Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

«Θέλω να γεφυρώνω κόσμους» συνέντευξη του Βασίλη Κουκαλάνι στην "Εφημερίδα των Συντακτών" (29/12/2017-1/1/2018)

.............................................................
 

«Θέλω να γεφυρώνω κόσμους»



Βασίλης Κουκαλάνι  
ΕΦ.ΣΥΝ./Βασίλης Μαθιουδάκης

 
Αν είναι κάτι στα σίγουρα, ο Βασίλης Κουκαλάνι είναι ένας ηθοποιός ιδιαίτερος. Θα τολμούσαμε να πούμε και διαφορετικός από τους άλλους, σίγουρα από τους περισσότερους. Η διαφορετικότητά του αυτή δεν έγκειται μόνο σε πραγματολογικούς παράγοντες (καταγωγή κ.ά.), αλλά και στις επιλογές του όσον αφορά τις θεατρικές του παραστάσεις, κυρίως παιδικές και σίγουρα ρηξικέλευθες ως προς το μήνυμα και το περιεχόμενό τους.
Γεννημένος στην Κολονία το 1969, μεγάλωσε ουσιαστικά στο Ιράν, τόπο καταγωγής του πατέρα του, όπου και πήγε σχολείο, στην Τεχεράνη.
Το 1980 ήρθε στην Αθήνα και από 'δώ συνέχισε και πάλι για Γερμανία, όπου σπούδασε θέατρο. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Νέα Υόρκη (στο American Academy of Dramatic Arts) όπου και εργάστηκε ως ηθοποιός. Από το 2001 βρίσκεται στην Αθήνα.
Συνεργάστηκε με τον Λευτέρη Βογιατζή, με τον Ανατόλι Βασίλιεβ (ως Αγγελιοφόρος στη Μήδεια), τον Στάθη Λιβαθινό, την Κατερίνα Ευαγγελάτου, τον Ανέστη Αζά, τον Τόμας Οστερμάγερ (στον «Εχθρό του λαού» για το Φεστιβάλ Αθηνών) και τον Γιάννη Χουβαρδά (στην «Οπερα της Πεντάρας»).
Στον κινηματογράφο πρωταγωνίστησε στην τελευταία ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Η άλλη Θάλασσα», καθώς σε άλλες βραβευμένες ταινίες, με τελευταία την «Πλατεία Αμερικής» του Γ. Σακαρίδη, για την οποία βραβεύτηκε με την Ειδική Μνεία της Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Επίσης πρωταγωνιστής στο «Tripoli Cancelled» του Μπανγκλαντεσιανού σκηνοθέτη Naeem Mohaiemen, που παίζεται στο ΜΟΜΑ της Νέας Υόρκης, και συμπρωταγωνιστεί στην καινούργια ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Το τελευταίο σημείωμα», που προβάλλεται ακόμη στους κινηματογράφους. Το 2014, συμμετείχε στο Αντιφασιστικό Φεστιβάλ Παραστατικών Τεχνών στο αυτοδιαχειριζόμενο θέατρο ΕΜΠΡΟΣ.
Ο ίδιος πιστεύει και υπηρετεί το χειραφετημένο και αντιαυταρχικό θέατρο για παιδιά και νέους γιατί τον συγκινεί το ριζοσπαστικό δυναμικό και η αδέσμευτη προοπτική των παιδιών.
«Το παιδικό θέατρο απο-αστικοποιεί το θέατρο και το καθιστά εργαλείο στα χέρια της κοινωνίας» μας λέει, «γιατί όπως λέει και ο Peter Brook “στο τέλος πάντα το λαϊκό θέατρο σώζει την κατάσταση”».
Και αυτό είναι μόνον η αρχή για τα όσα μας είπε...

Βασίλης Κουκαλάνι  
ΕΦ.ΣΥΝ/Βασίλης Μαθιουδάκης
 
 
  Για την υποκριτική:
«Η πιο απλή απάντηση στο γιατί έγινα ηθοποιός είναι γιατί μου άρεσε το χειροκρότημα και το ήθελα ξανά! Στην αρχή βίωνα τη σκηνή σαν ένα σπάνιο προνόμιο, σαν να μου είχε χαριστεί μια υπερφυσική δύναμη.
Φανταστείτε την αίσθηση ότι ελέγχεις την ανάσα του κοινού, κρέμονται από τις λέξεις σου, ξέρεις ότι στην επόμενη ατάκα σου θα γελάσουν.
Με τον καιρό ανακαλύπτεις ότι αυτή η αίσθηση παντοδυναμίας είναι λίγο αφελής και σίγουρα απατηλή, ότι δεν είσαι εσύ η πηγή της ενέργειας, αλλά το κανάλι που διευκολύνει τη ροή της. Γιατί έρχεται βεβαίως και η μέρα που με την ίδια ατάκα δεν γελάει κανείς, ή ελάχιστοι.
Πρόκειται λοιπόν για μια σχέση, μια συνέργεια, όπου χρειάζεται να είναι και οι δύο ψυχικά διαθέσιμοι, ηθοποιός και κοινό. Επιπλέον, συνειδητοποιούσα πως μετά από κάθε παράσταση είχα αλλάξει ανεπιστρεπτί. Είναι μια συνειδητοποίηση που κερδίζεται μέσα από τη διαδρομή, όταν κοιτάζεις πίσω».
  Μια ιδιαίτερη εμπειρία:
«Συμμετείχα σ' ένα θέατρο δρόμου, αρχές του 2000. Εμφανιζόμασταν σε μια εμπορική έκθεση στο Γκάζι. Τριγυρίζοντας στον χώρο, συναντάμε μια μικρή εξέδρα στολισμένη με δύο σημαίες, ελληνική και γαλλική.
Την καταλαμβάνουμε δυναμικά, τραγουδώντας τη Μασσαλιώτιδα, πετώντας τα καπέλα μας στον αέρα, ένας άναρχος μισός αυτοσχεδιασμός και μισός χαβαλές για να κερδίσουμε τις εντυπώσεις και να δικαιώσουμε το πενιχρό μεροκάματο.
Σαν κερασάκι στην τούρτα, αρπάζω ένα κομμάτι χαρτί που υπήρχε εκεί, το βάζω στο στόμα και αρχίζω να το μασουλάω, σαν δράση εξόδου μας, κι έτσι αποχωρούμε.
Σε λίγα λεπτά εισβάλλουν στα πρόχειρα καμαρίνια όπου αλλάζαμε δύο κυρίες έντρομες: “Το χαρτί; Το χαρτί που φάγατε; Ηταν ο λόγος του Γάλλου πρέσβη για τα εγκαίνια της έκθεσης!”
  Για το σινεμά:
«Θυμάμαι το τηλεφώνημα του Γιάννη Σακαρίδη για να μου ανακοινώσει ότι η “Πλατεία Αμερικής” είναι η επιλογή της Ελλάδας για το βραβείο Οσκαρ.
Αφού χορτάσαμε σενάρια για το πώς ο καθένας των συντελεστών θα συμπεριφερόταν σε μια τέτοια χλιδάτη περίσταση κι έχοντας το αγαλματάκι ήδη στη βαλίτσα, επιστρέψαμε μοιραία στην πραγματικότητα: ήμασταν στη διαλογή με άλλες 90 ξενόγλωσσες ταινίες εκ των οποίων οι μισές είχαν το 20πλάσιο μπάτζετ.
Τίποτα απ' όλα αυτά, βέβαια, δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα τελευταία 5 χρόνια έχω το προνόμιο και την τύχη να κάνω κινηματογράφο, πράγμα στο οποίο έχω ευνοηθεί και από τις γλώσσες τις οποίες γνωρίζω, και σημαίνει ότι μπορώ να συμμετέχω σε παραγωγές στην Ελλάδα, στη Γερμανία και αλλού.
Τώρα, όσον αφορά τον νέο ελληνικό κινηματογράφο, κι επειδή ελάχιστοι θα έχουν την τύχη ενός Λάνθιμου, θα ήθελα να καταθέσω το εξής: Υπάρχει εδώ μια γόνιμη συνθήκη, υπάρχει ελληνικός κινηματογράφος που ζητάει συμμετοχή και διεκδικεί φωνή, καλλιτεχνική και κοινωνική. Ο τόπος μας σφύζει από μια αυτοφυή δύναμη που ψάχνει τα μέσα για να εκφραστεί, από ψυχή που ψάχνει αγωγιμότητα. Ας μη χαθεί αυτή η ευκαιρία».
  Για το Ιράν και τη Γερμανία:
«Υπάρχει οπωσδήποτε συγγένεια ανάμεσα σε Ιράν και Ελλάδα –αρχαίοι πολιτισμοί και οι δύο– που όμως, νομίζω, είναι και θέμα γεωγραφίας και καταβολών, ειδικά σε σύγκριση με τη Βόρεια Ευρώπη.
Ο προτεσταντισμός στη Γερμανία, για παράδειγμα, εστιάζεται στην αυτάρκεια και την αυτοπειθαρχία της ατομικής συνείδησης, ενώ οι πιο ανατολικοί λαοί, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, έχουν πολύ πιο έντονη κοινωνικότητα, λατρεύουν τις βεγγέρες και τις συναναστροφές και, παρομοίως, η σχέση τους με το θείο είναι βαθιά ερωτική, έχει το στοιχείο της ένωσης, της μέθεξης.
Ισως εδώ να έχει τις ρίζες του και το ενδιαφέρον μου για την ψυχαγωγία ως συμμετοχή, μια διαδικασία όπου παραδίδεις τον νοητικό έλεγχο και δίνεσαι».
  Ανάμεσα σε τρεις πατρίδες:
«Προσωπικά, όταν είμαι στην Ελλάδα, κατάγομαι από το Ιράν· όταν πάω στο Ιράν, κατάγομαι από την Ελλάδα (όσον αφορά το πώς με αντιμετωπίζουν). Οταν είμαι στη Γερμανία, κατάγομαι απ’ όπου θέλω εγώ. Ο πατέρας μου είναι Πέρσης, η μάνα μου από την Κρήτη. Εδώ, ενδιαφέρει ότι είμαι “Πέρσης”, στο Ιράν ότι είμαι “Γιουνανί”.
Οσο για μένα τον ίδιο, μου πήρε αρκετό καιρό να τακτοποιήσω τη σύγχυση των γλωσσών που επικρατούσε μέσα μου και να συμφιλιωθώ με την υβριδική μου φύση.
Αισθάνομαι πια πως το νευρικό μου σύστημα είναι περσικό, ο σκελετός μου γερμανικός και το δέρμα μου ελληνικό. Δεν ξέρω πώς ακριβώς να το περιγράψω, αλλά ξέρω ότι δεν μπορώ ποτέ να εκπροσωπήσω έναν τόπο αλλά, μάλλον, την ενδιάμεση απόσταση.
Η λειτουργία μου είναι διαμεσολαβητική: να γεφυρώνω κόσμους».
  Για τις πολιτικές του επιλογές σε σχέση και με τις θεατρικές του παραστάσεις:
«Στη σημερινή πραγματικότητα, όπου η καταπίεση και ο έλεγχος οργανώνονται πια με απολυταρχικό και θεσμικό τρόπο, ένα από τα πρώτα πράγματα που βάλλονται είναι ο πολιτισμός, η ελεύθερη έκφραση και η τέχνη.
Στο σύνολό της η τέχνη υπηρετεί τη βαθιά ανάγκη να αναγνωρίζει μια κοινωνία το “είναι” της, να αμφισβητεί ουσιωδώς τα εκφραστικά στερεότυπα που παρεμποδίζουν την εξέλιξή της, να διεκδικεί, ν' αποκαλύπτει ή και να επινοεί τις αναγκαίες για τη διαρκή χειραφέτηση και ανανέωσή της, εκφραστικές δυναμικές.
Βρισκόμαστε σε εποχές όπου οι αληθινοί άνθρωποι των τεχνών θα πρέπει να διεκδικούν τον δύσκολο –ενίοτε και συγκρουσιακό– ρόλο με την απαραίτητη συνέπεια και στο απαραίτητο βάθος προκειμένου να εκφράσουν αυτή την ανάγκη χειραφέτησης και αυτοπροσδιορισμού. Εδώ βρίσκεται και το νόημα της κοινωνικής πρωτοπορίας.
Ειδικά σε καιρούς κρίσης, η τέχνη και μπορεί και οφείλει να δείχνει μια προοπτική αλλαγής κι ένα κοινωνικό όραμα, να προκαλεί και να περιγελά τους “ισχυρούς”, να δημιουργεί ρήγματα στις βεβαιότητες και προπάντων να εμψυχώνει και να χειραφετεί. Προσωπικά, θα μπορούσα να είχα παραμείνει στη Γερμανία μετά το 2010. Ομως αισθάνομαι ότι αυτό που έχω να πω, έχω να το πω εδώ!
Στην Ελλάδα, εν μέσω αυτής της κρίσης, με την οποία μας έχει χρεώσει ένα παράλογο και ασύδοτο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Εδώ αισθάνομαι ότι πρέπει να βρω τις ευκαιρίες να μιλήσω, έστω και αν είναι να το κάνω χωρίς τις πλάτες κανενός, έστω αγωνιώντας σε κάθε παραγωγή για τις εισπράξεις».
  Τα παιδιά και η «Συντεχνία του Γέλιου»:
«Η μορφή τέχνης με την οποία συντάσσομαι ενεργά μαζί με την ομάδα μου, τη “Συντεχνία του Γέλιου”, ανήκει στην παράδοση ανθρώπων όπως ο Ludwig Volker και το Grips Theater του Βερολίνου και σαφέστατα υπάρχουν κριτήρια επιλογής τόσο στα κείμενα όσο και στον τρόπο παρουσίασης. Η στόχευση είναι πάντα κριτική, ποτέ διδακτική.
Ο σκοπός είναι η αποκάλυψη μιας εναλλακτικής κοινωνικής προοπτικής μέσα από μια κοινή περιπέτεια, μέσα από τη φαντασιακή ταύτιση με τα δρώμενα.
Τα κακώς κείμενα της κοινωνίας ξεσκεπάζονται με τρόπο διαλεκτικό, μέσα από καταστάσεις που εναλλάσσονται, και η παράσταση τελειώνει με μια εμψύχωση: “Ετσι είναι τα πράγματα. Αλλά, τώρα, μπορείς εσύ ο ίδιος να προτείνεις κάτι διαφορετικό!”.
Ενας άλλος τρόπος να περιγραφεί όλο αυτό είναι ως ψυχαγωγία, συμμετέχοντας – ο θεατής μπολιάζεται με καινούργια μάθηση χωρίς να το καταλάβει. Πιστεύω σ' ένα θέατρο για εκείνους που δεν πιστεύουν στο θέατρο!»
Με έχουν ρωτήσει αν το “πολιτικοποιημένο θέατρο για παιδιά” με το οποίο έχω κυρίως ασχοληθεί δεν είναι μια αντίφαση σε όρους. Οχι, δεν είναι, απλώς αντιβαίνει την κυρίαρχη ενήλικη λογική που αποκλείει τελείως τα παιδιά από πολιτικά ζητήματα επειδή δεν έχουν, υποτίθεται, την απαιτούμενη ωριμότητα ή κριτική σκέψη.
Τα παιδιά είναι η πιο καταπιεσμένη τάξη ανθρώπων στην κοινωνία μας· και το σύστημα παιδείας που είναι αναγκασμένα να υπομένουν ευθύνεται για τα πολλά κοινωνικά δεινά, συμπεριλαμβανομένης της αποπολιτικοποίησης.
Η παιδεία που τους παρέχεται είναι φτωχή, κομφορμιστική και ανταγωνιστική, δεν περιέχει φαντασία, συν-δημιουργία και δεν μαθαίνουν να σκέφτονται και να υπερασπίζονται την άποψή τους.
Αντιμετωπίζονται σαν άγραφα χαρτιά χωρίς βούληση και δημιουργική σκέψη, σαν καραβάνια καταναλωτών απόλυτα εκτεθειμένα στις διαθέσεις της αγοράς και της μόδας.
Το παράδειγμα σε σχέση με το θέατρο είναι ότι την τελευταία εικοσαετία κυριαρχούσαν στο τοπίο του παιδικού και νεανικού θεάτρου ηθικοπλαστικά, “χριστουγεννιάτικης υφής” και εύκολου συναισθηματισμού παραμύθια, δηλαδή θεάματα που θυμίζουν 19ο αιώνα, αντί για ιστορίες που συνομιλούν με τις δικές τους εμπειρίες.
Ας θυμηθούμε αυτό που ως παιδιά γνωρίζαμε τόσο καλά: τίποτε δεν είναι πιο συναρπαστικό από την καθημερινότητα!
Επίσης, τα παιδιά ποτέ δεν θα αισθανθούν ανεπαρκή μπροστά στον ελιτισμό. Εάν ένας σκηνοθέτης χάσει τη στόχευσή του και δεν καταφέρει να τους απευθυνθεί, εκείνα απλώς θα του γυρίσουν την πλάτη... Οχι, δεν χρειάζεται κι ούτε οφείλει η τέχνη να εξηγεί τα πάντα. Οφείλει όμως να επικοινωνεί, πράγμα που σημαίνει: να λαμβάνει υπόψη το πλαίσιο αναφοράς των θεατών. Γι' αυτό γίνονται όλα.
Αν δεν είναι το θέατρο γέφυρα από έναν κόσμο υπαρκτό προς έναν καλύτερο, δεν είναι τίποτα. Γι' αυτό θα συνεχίσουμε και τη Συντεχνία του Γέλιου και το θέατρο για παιδιά και νέους, και θα κάνουμε την επανεκκίνησή μας από τον ερχόμενο Σεπτέμβρη με δύο καινούργια έργα, μαζί και το ρεπερτόριό μας».
  Για την Ελλάδα σήμερα: γιατί θα ξαναφύγετε, αν πιστεύετε πως θα ανακάμψουμε, αν νιώθετε πως η λεγόμενη «αριστερή απογοήτευση» οδηγεί πουθενά, αν η οργή ενδεχομένως είναι καλύτερος σύμβουλος, ένα σχόλιο για τον Νεοέλληνα κ.ά.
«Είχα προτάσεις για συνεργασία στο εξωτερικό, χωρίς αυτή να είναι μια στοχευμένη επιλογή. Παρά τα εγχώρια δεινά, αισθάνομαι ότι εδώ είναι ο στίβος μου και ότι στην ηττοπάθεια και την ατολμία που βιώνουμε οφείλω να αντιταχθώ.
Μια αγαπημένη μου ιστορία αφορά ακριβώς αυτό: ένας πληθυσμός από μαϊμούδες ζουν περιορισμένες σ' έναν χώρο όπου υπάρχει μία σκάλα που βγάζει σε μια υπέροχη μπανανοφυτεία.
Κάθε φορά όμως που μια μαϊμού επιχειρεί να ανέβει τη σκάλα, βγαίνει μια τεράστια μάνικα και καταβρέχει βίαια όλες τις υπόλοιπες. Τελικά, όποτε κάποια πήγαινε να ανέβει τη σκάλα, οι υπόλοιπες την πλακώνανε στο ξύλο.
Ετσι, όλες παραιτήθηκαν από κάθε απόπειρα να πραγματοποιήσουν την επιθυμία τους. Μέχρι εδώ καλά.
Υπάρχει όμως και μια άλλη παράμετρος που είναι ότι ο πληθυσμός των μαϊμούδων συνέχεια ανανεώνεται – φεύγουν οι παλιές και μπαίνουν καινούργιες.
Ερχεται κάποια στιγμή που καμία από τις μαϊμούδες που βρίσκονται στον χώρο δεν έχει η ίδια τιμωρηθεί επειδή δοκίμασε ν' ανέβει τη σκάλα. Κι όμως, καμία πλέον δεν το επιχειρεί.
Οταν κάποιος ρωτάει γιατί το κάνουν αυτό, λένε “δεν ξέρουμε, αλλά έτσι γίνεται εδώ”. Το να μην παίρνει κανείς το ρίσκο που αναλογεί στην κατάσταση έχει εδραιωθεί στη συλλογική συνείδηση ως νόρμα!
Νομίζω πως αυτό συμβαίνει και μ' εμάς εδώ. Αγωνιούμε για την αποδοχή και μετά την καταξίωση, πιστεύοντας πως αυτό θα μας ολοκληρώσει. Θέλουμε ν' αφήσουμε έργο, αλλά χωρίς να εκτεθούμε.
Κυρίως, δεν εννοούμε να καταλάβουμε ότι η ανέφικτη επιθυμία ή η πληγή στο κέντρο του καθενός από εμάς δεν είναι μόνο ατομική αλλά άπτεται του συλλογικού, με τρόπους που μας φωτίζουν.
Ή, όπως το θέτει ο Κωστής Παπαγιώργης, ότι τις περισσότερες φορές “η δύναμη δεν κάνει τίποτα άλλο από το να δείχνει την πληγή της, να τη βγάζει σε κοινή θέα για να σωθεί και να σώσει”».

►Info: Η παράσταση των Rimini Protokoll "Dreaming Collectives- Tapping Sheep" (Ονειροπόλες Συλλογικότητες- Πληκτρολογούντα Πρόβατα) σε σκηνοθεσία Daniel Wetzel, με τον Βασίλη Κουκαλάνι,παίζεται τώρα σε πόλεις της Γερμανίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: