστηκε κι αποκοιμήθηκε.
   Όταν ξύπνησε, ήταν πια αργά για να το σκάσει. Είχαν φτάσει.
   Η Ώχου τον έβγαλε από την τσέπη της και τον έβαλε μέσα σ’ ένα όμορφο κλουβί.
-          Για να μη σε πειράξει η γάτα μου, δικαιολογήθηκε.
   Ο Ουφ άρχισε να κλαίει. «Πάει, ήρθε η τελευταία μου ώρα», σκεφτόταν.
   Τότε ξαφνικά, από την πιο σκοτεινή μεριά του κλουβιού, ακούστηκε μια φωνή γεμάτη συγκίνηση:
-          Παιδάκι μου! Μοναχογιέ μου!
   Ο Ουφ στράφηκε κατάπληκτος. Απέναντί του, βρισκόταν ένας πολύ άσχημος γερο-νάνος που του έμοιαζε πολύ!
-          Καλώς ήρθες στο σπίτι μας, μωρό μου! Εγώ είμαι  ο μπαμπάς σου! συνέχισε ο γερο-νάνος.
-          Μπαμπά! αναφώνησε γεμάτος χαρά ο Ουφ και αγκάλιασε τον μπαμπά του.
-          Μα, μπαμπά, τι κάνεις εδώ; Ποια είναι αυτή; ρώτησε με απορία.
-          Η μαμά σου βέβαια, παιδάκι μου!
-          Και γιατί δεν μας μοιάζει; Και γιατί μας έχει στο κλουβί;
-          Να σου εξηγήσω παιδάκι μου: Κάποτε ήταν κι αυτή όμορφη και κανονική σαν και μας. Αλλά από τότε που σ’ έχασε, από τη θλίψη της, τράβηξε τα μαλλιά της τόσο πολύ, που ψήλωσε, κι αναστέναξε τόσο, που ξεχείλωσε. Στο τέλος, βέβαια, έβαλε και τη γάτα της να κλαίει και φούσκωσε κι η γάτα. Γι’ αυτό μ’ έκλεισε εμένα μέσα στο κλουβί. Για να μη με φάει η μεγάλη γάτα. Πάντως, είναι χρυσή γυναίκα, εξαιρετική νοικοκυρά, άψογη σύζυγος και υπέροχη μητέρα.
-          Καλά, είπε ο Ουφ. Μα εγώ δε θέλω να περάσω όλη τη ζωή μου μέσα στο κλουβί. Πες της να διώξει τη γάτα και να μας βγάλει.
-          Μπα, αυτό αποκλείεται, είπε τότε η Ώχου που παρακολουθούσε τη συζήτηση.
-          Γιατί; ρώτησε ο Ουφ με αγωνία. Γιατί να ‘μαστε εμείς στο κλουβί;
-          Αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες. Είπε σοφά η Ώχου. Είναι απλό: Έτσι σας αγαπώ καλύτερα!
   Και άστραψαν τα δόντια της σ’ ένα πλατύ, τρυφερό χαμόγελο.  



Δεν υπάρχουν σχόλια: